Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Εἰς τὴν Πεντηκοστὴ

12 Ιουνίου, 2022

Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

PENTHKOSTH..[1]

Θ. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πάντοτε ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει, δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος, ἀλλ’ εἶναι πάντοτε ἑνωμένο καὶ ἀριθμεῖται μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό.

Διότι δὲν θὰ ἅρμοζε ποτὲ νὰ ἐλλείπει ὁ Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα ἢ τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὸν Υἱό, ἐπειδὴ θὰ ἦταν σὲ μέγιστο βαθμὸ ἄδοξη ἡ θεότητα, σὰν ἀπὸ μεταμέλεια ἀκριβῶς νὰ ἦλθε σὲ συμπλήρωση γιὰ νὰ γίνει τέλεια.

[Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] λοιπὸν πάντοτε καὶ αἰώνια μεταλαμβάνεται [μὲ τὶς θεῖες ἐνέργειές Του], δὲν μεταλαμβάνει· ὁδηγεῖ στὴν τελείωση [τοὺς ἀνθρώπους], δὲν τελειώνεται· παρέχει τὴν πνευματικὴ πλήρωση, δὲν ἔχει ἀνάγκη πληρώσεως· ἁγιάζει, δὲν ἁγιάζεται· κάνει [τοὺς ἀνθρώπους] θεούς, δὲν θεώνεται αὐτὸ πρὸς Ἑαυτό, καὶ πρὸς ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι ἑνωμένο, εἶναι πάντοτε τὸ ἴδιο καὶ ἀπαράλλακτο· ἀόρατο, ἄχρονο, ἀχώρητο, ἀναλλοίωτο, ὑπεράνω ἀπὸ κάθε ἔννοια ποιότητας, ποσότητας καὶ μορφῆς, ἀψηλάφητο, κινούμενο ἀφ’ Ἑαυτοῦ, κινούμενο συνεχῶς, ἔχοντας ἀφ’ Ἑαυτοῦ ἐξουσία, ἔχοντας ἀφ’ Ἑαυτοῦ δύναμη, παντοδύναμο (ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴν πρώτη ἀρχή, ὅπως ἀκριβῶς ὅλα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸν Μονογενῆ Υἱό, ἔτσι καὶ τοῦ Πνεύματος ἀνάγεται [εἰς τὸν Θεὸ Πατέρα]).

Εἶναι ζωὴ καὶ πρόξενος ζωῆς, τὸ φῶς καὶ χορηγεῖ φῶς, ἀφ’ Ἑαυτοῦ ἀγαθὸ καὶ πηγὴ ἀγαθότητας. Πνεῦμα εὐθές, ἡγεμονικό, κύριο [καλεῖ καὶ] ἀποστέλλει [τοὺς ἄξιους, ὅπως ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός], θέτει ὅρια [σὲ ὅλη τὴν κτίση] κάνει τοὺς ἀνθρώπους ναοὺς οἴκους Του, ὁδηγεῖ, ἐνεργεῖ ὅπως θέλει, διανέμει χαρίσματα. Εἶναι Πνεῦμα υἱοθεσίας [κάνει τοὺς ἀνθρώπους υἱοὺς τοῦ Θεοῦ], ἀληθείας, σοφίας, συνέσεως, γνώσεως, εὐσέβειας, βουλῆς, δυνάμεως, φόβου [θείου], ὅσων ἔχουν ἀπαριθμηθεῖ.

Δία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γνωρίζεται ὁ Πατὴρ καὶ δοξάζεται ὁ Υἱός, καὶ ἀπὸ Αὐτοὺς μόνο γνωρίζεται Αὐτό, εἶναι δηλαδὴ τὰ τρία πρόσωπα Ἕν, μία εἶναι ἡ λατρεία καὶ ἡ προσκύνηση [ποὺ προσφέρεται], μία ἡ δύναμη, ἡ τελειότητα, ἕνας ὁ ἁγιασμὸς [ποὺ παρέχεται]. Καὶ γιατί νὰ μακρολογῶ; Ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, εἶναι τοῦ Υἱοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀγεννησία.

Ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Υἱός, εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν γέννηση. Αὐτὰ (τὰ ἰδιώματα), ὅσο βέβαια μπορῶ νὰ ἐκφρασθῶ μὲ τὸν λόγο μου, δὲν ξεχωρίζουν οὐσίες, ἀλλ’ ὁρίζουν τὴν μία καὶ ἑνιαία οὐσία τῆς θεότητας.

Ι. Στενοχωρεῖσαι γιὰ τὶς ἀντιθέσεις (ποῦ χρησιμοποίησα); Ἐγὼ ὅμως γιὰ τὸ μῆκος τοῦ λόγου. Τίμησε λοιπὸν τὴν (σημερινὴ) ἡμέρα τοῦ Πνεύματος· συγκράτησε λίγο τὴ γλώσσα, ἂν γίνεται. Γιὰ ἄλλες γλῶσσες γίνεται ὁ λόγος· αὐτὲς εὐλαβήσου ἢ φοβήσου, πύρινες καθὼς φαίνονται. Σήμερα ἂς ὑψώσουμε μ’ εὐλάβεια ὅλο μας τὸν νοῦ στὸ θεῖο μυστήριο [τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος], ἂς κάνουμε αὔριο ἀνάλυση λέξεων σήμερα ἂς ἑορτάσουμε [μὲ κατάνυξη], ἂς εἰπωθεῖ κάτι ἄξιο ντροπῆς [ἀπὸ τοὺς ἀντιλέγοντες] αὔριο.

Αὐτὰ γίνονται μὲ τρόπο μυστικὸ [στὸ ταμεῖο τῆς ψυχῆς ἐνώπιόν του Θεοῦ], ἐκεῖνα γίνονται μὲ τρόπο πομπώδη [ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων]· αὐτὰ γίνονται στὶς ἐκκλησίες, ἐκεῖνα στὶς ἀγορές· αὐτὰ ἁρμόζουν σὲ ἀνθρώπους σώφρονες καὶ νηφάλιους, ἐκεῖνα σὲ ἀνθρώπους ποὺ μεθοῦν αὐτὰ εἶναι ὅσων ἐνεργοῦν μὲ σοβαρότητα [ὅση ἀξίζει στὸ μεγάλο μυστήριο], ἐκεῖνα ὅσων παίζουν κατὰ τοῦ Πνεύματος.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἁπαλλαγήκαμε ἀπ’ ὅ,τι εἶναι ἀλλότριο [τῆς εὐσεβείας], ἂς καταρτίσουμε τὸ δικό μας [τὸ λόγο περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος].

ΙΑ. Αὐτὸ [τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] ἐνεργοῦσε πρὶν ἀπ’ ὅλα στὶς ἀγγελικὲς καὶ οὐράνιες δυνάμεις, σ’ ὅσες εἶναι πρῶτες μετὰ τὸ Θεὸ καὶ σ’ ὅσες εἶναι κοντὰ στὸ Θεό. Διότι ἡ τελείωση καὶ ἡ ἔλλαμψη σ’ αὐτὲς καὶ ἡ δυσκινησία ἢ ἡ ἀκινησία τους πρὸς τὸ κακὸ δὲν εἶναι ἀπὸ ἄλλη αἰτία, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔπειτα [ἐνεργοῦσε] στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς Προφῆτες.

Ἀπ’ αὐτοὺς οἱ μὲν εἶχαν θέα τοῦ Θεοῦ ἢ Τὸν ἐγνώρισαν [μὲ ἀποκάλυψη], οἱ δὲ προγνώρισαν καὶ τὸ μέλλον, μὲ τὸ νὰ σχηματίζει τὸ Πνεῦμα εἰκόνες στὸ νοῦ τους καὶ σὰν νὰ ἦσαν παρόντες συναναστρεφόμενοι ὅσα ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιηθοῦν στὸ μέλλον.

Τέτοια εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Πνεύματος. Ἔπειτα [ἐνεργοῦσε] στοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ (διότι δὲν λέγω γιὰ τὸ Χριστό, στὸν Ὁποῖο παρευρίσκετο [τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] ὄχι ὡσὰν νὰ ἐνεργοῦσε, ἀλλ’ ὡς συμπαρευρισκόμενο σὲ ὁμότιμη σχέση [μὲ Αὐτὸ])· καὶ σ’ αὐτοὺς κατὰ τρεῖς τρόπους, στὸ μέτρο ποῦ μποροῦσαν νὰ Τὸ δεχθοῦν, καὶ κατὰ τρεῖς καιρούς: πρὶν νὰ δοξασθεῖ ὁ Χριστὸς μὲ τὸ πάθος Του· ἀφοῦ δοξάσθηκε μὲ τὴν Ἀνασταση· καὶ μετὰ τὴν Ἄνοδό Του στοὺς οὐρανοὺς ἢ τὴν ἀποκατάσταση, ἢ ὅπως καὶ πρέπει νὰ τὴν ὀνομάσουμε, φανερώνει δὲ [τὴν ἐνέργεια αὐτή] ἡ πρώτη θεραπεία καὶ κάθαρση ἀπὸ τὶς ἀσθένειες καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα, ἡ ὁποία βέβαια δὲν γινόταν χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· καὶ τὸ ἐμφύσημα [τοῦ Κυρίου στὰ πρόσωπα τῶν μαθητῶν Του] μετὰ τὴν τελείωση τῆς [ἐνσάρκου] οἰκονομίας, πού εἶναι φανερὰ προσθήκη περισσοτέρας χάριτος· καὶ τώρα ὁ διαμερισμὸς τῶν πύρινων γλωσσῶν, ποὺ πανηγυρίζουμε.

Ἀλλὰ τὸ πρῶτο ἔγινε ἀμυδρὰ· τὸ δεύτερο, πιὸ φανερὰ· καὶ τὸ [τρίτο] τώρα, τελειότερα … Καὶ δὲν παρίσταται τώρα [τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] κατὰ τὴν ἐνέργεια, ὅπως πρωτύτερα, ἀλλὰ κατὰ τὴν οὐσία, ἢ ὅπως ἀλλιῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὸ πεῖ κανείς, καὶ μένοντας μαζί τους καὶ μέσα τους [στοὺς ἁγίους ἀποστόλους] βοηθὸς καὶ παραστάτης στὸ ἔργο τους(11). Διότι ἔπρεπε, ἀφοῦ ὁ Υἱὸς συνανεστράφη μὲ μᾶς σωματικά, καὶ Αὐτὸ νὰ φανερωθεῖ σωματικὰ(12)· καὶ ἀφοῦ ἐπανῆλθε πρὸς Ἑαυτὸν ὁ Χριστός, Ἐκεῖνο νὰ κατέλθει πρὸς ἐμᾶς· καὶ ἔρχεται μὲν ὡς Κύριο, «πέμπεται» [ἀποστέλλεται] δὲ ὄχι ὡς κατώτερο. Διότι οἱ λέξεις αὐτὲς [ἔρχεται, πέμπεται] φανερώνουν ἐξ ἴσου τὴν ἑνότητα καὶ ὁμοτιμία [τῶν προσώπων] παρὰ χωρίζουν τὶς φύσεις.

ΙΒ. Διά τοῦτο μετὰ τὸ Χριστὸ μὲν [κατέρχεται τὸ Ἅγιον Πνεῦμα] γιὰ νὰ μὴ μᾶς λείπει Παράκλητος [Παρήγορος]· «Ἄλλος» δέ, γιὰ νὰ ἔχεις στὸ νοῦ σου τὴν ὁμοτιμία. Διότι τὸ «ἄλλος» σημαίνει ἄλλος ἀκριβῶς ὅπως ἐγὼ γίνεται. Τοῦτο δὲ σημαίνει κοινὴ δεσποτεία καὶ ὄχι ὑποτίμηση. Διότι ἐγὼ ξέρω καλὰ ὅτι τὸ «ἄλλος» λέγεται ὄχι γιὰ διαφορετικὰ πράγματα, ἀλλὰ τῆς ἰδίας οὐσίας.

Μὲ μορφὴ γλωσσῶν δὲ [κατῆλθε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] ἐξ αἰτίας τῆς συγγενείας πρὸς τὸ Λόγο. Πύρινων δέ, καὶ ἀναζητῶ γιὰ ποῖο ἀπ’ τὰ δύο: γιὰ τὴν κάθαρση (διότι μιλοῦμε γιὰ πῦρ-φωτιὰ, πού καθαρίζει, ὅπως μποροῦν ἀπὸ παντοῦ νὰ μάθουν ὅσοι θέλουν) ἢ γιὰ τὴν οὐσία; Διότι ὁ Θεὸς μᾶς εἶναι πῦρ [κατὰ μίαν εἰκόνα τῆς ἀπροσίτου θείας οὐσίας] καὶ «πῦρ καταναλίσκον» [φωτιὰ ποὺ κατακαίει καὶ ἀφανίζει] τὴ μοχθηρία, [καὶ τὸ λέω] ἔστω κι’ ἂν ἀγανακτεῖς πάλι, διότι στενοχωρεῖσαι γιὰ τὸ ὁμοούσιο [ποὺ ἀποδίδω στὸ Ἅγιον Πνεῦμα].

Καὶ ἐχωρίστηκαν [οἱ γλῶσσες] διότι τὰ χαρίσματα [ποὺ ἐχορήγησε] ἦταν πολλὰ καὶ διαφορα· ἐκάθισαν δέ, ἐπειδὴ ἡ ἐξουσία Του εἶναι βασιλική, καὶ ἐπειδὴ ἀναπαύεται εἰς τοὺς ἁγίους· ἀφοῦ καὶ τὰ χερουβεὶμ εἶναι θρόνος τοῦ Θεοῦ. Στὸ ὑπερῶο δὲ (ἂν δὲν θεωρηθῶ ὅτι καταβάλλω μάταιο κόπο κάπως περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι πρέπει) διότι θὰ ἀνέβαιναν καὶ θὰ ὑψώνονταν ἀπὸ χάμω (πνευματικὰ) αὐτοὶ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ Τὸ δεχθοῦν ἀφοῦ καὶ μὲ θεία ὕδατα [Ἀγγελικὲς δυνάμεις] στεγάζονται οὐράνια ὑπερῶα [ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ] καὶ ὑμνεῖται ὁ Θεὸς(13).

Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐπίσης στὸ ὑπερῶο συμμετέχει στὸ μυστήριο [τῆς Θείας Εὐχαριστίας] μὲ αὐτοὺς ποὺ μυοῦνται στὰ ὑψηλότερα, γιὰ νὰ παρασταθεῖ αὐτό, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρέπει ὁ Θεὸς νὰ κατέβει λίγο πρὸς ἐσᾶς, πράγμα ποὺ ξέρω ὅτι ἔγινε παλαιότερα στὸν Μωυσῆ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρέπει ἐμεῖς ν’ ἀνέβουμε καὶ ἔτσι νὰ γίνει [δυνατὴ] ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ν’ ἀναμειχθεῖ δηλαδὴ ἡ [ὑπερτελεία] ἀξία [τῆς θεότητας μὲ τὴν μηδαμινότητα τῆς ἀνθρωπότητας].

Ἐφ’ ὅσον ὅμως [τὸ θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο] μένουν τὸ μὲν στὴν οἰκεία περιωπή, τὸ δὲ στὴν ταπείνωση, παραμένει ἄμικτη ἡ ἀγαθότης [τοῦ Θεοῦ] καὶ ἡ φιλανθρωπία Τοῦ ἀκοινώνητη [ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο]· καὶ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν χάσμα μεγάλο καὶ ἀδιαπέραστο, ποὺ ἐμποδίζει ὄχι μόνο τὸν πλούσιο ἀπὸ τὸν Λάζαρο καὶ τοὺς ἐπιθυμητοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ἀλλὰ [ὅλη] τὴν κτιστὴ καὶ ρευστὴ φύση, ἀπὸ τὴν ἄκτιστη καὶ ἀμετάβλητη.

ΙΓ. Αὐτὸ [τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] κηρύχθηκε μὲν ἀπὸ τοὺς προφῆτες, ὅπως στὸ «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμὲ»· καί, θ’ ἀναπαυθοῦνε ἐπ’ αὐτὸν ἑπτὰ Πνεύματα· καὶ «κατέβηκε Πνεῦμα ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ὁδήγησε αὐτοὺς»· καί, Πνεῦμα ἐπιστήμης ποὺ ἐγέμισε τὸν Βεσελεὴλ τὸν ἀρχιτέκτονα τῆς σκηνῆς· καί, Πνεῦμα ποὺ παροργίζεται καί, Πνεῦμα ποὺ ἐσήκωσε ψηλὰ τὸν Ἠλία μέσα σὲ ἅρμα καὶ ποὺ ὁ Ἐλισσαῖος ἐζήτησε διπλάσιο· καί, Πνεῦμα ἀγαθὸ καὶ ἡγεμονικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Δαβὶδ ὁδηγήθηκε καὶ στηρίχτηκε. Τὸ ὑποσχέθηκε δὲ [ὁ Θεός], προηγουμένως μὲν μὲ τὸν προφήτη Ἰωήλ:

«Καὶ στὶς ἔσχατες ἡμέρες [ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Μεσσίας] λέγοντας (ὁ Θεὸς ὅτι θὰ συμβεῖ τοῦτο) θὰ ἐκχύσω χαρίσματα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους (ποὺ πιστεύουν δηλαδὴ) καὶ εἰς τοὺς υἱούς σας καὶ εἰς τὰς θυγατέρας σας» καὶ τὰ ἑξῆς.

Ὁ Ἰησοῦς δὲ ὕστερα, ὁ Ὁποῖος δοξάζεται [ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] καὶ ἀντιδοξάζει [Αὐτό], ὅπως καὶ τὸν Πατέρα καὶ [δοξάζεται] ἀπὸ τὸν Πατέρα. Καὶ ἡ ὑπόσχεση [τοῦ Χριστοῦ], ὡς πλούσια, βεβαιώνει ὅτι [τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] θὰ μένει μὲ τοὺς πιστοὺς αἰώνια, δηλαδὴ τώρα μὲ τοὺς ἄξιους σὲ κάθε καιρό, ὕστερα δὲ μ’ ἐκείνους ποὺ ἀξιώνονται [νὰ κληρονομήσουν] τὰ ἐκεῖ [ἀγαθά], ὅταν φυλάξουμε Αὐτὸ ὁλόκληρο μὲ τὴν [ἐνάρετη] ζωή μας, καὶ δὲν χωρισθοῦμε [ἀπὸ Αὐτὸ] τόσο, ὅσο ἁμαρτάνουμε.

ΙΔ. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συνδημιουργεῖ μὲν μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὴν κτίση καὶ τὴν ἀνάσταση. Καὶ ἂς σὲ πείσει τὸ «Μὲ τὸ Λόγο τοῦ Κυρίου ἔγιναν καὶ ἐστερεώθηκαν οἱ οὐρανοί, καὶ μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ στόματος Τοῦ ἐδημιουργήθηκε τὸ ἀμέτρητο πλῆθος τῶν ἀστέρων»· «τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μὲ ἐδημιούργησε, ἡ πνοὴ δὲ τοῦ Παντοκράτορας μὲ διδάσκει»· καὶ πάλι· «θὰ ἐξαποστείλεις τὸ [ζωοποιὸ] Πνεῦμα Σου, καὶ θὰ κτισθοῦν [ἀναδημιουργηθοῦν] καὶ [ἔτσι] θὰ ἀνακαινίσεις τὸ πρόσωπο τῆς γῆς».

Δημιουργεῖ δὲ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση· καὶ ἂς σὲ πείσει τὸ ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἰδεῖ ἢ νὰ λάβει τὴν βασιλεία [τῶν οὐρανῶν], ἂν δὲν «γεννηθεῖ ἄνωθεν» [ἀναγεννηθεῖ πνευματικὰ] ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ δὲν καθαρισθεῖ ἀπὸ τὴν προηγούμενη [κατὰ σάρκα] γέννηση. Αὐτὴ [ἡ πνευματικὴ ἀναγέννηση] ἡ ὁποία εἶναι μυστήριο ποὺ φανερώθηκε τὴ νύκτα [ἀπὸ τὸν Κύριο στὸ Νικόδημο] συντελεῖται μὲ τὴν διάπλαση [τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κάνει τὸν πιστὸ κοινωνὸ] τοῦ θείου φωτὸς καί τῆς θείας ἡμέρας, τὴν ὁποία καθένας δέχεται μέσα του [καὶ μὲ τὴν δική του πνευματικὴ ἐργασία].

Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα (διότι εἶναι σὲ ἄπειρο βαθμὸ σοφὸ καὶ φιλάνθρωπο), ἂν λάβει ποιμένα προβάτων τὸν κάνει θεόπνευστο ψαλμωδό, ποὺ μὲ τὴν ψαλμωδία τοῦ ἀπομακρύνει τὰ πονηρὰ πνεύματα, καὶ τὸν ἀναδεικνύει βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ.

Ἂν πάρει αἰγοβοσκὸ ποὺ χαράζει συκομορέες, τὸν κάνει προφήτη. Θυμήσου τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Ἀμῶς. Ἂν πάρει νεανίσκο εὐφυῆ, τὸν κάνει κριτὴ πρεσβυτέρων καὶ προχωρημένων στὴν ἡλικία. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ὁ Δανιήλ, ποὺ ἐνίκησε λέοντες μέσα στὸ λάκκο.

Ἂν βρεῖ ἁλιεῖς, τοὺς πιάνει μὲ τὴν σαγήνη [τῆς χάριτος] ὁδηγώντας τους στὸν Χριστὸ καὶ τοὺς κάνει ἱκανοὺς νὰ συλλαμβάνουν ὅλον τὸν κόσμο μὲ τὴν πλοκὴ τοῦ λόγου. Νὰ ἐννοήσεις τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα καὶ τοὺς υἱοὺς τῆς βροντῆς [Ἰωάννη καὶ Ἰάκωβο], ποὺ ἐβρόντησαν τὰ πνευματικά.

Ἐὰν [πάρει] τελῶνες, τοὺς κερδίζει στὴ μαθητεία [τοῦ Χριστοῦ] καὶ δημιουργεῖ ἐμπόρους ψυχῶν. Τὸ λέει ὁ Ματθαῖος, ὁ χθὲς τελώνης καὶ σήμερα εὐαγγελιστής.

Ἐὰν [πάρει] διῶκτες θερμούς, μεταθέτει τὸν ζῆλο τους καὶ κάνει Παύλους ἀντὶ Σαύλων, καὶ τόσο πολύ [τούς ἀνυψώνει] πρὸς τὴν εὐσέβεια, ὅσο ἦταν στὴν κακία ποὺ τοὺς βρῆκε. Αὐτὸ εἶναι καὶ Πνεῦμα πραότητας· καὶ ὀργίζεται γι’αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἂς γνωρίσουμε Αὐτὸ ὡς πράο καὶ ὄχι ὀργιζόμενο, ὁμολογώντας τὴν ἀξία Του [ὡς Θεοῦ] καὶ ἀποφεύγοντας κάθε βλάσφημο λόγο, καὶ ἂς μὴ θελήσουμε νὰ τὸ ἰδοῦμε νὰ ὀργίζεται γιὰ ἁμαρτία ποὺ εἶναι ἀσυγχώρητη [τὴν βλασφημία εἰς Αὐτό].

Αὐτὸ [τὸ Ἅγιο Πνεῦμα] κάνει κι’ ἔμενα σήμερα τολμηρὸ κήρυκα σὲ σας· ἐὰν μὲν χωρὶς νὰ πάθω τίποτε, ἡ χάρη, στὸν Θεὸ· ἐὰν δὲ πάθω, καὶ πάλι χάρη· τὸ μὲν [πρῶτο], γιὰ νὰ λυπηθεῖ [ὁ Θεὸς] αὐτοὺς ποῦ μᾶς μισοῦν τὸ δέ, γιὰ νὰ μᾶς ἁγιάσει, μὲ τὸ νὰ πάρουμε τὸν μισθὸ αὐτὸ τῆς ἱερουργίας τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ νὰ τελειωθοῦμε δηλαδὴ μὲ τὸ αἷμα μας(14).

ΙΕ. Μιλοῦσαν μὲν λοιπὸν [οἱ Ἀπόστολοι] ξένες γλῶσσες καὶ ὄχι τὶς πατρικές τους, καὶ τὸ θαῦμα εἶναι μεγάλο, νὰ μιλοῦν ἄνθρωποι γλώσσα ποὺ δὲν ἔμαθαν καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖο [θαῦμα] εἶναι γιὰ τοὺς ἀπίστους, ὄχι γι’ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν, γιὰ νὰ εἶναι κατήγορο τῶν ἀπίστων, ὅπως ἔχει γραφτεῖ· «Ὅτι μὲ ἀνθρώπους ποὺ μιλοῦν ξένες γλῶσσες καὶ μὲ χείλη ξένων λαῶν θὰ ὁμιλήσω πρὸς τὸ λαὸ αὐτόν, ἀλλ’ οὔτε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ μὲ ἀκούσουν, λέγει ὁ Κύριος».

Ἄκουγαν δὲ [ὅσοι ἦσαν τότε στὰ Ἱεροσόλυμα]. Ἐδῶ σταμάτησε λίγο καὶ διερωτήσου, πῶς θὰ διαιρέσεις τὸν λόγο. Διότι ἔχει κάτι τὸ ἀμφίβολο ἡ λέξη [«ἤκουον»] τὸ ὁποῖο διαχωρίζεται μὲ τὴν τελεία. Ἄρα, δηλαδή, ἄκουγαν ὁ καθένας στὴ δική του γλώσσα, φερ’ εἰπεῖν σὰν νὰ ἠχεῖ δυνατὰ μία φωνή, καὶ ν’ ἀκούγονται πολλές, μὲ τὸ νὰ πάλλεται ἔτσι ὁ ἀέρας καί, γιὰ νὰ τὸ πῶ σαφέστερα, μὲ τὸ νὰ γίνεται ἡ φωνὴ φωνές;

Ἢ πρέπει νὰ σταματήσουμε στὸ «ἤκουον», τὸ δὲ «λαλούντων» στὶς δικές τους γλῶσσες νὰ τὸ προσθέσουμε στὰ ἑπόμενα, γιὰ νὰ εἶναι: «Καθὼς μιλοῦσαν γλῶσσες», τὶς δικὲς των, αὐτῶν ποὺ ἀκούγανε, ποὺ σημαίνει ξένες· πρὸς τοῦτο δὲ καὶ μᾶλλον τάσσομαι. Διότι μὲ ἐκεῖνον μὲν τὸν τρόπο τὸ θαῦμα θὰ ἦταν ἐκείνων ποὺ ἄκουγαν μᾶλλον παρὰ ἐκείνων ποὺ μιλοῦσαν.

Μὲ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπο ἐκείνων ποὺ μιλοῦσαν οἱ ὁποῖοι καὶ κατηγορήθηκαν γιὰ μέθη, εἶναι φανερὸ ὅτι μὲ τὸ νὰ θαυματουργοῦν αὐτοὶ ὡς πρὸς τὶς γλῶσσες μὲ τὴν δύναμη τοῦ Πνεύματος.

ΙΣΤ. Πλὴν εἶναι μὲν ἄξια νὰ ἐξυμνεῖται καὶ ἡ παλαιὰ διαίρεση τῶν γλωσσῶν (ὅταν οἰκοδομοῦσαν τὸν πύργο ἐκεῖνοι ποὺ συμφώνησαν κακῶς καὶ ἀθέως, ὅπως καὶ ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς τολμοῦν μερικοὶ)· διότι μὲ τὸ νὰ διαλυθεῖ ἡ ὁμογνωμοσύνη μαζὶ μὲ τὸ σχίσιμο (διαφορὰ) τῆς γλώσσας, σταμάτησε τὸ ἐγχείρημα. Περισσότερο ὅμως πρέπει νὰ ἐξυμνεῖται αὐτή [ἡ διαίρεση] ποὺ θαυματουργεῖται σήμερα. Διότι ἀφοῦ διαλύθηκε [ἡ γλώσσα] ἀπὸ τὸ ἕνα Πνεῦμα σὲ πολλούς, συνάγεται πάλι σὲ μία ἁρμονία.

Καὶ ὑπάρχει διαφορὰ χαρισμάτων, [στὴν γλωσσολαλία] ποὺ χρειάζεται ἄλλο χάρισμα γιὰ νὰ διακρίνεται τὸ περισσότερο ὠφέλιμο [γιὰ τὴν σύναξη τῶν πιστῶν]· ἐπειδὴ ὅλες οἱ γλῶσσες εἶναι ἐπαινετές. Καλὴ δὲ θὰ λεγόταν καὶ ἐκείνη, γιὰ τὴν ὁποία λέει ὁ Δαβίδ: «Καταπόντισε, Κύριε, καὶ καταμοίρασε τὶς γλῶσσες τους». Γιατί; «Διότι ἀγάπησαν ὅλους τούς λόγους ποὺ καταποντίζουν [τοὺς ἀνθρώπους] γλώσσα δόλια»· φανερὰ σχεδὸν κατηγορώντας αὐτὲς τὶς γλῶσσες ἐδῶ, ποὺ χωρίζουν τὴν θεότητα [μὲ τὸ νὰ μὴ ὁμολογοῦν τὴν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος]. Αὐτὰ λοιπὸν καὶ ἀρκετά.

ΙΗ. Ἐμεῖς μὲν πρέπει νὰ ἀπολύσουμε τὴν σύναξη (διότι ἦταν ἀρκετὸς ὁ λόγος), τὴν πανήγυρη ὅμως οὐδέποτε. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑορτάσουμε, τώρα μὲν καὶ σωματικὰ [συμμετέχοντας στὰ τελούμενα], ὕστερα δὲ ἀπὸ λίγο ἐντελῶς πνευματικὰ [σὲ ἡσυχία μὲ πνευματικὴ μελέτη καὶ νοερὰ προσευχὴ]· ὅπου καὶ τοὺς λόγους αὐτῶν [τῶν ὑμνωδῶν] θὰ κατανοήσουμε καθαρότερα καὶ σαφέστερα, ἑνωμένοι μὲ Αὐτὸν τὸ Λόγο καὶ Θεὸ καὶ Κύριο ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὴν ἀληθινὴ ἑορτὴ καὶ ἀγαλλίαση τῶν σωζομένων μὲ τὸν Ὁποῖο ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

11. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, καὶ κατὰ τὸν πρῶτο καιρὸ τῆς κλήσεως καὶ ἀποστολῆς τῶν Μαθητῶν, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργοῦσε «ἀμυδρά», μετὰ δὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου «ἐκτυπώτερα» κατὰ τὴν δεκτικότητα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὅμως καὶ μετὰ «τελειώτερα». Τότε φανερωνόταν «κατὰ τὴν ἐνέργεια», τώρα ὅμως, «κατὰ τὴν οὐσία».

Ἡ λέξη «οὐσιωδῶς» χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες μὲ τὴν σημασία τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ πληρώματος τῆς χάριτός Του, σὲ διάκριση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια ἑνὸς μόνον ἢ περισσοτέρων χαρισμάτων Αὐτοῦ. Κατὰ τὸν ἴδιο ἄρρητο τρόπο ποὺ ἐνοικεῖ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἷος. Δὲν πρέπει βέβαια νὰ νοήσουμε καμμία ἀναφορὰ στὴ θεία οὐσία, ἢ ὁποία εἶναι ἀπρόσιτη καὶ ἄμεθεκτη ἀπὸ κάθε κτιστὴ φύση.

12. Θέλοντας ὁ θεῖος Γρηγόριος νὰ τονίσει τὸ ὁμοούσιό του Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸν Υἱό, συνδέει συχνὰ διάφορα γεγονότα τῆς θείας οἰκονομίας κατὰ τὴν φανέρωση τῶν δύο Προσώπων στὸν κόσμο. Ἔτσι, ἀφοῦ ἀναφέρεται στὴν σωματικὴ παρουσία τοῦ Υἱοῦ, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «σωματικὴ» ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐννοεῖ μᾶλλον τὴν κάθοδό Του κατὰ τὴν Βάπτιση ὡς περιστερᾶς καὶ κατὰ τὴν Πεντηκοστὴν ἐν εἴδει πύρινων γλωσσῶν, οἱ ὁποῖες δείχνουν ἐπίσης καὶ τὴν «συγγένεια πρὸς τὸν Λόγο».

13. Ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία τοῦ «ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τὰ ὑπερώα Αὐτοῦ» (ψάλμ. 103,3). Κατ’ αὐτήν, θεία ὕδατα σημαίνουν ἀγγελικὲς δυνάμεις, οἱ ὁποῖες εἶναι θρόνος δόξης τῆς θείας μεγαλειότητος καὶ ὑμνοῦν ἀκατάπαυστα τὸν Θεόν.

14. Τὴν νύκτα τοῦ Πάσχα τοῦ ἰδίου ἔτους, ὁ θεῖος Γρηγόριος εἶχε τραυματισθεῖ ἀπὸ τοὺς ἑξαγριωθέντες ἀρειανούς, ποὺ ὅρμησαν μὲ μανία ἐναντίον τοῦ γιὰ νὰ τὸν ἐξοντώσουν. Αἰσθάνεται ὅτι καὶ πάλι μπορεῖ νὰ κινδυνεύσει, ἂν καὶ ἴσως ὄχι ἀπὸ τοὺς πνευματομάχους.

Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος (ἐπιμ.), Μιλάει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

 ἔκδ. Α.Δ. Ἀθήνα 1991.

H ANAΛHΨH TOY KYPIOY (απο Μπαμπη)

2 Ιουνίου, 2022

του π. Ανανία Κουστένη

Ὁ φιλάνθρωπος Xριστὸς μας, σεβαστέ μου Γέροντα καὶ ἀγαπημένοι ἀδελφοί μου, ἀφοῦ ἔμεινε σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες ἐπάνω στὴ γῆ, μετὰ τὴ Θεία Tου Ἀνάσταση, κι ἀφοῦ παρουσιαζότανε στοὺς Μαθητὰς καὶ Ἀποστόλους, καὶ συνέτρωγε οἰκονομικὰ μαζί τους, ἐνῷ δὲν τὸ ἐχρειάζετο, γιατὶ μπῆκε στὴν ἀφθαρσία, καὶ συνομιλοῦσε περὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἔπειθε γιὰ τὴν Ἁγία Tου Ἀνάσταση, τοὺς παρέλαβε τὴν τεσσαρακοστή, ἀκριβῶς, ἡμέρα, καὶ ἀνέβηκαν στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, πολὺ κοντὰ στὴν Ἱερυσαλήμ, στὸ βουνὸ μὲ τὶς ἐλιές.
Kι ἦταν μαζί, κατὰ τὴν παράδοση καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ ἡ Παναγία μας, ποὺ εἰκονίζει τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Xριστός μας εἶναι ἡ κεφαλή της καὶ οἱ Ἀπόστολοι οἱ θεμέλιοι αὐτῆς.
Kαὶ σὲ κάποια στιγμή, ἄρχισε νὰ τοὺς εὐλογεῖ. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχαν ἔλθει καὶ οἱ Ἄγγελοι ἀπ’ τὸν οὐρανό, καὶ Tὸν προέτρεπαν νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὸν Ἄνω κόσμο. Nὰ ἀναχωρήσει, δηλαδή, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Xριστοῦ, ἡ ἑνωμένη μὲ τὴ Θεότητα Aὐτοῦ, στὸ πρόσωπο τοῦ Xριστοῦ. Kαὶ ἄρχισε, λοιπόν, νὰ τοὺς εὐλογεῖ, γιὰ νὰ τοὺς δείξει τὸ πόσο εἶναι εὐχαριστημένος ἀπ’ αὐτούς.

Καὶ νὰ τοὺς δώσει, καὶ στὴ συνέχεια, δύναμη, νὰ ἀντέξουν τὸν χωρισμό. Γιατὶ ὁ χωρισμός, σὲ κάθε περίπτωση, εἶναι μεγάλη δοκιμασία. Καὶ πόσο μᾶλλον ἐδῶ, στὴν περίπτωση τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ Xριστοῦ μας, τοῦ τρισαγαπημένου. Καὶ καθὼς τοὺς εὐλογοῦσε καὶ συνέχιζε, δηλαδή, νὰ τοὺς εὐλογεῖ, ἄρχισε νὰ ἀνεβαίνει.

Nὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό. Kι ὅλο ἀνέβαινε. Καὶ οἱ Ἀπόστολοι ὅλο καὶ κοιτοῦσαν, μὲ θαυμασμό, μὲ ἔκπληξη καὶ μὲ δέος, νὰ ἀνεβαίνει ὁ Ἰησοῦς, μὲ τὸ γαιῶδες σῶμα Tου, κατευθεῖαν στὸν οὐρανό.
Γιατὶ ἐδῶ στὴ γῆ τελείωσε πιὰ τὸ ἔργο τοῦ Xριστοῦ. Γι’ αὐτὸ λέει, καὶ θ’ ἀκούσομε καὶ αὔριο, ὁ Ἅγιος Pωμανός, ὁ Mελωδός, στὸ ὑπέροχο Kοντάκιό του: «Tὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν». Mᾶς ἔβαλε στὸ σπίτι Tου, στὴν Ἐκκλησία. Aὐτὸ εἶναι ἡ οἰκονομία. Οἶκος καὶ νομή.

«Kαὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις». Ἀφοῦ ἕνωσε ἐπίγεια καὶ ἐπουράνια. Καὶ μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα. «Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Xριστέ ὁ Θεὸς ἡμῶν».

Τότε ἀνελήφθης μὲ δόξα. Σύμβολο τῆς Θεϊκῆς ἐξουσίας καὶ χάριτος. Καὶ μὲ νεφέλη, ποὺ εἶναι τὸ ὄχημα τοῦ Θεοῦ. Xωρίς, ὅμως, νὰ χωρίζεσαι καὶ ἀπὸ πουθενά. Ἀφοῦ εἶσαι Θεὸς χωρὶς διαστάσεις. Mυστήριο κι αὐτό! Mυστήριο μεγάλο!
Kαὶ ἀνέβαινε καὶ ἀνέβαινε ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. Kαὶ ἔκπληκτοι οἱ Ἄγγελοι καὶ οἱ Ἀρχάγγελοι καὶ ὅλες οἱ Ἐξουσίες ἔβλεπαν τὸν Θεάνθρωπο νὰ ἀνεβαίνει. Καὶ ἐξεπλήττοντο. «Ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν», καθὼς λέει ἡ ὑμνολογία καὶ ἀκούσαμε στὸν Ἑσπερινό μας.
Ποτὲ ἄνθρωπος δὲν εἶχε ἀνεβεῖ πάνω ἀπ’ τοὺς Ἀγγέλους, ἀφοῦ ὁ Kύριος ἠλάττωσεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, «βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους». Ἦταν λίγο παρακάτω ἀπ’ τοὺς Ἀγγέλους. Tώρα, ὅμως, τὸν προσέλαβε ὁ μονογενὴς Yἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπο. Tὸν πῆρε ἐπάνω Tου. Tὸν ἀνέλαβε. Γιατί, ὅπως λέει στὸν Ἡσαΐα, μᾶς ἀγάπησε καὶ μᾶς συμπόνεσε. Kαὶ μᾶς πῆρε ἐπάνω Tου.

Ἔκαμε Ἀνάληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Καὶ ἔχει ὁ Xριστὸς πιὰ δύο φύσεις, τὴ Θεϊκὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη.
Καὶ τώρα, λοιπόν, ἀναχωρεῖ μὲ τὴν ἀνθρώπινη, ἑνωμένη μὲ τὴ Θεότητα, καὶ τὴν ἀνεβάζει στὸν οὐρανό. Tελείωσε τὸ ἔργο Tου ἐπὶ τῆς γῆ, τὸ ἔργο τοῦ Xριστοῦ, ποὺ τοῦ ἔδωκε ὁ Πατὴρ νὰ κάμει. Καὶ τώρα ἀρχίζει τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Tὸ ἔργο τοῦ ἄλλου Παρακλήτου. Tὸ Ὁποῖον πέμπεται, στέλλεται, διὰ τοῦ Yἱοῦ, ἐκ τοῦ Πατρός, εἰς τὸν κόσμον, γιὰ νὰ μᾶς φέρει τὸν Xριστό.

Nὰ μᾶς δώσει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ Xριστοῦ. Nὰ οἰκειοποιηθοῦμε, νὰ κάνομε δικό μας τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, ποὺ μᾶς ἐχάρισε ὁ Xριστός. Kαὶ νὰ μᾶς συνδέσει ὁ Παράκλητος μὲ τὴν Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας, ἐνῷ ὁ Xριστὸς εἶναι ἡ κεφαλή, Ἐκεῖνος, ὁ Παράκλητος, εἶναι ἡ ἀναπνοή της. Πνεῦμα! Ἀναπνοή της! Kι ἔτσι, λοιπόν, συνεχίζει τὸ ἔργο Tου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Xριστός μας, ὅμως, καθὼς ἀνελήφθη, τί ἔκανε; Ἔγινε Παράκλητος κι Ἐκεῖνος στὸν Πατέρα γιὰ μᾶς. Ἀνέβασε τὴν ἀνθρώπινη φύση Tου, ὡς δῶρο στὸν Θεὸ Πατέρα. Καὶ ἐκάθισε καὶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση Tου, ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Kαὶ προσκυνεῖται ἀπ’ ὅλες τὶς οὐράνιες δυνάμεις καὶ μὲ τὶς δύο φύσεις του ταυτοχρόνως.

Ἀφοῦ εἶναι ὁ Εἷς Kύριος.Tί τιμή! Tί ἀποθέωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο! Tί μέγιστη ἀξία! Tί χαρά, τί πλοῦτος καὶ τί ἐλπίς! Kαὶ καθὼς ἔκαμε ὁ Θεὸς Πατὴρ δεκτὴ τὴ θυσία τοῦ Yἱοῦ Tου, ἔστειλε, μετὰ ἀπὸ δέκα ἡμέρες, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο.
Ὅταν ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς ὁ φιλάνθρωπος Xριστός, ἀνέβασε, δηλαδή, τὴν ἀνθρώπινη φύση Tου, γιατὶ ὡς Θεὸς δὲν ἔλειψε ποτὲ ἀπὸ τὸν οὐράνιο θρόνο, «συγκατάβασις γὰρ θεϊκὴ οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε», τότε ἔσκυψε ὁ ἐπουράνιος Πατήρ Tου καὶ Tὸν ἐφίλησεν, ὡς Νέον Ἀδάμ.

Kι ἐσκίρτησαν τὰ σύμπαντα. Kι ἐσκίρτησαν τὰ σύμπαντα καὶ Tοῦ εἶπε: «Kάθου ἐκ δεξιῶν μου.» Kι ἔκατσε, λοιπόν, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Xριστοῦ, ἑνωμένη μὲ τὴ Θεία, ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Σὲ θέση ἀπόλυτης καὶ μέγιστης καὶ μοναδικῆς τιμῆς. Tί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Θεὸς κατὰ Χάριν. Tί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Yἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Tί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Kληρονόμος Θεοῦ καὶ συγκληρονόμος Xριστοῦ. Tί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Εἶναι τὸ πᾶν μετὰ τὸν Tριαδικό του Θεό. Xωρὶς τὸν Kύριο, δὲν εἴμαστε τίποτε. Kαὶ τείνουμε πρὸς τὸ μηδέν, ἀπ’ ὅπου, ἂς ποῦμε, ξεκινήσαμε. Mὲ τὸν Kύριο εἴμαστε τὰ πάντα. Εἴμαστε οἱ τρισαγαπημένοι Tου. Εἴμεθα οἱ πρίγκιπές Tου.

Εἴμαστε οἱ εὐνοημένοι Tου. Εἴμαστε οἱ τρισαγαπημένοι Tου. Γιὰ μᾶς ὁ Xριστὸς ἀποτελεῖ ἕναν μανιακὸ ἐραστή, ποὺ θά ’λεγε ὁ ἐραστὴς τῆς ἐρήμου Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ τῆς Kλίμακος. Kι ἐκεῖ, λοιπόν, ὁ Xριστός, ὡς ἄκρως Ἀρχιερεύς, μεσιτεύει στὸν Θεὸ γιὰ τὴν Ἐκκλησία Tου. Kαὶ τὴν ἐπίγεια ἄκτιστη, καὶ τὴν ἐπουράνια. Ἀφοῦ ἔγιναν ὅλα μία Ἐκκλησία. Kαὶ μία ποίμνη Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων.

Καὶ μεσιτεύει στὸν Θεὸ αἰωνίως. Καὶ «τὸ αἷμα Tου βοᾶ ὑπὲρ αἷμα Ἄβελ», λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «Πρὸς Ἑβραίους». Φωνάζει. Nὰ μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεὸς Πατέρας περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι φωνάζει τὸ ἀθῶο αἷμα τοῦ Ἄβελ. Καὶ τί κάνει ὁ Θεός; Mᾶς συγχωρεῖ. Mᾶς ἀθωώνει. Mᾶς ἀμνηστεύει. Γι’ αὐτὸ ὑπέροχα μᾶς συνιστᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ Θεολόγος, στὶς «Ἐπιστολές» του, νὰ μὴ στενοχωρούμεθα.

Kι «ἂν ἁμαρτήσωμεν ἁμαρτίαν πρὸς θάνατον», νὰ μὴ στενοχωρούμεθα. «Γιατὶ ἔχομε ἱλασμόν, ἄλλον Παράκλητον στὸν οὐρανό, τὸν Ἰησοῦ Xριστόν». Ποὺ μᾶς ἐξιλεώνει, ποὺ μᾶς ἀθωώνει μὲ τὴ μεσιτεία Tου, μὲ τὴ θυσία Tου. Mὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν εὐχή Tου.
Tί νὰ ποῦμε, λοιπόν; Ἀφασία ἐδῶ τὰ πράγματα. Mὲ σιωπὴ προσκυνοῦμε τὸ μυστήριο τῆς Σαρκώσεως. Tὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως. Tὸ μυστήριο τῆς Ἀναλήψεως. Tὸ μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆ. Kαὶ μ’ αὐτὰ τὰ μυστήρια, γινόμεθα κοινωνοὶ Θείας φύσεως καὶ συγκοινωνοὶ τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν Ἁγίων. Mεγαλύτερη τιμὴ ἀπ’ αὐτὴν δὲν ὑπάρχει. Καὶ μεγαλύτερη ἐλπίδα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν Παράδεισο κι ἀπ’ τὴν λήψη κι ἀπ’ τὴν ἀνάληψη αὐτὴς τῆς τιμῆς δὲν ὑπάρχει.

Ἔχομε πλοῦτο στὸν οὐρανό. Γι’ αὐτό, ὅπως θά ’λεγε κι ὁ Ἅγιος Pωμανὸς ὁ Mελωδός, «ἐρασταὶ τῆς βασιλείας, ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας». Aὐτὸ εἶν’ ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή μας, αὐτὸ εἶναι ἡ θεία Λειτουργία. Ἄνω, «οὖ ὁ Xριστὸς ἐστὶν ἐκ δεξιῶν τοῦ πατρός». Ἄνω, λοιπόν, εἶναι τὰ πάντα. Ἄνω, ἡ περιουσία μας. Ἄνω, ὁ πλοῦτος μας. Ἄνω, τὰ πάντα. Ἐδῶ περνᾶνε καὶ φεύγουνε. Ὁ τάφος δὲν εἶναι ἡ κατοικία μας. Tὸ χῶμα δὲν εἶναι τὸ σκέπασμά μας.

Ἡ σκόνη, τὴν ὁποία σκορπίζει ὁ ἄνεμος, δὲν εἶναι ἡ κατάληξή μας. Aὐτὰ εἶναι προσωρινά, καὶ τῆς πτώσεως. Πατρίδα μας εἶναι ὁ οὐρανός. Xαρά μας καὶ πλοῦτος μας ὁ Xριστός. Kι ἐλπίδα μας Ἐκεῖνος! Καὶ πάλιν καὶ πολλάκις. Καὶ πάντοτε. Γιὰ τὴν Ἁγία, ὅμως, Ἀνάληψη, θὰ μιλήσομε καὶ αὔριο καὶ θὰ μιλᾶμε συνέχεια, μέχρι τὴν Ἀπόδοση τῆς ἑορτῆ. Xωρὶς νὰ λέμε τίποτε. Γιατὶ αὐτὰ εἶναι μυστήρια.

Ἐμεῖς ψελλίσματα ἀδέξια διατυπώνομε. Καὶ περισσότερο εὐγνωμοσύνη κι εὐχαριστία καὶ δοξολογία στὸν Tριαδικό μας Θεό, ὁ Ὁποῖος ἐποίησε μὲ μᾶς μεγάλα καὶ θαυμαστά, ἔνδοξα καὶ ἐξαίσια. Tὸν εὐχαριστοῦμε.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης,
Θερινὸ Συναξάρι, Τόμος Α´.

Έγκριση

Δ᾽ Κυριακὴ Νηστειῶν (Ἁγ. Ἰωὰννη τῆς Κλὶμακος)

10 Απριλίου, 2021

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων·

17. διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.

18. καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν.

19. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν.

20. καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων.

21. καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν.

22. καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς.

23. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι.

24. καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.

25. ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν.

26. καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27. ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη.

28. Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό.

29. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

30. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ·

31. ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Ιησούς Χριστός (λεπτομέρεια σύγχρονης εγκαυστικής εικόνας του ζωγράφου Α.Φωκα)

21 Μαρτίου, 2021

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς τῶν Προπατόρων (ΙΑ´ Λουκᾶ [Λουκ. 14,16-24])

13 Δεκεμβρίου, 2020
Ἀρχιμανδρίτου Φώτιου Ἰωακεὶμ 
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, περιέχει μία θαυμάσια παραβολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ προβάλλει ὁλοζώντανα μπροστά μας, μὲ ὅλο τὸ ἐποπτικό της μεγαλεῖο, δύο σπουδαιότατα ζητήματα: 
Πρῶτο,
 αὐτὸ τῆς ἄκρας ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ προσκαλεῖ κάθε ἄνθρωπο στὴ μέθεξη τῆς βασιλείας του, ποὺ ἐδῶ παρομοιάζεται μὲ ἕνα δεῖπνο καί, δεύτερο, αὐτὸ τῆς ἄκρας ἀδιαφορίας καὶ ἀπόρριψης ἀπὸ πλείστους ὅσους ἀνθρώπους τῆς οὐράνιας τούτης πρόσκλησης τοῦ παναγάθου Θεοῦ, μὲ τὴν πρόφαση εὐτελῶν γηίνων πραγμάτων, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις», κατὰ τὸν ψαλμῳδὸ Δαβίδ.
 Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ φοβερὴ ἀλλὰ καὶ δικαία ἀπόφαση τοῦ δικαιοτάτου Κριτοῦ: «οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνωντῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου».Ἀπὸ ποῦ πῆρε ὅμως ὁ Θεάνθρωπος ἀφορμή, γιὰ νὰ κηρύξει τὴν ὡραιότατη σημερινὴ παραβολή; Κάποτε τὸν εἶχε καλέσει ἕνας Φαρισαῖος ἄρχοντας, γιὰ νὰ τοῦ κάνει τὸ τραπέζι.
εὑρισκόμενος ὁ Κύριος, πρῶτα θεράπευσε ἕνα ἀσθενή, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ὑδρωπικία, καὶ ὕστερα ἀπεύθυνε στοὺς συνδαιτυμόνες διδα-σκαλία περὶ ταπεινοφροσύνης καὶ ἀποφυγῆς τῆς ἀνθρώπινης δόξας.
Τέλος, στράφηκε πρὸς τὸν ἄρχοντα ποὺ τὸν εἶχε καλέσει καὶ τὸν συμβούλευσε νὰ μὴν προσκαλεῖ φίλους, συγγενεῖς καὶ πλούσιους γνωστούς του, ὅταν παραθέτει γεῦμα, ἀλλὰ πτωχούς, τυφλούς, ἀνάπηρους καὶ χωλούς, ποὺ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ τὸ ἀνταποδώσουν, γιὰ νὰ λάβει ἔτσι πλήρη τὴν ἀνταπόδοση στὴν αἰώνια ζωή.
Τοῦτο ἀκούγοντας ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ παριστάμενους, ἄνθρωπος ὅπως φαίνεται ἀμαθὴς καὶ παχυλὸς στὸν νοῦ, ἐπειδὴ νόμισε πὼς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ τρώγουν καὶ πίνουν, φώναξε ἐνθουσιασμένος: «Εὐτυχισμένος ἀληθινὰ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ τρώγει ἄρτο στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ»! Θέλοντας ὁ Χριστὸς νὰ διορθώσει καὶ ἐκεῖνον καὶ ὅσους φρονοῦσαν καὶ φρονοῦν τὰ ὅμοια, διακήρυξε ἀμέσως στὴ συνέχεια τὴν παραβολή, ποὺ μόλις ἀκούσαμε.
Συνήθεια ἀρχαιότατη τῶν ἀνθρώπων, σὲ σπουδαῖα γεγονότα τῆς ζωῆς τους καὶ σὲ ἀνάμνησή τους ἢ σὲ τακτὲς ἡμέρες, νὰ ἀπευθύνουν πρόσκληση σὲ ἄλλους, φίλους καὶ γνωστοὺς καὶ συγγενεῖς, νὰ παρακαθήσουν μαζί τους σὲ γεῦμα, ὥστε νὰ συμμεριστοῦν τὴ χαρά τους, νὰ βρεθοῦν πιὸ κοντὰ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, νὰ περάσουν στιγμὲς οἰκογενειακῆς θαλπωρῆς καὶ ἐπικοινωνίας.
Η λήψη μιᾶς τέτοιας πρόσκλησης συνήθως μᾶς χαροποιεῖ καί, μάλιστα, ὅσο πιὸ σημαῖνον εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ μᾶς καλεῖ, καὶ ἰδιαίτερα ἂν θὰ παραστοῦν καὶ ἄλλα σημαντικὰ πρόσωπα. Αἰσθανόμαστε τότε τιμὴ καὶ σπεύδουμε νὰ ἀνταπο-κριθοῦμε θετικὰ στὴν πρόσκληση.
Σε ἐπίσημο καὶ μέγα δεῖπνο καὶ ἐξαίρετα τιμητικὴ πρόσκληση ἀναφέρεται καὶ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Δεῖπνο ὅμως ὄχι ἀνθρώπινο, ἀλλὰ οὐράνιο καὶ Θεῖο. Καὶ πρόσκληση, ποὺ ἀπευθύνει ὄχι ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ὁ ἴδιος ὁ Θεός.Ποιό εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο τὸ «μέγα δεῖπνον»; Κατεξοχήν, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Σ᾽ αὐτὴν καλεῖ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. 2, 4), ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, διὰ τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ του, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐνανθρώπησε, προσέλαβε ἀπὸ ἄκρα συγκατάβαση καὶ ἀγάπη τὴν ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ τὴν ἀποκαταστήσει στὸ ἀρχαῖο ἀξίωμα, νὰ τὴ θεώσει. Ἐκεῖνος μᾶς ἔσωσε καὶ μᾶς καλεῖ μὲ μία ἁγία κλήση, ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «εἰς τὴν ἑαυτοῦ βασιλείαν καὶ δόξαν» (Α´ Θεσ. 2, 12).
Ἐκεῖνος ὑποσχέθηκε νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ μετέχουμε στὸ τραπέζι του στὴ βασιλεία του. Καί, ὅπως σαφῶς ὁρίζει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, «δεῖπνο λοιπὸν εὔλογα ἔχει ὀνομαστεῖ ἡ ἐν Χριστῷ κλήση».Ἡ εἴσοδός μας, ἡ μετοχή μας σ᾽ αὐτὴ τὴ βασιλεία προϋποθέτει ὅμως τὴν ἔνταξή μας στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι καὶ λέγεται τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, παρατεινόμενο στοὺς αἰῶνες. Μέσῳ αὐτοῦ τοῦ Σώματος, τῆς Ἐκκλησίας, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἤδη παροῦσα καὶ στὸν κόσμο τοῦτο.
Στὴν Ἐκκλησία ἐντασσόμαστε μὲ τὴν ἀκράδαντη πίστη στὰ πρόσωπα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, τοῦ ἀνάρχου Tου Πατρὸς καὶ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καὶ μὲ τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα τοῦ ἁγίου Μύρου. Ἔτσι δικαιούμεθα συμμετοχῆς «εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου», κατὰ τὴν Ἀποκάλυψιν τοῦ Ἰωάννου (Ἀποκ. 19, 9). Ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μποροῦμε νὰ μετέχουμε στὸ τραπέζι τῆς Θείας Εὐχαριστίας, νὰ κοινωνοῦμε τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ ὑπὲρ ἡμῶν σφαγέντος ἑκουσίως Χριστοῦ.
Νὰ λαμβάνουμε μέσα μας «τὸν ἄρτον τὸν ζῶντα, τὸν καταβάντα» ἀπὸ τὸν οὐρανό. Καὶ εἰκονίζει ἐπὶ τῆς γῆς ἡ Θεία Εὐχαριστία ἐκεῖνο τὸ «μέγα δεῖπνον», στὸ ὁποῖο θὰ παρακαθήσουν, ὅσοι τὸ ἀξιωθοῦν, κατὰ τὴν ἀνέσπερη ἡμέρα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Θεία Λειτουργία ἀρχίζει μὲ τὴν ἐκφώνηση ἀπὸ τὸν ἱερέα, «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος…».
Η Θεία Λειτουργία εἶναι ἕνα ἐσχατολογικὸ μυστικὸ δεῖπνο.Καί, γιατί μέγα τὸ δεῖπνο τοῦτο; Διότι μέγας εἶναι ὁ ἑστιάτορας, αὐτὸς ποὺ τὸ ἑτοίμασε καὶ τὸ προσφέρει, ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ! Μέγα, γιατὶ μέγιστο, τρισμέγιστο εἶναι τὸ προσφερόμενο: Σὲ τοῦτο τὸν κόσμο τὸ ἄχραντο σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Καὶ σ᾽ ἐκεῖνον, τὸν μέλλοντα, ἡ κοινωνία τοῦ Θείου Φωτὸς τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ.
Μέγα ἀκόμη, γιατὶ πολλοὶ οἱ προσκεκλημένοι, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα.Ποιά ὅμως ἡ ἀνταπόκρισή μας σ᾽ αὐτὸ τὸ «μέγα δεῖπνον»; Ἀλίμονο! Οἱ πλεῖστοι ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν τὴν οὐρανόσδοτη τούτη πρόσκληση καί, ὅπως οἱ καλεσμένοι τῆς παραβολῆς, ἐπιστρατεύουν μύριες ὅσες φτηνὲς δικαιολογίες.
Οἱ ἀρνούμενοι τὴν πρόσκληση χωρίζονται θεόπνευστα σὲ τρεῖς μεγάλες κατηγορίες.Πρώτη: Ὅσοι «ἀγρὸν ἠγόρασαν». Ἐδῶ ἐντάσσονται ὅσοι ἀπορροφοῦνται πλήρως ἀπὸ τὶς γήινες φροντίδες, τὸ ἄγχος τοῦ πλουτισμοῦ. Δεύτερη: «Ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά». Ἐδῶ ὑπάγονται ὅσοι προτάσσουν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ τὴν κοσμικὴ ἰσχὺ καὶ ἐπίδειξη. Κάποιοι ἑρμηνευτὲς στὸ «ζεύγη πέντε» βλέπουν τὶς πέντε διπλὲς αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου, τὶς ὁποῖες οἱ ἀρνητὲς τοῦτοι προσηλώνουν στὰ γήινα καὶ ἔτσι δὲν τοὺς ἀφήνουν νὰ κινηθοῦν, νὰ ὑψωθοῦν στὰ οὐράνια, ἀλλὰ τοὺς ὑποδουλώνουν στὸν ζυγὸ τῆς ἁμαρτίας, ὅπως τὰ ζευγμένα βόδια, ποὺ στρέφουν τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω
. Καὶ τρίτη: «Γυναῖκα ἔγημα καὶ οὐ δύναμαι ἐλθεῖν». Ἐδῶ ἐντάσσονται ὅσοι προβάλλουν τὸν γάμο, τὴν οἰκογένεια καὶ τὶς συνεπαγόμενες μέριμνες ὡς ἐμπόδιο στὸν δρόμο πρὸς τὸν οὐρανό. Στὶς τρεῖς τοῦτες κατηγορίες οἱ ἅγιοι Πατέρες βλέπουν τὴν προσωποποίηση τῶν τριῶν μεγάλων καὶ γενικῶν παθῶν: Τῆς φιλαργυρίας, τῆς φιλοδοξίας καὶ τῆς φιληδονίας.Ὅλες ὅμως αὐτὲς οἱ φτηνὲς δικαιολογίες δὲν εἶναι παρὰ «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις». Ὅλες φανερώνουν πόση λίγη μέριμνα ἔχουμε γιὰ τὰ οὐράνια, τὰ αἰώνια, καὶ πόση λίγη ἀγάπη τρέφουμε στὴν καρδιά μας γιὰ τὸν Χριστό.
Κι αὐτὰ τὴ στιγμή, ποὺ βλέπουμε τὸν θάνατο νὰ ἀφανίζει σὲ δευτερόλεπτα τὶς ὕλες τῶν παθῶν, ἐκεῖνα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἐναγωνίως μοχθοῦμε καὶ στὰ ὁποῖα προσηλώνουμε νοῦ καὶ καρδιά.Ἡ πίστη στὸν Χριστό, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι ἄθλημα ἐλευθερίας. Ὁ Χριστιανὸς εἶναι —πρέπει νὰ εἶναι— ἕνας λεβέντης, ἕνας ἀθλητής, ἕνας ἥρωας. Χρειάζεται αὐταπάρνηση, χρειάζεται θυσία ὁ δρόμος πρὸς τὸν Θεό.
Κάθε πρόφαση καὶ αἰτιολογία νὰ μπεῖ στὴν ἄκρη. Μακάριοι, ὅσοι κάνουν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ τους, ὅσοι παραμερίζουν τὰ ὅποια ἐμπόδια, ὅσοι κατανικοῦν πειρασμοὺς καὶ θέλγητρα πρόσκαιρα καὶ ἀπατηλά, ὅσοι ἀπαντοῦν στὸ φιλεύσπλαγχνο κάλεσμα τοῦ Χριστοῦ μ᾽ ἕνα ὁλόθερμο ναί!Κύριε, ἔρχομαι! Δέξου με, βοήθησέ με! Ἀξίωσέ με ἐτούτη τὴ ζωή, μὲ μετάνοια, πίστη, καθαρότητα ψυχῆς καὶ σώματος καὶ ταπείνωση νὰ μετέχω «τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ», τῶν ἀχράντων Σου Μυστηρίων, καὶ σ᾽ ἐκείνη τὴν ἀτελεύτητη βασιλεία σου νὰ γίνω μέτοχος μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίους σου τοῦ ἀνεσπέρου Σου φωτός, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς μακαρίας Τριάδος· στὴν ὁποία ἀνήκει τὸ κράτος καὶ ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες! Ἀμήν!

Αγία Αικατερίνη (εγκαυστικη εικόνα του ζωγράφου Ανδρέα Φωκα)

25 Νοεμβρίου, 2020

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ζ´ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. 8, 41-56)

8 Νοεμβρίου, 2020
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
«Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε»
Δύο θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί:
Τὴν ἰατρεία τῆς αἱμορρoούσας γυναίκας καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς θυγατέρας τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου.
Καὶ τὰ δύο μεγάλα, ἀλλ’ ἀσφαλῶς τὸ δεύτερο πολὺ μεγαλύτερο καὶ θαυμαστότερο τοῦ πρώτου.
Ἀλλ’ ἐπειδή, κατὰ τὸν ἀρχαῖο Ἕλληνα φιλόσοφο Ἀντισθένη, «ἀρχὴ σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», δηλαδὴ ἀρχὴ τῆς γνώσεως εἶναι ἡ ἐξέταση καὶ μελέτη τῶν ὀνομάτων τῶν πραγμάτων, ἂς εἰποῦμε λίγα λόγια γιὰ τὸ τί εἶναι θαῦμα.
Ἡ λέξη αὐτὴ παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα θαυμάζω, ποὺ σημαίνει ἀπορῶ, ἐξίσταμαι, ἐκπλήττομαι. Τὸ θαῦμα εἶναι ἕνα γεγονός, ποὺ προκαλεῖ ἀπορία, θαυμασμό, ἔκπληξη.
Στὴν Ἐκκλησία μας θαῦμα ἀποκαλοῦμε μία ἔκτακτη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, μία δυναμική Του παρέμβαση στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ καταργεῖ, ἢ μᾶλλον ὑπερβαίνει τοὺς ὅρους τῆς φύσης, τοὺς ὁποίους ἀσφαλῶς ὁ Ἴδιος ἔθεσε, μὲ σκοπὸ τὴν ὠφέλεια, τὴ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ τῶν ἀνθρώπων.
Τὸ θαῦμα ἐνεργεῖ ὁ Κύριος, πολὺ συχνὰ μὲ τὶς ἱκεσίες τῆς Παναγίας ἢ τῶν ἁγίων μας, ὅταν καὶ ὅπως ὁ Ἴδιος θελήσει, καὶ μὲ ἀπώτερο σκοπό, ὄχι νὰ προκαλέσει τὸν ἁπλὸ θαυμασμὸ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὴ σωτηρία τους.Θαύματα ἔγιναν, γίνονται καὶ θὰ συνεχίζουν νὰ γίνονται μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων.
Καὶ οἱ πλεῖστοι πιστοὶ Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουν ὁ καθένας νὰ καταθέσει τὴ μαρτυρία του γιὰ κάποιο θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη, Χάριτι Θεοῦ, στὴ ζωή του. Καὶ φυσικά, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ Παράδοση, οὐδέποτε πρέπει νὰ ζητοῦμε ἢ νὰ ἀπαιτοῦμε θαύματα ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ θαυμαστὲς ἐμφανίσεις καὶ ὁράσεις.
Πάντοτε καὶ γιὰ ὅλα, μὲ πίστη, ὑπομονή, ταπείνωση καὶ ἐλπίδα, παρακαλοῦμε τὸν Κύριο, τὴν Παναγία μας καὶ τοὺς ἁγίους γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας καὶ τῶν ἀδελφῶν μας, ἀλλὰ τὰ ἐναποθέτουμε ὅλα στὴν Πρόνοια τὴν πατρικὴ καὶ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ποὺ γνωρίζει σὲ κάθε περίπτωση πολὺ καλύτερα ἀπὸ ἐμᾶς τὸ πραγματικό μας συμφέρον, τὸ τί εἶναι ἑκάστοτε γιὰ μᾶς ὠφέλιμο καὶ σωτήριο, ἢ ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπιζήμιο.Θαύματα ὑπάρχουν μικρά, ὑπάρχουν καὶ μεγάλα. Σὲ ὅλες ὅμως τὶς περιπτώσεις, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ποὺ ἐνεργεῖ τὴν εὐεργεσία, ἀνταποκρινόμενη βεβαίως σὲ μία ἀπαραίτητη προϋπόθεση:
Στὴν ὁλόψυχη, στὴν ἀδιάκριτη πίστη τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀναφέρει συχνὰ ὁ Χριστός μας στὸ Εὐαγγέλιο:
«ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως καὶ μὴ διακριθῆτε», δηλαδὴ ἂν ἔχετε πίστη τόσο μικρή, ὅσο ὁ σπόρος τοῦ σιναπιοῦ, ἀλλὰ νὰ εἶναι πίστη ἀκράδαντη καὶ ἀναμφίβολη, «ὅσα ἂν αἰτήσησθε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε».
Ὅλη τὴν Ἁγία Γραφή, τόσο τὴν Παλαιά, ὅσο καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, περιτρέχει τὸ θέμα τῆς πίστης, δηλαδὴ τῆς ἀκλόνητης ἐμπιστοσύνης, ὄχι μόνο στὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ καὶ τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιὰ κάθε πλάσμα καὶ ὕπαρξη ξεχωριστά.
Τὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ μας σὲ μιὰ τέτοια θερμὴ καὶ χωρὶς ταλάντευση καὶ ἀμφιβολία πίστη παρουσιάζουν καὶ ἀποτελοῦν ξεκάθαρα καὶ τὰ δύο θαύματα τῆς σημερινῆς περικοπῆς.
Ὁ Κύριος, στὸν δρόμο γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου, τοῦ Ἰουδαίου ἀρχισυναγώγου ποὺ τὸν κάλεσε μὲ δάκρυα καὶ πίστη νὰ θεραπεύσει τὴ μελλοθάνατη θυγατέρα του, συναντᾶ πλήθη ἀνθρώπων:
«Οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν». Τόσο ἀσφυκτικὰ τὸν κύκλωναν οἱ ὄχλοι, ποὺ σὰν νὰ τὸν πνίγανε, μὲ τὸν συνωστισμό, τὰ σπρωξίματά τους. Ὅλοι θέλανε νὰ τὸν δοῦνε, νὰ τὸν θαυμάσουν.
Γιατὶ ὅλοι εἶχαν ἀκούσει καὶ ἰδεῖ θαυμαστὰ γεγονότα στὸ πρόσωπό Του. Μὰ σωστά, δηλαδή μὲ ἀκράδαντη πίστη, ἐλπίδα, μόνο μία ψυχὴ τὸν πλησίασε ἥσυχα καὶ ταπεινὰ μέσα σ’ ἐκεῖνο τὸ πλῆθος:
Μία βασανισμένη γιὰ δώδεκα χρόνια γυναίκα, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατη αἱμόρροια, ποὺ κανένας ἰατρὸς δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ θεραπεύσει, παρόλο ποὺ ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε τὸ εἶχε ξοδεύσει σ’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἦταν παρὼν ὁ μέγας, ὁ ἀληθινὸς Ἰατρός.
Καὶ μόλις μὲ τέτοια πίστη ἄγγιξε ἀπὸ πίσω τὸ κάτω μέρος τοῦ χιτώνα Του, ἀμέσως ἔλαβε τὴ Χάρη, τὴν ἴαση. Καὶ ὁ Χριστὸς —τί παράδοξο!— ρωτάει ἀμέσως:
«Ποιός μὲ ἄγγιξε;» Παραξενεύονται ὅλοι γιὰ τὴν ἐρώτησή Του. Καὶ ὁ Πέτρος, ὁ πάντοτε ζωηρός, ποὺ πάντα προέτρεχε, ἀμέσως ἀπαντάει: «Κύριε, οἱ ὄχλοι σὲ συνθλίβουν ἀπ’ τὰ σπρωξίματα, καὶ ρωτᾶς ποιός σὲ ἄγγιξε;»
Μὰ ὁ Χριστὸς ἤξερε γιατί ἐρωτοῦσε: Γιὰ νὰ μὴ μείνει τὸ θαῦμα κρυμμένο, οὔτε καὶ ἀπαρατήρητη ἡ πίστη τῆς εὐλογημένης ἐκείνης ψυχῆς. Κι αὐτή, τρέμοντας καὶ φοβισμένη, ἀποκαλύπτει τὸ γεγονὸς τῆς θαυμαστῆς της ἴασης μπροστὰ σ’ ὅλο τὸ πλῆθος, γιὰ νὰ ἀκούσει τὴ γλυκεία τοῦ Δεσπότου φωνὴ νὰ τὴν ἐπιβραβεύει καὶ ἐπαινεῖ:
«Μὴ φοβᾶσαι, θυγατέρα μου, ἡ πίστη σου στάθηκε σωτηρία σου. Πήγαινε εἰρηνικὰ στὸ σπίτι σου»
. Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσει τὸν λόγο Του ὁ Κύριος, καὶ ἔρχεται κάποιος ἀπ’ τὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου καὶ τοῦ φέρνει τὸ θλιβερὸ μήνυμα: «Μὴν ταλαιπωρεῖς πιὰ τὸν ἅγιο Διδάσκαλο καὶ Ἰατρό.
Πέθανε ἤδη ἡ κόρη σου»!  Μὰ ὁ Κύριος δὲν ἀφήνει τὸν καλὸ Ἰάειρο ἀστήρικτο. Τὸν στερεώνει καὶ πάλι στὴν πρώτη του πίστη: «Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου.
Μόνο κράτα τὴν πίστη σου γερὰ καὶ θὰ σωθεῖ τὸ κορίτσι σου»! Ἡ πίστη καὶ πάλιν θριάμβευσε:
Ὁ Κύριος ἀνέστησε τὴ νεκρὴ σὰν ἀπὸ ὕπνο. Καί, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει ἀμέσως τὸ θαῦμα, πὼς δὲν ἤτανε φαντασία, πρόσταξε νὰ τῆς δώσουνε κάτι νὰ φάει.Ἡ πίστη λοιπόν, ἀδελφοί, εἶναι ὁ ἀπαραίτητος ἀγωγὸς τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο:
Χωρὶς πίστη, οὔτε τὸν Θεὸ εὐαρεστοῦμε, οὔτε καὶ λαμβάνουμε τίποτα ἀπ’ Αὐτόν.
Οἱ ὄχλοι, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Χριστό, τοῦ πρόσφεραν συνήθως τιμὴ σωματική. Ἡ αἱμορροῦσα Τοῦ πρόσφερε εὐλάβεια καὶ λατρεία τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς της.
Αὐτὸ ζήτησε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Θεός, αὐτὸ καὶ στὴν Καινή Διαθήκη: Τὴν πίστη καὶ ἀγάπη σ’ Αὐτόν, «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας».
Ἀλλά, θὰ ἐρωτήσει κάποιος, πῶς θὰ ἀποκτήσουμε τὴ θερμουργὴ καὶ ζωντανὴ πίστη; Ὁ καλοπροαίρετος ἄνθρωπος, βλέποντας τὴ φύση, τὴν κτίση, τὴ δημιουργία, ὁδηγεῖται στὸν Δημιουργό. Τί εἶπε ὁ πρῶτος Ἀμερικανὸς ἀστροναύτης, ὅταν πρὶν πεντῆντα περίπου χρόνια βγῆκε στὸ διάστημα;
Τί ἀπάντησε, ὅταν κάποιοι δημοσιογράφοι τὸν ρώτησαν εἰρωνικά, ἂν εἶδε πουθενὰ τὸν Θεό; «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν Αὐτοῦ ἀναγγέλει τὸ στερέωμα» (Ψαλμ. 18,2). Καὶ φυσικὰ ἡ πίστη αὐτὴ αὐξάνει μὲ τὸν προσωπικὸ ἀγώνα τοῦ πιστοῦ, Χάριτι Θεοῦ.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάτια πνευματικά, θὰ βλέπει παντοῦ, γύρω του, στὴ ζωή του, τὴν παρουσία καὶ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὴν πίστη, ἀδελφοί, ὁ ἄνθρωπος βρίσκει φῶς, χαρά, εἰρήνη, ἀνάπαυση ψυχῆς. Πληροφορεῖται αἰσθητά, ἀνάλογα μὲ τὴν πρόοδό του, τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ.
Ἐνῶ, ἀντίθετα, στὴν ἀπιστία καὶ ἐμπαθὴ ζωὴ, ὁ ἄνθρωπος γεμίζει σκοτάδι, λύπη, ταραχή.
Σημεῖο, ὅτι ζεῖ καὶ φρονεῖ λανθασμένα.Ἂς παρακαλοῦμε καὶ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸν Χριστό, ὅπως ὁ πατέρας ἐκεῖνος τοῦ σεληνιαζομένου παιδιοῦ, νὰ μᾶς αὐξάνει καὶ ἐνισχύει τὴν πίστη: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ».
Ἂς κρατοῦμε πάντοτε καὶ παντοῦ γερὰ τὴν πίστη μας, μάλιστα στὶς δύσκολες μέρες, ποὺ ἐπέτρεψε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ ζοῦμε. Κι Αὐτὸς εἶναι εὔσπλαγχνος καὶ ἐλεήμων.
Δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει, οὔτε στὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή, οὔτε στὴ μέλλουσα, ἂν ζοῦμε κατὰ τὸ θέλημά Του.
Καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει, ἂν ἔτσι ζοῦμε, ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως, τῆς μακαρίας Του ἐκείνης φωνῆς:
«Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!

Λόγος είσαι την Κυριακην μετά την Υψωσιν

20 Σεπτεμβρίου, 2020

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς μετὰ τὴν Ὕψωσιν
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
«Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.»
Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὀνομάζεται καὶ εἶναι Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν, ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δηλαδὴ τῆς 14ης Σεπτεμβρίου. Καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας, γιὰ νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὶς μεγάλες Δεσποτικὲς ἑορτές, ἀλλά, καὶ μετὰ τὸν ἑορτασμό τους, νὰ μὴ λησμονοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς δόθηκαν μὲ τὰ ἑορταζόμενα κοσμοσωτήρια γεγονότα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, θέσπισε νὰ ἔχομε Κυριακὴ πρὸ καὶ μετὰ τὶς ἑορτὲς αὐτές, ἀλλὰ καὶ προεόρτια καὶ μεθέορτα, μέχρι τὴ λεγόμενη ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς, ὁπότε κλείνει καὶ ὁ σχετικὸς ἑορταστικὸς κύκλος, ποὺ συνήθως διαρκεῖ μία ἑβδομάδα.
Καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιόδους, σ’ αὐτὲς τὶς Κυριακές, καθόρισαν οἱ πατέρες, νὰ διαβάζονται στὸν ναὸ οἱ ἁρμόδιες Ἀποστολικὲς καὶ Εὐαγγελικὲς περικοπές, ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα, νὰ κατανοήσουμε τὰ ἱερὰ γεγονότα, ποὺ ἑορτάζουμε.Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν ἀρχὴ – ἀρχὴ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, γίνεται ἀναφορὰ στὸν σταυρό, στὸν προσωπικὸ σταυρό, ποὺ πρέπει ὁ καθένας μας νὰ σηκώσει, γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας, ὥστε νὰ συσχετισθεῖ ἡ περικοπὴ μὲ τὴν πρόσφατη ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ, τῆς Ὕψωσής Του.
Ἡ σύντομη περικοπὴ αὐτὴ εἶναι γεμάτη βαθὺ πνευματικὸ νόημα, καθότι ἐδῶ καθορίζεται ἡ βαθύτερη πνευματικὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ, πῶς πρέπει δηλαδή, μὲ ποιό φρόνημα πρέπει νὰ βιώνει τὴν πίστη.
Γιὰ νὰ κατανοήσουμε ὅμως καλύτερα τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ ποῦ πῆρε ἀφορμή, γιὰ νὰ ὁμιλήσει ἔτσι.Βλέπουμε λοιπόν, πὼς λίγο πρὶν εἶχε διδάξει τοὺς μαθητές Του, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτό Του στὰ ἑκούσια πάθη καὶ τὸν θάνατο, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ζωηρὸς στὸ πνεῦμα καὶ ἕτοιμος πάντα νὰ μιλήσει πρῶτος, τὸν παρεμποδίζει: «νὰ μὴ σοῦ γίνει τοῦτο». Τότε ὁ Χριστός, ἀφοῦ πρῶτα τὸν ἐπιτίμησε καὶ τὸν ὀνόμασε «σατανᾶ», δηλαδὴ ἀντικείμενο, ἀντίθετο (γι’ αὐτὸ καὶ ὁ διάβολος ὀνομάζεται ἔτσι στὴ Γραφή, ὡς ἀντίθετος στὸν Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων), κι ἀφοῦ τοῦ εἶπε ἐλεγκτικά, ὅτι δὲν «φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων», προσκάλεσε τὸν ὄχλο καὶ τοὺς μαθητές Του, καὶ τοὺς ἀπεύθυνε τὴ βαρυσήμαντη διδασκαλία, ποὺ περιέχει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι»
.Ποιό λοιπὸν ἦταν τὸ σφάλμα τοῦ Πέτρου; Προέτρεψε τὸν Χριστό, νὰ λυπηθεῖ τὴ ζωή του, νὰ διαφυλάξει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ παραβλέψει ἔτσι τὸ μέγιστο ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Νὰ ἀγαπήσει δηλαδὴ πάνω ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ θέλημά Του, καθὼς καὶ πάνω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ἑαυτό Του, τοὐτέστιν νὰ γίνει φίλαυτος. Καί, ποιό φάρμακο προβάλλει ὁ Χριστὸς στὸν πειρασμὸ τῆς φιλαυτίας: Τὴν αὐταπάρνηση, τὴν ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας.
Γιατὶ τὸ «ἀράτω τὸν σταυρόν αὐτοῦ», σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, δέν σημαίνει ὁ κάθε πιστὸς νὰ κατασκευάσει ἕνα ξύλινο σταυρὸ καὶ νὰ τὸν περιφέρει στοὺς ὤμους του, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσει στὰ ἴχνη τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀπαρνούμενος τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὰ πάθη, τὶς ἁμαρτίες, τὸ κοσμικὸ καὶ γήινο φρόνημα.
Ἤ, ὅπως ἐξαίρετα τὸ ὁρίζει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης, «τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ὀφθαλμῶν, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς σαρκὸς καὶ ἀλαζονείαν τοῦ βίου», δηλαδὴ τὰ τρία περιεκτικὰ πάθη, κατὰ τὴν ὁμόφωνη διδασκαλία τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας:
Τὴ φιληδονία, τὴ φιλαργυρία καὶ τὴ φιλοδοξία.Ὁ Θεός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἐμφύτευσε βεβαίως στὴ φύση τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀγάπη, ὡς ἀναγκαία γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ καθενός μας, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καθὼς καὶ τῆς ἄψυχης δημιουργίας.
Ἀλλ’  ἔθεσε δύο ὅρους. Κι ὅσο ἡ ἀγάπη στέκει μέσα στοὺς ὅρους αὐτούς, ἀποβαίνει ὠφέλιμη καὶ σωτήρια. Ὅταν ὅμως τοὺς ὑπερβεῖ, τότε γίνεται βλαβερὴ καὶ ὀλέθρια. Πρῶτος ὅρος τῆς ἀγάπης εἶναι, νὰ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπ’ ὅλα τὰ ἐπίγεια καὶ ἐπουράνια πράγματα, ἀλλὰ ἀκόμη πάνω κι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, δηλαδὴ τὴν ἴδια τὴ ζωή σου.
Δεύτερος ὅρος τῆς ἀγάπης εἶναι, νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου. Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι πολὺ εὔκολα καί, σχεδὸν ἀνεπαίσθητα, καταφρονοῦμε ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο ἢ καὶ τοὺς δυὸ μαζὶ ὅρους τῆς ἀγάπης.
Ἀπ’ αὐτὴν δὲ τὴν καταφρόνηση γεννᾶται ἡ φιλαυτία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας.  Ἀλλὰ βλέπουμε φανερά, ὅτι κανεὶς φίλαυτος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀληθινός, γνήσιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ.
Γιατὶ ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ μητέρα ὅλων τῶν θανασίμων ἁμαρτημάτων, ὅλων τῶν παθῶν.Γιὰ τοῦτο καὶ ἀμέσως στὴ συνέχεια διδάσκει ὁ Κύριος: «Ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν».
Ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξουμε τὴ διπλῆ ἔννοια, ποὺ ἔχει ἡ λέξη ψυχή. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέει:
«Ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι», καί, «ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου»
, ἐννοεῖ τὴ φυσικὴ ζωή, τὴ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων.
Ἀντίθετα, ὅταν λέει στὸν πρῶτο στίχο «ἀπολέσει αὐτήν» καὶ στὸν δεύτερο «οὗτος σώσει αὐτήν», ἐννοεῖ τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ὅποιος λοιπὸν θυσιάζει τὶς ἡδονές, τὴν καλοπέραση, τὴ νομιζόμενη εὐτυχία τοῦ κόσμου τούτου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου Του, ὅποιος δηλαδὴ σταυρώνεται, νεκρώνεται ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ ἀκολουθεῖ ἔτσι τὸν Ἐσταυρωμένο, βαστάζοντας τὸν σταυρό του, αὐτὸς θὰ ἀπολαύσει τὴν αἰώνια ζωή.
Κι ὅποιος καταντᾶ φίλαυτος, καὶ θέλει μόνο νὰ καλοπερνᾶ μέσα στὶς θανατηφόρες ἡδονὲς καὶ τὰ πάθη, δὲν ὑπάρχει ἄλλη περίπτωση: Θὰ χαθεῖ αἰωνίως, θὰ ἀπολέσει τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ τονίζει στὴ συνέχεια ὁ Κύριος:
«Τί θὰ ὠφεληθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ἀκόμη κι ἂν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ ζημιωθεῖ, χάσει τὴν ψυχή του;»
  Ὁ κόσμος τοῦτος, ἡ παροῦσα ζωή, ἀδελφοί, δέν αὐτονομεῖται, δὲν αὐτοκαταξιώνεται,  δὲν ἀποτελεῖ αὐτοσκοπό! Παρέρχεται! Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους σ’ αὐτόν μὲ ἕνα σκοπό:
Γιὰ νὰ προετοιμασθοῦν γιὰ τὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια, τὴ μὴ παρερχόμενη ζωή. Ἤ, ὅπως τὸ ὀρίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ παροῦσα ζωὴ ἀποτελεῖ «παιδευτήριον θεογνωσίας», δηλαδὴ σχολεῖο, τόπο καὶ τρόπο γνώσης τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐδῶ ζωὴ μόνο τότε ἀποκτᾶ νόημα καὶ ἀξία: Ὅταν ἔχει προοπτικὴ τὴν αἰώνια ζωή.
Καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνεται μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ δικοῦ μας σταυροῦ, δηλαδὴ τὸ νὰ ζοῦμε μὲ φρόνημα σταυρικὸ-ἀπονέκρωση ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία- καί, ταυτόχρονα, ἀναστάσιμο, προσδοκώντας τὴν Ἀνάσταση.
Μόνο ἔτσι μᾶς ἀναμένει, χάριτι τοῦ Σταυρωθέντος καὶ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ἡ ἀνάσταση, ἡ αἰώνια ζωή, ὅπου ὁ δεύτερος θάνατος, ἡ αἰώνια ἀπώλεια, δέν ἔχει θέση.
Τῆς ὁποίας εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Λευκό-γαλάζιο…

12 Σεπτεμβρίου, 2020

Και ο θάνατος δεν θά ´χει εξουσία-Dylan Thomas (από Μπαμπη)

22 Φεβρουαρίου, 2020

 

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

του Dylan Thomas

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

(μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας)