Archive for Οκτώβριος 2021

Κυριακή Ε΄ Λουκά (Λουκ. 16,19-31)

30 Οκτωβρίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος·

19. Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς.

20. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος

21. καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.

22. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη.

23. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ.

24. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ.

25. εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι·

26. καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν.

27. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου·

28. ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29. λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.

30. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν.

31. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Ε΄Κυριακή τοῦ Λουκᾶ

30 Οκτωβρίου, 2021

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

«πῆρχε καὶ ἕνας φτωχός, ὀνομαζόμενος Λάζαρος, ὁ ὁποῖος ἤταν ξαπλωμένος κοντὰ στήν πύλη τοῦ πλουσίου γεμάτος πληγὲς καὶ ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλιὰ ἔρχονταν καὶ ἔγλειφαν τίς πληγὲς του».(Λουκ. 16, 19-31).

Βλέπετε τὴν πλήρη ἔλλειψη κοινωνίας τοῦ πλουσίου πρὸς τὸν φτωχὸ Λάζαρο; Ὁ πρῶτος παραχόρταινε καθημερινὰ ἀπὸ τὴν τράπεζά του πού ἤταν γεμάτη ἀπὸ παντὸς εἴδους φαγητὰ καὶ πολυτελῆ καρυκεύματα, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσει καὶ ἀπὸ τὰ εὐτελέστατα πράγματα, γιατί ποτέ δέν εἶχε χορτάσει.

Ἐκεῖνος ἔλαμπε ἀπὸ τὴν πορφύρα καὶ τὰ μεταξωτά πού φοροῦσε καὶ ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸ ἐξωραϊσμὸ τοῦ εὐρώστου σώματος, ἐνῶ ὁ Λάζαρος εἶχε καὶ τὰ ξεσχισμένα ῥάκη του γεμάτα ἀπὸ βρωμιὰ καὶ δυσωδία, γεμάτος πληγὲς καὶ περιρρεόμενος ἀπὸ πύο. Ἐκεῖνος καθόταν σὲ ψηλὸ θρόνο περικυκλωμένος ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ὑπηρετῶν, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἤταν ξαπλωμένος κάτω στό ἔδαφος κοντὰ στήν πύλη μὴ ἔχοντας κάποιον οὔτε γιά νά ἀπομακρύνει τὰ σκυλιά.

Ἀλλὰ γιά ποιὸ λόγο τὸν φτωχὸ ἀποκαλεῖ μέ τὸ ὄνομά του, ἐνῶ τόν πλούσιο τὸν ἀνέφερε χωρὶς τὸ ὄνομά του; Μποροῦμε βέβαια νά ποῦμε, ὅτι τό ὄνομα αὐτοῦ τοῦ φτωχοῦ σύμφωνα μέ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο εἶναι γραμμένο στούς οὐρανούς, ἐνῶ τοῦ πλούσιου ἐξαλείφθηκε καὶ χάθηκε ἀπό ἐκεῖ ἀκόμα καὶ ἡ μνήμη μαζί μέ τὸ ὄνομα. Γιατὶ καὶ ὁ Ψαλμωδὸς λέγει γιά τοὺς ἀνθρώπους αὐτοῦ τοῦ εἴδους· «δέν θὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους μέ τὰ χείλη μου».

Ἐπειδὴ, ὅμως, καὶ κάθε πλούσιος μπορεῖ ν’ ἀποδώσει στόν ἑαυτὸ του τὴν παραβολὴ καὶ θεωρώντας ἐκεῖνον ὡς τὸν ἑαυτὸ του, νά λάβει ἀπὸ αὐτό ἀφορμὴ μετανοίας, ὁ πλούσιος ἀναφέρθηκε χωρὶς τὸ ὄνομά του, ὥστε ἔτσι ὁ λόγος ν’ ἀφορᾶ πρὸς κάθε πλούσιο, ὁ κάθε φτωχὸς, ὅμως, δέν μπορεῖ νά θεωρήσει τὸν ἑαυτὸ του Λάζαρο, ἀκόμη καὶ ἂν βρίσκεται σὲ κατάσταση σὰν ἐκείνου· γιατί πρέπει νά περιμένει μέ ταπείνωση τή δεσποτικὴ ἀπόφαση. Γι’ αὐτὸ, λοιπὸν, ὁ φτωχὸς ἀναφέρθηκμε μέ τὸ ὄνομά του.

«Συνέβηκε ὅμως», λέγει, «νά πεθάνει ὁ φτωχὸς καὶ νά μεταφερθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους στόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ». …

«Πέθανε ὅμως», λέγει, «καὶ ὁ πλούσιος καὶ τάφηκε».Ἴσως ὁ Λάζαρος δέν ἀξιώθηκε οὔτε ταφῆς ὅταν πέθανε, ἀφοῦ δέν εἶχε κάποιον νά τὸν κηδεύσει· γι’ αὐτὸ στήν περίπτωση ἐκείνου δέν ἀνέφερε καθόλου ταφή, ἐδῶ, ὅμως, ἀναφέρεται ὅτι, πλούσιος, «πέθανε καὶ τάφηκε».

Ἀναφέρεται, ἐπίσης, καὶ γιά τὸν λόγο ὅτι ἡ φαντασία καί ἡ πολυτέλεια τῶν πλουσίων φθάνει μέχρι τὸν τάφο. Ἀλλὰ ὁ τέτοιου εἴδους τάφος τῶν τέτοιου εἴδους πλουσίων γίνεται γι’ αὐτοὺς θύρα, ἀλλοίμονο!, τοῦ Ἅδη καὶ τῶν βασάνων στά καταχθόνια.

Γιατί λέγει, τάφηκε ὁ πλούσιος «καὶ εὑρισκόμενος στόν Ἅδη, σηκώνοντας τὰ μάτια του, ἐνῶ βασανιζόταν, βλέπει τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακριὰ καὶ τὸν Λάζαρο στούς κόλπους του». Κάποτε ὁ πλούσιος ἔβλεπε τὸν Λάζαρο πεσμένο μπροστὰ στόν πυλῶνα του, πληγωμένον ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ κυλιόμενον στή σκόνη τοῦ ἐδάφους, μὴ ἔχοντας τή δύναμη οὔτε νά κινεῖται, καὶ τὸν περιφρονοῦσε, τώρα εὑρισκόμενος κάτω αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ βασανιζόμενος καὶ μὴ μπορώντας ν’ ἀποφύγει τοὺς βασανισμούς, σηκώνοντας τὰ μάτια του βλέπει τὸν Λάζαρο πάνω σὲ σκηνὲς ἀναψυχῆς νά διαμένει μέ πολλὴ ἄνεση καὶ νά ζεῖ στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, καὶ δέν προσπαθεῖ νά τὸν παραβλέπει, ἀλλὰ μᾶλλον ζητεῖ νά μὴ παραβλεφθεῖ ἀπὸ ἐκεῖνον πού προηγουμένως παραβλέφθηκε ἀπὸ αὐτόν.

Ἐκεῖ, βέβαια, πού ἤταν τόπος ἐλέους, δηλαδὴ στή γῆ, δέν τὸν ζήτησε οὔτε τὸ ἐπεδίωξε αὐτό, ἐκεῖ, ὅμως, πού ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀνελέητη, ζητεῖ μάταια τὸ ἔλεος· γιατί λέγει, «φώναξε καὶ εἶπε· πατέρα Ἀβραάμ, ἐλέησέ με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο, γιά νά βυθίσει τὸ ἄκρο τοῦ δακτύλου του στό νερὸ καὶ νά δροσίσει τή γλῶσσα μου· γιατί ὑποφέρω μέσα σ’ αὐτή τή φλόγα». Περιόρισε τὴν παράκληση στό πολὺ ἐλάχιστο, γιατί δέν εἶχε τὸ θάρρος νά ζητήσει τίποτε παραπάνω, ἔχοντας αὐτοκατάκριτη τή συνείδηση.

Φώναξε βέβαια, ἐπειδή τό μεταξὺ τους διάστημα ἤταν μεγάλο. Παρουσιάσθηκε, ἐπίσης, νά λέγει «πατέρα» τὸν Ἀβραάμ, γιά νά διδαχθοῦμε ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλούσιος ἀνῆκε στό γένος τῶν θεοσεβῶν, καὶ νά μὴ νομίζουμε ὅτι καταφλέγεται ὡς δυσσεβής. Γιατί περιζώσθηκε ἀπὸ τὴν ἄσβεστη φλόγα τοῦ πυρός ὡς ἄσπλαχνος καὶ φιλήδονος, ἂν καὶ κατὰ τὴν καταγωγὴ ἤταν συγγενὴς τοῦ Ἀβραάμ.

Λέγει ὅμως, «ἐλέησέ με, γιατί ὑποφέρω, καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο», τὸν ὁποῖο αὐτὸς δέν ἐλέησε, ὅταν ὑπέφερε μπροστὰ στόν πυλῶνα· γι’ αὐτὸ καὶ δέν ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν τὴν παράκληση. Παρακαλεῖ γιά μιά σταλαγματιὰ καὶ μιά μικρή ῥανίδα πού δροσίζει τή γλῶσσα, καί δέν τὸ πετυχαίνει. Βλέπετε τὴν ἀνταπόδοση τῆς τιμωρίας μέ τὸ παραπάνω; Γιατί ὁ κάποτε φτωχὸς Λάζαρος δέν μποροῦσε νά χορτάσει μέ τὰ ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι του, τώρα ὅμως αὐτὸς ὄχι μόνο τὸ χόρτασμα καὶ τῶν πλέον ἀκόμη εὐτελῶν πραγμάτων ἔχει στερηθεῖ, ἀλλὰ δέν ἀξιώνεται οὔτε μιᾶς μικρῆς στάλας νεροῦ.

Γιατί, λέγει, «εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Ἀβραάμ, τέκνο, θυμήσου ὅτι σὺ ἀπολάμβανες τὰ ἀγαθὰ σου στή ζωή, καὶ ὁ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· τώρα, ὅμως, αὐτὸς ἀπολαμβάνει τὴν ἀναψυχὴ καὶ σὺ ὑποφέρεις».

Λυπᾶται βέβαια ὁ Ἀβραὰμ τὸν πλούσιο πού βρισκόταν στή φλόγα· γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλεῖ μέ συμπάθεια, «τέκνο». Τόν λυπᾶται ὅμως, νομίζω, ὄχι μᾶλλον γιά τὴν τιμωρία του, ἀλλὰ γιά τὴν ἀκόμη ἐνεργούμενη σ’ αὐτὸν κακία. Γιατί δέν εἶχε ἔρθει ἀκόμη σὲ συναίσθηση τῶν ἁμαρτημάτων του· δέν εἶχε ἀντιληφθεῖ ὅτι δίκαια καταφλεγόταν.

Δέν λέγει, ἐλέησέ με, γιατί ἐγώ ἄναψα αὐτὴ τή φωτιὰ γιά τὸν ἑαυτό μου, ἐγὼ θησαύρισα αὐτές τίς ὀδύνες γιά τὸν ἑαυτό μου· ἀντὶ γιά τοὺς αὐλοὺς καὶ τοὺς θορύβους καὶ τὰ σιχαμερὰ ἄσματα ἔχω τίς κραυγὲς καὶ τοὺς θρήνους καὶ τοὺς φρικωδέστατους ἤχους τοῦ πυρός πού παφλάζει ἐπάνω μου, ἀντὶ γιά τὶς εὐχάριστες ὀσμὲς τὸν ἀτμὸ τοῦ πυρός, ἀντὶ γιά τὰ περιττὰ φαγητὰ καὶ τὰ ποτὰ καὶ τὴν ἀπόλαυση ἀπὸ αὐτὰ ἔχω τή γλῶσσα πού ξηραίνεται τελείως ἀπὸ αὐτὴ τή φλόγα καὶ τὴν μέχρι σταγόνας ἔλλειψη, ἀντὶ γιά τὶς πορνικὲς πυρώσεις ὅλο τὸ σῶμα μου τὸ καταφλέγει ἡ φωτιά. Δέν εἶπε αὐτά, ἀλλὰ παραπονεῖται κλαίοντας γιά τὶς ὀδύνες μόνο.

Τί ἀπαντᾶ, λοιπὸν, πρὸς αὐτὸν ὁ Ἀβραάμ; Ἔλα κάποτε στόν ἑαυτὸ σου· ὁμολόγησε ὅτι δίκαια παραδόθηκες στή φλόγα, ἐνθυμούμενος ὅτι ἀπόλαυσες στή ζωὴ σου τὰ ἀγαθὰ σου, αὐτά πού νόμισες ὅτι εἶναι ἀγαθὰ σου, ποὺ προτίμησες ν’ ἀποκτήσεις ἀπὸ ἐκεῖνα πού προσφέρθηκαν στή διαθεσή σου, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωξες καὶ ἔλαβες, δηλαδή τά πρόσκαιρα. Γιατί προτίμησες αὐτά ἀπὸ τὰ αἰώνια.

Ὁ Λάζαρος ὅμως, λέγει, δοκίμασε τὰ ἀντίθετα κακά. Δηλαδὴ, τίς κακώσεις τοῦ σώματος· γι’ αὐτὸ τώρα αὐτός ἀπολαμβάνει αἰώνια ἀναψυχή, ἀφοῦ τότε ἔπασχε πρόσκαιρα ἀπὸ τὰ κακά, καὶ σὺ ὑποφέρεις ἀκατάπαυστα, ἀφοῦ τότε καλοπερνοῦσες καὶ ἀπολάμβανες πρόσκαιρα τίς ἠδονές.

Πῶς, ὅμως, δέν εἶπε «ἔλαβες», ἀλλ’ «ἀπέλαβες»; Γιά νά δείξει ὅτι αὐτός πού στή ζωὴ αὐτὴ εἶναι προσκολλημένος στίς ἠδονὲς καί τίς ἀπολαύσεις κι ἔχει μέ ὑπεραφθονία τὰ χρήματα καὶ τὸν πλοῦτο καὶ κάνει κατάχρηση τῆς εὐπορίας, κι ἂν ἀκόμη κατορθώσει κάτι ἀπὸ τίς ἄλλες ἀρετές, δέν θὰ λάβει μισθό· γιατὶ ἀντὶ γιά μισθὸ ἔχει τὴν τωρινὴ εὐπορία καὶ καλοπέραση, ὅπως ἐκεῖνος πού κατατρύχεται ἀπὸ τή φτώχεια καὶ τὴν ἀσθένεια καὶ τὰ ὑπομένει γενναῖα ἔχει ὡς ἀνταπόδοση τῶν πλημμελημάτων τὴν ἐδῶ κακοπάθεια τῆς σάρκας.

Ἀλλ’ «ἐκτὸς ἀπ’ ὅλα αὐτά», λέγει, «ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καὶ σὲ σᾶς ὑπάρχει μεγάλο χάσμα, γιά νά μὴ μποροῦν νά περάσουν αὐτοί πού θέλουν ἀπὸ ἐδῶ πρὸς ἐσᾶς, οὔτε νά περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ πρὸς ἐμᾶς». Βλέπετε ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀβραάμ δέν μπορεῖ, καὶ ἂν ἀκόμη θέλει, νά βοηθήσει τοὺς ἐκεῖ καταδικασμένους; Γιατὶ τὸ ἀναμεταξὺ χάσμα εἶναι ἀδιάβατο γιά ὅλους, ὥστε καὶ ὅσοι θέλουν νά περάσουν νά μὴ μποροῦν· «οὔτε οἱ ἀπὸ ἐκεῖ», λέγει, «μποροῦν νά περνοῦν πρὸς ἐμᾶς».

Φαίνεται νά βρίσκονται πιὸ μέσα ἀπὸ τή φλόγα οἱ ἄλλοι τιμωρούμενοι, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀβραὰμ λέγει «ἀπὸ ἐκεῖ», ἀλλὰ καὶ δοκιμάζουν σφοδρότερα τή φωτιά, ὥστε νά μὴ μποροῦν νά μιλοῦν καθόλου. Αὐτοὶ ἐνδεχομένως νά εἶναι ἐκεῖνοι πού στόν παρόντα κόσμο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι δέν δίνουν ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τους πλουτοῦν καί μέ ἁρπαγή, πρᾶγμα γιά τὸ ὁποῖο δέν κατηγορήθηκε ὁ πλούσιος αὐτός· γιατὶ δέν κατακρίνεται ὡς ἅρπαγας καὶ ἄδικος, ἀλλὰ μόνο ὡς ἄσπλαχνος καὶ φιλήδονος.

Πρὸς αὐτὸν λέγει ὁ Ἀβραὰμ ὅτι, ἐπειδὴ προτίμησες τὸν ἀπολαυστικὸ καὶ ἄνετο καὶ πρόσκαιρο βίο ἀντὶ γιά τὸν ἐγκρατή, τώρα δίκαια σὲ κυρίευσε ὀδύνη καὶ θλίψη καὶ στενοχώρια.

Ἐπειδὴ ὅμως καὶ πρὸς τοὺς φτωχοὺς δέν εἶχες καμμιά κοινωνία μέ τὴν ἐλεημοσύνη, οὔτε ἀπέκτησες φίλους ἀπὸ τὸν μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, οὔτε ἔδωσες τὸ περίσσευμά σου πρὸς ἀναπλήρωση τοῦ ὑστερήματος ἐκείνων, ἀλλ’ ἔμεινες ἐντελῶς ἀκοινώνητος πρὸς τοὺς ἁγίους, ἀπομακρυσμένος ἀπὸ αὐτοὺς, ὅπως εἶναι ἀπομακρυσμένη ἀπὸ τὴν ἀρετὴ ἡ κακία, γι’ αὐτὸ τώρα ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς πού ἔχουμε ζήσει μέ ἀρετὴ καὶ σ’ ἐσᾶς πού ἔχετε ζήσει μέ κακία ὑπάρχει μεγάλο καὶ ἀδιάβατο χάσμα, ὥστε νά μὴ μποροῦμε ποτέ νά μεταβοῦμε ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλο.

Παριστάνει βέβαια μέ αὐτὰ τὸ ἀτελείωτο καὶ ἀμετάθετο τόσο τῆς κόλασης τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅσο καὶ τῆς ἄνεσης τῶν δικαίων.

Ἀλλ’ ὁ πλούσιος, ὄντας ἀνόητος, οὔτε ἔτσι σωφρονίσθηκε, οὔτε σταμάτησε τὴν κακία, οὔτε κατέκρινε τὸν ἑαυτὸ του, ἀλλ’ ἐπιχειρεῖ ἀκόμη νά δικαιώνει τὸν ἑαυτὸ του καί, σὰν νά μὴ τὸν εἶχε κανεὶς βεβαιώσει προηγουμένως γιά τὸν τόπο αὐτὸν τῶν βασάνων, λέγει, «σὲ παρακαλῶ, λοιπόν, στεῖλε τὸν Λάζαρο στόν πατρικό μου οἶκο (γιατὶ ἔχω πέντε ἀδελφούς), γιά νά τοὺς διαβεβαιώσει, ὥστε νά μὴ ἔρθουν καὶ αὐτοὶ στόν τόπο αὐτὸν τῶν βασάνων».

Δείχνει δηλαδὴ ὅτι, ἂν εἶχε καὶ αὐτὸς ἕνα μάρτυρα προηγουμένως, δέν θὰ ἔκανε ἐκεῖνα, γιά τὰ ὁποῖα καταδικάσθηκε στή γέεννα. Ὅταν, ὅμως, ὁ Ἀβραὰμ εἶπε, «ἔχουν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, ἂς ἀκούσουν αὐτοὺς» (γιατὶ ὁ Μωϋσῆς σὰν ἐκπρόσωπος τοῦ Θεοῦ λέγει στήν ᾠδή, «ἔχει ἀνάψει φωτιὰ ἀπὸ τὸν θυμό μου, θὰ φθάσει ἡ φλόγα μέχρι τὰ βάθη τοῦ Ἅδη»· ἐνῶ ὁ Ἠσαΐας, συμφωνώντας μέ τοὺς ἄλλους προφῆτες, λέγει· «θὰ κατακαοῦν οἱ ἄνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ συγχρόνως καὶ δέν θὰ ὑπάρχει κανεὶς νά σταματήσει τή φωτιά»)· λέγοντας αὐτὰ ὁ Ἀβραάμ, ἐκεῖνος πάλι ἀντιλέγοντας λέγει· «ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς πάει πρὸς αὐτούς, θὰ μετανοήσουν». Τὶ ἀπαντᾶ, λοιπὸν, πάλι σ’ αὐτὸ ὁ Ἀβραάμ;

«Ἂν δέν ἀκοῦν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, οὔτε, ἂν ἀναστηθεῖ κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ πιστέψουν», σὰν νά τοῦ ἔλεγε ἀκριβῶς αὐτό, ὅτι, ἐπειδὴ πρὶν πεθάνεις δέν ἐνδιαφερόσουν καθόλου γιά τοὺς μωσαϊκοὺς καὶ προφητικοὺς λόγους, κι ἂν ἀκόμη ἔβλεπες νεκρὸ ἀναστημένο, δέν ἐπρόκειτο νά ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τή σπατάλη καὶ τὴν ἀσπλαγχνία πιστεύοντας σ’ ἐκεῖνον.

Γι’ αὐτὸ τώρα, ποὺ ἔχεις περικυκλωθεῖ δίκαια ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς γέεννας ἀντιμετωπίζεις ἀνελέητους καὶ ἀκατάπαυστους τοὺς φρικτοὺς πόνους.

Ὁ πλούσιος, λοιπὸν, ἐκεῖνος, ἀδελφοί, ἔχοντας τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους κανένας δέν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, φαινόταν νά ἔχει κάποια πρόφαση, ἐμεῖς ὅμως μαζὶ μ’ ἐκείνους ἀκοῦμε καὶ Ἐκεῖνον πού ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς γιά χάρη μας, νά λέγει· «μὴ θησαυρίζετε γιά τοὺς ἑαυτοὺς σας θησαυροὺς πάνω στή γῆ, ἀλλὰ θησαυρίζετε θησαυροὺς γιά τὸν οὐρανό»· ἐπίσης, «σ’ ὁποῖον σοῦ ζητεῖ νά δίνεις, καὶ αὐτόν πού θέλει νά δανεισθεῖ ἀπὸ σένα μὴ τὸν διώξεις»· καὶ, «δῶστε ἀπὸ αὐτά πού ἔχετε ἐλεημοσύνη, καὶ νά ὅλα θὰ εἶναι καθαρὰ γιά σᾶς».

Ἐάν, ὅμως, κάποιος τρώγει καὶ πίνει μαζί μέ μέθυσους, καὶ πρὸς τοὺς φτωχοὺς εἶναι σκληρὸς καὶ ἄσπλαχνος, «θὰ ἔρθει», λέγει ὁ Κύριος, «σὲ ἡμέρα πού δέν τὴν περιμένει καὶ σὲ ὤρα πού δέν τή γνωρίζει, καὶ θὰ τὸν ξεχωρίσει καὶ θὰ τὸν τοποθετήσει στή μερίδα τῶν ἀπίστων».

Ἀφοῦ, λοιπὸν, δέν σᾶς μένει καμμιά πρόφαση, ἐπειδὴ «κανενὸς ἡ ζωὴ δέν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῶν ὑπαρχόντων του», ὅποιος ἔχει κάτι πού τοῦ περισσεύει ἂς τὸ δίνει σὲ ἐκείνους πού δέν ἔχουν, εἰσαγόμενος μέ αὐτὸν τὸν τρόπο στόν κλῆρο τοῦ πατέρα τῶν σωζομένων Ἀβραάμ, ἐνῶ οἱ φτωχοὶ νά μιμοῦνται τὴν καρτερία τοῦ Λαζάρου, κερδίζοντας μέ τὴν ὑπομονὴ τους τίς ψυχὲς τους.

Μέ τὴν ταπείνωσή τους, ἄς ἀποκτήσουν μόνοι τους τούς κόλπους ἐκείνους τοῦ Ἀβραάμ, ἀπὸ τοὺς ὁποίους «ἔχει ἀποδράσει κάθε ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός», καὶ ἐπικρατεῖ χαρά, ἀπόλαυση καὶ θυμηδία ἔνθεη καὶ ἀτελείωτη. Γι’ αὐτὸ, μάλιστα, ὁ Χριστὸς μᾶς φανέρωσε τὰ ἐκεῖ μ’ αὐτή τὴν παραβολή, ὥστε, ἀφοῦ βελτιωθοῦμε μέ τή μετάνοια, νά μᾶς καταστήσει ἀξίους ἐκείνων τῶν αἰωνίων ἀπολαύσεων, ἀπαλλάσσοντάς μας ἀπὸ τὰ βάσανα πού ἐπιφυλάσσονται ἐκεῖ· γιατὶ λέγει, «αὐτός πού γνώρισε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου του καὶ δέν τὸ ἔπραξε, θὰ δεχθεῖ μεγάλη τιμωρία».

Ἀφοῦ μᾶς εἶπε αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια καί μᾶς διεβεβαίωσε Ἐκεῖνος πού ἔπαθε, τάφηκε, ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς καί ἀνέβηκε στούς οὐρανούς. Ἀνέδειξε, ὅμως, πολυάριθμο πλῆθος Μαρτύρων τῆς παρουσίας Του καί τῆς ἀλήθειας τῶν ὅσων κηρύχθηκαν ἀπὸ Αὐτόν,…

…Ἄς δείχνουμε ὑπακοὴ στήν Αὐτοαλήθεια ζῶντας μέ τρόπο θεάρεστο,… ὥστε νά ποθήσουμε, καί μέ ἔργα μέχρι τέλους νά ἐπιζητήσουμε τὴν μακαριότητα πού ἐπιφυλάσσεται στούς οὐρανοὺς γιά ἐκείνους πού ἔζησαν ἐδῶ μέ τρόπο θεοφιλῆ.

Αὐτὴ τή μακαριότητα εἴθε νά ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς μέ τή χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμὴ καὶ προσκύνηση μαζί μέ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Αφιέρωμα 28η Οκτωβρίου 1940: Η επέτειος του ΟΧΙ

28 Οκτωβρίου, 2021

Είναι αξημέρωτα της Δευτέρας της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν ένας επίμονος ήχος από σειρήνες μεταφέρει την είδηση του πολέμου, που είχε αρχίσει ουσιαστικά 2,5 μήνες πριν, στις 15 Αυγούστου, με τη βύθιση του ευδρόμου «Ελλη»

afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi-561557992 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Newsroom 28.10.2021 • 07:44 UPD: 08:47

Είναι αξημέρωτα της Δευτέρας της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν ένας επίμονος ήχος από σειρήνες μεταφέρει την είδηση του πολέμου, που είχε αρχίσει ουσιαστικά 2,5 μήνες πριν, στις 15 Αυγούστου, με τη βύθιση του ευδρόμου «Ελλη».

Σύμφωνα με άρθρο της ιστορικού, Μαρίνας Πετράκη, σητν «Καθημερινή», αυτό το χρονικό διάστημα δόθηκε ο χρόνος στην ελληνική κυβέρνηση να εντείνει τις προσπάθειες για ολοκλήρωση της στρατιωτικής και πολιτικής προετοιμασίας της χώρας, η οποία επί της ουσίας είχε ξεκινήσει τρία χρόνια πριν με την κατασκευή της οχυρωματικής γραμμής στα βόρεια σύνορα (Γραμμής Μεταξά) για να αντιμετωπισθεί ενδεχόμενη επίθεση από την Βουλγαρία.

Η κατάληψη της Αλβανίας από τα ιταλικά στρατεύματα τον Απρίλιο 1939 επέβαλαν τον επανασχεδιασμό της αμυντικής πολιτικής.

Μαζί με την στρατιωτική προετοιμασία της χώρας μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιο πολιτικής επιστράτευσης, βάσει της οποίας ο πληθυσμός όλης της χώρας αδιακρίτως φύλου και άπαντες οι οργανισμοί όφειλαν να «συντρέχωσι και συνεισφέρουσι εις την Εθνικήν Αμυναν υποκείμενοι εις πειθαρχίαν πολέμου».

Η απόφαση του Ιωάννη Μεταξά να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο έθεσε άμεσα σε λειτουργία την πολεμική μηχανή. Οι επιστρατευμένοι νέοι εισρέουν κατά χιλιάδες στα έμπεδα να καταταγούν.

Όπως γράφει η κ. Πετράκη, «με ενθουσιασμό και πάθος, που συνδαύλιζαν οι σημαίες, τα πολεμικά εμβατήρια και η φωνή του εκφωνητή στο ραδιόφωνο, ντύνονται στο χακί και ξεκινούν για το μέτωπο ωσάν να πηγαίνουν σε γιορτή. Και ήταν πράγματι γιορτή. Η πιο λαμπρή γιορτή της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Αν και είχαν στη διάθεσή τους πέντε ημέρες για να παρουσιαστούν, το ογδόντα τοις εκατό παρουσιάστηκε την πρώτη μέρα. Εκείνη πραγματικά η άψογα οργανωμένη «ταχύρρυθμη επιστράτευση» αποτέλεσε την πρώτη ιταλική αποτυχία και την πρώτη μεγάλη ελληνική νίκη».

afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi0
28 Οκτωβρίου 1940. Με κάθε μέσο οι πολίτες σπεύδουν στα κέντρα κατάταξης.
afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi2
Αναχώρηση για το Μέτωπο.
afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi4
Διαδήλωση στο κέντρο της πρωτεύουσας λίγες ώρες μετά την κήρυξη του πολέμου.

Το χρονικό του «ΟΧΙ»

Η Επέτειος του «ΟΧΙ» μνημονεύει την άρνηση της Ελλάδας στις ιταλικές αξιώσεις που περιείχε το τελεσίγραφο που επιδόθηκε από τον Ιταλό πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι στον Ιωάννη Μεταξά την 28η Οκτωβρίου του 1940.

Συνέπεια της άρνησης αυτής ήταν η είσοδος της Χώρας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Η ημερομηνία αυτή καθιερώθηκε να εορτάζεται στην Ελλάδα και την Κύπρο κάθε χρόνο ως επίσημη εθνική εορτή και αργία.

Λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία, στην Κηφισιά.

Απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική. 

Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c’est la guerre» (Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταλικών αιτημάτων. 

Ο ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή: 

«Μόλις καθίσαμε, του είπα ότι η κυβέρνησή μου μού είχε αναθέσει να του κάνω μία άκρως επείγουσα ανακοίνωση και χωρίς άλλα λόγια του έδωσα το κείμενο. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Τα χέρια που κρατούσαν το χαρτί έτρεμαν ελαφρά, και μέσα από τα γυαλιά έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν όπως συνήθιζε όταν ήταν συγκινημένος. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή φωνή: «Alors, c’est la guerre!» (λοιπόν έχουμε πόλεμο).

Τού απάντησα ότι η ιταλική κυβέρνηση ήλπιζε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα δεχόταν τα αιτήματά της και θα άφηνε να περάσουν ελεύθερα τα ιταλικά στρατεύματα τα οποία θα άρχιζαν τις μετακινήσεις τους στις 6 το πρωί. Ο Μεταξάς με ρώτησε τότε πως θα μπορούσα να σκεφτώ ότι ακόμα και αν είχε πρόθεση να ενδώσει θα του ήταν δυνατόν μέσα σε τρεις ώρες να λάβει τις διαταγές του βασιλιά και να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες για την ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων».

— Εμμανουέλε Γκράτσι, Η αρχή του τέλους, Εστία. 1980, σελ. 285 

afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi6
Το πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής»

Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό Τύπο με την λέξη «ΟΧΙ».

Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας Ελληνικό Μέλλον του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.

Ακολούθως υιοθετήθηκε ως σύνθημα, και από άλλες εφημερίδες, και για ακόλουθες περιστάσεις, όπως το εξώφυλλο της εφημερίδας Η Βραδυνή, στις 6 Απριλίου 1941 με αφορμή την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα. 

Στις 05.30 ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με την αιφνιδιαστική εισβολή (το τελεσίγραφο όριζε ότι η επίθεση θα ξεκινούσε στις 6 π.μ.) των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη εισήλθε στον πόλεμο.

Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», το οποίο ακολούθησε, και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατήγαγε εις βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.

Η επέτειος του «ΟΧΙ» γιορτάστηκε για πρώτη φορά στα χρόνια της Κατοχής. Στο κεντρικό κτίριο και στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποιήθηκε ο πρώτος εορτασμός στις 28 Οκτωβρίου 1941. Γίνονταν ομιλίες από τους φοιτητές, ενώ μίλησε για την επέτειο την παραμονή και ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο οποίος αρνήθηκε να κάνει μάθημα την ημέρα της επετείου με αποτέλεσμα να απολυθεί από το Πανεπιστήμιο.

Στην δεύτερη επέτειο (28/10/1942), ο εορτασμός έγινε στην Πλατεία Συντάγματος με πρωτοβουλία των οργανώσεων ΕΠΟΝ και ΠΕΑΝ. Υπήρχε ανησυχία για το πώς θα αντιδράσουν οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής, οι οποίες όμως δεν παρενέβησαν. Εκδηλώσεις και διαδηλώσεις εκείνη την ημέρα έγιναν και σε άλλες πόλεις. Στον Πειραιά πραγματοποιήθηκαν ολιγοπληθείς συγκεντρώσεις, ανέβαινε κάποιος σε μια καρέκλα, έβγαζε ένα σύντομο λόγο, και κατόπιν διαλύονταν, για να αποφύγουν επέμβαση των καραμπινιέρων.

Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για το τι έγινε στις 28 Οκτωβρίου 1943. Σύμφωνα με τον Ηλία Βενέζη γιορτάστηκε η επέτειος στο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, στην πλατεία Κοτζιά (ο Βενέζης ήταν τότε υπάλληλος της τράπεζας). Κατέφθασαν όμως οι Γερμανοί, που είχαν την ευθύνη της αστυνόμευσης πλέον, υποχρέωσαν όσους συμμετείχαν να σταθούν με τα χέρια ψηλά μέχρι το βράδυ, ενώ έστειλαν και είκοσι περίπου από αυτά τα άτομα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάποια δεν επέστρεψαν.

Για πρώτη φορά η επέτειος γιορτάστηκε επίσημα στις 28 Οκτωβρίου 1944 με παρέλαση ενώπιον του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.

afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi8
Γυναίκες της Πίνδου εργάζονται για τη συντήρηση δρόμου.
afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi10
Ελληνες στρατιώτες επιχειρούν εξ εφόδου κατάληψη υψώματος.
afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi12
Οι προωθημένοι της IV Μοίρας Ορειβατικού Πυροβολικού. (Αποστολέας: Πέτρος Τσαπάρας)

Διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)

Προς τον ελληνικόν λαόν,

Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι επεδείξαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην, προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημας το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες μου εζήτησεν σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν, την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.

Έλληνες,

τώρα θα αποδείξωμεν εάν είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον, αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας, και τας ιεράς μας παραδόσεις.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών

Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως

Ιωάννης Μεταξάς


Διάγγελμα του Βασιλιά Γεωργίου Β΄ προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)

Πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, 

Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλε πρὸ ὀλίγου ὑπὸ ποίους ὅρους ἠναγκάσθημεν νὰ κατέλθωμεν εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Ἰταλίας, ἐπιβουλευθείσης τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος. 

Κατὰ τὴν μεγάλην αὐτὴν στιγμὴν εἶμαι βέβαιος, ὅτι κάθε Ἕλλην καὶ κάθε Ἑλληνὶς θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον μέχρι τέλους καὶ θὰ φανῇ ἀντάξιος τῆς ἐνδόξου ἡμῶν ἱστορίας. 

Μὲ πίστιν εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὰ Πεπρωμένα τῆς φυλῆς, τὸ Ἔθνος σύσσωμον καὶ πειθαρχοῦν ὡς εἷς ἄνθρωπος θὰ ἀγωνισθῇ ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν μέχρι τῆς τελικῆς νίκης. 

Ἐν τοῖς ἀνακτόροις τῶν Ἀθηνῶν τῇ 28ῃ Ὀκτωβρίου 1940 

Γεώργιος Β΄


Μήνυμα Αρχιεπισκόπου Αθηνών προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά 

Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και ο πρόεδρος της εθνικής ημών κυβερνήσεως καλούν ημάς πάντας ίνα αποδυθώμεν εις Άγιον υπέρ Πίστεως και Πατρίδος αμυντικόν αγώνα. Η Εκκλησία ευλογεί τα όπλα τα ιερά και πέποιθεν ότι τα τέκνα της Πατρίδος ευπειθή εις το κέλευσμα Αυτής και του Θεού θα σπεύσουν εν μιά ψυχή και καρδιά ν΄ αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της Ελευθερίας και τιμής και θα συνεχίσουν ούτω την απ΄ αιώνων πολλών αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και θα προτιμήσουν τον ωραίον θάνατον από την άσχημον ζωήν της δουλείας. Και μη φοβούμεθα από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι, ας φοβούμεθα δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχή και σώμα απωλέσαι.
Επιρρίψωμεν επί Κύριον την μέριμναν ημών και Αυτός θα είναι βοηθός και αντιλήπτωρ εν τη αμύνη κατά της αδίκου επιθέσεως των εχθρών. Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου του Θεού και εν τη γενναιότητι και ανδρεία μεγαλυνθησόμεθα. 

Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός είη ματά πάντων ημών. 

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρύσανθος.


Ημερήσια Διαταγή Αρχιστράτηγου (28-10-1940)

Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και η Εθνική Κυβέρνησις μου ενεπιστεύθησαν την αρχηγίαν του Στρατού.

Αναλαμβάνων αυτήν, καλώ τους Αξιωματικούς και οπλίτας του Ελληνικού Στρατού εις την εκτέλεσιν του υψίστου προς την Πατρίδα καθήκοντος με την μεγαλυτέραν αυταπάρνησιν και σταθερότητα. Ουδείς πρέπει να υστερήσει.

Η υπόθεσις του αγώνος, τον οποίον μας επέβαλεν ο αχαλίνωτος ιμπεριαλισμός μιας Μεγάλης Δυνάμεως, η οποία ουδέν είχε ποτέ να φοβηθή από ημάς, είναι η δικαιοτέρα υπόθεσις, την οποίαν είναι δυνατόν να υπερασπισθή ένας Στρατός. Πρόκειται περί αγώνος υπάρξεως. Θα πολεμήσωμεν με πείσμα, με αδάμαστον εγκαρτέρησιν, με αμείωτον μέχρι τελευταίας πνοής ενεργητικότητα. Έχω ακράδαντον την πεποίθησιν ότι ο Ελληνικός Στρατός θα γράψη νέας λαμπράς σελίδας εις την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους.

Μή αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν με την βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του Έθνους.

Έλληνες Αξιωματικοί και οπλίται φανήτε ήρωες!

Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος


Τηλεγράφημα Τσώρτσιλ προς Ι. Μεταξά (28-10-40)

Προς Πρωθυπουργόν Ελλάδος κ. Ι. Μεταξά

Λονδίνο 28 Οκτωβρίου 1940

Αι απειλαί και αι εκφοβιστικαί προσπάθειαι της Ιταλίας απεδείχθησαν ανίσχυροι προ του ηρέμου θάρρους σας. Δι΄ ο και προσέφυγεν αύτη εις απρόκλητον επίθεσιν κατά της πατρίδος σας, αναζητούσα εις αβασίμους κατηγορίας την δικαίωσιν της επαισχύντου πράξεώς της. Ο τρόπος κατά τον οποίον ο ελληνικός λαός, υπό την ανταξίαν αυτού ηγεσίαν σας, αντιμετώπισε τους κινδύνους και τας προκλήσεις των τελευταίων μηνών, προκαλεί τον θαυμασμόν του Βρεττανικού λαού διά την Ελλάδα. Αι μεγάλαι αρεταί του ελληνικού λαού θα τον στηρίξουν και κατά την παρούσαν δοκιμασίαν.

Θα σας παράσχωμεν πάσαν δυνατήν συνδρομήν, θα πολεμήσωμεν μαζί σας τον κοινόν εχθρόν και μαζί θα μοιρασθώμεν την νίκην μας. 

Ουΐνστων Τσώρτσιλ


Διαβάστε: Ογδόντα χρόνια από το έπος του 1940

Διαβάστε: Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940, μια νίκη της ελληνικής κοινωνίας

Διαβάστε: Το «όχι» που μας έμεινε

afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi14
Ιταλοί στρατιώτες, με υψωμένη λευκή σημαία, ετοιμάζονται να παραδοθούν στους Ελληνες κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940. Ο Μουσολίνι δεν μπορούσε να παραδεχθεί την ήττα της επίλεκτης μεραρχίας «Τζούλια».
afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi16
Αθήνα 1940: Διαδήλωση έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα. Κυριαρχούν το «Οχι», ο Γεώργιος Β΄ και η βασιλική κορώνα.

Διαβάστε: «Εκείνο το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940» από το κορίτσι με το φανελάκι

Διαβάστε: Η περίοπτη θέση του «Όχι» στην ελληνική ιστορία και κοινωνία

afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi18
© Mondadori/ Getty Images/ Ideal Image

27 Οκτωβρίου 1940, μια μέρα πριν

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1940

Αθήνα, πρωί
Εορτάζεται στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο η επέτειος της φασιστικής επανάστασης. Ο πρεσβευτής Γκράτσι είναι παρών, καθώς και σχεδόν όλη η μικρή ιταλική παροικία της Αθήνας. Εντούτοις, η ατμόσφαιρα είναι παγερή, εξαιτίας της αβεβαιότητας που διακατέχει σε μεγάλο βαθμό τους προσκεκλημένους για τις επικείμενες εξελίξεις στο επίπεδο των διμερών ελληνοϊταλικών σχέσεων.

Θεσσαλονίκη, πρωί
Αποδίδοντας πιστά το κλίμα της ημέρας, ο Γεώργιος Βαφόπουλος γράφει: «Ήταν το πρωί της Κυριακής της 27ης Οκτωβρίου 1940. Κι ακούσθηκε ο λόγος του δημάρχου [Θεσσαλονίκης] βαρύς, με φανερούς υπαινιγμούς για τον εχθρό, που δεν κατονομαζόταν, που ήταν όμως γνωστός, που τον ψιθύριζαν τα χείλη του κόσμου… Κι η καρδιά μου σφιγγόταν από την αναμονή της ενδεχόμενης συμφοράς, και δάκρυζα για τη μοίρα του τόπου μου…».

Αθήνα, βράδυ
Ο Εμανουέλε Γκράτσι διέρχεται τις βραδινές ώρες στην οικία της οικογένειας Βλαστού, όπου και, φαινομενικά εύχαρις, διηγείται περιστατικά από ανέκδοτα παίζοντας μπριτζ. Εμφανώς, επιδιώκεται να ενισχυθεί η εντύπωση ότι δεν επίκειται κάποιο έκτακτο γεγονός. 

Κάρυστος
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εξόριστος στην Κάρυστο, υπείκοντας σ’ ένα απροσδιόριστο προαίσθημα, γράφει δύο έμμετρα επιγράμματα αφιερωμένα στην Ελλάδα. «Φαίνεται», σημειώνει ο ίδιος, «ότι η μοναξιά της εξορίας εντείνει την επαφήν της ψυχής με το πνεύμα της ιστορίας».

Βερολίνο, μεσάνυχτα
Το ιδιαίτερο γραφείο του Αδόλφου Χίτλερ πληροφορείται από τη Ρώμη, μέσω του στρατηγού Φον Ρίντελεν, ότι η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος θα εκδηλωθεί την επομένη, Δευτέρα 28 Οκτωβρίου. Ο δε Γκαλεάτσο Τσιάνο, με ημερομηνία 27ης Οκτωβρίου, καταγράφει: «Ήδη οι τέσσερες διπλωμάτες, Γερμανός, Ιάπων, Ισπανός και Ούγγρος, εις τους οποίους ενεχείρισα το κείμενο του τελεσιγράφου προς την Ελλάδα, εξεπλάγησαν».

Ελληνοαλβανικά σύνορα, μεσάνυχτα
Πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι ιταλικά στρατιωτικά αγήματα προελαύνουν προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα, όπου και παρατάσσονται σε διάταξη επιθετική. Ενώ από το σούρουπο βρέχει ασταμάτητα, άγρυπνα τα προκεχωρημένα ελληνικά φυλάκια παρακολουθούν τις κινήσεις τους. Όσο περνά η ώρα, ενισχύεται η εντύπωση ότι επίκειται από την αντίπερα όχθη πολεμική πρωτοβουλία. «Συνδυάζων πληροφορίας και φήμας και ημερομηνίας, απέκτησα πεποίθησιν ότι πρόκειται περί σκηνοθεσίας δι’ επικείμενην αύριον ίσως επίθεσιν», σημειώνει ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του.

Ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII Μεραρχίας, είναι στα Γιάννενα δέκτης των ανησυχητικών μηνυμάτων που του διαβιβάζουν από το μέτωπο ο Κωνσταντίνος Δαβάκης και ο συνταγματάρχης Μαυρογιάννης, αρχηγός του Πυροβολικού της Μεραρχίας. Και διαμηνύει στο Γενικό Επιτελείο την προσωπική του πλέον άποψη ότι η ιταλική επίθεση είναι πιθανό να εκδηλωθεί την επομένη το πρωί –ίσως και κατά τη νύχτα– τονίζοντας αποφασιστικά: «Δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι!».

Ρώμη, 1 μετά τα μεσάνυχτα
Το κρατικό ραδιόφωνο αναγγέλλει ότι έληξε η περίοδος της ανεκτικότητας της Ιταλίας έναντι της Ελλάδος…

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου «1940. Οι τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου», Εκδόσεις Πατάκη (Αθήνα, 2016).

afieroma-28i-oktovrioy-1940-i-epeteios-toy-ochi20
Ελληνες στρατιώτες μεταφέρουν εξαρτήματα πυροβόλου όπλου στο μέτωπο κατά τον πόλεμο του 1940.

Πως είδε ο τουρκικός Τύπος την 28η Οκτωβρίου του ’40

Η ηρωική αντίσταση της Ελλάδας στην απόπειρα της φασιστικής Ιταλίας να εισβάλει στο έδαφός της, που ξεκίνησε την 28η Οκτωβρίου 1940, αλλά και η προέλαση του ελληνικού στρατού στην υπό κατοχή αλβανική ενδοχώρα προκάλεσαν τον θαυμασμό όχι μόνο των δυτικών συμμάχων, αλλά και της γείτονος Τουρκίας.

Η αρθρογραφία των τουρκικών εφημερίδων της εποχής αποτελεί αψευδή μάρτυρα των αισθημάτων συμπαράστασης και των επαίνων που είχαν προκαλέσει τα ελληνικά κατορθώματα εναντίον ενός σαφώς υπέρτερου, υλικά και αριθμητικά, αντιπάλου. Πρόκειται για μια περίοδο που ο Ισμέτ Ινονού, έχοντας υπερισχύσει στον αγώνα εξουσίας που είχε λάβει χώρα μετά τον θάνατο του Κεμάλ Ατατούρκ τον Νοέμβριο 1938, είχε αναγορευθεί σε «εθνικό ηγέτη» (Milli Şef) της Τουρκίας.

Διαβάστε: «Ελληνες, ευλογημένος ο αγώνας σας!»: Πως είδε ο τουρκικός Τύπος την 28η Οκτωβρίου του ’40


* Με πληροφορίες: Καθημερινή, Wikipedia

16 χαικου για τα 30χρονα Πατριαρχίας Βαρθολομαίου-Ποίηση π. Παναγιώτη Καποδίστρια-

27 Οκτωβρίου, 2021

ΚΛΕΙΔΟΥΧΟΣ ΤΩΝ ΚΑΗΜΩΝ

όπου ήχος καθαρός εορταζόντων”

[Υμνογραφία Μεγάλης Τρίτης]

Καμπανίσματα

τριάντα χρόνων μέρες

ήχος καθαρός.

*

Λάμπουσα Χάρη

επταβηματίζουσα

ώς τον θρόνο σου.

*

Χοροστασίες

κλειδούχοι των καημών

των ανάκουστων.

*

Θυμιατίζεις

νωπογραφίες ίσκιων

αδιήγητων.

*

Ομίχλη Πόλης

κι εξέχουν ναόσχημα

μνήματα μνήμες.

*

Περιάκουστα

συντηρείς τα δάκρυα

της Ρωμιοσύνης.

*

Τον λόγο φλόγα

λαμπαδεύεις ευθαρσώς

πάση τη κτίσει.

*

Πικρές αλήθειες

κηρύσσεις ως μη-Λήθη

όπου κι αν βρεθείς.

*

Τις φλυαρίες

της Ιστορίας ψέγεις

Δίκιου φωτανθός.

*

Κι αν σ’ έχουν άχτι

του σκότους οπλοφόροι

Συ ανάβεις Φως.

*

Μπρος ολοταχώς

χαραγή στο θρανίο

της τροφού Σχολής.

*

Της γενέτειρας

τα πουλιά συμμαρτυρούν

υπέρ σου πάντα.

*

Με Τρισάγια

σ’ επαγρύπνηση κρατάς

τους Προπάτορες.

*

Του Αστέριου

κουβαλείς ανέπαφα

ιερό δισάκι.

*

Απ’ το Σχοινούδι

ώς την Παναγιά, τσόφλια

προΑνάστασης.

*

Έαρ στο Γλυκύ

και ω, γλυκύ μου έαρ

ανάστα πάλι.

[Ζάκυνθος, 21.10.2021]

ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

25 Οκτωβρίου, 2021

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

ἅγιος πού ὑμνεῖται καί τιμᾶται ἑξαιρέτως ἀπό ἐμᾶς, ἀνάμεσα στούς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐντόπιος καί συμπολίτης μας πολιοῦχος, τό μέγα θαῦμα τῆς οἰκουμένης, τό μέγα ὡράϊσμα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ θαυματουργός καί μυροβλήτης Δημήτριος. Μέγας φωστήρας ἀνάμεσα σέ περίλαμπρα ἄστρα πού μόνος του κρατεῖ μέσα του μαζεμένα ὅλων τά χαρίσματα, ὅπως σύν Θεῷ θά ἀποδείξουμε, ὁ ἅγιος Δημήτριος μόνος του δικαιοῦται νά καρπώνεται ὅλες μαζί τίς εὐφημίες πού ὀφείλονται σέ ὅλους.

Παρόλο πού δέν ἐπαρκοῦμε νά ποῦμε λόγο γιά τόν μεγαλομάρτυρα ἐν τούτοις ὁ πόθος μᾶς πιέζει νά μιλήσουμε κατά δύναμη καί ὁ καιρός ζητεῖ τόν ἐπίκαιρο λόγο καί τό χρέος ἐπιβάλλει νά θαυμάζουμε μέ τό λόγο τό ὑπερλόγο μεγαλεῖο του μάρτυρος.

Ἦταν σχεδόν ὅλα μαζί ἀπό τή παιδική ἡλικία, στήλη στερεά καί ἀκαθαίρετη κάθε καλοῦ, ἄγαλμα ζωντανό καί αὐτοκινούμενο κάθε ἀρετῆς, ἑστία καί συστοιχία θείων καί ἀνθρωπίνων χαρίτων, βίβλος ζωντανή καί λαλοῦσα πρός δόξα καί διδασκαλία τοῦ ἀνωτέρου, ἐλαιά καρπερή, δένδρο φυτευμένο κοντά στά ρεύματα τῶν ὑδάτων τοῦ Πνεύματος.

Μόνο πού τό μέν ψαλμικό δένδρο «δίδει τό καρπό στό καιρό του», αὐτός ὅμως εἶχε καί ἔχει κάθε ἐποχή καιρό ἀνθοφορίας καί καρποφορίας μαζί, καί οὔτε τό ἄνθος οὔτε ὁ καρπός θά πέσουν καί θά μεταδίδονται σέ ὅσους προσέρχονται μέ πίστη, χωρίς ποτέ νά ἐκλείπουν.

Παρέχει δέ ἀμείωτα καί ἀκατάπαυστα στούς προσερχομένους τό πλῆθος, θά λέγαμε, τῶν χαρίτων, γι’ αὐτό μοιάζει μέ φωτοφόρο δένδρο, ἀφοῦ μεταδίδει ἀσταμάτητα τούς καρπούς σάν ἀκτίνες καί παρέχει κατά κόρο στούς προσερχομένους τά κάλλιστα καί θειότατα, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι πάντοτε γεμάτος ἀπό τέτοια ἀγαθά, σάν ἥλιος παντοειδοῦς εὐεργεσίας ἤ ἀστείρευτη πηγή χαρίτων ἤ πέλαγος θαυμάτων ἀνεξάντλητο ἤ ἄβυσσος ἀνεκδιήγητος ὁρατῶν καί ἀοράτων ἀγαθῶν.

Ἦταν λοιπόν ἁπαλός νεανίας, πολύ ὡραῖος στήν ὄψη, ὄχι μόνο κατά τόν ἐξωτερικό καί αἰσθητό ἄνθρωπο, ἀλλά πολύ περισσότερο κατά τόν ἐσωτερικό καί μή βλεπόμενο. Πραγματικά, δέν καταδέχθηκε ποτέ νά κυριεύσει τό νοῦ του κάτι ἀπρεπές οὔτε βάδισε σέ πράξη ἀντίθετη πρός τό Θεῖο θέλημα, φυλάγοντας ἀμίαντη τήν βαπτισματική  Θεία χάρη.

Καί στό ἄνθος τῆς νεότητος ἀποδέχθηκε τήν ὡραιότητα τῆς παρθενίας, πράττοντας τά πάντα, ὥστε νά εἶναι παρθένος καί στό σῶμα καί στή ψυχή καί νά ἔχει μέ αὐτό τό τρόπο τή πολιτεία στούς οὐρανούς καί νά βαδίζει ἐφάμιλλα πρός τούς ἀσωμάτους, ἄν καί βρισκόταν ἀκόμα στό σῶμα.

Πρίν ἀπό ὅλες ὅμως τίς ἀρετές, εἶχε τή σπουδή τῆς σοφίας, ὥστε ζώντας μέσα στή σύνεση καί τήν καθαρότητα ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του, νά φέρει ἀπό τή νεότητα τήν ἐπαινουμένη γεροντική πολιά, ὅπως λέγει ὁ Σολομών: «ἄσπρα μαλλιά εἶναι στούς ἀνθρώπους ἡ σύνεση καί γεροντική ἡλικία ὁ ἀκηλίδωτος βίος». (Σοφ.Σολ.4, 9).

Ἦταν καί δάσκαλος καί ἀπόστολος ὁ πάγκαλος, καί κανείς δέν μποροῦσε νά ἀντισταθεῖ στοῦ Δημητρίου «τή σοφία καί τό Πνεῦμα, μέ τό ὁποῖο μιλοῦσε» εἰδικά πρός ἐκείνους πού πολεμοῦσαν τόν Χριστό, εἶχε τό λόγο του ὡς κατάλληλο ἐργαλεῖο.

Ἐγώ καί τή στρατιωτική στολή καί τό δακτυλίδι στό χέρι καί τό ὑπατικό ἐπώμιο, τό ὁποῖο φοροῦσε ὁ Μάρτυρας, ὅταν ἔλαβε τό βαθμό ἀπό τόν τότε βασιλέα (Γαλέριο Μαξιμιανό), θεωρῶ ὅτι ὑπῆρξαν σύμβολα τοῦ διδασκαλικοῦ καί καθοδηγητικοῦ ἀξιώματος, πού τοῦ δόθηκε μυστικά ἀπό τόν ἀληθινό βασιλέα Χριστό. Γι’ αὐτό καί, ἀργότερα, ἡ Θεία χάρη θαυματούργησε πλούσια μέ τίς εὐχές του.

 Ἀλλά ὁ ἀπό τήν ἀρχή ἀπατεών διάβολος προετοίμασε πρόωρα τό θάνατο τοῦ Μάρτυρα. Μόλις εἶδε τό ἀποτέλεσμα τῶν συμβόλων ἐκείνων, μή μπορώντας νά ὑποφέρει, ἐρεθίζει τούς ὑπηρέτες τῆς πλάνης ἐναντίον τοῦ ἀντιπάλου τῆς πλάνης.

Αὐτοί, ἀφοῦ συνέλαβαν τόν διώκτη τῆς ἀπάτης τόν προσάγουν στό βασιλέα τῆς ἀπάτης, τόν Μαξιμιανό καί ἔτσι ὁ Δημήτριος κατέρχεται πρός τό στάδιο τοῦ μαρτυρίου, ὁ ἀπό παιδί γεμάτος ἄρρητα χαρίσματα, ὁ σέ ὅλα σοφός καί δίκαιος.

Γνωρίζω ὅτι ποθεῖτε νά μάθετε τό τρόπο τῆς κρατήσεως, πού καί πώς ἀναζητήθηκε καί συνελήφθηκε. Ὑπάρχει μία στοά, ὑπόγεια στό ναό τῆς Ἀειπαρθένου καί Θεομήτορος, πού ὀνομάζεται Καταφυγή.

Σύμφωνα μέ παλαιό ἔθιμο σέ αὐτό τό σημεῖο ξεκινοῦν κάθε χρόνο τήν πανήγυρη τοῦ μεγαλομάρτυρος καί ἀπό ἐκεῖ ἀνερχόμενοι διά τῆς λεωφόρου μέ ὕμνους πρός αὐτόν ἀνεβαίνουν σέ αὐτό τό σημεῖο καί ὁλοκληρώνουν τή γιορτή. Ὅταν λοιπόν ἐπικρατοῦσε ἡ ἀσέβεια –ἐπειδή ἡ λατρεία τῆς εὐσεβείας δέν μποροῦσε νά ἀσκῆται ἐλεύθερα– ὁ Μάρτυρας πήγαινε σέ ἐκεῖνα τά ὑπόγεια, μετέδιδε στούς φοιτητές τήν οὐράνια διδασκαλία καί παρουσίαζε τή θρησκεία τῶν Χριστιανῶν καί τελοῦσε ἄφοβα τή λατρεία της, στούς καταφεύγοντας σέ αὐτόν, ὡς γαλήνιο λιμένα τῆς εὐσεβείας.

Καί ἔτσι ὁ θειότατος Μάρτυρας ἦταν τότε καταφυγή ὅλων ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν νά εὐσεβοῦν, ἀπό αὐτό δέ καί ὁ τόπος ὀνομάσθηκε Καταφυγή.

Οἱ διορισμένοι διῶκτες, ὅταν γνώρισαν ὅτι ὁ Μάρτυρας ἐκεῖ δίδασκε τό λαό, ἐξεμάνησαν πολύ περισσότερο, ἐπειδή εἶδαν τό συγκεντρωμένο πλῆθος νά προσέχει στούς λόγους τοῦ Δημητρίου σάν φωνές τοῦ Θεοῦ, ὁρμοῦν ἐναντίον του ὡς διδασκάλου.

Τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν διά μέσου αὐτῆς τῆς λεωφόρου καί τόν παρουσιάζουν στόν Μαξιμιανό πού κάπου ἐδῶ διέμενε καί παρακολουθοῦσε μέ πολλή ἡδονή τίς ἀνθρωποκτονίες τοῦ Λυαίου. Διατάσσει νά κρατηθεῖ ἐδῶ κατάκλειστος ὁ Ἅγιος, ὅπου καί ὑπέστη τό μαρτύριο.

Ἡ φροντίδα τοῦ ἀρχέκακου Διαβόλου ἦταν νά φύγει τό ταχύτερο τότε ἀπό τούς ἀνθρώπους ὁ Δημήτριος, διότι δέν τόν ὑπέφερε.

Καί γνωρίζετε τήν κάθειρξη τοῦ Δημητρίου καί τήν προφητεία πρός τόν Νέστορα γιά τήν νίκη τοῦ κατά τοῦ Λυαίου, καί τό μαρτύριο. Ὅταν δέ παρατάθηκε ἡ παραμονή τοῦ μάρτυρα στή φυλακή, ὁ ἀρχέκακος ὄφις δέν ὑπέφερε ζωντανό τόν Μάρτυρα καί ὑποδυόμενος τόν σκορπιό προσπάθησε νά τόν θανατώσει, ἀλλά ἡ ἐνοικοῦσα Χάρη τόν ἔσωσε.

Θέλοντας δέ παραδίδεται καί φυλακίζεται καί κρατεῖται στά χέρια τῶν δημίων καί ὑποφέρει τούς βασανισμούς τῶν κακούργων, μιμούμενος τόν παθόντα γιά μᾶς Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Γι’ αὐτό καί ὅταν ἐπῆλθαν οἱ αἱμοχαρεῖς λογχοφόροι μέ ἐντολή τοῦ τυράννου, τούς δέχεται μέ ἀνοιχτές ἀγκάλες γιά νά κτυπηθεῖ σέ αὐτές μέ τό τελικό κτύπημα, μᾶλλον κτυπήματα πού διαπερνοῦσαν τά πάντα, σπλάχνα ὀστᾶ σάρκες καί τίς δυό πλευρές.

Καί ἀπό τήν περίσσεια καί ὑπερβολή τοῦ ἔρωτά του πρός τόν Χριστό, ἔλαβε Χάρη τό σῶμα του νά γίνει πηγή μύρων. Ἔτσι καί ὅταν ἔπαυσε νά χύνεται ἀπό τό σῶμα του τό αἷμα του, ἀντί αἵματος, ἐξέβλυσε μύρο, πρός δόξαν Χριστοῦ, τόν Ὁποῖο αὐτός διά τῆς ζωῆς καί διά τοῦ θανάτου, ἀλλά καί μετά τόν θάνατο, ἐδόξασε καί θά δοξάζει.

Καί ὅλη ἡ πόλη συμφιλιώθηκε μέ τόν Θεό διά τοῦ θανάτου του, διότι διέλυσε τό πλήρωμα τῆς ἀσέβειας καί ὅλα τά δεινά λύθηκαν, ἀφοῦ ὑπερασπίσθηκε ὁ Δημήτριος τήν εὐσέβεια.

Ναοί μεγαλοπρεπεῖς καί περικαλλεῖς εἶναι οἰκοδομημένοι στόν σκοτεινό ἐκεῖνο τόν κρυφό τόπο καί ὅλη ἡ πόλη καυχᾶται γιά τό μαρτύριό του.

Καί ἡ κρήνη τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό μαρτυρικό του σῶμα, εἶναι γεμάτο μύρα καί θαύματα καί ἰάματα καί τό θαυμαστότερο ἀπό αὐτά εἶναι ὅτι, ἄν καί τρέχει συνεχῶς, ἡ πηγή αὐτή μένει ἀστείρευτη.

Καί ὅσα τρυπήματα ἔγιναν στό σῶμα ἀπό τούς λογχιστές, τόσες πηγές ἀναδείχθηκαν.

Ὁ μεγάλος αὐτός μάρτυρας Δημήτριος, πού ἀντιστάθηκε στούς πειραστές τῆς εὐσέβειας, ἀφοῦ εὐχήθηκε πρός τό Κύριο ὑπέρ δημίων του, ἄλλοι σταμάτησαν τή κακία, ἄλλοι μετενόησαν καί πίσευσαν στόν Χριστό, ἔτσι ὥστε σήμερα νά μήν ὑπάρχει στή πόλη μας κανένα ἀπομεινάρι ἐκείνης τῆς δυσσεβείας.

Ἀλλά ἐπικρατεῖ ἡ εὐσέβεια καί ἡ πλούσια προστασία τοῦ Ἁγίου μέ τίς ἀδιάκοπες πρεσβεῖες του πρός τόν Θεό.

Καί ἐμεῖς ἄς λαμπρήνουμε περισσότερο τήν πανήγυρη, ζητώντας ἀπό τό Τριαδικό Θεό διά τῆς πρεσβείας του, νά ἀξιωθοῦμε τῆς αἰωνίας πανηγύρεως τῶν πολιτῶν τοῦ οὐρανοῦ.

 ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά (Λουκ. 8,26-39)

24 Οκτωβρίου, 2021

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ

26. εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν,

27. ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν.

28. ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς.

29. παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους.

30. ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31. καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν.

32. ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.

33. ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη.

34. ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς.

35. ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν.

36. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς.

37. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν.

38. ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων·

39. ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.

 Γιά τήν θεραπείᾳ τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν (Λουκᾶ 8, 26-39)

24 Οκτωβρίου, 2021

 

«Καὶ κατέπλευσεν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας»

Κατέβηκε ὁ Σωτῆρας στή χώρα τῶν Γαδαρινῶν μαζί μέ τοὺς ἁγίους μαθητές. Ἔπειτα τοὺς συνάντησε κάποιος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος ἤταν κατοικία πολλῶν καὶ ἀκαθάρτων πνευμάτων, χωρὶς νοῦ καὶ μυαλό, καὶ δέν ξεχώριζε καθόλου ἀπὸ ἐκείνους πού εἴχαν πεθάνει καὶ βρίσκονταν στή γῆ καὶ μᾶλλον ἤταν ἴσως ἀκόμα χειρότερος, γιατὶ τριγυρνώντας γυμνὸς στά μνήματα τῶν πεθαμένων, ἤταν ἀπόδειξη τῆς ἀπανθρωπιᾶς τῶν δαιμόνων.

Ἐπιτρέπει, βέβαια, ὁ Θεὸς τῶν ὅλων κατ’ οἰκονομίαν κάποιοι νά ὑποταχτοῦν σὲ αὐτούς, ὄχι γιά νά ὑποφέρουν, ἀλλὰ μᾶλλον γιά νά μάθουμε ἐμεῖς μέσῳ αὐτῶν πόσο μισάνθρωποι καὶ μισόκαλοι εἶναι οἱ δαίμονες ἀπέναντί μας, καὶ ἔτσι νά πάψουμε νά θέλουμε νά ὑποτασσόμαστε σὲ αὐτούς, γιατὶ ὅταν πάσχει ἕνας, οἰκοδομοῦνται πολλοί…

Ὁ Γαδαρηνὸς αὐτός, δηλαδὴ ἡ ἀγέλη τῶν δαιμονίων πού κρυβόταν μέσα του, ἔτρεχε πίσω ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ φώναζε τὰ ἑξῆς: «Τί ἑμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή μέ βασανίσης». Πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, ἐδῶ, δειλία περιπλεγμένη μέ πολὺ θράσος καὶ ἀπόγνωση. Δεῖγμα βέβαια τῆς διαβολικῆς ἀπόγνωσης εἶναι τὸ ὅτι τολμᾶ νά λέγει: «Τὶ κοινὸ ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ σένα, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ;», ἐνῶ δεῖγμα δειλίας τὸ ὅτι παρακαλεῖ νά μὴ βασανιστεῖ.

Ἀλλὰ ὅμως, ἐὰν γνωρίζεις ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁπωσδήποτε Υἱὸς τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, ὁμολογεῖς ὅτι εἶναι Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὅλων ὅσα ὑπάρχουν σὲ αὐτά, τότε γιατὶ ἁρπάζεις αὐτὰ πού δέν εἶναι δικὰ σου ἢ μᾶλλον αὐτὰ πού εἶναι δικὰ Του; Ἔπειτα λέγεις: «Τὶ κοινὸ ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ ἔμενα καὶ σὲ ἐσένα;». Καὶ ποιός ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς θὰ ἀνεχθεῖ μέχρι τέλους νά εἶναι ὑποταγμένοι στούς βαρβάρους αὐτοὶ πού εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ σκῆπτρα του; Βγάζε ἀπὸ τὸ στόμα σου τίς κραυγές πού σοῦ πρέπουν. Καὶ αὐτὲς εἶναι αὐτό πού λές: «σὲ παρακαλῶ, μή μέ βασανίσεις».

Καὶ πρόσεχε σὲ παρακαλῶ πάλι τὴν ἀσύγκριτη δόξα Ἐκείνου πού εἶναι πέρα ἀπὸ ὅλα, ἐννοῶ τήν ἀκατανίκητη δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Συντρίβει τὸν Σατανᾶ, θέλοντας νά πάθει μόνο αὐτὸς κάτι τέτοιο. Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι γι΄αὐτὸν φωτιὰ καὶ φλόγες.

Εἶναι, λοιπὸν, ἀλήθεια ὅσα λέγει ὁ μακάριος Ψαλμῳδός: «Τὰ ὄρη ὡσεὶ κηρὸς ἐτάκησαν ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ἀπὸ προσώπου Κυρίου πάσης τῆς γῆς» [Ψαλμ. 96, 5]· μὲ «ὄρη», βέβαια, παρομοιάζει ἐδῶ ὁ Ψαλμωδός τίς ὑψηλὲς καὶ ὑπερήφανες δυνάμεις, δηλαδή τίς πονηρές. Ὅμως, προσβάλλοντας τή δύναμη καὶ ἐξουσία τοῦ Σωτῆρα μας ποὺ εἶναι φωτιά, αὐτὲς λιώνουν σὰν κερί.

Τὸν ῥώτησε ὁ Χριστὸς καὶ τὸν πρόσταξε νά πεῖ ποιό εἶναι τὸ ὄνομά του. Τὸν ῥωτοῦσε ἄραγε ἐπειδὴ δέν ἤξερε καὶ ζητοῦσε σὰν ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς νά μάθει; Καὶ πῶς δέν εἶναι τελείως ἀνόητο τὸ νά ποῦμε ἢ νά σκεφτοῦμε κάτι τέτοιο; Γιατὶ ὡς Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα, καὶ ἐξετάζει τὴν καρδία καὶ τοὺς νεφρούς. Ρώτησε κατ’ οἰκονομία γιά νά μάθουμε ὅτι μεγάλο πλῆθος δαιμονίων κατακυρίευσε μία ψυχὴ ἀνθρώπου.

Ἐπειδὴ, δηλαδὴ, ὁ Κύριος γνώριζε τὸ πλῆθος τῶν δαιμόνων πού κατοικοῦσαν μέσα σὲ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ ἐκεῖνοι πού ἔβλεπαν, ἔβλεπαν ἕναν ἄνδρα καὶ ἄκουαν μία φωνή, λέγει: «τὶ σοί ἐστιν ὄνομα;», γιά νά μὴν πεῖ ὁ Ἴδιος ὅτι εἶναι πολλοὶ καὶ δέν γίνει πιστευτός, ἀλλὰ νά ὁμολογήσουν οἱ ἴδιοι ὅτι εἶναι πολλοί.

«Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν· ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν·καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς··ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη».

Παρακαλέσαν, λοιπὸν, τὸν Κύριο οἱ δαίμονες πού βρίσκονταν μέσα σὲ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο νά μὴν τοὺς στείλει ἀπὸ τώρα στά τρίσβαθα τοῦ Ἅδη, ἐπειδὴ προφανῶς προηγουμένως εἴχαν ἤδη ἀποσταλεῖ ἄλλοι δαίμονες στήν ἄβυσσο καὶ γι’ αὐτὸ ἐκεῖνοι πού εἴχαν ἀπομείνει εἴχαν καταληφθεῖ τώρα ἀπὸ φρίκη ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ, μήπως πάθαιναν κάτι ἀνάλογο.

Κατόπιν ζήτησε ἡ ἀγέλη τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων τὴν ἴση καὶ ὅμοια μέ τὸν ἑαυτὸ της ἀγέλη τῶν χοίρων γιά νά εἰσχωρήσει. Καὶ ὁ Χριστὸς συγκατάνευσε κατ’ οἰκονομία, ἂν καὶ δέν ἁγνοοῦσε αὐτό πού θὰ ἔκαναν. Τοὺς ἔδωσε, λοιπὸν, αὐτὴν τὴν ἐξουσία, γιά νά γίνει σὲ ἐμᾶς μαζί μέ τὰ ἄλλα καὶ αὐτὸ ἀφορμὴ ὠφελείας καὶ ἐλπίδα ἀσφαλείας. Γιατὶ ζητοῦν τὴν ἐξουσία τῶν χοίρων, ἐπειδὴ, δηλαδὴ, δέν τὴν εἴχαν, καὶ αὐτοί πού δέν εἴχαν τὴν ἐξουσία τῶν τόσο μικρῶν καὶ εὐτελῶν, πῶς θὰ μποροῦσαν νά βλάψουν κάποιον ἀπὸ τοὺς σφραγισμένους ἀπὸ τὸν Χριστό μέ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, καὶ πού εἴχαν στηριγμένη τὴν ἐλπίδα τοὺς σὲ Αὐτόν;

Ἀλλὰ ὅμως μαζί μέ αὐτὸ μποροῦμε νά μάθουμε ἀπὸ αὐτό πού συνέβη στήν ἀγέλη τῶν χοίρων καὶ τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ, οἱ ἀσεβεῖς δαίμονες εἶναι κακοὶ καὶ ἐπιβουλεύονται ἐκείνους πού τίθενται κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τους· γιατὶ αὐτὸ θὰ μποροῦσε νά τὸ δείξει, καὶ πολὺ καθαρά, τὸ ὅτι καταγκρέμισαν τοὺς χοίρους καὶ τοὺς κατέπνιξαν στά νερά.

Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς συγκατένευσε ὅταν Τοῦ τὸ ζήτησαν, μὲ σκοπὸ νά μάθουμε ἐμεῖς ἀπὸ τὸ συμβὰν ποιοί ἀκριβῶς εἶναι, ὅτι δηλαδὴ, οἱ δαίμονες εἶναι σκληροὶ καὶ θηριώδεις.

Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας

Ἡ Ἁγὶα Τριάδα (Ἀντρὲϊ Ρουμπλιὼφ)

22 Οκτωβρίου, 2021
Η Αγία Τριάδα» / Ορθοδοξία

Περί τής εικόνας τής Αγίας Τριάδος τού Α.Ρουμπλιώφ (μας το εστειλε ο Μπαμπης)

22 Οκτωβρίου, 2021

Ερμηνεία της Ορθόδοξης εικόνας του 1415 του Ανδρέα Ρούμπλιοφ (1360 – 17 Οκτωβρίου 1428)

«Από τους μεγαλύτερους αγιογράφους στο κόσμο είναι και ο Ρώσος μοναχός Ανδρέας Ρουμπλιόφ. Στα 1515 διακόσμησε τον καθεδρικό ναό της Αναλήψεως του Χριστού στη Μόσχα

Εκατό πενήντα χρόνια αργότερα η σύνοδος των Επτά Κεφαλαίων αναγνωρίζει ειδικά την εικόνα της Αγίας Τριάδος ως υπόδειγμα της αγιογραφίας και όλων των αναπαραστάσεων της Αγίας Τριάδος.

Δεν υπάρχει τίποτε παρόμοιο ως προς τη δύναμη της θεολογικής συνθέσεως, το πλούτο του συμβολισμού και την άφθαστη καλλιτεχνική ωραιότητα.

Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρία υπερκείμενα επίπεδα.
Το πρώτο είναι η ανάμνηση της βιβλικής διηγήσεως για την επίσκεψη των τριών οδοιπόρων στον Αβραάμ (Γεν. ιη’1-15), που την ερμηνεύει το λειτουργικό σχόλιο: «Μακάριε Αβραάμ, την είδες και την δέχθηκες εσύ τη μια και τριαδική Θεότητα».
Η απουσία όμως των μορφών του Αβραάμ και της Σάρρας μας καλεί τώρα να εισδύσωμε βαθύτερα, στο δεύτερο επίπεδο, της «θείας οικονομίας».
Οι τρεις ουράνιοι οδοιπόροι αποτελούν το «Αιώνιο Συνέδριο» και το τοπίο αλλάσσει σημασία: η σκηνή του Αβραάμ γίνεται ανάκτορο και ναός, η δρυς του Μαβρή το ξύλο της ζωής και ο κόσμος ένα σχηματικό κύπελλο μέσα στη φύση, ανάλαφρο σημείο της παρουσίας της. Το επιτραπέζιο σκεύος με το μοσχάρι το αντικατασταίνει το ποτήριο της ευχαριστίας.
Οι τρεις άγγελοι ανάλαφροι και λυγεροί μας παρουσιάζουν σώματα πολύ επιμηκυμένα. Οι πτέρυγες των αγγέλων, καθώς και ο σχηματικός τρόπος της επεξεργασίας του τοπίου δίδουν την άμεση εντύπωση του άϋλου, της απουσίας κάθε γήϊνου βάρους.
Η ανάστροφη προοπτική εξαφανίζει την απόσταση, το βάθος, όπου τα πάντα χάνονται απόμακρα και μ’ ένα αποτέλεσμα αντίθετο φέρει κοντά μας τις μορφές, δείχνοντας πως ο Θεός είναι εκεί και παντού. Η χαρωπή ελαφράδα του συνόλου, δημιουργεί ένα φτερωτό όραμα.
Τα τρία πρόσωπα βρίσκονται σε συνομιλία. Το θέμα της θα πρέπει να είναι το κείμενο του Ιωάννη: «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός το κόσμο, ώστε έδωσε το μονογενή υιό του».
Ο Λόγος όμως του Θεού είναι πάντοτε πράξη: παίρνει τη μορφή του ποτηρίου.
Το τρίτο επίπεδο, ενδοθεϊκό, μόνον υποβάλλεται, είναι υπερβατικό και ανέφικτο.

Ωστόσο είναι παρόν, αφού η οικονομία της σωτηρίας απορρέει από την εσωτερική ζωή του Θεού.

Ο Θεός είναι ο ίδιος αγάπη μέσα στη τριαδική ουσία του και η αγάπη του προς το κόσμο δεν είναι παρά το απαύγασμα της τριαδικής του αγάπης

. Η δωρεά του εαυτού του, που δεν είναι ποτέ υστέρημα, αλλά έκφραση της περίσσειας της αγάπης του, εικονίζεται με το ποτήριο.
Οι άγγελοι ειναι συγκεντρωμένοι γύρω από τη θεία τροφή.
Το περιεχόμενο του ποτηρίου είναι ο Αμνός, που μας κάνει να συσχετίσουμε το ουράνιο Δείπνο με τα λόγια της Αποκαλύψεως: «Το αρνίο εσφαγμένον από καταβολής κόσμου»

. Η αγάπη, η θυσία, ο σφαγιασμός, υπάρχουν πριν από τη δημιουργία του κόσμου, βρίσκονται στην αρχή.
Οι τρείς άγγελοι είναι σε ανάπαυση που είναι η υπέρτατη ειρήνη του όντος καθεαυτό. Η ανάπαυση όμως αυτή είναι και «μεθύουσα» μια πραγματική έκσταση, η «έξοδος εις εαυτόν».
Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης αποκαλύπτει την έκσταση-μυστήριο: «Το παραδοξότερο από όλα είναι το ότι η στάση και κίνηση είναι το ίδιο πράγμα».
Η κίνηση ξεκινά από το αριστερό πόδι του προς τα δεξιά αγγέλου, συνεχίζεται στη κλίση της κεφαλής του, περνά στον άγγελο του κέντρου, παρασύρει χωρίς αντίσταση το κόσμο, το βράχο το δένδρο και εκβάλλει στη κάθετη θέση του προς τα αριστερά αγγέλου, όπου ηρεμεί σαν μέσα σε δοχείο.

Παράλληλα με αυτή τη κυκλική κίνηση, που η κατάληξή της ορίζει όλα τα υπόλοιπα, καθώς η αιωνιότητα ορίζει το χρόνο, η κατακόρυφη φορά του ναού και των σκήπτρων δείχνει τη τάση του γήϊνου προς το ουράνιο, όπου η ορμή βρίσκει το τέρμα της.
Το όραμα τούτο του Θεού ακτινοβολεί από την υπερβατική αλήθεια του δόγματος.
Οι άγγελοι αναδίδουν την ενότητα και ισότητα, η διαφορά τους προέρχεται από τη προσωπική στάση καθενός απέναντι στους άλλους, χωρίς ωστόσο, να υπάρχει ούτε επανάληψη ούτε σύγχυση.
Ένας μόνος Θεός και τρία Πρόσωπα ολότελα ίσα, καθώς φανερώνουν τα όμοια σκήπτρα, σύμβολα της βασιλικής εξουσίας με την οποία είναι προικισμένος κάθε άγγελος.
Η θεία μορφή της τριαδικής θεότητας μας ατενίζει, υπερβαίνει τις δικές μας διαιρέσεις και τα δικά μας σπαράγματα. Είναι ένα κυρίαρχο κάλεσμα που ενεργεί με μόνη τη πραγματικότητά του και την απλή του ύπαρξη.
Οι γεωμετρικές μορφές της συνθέσεως είναι το ορθογώνιο, ο σταυρός, το τρίγωνο και ο κύκλος. Δομούν την εικόνα από μέσα και πρέπει να τα ανακαλύψει κανείς.
Το ορθογώνιο που βλέπουμε στο κάτω μέρος του τραπεζιού είναι το ιερογλυφικό της γης.
Το πάνω μέρος του τραπεζιού είναι επίσης ορθογώνιο, ξαναβρίσκουμε σε αυτό τη σημασία των τεσσάρων μερών του κόσμου, των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα, που, κατά τους πατέρες της Εκκλησίας, ήταν ο συμβολικός αριθμός της πληρότητας των τεσσάρων Ευαγγελίων, στην οποία δεν μπορεί κανείς ούτε να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει κάτι. Είναι το σύμβολο της καθολικότητας του Λόγου.

Το πάνω αυτό μέρος του τραπεζιού – βωμού, παριστάνει την Βίβλο που προσφέρει το ποτήριο, καρπό του Λόγου. Αν προεκτείνουμε τη γραμμή του ξύλου της ζωής (που βρίσκεται πίσω από το κεντρικό άγγελο), θα την δούμε να κατεβαίνει, να διασχίζει το τραπέζι και να βυθίζει τις ρίζες του μέσα στο ορθογώνιο της γης.
Το δένδρο εξαγγέλθηκε από το Λόγο και τράφηκε με το περιεχόμενο του ποτηρίου.

Έτσι βρίσκουμε την εξήγηση του μυστηρίου του, γιατί το δένδρο έφερε τους καρπούς της αιώνιας ζωής, γιατί ήταν το δένδρο της ζωής.
Τα χέρια των αγγέλων συγκλίνουν προς το σημείο της γης, τόπο εφαρμογής της θείας Αγάπης.
Ο φωτοστέφανος του Πατρός, το ποτήριο και το σημείο της γης βρίσκονται στην ίδια κάθετη γραμμή, που διαιρεί την εικόνα στα δύο και διασταυρώνεται με τη οριζόντια γραμμή, που ενώνει τους φωτεινούς κύκλους των παράπλευρων αγγέλων, σχηματίζοντας σταυρό.
Ο σταυρός έτσι εγγράφεται μέσα στον ιερό κύκλο της θείας ζωής, είναι ο ζωντανός άξονας της τριαδικής αγάπης.
«Ο Πατήρ είναι η αγάπη που σταυρώνει, ο Υιός είναι η αγάπη που σταυρώθηκε, το άγιο Πνεύμα είναι ο σταυρός της αγάπης, η ανίκητη δύναμή της.»
Ο Υιός και το Πνεύμα είναι τα δύο χέρια του Πατρός.
Αν ενώσουμε τα ακραία σημεία του τραπεζιού με το σημείο που βρίσκεται ακριβώς πάνω από τη κεφαλή του κεντρικού αγγέλου, βλέπουμε πως οι άγγελοι είναι τοποθετημένοι ακριβώς σε ένα ισόπλευρο τρίγωνο. Αυτό φανερώνει την ενότητα και τη ταυτότητα της Τριάδος.
Τέλος η γραμμή που σύρεται ακολουθώντας τα εξωτερικά περιγράμματα των τριών αγγέλων σχηματίζει ένα τέλειο κύκλο, σημείο της θείας αιωνιότητας. Το κέντρο του κύκλου αυτού είναι στο χέρι του Πατρός, του Παντοκράτορος.
Η στάση του Πατρός αναδίδει την ιερατική ειρήνη και ακινησία, το συντελεσμένο, στατική αρχή της αιωνιότητας, ταυτόχρονα όμως, με μια αντίθεση από τις καταπληκτικότερες, το αυξανόμενο κύμα της κινήσεως του δεξιού βραχίονα, η δυνατή του καμπύλη, που εναρμονίζεται με την δύναμη, με την οποία κλίνει ο λαιμός και η κεφαλή, εκφράζουν τη δυναμική αρχή.
Στη συμβολική γλώσσα των γραμμών οι κυρτές καμπύλες σημαίνουν πάντα την έκφραση, την ομιλία, την αποκάλυψη, ενώ αντίθετα οι κοίλες καμπύλες σημαίνουν την υπακοή, τη προσευχή, την αυταπάρνηση, τη δεκτικότητα.
Ο Πατήρ είναι στραμμένος προς τον Υιό του. Ο Υιός ακροάζεται, οι πτυχές του ενδύματός του εκφράζουν την υπέρτατη προσοχή, την αυτοεγκατάλειψη. Απαρνείται ο ίδιος τον εαυτό του για να μην είναι άλλο παρά ο Λόγος του Πατρός.
Το δεξί του χέρι επαναλαμβάνει τη κίνηση του Πατρός, την ευλογία.
Τα δύο δάκτυλα που ξεχωρίζουν πάνω στη λευκότητα της τράπεζας, συμβολίζουν τις δύο φύσεις του Χριστού.
Το αφημένο χέρι του δεξιού αγγέλου δείχνει τη κατεύθυνση της ευλογίας, το κόσμο, να σκέπει, να προστατεύει.
Η γλυκύτητα των γραμμών έχει κάτι το μητρικό.
Είναι η παρηγοριά, ο Παράκλητος, αλλά είναι και το Πνεύμα, το Πνεύμα της Ζωής. Η στάση του είναι διαφορετική των άλλων αγγέλων. Με τη κλίση του βρίσκεται ανάμεσα στο Πατέρα και τον Υιό. Είναι το πνεύμα της κοινωνίας, η κίνηση ξεκινά από αυτόν τον άγγελο.

Ο Πατέρας μετακινείται προς τον Υιό, ο Υιός δέχεται τον Πατέρα και ο Λόγος αντηχεί. «Με το άγιο Πνεύμα αναγνωρίζουμε το Χριστό, τον Υιό του Θεού και με τον Υιό θεωρούμε τον Πατέρα».» [Όσιος Ιωάννης Δαμασκηνός]
Τα χρώματα έχουν τη δική τους γλώσσα. Η πυκνότητα των χρωμάτων της κεντρικής μορφής γίνεται εντονότερη με την αντίθεση της λευκότητας του τραπεζιού.

Το βαθύ πορφυρό (η θεία αγάπη) και το πυκνό γαλάζιο (η ουράνια αλήθεια) με το αστραφτερό χρυσάφι των πτερύγων (η θεία αφθονία) είναι η τέλεια συγχορδία. Το χρυσάφι των θρόνων, που είναι η υπεραφθονία της ζωής του Θεού.
Ο Πατήρ, απρόσιτος, στη πυκνότητα των χρωμάτων, αποκαλύπτεται γλυκύτερος, προσιτός μέσα στη φωτεινή νεφέλη του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Από μακρυά δίνει την εντύπωση μιας φλόγας γαλάζιας και κόκκινης. Το χέρι του Πατρός, καθώς απλώνεται πάνω από το ποτήριο, κρατεί την αρχή και το τέλος. Το ποτήριο ακτινοβολεί μέσα στη λαμπρή λευκότητα του Λόγου.
Από την εικόνα αναδίδεται ένα ισχυρό κάλεσμα «να γίνουν όλοι ένα… καθώς εμείς ένα είμαστε».

Όλοι οι άνθρωποι έχουν κληθεί να ενωθούν γύρω από το ίδιο και μοναδικό ποτήριο, να λάβουν το μεσσιανικό Δείπνο. Η Τριάς υπάρχει, όλοι έχουμε αγαπηθεί, όλα είναι Χάρη.»[2]

Μιά μελωδία (Άγγελος Ερατεινός)

22 Οκτωβρίου, 2021

Τό τέλος τών στίχων

καί τό ταξίδι

ακίνητα χείλη

μιά νέα φωνή ακολουθούν

μιά μελωδία