Ὁ Ἅγιος Ἔνδοξος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος

Απριλίου 23, 2014


Ἐχθροὺς ὁ τέμνων Γεώργιος ἐν μάχαις,
Ἑκὼν παρ’ ἐχθρῶν τέμνεται διὰ ξίφους.
Ἦρε Γεωργίου τρίτῃ εἰκάδι αὐχένα χαλκός.
Ὁ λαοφιλής Ἅγιος Γεώργιος ὁ μεγαλομάρτυρας καί Τροπαιοφόρος γεννήθηκε περίπου τό 275 μ.Χ. στήν Καππαδοκία, ἀπό γονεῖς χριστιανούς. Ὁ πατέρας του, μάλιστα, πέθανε μαρτυρικά γιά τό Χριστό ὅταν ὁ Γεώργιος ἦταν δέκα χρονῶν. Ἡ μητέρα τοῦ τότε τόν πῆρε μαζί της στήν πατρίδα τῆς τήν Παλαιστίνη, ὅπου εἶχε καί τά κτήματά της. Ὅταν ἔγινε 18 χρονῶν, στρατεύθηκε στό ρωμαϊκό στρατό.
 Ἄν καί νέος στήν ἡλικία, διεκπεραίωνε τίς στρατιωτικές του ὑποχρεώσεις τέλεια. Ὅλοι τόν θαύμαζαν γιά τό παράστημά του. Γι’ αὐτό, γρήγορα τόν προήγαγαν σέ ἀνώτερα ἀξιώματα καί τοῦ ἔδωσαν τόν τίτλο τοῦ κόμη καί ὁ Διοκλητιανός τόν ἐκτιμοῦσε πολύ.

Ὁμολογητής
Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου μέχρι τήν ἐποχή πού ἀνέβηκε στόν θρόνο ὁ Διοκλητιανός, τό 283 μ.χ., ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία μεγάλωσε πάρα πολύ, γιατί ἐπικρατοῦσε εἰρήνη. Οἱ Χριστιανοί πῆραν πολλές δημόσιες θέσεις, ἔκτισαν πολλούς καί μεγάλους ναούς, διάφορα σχολεῖα καί ὀργάνωσαν τήν διοίκηση καί τή διαχείριση τῶν ἐκκλησιῶν καί τῆς φιλανθρωπίας.

Ὁ Διοκλητιανός ἀρχικά ἐργάστηκε γιά τήν ὀργάνωση τοῦ κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς γιά βοηθούς του πού τούς ὀνόμασε αὐτοκράτορες καί Καίσσαρες κι ἀφοῦ πέτυχε νά ὑποτάξει τούς ἐχθρούς του κράτους καί νά σταθεροποιήσει τά σύνορά του, στράφηκε στά ἐσωτερικά ζητήματα. Δυστυχῶς, στράφηκε ἐναντίον τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας γιά νά ἀνορθώσει τήν εἰδωλολατρία. Γι’ αὐτό τό λόγο λοιπόν, κάλεσε τούς βοηθούς τοῦ Καίσσαρες τό 303 μ.χ. καί τούς στρατηγούς στήν πρωτεύουσα τοῦ ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους σέ τρεῖς γενικές συγκεντρώσεις. Ἀνάμεσα τούς βρισκότανε καί ὁ 28χρονος Γεώργιος, πού διακρίθηκε πολλές φορές στούς πολέμους.

Συγκεντρώθηκαν λοιπόν ὅλοι, γιά νά πάρουν ἀποφάσεις γιά τήν ἐξόντωση καί τόν ἀφανισμό τῆς Χριστιανικῆς πίστης. Πρῶτος μίλησε ὁ Διοκλητιανός καί ἐπέβαλε σέ ὅλους ν’ ἀναλάβουν τόν ἐξοντωτικό ἀγώνα ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅλοι ὑποσχέθηκαν ὅτι θά καταβάλουν κάθε προσπάθεια, γιά νά ἐξαλείψουν τήν Χριστιανική Θρησκεία ἀπό τό Ρωμαϊκό κράτος. Τότε ὁ γενναῖος Γεώργιος σηκώθηκε καί εἶπε: «Γιατί, βασιλιά καί ἄρχοντες, θέλετε νά χυθεῖ αἷμα δίκαιο καί ἅγιο καί νά ἐξαναγκάσετε τούς Χριστιανούς νά προσκυνοῦν καί νά λατρεύουν τά εἴδωλα»; Καί διακήρυξε τήν ἀλήθεια τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας καί τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ.

Μόλις τελείωσε, ὅλοι συγχυστήκανε μ’ αὐτή τήν ὁμολογία του καί προσπάθησαν νά τόν πείσουν νά μετανοήσει γιά ὅσα εἶπε, καταπραΰνοντας ἔτσι καί τόν Διοκλητιανό. Ἀλλά ὁ Γεώργιος ἦταν σταθερός καί μέ θάρρος διακήρυσσε τήν Χριστιανική του πίστη.

Στή φυλακή
Ὀργισμένος ὁ Διοκλητιανός διέταξε νά τόν κλείσουν στήν φυλακή κά νά τοῦ περισφίγξουν τά πόδια στό ξύλο καί ἀφοῦ τόν ξαπλώσουν ἀνάσκελα, νά βάλουν πάνω στό στῆθος τοῦ μεγάλη καί βαριά πέτρα.

Τό ἄλλο πρωί ὁ Διοκλητιανός διέταξε νά τοῦ παρουσιάσουν τόν Γεώργιο γιά νά τόν ἀνακρίνει . Καί πάλι αὐτός ἔμεινε ἀκλόνητος στήν ὁμολογία του καί παρ’ ὅλες τίς κολακεῖες καί τίς ὑποσχέσεις τοῦ αὐτοκράτορα διακήρυττε τήν πίστη του καί μιλοῦσε γιά τούς οὐράνιους θησαυρούς. Ὁ Διοκλητιανός ὀργίστηκε ἀπό τά λόγια του καί διέταξε τούς δήμιους νά δέσουν τόν Ἅγιο σέ ἕνα μεγάλο τροχό γιά νά κομματιαστεῖ τό σῶμα του. Μάλιστα εἰρωνεύτηκε τήν ἀνδρεία τοῦ Ἁγίου καί τόν κάλεσε νά προσκυνήσει τά εἴδωλα. Ὁ Γεώργιος εὐχαρίστησε τόν Θεό πού τόν ἀξίωνε νά δοκιμαστεῖ καί δέχτηκε μέ εὐχαρίστησε νά ὑποστεῖ τό φοβερό αὐτό μαρτύριο, πού χώριζε σέ μικρά λεπτά κομμάτια ὁλόκληρο τό σῶμα του, ἐπειδή γύρω γύρω ἀπό τόν τροχό ὑπῆρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, πού μοιάζανε μέ μαχαίρια. Πραγματικά μόλις ὁ τροχός κινήθηκε τά κοφτερά σίδερα ἄρχισαν νά κόβουν τό σῶμα του. Τότε ἀκούστηκε μία φωνή ἀπό τόν οὐρανό πού ἔλεγε : «Μή φοβᾶσαι, Γεώργιε, γιατί ἐγώ εἶμαι μαζί σου» καί ἀμέσως ἕνας ἄγγελος ἐλευθέρωσε τόν Ἅγιο, λύνοντας τόν ἀπό τόν τροχό καί θεραπεύτηκε ὅλο τό καταπληγωμένο σῶμα του.

Ὁ Γεώργιος ἀφοῦ ἀπέκτησε τό θαυμάσιο παράστημά του, μέ ὄψη ἀγγελική, παρουσιάστηκε στόν Διοκλητιανό πού εἶχε πάει μέ ἄλλους νά κάνει θυσία. Μόλις τόν εἶδαν ἔμειναν ὅλοι ἔκθαμβοι καί ἀπορημένοι. Μερικοί δέ ἰσχυριζόντουσαν ὅτι εἶναι κάποιος πού τοῦ μοιάζει καί ἄλλοι ὅτι εἶναι φάντασμα. Καθώς ὅμως σχολιάζανε τό γεγονός, ἐμφανίστηκαν μπροστά στόν βασιλιά δυό ἀπό τούς ἀξιωματικούς του, ὁ Πρωτολέοντας καί ὁ Ἀνατόλιος (βλέπε 23 Ἀπριλίου) μέ χίλιους στρατιῶτες καί ὁμολόγησαν τήν πίστη τους στόν Χριστό. Ὁ Διοκλητιανός θύμωσε τόσο πού ἔγινε ἔξαλλος καί διέταξε νά τούς σκοτώσουν, πράγμα πού ἔγινε ἀμέσως.

Ἔπειτα διέταξε νά γεμίσουν ἀμέσως ἕνα λάκκο μέ ἀσβέστη καί νερό καί ἀφοῦ ρίξουν μέσα τόν Γεώργιο, νά τόν ἀφήσουν μέσα τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες ἔτσι πού νά διαλυθοῦν καί τά κόκκαλά του.

Πραγματικά οἱ δήμιοι ρίξανε τόν Ἅγιο στόν ζεματιστό ἀσβέστη καί κλείσανε τό στόμα τοῦ λάκκου. Μετά ἀπό τρεῖς μέρες ὁ Διοκλητιανός ἔστειλε στρατιῶτες νά ἀνοίξουν τό λάκκο. Μέ μεγάλη τους ἔκπληξη ὅμως βρῆκαν τόν Γεώργιο ὄρθιο, μέσα στόν ἀσβέστη καί προσευχόταν. Τό γεγονός ἐντυπωσίασε καί προκάλεσε θαυμασμό καί ἐνθουσιασμό στό λαό, πού φώναζε: «Ὁ Θεός τοῦ Γεωργίου εἶναι μεγάλος». Ὁ Διοκλητιανός ζήτησε ἐξηγήσεις ἀπό τόν Γεώργιο, πού ἔμαθε τίς μαντικές τέχνες καί πώς τίς χρησιμοποιεῖ. Ὁ Γεώργιος τότε τοῦ ἀπάντησε ὅτι τά γεγονότα ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς θείας χάρης καί δύναμης καί ὄχι μαγείας καί γοητείας.

Ὁ Διοκλητιανός ὀργισμένος διέταξε νά τοῦ φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια μέ σιδερένια καρφιά καί τόν ἐξαναγκάσουν νά περπατᾶ. Ὁ Ἅγιος προσευχόταν καί περπατοῦσε χωρίς νά πάθει τίποτα. Πάλι διέταξε νά τόν φυλακίσουν καί σκέφτηκε νά φωνάξει τοῦ ἄρχοντες γιά νά συσκεφτοῦν τί ἔπρεπε νά κάμουν στόν Γεώργιο. Καί ἀφοῦ τόν δείρανε τόσο πολύ μέ μαστίγια καί καταπλήγωσαν ὁλόκληρο τό σῶμα τοῦ Ἁγίου, τόν παρουσίασαν στόν Διοκλητιανό, πού ἔμεινε ἔκπληκτος βλέποντας τόν Γεώργιο νά λάμπει σάν Ἄγγελος. Σκέφτηκε, λοιπόν, ὅτι τό φαινόμενο αὐτό ὀφειλόταν στίς μαγικές του ἱκανότητες. Γι’ αὐτό κάλεσε τόν μάγο Ἀθανάσιο (βλέπε 23 Ἀπριλίου), γιά νά λύσει τά μάγια τοῦ Γεωργίου.

Ἀβλαβής ἀπό τό δηλητήριο
Ἦλθε, λοιπόν ὁ μάγος Ἀθανάσιος, κρατώντας στά χέρια τοῦ δυό πήλινα ἀγγεῖα, ὅπου ὑπῆρχε δηλητήριο. Στό πρῶτο ἀγγεῖο τό δηλητήριο προξενοῦσε τρέλα, ἐνῶ στό δεύτερο τόν θάνατο.

Ἀμέσως ὁδήγησαν τόν Ἅγιο στόν Διοκλητιανό καί στόν μάγο Ἀθανάσιο. Ὁ βασιλιάς διέταξε νά τοῦ δώσουν νά πιεῖ τό πρῶτο δηλητήριο. Ὁ Ἅγιος χωρίς δισταγμό ἤπιε τό δηλητήριο τοῦ πρώτου δοχείου, ἀφοῦ προηγουμένως προσευχήθηκε , λέγοντας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός ἠμῶν, ὁ εἰπῶν κάν θανάσιμον τί πίωτιν, οὐ μή αὐτούς βλάψει, θαυμάστωσον νῦν τά ἐλέη σου». Καί δέν ἔπαθε ἀπολύτως τίποτα!

Μόλις εἶδαν ὅτι δέν ἔπαθε ἀπολύτως τίποτα, ὁ βασιλιάς διέταξε νά τοῦ δώσει ὁ μάγος καί τό δεύτερο ἀγγεῖο. Τό ἤπιε καί αὐτό χωρίς νά πάθει τό παραμικρό. Τότε ὅλοι ἔμειναν ἔκπληκτοι ἀπό αὐτό τό θαῦμα. Ὁ Διοκλητιανός ἐξακολουθοῦσε νά ἐπειμένει ὅτι γιά νά μήν πεθάνει ὁ Γεώργιος εἶχε δικά του μάγια. Ὁ μάγος Ἀθανάσιος πού ἤξερε πόσο δραστικά ἦταν τά δηλητήρια, ἀφοῦ γονάτισε μπροστά στόν μάρτυρα, ὁμολόγησε τήν πίστη του στόν ἀληθινό Θεό. Τότε ὁ Διοκλητιανός διέταξε καί φόνευσαν τόν Ἀθανάσιο ἀμέσως. Ἐκείνη τήν στιγμή ἔφθασε καί ἡ γυναίκα τοῦ Διοκλητιανοῦ Ἀλεξάνδρα (βλέπε 21 Ἀπριλίου), πού ὁμολόγησε τήν πίστη της στόν ἀληθινό Θεό. Καί ὁ σκληρός καί ἄκαρδος Διοκλητιανός διέταξε νά τήν φυλακίσουν καί τήν ἑπομένη νά τῆς κόψουν τό κεφάλι. Ἡ Ἀλεξάνδρα ἐνῶ προσευχόταν στήν φυλακή, παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

Τό μαρτυρικό τέλος τοῦ Ἁγίου
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος κλείστηκε στήν φυλακή καί τήν νύκτα εἶδε στ’ ὄνειρο τοῦ τόν Χριστό, πού τοῦ ἀνάγγειλε ὅτι θά πάρει τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου καί θά ἀξιωθεῖ τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σάν ξημέρωσε διατάχτηκαν οἱ στρατιῶτες ἀπό τόν ὁ Διοκλητιανό νά παρουσιάσουν μπροστά τοῦ τόν Ἅγιο. Πραγματικά ὁ Ἅγιος βάδιζε γεμάτος χαρά πρός τόν βασιλέα, ἐπειδή προγνώριζε ὅτι ἔφτασε τό τέλος του. Μόλις λοιπόν τόν ἀντίκρισε ὁ Διοκλητιανός, τοῦ πρότεινε νά πᾶνε στόν ναό τοῦ Ἀπόλλωνα γιά νά θυσιάσει στό εἴδωλό του. Ὅταν μπῆκε ὁ Ἅγιος στόν ναό, σήκωσε τό χέρι καί ἀφοῦ ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ διέταξε τό εἴδωλο νά πέσει. Ἀμέσως τοῦτο ἔπεσε καί ἔγινε κομμάτια.

Ὁ ἱερέας τῶν εἰδώλων καί ὁ λαός τόσο πολύ θύμωσαν, πού φώναζαν στόν βασιλέα νά θανατώσει τόν Γεώργιο. Ὁ Διοκλητιανός ἔβγαλε διαταγή καί τοῦ ἔκοψε τό κεφάλι.

Ὁ πιστός ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου, Πασικράτης, ἐκτελώντας τήν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου, παρέλαβε τό Ἅγιο λείψανο τοῦ Μάρτυρα μαζί μέ αὐτό τῆς μητέρας τοῦ Ἁγίας Πολυχρονίας (βλέπε 23 Ἀπριλίου) καί τό μετέφερε στή Λύδδα τῆς Παλαιστίνης. Ἀπό ἐκεῖ, ὅπως βεβαιώνουν οἱ πηγές, οἱ Σταυροφόροι πῆραν τά ἱερά λείψανα τῆς Ἁγίας Πολυχρονίας καί τά μετέφεραν στή Δύση.

Κατά τήν Ἐκκλησία μας, ὁ ἔνδοξος αὐτός μεγαλομάρτυρας εἶναι ὁ μαργαρίτης ὁ πολύτιμος, ὁ ἀριστεύς ὁ θεῖος, ὁ λέων ὁ ἔνδοξος, ὁ ἀστήρ ὁ πολύφωτος, τοῦ Χριστοῦ ὁπλίτης, τῆς οὐρανίου στρατιᾶς ὁ συνόμιλος.

Τά θαύματα τοῦ Ἁγίου

1) Ἡ μεταφορά τῆς κολώνας
Μία γυναίκα ἀγόρασε μία κολώνα καί δέν μποροῦσε νά τήν στείλει στήν Ρώμη πού κτιζόταν ἐκεῖ μία ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Εἶδε λοιπόν στό ὄνειρο τῆς τόν Ἅγιο, πού μαζί της σήκωσε τήν κολώνα καί τήν ἔριξαν στήν θάλασσα . Ἡ κολώνα βρέθηκε στήν Ρώμη μέ μία ἐπιγραφή νά τοποθετηθεῖ στό δεξί μέρος τῆς ἐκκλησίας.

2) Σωτηρία ἑνός αἰχμαλώτου στρατιώτη
Στήν Παμφλαγονία τοῦ Πόντου τιμοῦσαν πολύ τόν Ἅγιο καί μάλιστα εἶχαν κτιστεῖ πρός τιμή τοῦ πολλοί ναοί. Ὅλοι τιμοῦσαν τόν Ἅγιο τόσο ὥστε κάθε οἰκογένεια νά δίνει τό ὄνομα τοῦ σ’ ἕνα ἀπό τά ἀρσενικά παιδιά της. Τοῦτο συνέβη καί σέ μία εὐσεβῆ οἰκογένεια. Μεγάλωσε τό παιδί της πού ἦταν φρόνιμο, ἠθικό, συνετό, καί ὅταν ἔγινε εἴκοσι χρόνων τόν κάλεσαν στό στρατό. Στίς μάχες πού ἔγιναν ἐναντίον τῶν βαρβάρων πολλοί Χριστιανοί μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ νεαρός Γεώργιος, ἔπεσαν σέ ἐνέδρα, καί ἀπό αὐτούς ἄλλους ἔσφαξαν, ἄλλους ἔκαμαν ὑπηρέτες καί ἄλλους πώλησαν δούλους. Ὁ Γεώργιος ἔγινε ὑπηρέτης κάποιου ἀξιωματικοῦ, πού τόν ἐκτίμησε πολύ.

Οἱ γονεῖς τοῦ Γεωργίου γιά ἕνα ὁλόκληρο χρόνο πενθοῦσαν καί ἔκλαιγαν ἀπαρηγόρητοι γιά τό χαμένο τούς παιδί. Καθημερινά πήγαιναν στήν ἐκκλησία καί γονατιστοί παρακαλοῦσαν θερμά τόν Θεό νά τούς φανερώσει τί ἀπέγινε τό ἀγαπημένο τούς παιδί.

Ἀλλά καί ὁ Γεώργιος ἀπό τήν ἐξορία τοῦ προσευχόταν στόν Θεό νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν σκλαβιά καί νά τόν ἀξιώσει νά συναντηθεῖ μέ τούς ἀγαπημένους τοῦ γονεῖς. Πέρασε λοιπόν ἕνας χρόνος ἀπό τότε πού ἐξαφανίστηκε. Ἔφθασε μάλιστα καί ἡ γιορτή τοῦ Ἁγίου καί οἱ γονεῖς, πού πάντα εἶχαν τήν ἐλπίδα ὅτι τό παιδί τούς ζεῖ, κάλεσαν τούς συγγενεῖς τους γιά δεῖπνο.

Ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ ἀξιωματικός του Γεωργίου τοῦ ζήτησε νά τοῦ πλύνει τά πόδια πρίν ἀπό τό φαγητό καί γι’ αὐτό ὁ Γεώργιος πῆγε νά ζεστάνει νερό. Ὅλη τήν ἡμέρα ὁ Γεώργιος ἔκλαιγε καί παρακαλοῦσε τόν Ἅγιό του πού γιόρταζε νά τόν ἐλευθερώσει καί νά τόν ὁδηγήσει κοντά στούς γονεῖς του. Μόλις τό νερό ἔβρασε καί τό ἑτοίμασε γιά τόν ἀφέντη του, παρουσιάστηκε μπροστά τοῦ ὁ Ἅγιος ἔφιππος σ’ ἕνα ἄσπρο ἄλογο καί ἀφοῦ ἀνέβασε τόν νέο σ’ αὐτό ἀμέσως, τόν ἔφερε στό σπίτι τοῦ τήν ὥρα πού βρίσκονταν ὅλοι οἱ καλεσμένοι στό τραπέζι. Ἔμειναν ὅλοι τότε ἔκθαμβοι καί ὅταν ἐκεῖνος τούς ἀφηγήθηκε τό θαῦμα μέ κάθε λεπτομέρεια, ὅλοι γεμάτοι χαρά δόξασαν τό Θεό.

3) Ἡ ἐπιστροφή τοῦ γιοῦ τῆς χήρας
Στήν Μυτιλήνη ἦλθαν πειρατές ἀπό τήν Κρήτη γιά νά κλέψουν, λεηλατήσουν καί αἰχμαλωτίσουν ὅσο τό δυνατό περισσότερους μποροῦσαν. Σκέφθηκαν, λοιπόν, νά κάνουν τήν ἐπιδρομή τούς τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, πού ὅλοι θά βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στήν ἐκκλησία. Πραγματικά οἱ κουρσάροι ἔκαναν τήν ἐπίθεσή τους καί μεταξύ αὐτῶν πού αἰχμαλώτισαν ἦταν καί ἕνας πολύ ὡραῖος νέος, ὁ γιός μίας πλούσιας χήρας. Οἱ κουρσάροι τόν χάρισαν στόν Ἀμιρᾶν τῆς Κρήτης πού τόν ἔβαλε ὑπηρέτη τῆς τράπεζάς του.

Ἡ μάνα του ἀπό τήν στιγμή πού χάθηκε ὁ γιός τῆς ἔκλαιγε καί παρακαλοῦσε τόν Θεό καί τόν Ἅγιο νά τῆς φανερώσει τό χαμένο τῆς παιδί. Ὁ Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος δέν βράδυνε νά ἐκπληρώσει τόν πόνο τῆς πονεμένης μάνας. Καί ἐνῶ ὁ νέος ἑτοιμαζόταν νά προσφέρει κρασί στόν Ἀμιρᾶν, ὁ Ἅγιος Γεώργιος τόν ἅρπαξε καί τό μετέφερε στήν μάνα του. Καί οἱ δυό δέν πίστευαν στά μάτια τους. Ὅταν συνῆλθαν δόξαζαν τόν Θεό καί τόν Ἅγιο γιά τόν παράξενο τρόπο τῆς ἀπελευθέρωσης.

4) Εὐεργέτης, ἀλλά καί τιμωρός
Στήν Παμφλαγονία ὑπῆρχε ἕνας μεγάλος ναός πρός τιμή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καί στήν πλατεία τοῦ ναοῦ τά παιδιά ἔπαιζαν διάφορα παιχνίδια. Ἕνα ἀπό τά παιδιά αὐτά δέν μποροῦσε νά νικήσει σέ κανένα ἀπό τά πολλά ἀγωνίσματα, γι’ αὐτό τά ἄλλα τό εἰρωνεύονταν καί τό περιγελοῦσαν. Τότε στράφηκε πρός τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί τόν παρακάλεσε νά τό βοηθήσει νά νικήσει καί ὑποσχέθηκε ὅτι θά τοῦ προσφέρει ἕνα σφουγγάτο, δηλαδή φαγητό ἀπό αὐγά τηγανισμένα μέ κρεμμύδια καί μυρωδικά.

Μόλις ἔκανε τό τάξιμο ἄρχισε νά παλεύει μέ τά ἄλλα παιδιά πού τά νίκησε. Ἀμέσως πῆγε στό σπίτι του καί μόνος του ἐφτίαξε τό σφουγγάτο καί τό ἔβαλε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Ὕστερα ἀπό λίγη ὥρα ἔφθασαν ἐκεῖ τρεῖς νέοι γιά νά προσκυνήσουν καί μόλις εἶδαν τό σφουγγάτο σκέφτηκαν νά τό φάνε. Καί εἶπαν μεταξύ τους: «Τί τά θέλει αὐτά ὁ Ἅγιος; Μήπως πρόκειται νά τά φάει;» Ἐκάθησαν, λοιπόν, καί ἔφαγαν τοῦ σφουγγάτο στά σκαλοπάτια τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν θέλησαν νά φύγουν δέν μποροῦσαν νά σηκωθοῦν, γιατί εἶχαν κολλήσει στά μαρμάρινα σκαλοπάτια. Ἔκαμαν τότε φτηνά τάματα στόν Ἅγιο γιά νά ξεκολλήσουν, ἀλλά τίποτα. Ὅταν ἔκαμαν ἀκριβό τάμα, νά δώσει ὁ καθένας ἀπό ἕνα φλωρί, τότε μόνο μπόρεσαν νά ξεκολλήσουν καί ν’ ἀπελευθερωθοῦν. Μόλις βγῆκαν ἀπό τήν ἐκκλησία καί πῆραν θάρρος, εἶπαν πρός τόν Ἅγιο: «Ἅγιε Γεώργιε, τά σφουγγάτα σου εἶναι πολύ ἀκριβά, γι’ αὐτό καί ἐμεῖς δέν θά ξαναγοράσουμε τίποτα ἀπό ἐσένα».

5) Τιμωρία τοῦ Σαρακηνοῦ
Κάποιος Σαρακηνός ταξιδιώτης (ἀνεψιός τοῦ βασιλιᾶ τῆς Συρίας), σάν εἶδε τήν θαυμάσια ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, διέταξε τούς ὑπηρέτες του νά μεταφέρουν τίς ἀποσκευές τους καί νά τίς βάλουν στό νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας, ἐπειδή θά ἔμεναν ἐκεῖ γιά νά ξεκουραστοῦν καί ὕστερα νά συνέχιζαν τό δρόμο τους. Ὅμως ἀπαίτησε νά βάλουν καί τίς δώδεκα καμῆλες μέσα στήν ἐκκλησία. Οἱ ἱερεῖς τῆς ἐκκλησίας τόν παρακάλεσαν νά μήν βεβηλώσει τήν ἐκκλησία τους. Ἀλλά αὐτός ἐπέμενε καί ἀνέβηκε σ’ ἕνα ψηλό σημεῖο τοῦ ναοῦ γιά νά τίς παρακολουθεῖ. Ὅταν τίς ὁδήγησαν λοιπόν στήν ἐκκλησία, ἀμέσως πέθαναν ὅλες. Τότε τό θαῦμα διαδόθηκε , ὁ δέ Σαρακηνός ἐντυπωσιάσθηκε καί ζήτησε νά τίς βγάλουν ἔξω καί νά τίς θάψουν. Ἔμεινε στήν ἐκκλησία μέχρι τό πρωί πού ἦλθε ὁ ἱερέας γιά νά λειτουργήσει. Στή διάρκεια τῆς λειτουργίας, τήν ὥρα τῆς μετουσίωσης τῶν τιμίων δώρων, ὁ Σαρακηνός εἶδε ὅραμα ὅτι ὁ ἱερέας ἀφοῦ πῆρε στά χέρια τοῦ ἕνα μικρό παιδί, τό ἔσφαξε καί τό αἷμα τοῦ χύθηκε στό Ἅγιο ποτήρι, καί τό σῶμα τοῦ ἀφοῦ τό ἔκοψε σέ μικρά κομμάτια τό ἔβαλε στό ἱερό δίσκο. Ὅταν τελείωσε τό κοινωνικό καί εἶδε ὁ Σαρακηνός τόν ἱερέα νά μεταδίδει στό λαό τίς σάρκες καί τό αἷμα τοῦ παιδιοῦ, θύμωσε πολύ. Ὕστερα ἀπό αὐτό ζήτησε νά μάθει λεπτομέρειες καί νά πάρει ἐξηγήσεις. Ὁ ἱερέας τοῦ ἐξήγησε σχετικά μέ τήν θεία εὐχαριστία, καί ἀκόμα τοῦ εἶπε ὅτι ἀξιώθηκε νά δεῖ ἕνα ὅραμα πού μόνο οἱ μεγάλοι πατέρες εἶδαν. «Ἐγώ – τοῦ λέει ὁ ἱερέας – δέν ἀξιώθηκα ποτέ νά δῶ τό φρικτό αὐτό Μυστήριο καί μόνο ἄρτο καί κρασί βλέπω». Ἐξήγησε κατόπιν στόν Ἄρχοντα Σαρακηνό τό θαυμαστό μυστήριο. Τότε ὁ Σαρακηνός θέλησε νά βαπτισθεῖ γιατί πίστεψε ὅτι ἡ Χριστιανική πίστη ἦταν ἡ πιό ἀληθινή. Ὁ ἱερέας τότε τοῦ εἶπε νά πάει στά Ἱεροσόλυμα νά βαπτισθεῖ, γιατί ὅταν θά τό μάθαινε ὁ θεῖος του , πού ἦταν βασιλιάς τῆς Συρίας, θά τόν σκότωνε καί θά ἄρχιζε φοβερό διωγμό ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι λοιπόν ὁ Σαρακηνός πῆγε στά Ἱεροσόλυμα ὅπου ὑπῆρχε ἄλλος ἡγεμόνας καί βαπτίστηκε ἀπό τόν Πατριάρχη. Ὕστερα μάλιστα ἀπό λίγες μέρες συμβουλεύτηκε τόν Πατριάρχη τί ἔπρεπε νά κάνει γιά νά σωθεῖ. Τότε ὁ Πατριάρχης τόν συμβούλευσε νά γίνει μοναχός στό ὅρος Σινά. Καί πραγματικά ἔτσι ἔγινε.

Ὕστερα ἀπό τρία χρόνια πῆρε ἄδεια ἀπό τόν ἡγούμενό του καί ἔφυγε γιά νά συναντήσει τόν ἱερέα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου πού τόν εἶχε συμβουλεύσει νά βαπτισθεῖ. Ὅταν ἔφτασε ἐκεῖ ὁ ἱερέας δέν τόν ἀναγνώρισε. Ἀφοῦ τοῦ ἀποκάλυψε ποιός ἦταν, τοῦ ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία του νά δεῖ τόν Χριστό. Ὁ ἱερέας δόξασε τόν Θεό καί τοῦ εἶπε: «πήγαινε παιδί μου στόν θεῖο σου Ἀμιρᾶν καί ὁμολόγησε τήν πίστη σου τόσο σ’ αὐτόν ὅσο καί σ’ ἄλλους Σαρακηνούς». Ὁ μοναχός σάν τά ἄκουσε αὐτά συγκινήθηκε καί ξεκίνησε ἀμέσως νά πάει στήν πόλη, ὅπου ὁ θεῖος τοῦ ἦταν ἄρχοντας. Ὅταν ἔφτασε ἐκεῖ, περίμενε νά νυχτώσει καί ἀνέβηκε στόν μιναρέ τοῦ τζαμιοῦ καί ἄρχισε νά φωνάζει: «Τρέξτε ἐδῶ Σαρακηνοί, διότι θέλω νά σᾶς μιλήσω». Τότε οἱ Σαρακηνοί ἔτρεξαν μέ λαμπάδες καί ὅταν εἶδαν τόν μοναχό, ρώτησαν τί εἶχε νά τούς πεῖ. Ὁ μοναχός τους εἶπε: «Μέ ρωτᾶτε τί ἔχω νά σᾶς πῶ; Λοιπόν σας ρωτῶ: Ποῦ εἶναι ὁ ἀνεψιός τοῦ Ἀμιρᾶν, ποῦ ἔφυγε κρυφά;» Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν. «Ἄν μας πεῖς πού βρίσκεται θά σοῦ δώσουμε ὅσα λεφτά θέλεις». Ὁ μοναχός τους εἶπε: «Ὁδηγῆστε μέ στόν Ἀμιρᾶν γιά νά σᾶς τό πῶ».

Ἀφοῦ ἅρπαξαν τόν μοναχό, τόν ὁδήγησαν μέ μεγάλη χαρά στόν Ἀμιρᾶν. «Αὐτός ὁ μοναχός γνωρίζει πού εἶναι ὁ ἀνιψιός σου», τοῦ εἴπανε. Ὁ Ἀμιράς τότε ρώτησε ἄν στ’ ἀλήθεια ξέρει πού βρίσκεται. «Ἐγώ ὁ ἴδιος εἶμαι. Ὅμως τώρα εἶμαι Χριστιανός καί πιστεύω στόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο πνεῦμα, τή μία θεότητα καί ὁμολογῶ ὅτι ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε ἀπό τήν παρθένο Μαρία καί ἔκαμε στόν κόσμο μεγάλα θαυμάσια καί ἀφοῦ σταυρώθηκε καί πῆγε στούς οὐρανούς καί κάθισε στά δεξιά του Θεοῦ καί Πατέρα, πρόκειται νά ἔλθει ξανά γιά νά κρίνει ζωντανούς καί πεθαμένους». Μόλις ἄκουσε αὐτά ὁ θεῖος τοῦ Ἀμιράς τοῦπε: «Τί ἔπαθες, ταλαίπωρέ μου, νά ἀφήσεις τό σπίτι σου , τά πλούτη σου, τή δόξα σου καί νά περπατᾶς περιφρονημένος σάν ζητιάνος; Ἐπίστρεψε λοιπόν στήν θρησκεία σου καί παραδέξου σάν προφήτη σου τόν Μωάμεθ γιά νά ἐπανέλθεις ξανά στήν προηγούμενή σου κατάσταση». Ὁ μοναχός τότε τοῦ εἶπε: «Ὅσα καλά εἶχα πού ἤμουν Σαρακηνός, ἦταν μερίδα τοῦ διαβόλου. Αὐτό τό τρίχινο φόρεμά μου εἶναι τό καύχημα καί ὁ πλοῦτος μου. Τό Μωάμεθ πού σας πλάνεψε καί τή θρησκεία του, ἀποστρέφομαι ἐντελῶς».

Σάν τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ἀμιράς εἶπε πρός τούς Σαρακηνούς πού παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἀνεψιός τοῦ ἔχασε τά λογικά του καί νά τόν διώξουν. Αὐτό βέβαια τό ἔκαμε γιά νά τόν γλιτώσει ἀπό τό νόμο πού προέβλεπε θανατική ποινή στούς ὑβριστές τῆς θρησκείας. Ἐκεῖνοι μόλις ἄκουσαν τόν Ἀμιρᾶν εἶπαν: «Ἀφήνεις ἐλεύθερο αὐτόν πού ὕβρισε τόν προφήτη καί τήν θρησκεία μας; Ἄς ἀρνηθοῦμε καί ἐμεῖς λοιπόν τήν θρησκεία μας καί ἄς γίνουμε Χριστιανοί». Ὁ Ἀμιράς ἐπειδή φοβήθηκε τόν ὄχλο μήπως ἐξαγριωθεῖ περισσότερο, ἔδωκε τήν ἄδεια νά τόν κάμουν ὅτι θέλουν. Ἐκεῖνοι τόν ἅρπαξαν, τρίζοντας τά δόντια ἀπό τήν λύσσα καί ἀφοῦ τόν ὁδήγησαν ἔξω ἀπό τήν πόλη, τόν λιθοβόλησαν ἐνῶ ἐκεῖνος προσευχόταν κι εὐχαριστοῦσε τόν Θεό, γιατί τόν ἀξίωνε νά μαρτυρήσει γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας. Αὐτό ἦταν τό τέλος τοῦ θαρραλέου ὁμολογητῆ Σαρακινοῦ.

Κάθε νύχτα πάνω ἀπό τόν σωρό ἀπό τίς πέτρες , φαινόταν ἕνα ἄστρο λαμπρό πού φώτιζε τόν κόσμο ἐκεῖνο. Οἱ Σαρακηνοί μάλιστα θαύμασαν τό γεγονός. Ὕστερα ἀπό ἀρκετό καιρό ὁ Ἀμιράς ἔδωσε ἄδεια στούς Χριστιανούς νά βγάλουν τό Ἅγιο λείψανο τοῦ μάρτυρα ἀπό τίς πέτρες γιά νά τό θάψουν. Ὅταν λοιπόν σήκωσαν τίς πέτρες, βρῆκαν τό λείψανο «σῶον καί ἀβλαβές» καί ἀνάδιδε εὐωδία. Ἀφοῦ τό προσκύνησαν μέ εὐλάβεια, τό ἐνταφίασαν μέ ὕμνους καί ψαλμωδίες στόν Κύριο.

6) Ἡ κόρη τοῦ βασιλιᾶ γλιτώνει ἀπό τόν δράκοντα
Στήν Ἀνατολική ἐπαρχία τῆς Ἀττάλειας καί στήν πόλη Ἀλαγία βασίλευε κάποιος Σέλβιος πού ἦταν πολύ Χριστιανομάχος. Εἶχε βασανίσει πολλούς Χριστιανούς γιά ν’ ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους καί ἔπειτα τούς φόνευε.

Κοντά στήν πόλη ὑπῆρχε ἕνας δράκοντας φοβερός πού καθημερινά ἅρπαζε ἀνθρώπους ἤ ζῶα καί τά κατάτρωγε. Οἱ κάτοικοι εἶχαν πανικοβληθεῖ καί ἀπόφευγαν νά περνοῦν ἀπό ἐκεῖ. Κάποτε ὁ βασιλιάς συγκέντρωσε στρατό καί πῆγε γιά νά σκοτώσει τό ἄγριο θηρίο. Ὅμως δέν πέτυχε καί ἐπέστρεψε ἄπρακτος.

Ὅταν εἶδαν οἱ κάτοικοι ὅτι ὁ βασιλιάς ἀπέτυχε νά σκοτώσει τόν δράκοντα πῆγαν νά τόν ρωτήσουν γιατί δέν μπόρεσε νά βρεῖ τρόπους νά ἐξοντώσει τό θηρίο. Τότε ὁ βασιλιάς ὕστερα ἀπό συμβουλή πού τοῦ ἔδωσαν οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, εἶπε στό πλῆθος: «Γνωρίζετε ὅτι ἐπιχειρήσαμε ἀρκετές φορές νά σκοτώσουμε τό θηρίο καί δέν τό κατορθώσαμε, γιατί ἔτσι ἦταν τό θέλημα τῶν Θεῶν. Τώρα λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τους, θά πρέπει ὁ καθένας μας νά στέλλει τό παιδί του γιά νά τό τρώει ὁ δράκοντας. Ἀκόμα καί ἐγώ θά στείλω τήν μοναδική μου κόρη, ὅταν ἔλθει ἡ σειρά της». Ἔτσι, λοιπόν, ὁ λαός ὑπάκουσε στήν διαταγή τοῦ βασιλιᾶ γιατί δέν μποροῦσε νά κάνει ἀλλιώτικα. Ἔστελναν, δηλαδή τά παιδιά τους μέ δάκρυα καί μέ θρήνους νά καταβροχθίζονται ἀπό τό θηρίο.

Ὅταν ἦλθε καί ἡ σειρά τῆς κόρης τοῦ βασιλιᾶ, ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ὁ βασιλιάς κτυποῦσε τό στῆθος του καί τό πρόσωπό του, τραβοῦσε τά γένια του καί μέ λυγμούς ἔλεγε: «Ἀλίμονο σέ μένα τόν ταλαίπωρο! Τί νά πρωτοκλάψω γλυκό μου παιδί; Τό χωρισμό μας ἤ τόν ξαφνικό σου θάνατο ποῦ θά δῶ σέ λίγο; Τί νά πρωτοθρηνήσω, ἀγαπημένο μου παιδί, τό κάλλος σου ἤ τόν τρόμο, ποῦ σέ λίγο θά νοιώσεις σάν σέ κατασπαράζει τό θηρίο; Ἀλίμονο, κόρη μου, πού ἔλαμπες σάν πολύφωτη λαμπάδα στό παλάτι μου καί περίμενα τήν ὥρα πού θά γιόρταζα τούς γάμους σου. Ποῦ θά βρῶ πιά παρηγοριά καί πῶς θά ζήσω μακριά σου; Τί τήν θέλω τήν ζωή καί τά παλάτια χωρίς ἐσένα;» Αὐτά ἔλεγε ὁ ἀπαρηγόρητος βασιλιάς. Ἔπειτα γύρισε πρός τό πλῆθος καί εἶπε: «Ἀγαπητοί μου φίλοι καί ἄρχοντες, σᾶς ζητῶ νά μέ συμπονέσετε. Σᾶς προσφέρω πλούτη ὅσα θέλετε καί ἀκόμα τήν βασιλεία μου, ἀλλά νά μοῦ κάνετε μία χάρη. Νά μοῦ χαρίσετε τό μονάκριβο παιδί, ἀλλιώτικα ἀφῆστε καί ἐμένα νά πάω μαζί της». Κανένας ὅμως δέν συγκινήθηκε ἀπό τά λόγια του βασιλεία, γιατί αὐτός ἦταν πού ἔβγαλε τήν διαταγή, γιά νά βρίσκουν τά παιδιά τοῦ τέτοιο οἰκτρό τέλος. Ἔτσι μέ μία φωνή ὅλοι του εἶπαν, ὅτι ἔπρεπε νά ἐφαρμοστεῖ καί στό παιδί του ἡ διαταγή του.

Σάν δέν μποροῦσε νά κάνει διαφορετικά ὁ βασιλιάς, τήν συνόδευσε μέχρι τήν πύλη τῆς πόλης. Ἀφοῦ τήν ἀγκάλιασε καί τήν φίλησε, τήν παρέδωσε στούς ἀνθρώπους γιά νά τήν ὁδηγήσει στήν λίμνη. Πραγματικά οἱ ἄνθρωποι τήν ἄφησαν καί ἔφυγαν. Ὁ λαός ἔβλεπε μέσα ἀπό τά τείχη τήν κόρη πού καθόταν κοντά στήν λίμνη καί περίμενε νά ἔλθει τό θηρίο γιά νά τήν κατασπαράξει.

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ μέγας Γεώργιος, πού δέν εἶχε ἀκόμη ὁμολογήσει τήν Χριστιανική του πίστη, ἦταν κόμης καί ἀρχηγός στρατιωτικῆς μονάδας στό στράτευμα τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ἐπέστρεφε μάλιστα στήν Καππαδοκία ἀπό μία ἐκστρατεία πού ἔκανε μαζί μέ τόν Διοκλητιανό. Ἀπό Θεοῦ θέλημα πέρασε καί ἀπό τήν λίμνη καί ὅταν εἶδε τό νερό, θέλησε νά ποτίσει τό ἄλογό του καί νά ξεκουραστεῖ καί ὁ ἴδιος. Ὅταν εἶδε τήν κόρη νά κλαίει ἀσταμάτητα καί νά διακατέχεται ἀπό ἀγωνία καί τρόμο, τήν πλησίασε καί τήν ρώτησε γιατί ἔκλεγε καί ἀκόμη ποιός ἦταν ὁ λόγος πού τήν παρακολουθοῦσε ὁ λαός μέσα ἀπό τά τείχη. Ἡ κόρη τοῦ εἶπε ὅτι ἀδυνατοῦσε νά τοῦ διηγηθεῖ τά ὅσα συνέβησαν καί τά ὅσα ἐπρόκειτο νά συμβοῦν καί τόν παρακάλεσε νά καβαλήσει τό ἄλογό του καί νά φύγει, ὅσο πιό γρήγορα μποροῦσε γιατί κινδύνευε νά χάσει τήν ζωή του καί ἦταν τόσο νέος καί ὡραῖος. Ὁ Ἅγιος ἐπέμενε νά μάθει τί τῆς συνέβηκε. Καί αὐτή τοῦ εἶπε: «Εἶναι μεγάλη ἡ ἀφήγηση, κύριέ μου, καί δέν μπορῶ νά σοῦ τά ἀφηγηθῶ ὅλα μέ λεπτομέρειες. Μόνο σου λέγω καί σέ παρακαλῶ νά φύγεις τώρα ἀμέσως γιά νά μήν πεθάνεις ἄδικα μαζί μου». Καί ὁ Ἅγιος της εἶπε: «Πές μου τήν ἀλήθεια, γιατί κάθεσαι ἐδῶ καί ὁρκίζομαι στόν Θεό, πού πιστεύω ἐγώ , ὅτι δέν θά σέ ἀφήσω μόνη, ἀλλά θά σέ ἐλευθερώσω ἀπό τόν θάνατο, ἀλλιώτικα θά πεθάνω καί ἐγώ μαζί σου».

Τότε ἡ κόρη ἀναστέναξε πικρά καί διηγήθηκε στόν Ἅγιο τά ὅσα συνέβησαν. Ἀφοῦ ἄκουσε ἐκεῖνος τά γεγονότα, ρώτησε τήν κόρη: «Σέ ποιό Θεό πιστεύουν ὁ πατέρας σου καί ἡ μητέρα σου καί ὁ λαός;» Καί ἐκείνη τοῦ ἀποκρίθηκε: «Πιστεύουν στόν Ἡρακλῆ καί στήν μεγάλη θεά Ἄρτεμη». Ὁ ἅγιος τότε τῆς εἶπε: «Ἀπό σήμερα νά μήν φοβᾶσαι οὔτε καί νά κλαῖς. Μόνο πίστεψε στόν Χριστό, πού πιστεύω ἐγώ, καί θά δεῖς τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ μου». Ἡ βασιλοπούλα ἀπάντησε στόν Ἅγιο: «Πιστεύω, κύριέ μου, μ’ ὅλη μου τήν ψυχή καί μ’ ὅλη μου τήν καρδιά». Ὁ Ἅγιος συνέχισε: «Ἔχε θάρρος στόν Θεό πού δημιούργησε τόν οὐρανό καί τήν γῆ καί τήν θάλασσα διότι ὁ Χριστός πρόκειται νά καταργήσει τήν δύναμη τοῦ θηρίου καί θά ἐλευθερωθοῦν καί ἀκόμα θά διώξουν τόν φόβο τοῦ θηρίου ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου αὐτοῦ. Μεῖνε, λοιπόν, ἐδῶ καί μόλις δεῖς τό θηρίο νά ἔρχεται, φώναξέ μου».

Τότε ὁ Ἅγιος ἔκλεινε τά γόνατά του στή γῆ καί ἀφοῦ σήκωσε τά χέρια τοῦ πρός τόν οὐρανό προσευχήθηκε καί εἶπε: «Ὁ Θεός ὁ Μεγάλος καί Δυνατός πού κάθεται πάνω στά χερουβίμ καί ἐπιβλέπει ἀβύσσους, πού εἶναι εὐλογητός καί ὑπάρχει στούς αἰῶνες, σύ γνωρίζεις ὅτι οἱ καρδίες εἶναι μάταιες, Σύ φιλάνθρωπε Δεσπότη καί κύριε ἐπίβλεψε καί τώρα σέ μένα τόν ταπεινό καί ἀνάξιο δοῦλο σου καί φανέρωσέ μου τά ἐλέη σου. Κάνε νά ὑποτάξω τό φοβερό αὐτό Θηρίο γιά νά γνωρίσουν ὅλοι ὅτι ὑπάρχεις μαζί μου καί ὅτι εἶσαι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός». Τότε ἀκούστηκε φωνή ἀπό τόν οὐρανό πού τοῦ εἶπε. «Εἰσακούστηκε ἡ δέησή σου Γεώργιε, καί κάνε ὅπως θέλεις, διότι ἐγώ θά εἶμαι πάντοτε μαζί σου». Μόλις τελείωσε τήν προσευχή τοῦ ὁ Ἅγιος, φάνηκε τό ἄγριο θηρίο. Ὅταν τό εἶδε ἡ κόρη φώναξε: «Ἀλλοίμονό μου , κύριέ μου! Ἔρχεται τό θηρίο γιά νά μέ κατασπαράξει».

Τότε ὁ Ἅγιος ἔτρεξε γιά νά συναντήσει τό θηρίο. Ἦταν τό θηρίο φοβερό. Ἔβγαζε ἀπό τά μάτια τοῦ φωτιά καί ἦταν τόσο ἐξαγριωμένο καί ἀπαίσιο πού παρουσίαζε θέαμα τρομερό. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔκανε τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί εἶπε: «Κύριε ὁ Θεός μου, ἡμέρεψε γιά χάρη μου, πού εἶμαι δοῦλος σου, τό θηρίο αὐτό γιά νά πιστέψει ὁ λαός στό ὄνομά Σου τό Ἅγιο» . Ἔτσι καί ἔγινε. Ὁ φοβερός δράκοντας μέ τά μεγάλα δόντια ἔπεσε στά πόδια τοῦ ἀλόγου τοῦ Ἁγίου καί βρυχούταν. Μόλις ἡ βασιλοπούλα εἶδε τό θέαμα, ἔνοιωσε χαρά μεγάλη. Καί ὁ Ἅγιος της εἶπε: «Βγάλε τήν ζώνη σου καί δέσε μέ αὐτή τόν δράκοντα ἀπό τόν λαιμό». Ἀμέσως τότε ἡ κόρη ἄφοβα ἔβγαλε τήν ζώνη της καί ἔδεσε τό δράκοντα, καί εὐχαριστοῦσε τόν Ἅγιο πού τήν γλίτωσε ἀπό τόν βέβαιο θάνατο. Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἀνέβηκε στό ἄλογό του, εἶπε πρός τήν βασιλοπούλα: «Σύρε τόν δράκοντα μέ τήν ζώνη σου μέχρι τήν πόλη».

Ὅταν εἶδαν οἱ κάτοικοι τό παράξενο θέαμα, τήν κόρη δηλαδή νά σέρνει δεμένο τόν δράκοντα, τράπηκαν σέ φυγή. «Μή φοβάσθε, σταθεῖτε καί θά δεῖτε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν σωτηρία σας» τούς εἶπε ὁ Ἅγιος. Τότε σταμάτησαν ὅλοι ἀπορημένοι καί περίμεναν νά δοῦν τί θά τούς δείξει. Τούς προέτρεψε λοιπόν, νά πιστέψουν στόν ἀληθινό Θεό καί αὐτοί δέχτηκαν μέ χαρά. Ἀφοῦ σήκωσε τό χέρι τοῦ κτύπησε μέ τό ἀκόντιο τόν δράκοντα καί τό φοβερό τέρας σκοτώθηκε. Ἔπειτα ἀφοῦ πῆρε ἀπό τό χέρι τήν βασιλοπούλα, τήν παρέδωσε στόν βασιλιά. Ὅλοι ἔνοιωσαν μεγάλη καί ἀνέκφραστη χαρά καί ἀφοῦ γονάτισαν, καταφιλοῦσαν τά πόδια τοῦ Ἁγίου καί εὐχαριστοῦσαν τόν Πανάγαθο Θεό, διότι τούς ἐλευθέρωσε ἀπό τό Θηρίο κι ἔτσι σταμάτησε ἡ θυσία τῶν παιδιῶν τους.

Ὁ Ἅγιος κάλεσε ἀπό κάποια πόλη τῆς Ἀντιόχειας τόν ἐπίσκοπο Ἀλέξανδρο καί βάπτισε τόν βασιλιά καί τούς ἄρχοντες καί ὅλο τό λαό. Μέσα σέ δεκαπέντε μέρες βάπτισε σαράντα πέντε χιλιάδες.

Ἀφοῦ λοιπόν βαπτίστηκαν ὅλοι καί ἔγινε μεγάλη χαρά στή γῆ καί στόν οὐρανό, ἔκτισαν καί μία μεγάλη ἐκκλησία στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος πῆγε νά τήν δεῖ. Μόλις μπῆκε στό Ἅγιο βῆμα καί προσευχήθηκε, βγῆκε πηγή ἁγιάσματος καί σκορπίστηκε εὐωδία στόν ναό. Ἡ πηγή αὐτή σώζετε μέχρι σήμερα.

Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε τόν βασιλιά καί τό λαό, ἔφυγε γιά τήν πατρίδα τοῦ τήν Καππαδοκία. Στό δρόμο τοῦ συνάντησε τό διάβολο μετασχηματισμένο σέ μορφή ἀνθρώπου. Κρατοῦσε δυό ραβδιά στά ὁποῖα στηριζόταν σάν γέρος. Φαινόταν μάλιστα σάν νικημένος καί καταφρονημένος στρατιώτης. Εἶπε, λοιπόν μέ ταπείνωση στόν Ἅγιο: «Χαῖρε Γεώργιε». Ὁ Ἅγιος ἀμέσως κατάλαβε ὅτι ἦταν ὁ διάβολος καί τοῦ εἶπε: «Ποιός εἶσαι καί πῶς μέ ξέρεις; Ἄν δέν ἤσουνα ὁ πονηρός διάβολος δέν θά μποροῦσες νά μέ ξέρεις, ἀφοῦ ποτέ ξανά δέν μέ ἔχεις δεῖ». Ὁ διάβολος ἀπάντησε: «Πώς τολμᾶς νά ὑβρίζεις τοῦ ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ καί ρωτᾶς ποιός εἶμαι ἐγώ; Μάθε νά μιλᾶς καλά». Ὁ Ἅγιος τότε ἀποκρίθηκε: «Ἄν εἶναι ἔτσι ὅπως μου τά λές καί εἶσαι Ἄγγελος, ἀκολούθησε μέ. Ἄν ὅμως εἶσαι πνεῦμα πονηρό, νά μήν μετακινηθεῖς ἀπό τήν θέση σου». Μόλις τελείωσε τό λόγο τοῦ αὐτό ὁ Ἅγιος, ὁ διάβολος βρέθηκε δεμένος καί φώναξε δυνατά: «Ἀλλοίμονό μου! Τί κακή ὥρα ἦταν αὐτή πού σέ συνάντησα! Τί κακό ἔπαθα νά πέσω στά χέρια σου ὁ ταλαίπωρος!».

Ὁ Ἅγιος βεβαιώθηκε ὅτι ἦταν πνεῦμα πονηρό καί τοῦ εἶπε: «Σέ ὁρκίζω στό Θεό νά μοῦ πεῖς τί ἐπρόκειτο νά μοῦ κάνεις». Καί ὁ δαίμονας εἶπε: «Ἐγώ, Γεώργιε, εἶμαι ἀπό τό δεύτερο τάγμα τοῦ Σατανᾶ καί ὅταν ὁ Θεός ἔκαμε τόν οὐρανό καί διαχώριζε τή γῆ ἀπό τά νερά ἤμουνα παρών. Ἐγώ ἔκαμα φοβερές βροντές καί ἀστραπές, ἐγώ ἔδεσα κεφαλές καί τώρα ἀπό τήν περηφάνια μου κατάντησα κάτω στόν Ἅδη καί ἔγινα δαίμονας. Ἀλλοίμονό μου , Γεώργιε, γιατί ζήλεψα τή χάρη πού σου δόθηκε καί ἤθελα νά σέ παραπλανήσω γιά νά μέ προσκυνήσεις. Ἀλλά πλανήθηκα. Ἀλλοίμονό μου τί κακό ἐζήτησα νά πάθω καί δέν μπορῶ νά λυθῶ. Σέ παρακαλῶ Γεώργιε, θυμήσου τήν προηγούμενή μου εὐτυχία καί μή μέ ἀφήσεις νά ἐπιστρέψω στήν ἄβυσσο γιατί σου τά εἶπα ὅλα». Τότε ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ὕψωσε τά χέρια στόν οὐρανό εἶπε: «Σ’ εὐχαριστῶ Κύριέ μου, διότι μου παρέδωσες στά χέρια μου τόν πονηρό δαίμονα, πού πρόκειται νά σταλεῖ σέ σκοτεινό τόπο γιά νά τιμωρεῖται αἰώνια». Μόλις εἶπε αὐτά ὁ Ἅγιος ἐπετίμησε καί ἀπόλυσε τό πονηρό πνεῦμα.

Θαυματουργικές εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στήν ἱερά μονή τοῦ Ζωγράφου στό Ἅγιο Ὅρος

α) Ἡ εἰκόνα πού μεταφέρθηκε ἀπό τή Μονή Φανουήλ
Κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντα τοῦ Σοφοῦ (886 – 912 μ.Χ.) ἤσαν τρεῖς γνήσιοι ἀδελφοί, ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἀαρῶν καί ὁ Βασίλειος καί ἡ καταγωγή τούς ἦταν ἀπό τήν μεγαλύτερη Λιγχίδα, πού μετονομάστηκε ἀργότερα σέ Ἀχρίδα. Αὐτοί λοιπόν ἀποφάσισαν νά ἐγκαταλείψουν τό κόσμο, τόν πλοῦτο, τή δόξα καί νά πάρουν τό ἀγγελικό σχῆμα. Ἔφτασαν στό Ἅγιο Ὅρος καί ἀφοῦ βρῆκαν ἥσυχο τόπο, κατασκεύασαν σκηνές, ὅπου ἔμεναν γιά ἀρκετό διάστημα καί συναντιόνταν μόνο τήν Κυριακή. Διαδόθηκε, λοιπόν ἡ φήμη τῆς ἀρετῆς τους καί γι’ αὐτό πολλοί ἔρχονταν κοντά τους καί δέν ἔφευγαν.

Βρῆκαν ἕνα χῶρο ὅπου ἔκτισαν μοναστήρι. Ἀφοῦ ἔκτισαν καί τόν ναό σκέπτονταν πώς νά τόν ὀνομάσουν. Ἄλλοι ἔλεγαν νά τόν ἀφιερώσουν στόν Ἅγιο Νικόλαο, ἄλλοι στόν Ἅγιο Κλήμεντα, ἀρχιεπίσκοπο Ἀχρίδος πού ἦταν καί συμπατριώτης τους καί ὁ καθένας γενικά ἤθελε νά δώσει στό ναό τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου, πού ἔτρεφε μεγαλύτερη εὐλάβεια. Ἐπειδή, λοιπόν, δέν συμφωνοῦσαν ἀποφάσισαν νά προσφύγουν στήν προσευχή στό Θεό καί νά δεηθοῦν ὥστε Αὐτός γιά νά ἀποφασίσει γιά νά διατάξει σέ ποιό ἀπό τούς Ἁγίους Του θά ἀφιερώσουν τό ναό καί ποιάν εἰκόνα θά ζωγραφίσουν στό ξύλο πού ἑτοίμασαν. Προσευχήθηκαν καί οἱ τρεῖς, ὁ καθένας στό ἡσυχαστήριό του. Στήν διάρκεια πού προσεύχονταν διαχύθηκε ἀπό τόν νεόκτιστο ναό ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς, λαμπρότερο ἀπό τίς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου γύρω ἀπό τά κελιά τῶν μοναχῶν. Οἱ μοναχοί κατελήφθησαν ἀπό φόβο καί ἀπορία καί ἔμειναν προσευχόμενοι ὅλη νύχτα.

Τήν ἑπομένη τό πρωί ὅταν κατέβηκαν οἱ μοναχοί στήν ἐκκλησία εἶδαν μέ θαυμασμό ὅτι στό ξύλο πού ἑτοίμασαν νά ζωγραφίσουν, ζωγραφίστηκε ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρα καί Τροπαιοφόρου Γεωργίου.

Ἀπ’ αὐτή μάλιστα ἔβγαινε ἡ λάμψη πού φώτιζε τά ταπεινά ἡσυχαστήρια. Ἔτσι λοιπόν, ἀφιερώθηκε ἡ ἐκκλησία στόν Ἅγιο Γεώργιο καί ἡ μονή ὀνομάσθηκε Ζωγράφου.

Ἡ θαυματουργή εἰκόνα ὑπῆρχε στήν Μονή τοῦ Φανουήλ πού βρίσκεται στήν Συρία κοντά στή Λύδδα. Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ καθηγούμενου τῆς Μονῆς Φανουήλ, Εὐστρατίου, ὅταν κάποτε ὁ Θεός θέλησε, νά τιμωρήσει τή Συρία καί νά τήν παραδώσει στούς Σαρακηνούς, ἡ ζωγραφιά τῆς εἰκόνας ξαφνικά ἀποχωρίσθηκε ἀπό τό ξύλο καί ἀφοῦ ὑψώθηκε κρύφτηκε σέ ἄγνωστο μέρος. Οἱ μοναχοί τότε, ἐπειδή φοβήθηκαν καί λυπήθηκαν ἀπό τό θαῦμα, ἀφοῦ γονάτισαν, προσεύχονταν στό Θεό θερμά καί μέ δάκρυα καί τόν παρακαλοῦσαν νά τούς ἀποκαλύψει πού κρυβόταν τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὁ πανάγαθος Θεός ἄκουσε τήν δέηση τῶν μοναχῶν καί ὁ Ἅγιος παρουσιάστηκε στόν ἡγούμενο καί τοῦ εἶπε: «Μή λυπάστε γιά μένα. Ἐγώ βρῆκα γιά τόν ἑαυτό μου Μονή τῆς Παναγίας στό Ἄθω. Ἄν θέλετε πηγαίνετε καί ἐσεῖς πρός τά ἐκεῖ, γιατί ἡ ὀργή τοῦ Κυρίου εἶναι ἕτοιμη νά πέσει πάνω στήν διεφθαρμένη Παλαιστίνη καί σχεδόν σ’ ὅλη τήν Οἰκουμένη, ἐπειδή οἱ Χριστιανοί ἁμαρτάνουν».

Ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅλους τους μοναχούς ὁ καθηγούμενος ἀνακοίνωσε τά συμβάντα. Ἔπειτα κάλεσε καί τούς προύχοντες τῆς πόλης Λύδδας καί τούς ἀνάγγειλε ὅσα συνέβησαν σχετικά μέ τήν ἅγια εἰκόνα. Ὕστερά του παράγγειλε τά ἑξῆς: «Ἐμεῖς φεύγουμε, γιά τήν ἁγία πόλη τῶν Ἱεροσολύμων γιά νά προσκυνήσουμε τόν Ἅγιο Τάφο τοῦ Κυρίου καί ἄς γίνει τό θέλημά Του. Σεῖς ἐγκατασταθεῖτε στήν Μονή γιά νά τήν προφυλάξετε».

Μέ δάκρυα ξεκίνησαν. Ἀφοῦ ἔφτασαν στήν Ἰόππη βρῆκαν πλοῖο καί ἀναχώρησαν γιά τό ὄρος Ἄθω. Ὕστερα ἀπό ἀρκετές μέρες ἔφτασαν στήν μονή Ζωγράφου. Ὅταν μπῆκαν στό ναό, μέ ἔκπληξη καί θαυμασμό, εἶδαν τήν ζωγραφιά τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, πού εἶχαν στήν μονή Φανουήλ, νάνε προσκολλημένη χωρίς καμιά ἀλλοίωση σ’ ἕνα καινούργιο ξύλο. Τότε μέ συγκίνηση καί δάκρυα γονάτισαν μπροστά στήν εἰκόνα καί ἔλεγαν: «Γιατί μας προξένησες τόση λύπη, Μεγαλομάρτυρα Γεώργιε;» Οἱ μοναχοί της Ζωγράφου ἀποροῦσαν, γιατί συνέβησαν ὅλα αὐτά τά παράξενα. Ὅμως ἐκεῖνοι τούς διηγήθηκαν τά συμβάντα καί ὅλοι δόξαζαν ὁλόψυχα τόν Κύριο καί τόν Ἅγιο Γεώργιο. Τόν δέ καθηγούμενο Εὐστράτιο τόν ἔκαμαν Ἡγούμενό τους.

Ἀπό τότε ἄρχισαν νά γίνονται ἀπό τήν ἁγία εἰκόνα πολλά θαύματα. Γι’ αὐτό ὁ κόσμος πήγαινε στήν μονή Ζωγράφου , νά προσκυνήσει τόν Τροπαιοφόρο Γεώργιο. Ἡ φήμη τῶν θαυμάτων ἔφθασε μέχρι καί τόν βασιλέα Λέοντα τόν Σοφό, πού ἦταν πολύ εὐσεβής. Μάλιστα ἀποφάσισε νά πάει προσωπικά στό Ἅγιο Ὅρος γιά νά προσκυνήσει καί χαρεῖ πνευματικά μέ τίς ψυχοφελεῖς συζητήσεις πού θά ἔκανε μέ τούς ἀσκητές Μωυσῆ, Ἀαρῶν καί Βασίλειο πού ἔγιναν ξακουστοί γιά τήν ἀρετή τους. Ὕστερα ἀπό τόν Λέοντα ἐπισκέφτηκε τή Μονή καί ὁ βασιλιάς τῶν Βουλγάρων Ἰωάννης ἀπό τό Τίρναβο. Μέ τήν πλούσια βοήθεια τοῦ ἄρχισε νά κτίζεται ἡ μεγαλοπρεπής Μονή τοῦ Ζωγράφου. Ἀργότερα ἡ ἱερά Μονή κατεδαφίστηκε ἀπό τούς βαρβάρους καί τούς πειρατές. Ἡ τωρινή Μονή κτίστηκε ἀπό τόν Ἡγεμόνα τῆς Μολδαβίας Στέφανο.

Ἡ Ἁγία εἰκόνα ἔχει μέχρι σήμερα τό ἄκρο τοῦ δάκτυλου κάποιου ὀλιγόπιστου Ἐπισκοποῦ. Αὐτός καταγόταν, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, ἀπ’ τά Βοδενά (Ἔδεσσα) καί ὅταν ἄκουσε γιά τά θαύματα τῆς εἰκόνας θέλησε μαζί μέ τήν συνοδεία του νά πάει νά διαπιστώσει ἄν πραγματικά ἤσαν ἀληθινά αὐτά πού διαδίδονταν ἤ ἤσαν ἐφευρέσεις τῶν μοναχῶν, γιά λόγους φιλοχρηματίας. Ὅταν ἔφτασε στό Ἅγιο Ὅρος πῆγε καί στήν Μονή τοῦ Ζωγράφου ὅπου οἱ μοναχοί ἐκεῖ τόν ὑποδέχτηκαν μέ τήν πρέπουσα τιμή. Στήν συνέχεια τόν ὁδήγησαν στό ναό γιά νά προσκυνήσει τόν Ἅγιο Γεώργιο. Ἀλλά ὁ ἐπίσκοπος ἀντί νά φανεῖ ταπεινός καί σεμνός φάνηκε περήφανος καί ὀλιγόπιστος. Ἀφοῦ μέ ἀδιαφορία εἶδε τόν ναό στάθηκε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί μέ ἀλαζονικό ὕφος εἶπε πρός τούς μοναχούς: «Ὥστε αὐτή εἶναι ἡ θαυματουργός εἰκόνα τοῦ Ἁγίου». Ἀμέσως ὅμως τό δάκτυλο τοῦ κόλλησε στήν εἰκόνα καί μάταια προσπαθοῦσε νά τό ξεκολλήσει. Ἡ ἀγωνία του καί ὁ φόβος τοῦ μεγάλωσαν ὅσο ἀγωνιζόταν νά τό ξεκολλήσει. Κάθε φορά πού προσπαθοῦσε νά τό ξεκολλήσει ἔνοιωθε πόνους γιατί αὐτό ἦταν κολλημένο πολύ γερά. Στό τέλος ὁ δυστυχής ἐπίσκοπος δέχτηκε, νά τοῦ κόψουν τό δάκτυλό του. Ἔτσι πῆρε μία γεύση τῆς γνησιότητας τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

β) Τό θαλάσσιο ταξίδι τῆς εἰκόνας ἀπό τήν Ἀραβία
Ὑπάρχει κοντά στόν κίονα τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ πού βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἡ πιό κάτω χειρόγραφη διήγηση:

Ἡ ἁγία εἰκόνα ἦρθε ἀπό τήν Ἀραβία καί βρέθηκε στό λιμάνι τῆς Μονῆς Βατοπεδίου. Ἡ ἀπροσδόκητη ἄφιξη τῆς εἰκόνας προκάλεσε ταραχή καί θόρυβο στό Ἅγιο Ὅρος. Γιατί ἡ φήμη ξάπλωσε γρήγορα καί οἱ μοναχοί ἐρχόντουσαν ἀπ’ ὅλα τά μοναστήρια γιά νά προσκυνήσουν τήν ἅγια εἰκόνα πού μέ θαῦμα φανερώθηκε στό λιμάνι. Μάλιστα κάθε μοναστήρι ἐπεδίωκε νά ἀποκτήσει τό θησαυρό αὐτό καί οἱ γέροντες ἀρνοῦνταν νά τήν δώσουν στή Μονή Βατοπεδίου. Τελικά ἀποφάσισαν νά βάλουν κλῆρο καί νά δεχτοῦν τήν ἀπόφαση τῆς ἅγιας εἰκόνας. Πραγματική πῆραν ὁμόφωνα ἀπόφαση ὅλοι οἱ γέροντες νά φορτώσουν τήν εἰκόνα σ’ ἕνα ξένο καί ἄγριο μουλάρι πού δέν ἤξερε τούς δρόμους καί τά Μοναστήρια καί ἀφοῦ τό ἀφήσουν ἐλεύθερο νά τό ἀκολουθήσουν ἀπό μακριά. Ἐκεῖ πού θά σταματοῦσε θά ἔπρεπε νά μείνει ἡ εἰκόνα. Ἔτσι καί ἔγινε. Ἀφοῦ ὁδήγησαν τό μουλάρι στό δρόμο Θεσσαλονίκης – Ἁγίου Ὅρους τό ἄφησαν στή θέλησή του. Καί τό μουλάρι μέ ἀργό καί ἰσόμετρο περπάτημα σάν νά ἔνοιωθε ὅτι μετέφερε ἱερό φορτίο πέρασε ἀπό δύσβατους τόπους, δάση καί ὑψώματα καί ἔφτασε στήν Μονή Ζωγράφου καί στάθηκε ἀκίνητο σ’ ἕνα πολύ ὡραῖο λόφο.

Μέ τόν τρόπο αὐτό πληροφορήθηκαν ὅλοι ὅτι ἡ θέληση τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἦταν νά μείνει ἡ ἱερή εἰκόνα στή Μονή Ζωγράφου. Ὅλοι οἱ μοναχοί δέχτηκαν στή Μονή μέ χαρά καί μέ πνευματικό πανηγύρι τήν ἱερή εἰκόνα καί τήν τοποθέτησαν στόν κίονα τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ. Τό μουλάρι πού μετέφερνε τήν ἅγια εἰκόνα πέθανε καί τό ἔθαψαν στόν τόπο ἐκεῖνο . Σέ ἀνάμνηση γιά τόν ἐρχομό τῆς ἱερῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἔκτισαν στόν λόφο ἕνα κελί καί μικρή ἐκκλησία στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου.

γ) Ἀφιέρωση τῆς Ἅγιας εἰκόνας ἀπό τόν Ἡγεμόνα τῆς Μολδοβλαχίας Στέφανο
Στό βορειοδυτικό κίονα, πού στηρίζεται καί ὁ τροῦλος, εἶναι ἀναρτημένη καί ἄλλη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου , πού γι’ αὐτή ὑπάρχει ἡ πιό κάτω χειρόγραφη διήγηση στήν Μονή Ζωγράφου.

Ὁ Ἡγεμόνας τῆς Μολδοβλαχίας Στέφανος εἶχε, ὅπως εἶναι γνωστό, συνέχεια πολέμους μέ τούς Τούρκους. Κάποτε συγκεντρώθηκαν τά ἀναρίθμητα Τούρκικα ἀσκέρια, γιά νά τόν ἀφανίσουν. Ὅταν εἶδε ὁ Στέφανος τό πλῆθος τοῦ ἐχθροῦ φοβήθηκε. Ἀμέσως ὅμως συνῆλθε καί μέ θερμή προσευχή στό Θεό ζήτησε τή βοήθειά του. Στόν ὕπνο τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ Ἅγιος Γεώργιος πού ἦταν λουσμένος σ’ ἕνα λαμπρό θαυμάσιο φῶς καί μέ μάτια πού ἄστραφταν. Ὁ Στέφανος ἄν καί κοιμόταν φοβήθηκε πολύ. Τότε ὁ Ἅγιος του εἶπε: «Ἔχε θάρρος στόν Κύριό σου καί μή φοβᾶσαι τό πλῆθος αὐτό. Αὔριο συγκέντρωσε ὅλο τό στράτευμά σου καί ὁδήγησε τό ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν του Χριστοῦ μέ φωνές πανηγυρικές καί σάλπιγγες καί θά δεῖς τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ πού πάντα σέ βοηθᾶ. Γιά τό λόγο αὐτό στάθηκα ἐδῶ γιά νά σοῦ ἀποκαλύψω ποιός θά νικήσει καί νά σοῦ ἀναφέρω ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ εἶναι μαζί σου καί ὅτι ἀκόμα καί ἐγώ θά σέ βοηθήσω στήν μάχη αὐτή. Γιά ὅλα αὐτά ἀνακαίνισε τήν Μονή Ζωγράφου πού εἶναι στό ὄνομά μου, καί πού ἐρημώθηκε. Στεῖλε μάλιστα καί τήν δική μου εἰκόνα πού ἔχεις μαζί σου».

Ὁ Στέφανος πῆρε θάρρος ἀπό τήν ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου καί ἀκόμη ἀπό τήν ὑπόσχεση πού τοῦ ἔδωσε ὅτι θά τόν βοηθοῦσε μέ τήν βοήθεια τῆς θείας χάρης. Ἀφοῦ μάλιστα ἔφερε καί τήν ἅγια εἰκόνα μαζί του μέ τήν φωνή τῶν σαλπίγγων κτύπησε ξαφνικά σάν λαίλαπας τόν ὄγκο τῶν Ὀθωμανῶν καί τούς σύντριψε χωρίς χρονοτριβῆ.

Ὕστερα ἀπό λίγο καιρό ἔστειλε καί τήν ἅγια εἰκόνα στό Ἅγιο Ὅρος καί ἀνακαίνισε τήν Μονή Ζωγράφου, σύμφωνα μέ τήν θέληση τοῦ Ἁγίου, ἀφοῦ ἀφιέρωσε σ’ αὐτή πολλά ἀφιερώματα.

Κάποιος Ρῶσος συγγραφέας ἀναφερόμενος στήν ἅγια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου γράφει τά ἑξῆς: «Μέσα στό 15ο αἰώνα φάνηκε καί ἄλλος εὐεργέτης τῆς Μονῆς Ζωγράφου, Ὁ Στέφανος πού ἦταν ἐπίσημος Ἡγεμόνας τῆς Μολδοβλαχίας, καί ἀγωνίστηκε πολλές φορές ἐναντίον τῶν Ὀθωμανῶν νικηφόρα. Ὅταν τόν περικύκλωσαν κάποτε ἀμέτρητα πλήθη ἐχθροῦ σκεφτόταν μέ ποιό τρόπο θά μποροῦσε νά σώσει τούς περίβολους τοῦ φρουρίου. Τότε φάνηκε πάνω στό τεῖχος ἡ μάνα του πού τοῦ εἶπε: «Δέν θά ἐπιτρέψω ποτέ στούς ἐχθρούς σου ν’ ἀνοίξουν τίς πύλες τοῦ φρουρίου σου. Ἄν δέν νικήσεις καί δέν μπορέσεις νά ἀντισταθεῖς σ’ αὐτούς στό πεδίο τῆς μάχης πολύ λίγη ἐλπίδα σου ἀπομένει γιά τούς περιβόλους».Ἐκεῖνο, λοιπόν, τό βράδυ φάνηκε ὁ Ἅγιος Γεώργιος στό συγχυσμένο Στέφανο καί τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά νικοῦσε. Ἐπίσης τόν διέταξε νά ἀποστείλει τήν ἅγια εἰκόνα πού εἶχε πάντα μαζί του στήν Μονή Ζωγράφου, καί νά τήν ἀνακαινίσει γιατί ἦταν ἤδη ἐρημωμένη. Ἡ νίκη ἔστεψε τό Στέφανο πού ἐκπλήρωσε τήν ἐντολή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

δ) Ἡ θαυμαστή εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου πού βρίσκεται στήν ἱερά Μονή τοῦ Ξενοφώντα
Στό Ἅγιο Ὅρος σώζεται ἡ ἀρχαία προφορική παράδοση καί γιά τήν ἅγια εἰκόνα πού ὑπῆρχε στούς χρόνους τῶν ἀσεβῶν εἰκονομάχων, πού μέ βασιλικά διατάγματα καίονταν οἱ ἅγιες καί σεβαστές εἰκόνες.

Στά χρόνια ἐκεῖνα λοιπόν οἱ ὑπηρέτες τοῦ παράνομου βασιλιᾶ ἐρευνοῦσαν καί προσπαθοῦσαν νά βρίσκουν τίς ἅγιες εἰκόνες γιά νά τίς συντρίψουν καί νά τίς ρίξουν στή φωτιά. Βρῆκαν λοιπόν καί τήν ἅγια αὐτή εἰκόνα καί τήν ἔριξαν στήν φωτιά γιά νά καεῖ. Ἀλλά μάταια κοπίαζαν οἱ ἀνόητοι, διότι ἡ ἅγια εἰκόνα ἔμεινε ἄφλεκτος μέχρι πού ἡ φωτιά ἔσβησε τελείως. Οἱ εἰκονομάχοι ὅταν εἶδαν ὅτι ἡ φωτιά πολύ λίγο ἅρπαξε τά φορέματα τοῦ Ἁγίου καί τό πρόσωπο τοῦ τίποτα δέν ἔπαθε ἀπόρησαν. Ἕνας μάλιστα περισσότερο ἀσεβῆς ἔμπηξε μαχαίρι στό πηγούνι τοῦ Ἁγίου καί ἀμέσως ἔτρεξε καθαρό αἷμα. Τότε ὅλοι ὅσοι εἶδαν τό θαῦμα ἔφυγαν ὁ καθένας γιά τό σπίτι του. Ἕνας εὐσεβῆς Χριστιανός ἀφοῦ παράλαβε τήν ἅγια εἰκόνα καί ἦλθε στήν θάλασσα, προσευχήθηκε θερμά στόν Κύριο γιά νά σταματήσει ἡ φρικτή θύελλα τῆς εἰκονομαχίας. Ἔπειτα ἀφοῦ γύρισε πρός τήν Ἅγια εἰκόνα εἶπε: «Μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Τροπαιοφόρε Γεώργιε, σύ πού καί στή ζωή καί μετά τόν θάνατο ἔκαμες ἄφλεκτη τήν ἅγια εἰκόνα, διαφύλαξε τήν καί τώρα ἀπό τήν θάλασσα καί μετέφερε τήν ὅπου ἐσύ γνωρίζεις καί ἐπιθυμεῖς γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός μας». Καί μόλις τελείωσε ἔβαλε τήν εἰκόνα στή θάλασσα.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος φρόντισε ὥστε ἡ ἅγια εἰκόνα νά φτάσει στό Ἅγιο Ὅρος, ὅπου καί ἄλλες εἰκόνες ὁδήγησε ἡ θεία πρόνοια. Ἡ εἰκόνα τοποθετήθηκε κοντά στήν Μονή Ξενοφώντα ὅπου ἔτρεχαν τά ἰαματικά ὄξινα νερά. Ὑπῆρχε μάλιστα ἐκεῖ μία μικρή Μονή ἀφιερωμένη στό Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. Ἀκόμα σώζεται ὁ μικρός αὐτός ναός, ὅπου οἱ μοναχοί σάν εἶδαν τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τήν μετάφεραν ἐκεῖ γεμάτοι χαρά καί εὐλάβεια. Ὕστερα ἔκτισαν ναό κοντά στό μικρό ναό. Ὅταν αὐξήθηκαν οἱ μοναχοί καί μεγάλωσε καί ἡ Μονή ὀνομάσθηκε τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Οἱ μοναχοί γιορτάζουν καθημερινά μαζί μέ τόν Ἅγιο Γεώργιο καί τόν Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο καί τούς μνημονεύουν στίς ἀπολύσεις τῶν ἀκολουθιῶν.

Ἡ ἅγια εἰκόνα βρίσκεται στό μεγάλο Καθολικό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στόν ἀνατολικό κίονα τοῦ δεξιοῦ χωροῦ καί ἔχει ζωγραφισμένο ὁλόσωμο τόν Μεγαλομάρτυρα καί σέ ἔνδειξη τοῦ θαύματος φέρνει καί τήν πληγή στό πηγούνι καί τό αἷμα τοῦ εἶναι πηγμένο σ’ αὐτή. Μέχρι σήμερα τό θαυμαστό φαινόμενο κηρύττει περίτρανα τά πάμπολλα θαύματα πού ἔκανε καί κάνει ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυρας καί Τροπαιοφόρος Γεώργιος.

Σημείωση: Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου γιορτάζεται στίς 23 τοῦ Ἀπρίλη. Ἐάν ὅμως τό Πάσχα πέφτει μετά τίς 23 Ἀπρίλη, τότε ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου γιορτάζεται τήν ἑπόμενη

Πάσχα στο Άγιον Όρος

Απριλίου 21, 2014

Κατουνακια (Δανιηλαίοι)

Απριλίου 21, 2014

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Διακαινήσιμος εβδομάδα

Απριλίου 21, 2014

http://evaggelismostheotokou.gr/wp-content/uploads/2013/05/anastasi.jpg

Μέ τήν ὀνομασία Διακαινήσιμος ἤ Διακαινήσιμος ἑβδομάδα, ἤ Ἑβδομάδα Διακαινησίμου (ἐπίσημα: Διακαινήσιμος ἑβδομάς), ὀνομάζεται κατά τή χριστιανικό ἑορτολόγιο ἡ ἑβδομάδα πού ἀρχίζει ἀπό τήν Κυριακή του Πάσχα καί λήγει τήν ἀμέσως ἑπόμενη, τήν Κυριακή του Θωμά.

Ἡ ὀνομασία τῆς ὀφείλεται πιθανότατα στό γεγονός ὅτι κατά τή νύχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου πρός Κυριακή τοῦ Πάσχα βαπτιζόταν ὁμαδικά οἱ κατηχούμενοι ὅποτε καί ἄρχιζε ἡ πνευματική ἀνακαίνισή τους.

Σέ ἔνδειξη αὐτῆς τῆς ἀνακαίνισης καί ταυτόχρονα ἀναγέννησης καί “πνευματικῆς καθαρότητας οἱ νεοβαπτισμένοι ἔφεραν κάθ΄ ὅλην αὐτή τήν ἑβδομάδα λευκά ἐνδύματα, ἐξ οὐ καί ἀποκαλούμενη “λευκή ἑβδομάδα”.

Ὁ Αὐγουστίνος χαρακτηρίζει ἐπίσης τήν ἴδια ἑβδομάδα ὡς “ὀκτώ ἡμέρες τῶν νεοφύτων” (ἤ νεοβαπτισθέντων ἤ καί νεοφωτίστων).

Κατά τήν Διακαινήσιμο ἑβδομάδα ἐπιτρέπεται ἡ κατάλυση πάντων, ἐνῶ κατά τούς παλαιότερους χρόνους ὁλόκληρη ἡ ἑβδομάδα αὐτή χαρακτηριζόταν ἀργία ἀπό κάθε ἐργασία (κανόνας Νικηφόρου τοῦ ὁμολογητοῦ).

Ὁ 6ος ὅμως κανόνας τῆς ἐν Τρούλλῳ (Κωνσταντινούπολη), Πενθέκτης Συνόδου συνιστᾶ στούς χριστιανούς κάθ΄ ὅλη τη διάρκεια τῆς ἑβδομάδας τόν καθημερινό ἐκκλησιασμό. Μάλιστα κατά τούς πρώτους χρόνους στήν ἑβδομάδα αὐτή ἀπαγορεύονταν καί τά ὁποιαδήποτε θεάματα.

Εἰδικότερα στή Κωνσταντινούπολη ἡ Διακαινήσιμος ἑβδομάδα ἑορτάζονταν μέ ἰδιαίτερη λαμπρότητα καί μεγαλοπρέπεια. Ὁ Αὐτοκράτορας καλοῦσε τοῦ νεοφώτιστους καθώς καί πτωχούς σέ πλούσιο γεῦμα, ἐνῶ κατά τήν ἡμέρα Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου δέχονταν τόν κλῆρο προσφέροντας τιμητικό γεῦμα στόν Πατριάρχη καί στούς περί αὐτόν.

Πολλά ὅμως καί πλούσια δῶρα διένειμαν οἱ Αὐτοκράτορες καί σέ ἐπίσημες ἐπισκέψεις πού διενεργοῦσαν αὐτή τήν ἑβδομάδα. Ἀκόμη ἀπέλυαν ἀπό τίς φυλακές κατάδικους γιά ἐλαφρά ἐγκλήματα.

Ἐθιμοτυπία

Τά παραπάνω αὐτοκρατορικά ἔθιμα τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδας πέρασαν στό νεοσύστατο ἑλληνικό κράτος διά τῶν βασιλικῶν ἐπισκέψεων σέ στρατόπεδα καί νοσοκομεῖα καί μέ ἔκδοση σχετικῶν διαταγμάτων γιά ἄρση στρατιωτικῶν ποινῶν. Ἔθιμα πού συνεχίζονται καί σήμερα ἀπό τήν Προεδρία τῆς Δημοκρατίας.
Σημειώσεις

    Στήν ἀρχαία ἐκκλησία ἡ διακαινήσιμος ἑβδομάδα ἦταν ἡ πρώτη του Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, πού ἀρχή τοῦ θεωρεῖτο ἡ Κυριακή του Πάσχα.
    Κάθε ἡμέρα τῆς Διακαινησίμου χαρακτηρίζεται ὁμοίως, π.χ. Δευτέρα τῆς Διακαινησίμου, Τρίτη της Διακαινησίμου… Σάββατο τῆς Διακαινησίμου ἐκτός τῆς τελευταίας πού λέγεται Κυριακή τοῦ Θωμά.
    Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐπίσης καθιερώσει κάτ΄ ἔτος τήν ἡμέρα Παρασκευή τῆς Διακαινησίμου νά ἑορτάζεται ἡ Ζωοδόχος Πηγή.
    Τέλος ἀπό τή Διακαινήσιμο ἑβδομάδα ἀρχίζει ν΄ ἀναγιγνώσκεται στίς ἐκκλησίες τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον.

Πηγές:

Νεώτερον Ἐγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ἡλίου τ.5ος, σ.999-1000

Τή Ἁγία καί Μεγάλη Κυριακή τοῦ Πάσχα

Απριλίου 20, 2014

 

(Ιωάν. 1,1-17)

1. Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.

2. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν.

3. πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν.

4. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.

5. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.

6. Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης·

7. οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι’ αὐτοῦ.

8. οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ’ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός.

9. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.

10. ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω.

11. εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.

12. ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ,

13. οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν.

14. Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας.

15. Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγε λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶπον, ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.

16. Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος·

17. ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.

Κυριακή του Πάσχα

Απριλίου 20, 2014

Χριστός κατελθών πρός πύλην Ἅδου μόνος
Λαβών ἀνῆλθε πολλά τῆς νίκης σκύλα.

Οἱ γυναῖκες οἱ ὁποῖες παραβρέθηκαν τό ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς, στόν ἐνταφιασμό τοῦ Κυρίου, δηλαδή ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί οἱ ὑπόλοιπες, ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπό τό Γολγοθά στήν πόλη, ἑτοίμασαν ἀρώματα καί μύρα γιά νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ•
 καί τήν ἑπομένη μέρα ἀπεῖχαν ἀπό κάθε δραστηριότητα λόγω τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Κατά τό βαθύ ὄρθρο, ὅμως, τῆς Κυριακῆς, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἀπό τούς Εὐαγγελιστές
 «πρώτη Σαββάτου» καί «μία Σαββάτων»,
 δηλαδή πρώτη μέρα τῆς ἑβδομάδος, μετά ἀπό τριάντα ἕξι σχεδόν ὧρες ἀπό τή νέκρωση τοῦ ζωοδότη Λυτρωτῆ, ἔρχονται μέ νεκρώσιμα ἀρώματα στόν τάφο. Καί ἐνῶ σκέπτονταν τή δυσκολία τῆς ἀποκυλίσεως τοῦ λίθου ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ τάφου γίνεται σεισμός φοβερός•
 καί Ἄγγελος μέ ἀστραπηφόρα ὄψη καί χιονόφωτη στολή, ἀφοῦ ἀποκύλισε τό λίθο καί κάθισε πάνω σ’ αὐτόν, ἔκανε τούς φύλακες νά τρομάξουν καί τούς ἔτρεψε σέ φυγή.
 Οἱ γυναῖκες, στό μεταξύ, ἀφοῦ μπῆκαν στόν τάφο καί δέ βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, βλέπουν δυό Ἀγγέλους λευκοφορεμένους, μέ ἀντρική μορφή, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τούς φανέρωσαν τήν ἀνάσταση τοῦ Σωτήρα, τίς στέλνουν γιά νά ἀναγγείλουν στούς μαθητές τήν χαρούμενη εἴδηση.
 Σέ μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν στόν τάφο ὁ Πέτρος μέ τόν Ἰωάννη, ἀφοῦ ἔμαθαν τί ἔγινε ἀπό τή Μαρία τή Μαγδαληνή, ὅπως ἤδη εἰπώθηκε, ἀλλά μπαίνοντας μέσα βρίσκουν μόνο τά σάβανα.
 Γι’ αὐτό ἀνέρχονται ὅλοι στή πόλη μέ χαρά, κήρυκες τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖον καί εἶδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τή σημερινή γιορτή.

Αὐτή τήν χαρμόσυνο Ἀνάσταση γιορτάζοντας σήμερα ἀσπαζόμαστε μεταξύ μας τόν ἐν Χριστῷ ἀσπασμό, δείχνοντας μέ τόν τρόπο αὐτό τή διακοπή τῆς πρώτης ἔχθρας ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καί τό Θεό καί τή διαλλαγή τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς γιά ἄλλη μία φορᾶ, διαλλαγή πού ἔγινε φανερή μέ τό πάθος τοῦ Σωτῆρος.
 Καί ἡ ἑορτή ὀνομάζεται Πάσχα, ἔχοντας ἔτσι τό ἴδιο ὄνομα μέ τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων, τό ὁποῖο, στή γλώσσα τούς σημαίνει διάβαση
 διότι ὁ παθῶν καί ἀναστᾶς Ἰησοῦς μας διεβίβασε ἀπό τήν κατάρα τοῦ Ἀδάμ καί τή δουλεία τοῦ διαβόλου στήν ἐλευθερία καί μακαριότητα.
 Καί αὐτή ἡ μέρα τῆς ἑβδομάδος, κατά τήν ὁποία ἔγινε ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη ἀπό τίς ὑπόλοιπες μέρες, ἐπειδή, ἀφιερώθηκε στήν τιμή τοῦ Κυρίου ὀνομάστηκε ἀπό τό ὄνομα Τοῦ Κυριακή, καί σ’ αὐτή μετατέθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους ἡ ἀργία καί ἡ ἀνάπαυση τῆς ἑορτῆς τοῦ Σαββάτου τοῦ παλαιοῦ νόμου.

Ο Άγγελος εβόα (π.Παντελεήμων Κάρτσωνας)

Απριλίου 20, 2014

Ο Αναστάσιμος Κανόνας του Πάσχα

Απριλίου 20, 2014

Αναστάσεως ημέρα …(Θρ.Στανίτσας)

Απριλίου 20, 2014

Δάφνη-στο καράβι-

Απριλίου 20, 2014

OLYMPUS DIGITAL CAMERA


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.