Archive for Ιανουαρίου 2014

Μνήμη Pete Seeger-( Where Have All The Flowers Gone )

Ιανουαρίου 31, 2014

https://www.youtube.com/watch?v=1y2SIIeqy34

https://www.youtube.com/watch?feature=player_detailpage&v=TXqTf8DU6a0
«Που να πήγαν, λοιπόν, όλα τα λουλούδια;
Τόσος καιρός πέρασε.

Κορίτσια θα μάζεψαν.
Πότε θα μάθουν, αλήθεια;

Πότε;
Και τα κορίτσια, που να πήγαν τάχα αυτά;
Τόσος καιρός πέρασε.
Παντρεύτηκαν άνδρες, όλες τους.
Πότε θα μάθουν, αλήθεια;

Πότε;
Κι αυτοί οι νεαροί άνδρες, που πήγαν;
Τόσος καιρός πέρασε.
Γίνανε στρατιώτες, κυρίες και κύριοι.
Πότε άραγε θα μάθουν;
Και που πήγαν, τώρα, όλοι αυτοί οι στρατιώτες;
Τόσος καιρός πέρασε πια.
Πήγαν σε κοιμητήρια, κυρίες και κύριοι.
Πότε θα μάθουν πιά;

Πότε θα μάθουνε;
Και τα νεκροταφεία, που να πήγαν αυτά;
Τόσος καιρός πέρασε.
Σκεπάστηκαν από λουλούδια, κυρίες και κύριοι.
Πότε θα μάθουμε, επιτέλους;»

Lewis Hine Wickes (1874 -1940) Αμερικανός κοινωνιολόγος- φωτογράφος

Ιανουαρίου 31, 2014

Lewis Hine 12

Στην Ι.Μ.Ιβήρων

Ιανουαρίου 31, 2014

DSC_0060.NEF

Οι τρείς Ιεράρχες (Βασίλειος ο Μέγας,Γρηγόριος ο Θεολόγος,Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

Ιανουαρίου 30, 2014


Ὁμοῦ δίκαιον τρεῖς σέβειν Ἑωσφόρους,
Φῶς τρισσολαμπὲς πηγάσαντες ἐν βίῳ.
Κοινὸν τὸν ὕμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
Τοῖς ἐκχέασι πᾶσι κοινὴν τὴν χάριν.
Ἔαρ χελιδὼν οὐ καθίστησι μία·
Αἱ τρεῖς ἀηδόνες δὲ τῶν ψυχῶν ἔαρ.
Τὴν μὲν νοητὴν ἡ Τριὰς λάμπει κτίσιν,
Τριάς γε μὴν αὕτη δὲ τὴν ὁρωμένην.
Ἀπώλεσαν μὲν οἱ πάλαι Θεοῦ σέβας,
Ἐξ Ἡλίου τε καὶ Σελήνης ἀφρόνως·
Κὰλλoς γὰρ αὐτῶν θαυμάσαντες καὶ τάχος,
Ὥσπερ θεοῖς προσῆγον οὐκ ὀρθῶς σέβας.
Ἐκ τῶν τριῶν τούτων δὲ φωστήρων πάλιν,
Ἡμεῖς ἀνηνέχθημεν εἰς Θεοῦ σέβας,
Κάλλει βίου γάρ, τῇ τε πειθοῖ τῶν λόγων,
Πείθουσι πάντας τὸν μόνον Κτίστην σέβειν.
Κτίσιν συνιστᾷ τὴν δὲ τὴν ὁρωμένην,
Τὸ Πῦρ, Ἀήρ, Ὕδωρ τε, καὶ Γῆς ἡ φύσις.
Οἱ δ᾿ αὖ συνιστῶντές τε κόσμον τὸν μέγαν,
Τὴν πρὸς Θεόν τε Πίστιν, ὡς ἄλλην κτίσιν
Στοιχειακῆς φέρουσι Τριάδος τύπον.
Μέλει γὰρ αὐτοῖς οὐδενὸς τῶν γηΐνων,
Καὶ γήϊνον νοῦν ἔσχον οὐδὲν ἐν λόγοις.
Ὁ Γρηγόριος γὰρ πῦρ πνέει νοῦς τὸν λόγον,
Πρὸς ὕψος αὖ πείθοντα πάντα ἐκτρέχειν.
Τοῖς λιποθυμήσασι δ᾿ ἐκ παθῶν πάλιν,
Ἀναπνοὴ τις οἱ Βασιλείου λόγοι.
Μιμούμενος δὲ τὴν ῥοὴν τῶν ὑδάτων,
Ὁ καρδίαν τε καὶ στόμα χρυσοῦς μόνος,
Τοὺς ἐκτακέντας ἐκ παθῶν ἀναψύχει.
Οὕτω πρὸς ὕψος τὴν βροτῶν πᾶσαν φύσιν,
Ἐκ τῆς χθονὸς φέρουσι τοῖς τούτων λόγοις.

Λάμψεν ἑνὶ τριακοστῇ χρυσοτρισήλιος αἴγλη.

 

Μὲ τὸν ὄρο Τρεῖς Ἱεράρχες, ἀναφερόμαστε συνοπτικὰ στοὺς τρεῖς ἐπιφανεῖς Ἁγίους καὶ θεολόγους, Βασίλειο τὸν Μέγα, Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο καὶ Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό.

 Στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εορτάζει και ὁ καθένας ξεχωριστά.

 Ἀλλὰ ἐπειδὴ δημιουργήθηκε μία διαφωνία μεταξὺ τῶν χριστιανῶν γιὰ τὸ ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρόσφερε τὰ περισσότερα, ἀποφασίστηκε καὶ καθιερώθηκε ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 11ου αἰώνα νὰ ὑπάρχει καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς μία κοινὴ γιορτὴ στὶς 30 Ἰανουαρίου κάθε ἔτους.

 

Βασίλειος ὁ Μέγας

 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἢ Βασίλειος Καισαρείας, ὑπῆρξε ἐπίσκοπος Καισαρείας καὶ θεωρεῖται Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνας ἐκ τῶν μεγαλύτερων θεολόγων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

 Ἡ συμβολή του στὴν χριστιανικὴ θεολογία θεωρεῖται κεφαλαιώδης ἐνῶ σ΄αὐτὸν ἀποδίδεται καὶ ἡ «θεία λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου».

 Ὁ Μέγας Βασίλειος σπούδασε στὴν Ἀθήνα καὶ θεωροῦσε πολὺ σημαντικὴ τὴ μελέτη τῶν κλασσικῶν συγγραφέων καὶ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, φυσικὰ ὑπὸ τὸ χριστιανικὸ πρίσμα.

 Ἡ συμβολή του στὴν ἀνάπτυξη τῶν γραμμάτων καὶ τῆς φιλανθρωπίας τὸν κατέστησαν μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μορφὲς τῆς Χριστιανικῆς παράδοσης.

 

Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

 

Θεωρεῖται πὼς ἡ γλώσσα τοῦ «ἔσταζε μέλι» καθὼς ὑπῆρξε ὁ πιὸ χαρισματικὸς ρήτορας τῆς ἐποχῆς του.

 Διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴν ἀνάπτυξη τῆς φιλανθρωπίας.

 Μάλιστα τὰ ἡμερήσια συσσίτεια ποὺ ὀργάνωσε ἔτρεφαν 7.000 ἀνθρώπους!

Στὸν τομέα τῆς φιλοσοφίας, μπορεῖ νὰ ἀπέρριπτε τὶς θεωρίες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων περὶ Θεοῦ ὡστόσο δὲν δίστασε νὰ χρησιμοποιήσει τὶς ἐργαλειακὲς μεθόδους τῆς φιλοσοφίας τοὺς προκειμένου νὰ ἀναπτύξει μία συστηματικὴ θεολογία.

Στὴ ζωὴ τοῦ ὑπῆρξε ὑπόδειγμα ἀσκητὴ ἐνῶ δὲν παρέλειπε νὰ καταδικάζει ἐκείνους τοὺς ἱερεῖς ποὺ πλούτιζαν ἀπὸ τὴν ἰδιότητά τους.

 Ἦταν τέτοια ἡ σκληρὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκοῦσε στοὺς Αὐτοκράτορες, ποὺ τελικὰ ἡ αὐλὴ τὸν κυνήγησε καὶ τὸν ἐξόρισε.

 Όμως ἡ φήμη τοῦ τὸν ξεπέρασε ἀφοῦ θεωρεῖται Ἅγιος ἀπὸ ὅλες σχεδὸν τὶς χριστιανικὲς ὁμολογίες.

 

Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς

 

Γνωστὸς καὶ μὲ τὸ προσωνύμιο «θεολόγος», ὁ Γρηγόριος ὑπῆρξε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης τὸν 4ο αἰώνα.

 Ἡ ἐπιρροὴ του στην Τριαδικὴ θεολογία θεωρεῖται τόσο σημαντικὴ που έγινε γνωστὸς ὡς «Τριαδικὸς Θεολόγος».

 Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ ἐπηρεάζουν τοὺς σύγχρονους θεολόγους, εἰδικὰ ὅσον ἀφορᾶ τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὑπῆρξε φίλος του Μεγάλου Βασιλείου καθὼς καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης.

Ἦταν σφοδρὸς ὀπαδὸς τῶν γραμμάτων καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ γεφυρώσει τὸ χάσμα μεταξὺ ἑλληνόφωνων καὶ λατινόφωνων θεολόγων τῆς ἐποχῆς του.

 Ἐκτὸς ἀπὸ ἐξαιρετικὸς θεολόγος ὅμως, ὑπῆρξε καὶ πολὺ καλὸς ποιητής, ἀφοῦ ἔγραψε ἀρκετὰ ποιήματα μὲ θεολογικὰ καὶ ἠθικὰ θέματα.

 

Ἡ ἑορτὴ αὐτῆς τῆς Συνάξεως τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀποτελεῖ τὸ ὁρατὸ σύμβολο τῆς ἰσότητας καὶ τῆς ἑνότητας τῶν Μεγάλων Διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι δίδαξαν μὲ τὸν ἅγιο βίο τοὺς τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξ’ αἰτίας τῆς ταπεινώσεώς τους μπροστὰ στὴν ἀλήθεια, ἔχουν λάβει τὸ χάρισμα νὰ ἐκφράζουν τὴν καθολικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι διδάσκουν δὲν εἶναι ἁπλῶς δική τους σκέψη ἢ προσωπική τους πεποίθηση, ἀλλὰ εἶναι ἐπιπλέον ἡ ἴδια ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, γιατί μιλοῦν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καθολικῆς της πληρότητας.

 

Περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα μ.Χ. ἀνεγέρθη ναὸς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, δίπλα σχεδὸν στὴ μονὴ τῆς Παναχράντου.

 

Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος Α’

 

Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστήρας τῆς Τρισηλίου θεότητος,

 τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας,

 τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας,

 τοὺς τὴν κτίσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τὸν μέγαν, καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον,

 σὺν τῷ κλεινῶ Ἰωάννη, τῷ τὴν γλώτταν χρυσορρήμονι,

 πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί,

 συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν·

 αὐτοὶ γὰρ τὴ Τριάδι, ὑπὲρ ὑμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσιν.

 

Στην Ι.Μ.Ιβήρων

Ιανουαρίου 30, 2014

DSC_0077.NEF

Mνήμη Φιοντορ Ντοστογέφσκι

Ιανουαρίου 29, 2014

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Ἡ θαμπὴ ἀνάμνηση ἑνὸς χαμένου παράδεισου:

οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ γίνουν ὡραῖοι κι εὐτυχισμένοι

 

Ὢ πόσο εἶναι ὀδυνηρὸ νὰ ξέρεις μόνος τὴν ἀλήθεια: Ἡ Γῆ κάποτε ἦταν εὐτυχισμένη καὶ ἁγνή, ἀνῆκε στοὺς πρώτους-πρώτους προπάτορές μας ποὺ ἦταν ψυχὲς ἁγνές, ἤξεραν τὸ σαρκικὸ ἔρωτα κι εἶχαν παιδιά, μὲ ποτὲ δὲν παρατήρησα σ’ αὐτοὺς τὶς φριχτὲς ὁρμὲς τῆς κτηνωδίας ἐκείνης ποὺ ὅλους μας τυραννᾶ πάνω στὴ Γῆ μας καὶ ποὺ εἶναι σχεδὸν ἡ μόνη πηγὴ ὅλων μας τῶν ἁμαρτιῶν. Ὅλα τὰ καλὰ πνεύματα, ἡ ἐπιστήμη, ἡ σοφία καὶ τὸ ἔνστικτό της αὐτοσυντήρησης, μᾶς κρατοῦσαν ἑνωμένους σὲ μία λογικὴ κοινωνία. Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντήρησης ἐξασθένησε ἄξαφνα. Ἦρθαν οἱ ἐγωιστὲς κι οἱ φιλήδονοι καὶ ζήτησαν ὀρθὰ κοφτὰ ἢ ὅλα ἢ τίποτα. Γιὰ νὰ τὰ ἔχουν ὅλα κατέφυγαν στὸ ἔγκλημα, νὰ ἔχουν τὸ τίποτα. Καὶ ἵδρυσαν τὴ θρησκεία τοῦ ἐκμηδενισμοῦ μὲ τὸ ἰδεῶδες «της αἰώνιας γαλήνης εἰς τὸ μὴ ὑπάρχειν».

Τέλος, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κουράστηκαν ἀπὸ τὴ στείρα αὐτὴ ἐργασία καὶ στὰ πρόσωπά τους πάνω φάνηκε ὁ πόνος ποὺ τὸν ὀνόμασαν ὀμορφιά, γιατί «ἡ μεγαλοφυΐα βρίσκεται μόνο στὸν πόνο». Καὶ οἱ Ποιητὲς ἐξύμνησαν τὸν πόνο… Ὤ! ἂν ὅλος ὁ κόσμος ἤθελε νὰ θέλει, ὅλα θὰ εἴχανε γίνει κιόλας!  

 

Τὸ μικρὸ αὐτὸ διήγημα «Τὸ ὄνειρο ἑνὸς γελοίου» δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ ποῦμε ὅτι ἀποτελεῖ μία συνοπτικὴ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς μέχρι σήμερα. Μίας κοινωνίας ποὺ ξεκίνησε σὰν ἕνας μικρὸς παράδεισος, χωρὶς τάξεις, μὲ κοινοκτημοσύνη στὰ ἀγαθά, μὲ δημοκρατία, χωρὶς ζήλιες, μὲ ἐρωτικὲς σχέσεις χωρὶς διαστροφὲς καὶ χωρὶς τὸ σαδισμὸ καὶ τὸ μαζοχισμὸ τῆς σύγχρονης κοινωνίας ποὺ τότε ἦταν ἄγνωστες ἔννοιες.

 Μία κοινωνία χωρὶς ἰδιοκτησίες, ὅπου οἱ λέξεις δικό μου, δικό σου δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμα στὸ λεξιλόγιό της, ἡ ἀγάπη στὸν συνάνθρωπο, στὴ ζωή, στὰ δένδρα, στὴ φύση γενικὰ ἦταν αὐτονόητη, ποὺ στὴν πορεία τῆς ὅμως ἐκφυλίστηκε ἀποσυντέθηκε, ἔγινε ταξική, ἄρχισαν πόλεμοι, ζήλιες, διαμάχες, διαστροφές, ἰδιοκτησίες, θρησκεία ποὺ κάθε μία διεκδικοῦσε τὴν αἰώνια ἀλήθεια τῆς ἀφήνοντας στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων μία μακρινὴ θαμπὴ ἀνάμνηση ἑνὸς χαμένου παράδεισου.

 

Τὸ Ὄνειρο ἑνὸς γελοίου:

καὶ μήπως εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἕνα ὄνειρο ἡ ζωή μας; (ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ διήγημα τοῦ Φιόντορ Ντοστογιέφσκι)

 

 

 

Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος γελοῖος. Τώρα μὲ λένε τρελό. Θὰ ἦταν τίτλος τιμῆς ἂν γι’ αὐτοὺς δὲν ἐξακολουθοῦσα νὰ εἶμαι τὸ ἴδιο γελοῖος. Ἀλλὰ δὲν δυσανασχετῶ πιά, ὅλος ὁ κόσμος μου εἶναι ἀρκετὰ συμπαθής, ἀκόμη κι ὅταν μὲ κοροϊδεύουν καὶ θὰ ἔλεγε κανείς, πὼς τότε ἴσα ἴσα μου εἶναι συμπαθής. Θὰ γελοῦσα κι ἐγὼ μαζὶ μὲ αὐτοὺς εὐχαρίστως, ὄχι τόσο γιὰ μένα, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς κάνω εὐχαρίστηση, ἂν δὲν δοκίμαζα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Θλίψη νὰ βλέπω πῶς δὲν γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ποὺ γνωρίζω ἐγώ. Τί σκληρὸ εἶναι νὰ τὴν γνωρίζεις μόνος ἐσύ! Ἀλλὰ δὲν θὰ καταλάβουν.. ὄχι, δὲν πρόκειται νὰ καταλάβουν..

Ἄλλοτε ὑπέφερα πολὺ νὰ περνῶ γιὰ γελοῖος δὲν φαινόμουν. Ἤμουνα. Ὑπῆρξα πάντα γελοῖος καὶ ξέρω ὅτι ἀναμφίβολα εἶμαι ἀπὸ γεννησιμιοῦ μου. Θὰ ’μουν δὲ θὰ ’μουν ἑπτὰ μόλις χρονῶν ὅταν κατάλαβα πὼς ἤμουνα γελοῖος.

 Ὕστερα σπούδασα στὸ πανεπιστήμιο –καὶ ὅσο σπούδαζα τόσο περισσότερο καταλάβαινα πόσο ἤμουν γελοῖος. Ἔτσι ποὺ ὅλη ἡ πανεπιστημιακή μου μόρφωση φαινόταν νὰ μὴν ὑπάρχει παρὰ γιὰ νὰ μοῦ δείξει καὶ νὰ μοῦ ἐξηγήσει, ὅσο ἐντρυφοῦσα σ’ αὐτήν, πὼς ἤμουν γελοῖος.

 Χρόνο τὸ χρόνο, βεβαιωνόμουνα ὅλο καὶ περισσότερο ὅτι ἀπὸ κάθε ἄποψη παρουσίαζα ἕνα γελοῖο πρόσωπο. Ὅλος ὁ κόσμος μὲ κορόιδευε παντοῦ καὶ πάντα. Ἀλλὰ κανενὸς δὲν πέρναγε ἀπὸ τὸ μυαλὸ ὅτι ἂν ὑπῆρχε κάποιος στὸν κόσμο ποὺ ἤξερε πιὸ καλὰ ἀπὸ ὅλους ὅτι εἶμαι γελοῖος, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἤμουνα ἐγώ.

 Κι ἀγανακτοῦσα ποὺ κανεὶς δὲν τὸ φανταζόταν. Σὲ αὐτὸ φταίω καὶ ἐγώ, ἡ ἀλαζονεία μου μὲ ἐμπόδιζε πάντα νὰ ὁμολογήσω τὸ μυστικό μου. Αὐτὴ ἡ ἀλαζονεία αὐξανόταν μὲ τὰ χρόνια, καὶ ἂν ἀφηνόμουν μπροστὰ σὲ ὁποιονδήποτε νὰ ἀναγνωρίζω πὼς ἤμουν γελοῖος, πιστεύω πὼς τὸ ἴδιο κιόλας βράδυ θὰ εἶχα τινάξει τὰ μυαλά μου μὲ μία πιστολιά.

 Ἔφηβος σὰν ἤμουν, πόσο εἶχα ὑποφέρει στὴ σκέψη ὅτι δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀντισταθῶ, ὅτι ξαφνικὰ θὰ ὄφειλα νὰ τὸ ὁμολογήσω στοὺς συντρόφους μου. Ἀλλὰ ὅταν ἐνηλικιώθηκα, ἂν καὶ ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο εἶχα βεβαιωθεῖ ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὴν τρομερὴ ἰδιομορφία μου, κατάφερα γιὰ τὸν ἄλφα ἢ βήτα λόγο νὰ ἠρεμήσω. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὡς τότε ἀγνοοῦσα τὸ γιατί καὶ τὸ πῶς.

 Ἴσως τὸ ὄφειλα σὲ αὐτὴ τὴν ἀπέραντη μελαγχολία ποὺ κυρίευσε τὴν ψυχή μου ὕστερα ἀπὸ κάποιο γεγονὸς ἀπροσμέτρητα ἀνώτερό μου, δηλαδή: τὴν πεποίθηση ποὺ εἶχα μόνιμα ἀπὸ τότε, ὅτι ἐδῶ κάτω τὰ πάντα εἶναι χωρὶς σημασία. Τὸ ὑποψιαζόμουν αὐτὸ ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἀλλὰ ξαφνικὰ βεβαιώθηκα ἀπόλυτα.

 Ἐνίωσα ἀπότομα ὅτι θὰ μοῦ ἦταν ἀδιάφορο ἂν ὁ κόσμος ὑπῆρχε ἢ ἂν δὲν ὑπῆρχε πουθενὰ τίποτε.

 Ἄρχισα νὰ ἀντιλαμβάνομαι καὶ νὰ αἰσθάνομαι ὅτι κατὰ βάθος τίποτε δὲν ὑπῆρχε γιὰ μένα.

 Ὡς τότε νόμιζα πάντα ὅτι πολλὰ πράγματα ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ μένα. Τώρα ἀντιλαμβανόμουν ὅτι τίποτε δὲν ὑπῆρχε πρίν, ἢ μᾶλλον ὅτι δὲν ὑπῆρχε παρὰ φαινομενικά. Σιγὰ σιγὰ κατέληξα στὸ συμπέρασμα ὅτι ποτὲ δὲν ὑπῆρξε τίποτε. Ἔπαψα τότε νὰ ἐρεθίζομαι μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ κατέληξα νὰ μὴ τοὺς προσέχω καθόλου. Αὐτὴ ἡ διάθεση ἐκδηλωνόταν ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ ἀσήμαντες περιστάσεις τῆς ζωῆς:

 μοῦ συνέβαινε, λόγου χάρη, περπατώντας στὸ δρόμο, νὰ σκοντάφτω πάνω τους. Ὄχι γιατί μὲ εἶχαν ἀπορροφήσει οἱ σκέψεις, γιατί τότε δὲν θὰ σκεφτόμουν ὅσα σκέφτομαι:

 τὰ πάντα μου ἦταν ἀδιάφορα. Νὰ μποροῦσα τουλάχιστον νὰ βρῶ τὴ λύση τῶν προβλημάτων! Οὔτε ἕνα δὲν εἶχα λύσει.

 Καὶ ὁ Θεὸς ξέρει πόσες λύσεις εἶχα προτείνει!

 Ἀλλά, ἐπειδὴ ἀδιαφοροῦσα γιὰ ὅλα, πῆγαν καὶ τὰ προβλήματα στὸ βρόντο. Νὰ ὅμως ποὺ ξέρω τὴν ἀλήθεια. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τὴν ἔμαθα τὸν περασμένο Νοέμβρη, στὶς τρεῖς Νοεμβρίου ἀκριβῶς, καὶ ἀπὸ τότε τὴν ἔχω σταθερὰ χαραγμένη στὴ μνήμη μου. […]

Τί παράξενο πράγμα τὸ ὄνειρο! Ὥστε ὑπάρχει, λοιπόν, καὶ πέραν τοῦ τάφου ζωή!

 

Ἕνας χρόνος! Νὰ ἕνας ὁλόκληρος χρόνος ποὺ μένω ἄγρυπνος κάθε νύχτα ὡς τὴν αὐγή. Περνῶ τὴ νύχτα κοντὰ στὸ τραπέζι μου, στὴν πολυθρόνα μου, χωρὶς νὰ κάνω τίποτα. Δὲ διαβάζω, δὲ σκάφτομαι. Ἀφήνω νὰ περνοῦν ἐλεύθερα οἱ σκέψεις ἀπὸ τὸ κεφάλι μου. Καὶ βλέπω κάθε νύχτα ἕνα ὁλόκληρο σπαρματσέτο νὰ λιώνει…

Ἄξαφνα ἔστρεψα ἀντίθετα τὸ ζήτημα καὶ εἶπα μέσα μου ἂν προτοῦ ζήσω στὴ Γῆ εἶχα ζήσει στὸν ἄρη ἢ στὴ Σελήνη, ἂν εἶχα κάνει τὴν πιὸ πρόστυχη καὶ πιὸ ἀχρεία πράξη, μία ἀπὸ τὶς πράξεις ἐκεῖνες ποῦ μόλις μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανεὶς τὴ φρίκη τοὺς πάνω σ’ ἕνα βραχνά, κι ἂν ἡ πράξη μου εἶχε γίνει γνωστὴ κι ὅλο τὸ αἶσχος της μὲ εἶχε βρωμίσει, πῶς ἂν κατόπιν ἐρχόμουν στὴ Γῆ ἔχοντας τὴ συνειδητὴ ἀνάμνηση τῆς πράξης ποῦ ἔκανα στὸν ἄλλο πλανήτη, κι ἂν ἤμουν ὡστόσο βέβαιος πῶς δὲν θὰ ξαναγύριζα ἐκεῖ ποτέ, τί θὰ σκεφτόμουν κοιτάζοντας τὴ σελήνη; Αὐτὸ θὰ μοῦ ἦταν ἀδιάφορο;

 Θὰ ντρεπόμουνα ἢ ὄχι;

 

Τότε ἔξαφνα κοιμήθηκα, πράγμα ποὺ δὲ μοῦ συνέβαινε ποτὲ αὐτὴ τὴν ὥρα. Καὶ κοιμήθηκα χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω. Τί παράξενο πράγμα τὸ ὄνειρο! Πότε τὸ ὅραμα παρουσιάζεται μὲ μία τρομακτικὴ ἐνέργεια καὶ ἀριστοτεχνία χρυσοχόου καὶ πότε, ὅπως συμβαίνει αὐτὸ στὴν ἀπόσταση τὸ χρόνο, οἱ ἀντιφατικὲς ἔννοιες ἀνακατεύονται μὲ εἰκόνες συγκεχυμένες.

 Μοῦ φαίνεται πὼς τὰ ὄνειρα διεγείρουν ὄχι τὸ πνεῦμα ἀλλὰ τὴν ἐπιθυμία, ὄχι τὸ κεφάλι ἀλλὰ τὴν καρδιά….

Μὰ νὰ τὸ ὄνειρο ποὺ εἶδα ἐκείνη τὴ νύχτα, τὸ ὄνειρο τῆς 3ης Νοεμβρίου. Οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἀρέσει νὰ μὲ φουρκίζουν ἐπαναλαμβάνοντάς μου πῶς εἶναι ἁπλῶς ἕνα ὄνειρο;

Ἄκουσε:

 ἂν γνώρισες μία φορὰ τὴν ἀλήθεια, ἂν τὴν εἶδες, δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ δυσπιστεῖς σ’ αὐτή, γιατί ξέρεις πὼς αὐτὴ εἶναι, καὶ τί σὲ νοιάζει ἂν τὴν εἶδες στ’ ὄνειρο ἢ στὸ ξύπνιος;

 Λοιπόν, ἔστω ὄνειρο! «Εἶναι ἕνα ὄνειρο μόνο!»… Καὶ τὸ ὄνειρό μου, τὸ ΟΝΕΙΡΟ μοῦ, ὢ αὐτό μου ἄνοιξε μία καινούργια καὶ δυνατὴ ζωή!

Ἀκοῦστε.

Εἶπα πὼς κοιμήθηκα χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω. Ἐξακολούθησα μάλιστα μέσα στὸν ὕπνο μου νὰ κάνω συλλογισμοὺς πάνω στὰ ἴδια θέματα. Ἄξαφνα, ὀνειρεύομαι πὼς καθὼς καθόμουνα, διευθύνω τὸ περιστροφο  στὴν καρδιὰ (στὴν καρδιὰ καὶ ὄχι στὸ κεφάλι, ἂν καὶ πρὶν εἶχα ἀποφασίσει νὰ πετάξω τὰ μυαλά μου στὸν ἀέρα, βάζοντας τὸ πάνω στὸ δεξιὸ κρόταφο).

 Περιμένω ἕνα δύο δευτερόλεπτα ἀκίνητος. Τὸ σπαρματσέτο μου, τὸ τραπέζι καὶ ὁ τοῖχος γύρω μου ἀρχίζουν νὰ ταλαντεύονται, νὰ τρικλίζουν… Πυροβολῶ ἀμέσως….

Δὲν αἰσθάνθηκα κανένα πόνο, μὰ ὁ πυροβολισμὸς μ’ ἔκανε νὰ συγκλονιστῶ δυνατὰ καὶ μονομιᾶς ὅλα ἐξαφανίστηκαν γύρω μου ὅλα ἔπεσαν σ’ ἕνα φοβερὸ σκοτάδι μέσα. Ἤμουν σὰν τυφλὸς καὶ βουβός… Ὕστερα ξαναβρέθηκα πλαγιασμένος πάνω σὲ κάτι σκληρό, ξαπλωμένος ἀνάσκελα καὶ μὴ μπορώντας νὰ κάνω τὴν παραμικρὴ κίνηση.

 Γύρω μου περπατοῦν, μιλοῦν, ἀκούγεται ἡ βαθιὰ φωνὴ τοῦ ταγματάρχη, ἡ σπιτονοικοκυρὰ ξεφωνίζει. Νέα σιγή. Καὶ νὰ τώρα μὲ πηγαίνουν μέσα σ’ ἕνα φέρετρο. Τὸ αἰσθάνομαι νὰ γέρνει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, σύμφωνα μὲ τὸ βάδισμα ἐκείνων ποὺ μὲ σηκώνουν, καὶ γιὰ πρώτη φορά μου ἔρχεται ἡ ἰδέα πὼς εἶμαι νεκρός. Τὸ ξέρω, δὲν ἀμφιβάλλω, δὲν ἐπαναστατῶ καὶ ὅμως, αἰσθάνομαι, σκέφτομαι… ζῶ λοιπόν… μὰ εἶμαι πεθαμένος. Ὅπως συνήθως στὰ ὄνειρα, δέχομαι ὁ πράγμα χωρὶς ἀντιλογία.

Καὶ νὰ ποὺ μὲ κατεβάζουν μέσα στὴ γῆ. Ὅλοι φεύγουν, καὶ γῶ μένω μόνος, ὁλομόναχος. Δὲν κουνάω οὔτε ἕνα μέλος μου. Πρίν, στὰ νυχτέρια μου, ὅταν συλλογιόμουν πὼς θὰ ἤμουν μέσα στὸν τάφο, ἡ μόνη ἰδέα πού μου ἐρχόταν εἴτανε τὸ αἴσθημα τῆς ὑγρασίας καὶ τοῦ κρύου. Ἔτσι καὶ τώρα, ἐνοίωθα πὼς κρύωνα πολύ, καὶ προπαντὸς στὴν ἄκρη τῶν δαχτύλων τῶν ποδιῶν μου, μὰ δὲν ἐνοίωθα τίποτε ἄλλο ἀπ’ αὐτό.

Κειτόμουν, καί, παράξενο πράγμα, δὲν περίμενα τίποτα, καὶ παραδεχόμουν χωρὶς νὰ τὸ ἀμφισβητῶ πὼς ἕνας πεθαμένος δὲν πρέπει τίποτα νὰ περιμένει. Μὰ εἶχε ὑγρασία. Δὲν ξέρω πόσο ἔμεινα ἔτσι, μία ὥρα, ἴσως καὶ μερικὲς μέρες, μπορεῖ καὶ πολλὲς μέρες. Καὶ νὰ ποὺ ξαφνικά, πάνω στὸ κλειστὸ ἀριστερό μου μάτι, μέσ’ ἀπὸ τὸ σκέπασμα τοῦ φέρετρου, ἔπεσε μία σταγόνα νερό, κι’ ὕστερα μία ἄλλη, κι’ ἔτσι συνέχεια, σὲ κάθε λεπτό της ὥρας.

 Ἕνα βαθὺ πεῖσμα μου ’καψε τὴν καρδιά, κι’ ἐνοίωσα ἕνα αἴσθημα φυσικῆς ἀδιαθεσίας:

«Εἶναι ἀπὸ τὴν πληγή μου, σκέφτηκα- εἶναι ἡ πιστολιὰ ποὺ τράβηξα, καὶ ἡ σφαίρα βρίσκεται αὐτοῦ».

 Κι οἱ σταγόνες μαζεύονταν μία κάθε λεπτό. Πέφτανε ὁλόισια πάνω στὸ κλειστό μου μάτι. Καὶ τότε, ξαφνικὰ φώναξα, ὄχι βέβαια μὲ τὴ φωνή μου ἀφοῦ ἦταν παράλυτη, μὰ μὲ ὅλο μου τὸ εἶναι, τὸν αὐθέντη ἐκεῖνον ποὺ ἤμουν παίγνιό του.

«-Ὅποιος κι’ ἂν εἶσαι, ἂν παραδεχτῶ ὅτι εἶσαι καὶ πὼς ὑπάρχει κάτι τὸ πιὸ λογικὸ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶμαι παίγνιό του, κι ἄφησε νὰ γίνει ἐδῶ αὐτό. Ἄν μου ἐπιβάλλεις αὐτὴ τὴ γελοιοποίηση κι’ αὐτὴ τὴ βλακώδη ἐπιβίωση γιὰ νὰ μὲ ἐκδικηθεῖς γιὰ τὴ βλακώδη, αὐτοκτονία μου, ποτέ, ὅσο μεγάλο κι’ ἂν εἶναι τὸ μαρτύριο ποὺ μπορεῖ νὰ μοῦ ἐπιβληθεῖ, δὲν θὰ φτάσει τὴν σιωπηλὴ περιφρόνηση ποὺ θὰ νοιώσω, ἔστω κι’ ἂν βαστάξει χιλιάδες χρόνια αὐτὸ τὸ μαρτύριο!»

 

Ἔτσι εἶπα, καὶ σώπασα.

 Πέρασα κοντὰ ἕνα λεπτὸ μέσα σὲ βαθειὰ σιωπή, καὶ μάλιστα ἔπεσε ἄλλη μία σταγόνα, μὰ ἤξερα, ἤξερα καὶ πίστευα μὲ ἀπόλυτη κι’ ἀκλόνητη βεβαιότητα πὼς ὅλα θ’ ἀλλάζανε τὴν ἴδια στιγμή. Καὶ νά, ποὺ ξαφνικὰ ἄνοιξε ὁ τάφος μου.

 Δηλαδή, δὲν ξέρω ἂν ἄνοιξε καὶ ἀδείασε, μὰ μὲ ἅρπαξε ἕνα σκοτεινὸ καὶ ἄγνωστο ὂν καὶ βρεθήκαμε μέσα στὸ διάστημα.

 Ξαφνικά, ξαναβρῆκα τὸ φῶς μου, ἡ νύχτα εἴτανε βαθειὰ καὶ ποτέ, ποτέ μου δὲν εἶχα ξαναδεῖ τέτοια σκοτάδια! Πηγαίναμε μέσα στὸ διάστημα κι’ εἴχαμε κιόλας ξεμακρύνει πολὺ ἀπὸ τὴ γῆ. Δὲ ρώτησα τίποτε αὐτὸν ποὺ μὲ μετέφερε.

 Περίμενα, κλεισμένος ἀλαζονικὰ μεσ’ στὴ σιωπή μου, ἤμουν βέβαιος πὼς δὲν φοβόμουνα, – κι’ ἀναγαλλίαζα ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ μὲ τὴ σκέψη πὼς δὲ φοβόμουν. Δὲ θυμᾶμαι, κι’ οὔτε μπορῶ νὰ ὑπολογίσω πόσο καιρὸ πετούσαμε• ὀλ’ αὐτὰ γίνονταν ὅπως γίνεται πάντα στ’ ὄνειρο ὅταν διασχίζουμε τὸ χρόνο καὶ τὸ χῶρο, παραβιάζοντας ὅλους τους νόμους τοῦ εἶναι καὶ τῆς λογικῆς, καὶ δὲ στεκόμαστε παρὰ μόνο στὰ σημεῖα ποὺ ποθεῖ ἡ καρδιά μας.

Θυμᾶμαι, πὼς ξαφνικὰ εἶδα ἐν’ ἀστεράκι μέσ’ στὸ σκοτάδια. – Εἲν’ ὁ Σύριος; ρώτησα χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ κρατηθῶ, μ’ ὅλο ποὺ τὸ ’θελα πολύ.

 -«Ὄχι, εἶναι τ’ ἀστέρι ποὺ εἶχες δὴ μεσ’ ἂπ’ τὰ σύννεφα, σὰ γύριζες σπίτι σου»,

 μοῦ ἀπάντησε τὸ ὂν ποὺ μὲ μετέφερε. Ἤξερα πὼς ἦταν ἀνθρώπινης καταγωγῆς, μὰ περίεργο πράγμα, δὲν τὸ συμπαθοῦσα καθόλου αὐτὸ τὸ ὄν, καὶ μάλιστά μου προκαλοῦσε βαθειὰ ἀπέχθεια.

 Περίμενα πὼς θὰ ’βρισκα τὸ ἀπόλυτο μηδέν, καὶ γι’ αὐτὸ ἔχωσα τὴ σφαίρα στὴν καρδιά μου. Καὶ τώρα, νὰ ποὺ βρισκόμουν στὴν ἀγκαλιὰ ἑνὸς ὄντος, ὄχι ἀνθρώπινου βέβαια, μὰ ποὺ ἦταν καὶ ὑπῆρχε.

 

«Ὥστε ὑπάρχει λοιπὸν πέραν τοῦ τάφου ζωή!»

 σκέφτηκα μ’ ἐκείνη τὴν παράξενη ζαλάδα τοῦ ὀνείρου, μὰ ὡστόσο, ἡ καρδιά μου διατηροῦσε κατὰ βάθος τὴν οὐσιαστικὴ ἀρετή της: «ἀφοῦ θὰ ξαναϋπάρξω, ἔλεγα μέσα μου, καὶ θὰ ξαναζήσω ἐπειδὴ τὸ θέλει μία ἀδυσώπητη βούληση, δὲ θέλω οὔτε νὰ νικηθῶ οὔτε νὰ ταπεινωθῶ!»-

«Ξέρεις πὼς σὲ φοβᾶμαι καὶ γι’ αὐτὸ μὲ περιφρονεῖς», εἶπα ξαφνικὰ στὸ σύντροφό μου μὴ μπορώντας νὰ συγκρατήσω τὴν ταπείνωση αὐτῆς τῆς ἐρώτησης ὅπου διαφαινόταν μία ὁλόκληρη ὁμολογία, καὶ νοιώθοντας πὼς αὐτὴ ἡ δειλία μου τριβέλιζε τὴν καρδιὰ σὰ νὰ μὲ τσιμποῦσε βελόνα.

 Ἐκεῖνος δὲν ἀπάντησε στὴν ἐρώτησή μου, μὰ ξαφνικὰ ἐνοίωσα πὼς δὲ μὲ περιφρονοῦσε, πὼς δὲ μὲ κορόιδευε κι οὔτε καν μὲ λυπόντανε, καὶ πὼς τὸ ταξίδι μᾶς ἔτεινε σ’ ἕνα μυστηριώδη κι’ ἄγνωστο σκοπὸ ποὺ μόνο ἐμένα ἀφοροῦσε.

 Ὁ τρόμος μεγάλωνε μέσα στὴν καρδιά μου. Ἡ σιωπὴ τοῦ συντρόφου μου μεταδόθηκε καὶ σὲ μένα καὶ μὲ διαπότιζε, ὄχι χωρὶς πόνο, μὲ τὴν σιωπηλὴ παρουσία του.

 Πηγαίναμε μεσ’ ἀπὸ ἀβυθομέτρητα σκοτάδια. Ἀπὸ καιρό, δὲν ἔβλεπα πιὰ τοὺς γνωστούς μου ἀστερισμούς. Ἤξερα πὼς στὸ βάθος τ’ οὐρανοῦ ὑπάρχουν ἀστέρια ποὺ οἱ ἀχτίνες τοὺς φτάνουνε στὴ γὴς μόνο ὑστέρα ἀπὸ χιλιάδες κι ἑκατομμύρια χρόνια, ἴσως νὰ χαμὲ περάσει κιόλας αὐτὰ τὰ χρονικὰ διαστήματα.

 Περίμενα κάτι, γεμάτος ἀπὸ ἕνα νοσταλγικὸ πόνο πού μου ράγιζε τὴν καρδιά. Καὶ ξαφνικὰ ἕνα πολὺ γνωστὸ συναίσθημα πού μου ’φερνε βαθιὲς ἀναμνήσεις μὲ συγκλόνισε ὁλόκληρο. Ξανάβλεπα τὸν ἥλιό μας!

 Ἤξερα πὼς δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ ἥλιός μας, ἐκεῖνος ποὺ γέννησε τὴ γῆ μας, καὶ πὼς βρισκόμαστε σὲ ἄπειρη ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἥλιό μας, μὰ μέσα μου καταλάβαινα πὼς ἦταν ἕνας ἥλιος ἀπόλυσα ὅμοιος μὲ τὸν δικό μας, κάτι σὰν ἀντίλαλος καὶ σὰν σωσίας του.

 Μία ἀπέραντη, τρυφερότητα πλημμύρισε τὴν ψυχή μου, φέρνοντάς της ἐνθουσιασμό: Τὸ φῶς ἐκείνου ποὺ μὲ δημιούργησε ἀντιλαλοῦσε μεσ’ στὴν καρδιά μου καὶ τὴν ἀνάσταινε, κι’ ἐνοίωσα γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τότε ποὺ κατέβηκα στὸν τάφο τὸ γυρισμὸ τῆς ζωῆς, τῆς παλιᾶς ζωῆς.

-Ἀφοῦ εἶναι ὁ ἥλιος, ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ἥλιος μὲ τὸν δικό μας, τότε ποῦ εἶναι ἡ γῆ;- Κι ὁ σύντροφός μου μοῦ ‘δειξε ἐν’ ἀστέρι σὰ σμαράγδι ποὺ ἀστροφτοκόπαγε μέσα στὴ νύχτα.

Πετούσαμε ὁλόισια καταπάνω του.

-Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνονται τέτοιες ἐπιστροφὲς μέσα στὸ σύμπαν, εἶναι δυνατὸ νὰ εἲν’ αὐτὸς ὁ φυσικὸς νόμος;

 Κι’ ἂν εἶναι γὴς αὐτὸ μπορεῖ νὰ ’ναι ἡ ἴδια γὴς μὲ τὴ δικιά μας;… Ἐντελῶς ὅμοια, τὸ ἴδιο δύστυχη καὶ τὸ ἴδιο φτωχιά, κι’ ὅμως ἀγαπητή, αἰώνια ἀγαπημένη, μία γὴς ποὺ ξέρει ν’ ἀγαπιέται ἀκόμα καὶ ἀπ’ τὰ πιὸ ἀχάριστα παιδιά της;…

 Φώναξα ἀναρριγώντας ἀπὸ ἀβάσταγη, ἀγάπη γι’ αὐτὴ τὴ γὴς ποὺ γεννήθηκα καὶ ποὺ λιποτάχτησα ἀπ’ αὐτήν.

 Καὶ ἐμπρός μου, σὰν ἀστραπή, πέρασε ἡ εἰκόνα τοῦ μικροῦ κοριτσιοῦ ποὺ εἶχα προσβάλλει.

 

-Θὰ τὰ μάθεις ὅλα, μοῦ ἀπάντησε ὁ σύντροφός μου, καὶ στὰ λόγια του, διαφαινόταν ἕνας θλιμμένος τόνος.

Μὰ γρήγορα ζυγώναμε στὸν πλανήτη. Μεγάλωνε μπρὸς στὰ μάτια μου, κι ἄρχισα κιόλας νὰ διακρίνω τὸν ὠκεανὸ καὶ τὰ περιγράμματα τῆς Εὐρώπης, ὅταν ξαφνικὰ ἕνα παράξενο αἴσθημα ζήλειας – μία εὐγενικὴ καὶ ἅγια, ζήλεια – ἄναψε μεσ’ στὴν καρδιά μου.

 Πῶς μπορεῖ νὰ γίνεται μία τέτοια ἐπανάληψη, εἶπα μέσα μου, καὶ γιὰ ποιὸ σκοπό;

Ἀγαπῶ, καὶ μόνο αὐτὴ τὴ γὴς ποὺ ἄφησα μπορῶ ν’ ἀγαπήσω, ποὺ πάνω της ἔμμειναν οἱ στάλες ἀπ’ τὸ αἷμα μου, ὅταν, σὰν ἀχάριστος γιός, ἔβαλα τέλος στὴ ζωή μου μὲ μία πιστολιὰ πάνω στὴν καρδιά μου.

 Μὰ ποτέ, ὄχι, ποτὲ δὲν ἔπαψα νὰ τὴν ἀγαπῶ αὐτὴ τὴ γής, ἀκόμα καὶ κείνη, τὴ νύχτα ποὺ τὴν ἀποχαιρέτησα. Νὰ ὑπάρχει τάχα ὁ πόνος πάνω σ’ αὐτὴ τὴν καινούργια γής;

 Ἐκεῖ – πέρα, στὴ γής μας, μόνο μὲ πόνο μποροῦμε, ν’ ἀγαπήσουμε, καὶ μόνο μεσ’ ἂπ’ τὸν πόνο. Δὲν ξέρουμε ν’ ἀγαποῦμε διαφορετικά, κι’ οὔτε ξέρουμε ἄλλη ἀγάπη.

 Ζητῶ τὸν πόνο γιὰ νὰ μπορέσω ν’ ἀγαπήσω, ποθῶ, διψῶ ν’ ἀγκαλιάσω κλαίγοντας αὐτὴ τὴ μοναδικὴ γὴς ποὺ παράτησα, καὶ δὲ θέλω νὰ ζήσω, ἀρνιέμαι νὰ ζήσω σ’ ὁποιανδήποτε ἄλλη! …

 

Μὰ κιόλας, ὁ σύντροφός μου μ’ εἶχε παρατήσει.

 

Ξαφνικά, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, βρέθηκα σ’ αὐτὴ τὴν ἄλλη γῆ, μέσα στὸ ἐκθαμβωτικὸ φῶς μίας ἡλιόλουστης μέρας, ὄμορφης σὰν τὸν παράδεισο. Μοῦ φαινότανε σὰ νὰ βρισκόμουν σ’ ἕνα ἀπὸ κεῖνα τὰ νησάκια τοῦ ἑλληνικοῦ ἀρχιπελάγους τῆς γής μας ἢ κάπου ἀλλοῦ στὰ ἐρείπια μίας ἠπείρου, κοντὰ στὸ ἀρχιπέλαγος.

Σ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη, ὅλα εἴτανε ἀκριβῶς ὅπως καὶ σέ μας, κι’ ὅμως ὅλα ἀκτινοβολοῦσαν μὲ μία σοβαρὴ κι’ ἐπίσημη χαρά, ποῦ ἔφτανε ὡς τὸ ὑπέροχο. Μία σμαραγδένια θάλασσα ἔσκαζε ἁπαλὰ στὴν ἀκρογιαλιά, χαϊδεύοντας τὴν μὲ φανερή, σαρκικὴ καὶ σχεδὸν συνειδητὴ ἀγάπη. Δέντρα μὲ θαυμαστὰ κλωνάρια ὀρθώνονταν μ’ ὅλο τὸν ὀργιώδη χυμό τους, καὶ τ’ ἀναρίθμητα φυλλαράκια τους, κι’ εἶμαι βέβαιος πὼς μὲ χαιρετούσανε μὲ τὸ γλυκὸ τοὺς θρόισμα καὶ μοιάζανε σὰ νὰ ψιθυρίζανε ἐρωτόλογα.

 Τὸ λιβάδι ἀστραφτοκοποῦσε μὲ τὴ φλογερὴ καὶ χυμώδη ἄνθησή του. Τὰ πουλιὰ σκίζανε σμήνη – σμήνη τὸν ἀέρα, κι’ ἔρχονταν ἄφοβα ν’ ἀκουμπήσουνε στοὺς ὤμους καὶ στὰ χέρια μου μὲ χαρούμενα φτεροκοπήματα. Ὕστερα, εἶδα ἐπιτέλους καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς τῆς μακάριας γής.

 Ἤρθανε μόνοι τους κοντά μου, μὲ περιτριγύρισαν καὶ μὲ φιλοῦσαν. Παιδιὰ τοῦ ἥλιου, παιδιὰ τοῦ ἥλιου τοὺς – ὤ! τί ὡραῖοι ποὺ ἦταν! Ποτὲς στὴ γής μας δὲν εἶχα δεῖ τόση, ὀμορφιὰ στὸν ἄνθρωπο! Μόνο στὰ παιδιά μας, καὶ μάλιστα στὰ πρῶτα παιδικά τους χρόνια, μποροῦσες νὰ διακρίνεις κάτι σὰ μία μακρινὴ ἀνταύγεια, μὰ πολὺ ἐξασθενημένη, αὐτῆς τῆς ὀμορφιᾶς.

Τὰ μάτια αὐτῶν τῶν μακάρων λάμπανε ὁλοκάθαρα. Τὰ πρόσωπα τοὺς ἀκτινοβολοῦσαν τὴ σοφία καὶ τὴ συνείδηση, μία συνείδηση ποὺ εἶχε φτάσει στὴν ὑπέρτατη, γαλήνη, ὅμως, αὐτὰ τὰ πρόσωπα μένανε χαρούμενα καὶ μία παιδιάστικη χαρὰ ἀντηχοῦσε μέσα στὰ λόγια καὶ στὴ φωνὴ αὐτῶν τῶν ὄντων!

 

Ὤ! τὰ εἶχα καταλάβει ὅλα, ὅλα ἀπὸ τὴν πρώτη ματιά!

 Ἐδῶ ἦταν ἡ γής, προτοῦ τὴν μολύνει τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Οἱ κάτοικοί της, μία καὶ δὲν ξέρανε τὸ κακό, ζούσανε στὸν ἴδιο ἐκεῖνο παράδεισο ὅπου, σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις τῆς ἀνθρωπότητας, εἴχανε ζήσει κι’ οἱ ἔνοχοι προπάτορές μας, μὲ μόνη τὴ διαφορὰ πὼς ἐδῶ ἡ γὴς εἴτανε παντοῦ ἕνας καὶ ὁ αὐτὸς παράδεισος.

 Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ χαρούμενο χαμόγελο μὲ περιτριγυρίζανε καὶ μοῦ χάριζαν ἄφθονα χάδια.

 Μὲ πήγανε στὰ σπίτια τους καὶ ὅλοι τους θέλανε νὰ μὲ ξεκουράσουν. Δὲ μοῦ ’καναν ἐρωτήσεις, φαίνονταν πὼς τὰ ξέρανε ὅλα, καὶ μόνο ἕνα πράγμα θέλανε, νὰ διώξουνε τὸ γρηγορότερο αὐτὴ τὴν ὀδύνη ποὺ εἴτανε χαραγμένη πάνω στὰ χαρακτηριστικά μου….

Καὶ μία μέρα τοὺς εἶπα πὼς ἀπὸ πολὺν καιρὸ εἶχα προαισθανθεῖ τὴν εὐτυχία τους, πὼς καὶ στὴ Γῆ ἀκόμα τὴν ἀναπολοῦσα μὲ τόση λύπη, ὥστε μου προξενοῦσε καμιὰ φορᾶ ἕναν ἀνυπόφορο πόνο, ποὺ συχνὰ τότε δὲν μποροῦσα νὰ κοιτάξω τὸν ἥλιο χωρὶς νὰ κλαίω, πὼς τὸ μίσος μου γιὰ τοὺς ὁμοίους μου ἦταν ἀνακατωμένο μὲ θλίψη καὶ πῶς σκεφτόμουν: γιατί δὲν μπορῶ νὰ τοὺς μισῶ χωρὶς νὰ τοὺς ἀγαπῶ; Γιατί τόση θλίψη μέσα σὲ τόση ἀγάπη;

 Γιατί τόση ἀγάπη μέσα σὲ τόσο μίσος;

…………………………………………………

Λοιπόν! πάνω σ’ αὐτὸ ξύπνησα καὶ παρακάλεσα τὴν Αἰώνια Ἀλήθεια γιὰ τὸ μήνυμα τῆς Ζωῆς

Ξημέρωνε, ἦταν πάνω κάτω ἔξι ἡ ὥρα. Ξαναβρέθηκα στὴν πολυθρόνα μου. Τὸ σπαρματσέτο μου εἶχε σβήσει.

 Ὅλοι κοιμόντουσαν, μ’ ἔζωνε ἡ σιωπή. Ἡ πρώτη μου κίνηση ἦταν νὰ σηκωθῶ γρήγορα, νιώθοντας βαθιὰ ἔκπληξη. Ποτὲ δὲ μοῦ εἶχε συμβεῖ κάτι τὸ παρόμοιο.

 Ποτὲ μάλιστα δὲν εἶχα ἀποκοιμηθεῖ στὴν πολυθρόνα μου. Ἄξαφνα παρατήρησα τὸ περίστροφο, ἕτοιμο, γεμάτο: μὰ στὴ στιγμὴ τὸ πέταξα μακριά μου.

 Ὤ! τώρα! Ζωή! Ζωή! Σήκωσα ψηλὰ τὰ χέρια καὶ παρακάλεσα τὴν Αἰώνια Ἀλήθεια… δηλαδή, ὄχι δὲν παρακάλεσα τίποτα, ἄρχισα νὰ κλαίω. Μία ἄπειρη παραφορὰ ἀναστάτωνε ὅλο τὸ εἶναι μου.

 Ναί, Ζωή! γιὰ νὰ μπορέσω νὰ κηρύξω! Θὰ πάω! Θὰ πάω νὰ κηρύξω τὴν ἀλήθεια! Γιατί τὴν εἶδα μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ μάτια, σὲ ὅλη της δόξα!…

 

Γιατί εἶδα τὴν ἀλήθεια καὶ ξέρω πὼς οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ γίνουν ὡραῖοι κι εὐτυχισμένοι χωρὶς νὰ χάσουν τὴ δύναμη γιὰ ζήσουν πάνω στὴ Γῆ.

 Δὲ θέλω καὶ δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω πὼς ἡ διαφθορὰ εἶναι νόμος φυσικὸς στοὺς ἀνθρώπους. Μποροῦν νὰ γελάσουν μὲ τὴν πίστη μου, μὰ τὴ φυλάγω: εἶδα τὴν ἀλήθεια! δὲν τὴ φαντάστηκα, τὴν εἶδα, τὴν εἶδα! Τὴν εἶδα τόσο καθαρὰ ποὺ δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν γνωρίσουν.

 Πῶς, ἀπὸ τότε ποῦ τὴν εἶδα μποροῦσα νὰ κάνω ἀνεπανόρθωτα σφάλματα; Δὲ μπορῶ νὰ γελαστῶ. Ἴσως μάλιστα θὰ εἶμαι στὴν ἀρχὴ ὑποχρεωμένος νὰ δανείζομαι τὰ λόγιά μου, ὄχι ὅμως γιὰ πολὺ καιρό! Ἡ ζωντανὴ εἰκόνα θὰ ὀρθώνεται πάντα μπροστά μου καὶ θὰ μὲ ὁδηγεῖ.

 Ἔχω τὴ δύναμη καὶ θὰ μιλήσω καὶ θὰ ζήσω καὶ θὰ ζήσω χίλια χρόνια!….

 

Ὄνειρο, παράκρουση, παραλήρημα: Μπά! τί εἶναι ἕνα ὄνειρο; Καὶ μήπως εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἕνα ὄνειρο ἡ ζωή μας;

Νὰ χτίσουμε, λοιπόν, αὐτὸ τὸν Παράδεισο τῆς Ζωῆς στὴ Γῆ!

Εἶναι τόσο ἁπλό… Σὲ μία μέρα, σὲ μία ὥρα, ὅλα μποροῦν νὰ συμβοῦν: ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, ἰδοὺ τὸ πᾶν.

Μία παλιὰ ἀλήθεια, μὰ ὄχι καὶ τόσο, μερικῶν αἰώνων μονάχα.

Τὸ κακὸ ἔγκειται σ’ αὐτό:

 «Ἡ συνείδηση τῆς ζωῆς ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ ἡ συνείδηση τῶν νόμων τῆς εὐτυχίας ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν εὐτυχία»

 νὰ τί πρέπει νὰ χτυπήσουμε Καὶ θὰ τὸ χτυπήσω πρῶτος ἐγώ!

Ὤ! ἂν ὅλος ὁ κόσμος ἤθελε νὰ θέλει, ὅλα θὰ εἴχανε γίνει κιόλας!

 

 

 

 

J. S. Bach – Suite in D minor BWV 812 (2/2) – G. Gould, Piano

Ιανουαρίου 28, 2014

Στην Ι.Μ.Ιβήρων

Ιανουαρίου 28, 2014

DSC_0110

Κατεπείγον (Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου)

Ιανουαρίου 28, 2014

1)

ΘΛΙΨΗ

Φλύαρη βροχὴ
γέμισε ὑγρὴ φωνὴ
τὶς σιωπές σου.

2)

ΔΙΑ ΒΙΟΥ

Ἐπιείκεια
δὲν ἔδειξε ὁ χρόνος
στὴ συνείδηση.

3)

ΛΗΨΗΣ ΕΛΕΙΨΗ

Κακὴ ἡ λήψη
τῆς ἀγάπης κι ἔμεινα
χωρὶς εἰκόνα.

(Κατεπεῖγον- Ἑλένη Ἀρτεμίου-Φωτιάδου –Μανδραγόρας)

Lewis Hine Wickes (1874 -1940) Αμερικανός κοινωνιολόγος- φωτογράφος

Ιανουαρίου 28, 2014

Lewis Hine 08