Ἡ Ἀνὰληψις τοῦ Χριστοῦ

Μαΐου 17, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για αναληψη του κυριου

Ἐκ δεξιᾶς κάθισας πατρικῆς Λόγε,
Μύσταις παρασχὼν πίστιν ἀσφαλεστέραν.
«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον».Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Ανα

στάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.

Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Έλαιών όπου συνήθως προσηύχετο. «Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24,50)

και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ’ αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.

Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).

Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής. Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».

Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας.

Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» (Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.

Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).

Ευαγγελική περικοπή (Λουκά 24: 36-53)

«36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν.

37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν.
38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;
39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα.
40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας.
41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε;
42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου,
43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν.
44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.
45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς,
46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ,
47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.
48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων.
49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους.
50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς.
51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν.

52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».

Αποστολικόν Ανάγνωσμα (Πραξ. 1: 1-12)

«1 Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν

2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη·
3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου·
5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας.
6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;
7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ,
8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.
9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.
10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ,
11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ’ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν.

12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν.».

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

«Βλέπετε αυτή τη κοινή για μας εορτή και ευφροσύνη, την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εχάρισε με την ανάσταση και ανάληψή του στους πιστούς; Επήγασε από θλίψη.

Βλέπετε αυτή τη ζωή, μάλλον δε την αθανασία; Επιφάνηκε σε μας από θάνατο.

Βλέπετε το ουράνιο ύψος, στο οποίο ανέβηκε κατά την ανύψωσή του ο Κύριος και την υπερδεδοξασμένη δόξα που δοξάσθηκε κατά σάρκα; Το πέτυχε με τη ταπείνωση και την αδοξία. Όπως λέγει ο απόστολος γι’ αυτόν, «εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, γι’ αυτό κι’ ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνατο επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και να διακηρύξει κάθε γλώσσα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος σε δόξα Θεού Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Εάν λοιπόν ο Θεός υπερύψωσε το Χριστό του για το λόγο ότι ταπεινώθηκε, ότι ατιμάσθηκε, ότι πειράσθηκε, ότι υπέμεινε επονείδιστο σταυρό και θάνατο για χάρη μας, πως θα σώσει και θα δοξάσει και θα ανυψώσει εμάς, αν δεν επιλέξωμε τη ταπείνωση, αν δεν δείξουμε τη προς τους ομοφύλους αγάπη, αν δεν ανακτήσωμε τις ψυχές μας δια της υπομονής των πειρασμών, αν δεν ακολουθούμε δια της στενής πύλης και οδού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, τον σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αυτήν; «διότι, και ο Χριστός έπαθε για μας, αφήνοντάς μας υπογραμμό (παράδειγμα), για να παρακολουθήσουμε τα ίχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).

Η ενυπόστατος Σοφία του υψίστου Πατρός, ο προαιώνιος Λόγος, που από φιλανθρωπία ενώθηκε μ’ εμάς και μας συναναστράφηκε, ανέδειξε τώρα εμπράκτως μια εορτή πολύ ανώτερη και από αυτή την υπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τη διάβαση, της σ’ αυτόν ευρισκομένης φύσεώς μας, όχι από τα υπόγεια προς την επιφάνεια της γης, αλλά από τη γη προς τον ουρανό του ουρανού και προς τον πέρα από αυτόν θρόνο του δεσπότη των πάντων.

Σήμερα ο Κύριος όχι μόνο στάθηκε, όπως μετά την ανάσταση, στο μέσο των μαθητών του, αλλά και αποχωρίσθηκε από αυτούς και, ενώ τον έβλεπαν, αναλήφθηκε στον ουρανό και εισήλθε στ’ αληθινά άγια των αγίων «και εκάθησε στα δεξιά του Πατρός πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και από κάθε όνομα και αξίωμα, που γνωρίζεται και ονομάζεται είτε στον παρόντα είτε στον μέλλοντα αιώνα».(Εφ. 1:20)

Γιατί λοιπόν στάθηκε στο μέσο τους κι’ έπειτα τους συνόδευσε; «Τους εξήγαγε, λέγει, έξω έως τη Βηθανία», αλλά «και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24:50). Το έκαμε για να επιδείξει τον εαυτό του ολόκληρο σώο και αβλαβή, για να παρουσιάσει τα πόδια υγιή και βαδίζοντα σταθερά, αυτά που υπέστησαν τα τρυπήματα των καρφιών, τα ομοίως επί του σταυρού καρφωμένα χέρια, την ίδια τη λογχισμένη πλευρά, αν έφεραν πάνω τους, τους τύπους των πληγών, προς διαπίστωση του σωτηριώδους πάθους.

Εγώ δε νομίζω ότι δια του «στάθηκε στο μέσο των μαθητών» δεικνύεται και το ότι αυτοί στηρίχθηκαν στη πίστη προς αυτόν, με αυτή τη φανέρωση και ευλογία του. Γιατί δεν στάθηκε μόνο στο μέσο όλων αυτών, αλλά και στο μέσο της καρδιάς του καθενός, γιατί από εκείνη την ώρα οι απόστολοι του Κυρίου έγιναν σταθεροί και αμετακίνητοι.

Στάθηκε λοιπόν στο μέσο τους και τους λέγει, «ειρήνη σε σας», τούτη τη γλυκιά και σημαντική και συνηθισμένη του προσφώνηση. Την διπλή ειρήνη, προς το Θεό που είναι γέννημα της ευσέβειας και αυτή που έχουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας. Και καθώς τους είδε φοβισμένους και ταραγμένους από την ανέλπιστη και παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ότι βλέπουν πνεύμα – φάντασμα, αυτός τους ανέφερε πάλι τους διαλογισμούς της καρδιάς των, και αφού έδειξε ότι είναι αυτός ο ίδιος, πρότεινε τη διαβεβαίωση δια της εξετάσεως και ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, όχι γιατί είχε ανάγκη τροφής, αλλά για επιβεβαίωση της αναστάσεώς του.

Έφαγε δε μέρος ψητού ψαριού και μέλι από κηρύθρα, που είναι και αυτά σύμβολα του μυστηρίου του. Δηλαδή ο Λόγος του Θεού ένωσε στον εαυτό του καθ’ υπόσταση τη φύση μας, που σαν ιχθύς κολυμπούσε στην υγρότητα του ηδονικού και εμπαθούς βίου, και την καθάρισε με το απρόσιτο πυρ της Θεότητός του. Με κηρύθρα δε μελισσιού μοιάζει η φύση μας γιατί κατέχει το λογικό θησαυρό τοποθετημένο στο σώμα σαν μέλι στη κηρύθρα. Τρώγει από αυτά ευχαρίστως γιατί καθιστά φαγητό του τη σωτηρία του καθενός από τους μετέχοντας της φύσεως. Δεν τρώει ολόκληρο, αλλά μέρος «από κηρύθρα μέλι» επειδή δεν πίστευσαν όλοι και δεν το παίρνει μόνος του, αλλά προσφέρεται από τους μαθητές, γιατί του φέρνουν μόνο τους πιστεύοντες σ’ αυτόν, χωρίζοντάς τους από τους απίστους.

Κατόπιν τους υπενθύμισε τους λόγους του πριν το πάθος, που όλοι πραγματοποιήθηκαν. Τους υποσχέθηκε να τους στείλει το άγιο Πνεύμα, τους είπε να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να λάβουν δύναμη από ψηλά. Μετά τη συζήτηση ο Κύριος τους έβγαλε από το σπίτι και τους οδήγησε έως τη Βηθανία και αφού τους ευλόγησε, όπως αναφέραμε, αποχωρίσθηκε από αυτούς και ανυψώθηκε προς τον ουρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σαν όχημα και ανήλθε ενδόξως στους ουρανούς, στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός, καθιστώντας ομόθρονο το φύραμά μας.

Καθώς οι Απόστολοι δεν σταματούσαν να κοιτάζουν τον ουρανό, με τη φροντίδα των αγγέλων πληροφορούνται ότι έτσι θα έλθει πάλι από τον ουρανό και «θα τον ιδούν όλες οι φυλές της γης, να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». (Ματθ. 24: 30). Τότε οι μαθητές αφού προσκύνησαν από το Όρος των Ελαιών, από όπου αναλήφθηκε ο Κύριος, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ χαρούμενοι, αινώντας και ευλογώντας το Θεό και αναμένοντες την επιδημία του θείου Πνεύματος.

Όπως λοιπόν εκείνος έζησε και απεβίωσε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι’ εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι. Την ανάληψη όμως δεν θα πετύχουμε όλοι, αλλά μόνο εκείνοι για τους οποίους ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος, όσοι προ του θανάτου σταύρωσαν την αμαρτία δια της μετανοίας, μόνο αυτοί θα αναληφθούν μετά την κοινή ανάσταση σε νεφέλες προς συνάντηση του Κυρίου στον αέρα. (Α’ Θεσ. 4:17).

Ας έρθουμε στο υπερώο μας, στο νου μας προσευχόμενοι, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας για να πετύχουμε την επιδημία του Παρακλήτου και να προσκυνήσουμε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο».

Ἀναστὰσεως ἡμὲρα (Δανιηλαὶοι)

Μαΐου 16, 2018

Σύγχρονη φορητή εικόνα της Αναστάσεως

Μαΐου 16, 2018

Φεύγουν οι μάνες του Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 15, 2018

Φεύγουν οι μάνες από εμάς
Φεύγουν σιγά, ακροπατώντας,
Μα εμείς κοιμόμαστε ήρεμα,

σαν είμαστε χορτάτοι,
Δίχως στην τρομερή τούτη στιγμή

να δίνουμε σημασία.
Φεύγουν οι μάνες από εμάς,

μα όχι αμέσως,
Μόνο εμείς νομίζουμε

πως φεύγουν ξαφνικά.
Φεύγουν αργά, τρομακτικά,
Με βήματα μικρά

στου χρόνου τα σκαλοπάτια,
Απομακρύνονται αυτές,

απομακρύνονται συνέχεια.
Αυτές ζητάμε όταν ξυπνάμε ξαφνικά,
Τα χέρια όμως πιάνουν τον αέρα,
Γυάλινος τοίχος είναι ανάμεσά τους!
Αργήσαμε!

Ήρθε η τρομερή η ώρα.
Κοιτάζουμε διαρκώς

με μάτια βουρκωμένα
Τις ήρεμες και σκυθρωπές παρέες,
Είναι οι μάνες μας

που φεύγουν από εμάς…

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Στὸ λιμὰνι

Μαΐου 15, 2018

_7233678.JPG

ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ του Τόλη Νικηφόρου (άπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 14, 2018

 

Από λέξη σε λέξη
από εικόνα σε εικόνα
στα τραύματά μου επάνω
ακροβατώντας

ως κάτι μακρινό και ανέγγιχτο
στα τρίσβαθα της μνήμης

ο νους μου έχει μάθει από παλιά
με συνειρμούς και άλματα
ν’ αυτονομείται και να ταξιδεύει
αιφνίδια ν’ ακολουθεί
δικές του μυστικές διαδρομές

σε κάθε επικίνδυνη στροφή
αναζητώντας
σε κάθε σκοτεινή παγίδα ή βάραθρο
παρήγορο
λυτρωτικό
ένα πρώτο φως

Ἡ καρδιὰ τῆς Μὰννας (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 14, 2018

Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ

Μαΐου 13, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη του τυφλου

(Ιωάν. 9,1-38)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, παράγων ὁ Ἰησοῦς

1. εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς.

2. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;

3. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.

4. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι.

5. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.

6. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ

7. καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

8. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν;

9. ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.

10. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί;

11. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.

12. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.

13. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν.

14. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.

16. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.

17. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.

18. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος

19. καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;

20. ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη·

21. πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.

22. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται.

23. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε.

24. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν.

25. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.

26. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς;

27. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;

28. ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.

29. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.

30. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς.

31. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει.

32. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.

33. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.

34. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.

35. Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;

36. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;

37. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.

38. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

 

 

Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Μαΐου 13, 2018
 Σχετική εικόνα

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 

Ἀκούσαμε σήμερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκ γενετοῦς τυφλοῦ. Δὲν ἔχουμε ἐμπειρία τὶ εἶναι ἡ ἐκ γενετῆς τύφλωση, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πῶς ἦταν αὐτὸς ὁ ἄνδρας ποὺ ἦταν κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, πῶς ὁ κόσμος γύρω του ἦταν γι’αὐτὸν ὅπως ἕνας ἦχος μακρυνὸς, κάτι ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ φανταστεῖ, νὰ ἔχει εἰκόνα. Ἦταν φυλακισμένος μέσα στὸ ἴδιο του τὸ σῶμα. Μποροῦσε νὰ ζήσει μὲ φανταστικὲς εἰκόνες, νὰ ἐπινοήσει ἕναν κόσμο, μποροῦσε μὲ τὴν ἀφὴ καὶ τὴν ἀκοὴ νὰ προσεγγίσει ὅ,τι ὑπῆρχε πραγματικὰ γύρω του· ἀλλὰ ἡ συνολικὴ πραγματικότητα τοῦ ἦταν ἀπρόσιτη . Δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ τὴ γέννηση μας, ἀλλὰ πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας! Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι εἶναι τόσο ἀνοιχτὸς ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ δεῖ ὅλο τὸν κόσμο στὴν εὐρύτητα του; Συναντοῦμε ἀνθρώπους, καὶ τοὺς βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας, ἀλλὰ σπάνια συμβαίνει νὰ βλέπουμε πέρα ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σχήματα, τὰ χαρακτηριστικὰ, τὰ ροῦχα– πόσο συχνὰ μᾶς συμβαίνει νὰ κοιτάζουμε στὰ μάτια ἕνα πρόσωπο καὶ νὰ τὸ καταλαβαίνουμε; Γύρω μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι καὶ κάθε πρόσωπο εἶναι μοναδικὸ γιὰ τὸν Θεὸ, ἀλλὰ γιὰ ἐμᾶς εἶναι; Δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι γύρω μας ἁπλὰ ἄνθρωποι μὲ ὀνόματα, ἐπίθετα, ποὺ ἀναγνωρίζουμε ἀπο τὴν ἐμφάνιση, ἀλλὰ ποὺ στὴν οὐσία δὲν τοὺς γνωρίζουμε;

Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάσταση μας: εἴμαστε τυφλοί, κουφοί, ἀναίσθητοι στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, κι ὅμως, ἔχουμε κληθεῖ νὰ ἐρμηνεύουμε . Ὅταν συναντᾶμε ἕνα πρόσωπο, θὰ πρέπει νὰ τὸ προσεγγίζουμε ὅπως ἕνα μυστήριο, ὅπως συμβαίνει μὲ κάτι ποὺ μποροῦμε ν’ἀνακαλύψουμε μόνο μὲσα ἀπὸ μιὰ βαθιὰ σχέση, ἴσως μὲ τό λόγο, ἴσως μὲ τὴ σιωπή· μιὰ σχέση τόσο οὐσιαστικὴ, ὥστε νὰ γνωρίσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὄχι ὅπως μᾶς γνωρίζει ὁ Θεὸς, ἀλλὰ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ποὺ καταυγάζει τὰ πάντα καὶ τὸν καθένα μας χωριστά.

Καὶ ἀκόμα, μποροῦμε, ὁ καθένας μὲ τὴ δύναμη, καὶ τὰ χαρίσματα του, νὰ κάνουμε ὅ,τι καὶ ὁ Χριστὸς ποὺ ἄνοιξε τὰ μάτια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Τὶ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ Σαρκωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶδε δηλαδὴ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅταν τὰ μάτια του συνάντησαν τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ, συνάντησαν τὴν θεϊκὴ τρυφερότητα, τὴ συμπόνια, τὸ βαθὺ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν κατανόηση. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ μποροῦσαν τόσοι πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ βλέπουν, ἄν καθὼς μᾶς συναντοῦσαν, ἔβλεπαν στὰ μάτια, στὸ πρόσωπο μας τὴν λάμψη τῆς εἰλικρινοῦς, νηφάλιας ἀγάπης, μιᾶς ἀγάπης ὄχι συναισθηματικῆς, ἀλλὰ ὁρατῆς, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοῦν καὶ νὰ νοιώσουν. Καὶ πόσο πολὺ θὰ εἴμασταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας ἀποκάλυψη κάθε μηνύματος ποὺ αὐτὸς ὁ κόσμος ἐκφράζει μέσα ἀπὸ τὴν τέχνη, τὴν ὀμορφιά, τὴν ἐπιστήμη, μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ὀμορφιὰ προσλαμβάνεται καὶ διακηρύσσεται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.

Ἀλλὰ τὸ κάνουμε; Μεριμνᾶμε γιὰ νὰ εἴμαστε φορεῖς τοῦ βάθους τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τοῦ νοήματος τῶν πραγμάτων γιὰ κάθε πρόσωπο ποὺ συναντᾶμε; Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ περισσότερο νὰ παίρνουμε ἀπὸ τὸ νὰ δίνουμε; Κι ὅμως, ὁ Ἅγιος Παῦλος, ποὺ γνώριζε τὶ σημαίνει παίρνω καὶ δίνω, εἶπε: « Εἶναι πιὸ εὐλογημένο νὰ δίνεις παρὰ νὰ παίρνεις». Κι ὅμως πόσες πολλὲς δωρεὲς εἶχε δεχτεῖ; Εἶχε ἐμπειρία τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ, εἶχε δεχτεῖ τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς γνώσης, καὶ τῆς ἐμπειρίας τῆς Π.Διαθήκης καὶ τότε ὁ Χριστὸς τοῦ ἀποκαλύφθηκε: καὶ τὶ δὲν δέχτηκε! Κι ὅμως, εὐφραινόταν περισσότερο νὰ δίνει ἀπὸ τὸ νὰ παίρνει, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ κατέχει ὅλο τὸν πλοῦτο ποὺ ἦρθε στὸ δρόμο τῆς ζωῆς του· ἤθελε νὰ τὸν μοιραστεῖ, νὰ τὸν προσφέρει, νὰ φωτίσει καὶ νὰ πυρπολήσει ἄλλες ζωὲς πέρα ἀπὸ τὴ δική του.

Ἄς σκεφτοῦμε πόσο πλούσιοι, πόσο πλούσια εἴμαστε προικισμένοι, πόσα πολλὰ μᾶς δόθηκαν νὰ βλέπουμε καὶ ν’ ἀκοῦμε καὶ ἄς συνειδητοποιήσουμε ταυτόχρονα πόσο τραγικὰ εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας, ἐκτὸς ἄν σπάσουμε αὐτὸν τὸν τοῖχο γιὰ νὰ προσφέρουμε, τὸ ἴδιο γενναιόδωρα, τὸ ἴδιο πλούσια, τὸ ἴδιο ἄφθονα τὶς δωρεὲς καθὼς μᾶς ἔχουν προσφερθεῖ. Καὶ τότε πραγματικὰ, ἡ χαρά μας θὰ ἔχει ὁλοκληρωθεῖ σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ κανένας καὶ τίποτα δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ μᾶς τὴν ἀφαιρέσει. Ἀμὴν.

Απόδοση στὴν νεοελληνική: http://www.agiazoni.gr

Πρωτότυπο κείμενο
 

Man Blind from Birth

In the Name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

We heard today the story of the man born blind. We do not know from experience what physical blindness is, but we can imagine how this man was walled in himself, how all the world around him existed only as a distant sound, something he could not picture, imagine. He was a prisoner within his own body. He could live by imaginations, he could invent a world around himself, he could by touch and by hearing approximate what really was around him; but the total, full reality could only escape him.

We are not physically blind, but how many of us are locked in themselves! Who of us can say that he is so open that he can perceive all the world in its width, but also in its depth? We meet people, and we see them with our eyes; but seldom it happens that beyond the outer shape, features, clothes, – how often does it happen that we see something of the depth of the person? How seldom it is that we look into a person’s eyes and go deep in understanding! We are surrounded by people and every person is unique to God, but are people unique to us? Are not people that surround us just ‘people’, who have names, surnames, nicknames, whom we can recognise by their outer looks but whom we do not know at any depth?

This is our condition: we are blind, we are deaf, we are insensitive to the outer world, and yet, we are called to read meanings. When we meet a person, we should approach this person as a mystery, that is as something which we can discover only by a deep communion, by entering into a relationship, perhaps silent, perhaps in words, but so deep that we can know one another not quite as God knows us, but in the light of God that enlightens all and each of us.

And more than this: we can do, each within his own power, within his own gifts, what Christ did: He opened the eyes of this man. What did this man see? The first thing he saw was the face of the Incarnate Son of God, in other words, he saw love incarnate. When his eyes met the eyes of Christ, he met God’s compassion, God’s tenderness, God’s earnest concern and understanding. In the same way could so many people begin to see, if by meeting us they meet people in whose eyes, on whose face they could see the shining of earnest, sober love, of a love that is not sentimental but is seeing, a love that can see and understand. And then, how much could we be to people around us a revelation of all the meanings that this world holds and contains through art, through beauty, through science, through all the means by which beauty is perceived and proclaimed among human beings.

But are we doing this? Is our concern to convey the width, and the depth, the beauty and the meaning of things to every person whom we meet? Are we not rather concerned with receiving than with giving? And yet, Saint Paul who knew what it meant to receive and to give, said, ‘It is a more blessed thing to give than to receive’. And yet how much had he received! He had received the knowledge of God in his own experience; he had received teaching, and knowledge, and experience within the Old Testament, and then Christ revealed Himself to him: what did he not receive! And yet, he exulted more in giving than in receiving, because he did not want to be the owner of all the richness that had come his way; he wanted to share it, to give it, to set aglow and afire other lives than his own.

Let us reflect on how rich, how richly endowed we are, how much it was given us to see, and to hear. And let us realise at the same time how tragically walled we are within ourselves unless we break this wall in order to give, as generously, as richly, as abundantly as we were given. And then indeed, our joy will be fulfilled according to Christ’s promise. And no one, nothing will ever be able to take it away from us. Amen!

Ἡ πεὶνα τῆς ὓπαρξης (Σ.Α.Γεωργὶου)

Μαΐου 12, 2018

1)

Μὲσα σὲ τὸσα

λὰφυρα-μὰ ,νιὼθουμε

κρὺα τὴν ψυχὴ.

2)

Κλεψὺδρα ἀργὴ᾽

ἡ ἃμμος που μετρὰει

τὴν ἀντοχὴ μας.

3)

Ἀπ᾽τὴν ὀδὺνη

στοχασμὸς καὸ ὀδὺνη

ἀπ᾽τὸν στοχασμὸ.

 

(Σ.Α.Γεωργὶου-Η ΠΕΙΝΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ-Μανρδαγὸρας)