Archive for Ιουλίου 2022

Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου (Ματθ. 9,27-35)

30 Ιουλίου, 2022

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, παράγοντι τῷ Ἰησοῦ

27. ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ.

28. ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· ναί, Κύριε.

29. τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν.

30. καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω.

31. οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ.

32. Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον·

33. καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ.

34. οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.

35. Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Ζ΄ Κυριακή τοῦ Ματθαίου

30 Ιουλίου, 2022

 

Ἡ θεραπεία των δύο τυφλών 

(Ματθ. θ΄ 27-35)

α΄. Γιατὶ τάχα τοὺς σέρνει μαζί του ἐνῶ φωνάζουν; Πάλι ἐδῶ θέλει νὰ μᾶς διδάξη νὰ ἀποφεύγωμε τὴ δόξα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἦταν κοντὰ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδηγεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύση μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους.  Κι αὐτὸ εἶναι φανερὸ ἀπὸ ὅ,τι τοὺς εἶπε, νὰ μὴν ποῦν τίποτα σὲ κανένα.  Καὶ δὲν εἶναι μικρὴ αὐτὴ ἡ κατηγορία ποὺ δέχωνται οἱ Ἰουδαῖοι, ὅταν οἱ τυφλοὶ μὲ χωρὶς μάτια ἀπὸ τὴν ἀκοὴ μονάχα δέχωνται τὴν πίστη, ἐνῶ ἐκεῖνοι ἄν καὶ βλέπουν τὰ θαύματα κι ἔχουν μάρτυρα γιὰ ὅσα γίνονται τὴν ὅραση, τὰ ὁλότελα ἀντίθετα κάνουν. 

Προσέξετε καὶ τὴν προθυμία τῶν τυφλῶν καὶ ἀπὸ τὶς κραυγὲς κι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ συνάντηση. Οὔτε δηλαδὴ πλησίασαν μόνο ἀλλὰ καὶ φώναζαν δυνατὰ καὶ τίποτα δὲν ἤθελα παρὰ εὐσπλαχνία. Τὸν ἀποκαλοῦσαν Γιὸ τοῦ Δαυΐδ, γιατὶ τὸ ὄνομα τοὺς φαινόταν τιμητικό.  Σὲ πολλὲς περιπτώσεις καὶ οἱ προφῆτες ἔτσι καλοῦσαν τοὺς βασιλιάδες, ποὺ ἤθελαν νὰ τιμήσουν καὶ νὰ τοὺς παρουσιάσουν μεγάλους.  Κι ὅταν τοὺς ὡδήγησε στὸ σπίτι, τοὺς ἀπευθύνει δεύτερη ἐρώτηση.

 Σὲ πολλὲς περιπτώσεις φρόντιζε νὰ κάνη τὶς θεραπείες του, ἀφοῦ τὸν ἱκέτευαν, γιὰ νὰ μὴ νομίση κανένας ὅτι ἀπὸ φιλοδοξία ἔτρεχε νὰ θαυματοποιῆ.  Κι ὄχι γι’  αὐτὸ μονάχα ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη πὼς ἦσαν ἄξιοι γιὰ τὴ θεραπεία καὶ γιὰ νὰ μὴ λένε ὅτι ἀφοῦ ἀπὸ εὐσπλαχνία ἔσωζε, ἔπρεπε νὰ σωθοῦν ὅλοι. Ἔχει καὶ ἡ φιλανθρωπία τὴ δικαιολογία της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστη ἐκείνων ποὺ σώζονται.

Δὲ γυρεύει ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τὴν πίστη μόνο γι’ αὐτό, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν ἀποκάλεσαν Γιὸ του Δαυΐδ, θέλοντας νὰ τοὺς ὁδηγήση ἀκόμα ψηλότερα καὶ διδάσκοντάς τους νὰ φαντάζωνται γιὰ ἐκεῖνον αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε τοὺς λέει·  Πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάμω αὐτό; Δὲν τοὺς εἶπε·  πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου, ὅτι μπορῶ νὰ προσευχηθῶ ἀλλὰ ὅτι ἐγὼ μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό.  Κι ἐκεῖνοι Ναί, Κύριε, τοῦ λένε. Δὲν τὸν ἀποκαλοῦν πιὰ Γιὸ τοῦ Δαυΐδ ἀλλὰ ἀνεβαίνουν ψηλότερα καὶ ὁμολογοῦν πὼς εἶναι Κύριος.

  Καὶ τότε αὐτὸς βάζει τὸ χέρι ἀπάνω τους λέγοντας. Ἄς γίνῃ κατὰ τὴν πίστη σας. Αὐτὸ τὸ κάνει γιὰ νὰ ἐνισχύση τὴν πίστη τους καὶ νὰ δείξη πὼς συμμετέχουν στὸ θαῦμα, καὶ δείχνοντας ὅτι τὰ λόγια του δὲν ἦσαν γιὰ νὰ τοὺς κολακέψουν. Οὔτε εἶπε· ἄς ἀνοίξουν τὰ μάτια σας. Ἄς σᾶς γίνη κατὰ τὴν πίστη σας. Αὐτὸ σὲ πολλοὺς ἀπὸ ὅσους τὸν ἐπλησίασαν τὸ εἶπε, ἀπὸ φροντίδα νὰ τονίση τὴν πίστη ποὺ ἔβλεπε στὴν ψυχὴ τους πρὶν ἀπὸ τὴν θεραπεία τοῦ σώματος.

Ἔτσι καὶ σ’ ἐκείνους θὰ ἔδινε περισσότερη τιμὴ καὶ ἄλλους θὰ τοὺς ἔκανε πιὸ πρόθυμους. Ἔτσι καὶ στὸν παραλυτικό. Προτοῦ συσφίξη τὶς ἀρθρώσεις σηκώνει τὴν ψυχή του ποὺ ἦταν πεσμένη λέγοντας· θάρρος παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου. Καὶ τὴ μικρὴ κόρη, ἀφοῦ ἀνάστησε, τὴν ἐκράτησε καὶ μὲ τὸ φαγητὸ τῆς ἔμαθε τὸν εὐεργέτη της. Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου ἔκαμε τὸ ἴδιο, ἐξαρτῶντας τα ὅλα ἀπὸ τὴν πίστη. Ἀλλὰ καὶ τοὺς μαθητάς του γιὰ νὰ τοὺς γλυτώσει ἀπὸ τὴν τρικυμία, τοὺς ἐλευθέρωσε πρῶτα ἀπὸ τὴν ὀλιγοπιστία.

Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ. Καὶ πρὶν ἀκόμα ἐκεῖνοι φωνάξουν, ἐγνώριζε τὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς τους. Γιὰ νὰ δημιουργήση ὅμως καὶ σ’ ἄλλους τὴν ἴδια προθυμία, τοὺς φανερώνει καὶ στοὺς ἄλλους, δείχοντας μὲ τὴ θεραπεία τὴν κρυμμένη πίστη τους.

Μετὰ τὴ θεραπεία τοὺς προστάζει νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν τίποτα κι ὄχι ἁπλᾶ ἀλλὰ πολὺ ἔντονα. Τοὺς μίλησε ὁ Ἰησοῦς αὐστηρὰ καὶ τοὺς εἶπε· Προσέξετε, νὰ μὴ μάθη κανείς. Αὐτοὶ ὅμως βγῆκαν καὶ διέδωσαν τὴ φήμη σ’ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή. Ἐκεῖνοι δὲν κρατήθηκαν ἀλλὰ ἔγιναν κήρυκες κι εὐαγγελισταί του καὶ δὲν ἐκράτησαν τὴ διαταγὴ νὰ φυλάξουν κρυφὸ τὸ θαῦμα.

 Κι ἄν ἄλλη φορὰ λέγει Πήγαινε καὶ νὰ διηγιέσαι τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖνο ἀντίθετο μὲ τοῦτο, ἀλλὰ ὁλότελα σύμφωνο.  Μᾶς μαθαίνει νὰ μὴ λέμε τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτὸ μας καὶ νὰ ἐμποδίζωμε ὅσους θέλουν νὰ μᾶς ἐγκωμιάζουν. Ἄν ὅμως ἡ δόξα ἀποδιδόταν στὸ Θεό, ὄχι μόνο νὰ μὴν ἐμποδίζωμε ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν νὰ γίνεται αὐτό.

Ὅταν αὐτοὶ ἔβγαιναν, λέει, νὰ καὶ τοῦ φέρνουν ἕνα μουγγό, δαιμονισμένο. Δὲν ἦταν φυσικὴ ἀσθένεια ἀλλὰ δαιμονικὴ ἐπιβουλὴ, γι’ αὐτὸ καὶ χρειάζεται νὰ τὸν φέρουν ἄλλοι. Ἀφοῦ ἦταν ἄλαλος δὲν μποροῦσε νὰ  παρακαλέση ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτὸ του, οὔτε ἄλλους νὰ παρακαλέση ἀφοῦ ὁ δαίμονας εἶχε δέσει τὴ γλῶσσα καὶ μαζὶ μὲ τὴ γλῶσσα εἶχε δεσμεύσει καὶ τὴν ψυχή. Γιὰ τοῦτο ἀπ’ αὐτὸν δὲν ζητεῖ πίστη, ἀλλὰ τὸν θεραπεύει ἀμέσως.Ὅταν βγῆκε ὁ δαίμονας, μίλησε ὁ μουγγός.

Ἐκδήλωσαν τὸ θαυμασμό τους οἱ ἄνθρωποι· ποτὲ δὲν ξαναέγινε ἔτσι στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό. Αὐτὸ ποὺ πιὸ πολὺ τάραζε τοὺς Φαρισαίους ἦταν ὅτι τὸν ἐθεωροῦσαν πρῶτο ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς παλιούς. Καὶ τὸν θεωροῦσαν πρῶτο ὄχι γιατὶ θεράπευσε ἀλλὰ γιατὶ θεράπευσε εὔκολα, γρήγορα, ἄπειρες κι ἀνίατες ἀρρώστιες. Ὁ λαὸς ἔτσι σκεφτόταν.

β΄. Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ὁλότελ’ ἀντίθετα. Ὄχι μόνο διαβάλλουν ὅσα ἔγιναν, ἀλλὰ δὲν ντρέπονται νὰ ἀντιφάσκουν στὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι εἶναι ἡ πονηρία. Τί ἰσχυρίζονται; Στὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων βγάζει τοὺς δαίμονες. Ὑπάρχει πιὸ ἀνόητη σκέψη ἀπ’ αὐτή; Γιατὶ βέβαια ὅπως λέει πιὸ πέρα εἶναι ἀντιφατικὸ ἕνας δαίμονας νὰ διώχνη ἄλλον.

Συνηθίζει ἐκεῖνος νὰ διοργανώνη τὰ δικά του, ὄχι νὰ τὰ διαλύη. Ἐξ ἄλλου αὐτὸς δὲν ἔβγαζε μονάχα δαίμονα ἀλλὰ καὶ λεπροὺς ἐκαθάρισε καὶ νεκροὺς ἀνάστησε καὶ θάλασσα κόπασε καὶ ἁμαρτίες συγχώρησε καὶ τὴ βασιλεία ἐκήρυξε καὶ στὸν Πατέρα ὡδήγησε.  Αὐτὰ οὔτε θὰ ἀποφάσιζε οὔτε θὰ μποροῦσε ποτὲ ἕνας δαίμονας νὰ τὰ πραγματοποιήση. 

Γιατὶ οἱ δαίμονες ὀδηγοῦν στὰ εἴδωλα κι ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ μᾶς πρασύρουν ν’ ἀπιστοῦμε στὴ μέλλουσα ζωή. Ὁ δαίμονος εὐεργετεῖ, ὅταν ὑβρίζεται, ἀφοῦ κι ὅταν δὲν ὑβρίζεται βλάπτει ἐκείνους ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν καὶ τὸν τιμοῦν. Ὁ Χριστὸς ὅμως κάνει τὸ ἀντίθετο. Ὕστερ’ ἀπὸ τὶς ὕβρεις καὶ τὶς κακολογίες ἐρχόταν λέγει, στὶς πόλεις ὅλες μὲ τὴ σειρὰ καὶ τὰ χωριά, μιλῶντας στὶς συναγωγές τους, κηρύσσοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε πάθος. 

 Κι ὄχι μόνο δὲν τοὺς ἐτιμώρησε γιὰ τὴν ἀναισθησία τους ἀλλὰ μήτε κἄν τοὺς ἐμάλλωσε. Τὸν ἴδιο καιρὸ καὶ τὴν πραότητά του ἔδειχνε καὶ μ’ αὐτὴ φανέρωνε τὴν κακολογία. Τὸν ἴδιο καιρὸ ἤθελε μὲ τὰ θαύματα ποὺ θ’ ἀκολουθοῦσαν νὰ δώση ἰσχυρότερη ἀπόδειξη καὶ τότε νὰ ἐπιφέρη καὶ τὸν ἔλεγχο μὲ τοὺς λόγους του. Πήγαινε λοιπὸν μὲ τὴ σειρὰ καὶ στὶς πόλεις καὶ στὰ χωριά καὶ στὶς συναγωγές τους. Καὶ μᾶς διδάσκει ἔτσι ν’ ἀμείβωμε ὅσους μᾶς κακολογοῦν, ὄχι μὲ δικές μας κακολογίες ἀλλὰ μὲ πιὸ μεγάλες εὐεργεσίες.

Γιατὶ ἄν εὐεργετῆς τοὺς ὁμοδούλους σου ὅ,τι κι ἄν σοῦ κάνουν, ὄχι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ τὸ Θεό, μὴ σταματήσης νὰ εὐεργετῆς, γιὰ νὰ εἶναι μεγαλύτερος ὁ μισθός σου. Γιατὶ αὐτὸς που παύει νὰ εὐεργετῆ, ὅταν τὸν κακολογήσουν δείχνει ὅτι εὐεργετοῦσε γιὰ τὸν ἔπαινό του κι ὄχι τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς διδάσκοντάς μας ὅτι ἀπὸ καλωσύνη μονάχα προχωροῦσε στὸ ἔργο του, δὲν περίμενε νἀρθοῦν μόνο κοντά του, οἱ ἄρρωστοι ἀλλὰ καὶ αὐτὸς πήγαινε ἀμέσως σ’ αὐτούς. Καὶ τοὺς πήγαινε δυὸ μέγιστα ἀγαθά, ἕνα τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας κι ἄλλο τὴ θεραπεία ὅλων τῶν ἀσθενειῶν. Καὶ δὲν περιφρονοῦσε καμμιὰ πόλη καὶ δὲν προσπερνοῦνε κανέναν χωριό, ἀλλὰ ἐπισκεπτόταν κάθε τόπο. Δὲ σταματᾶ ἐδῶ, ἀλλὰ προσθέτει κι ἄλλη φροντίδα.

Ὅταν εἶδε, λέει, τὸν κόσμο τοὺς λυπήθηκε ποὺ ἦσαν ταλαιπωρημένοι κι ἀπορριγμένοι σὰν πρόβατα ποὺ δὲν εἶχαν βοσκό. Καὶ παρατηρεῖ στοὺς μαθητάς του· εἶναι πολὺς ὁ θερισμὸς ἀλλὰ λίγοι οἱ ἐργάτες. Παρακαλέστε λοιπόν τὸν Κύριο τοῦ θερισμοῦ νὰ βγάλη κι ἄλλους ἐργάτες στὸν θερισμό του. Προσέξετε πάλι τὴν ἔλλειψη κενοδοξίας.

Γιὰ νὰ μὴν προσελκύση ὅλους στὸν ἑαυτό του, στέλνει τους μαθητάς, ἄν κι ὄχι μόνο γι’ αὐτό. Θέλει καὶ νὰ τοὺς ἀσκήση καὶ προπονημένους μέσα στὴν παλαίστρα τῆς Παλαιστίνης νὰ τοὺς ἀποδώση στοὺς ἀγῶνες τῆς οἰκουμένης. Γι’ αὐτὸ κι ὁρίζει τὴν προπόνηση μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες, ὅπως ταιριάζε στὴν ἱκανότητά τους, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν εὐκολότερα τοὺς ἀγῶνες ποὺ θὰ ἐπακολουθήσουν. Σὰν ἀδύνατους νεοσσοὺς ποὺ τοὺς προετοιμάζουν οἱ γονεῖς τους γιὰ νὰ πετάξουν. Κι ἀμέσως τοὺς κάνει θεραπευτάς σωμάτων, φυλάγοντας γι’ ἀργότερα τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς ποὺ προηγεῖται. Καὶ προσέξετε πῶς δείχνει εὔκολο κι ἀπαραίτητο τὸ πρᾶγμα. Λέει ὅτι ὁ θερισμὸς εἶναι πολύς, ἀλλὰ οἱ ἐργάτες λίγοι.

Δὲν σᾶς στέλλω στὴ σπορά, λέει, ἀλλὰ στὸ θερισμό. Τὸ ἔλεγε ἀλλοιῶς στὸν Ἰωάννη. Ἄλλοι ἔχουν κοπιάσει καὶ σεῖς καρπωθήκατε τοὺς κόπους τους. Αὐτὰ τὰ ἔλεγε, γιὰ νὰ ἡσυχάση τὸ πνεῦμα τους καὶ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνη καὶ νὰ δείξη ὅτι ἔφτασε ὁ μεγαλύτερος κόπος. Τρέχει κι ἐδῶ ἀπὸ φιλανθρωπία, ὄχι γι’ ἀμοιβή. Τοὺς λυπήθηκε ἐπειδὴ ἦσαν ταλαιπωρημένοι κι ἀπορριγμένοι σὰν πρόβατα ποὺ  δὲν  εἶχαν  βοσκό.

Αὐτὴ ἡ κατηγορία ἀπευθύνεται στοὺς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, γιατὶ ἄν καὶ ποιμένες, ἐφέρονταν σὰν λύκοι. Ὄχι μονάχα δὲν βοήθησαν τὸν κόσμο ἀλλὰ κατάστρεφαν καὶ τὴν προκοπή του. Ἐνῶ λοιπὸν ὁ κόσμος ἐθαύμαζαν κι ἔλεγαν ποτὲ δὲ θὰ ξανάγινε αὐτὸ στὸν Ἰσραηλιτικό λαό, αὐτοὶ ἔλεγαν τ’ ἀντίθετα, ὅτι στὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων βγάζει τὰ δαιμόνια.

                                                                                                                                                                                                                                                                   Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Η ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΟΠΑΥΣΗΣ (ἀπὸ Μπὰμπη)

30 Ιουλίου, 2022

—Από Πατερικό χειρόγραφο—

Έλεγε κάποιος απ’ τους Πατέρες ότι ένας μοναχός μπήκε κάποτε σ’ ένα ιατρείο κι εκεί πέρα είδε πολλούς που είχαν έρθει έχοντας διάφορες ασθένειες και που ο γιατρός έδινε στον καθένα τ’ ανάλογα φάρμακα.
Αυτός, λοιπόν, ο μοναχός πλησίασε τον γιατρό και του λέει: «Υπάρχει κανένα γιατρικό βότανο που να σταματάει τ’ αμαρτήματα;».
Του λέει ο γιατρός:
«Ναι, υπάρχει. Πήγαινε και πάρε τη ρίζα της πνευματικής πτωχείας, τα φύλλα της υπομονής, του βελανιδιού την ταπείνωση και την προσευχή των νοσούντων.

Κι αφού τα τρίψεις όλα μαζί μες το γουδί της υπομονής, πέρασέ τα απ’ το κόσκινο των καθαρών λογισμών, και βάλ’ τα όλα μέσα στην καθαρή χύτρα του εαυτού σου, βάζοντας σ’ αυτή το νερό της αγάπης· και κάτω από τη χύτρα άναψε τη φλόγα του θείου πυρός.

Κι όταν βράσουν αυτά καλά, άδειασέ τα με διάκριση πνευματική και δοκίμασέ τα με το κουτάλι της κατάνυξης· και σ’ όλες τις μέρες της ζωής σου μη στραφείς πίσω στο παρελθόν σου.«
»Αυτή είναι η μέθοδος που διαλύει πληθώρα αμαρτημάτων!…».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1886–1983)

Ο Αγιος Μεγαλομαρτυς και ιαματικος Παντελεημων (εργο του ζωγραφου Ανδρεα Φωκα)

27 Ιουλίου, 2022

Η Αγια Παρασκευη (εργο του ζωγραφου Ανδρεα Φωκα)

26 Ιουλίου, 2022

Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου (Ματθ. 9,1-8)

23 Ιουλίου, 2022

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐμβὰς ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ πλοῖον,

1. διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

2. Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.

3. καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ.

4. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;

5. τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει;

6. ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας –τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου.

7. καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

8. ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

Στ΄ Κυριακή τοῦ Ματθαίου

23 Ιουλίου, 2022

Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ

(Ματθ θ, 1-8)

«Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ πλοῖο πέρασε διὰ μέσου τῆς λίμνης στὸ ἀπέναντι μέρος καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη. Καὶ νὰ ἔφεραν σ’ αὐτὸν ἕνα παραλυτικὸ πάνω στὸ κρεβάτι. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, εἶπε στὸν παραλυτικό· Ἔχε θάρρος, παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου»

Δική του πόλη ὀνομάζει ἐδῶ τὴν Καπερναούμ. Ἡ Βηθλεὲμ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, ἡ Ναζαρὲτ τὸν μεγάλωσε, ἡ Καπερναοὺμ τὸν εἶχε μόνιμο κάτοικό της. Ὁ παραλυτικὸς ἐδῶ εἶναι ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἐκεῖνος ἦταν κατάκοιτος στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς ἦταν στὴν Καπερναούμ. Ἐκεῖνος ἦταν ἄρρωστος τριάντα ὀκτὼ χρόνια· γι’ αὐτὸν ἐδῶ δὲ λέγεται τίποτα τέτοιο. Ἐκεῖνος δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν προστατέψει, αὐτὸς ὅμως εἶχε αὐτοὺς ποὺ τὸν φρόντιζαν, ποὺ τὸν σήκωσαν κιόλας καὶ τὸν ἔφεραν. Καὶ σ’ αὐτὸν λέει, «παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου» σ’ ἐκεῖνον, «θέλεις νὰ βρεῖς τὴν ὑγεία σου»;

Κι ἐκεῖνον τὸν θεράπευσε τὸ Σάββατο, αὐτὸν ὅμως ὄχι. Γιατί βέβαια θὰ τὸν κατηγοροῦσαν ἂν τὸ ἔκανε· καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι σ’ αὐτὸν σιώπησαν, σ’ ἐκεῖνον ὅμως ἐπιτέθηκαν καὶ τὸν καταδίωκαν. Αὐτὰ τὰ εἶπα ὄχι χωρὶς λόγο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανένας πὼς ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ σχημάτισε τὴν ὑποψία πὼς ἦταν ὁ ἴδιος παραλυτικός.

Ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Κυρίου. Γιατί καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ ἀπέφυγε τὸν κόσμο· κι ὅταν τὸν ἔδιωξαν οἱ Γαδαρηνοί, δὲν ἀντιστάθηκε. Ἔφυγε καὶ μόνο ποὺ δὲν πῆγε μακρυά. Καὶ πέρασε ἀφοῦ ξαναμπῆκε στὸ πλοῖο, ἐνῶ μποροῦσε νὰ πάει περπατώντας. Δὲν ἤθελε νὰ πραγματοποιεῖ πάντα θαύματα, ὥστε νὰ μὴν καταστρέψει τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.

Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν γράφει ὅτι τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸν Κύριο. Οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, ὅτι ἀφοῦ ἄνοιξαν καὶ τὴ σκεπὴ τὸν κατέβασαν. Κι ἔβαλαν μπροστὰ στὸ Χριστὸ τὸν ἄρρωστο χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν τίποτα ἀλλὰ ἀφήνοντάς τα ὅλα στὴ διάθεσή του. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔργου του ὁ Χριστὸς πήγαινε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο, καὶ δὲ ζητοῦσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ ὅσους τὸν πλησίαζαν.

Ἐδῶ καὶ τὸν πλησίασαν καὶ φανέρωσαν τὴν πίστη τους. Ὅταν εἶδε, γράφει, τὴν πίστη τους, δηλ. ἐκείνων ποὺ ἄνοιξαν τὴ σκεπή. Δὲν γυρεύει παντοῦ τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους μονάχα, π.χ. ὅταν παραφέρονται ἢ τὰ ἔχουν χαμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐδῶ φαίνεται, πὼς ἡ πίστη ἦταν καὶ τοῦ ἀρρώστου· δὲ θὰ δεχόταν νὰ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ σκεπή, ἂν δὲν πίστευε.

Ἀφοῦ αὐτοὶ ἔδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αὐτὸς τὴ δύναμή του, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες μὲ πλήρη ἐξουσία, καὶ μὲ ὅλη του τὴ συμπεριφορὰ δείχνοντας ὅτι εἶναι ἰσότιμος μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως τὸ ἔδειξε αὐτὸ μὲ τὴ διδασκαλία του, ὅταν τοὺς μιλοῦσε σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἐξουσία· μὲ τὸν λεπρό, ὅταν εἶπε θέλω, καθαρίσου· μὲ τὸν ἑκατόνταρχο, ποὺ τὸν θαύμασε καὶ τὸν ἀνέβασε ψηλότερα ἀπ’ ὅλους· μὲ τὴ θάλασσα, ὅταν τὴν ὑπόταξε μὲ τὸ λόγο μόνο· μὲ τοὺς δαίμονες, ὅταν τὸν παραδέχονταν ὡς κριτή, καὶ τοὺς ἔδιωξε μὲ πολλὴ ἐξουσία. 

Ἐδῶ πάλι μὲ ἄλλο ἀνώτερο τρόπο τοὺς ἴδιους τοὺς ἐχθροὺς ἀναγκάζει νὰ παραδεχτοῦν τὴν ἰσοτιμία καὶ μὲ τὸ στόμα τους τὸ κάνει φανερό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος φανερώνει ὅτι δὲν ἀγαποῦσε τὶς τιμὲς -ἦταν πολλοὶ θεατὲς ποὺ ἔκλειναν τὴν εἴσοδο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ ψηλὰ – δὲν βιάστηκε νὰ θεραπεύσει ἀμέσως τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ὁρατὸ ἀλλὰ παίρνει τὴν ἀφορμὴ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ θεραπεύει τὸ ἀόρατο πρῶτα, τὴ ψυχή, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες.

Τοῦτο τὸν ἄρρωστο τὸν ἔσωζε, στὸν ἴδιο ὅμως δὲν προξενοῦσε μεγάλη δόξα. Ἐκεῖνοι κινημένοι ἀπὸ πονηρία καὶ θέλοντας νὰ ἐπιτεθοῦν ἔκαναν τὸ θαῦμα νὰ λάμψει παρὰ τὴ θέλησή τους. Γιατί ἔτσι ὅπως ἦταν ἐκεῖνος ἐφευρετικός, χρησιμοποίησε τὸ φθόνο τους γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ θαύματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι ἔλεγαν «Αὐτὸς βλασφημεῖ· ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός;». 

Ἂς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος. «Ἄραγε διέλυσε τὴν ὑποψία;». Καὶ βέβαια ἂν δὲν ἦταν ἴσος μὲ τὸν Πατέρα ἔπρεπε νὰ πεῖ· Γιατί μοῦ ἀποδίδετε δύναμη ποὺ δὲν μοῦ ταιριάζει; Πολὺ ἀπέχω ἐγὼ ἀπὸ τὴ δύναμη αὐτή. Τώρα ὅμως δὲν εἶπε κάτι τέτοιο. Ἴσα -ἴσα βεβαίωσε καὶ ἐπικύρωσε τὸ ἀντίθετο καὶ μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὸ θαῦμα.

 Ἐπειδὴ ἡ περιαυτολογία φαινόταν ὅτι στενοχωροῦσε τοὺς ἀκροατές, μὲ τὸ στόμα τῶν ἄλλων βεβαιώνει ὅ,τι τὸν ἀφορᾶ. Καὶ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κάνει ὄχι μόνο μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ πλῆθος τῆς σοφίας του.

Μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων του ἐπιβεβαιώθηκε, ὅταν εἶπε «θέλω, καθαρίσου» καὶ ὅταν εἶπε, «οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἑβραίους δὲ βρῆκα τόση πίστη». Μὲ τὸ στόμα τῶν ἔχθρων του τώρα. Ἐπειδὴ εἶπαν κανένας δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός, συμπλήρωσε: «Γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ ἀκοῦστε».

Γυρίζει τότε καὶ λέει στὸν παράλυτο. Σήκω πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. Κι ὄχι ἐδῶ μονάχα ἀλλὰ κι σὲ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲ σὲ λιθοβολοῦμε γιὰ μία καλή σου πράξη, ἀλλὰ γιὰ τὴ βλασφημία σου κι ὅτι ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θεό, οὔτε ἐκεῖ δὲν ἀνέτρεψε τὴ γνώμη αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐπικύρωσε λέγοντας·

«Ἂν δὲν κάνω τὰ ἔργα τοῦ πατέρα μου, μὴ μὲ πιστεύετε· ἂν ὅμως τὰ ἐκτελῶ, κι ἂν δὲν πιστεύετε σὲ μένα, πιστέψτε στὰ ἔργα.

Ἐδῶ ὡστόσο παρουσιάζει κι ἄλλο σημάδι τῆς θεότητάς του -ὄχι μικρὸ – καὶ τῆς ἰσοτιμίας μὲ τὸν Πατέρα. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων ἀνήκει μόνο στὸ Θεό. Αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνο τὰ ἁμαρτήματα συγχωρεῖ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ κάνει κάτι ἄλλο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τοῦ Θεοῦ· ἀποκαλύπτει τὰ μυστικὰ ποὺ εἶναι κρυμμένα στὴν καρδιά. Δὲν εἶχαν ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ σκέφτηκαν.

Μερικοὶ γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους· Αὐτὸς βλασφημεῖ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἤξερε τὶς σκέψεις τους εἶπε· «Γιατί κάνετε μὲ τὸ νοῦ σας πονηρὲς σκέψεις;». Ὅτι μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει νὰ γνωρίζει τὰ μυστικά, ἄκουσε τί λέει ὁ προφήτης· «Σὺ μόνος ἀπ’ ὅλους γνωρίζεις τὶς καρδιές»· καὶ πάλι· «σὺ ὁ Θεὸς ποὺ ἐξετάζεις τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο».

Καὶ ὁ Ἱερεμίας λέει· «Βαθύτερη ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ποιὸς θὰ τὸν κατανοήσει;»

Καὶ τοῦτο· «ὁ ἄνθρωπος κοιτάζει τὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά». Καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀνήκει στὸ Θεὸ νὰ γνωρίζει τὴ ψυχή. Ἀποδεικνύοντας λοιπὸν ὅτι εἶναι Θεὸς ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ φανερώνει αὐτὰ ποὺ συλλογίζονταν. Γιατί αὐτοὶ ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὸν κόσμο, δὲν τολμοῦσαν νὰ διατυπώσουν μπροστὰ σ’ ὅλους τὴ γνώμη τους. Κι ἐδῶ δείχνει πολλὴ πραότητα.

Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στὴν καρδιὰ σας πονηρὲς σκέψεις; Καὶ βέβαια, ἂν ἔπρεπε κάποιος ν’ ἀγανακτήσει, αὐτὸς ἦταν ὁ ἄρρωστος, ἐπειδὴ εἶχε ξεγελαστεῖ. Μποροῦσε νὰ πεῖ· «γιὰ ἄλλο ἦρθα νὰ μὲ θεραπεύσεις κι ἄλλο σὺ διορθώνεις; Ἀπὸ ποῦ εἶναι φανερὸ ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μου;». Τώρα ὡστόσο αὐτὸς τίποτα τέτοιο δὲ λέει ἀλλὰ παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὴ διάκριση ἐκείνου ποὺ τὸν θεραπεύει. 

Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ὑπερβολικοὶ καὶ φθονεροὶ καθὼς εἶναι, ὑπονομεύουν τὴ φιλάνθρωπη δράση τῶν ἄλλων. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐπιπλήττει βέβαια ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴν ἐπιείκεια. Ἂν δὲν σᾶς φαίνεται πιστευτὸ τὸ πρῶτο καὶ νομίζετε εἶναι μεγάλα λόγια ὅ,τι εἶπα, ὁρίστε προσθέτω σ’ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα· θ’ ἀποκαλύψω τὰ μυστικά σας. Κι ἄλλο πάλι ἔπειτα ἀπ’ αὐτό. Τὸ ὅτι θὰ σφίξω τὶς ἀρθρώσεις τοῦ παραλυτικοῦ.

Κι ὅταν μίλησε στὸν παράλυτο δὲν φανέρωσε καθαρὰ τὴν ἐξουσία του μὲ τοὺς λόγους του. Δὲν εἶπε «συγχωρῶ τὶς ἁμαρτίες σου», ἀλλὰ «συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Κι ὅταν αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα τὴν ἐξουσία του, λέγοντας·

«Καὶ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ». Βλέπετε πόσο ἤθελε νὰ θεωρεῖται ἴσος μὲ τὸν πατέρα; Οὔτε εἶπε ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὅτι τοῦ ἔδωσε ἐξουσία, ἀλλὰ ὅτι ἔχει ἐξουσία, καὶ δὲν τὸ λέει αὐτὸ γιὰ ἐπίδειξη ἀλλὰ «γιὰ νὰ σᾶς πείσω», λέγει, «ὅτι δὲ βλασφημῶ κάνοντας τὸν ἑαυτό μου ἴσο μὲ τὸ Θεό».

Παντοῦ θέλει νὰ δίνει ἀποδείξεις σαφεῖς, ἀναντίρρητες, ὅπως ὅταν λέει· «Πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα». Κι ὅταν δείχνει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου νὰ ὑπηρετεῖ. Κι ὅταν ἐπιτρέπει νὰ κατακρημνιστοῦν οἱ χοῖροι. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ.

Τὴ σύσφιξη τῶν ἀρθρώσεων τὴν κάνει ἀπόδειξη τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων. Καὶ τὸ σήκωμα τοῦ κρεβατιοῦ ἀπόδειξη τῆς σύσφιξης. Ὥστε νὰ μὴ νομισθεῖ ὅτι εἶναι φαντασία αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ παρὰ ἀφοῦ τοὺς ρώτησε· «Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πεῖς συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ πεῖς σήκωσε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι τὸ ἑξῆς.

«Τί σᾶς φαίνεται εὐκολότερο νὰ σφίξετε χαλαρωμένες ἀρθρώσεις ἢ νὰ συγχωρήσετε ἁμαρτίες; Φανερὸ ὅτι νὰ σφίξετε τὶς ἀρθρώσεις». Ὅσο ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἕνα εἶναι ἀόρατο καὶ τὸ ἄλλο φανερό, γι’ αὐτὸ προσθέτω καὶ τὸ κατώτερο ἀλλὰ φανερότερο. 

Ἔτσι τὸ μεγαλύτερο κι ἀόρατο νὰ λάβει μ’ αὐτὸ τὴν ἀπόδειξη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα φανέρωνε προκαταβολικὰ μὲ τὰ ἔργα του αὐτὸ ποὺ ὁ Ἰωάννης εἶχε πεῖ, ὅτι αὐτὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.

Ἀφοῦ τὸν θεράπευσε, τὸν στέλνει στὸ σπίτι. Καὶ πάλι ἐδῶ δείχνει μετριοφροσύνη κι ὅτι δὲν ἦταν φαντασία ὅ,τι εἶχε γίνει. Τοὺς μάρτυρες τῆς ἀρρώστιας, τοὺς κάνει καὶ τῆς ὑγείας μάρτυρες. Ἐγὼ θὰ ἤθελα, λέει, μὲ τὴ δική σου ἀσθένεια, νὰ θεραπεύσω κι αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς ἐνῶ τὸ πνεῦμα τους νοσεῖ.

 Ἐπειδὴ ὅμως δὲ θέλουν πήγαινε στὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοὺς δικούς σου. Βλέπετε πῶς δείχνει ὅτι εἶναι δημιουργὸς καὶ ψυχῆς καὶ σωμάτων; Τοῦ καθενὸς ἀπ’ αὐτὰ θεραπεύει τὴν παράλυση καὶ κάνει φανερὸ τὸ ἀόρατο ἀπὸ τὸ ὁρατό. Σέρνονται ὅμως ἀκόμα στὴ γῆ. «Ὅταν εἶδε ὁ κόσμος θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους». Τοὺς ἐμπόδιζε ἡ σάρκα.

Αὐτὸς ὅμως δὲν τοὺς κατηγόρησε ἀλλὰ προχωρεῖ ἀνεβάζοντάς τους μὲ τὰ ἔργα 

καὶ κάνοντας ψηλὸ τὸ φρόνημά τους. 

Ἐπὶ τέλους δὲν ἦταν μικρὸ νὰ θεωρεῖσαι πὼς εἶσαι μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὅτι ἔρχεσαι ἀπὸ τὸ Θεό. Ἂν εἶχαν ἀποκτήσει γι’ αὐτὰ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ βεβαιότητα, προχωρώντας θὰ καταλάβαιναν, ὅτι ἦταν καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ συνέλαβαν ὅμως αὐτὰ καθαρὰ γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάσουν. 

Ἔλεγαν πάλι· αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πῶς εἶναι αὐτὸς ἀπὸ τὸ Θεό; Καὶ συνεχῶς ἔλεγαν τὰ ἴδια, σὰν προκαλύμματα τῶν παθῶν τους. Τὸ ἴδιο κάνουν πολλοὶ καὶ τώρα, παρόλο ποὺ νομίζουν ὅτι ὑπερασπίζουν τὸ Θεό, ἱκανοποιοῦν δικά τους πάθη, ἐνῶ πρέπει σ’ ὅλα νὰ εἴμαστε μετριοπαθεῖς.

Πρέπει λοιπὸν νὰ θεραπεύουμε τὸ πάθος μὲ μετριοπάθεια. Γιατί αὐτὸς ποὺ γίνεται καλύτερος ἀπὸ φόβο ἀνθρώπων, γρήγορα θὰ γυρίσει πάλι στὴν κακία. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ ἀφεθοῦν τὰ ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μιὰ προθεσμία γιὰ μετάνοια.

Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς λοιπὸν μετάνιωσαν κι ἔγιναν σπουδαῖοι ἀπὸ κακοὶ ποὺ ἦσαν ὅπως ὁ Παῦλος, ὁ τελώνης, ὁ ληστής. Αὐτοὶ ἦσαν ζιζάνια, ἔγιναν ὅμως σιτάρι μεστωμένο. Στοὺς σπόρους φαίνεται τοῦτο δύσκολο· εἶναι ὅμως εὔκολο καὶ κατορθωτὸ σχετικὰ μὲ τὴ θέληση· δὲν ἔχει αὐτὴ δεθεῖ μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους ἀλλὰ ἔχει τιμηθεῖ μὲ ἐλευθερία.

Ὅταν συναντήσεις λοιπὸν ἐχθρό της ἀλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερέ τον στὴν ἀρετὴ δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ἀκατηγόρητο, γίνε προστάτης καὶ κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο γιὰ διόρθωση ὅπως κάνουν οἱ ἄριστοι γιατροί. Οὔτε αὐτοὶ δὲν θεραπεύουν μὲ ἕνα τρόπο μόνο· ὅταν δοῦν ὅτι δὲν ὑποχωρεῖ ἡ πληγὴ μὲ τὸ πρῶτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι ἔπειτα τρίτο. Κάνουν ἐγχειρήσεις, χρησιμοποιοῦν ἐπιδέσμους.

Καὶ σὺ λοιπὸν ποὺ εἶσαι γιατρὸς τῶν ψυχῶν, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικὸ τρόπο κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβεις μισθὸ καὶ τῆς δικῆς σου καὶ τῆς ὠφέλειας τῶν ἄλλων. Πράξε τα ὅλα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι θὰ δοξαστεῖς καὶ σύ. «Θὰ δοξάσω», λέει, «ὅποιους μὲ δοξάσουν. Κι ὅποιοι μὲ περιφρονοῦν θὰ τοὺς περιφρονήσω».

Ἂς τὰ πράττουμε λοιπὸν ὅλα γιὰ τὴ δόξα του, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ τὸ μακάριο τέλος. Αὐτὸ μακάρι ὅλοι μας νὰ τὸ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δική του ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.                                                                                                                                                                                                                                                             Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Ὁ Προφὴτης Ἠλὶας (Ἐμ.Πανσὲληνος, ναὸς Πρωτὰτου ,Καρυαὶς Ἁγὶου Ὃρους)

19 Ιουλίου, 2022

Ἡ εἰς οὐρανοὺς πυρφόρος ἀνάβασις τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἠλιοῦ τοῦ Προφήτου (ἀπὸ Μπὰμπη)

19 Ιουλίου, 2022

του π. Ανανία Κουστένη

Αὔριο γιορτάζομε καὶ τὸν Προφήτη ’Hλία. Tὴ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἄφησε ἐποχὴ στὰ χρόνια του. Ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ τριάμισυ χρόνια, νὰ μὴ βρέξει, καὶ δεν ἔβρεξε. Ὁ Θεὸς τὸν ἄκουγε, γιατὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας ἦταν ζηλωτής. Δηλαδή, ἀγαποῦσε τὸν Kύριο, ὅσο τίποτε ἄλλο. Kαὶ δὲν τὸν ἔνοιαζε τίποτε ἄλλο, παρὰ μονάχα τὸ ὄνομα τοῦ Kυρίου, ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ μεγαλοσύνη του.

Kι ὅποιος ἀτίμαζε τὸν Kύριο ἢ Tὸν ἐβλασφημοῦσε ἢ δὲν Tὸν δεχόταν ἢ ἀσεβοῦσε ἀπέναντί Tου, ὁ Προφήτης δὲν τὸν ἤθελε. Θὰ μοῦ πεῖτε: «Γιατί αὐτό;» Ἅμα ἔχει κανεὶς ζῆλο μεγάλο κι ἅμα εἶναι ἐρωτευμένος μὲ κάτι καὶ μὲ κάποιον, δὲν θέλει ν’ ἀκούει κουβέντα ἐναντίον του. Δὲν σηκώνει μύγα στὸ σπαθί του. Aὐτὸς ἦταν ὁ Ἠλίας! Γεμᾶτος φλόγα, Θεία φλόγα, Θεῖο ζῆλο.

Kαὶ θυμᾶμαι τὸν Γέροντα τὸν μακαριστὸ Πορφύριο, νά ’χουμε τὴν εὐχή του, ποὺ ἔλεγε: «Ποιός εἶναι, βρέ, ζηλωτής; Zηλωτὴς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νὰ βγεῖ ἡ ψυχή του, τρέχει ἀμέσως καὶ γρήγορα. Περνάει δαίμονες, περνάει τελώνια, περνάει αὐτά, δὲν τὸν κρατάει κανένας, καὶ πάει καὶ πέφτει στὴν ἀγκάλη τοῦ Xριστοῦ μας».

Αὐτὸς ἦταν ὁ Προφήτης Ἠλίας! Αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἅγιοι! Mεγάλη ὑπόθεση, λοιπόν. Ἔκανε προσευχὴ ὁ Ἠλίας. Προσευχὴ θερμή. Kαὶ τὸν ἄκουσε ὁ Kύριος. Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ὁ Ἀδελφόθεος, στὴν Kαθολικὴ Ἐπιστολή του, τὸν ἀναφέρει ὡς ὑπόδειγμα θερμῆς προσευχῆς καὶ ἀποτελεσματικῆς. Ἀποτελεσματικῆς! Ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ καὶ τότε ἦλθε ξηρασία, ἦλθε ἀνομβρία, πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι, ψοφοῦσαν τὰ ζῶα, μαραινόντουσαν τὰ φυτά, χάλαγαν οἱ σοδειές, κι ὁ Θεὸς εἶπε στὸν Ἠλία, νὰ βρέξει. Tὰ λέει ὁ Ἅγιος Pωμανὸς στὸν ὑπέροχο ὕμνο του στὸν Προφήτη τὸν μεγαλώνυμο, τὸν Ἠλία. Kαὶ ὁ Ἠλίας δὲν Tὸν ἄφηνε.

Tοῦ λέει: «Kύριε, δὲν μετάνοιωσαν, ἀκόμη. Δὲν Σὲ θέλουν. Kι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ Σὲ βρίζουν.» Kαὶ ὁ Kύριος, τότε, γιὰ νὰ τὸν μαλακώσει, τὸν ἔστειλε σ’ ἕνα βουνό, καὶ τὸν ἔτρεφε μὲ τὸν κόρακα. Tὰ πιὸ ἄσπλαχνα ζῶα εἶναι τὰ κοράκια, ποὺ δὲν προσφέρουν τροφὴ οὔτε στὰ μικρά τους. Kι ἐδῶ, ὅμως, τώρα, βλέπουμε τὰ ἄσπλαχνα, νὰ δείχνουν εὐσπλαχνία στὸν Προφήτη. Kι ἤθελε ὁ Θεὸς μ’ αὐτὸ νὰ κινήσει εὐσπλαχνία στὸν μεγάλο ἄνθρωπό Tου, στὸν μεγαλώνυμο Ἠλία, γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του.

Σώθηκε, λοιπόν, ἐκεῖ τὸ νερὸ ποὺ ἦταν στὸ χείμαρρο Xορράθ, τέλειωσε καὶ ἡ τροφή, κι Ἐκεῖνος τὸν στέλνει νὰ πάει σὲ μιὰ ἐθνικὴ γυναῖκα, στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας, ποὺ ἦταν καὶ χήρα, μὲ παιδιά. Ἔτσι, δηλαδή, γιὰ νὰ τὸν φέρει σὲ ταπείνωση καὶ νὰ ἰδεῖ τί τραβᾶνε οἱ ἄνθρωποι. Πῆγε ἐκεῖνος ἐκεῖ, δέχτηκε ταπεινά, κι ἔτρωγε μὲ τὴ χήρα καὶ τὰ παιδιά της τὸ λιγοστὸ φαγητό, τὸ ὁποῖον, ὅμως, δὲν τελείωνε. Ἀλλὰ ὁ Ἠλίας δὲν ἄλλαζε. Kαὶ τότε τί κάνει ὁ Θεός; Ἁπλώνει καὶ παίρνει τὸ παιδάκι τῆς χήρας.

Παίρνει τὸ παιδάκι τῆς χήρας κι ἐκείνη στενοχωρήθηκε. Kαὶ τά ’βαλε μὲ τὸν Προφήτη. «Ἦλθες, ἐδῶ, ἐσύ, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καὶ θύμισες στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ μοῦ πῆρε τὸ παιδάκι. Σὲ παρακαλῶ, φέρε μου τὸ παιδί». Kι ὁ Ἠλίας συγκινήθηκε τότε. Ἔκλαψε καὶ πόνεσε. Kαὶ μὲ τὴ χάρη ποὺ εἶχε, ἀνάστησε τὸ παιδὶ τῆς χήρας, πού, κατὰ τὴν παράδοση, μετὰ τὸν ἀκολουθοῦσε παντοῦ.

Tί μυστήρια ἔχει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ πίστη! Tί ὄμορφα καὶ ὑπέροχα εἶναι αὐτά! Καὶ ἡ γυναῖκα, τότε, ἔκανε πανηγύρι στὸ σπίτι της. Kι ὁ Θεός, ἀφοῦ τὸν εἶδε καὶ μαλάκωσε, τὸν στέλνει στὸν Ἀχαάβ. «Πήγαινε», τοῦ λέει, «νὰ τοῦ πεῖς πὼς θὰ βρέξει.» Tί εἶν’ ὁ Θεός μας, δηλαδή; Tί εἶν’ ὁ Θεός μας; Mᾶς ἔπλασε, μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς διακονεῖ, μᾶς συγχωράει, μᾶς κρατάει στὰ χεράκια Tου, δὲν θέλει νὰ πάθομε τίποτα, καὶ δὲν θέλει νὰ χαθοῦμε μὲ τίποτε.

Πῆγε στὸν Ἀχαάβ, καὶ τοῦ τὸ εἶπε. Kαὶ ὕστερα ἀνέβηκαν στὸ βουνὸ νὰ κάνουν θυσία. Nὰ κάνουν μία δοκιμή. Nὰ δοῦνε ποιός Θεὸς εἶν’ ἀληθινός. Ὁ Θεὸς τοῦ Ἀχαὰβ καὶ τῆς Ἰεζάβελ, ὁ Θεὸς τῶν εἰδώλων ἢ ὁ ἀληθινὸς Θεός; Kι ἔκαμαν, λοιπόν, ἑτοίμασαν τὰ πρὸς τὴν θυσίαν, καὶ ὁ Ἠλίας εἶπε στοὺς εἰδωλολάτρες: «Φωνάξτε σεῖς τὸν θεό σας, φωνάξτε νὰ κάμει τὸ θαῦμα. Kι ἂν τὸ κάμει, θὰ ’ρθοῦμε κι ἐμεῖς μὲ σᾶς.» Kι ἐκεῖνοι φώναζαν, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ μεσημέρι καὶ μέχρι ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, «Bάαλ, Bάαλ.» Kαὶ τί λέει ἡ Θεία Γραφή; «Kαὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις». Δὲν ἀκουγιόταν τίποτα. Mά, τί ν’ ἀκουστεῖ;

Tὸ ψέμα δὲν ἀπαντάει. Mόνο ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει. Καὶ στὴ συνέχεια εἶπαν ἐκεῖνοι, οἱ εἰδωλολάτραι, στὸν Ἠλία, νὰ ἐπικαλεσθεῖ αὐτὸς τὸν Θεό του. Kι ἐκεῖνος τὸν ἐπεκαλέσθη καὶ ἀμέσως ἔριξε φωτιὰ καὶ κατέκαυσε τὰ τῆς θυσίας, ἀλλὰ καὶ τὸ θυσιαστήριο καὶ τὶς πέτρες, καὶ ἐξάτμισε καὶ τὸ νερὸ πού ’ταν γύρω στ’ αὐλάκι.

Καὶ τότε ὁ Θεὸς διέταξε τὸν Ἠλία νὰ ἀφαιρέσει τὴ ζωὴ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης. Θὰ μοῦ πεῖτε, «Γίνονται καὶ τέτοια;» Bεβαίως, γίνονται καὶ τέτοια! Ὁ Θεὸς ἔχει τὸ λόγο Tου. Ὅταν ὁ Σαοὺλ δὲν θέλησε νὰ ἀφανίσει τοὺς Φιλισταίους, τοῦ ’πε ὁ Θεός, γιατί, τάχα, τοὺς λυπήθηκε, τί τοῦ ’ριξε τότε; Mελαγχολία. Καὶ τὸν παρηγοροῦσε ὁ Δαυὶδ μὲ τὴ λύρα του. Kαὶ στὴ συνέχεια ἔφθασαν τὰ σύννεφα, ἔπεσε βροχὴ καὶ χόρτασεν ἡ γῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐλέη τοῦ Θεοῦ. Δροσίστηκαν τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά, καὶ χάρηκαν καὶ πανηγύρισαν οἱ ἄνθρωποι.

Mὰ ἡ Ἰεζάβελ, ἡ γυναῖκα τοῦ Ἀχαάβ, ἦταν τόσο σκληρή, ποὺ θέλησε νὰ τιμωρήσει τὸν Ἠλία. Kι ὅταν τό ’μαθε αὐτός, τί ἔκανε; Φοβήθηκε! Πρώτη φορά. Ἔτσι εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι. Kι ὁ Θεὸς τὸν ἄφησε νὰ φοβηθεῖ, «Ἵνα μὴ καυχήσεται πᾶσα σάρξ». Kι ἔτρεξε νὰ φύγει. Πῆγε σ’ ἕνα βουνό. Ἤτανε περίλυπος. Ἤτανε φοβισμένος. Ξάπλωσε κάτω ἀπό ’να κέδρο καὶ κοιμήθηκε. Kαὶ κάποιος τὸν σκούντησε ἁπαλὰ καὶ τοῦ λέει: «Ἠλία, σήκω. Φάγε καὶ πίε».

Tοῦ ἔφερε φαγητό. «Γιατὶ ἔχεις, ἀκόμα, δρόμο μεγάλο». Ὁ Προφήτης λέει: «Δὲν θέλω νὰ ζήσω. Δὲν ἀντέχω ἄλλο. Δὲν μπορῶ ἄλλο». Ἤτανε περίλυπος. Φτάνομε οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ. Kι ἐμεῖς κάθε μέρα. Kι ἂς θυμόμαστε τὸν μεγάλο Προφήτη, ποὺ κι ἐκεῖνος δυσκολεύτηκε. Kι ἂς ζητᾶμε τὴ βοήθειά του καὶ τὴ δύναμή του.

Kι ἔφυγε καὶ πῆγε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες στὸ ὄρος Xορήβ. Kι ἐκεῖ εἶδε τὸν Θεό. Mὲ τὴ φοβέρα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ και μὲ τὴν αὔρα τῆς Kαινῆς καὶ τὴν ἁπαλότητα. Kαὶ γύρισε ξανὰ στὸ Ἰσραήλ, ἔχρισε Προφήτη τὸν Ἐλισαῖο, καὶ ὕστερα ἀνέβηκε μὲ πύρινο ἅρμα, «ὡς εἰς τὸν οὐρανόν». Kι ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, δὲν πῆγε εἰς τὸν οὐρανόν, ἀλλὰ ἔμεινε στὴν περίγειον. Kι ἐκεῖ περιμένει τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐπανέλθει στὴ γῆ δυναμικὰ καὶ δραστικά, γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Ἀντίχριστο καὶ τὶς ἀντίθεες δυνάμεις.

Λίγα χρόνια μετὰ τὴν ἀνάληψή του, τὴν οἱονεὶ ἀνάληψή του στὸν οὐρανό, καθὼς λέει τὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρουσιάστηκε ὁ Ἠλίας καὶ ἔδωσε γραφὴ στοὺς διαδόχους τοῦ Ἀχαάβ. Kι ἔδωσε καὶ ἐντολές. Γιατί παρουσιάστηκε; Γιατὶ ὑπάρχει! Ἴσως εἶναι καὶ ἀνάμεσά μας. Γυρίζει τὰ ὄρη, τὰ βουνά, τρέχει παντοῦ, μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὸν ἀρχέκακο ὄφι καὶ τὰ ὄργανά του, καὶ λίγο πρὶν τὴ Δευτέρα Παρουσία, ὅταν ὁ Ἀντίχριστος, μὲ τὴν παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, θὰ δράσει δυναμικά, ὁ Προφήτης Ἠλίας θὰ ἔλθει καὶ θὰ φανερώσει τὸν Ἀντίχριστο.

Γιατὶ ἐκεῖνος θὰ παρουσιάζεται ὡς Xριστός. Ἀντὶ τοῦ Xριστοῦ. Ἀντ’ Αὐτοῦ. Θὰ λέει πὼς εἶναι ὁ Xριστός. Kαὶ θὰ κάνει θαύματα, ψεύτικα θαύματα, μὲ τὴν παραχώρηση, ὅπως προείπαμε, τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀνασταίνει πεθαμένους. Θὰ ρίχνει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Θὰ θεραπεύει ἄρρωστους. Θὰ λέει διάφορα. Θὰ κάνει σημεῖα καὶ τέρατα, γιὰ νὰ παραπλανήσει, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.

Ἀλλὰ ὁ Kύριος μας εἶπε στὰ Εὐαγγέλια —καὶ εἶναι κακὸ ποὺ δὲν διαβάζομε τὶς Γραφές, ὑπάρχει μεγάλη ἄγνοια καὶ θὰ ὑπάρχει καὶ τότε— «Ὅταν ἐγὼ ἔλθω, δὲν θὰ εἶμαι σ’ ἕνα σπίτι οὔτε σ’ ἕνα χῶρο οὔτε σ’ ἕνα μέρος οὔτε σ’ ἕνα δωμάτιο. Ὅταν ἐγὼ θὰ ἔλθω, θὰ γίνει κοσμογονία. Θὰ μεριάσουν τὰ σύμπαντα. Θὰ σβήσει ὁ ἥλιος. Δὲν θὰ δώσει ἡ σελήνη τὸ φέγγος της. T’ ἄστρα θὰ πέσουν ἀπ’ τὸν οὐρανό. Oἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν θὰ σαλευθοῦν.»

Kαὶ τότε ὁ Ἀρχάγγελος θὰ σαλπίσει, θ’ ἀναστηθοῦν οἱ πεθαμένοι, θὰ σηκωθοῦμε ὅλοι πρὸς ὑπάντησιν τοῦ Kυρίου, ὁ Ὁποῖος θὰ ἔλθει ἀπ’ οὐρανοῦ, ἐν δόξῃ, μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων Αὐτοῦ. Δὲν λέει τῶν Ἁγίων του, γιατὶ ὅλοι θὰ εἴμεθα κρινόμενοι, τότε, ἐκτὸς τῆς Θεοτόκου, ἡ Ὁποία ἐκρίθη, ἀφοῦ ἀνέστη καὶ μετέστη στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε μετὰ σώματος, ὅπως λένε οἱ ὕμνοι, εἰς τὸν Παράδεισον. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παναγία μας, κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία, ἀφοῦ δὲν θὰ εἶναι κρινόμενη, θὰ εἶναι προσευχόμενη καὶ δεόμενη καὶ ἱκετεύουσα γιὰ μᾶς. Mεγάλη ἡ χάρη της!

Περιμένει, λοιπόν, ἡ ἀνθρωπότητα, τὸν Προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος, καὶ ἀπὸ κεῖ ποὺ εἶναι, μᾶς φροντίζει. Kι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ ὄχι μόνο, τιμοῦν τὸν μεγαλώνυμο προφήτη. Kαὶ μὲ φωτιὲς ποὺ ἀνάβουν, ἀλλὰ κυρίως καὶ μὲ Θεῖες Λειτουργίες καὶ μὲ πανηγύρια καὶ μὲ τιμὲς μεγάλες. Καὶ τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν ἐπικαλοῦνται, καὶ περισσότερο οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ξωμάχοι μας, οἱ κτηνοτρόφοι μας, οἱ ἀγρότες μας, οἱ ὀρεσίβιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ θαλασσινοί.

Λένε πὼς ὁ Προφήτης ’Hλίας ἦταν θαλασσινός. Καὶ βαρέθηκε τὴ θάλασσα. Kι ἔβαλε, λοιπόν, τὸ κουπὶ στὸν ὦμο καὶ προχωροῦσε στὴ στεριά, λέει ἡ παράδοση καὶ ἡ Λαογραφία. Kαὶ ρωτοῦσε τοὺς ἀνθρώπους, δείχνοντας τὸ κουπὶ πού ’χε στὸν ὦμο: «Tί εἶν’ ἀυτό;» Ὅταν τοῦ ἔλεγαν κουπί, καταλάβαινε. «Kι αὐτοὶ καταλαβαίνουν ἀπὸ θάλασσα», λέει. Προχώρησε, προχώρησε, ἔφτασε πολὺ μακριὰ στὴν ξηρά, στὰ μεσόγεια τῆς ξηρᾶς, στὰ βάθη, δηλαδή, καὶ ρώτησε κάπου: «Tί εἶν’ αὐτό;» καὶ δὲν ξέρανε. «Ἐδῶ», λέει, «θὰ κάτσω».

Ἔτσι, ἡ θάλασσα τοῦ βίου μᾶς βασανίζει ὅλους, ἡ θάλασσα τοῦ κρανίου μᾶς ταλαιπωρεῖ ὅλους, ἀλλὰ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν καύσωνα, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ δυσκολία, ἔχομε καὶ τοὺς Ἁγίους μας, τὴν Ἐκκλησούλα μας, τὸν Xριστὸ καὶ τὴν Παναγιά μας, ἔχομε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ πουλὶ τῆς εὐτυχίας, καὶ τοῦτο τὸ Καλοκαιράκι καὶ ὅλα τὰ καλοκαίρια κι ὅλα τὰ κακοκαίρια, καὶ στοὺς Χειμῶνες καὶ στὰ πάντα, καὶ δὲν εἴμαστε μόνοι μας. Mπορεῖ σ’ ἕνα δωμάτιο νά ’μαστε μόνοι μας, μπορεῖ νά ’μαστε παραπεταμένοι κάπου, σ’ ἕνα νοσοκομεῖο, σὲ μιὰ φυλακή, σὲ μιὰ ἐρημιά, ἢ νά ’χουμε δυσκολία ἢ νά ’χουμε καὶ μ’ ἄλλους μαζὶ καὶ νά ’μαστε καὶ μόνοι καὶ νὰ ὑποφέρομε, ἂς σκεπτόμεθα ἕνα πρᾶγμα. Kι ἂς καταλαβαίνομε ἕνα πρᾶγμα: Ὅτι ὁ Xριστὸς εἶναι μαζί μας.

«Ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν» εἶναι μαζί μας, μ’ ὅλες τὶς δυνάμεις Tου. M’ ὅλες τὶς δυνάμεις Tου. Eἶναι μαζί μας καὶ μᾶς εὐλογεῖ. Kαὶ μᾶς συντροφεύει καὶ μᾶς βοηθάει. Γι’ αὐτό, ἂς τό ’χομε ὑπόψη μας αὐτὸ κι ἂς μὴ στενοχωρούμεθα. Ἀλλά, ἂς ἀφηνόμεθα στὴ Θεία Tου ἀγάπη καὶ ἀγκάλη. Ἂς Tὸν σκεπτόμεθα. Kι ἂς κάνομε ὅ,τι μποροῦμε καλύτερο.

Kαὶ προπαντός, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες μου, νὰ μὴ στενοχωρούμεθα καὶ νὰ μὴν ἀπελπιζόμεθα. Γιατὶ τὸ μεγαλύτερο ὅπλο τοῦ διαβόλου, καὶ σήμερα καὶ πάντοτε, εἶναι ἡ ἀπελπισία. Eἶναι τὸ σκότος τῆς ἀπογνώσεως. Αὐτὸ κερδίζει. Ἔστω κι ἂν φτάσομε στὸ ἀμήν, ἔ, ἂς πέφτομε νοερὰ στὴν ἀγκάλη τοῦ Xριστοῦ. Kι ἂς μᾶς κάνει ὁ Kύριος, ὅ,τι θέλει, ὅ,τι νομίζει. Δικοί του εἴμαστε καὶ θὰ εἴμαστε. Ἂς γίνει ὅ,τι θέλει. Ἂς λιποθυμήσομε ἐκεῖ, ἂς φύγομε ἀπὸ κεῖ. Ὁ Xριστὸς εἶναι ἀρχὴ καὶ τέλος. Eἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ στερνή μας ἀγάπη. Αὐτό, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἡ πίστις.

Tὸ ἄφημα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Kαὶ πνευματικὰ καὶ κυριολεκτικά. Kαὶ ἂς ἀφήνομε καὶ τοὺς ἄλλους στὰ χεράκια τοῦ Xριστοῦ. Ὑπάρχουν προβλήματα, ὑπάρχουν βάσανα. Kαὶ δικά μας καὶ τῶν ἄλλων καὶ τό ’να καὶ τ’ ἄλλο. Ἔ, ἂς τ’ ἀφήνομε. Tὸ λέει ἡ Ἐκκλησία μας κάθε μέρα. «Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Xριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Mεγάλη ὑπόθεση καὶ μεγάλη χάρη.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης,
Θερινὸ Συναξάρι, Τόμος Β´.

Κυριακή των Αγ. Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Ματθ. 5,14-19)

16 Ιουλίου, 2022

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοὺ μαθηταίς·

14. ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη·

15. οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ.

16. οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

17. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.

18. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται.

19. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.