Archive for the ‘Art’ Category

Μὰνος Χατζιδὰκις-μιὰ συνὲντευξη-

Ιουνίου 16, 2017
 Αποτέλεσμα εικόνας για μ.χατζιδάκις
Μια ανέκδοτη συνέντευξη
Ηταν το 1983. Τον είχα βρει τότε στο καμαρίνι του στην μπουάτ «Σείριος» ­ μόλις είχε τελειώσει η παράστασή του με τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» ­ κατάκοπο, ιδρωμένο και οξύθυμο. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, επιστρέφω, ξανασκέφτομαι έντονα εκείνη τη συνέντευξη. Ως 19χρονος τότε φοιτητής-«δημοσιογράφος» νόμισα ότι η αρνητική και ενίοτε επιθετική στάση του Μάνου Χατζιδάκι αποτελούσε δημοσιογραφική αποτυχία, ότι ο αναγνώστης θα εισέπραττε την ίδια ψυχρολουσία με εμένα. Εχοντας ήδη κάνει συνεντεύξεις με τους Ρουμπινστάιν, Παβαρότι και Καμπαγέ για… σχολική εφημερίδα, ήμουν βέβαιος ότι μετά τη μονομαχία ­ όπως το εξέλαβα τότε ­ με τον Χατζιδάκι είχα υποστεί σαρωτική ήττα. Οσο αυθόρμητη και άμεση ήταν η έλξη της μουσικής του τόσο ζύγιασμα και σκέψη χρειαζόταν για να εκτιμήσει κανείς τις κάποτε απόλυτες, εριστικές και φαινομενικά αλαζονικές απόψεις του. Οι επιθέσεις του με άφησαν άναυδο. Το ότι δεν θα γινόταν μουσικός αν γεννιόταν δυνατός και πλούσιος με κατέπληξε. Αλλά εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει η απογοήτευση και η πικρία του εναντίον ενός μουσικού κατεστημένου όπου κυριάρχησε καθώς και η ταυτόχρονη πεποίθησή του ότι ένας νέος συνθέτης έχει πάμπολλα να διδαχθεί από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Ισως λόγω ανταγωνισμού ή προσωπικής ανασφάλειας ο Χατζιδάκις ήταν κάθε άλλο παρά γενναιόδωρος με τον έπαινο για τους συγχρόνους του. Ο κουρασμένος συνθέτης κάθησε με τον 19χρονο φοιτητή και του μίλησε. Σήμερα τον ευγνωμονώ. ­ Ποια ήταν η πρώτη επαγγελματική επαφή σας με τη μουσική και στα νεανικά χρόνια σας ποια μουσική σάς επηρέασε περισσότερο;«»Επαγγελματικά», δεν μ’ αρέσει αυτή η λέξη. Επαγγελματίας είναι κανείς από την πρώτη στιγμή που ασχολείται σοβαρά με αυτό που τον απασχόλησε. Αλλο το επάγγελμα από όπου κερδίζουμε χρήματα. Αυτό στη μουσική γίνεται εκ των υστέρων, αν θα γίνει ­ που μπορεί και να μη γίνει».­ Ισως καλύτερα να λέγαμε σοβαρή επαφή.«Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να γράφω μουσική, σε ηλικία 20 ετών, ήταν σοβαρή η επαφή μου. Με επηρέασαν όλοι οι συνθέτες του καιρού μου και άκουγα με πάθος σύγχρονη μουσική. Τώρα πια είναι πολύ μακριά. Ο Προκόφιεφ και ο Μπάρτοκ με είχαν γοητεύσει το 1945-46, όταν ήμουν 20 ετών. Μετά ο Μπεργκ, o Μάλερ… Αλλά να σας πω ότι με επηρέασαν δεν μπορώ. Αλλη ήταν η καταγωγή μου και άλλη ήταν η μουσική που μου άρεσε να ακούω».

­ Υπήρχε μια αντίθεση εκεί, δηλαδή;

«Δεν υπήρχε αντίθεση, υπήρχε μια ταυτότητα αλλά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί αμέσως στη μουσική που έκανα. Ηθελε πολύ γερή παρατήρηση για να το δει κανείς».

­ Υπάρχει κάτι σχετικό μεταξύ της λαϊκής μουσικής της εποχής εκείνης και…

«Η λαϊκή μουσική της εποχής εκείνης ανακαλύφθηκε από εμένα τον ίδιο. Δεν υπήρχε. Στην εποχή μου τα τραγουδάκια που τραγούδαγε όλος ο κόσμος ήταν ηλίθια και εξακολουθούν να είναι ηλίθια φυσικά. Πάντα είναι ηλίθιο ένα κατασκεύασμα που προσαρμόζεται στις φωνητικές δυνατότητές μας. Το λαϊκό τραγούδι πρέπει να μας εκφράζει… Λοιπόν τα τραγουδάκια που τραγουδάει ο κόσμος είναι βιομηχανικά κατασκευάσματα ­ γίνονται πάντα. Μερικές φορές είναι πολύ καλά αλλά τις περισσότερες φορές είναι ηλίθια ­ αρκεί να είναι στις δυνατότητες τις τραγουδιστικές μας, τις φωνητικές μας, για να μπορούν να μας απασχολούν στις ιδιωτικές στιγμές μας, στις στιγμές εκτονώσεως, στις στιγμές διασκεδάσεως».

­ Δηλαδή, υπάρχει μια έλλειψη ποιότητας;

«Δεν με απασχολεί. Μπορεί να είναι και καλής ποιότητας τραγουδάκια αυτά. Αλλά δεν με απασχολεί, δεν με ενδιαφέρει η εκτόνωση του ακροατή ή η διασκέδασή του. Με ενδιαφέρει η αποκάλυψή του, η επικοινωνία του μαζί μου. Φυσικά δεν γίνεται με όλους τους ακροατές· χιλιάδες ακροατές δεν έχουν καμία διάθεση ούτε εγώ να τους πλησιάσω ούτε αυτοί να έχουν επικοινωνία μαζί μου. Αλλά υπάρχουν πάντα, όπως σε όλες τις εποχές, οι λιγότεροι, εκείνοι οι οποίοι εκπροσωπούσαν ­ είτε ως πομποί είτε ως δέκτες ­ τη λαϊκή ευαισθησία».

­ Διακρίνετε κάποια επιρροή στη μεταγενέστερη δουλειά σας από τα χρόνια εκείνα, αυτών των συνθετών;

«Οποτε μου χρειάζεται κάτι από αυτούς μου έχουν δώσει τα μαθήματά τους. Αλλά τα μαθήματα είναι σε πολλά επίπεδα. Τα μαθήματα για τους αφελείς είναι η άμεση επιρροή. Τα μαθήματα για τους σοβαρότερους είναι η επιβολή κριτηρίων γούστου και αισθητικής. Για τους ακόμη σοβαρότερους το μέγιστο μάθημα είναι να ξεχάσεις το μάθημα και την επιρροή και να αξιοποιήσεις τα στοιχεία σαν κάτι πολύ δικό σου. Ετσι, αν θέλεις καμιά φορά να αναφερθείς σε αυτούς, να αναφέρεσαι μουσικά σχεδόν σαν να τους κλέβεις. Ενας αφελής θα έλεγε ότι τους κλέβεις. Αυτό ίσως είναι το μέγιστο μάθημα».

­ Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε λίγο τα νεανικά χρόνια σας;

«Να σας εξηγήσω. Εγώ τα νεανικά χρόνια μου εξακολουθώ να τα ζω: είμαι νέος ακόμη. Λοιπόν, ως εκ τούτου, δεν μπορώ να αναμνησιολογήσω τα αληθινά νεανικά χρόνια μου διότι είμαι εν δράσει, διότι είμαι ανήσυχος και διότι εξακολουθώ να είμαι αναθεωρητής».

­ Εννοώ προτού ασχοληθείτε με τη μουσική.

«Είχα ανακατευθεί με τη μουσική από 15 ετών. Σπούδασα μουσική και ήμουν πιανίστας 20 ετών ­ είχα τελειώσει το Ωδείο 21 ετών. Λοιπόν ασχολήθηκα από πολύ μικρός με τη μουσική, από έξι ετών, όταν άρχισα τα μαθήματα πιάνου».

­ Ησασταν στην Ξάνθη τότε;

«Στην Ξάνθη και επτά ετών ήρθα στην Αθήνα».

­ Οι δυνατότητες που είχατε εκεί ήταν σχετικώς περιορισμένες;

«Οχι, για τα μαθήματα που μπορούσε να κάνει ένα παιδί έξι ετών ήταν πολύ καλές. Οταν χρειάστηκε να αποκτήσω περισσότερες δυνατότητες, ήρθα στην Αθήνα».

­ Στον πρόλογο του βιβλίου «Τα Σχόλια του Τρίτου» γράφει ότι είχατε επηρεαστεί πολύ από τον Ερωτόκριτο και τον Μακρυγιάννη.

«Αυτές είναι ποιητικές επιρροές και δεν αναλύονται. Ή τις συναισθάνεστε ή δεν τις συναισθάνεστε».

­ Μπορείτε να μας πείτε τότε ποια πρόσωπα ιστορικά, λογοτεχνικά ή άλλα σας έχουν επηρεάσει εκτός αυτών;

«Περισσότερο τα πρόσωπα που αγάπησα, με τα οποία είχα σχέση ερωτική. Αυτά με επηρέασαν. Διάφορα πρόσωπα ιδιωτικά. Αυτά με επηρέασαν πάρα πολύ. Οι λογοτέχνες μού είναι αφόρητοι. Κατά κανόνα είναι δευτέρας κατηγορίας πολίτες ­ όλοι οι λογοτέχνες και οι λογοτεχνίζοντες».

­ Οι ποιητές;

«Αν είναι πολύ μεγάλοι, της κλάσης του Σεφέρη, του Ελύτη και του Γκάτσου, είναι άλλη υπόθεση. Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που με επηρέασε περισσότερο από όλους είναι ο Γκάτσος ο ποιητής. Αυτός με έχει επηρεάσει και στη ζωή μου.

Επιπλέον επιρροή δέχθηκα από οποιοδήποτε βιώσιμο στοιχείο υπήρχε στον τόπο μου τον καιρό εκείνο. Ο,τι είχε επιζήσει μετά τον πόλεμο με επηρέασε ­ είτε στη λογοτεχνία είτε στη ζωή είτε στην ποίηση είτε στην τέχνη ειδικά».

­ Η επιρροή της ελληνικής μουσικής ­ βυζαντινής και νεότερης ­ ποια είναι επάνω στη δουλειά σας;

«Με επηρέασαν πολλά στοιχεία, όσα στοιχεία ταιριάζουν με την ιδιοσυγκρασία μου και με εκείνο που ήθελα να φτιάξω».

­ Γράφετε τα τραγούδια σας πρώτα και έπονται οι στίχοι ή τα γράφετε πάνω στους στίχους;

«Γράφονται συγχρόνως και οι στίχοι και η μουσική. Εχω ένα σχέδιο το οποίο πρέπει να εξυπηρετηθεί και επάνω σε αυτό δουλεύω».

­ Ποια είναι τα πιο σημαντικά ­ τα ευτυχή και τα δυστυχή ­ γεγονότα στη ζωή σας επαγγελματικά και προσωπικά;

«Είναι πολύ μεγάλη η ζωή μου. Ζω 50 χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να αναφερθώ τώρα σε ένα πλήθος γεγονότων. Εχω ζήσει πολύ έντονα και έχω ταξιδέψει πολύ. Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να αναφερθώ σε διάφορες λεπτομέρειες. Ολα είναι έντονα και όλα περνάνε γιατί ζω εξίσου έντονα τώρα. Δεν έχω τελειώσει. Να έρθετε ύστερα από 25 χρόνια που ελπίζω να έχω κάπως ησυχάσει».

­ Κοιτάζοντας πίσω στη μέχρι τούδε καλλιτεχνική πορεία σας ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές επιτυχίες και αποτυχίες σας;

«Δεν με ενδιαφέρουν οι επιτυχίες ή οι αποτυχίες ­ ειλικρινά σας το λέω αυτό. Ούτε κοιτάζω πίσω ούτε με ενδιαφέρει καμιά επιτυχία. Σιχαίνομαι την αναγκαστική επαφή μου με αυτό που λέγεται σταδιοδρομία. Δεν έχω σταδιοδρομήσει και δεν θέλω να σταδιοδρομήσω ποτέ. Συνεπώς δεν κοιτάζω καμία επιτυχία. Δεν έχω επιτυχίες».

­ Ποιες συνθέσεις σας σάς ευχαριστούν περισσότερο;

«Να με ρωτήσετε ποιες συνθέσεις μου με εκφράζουν. Νομίζω ότι όλες εκφράζουν αυτό που κατά καιρούς ήμουν».

­ Η τεχνική όμως;

«Ενα έργο ολοκληρωμένο το 1947 είναι εξίσου σημαντικό με ένα έργο ολοκληρωμένο το 1976. Από το 1946 ζω μια συνειδητή μουσική ζωή, μουσική activity, δραστηριότητα. Δεν με ευχαριστεί τίποτε από ό,τι κάνω αλλά με εκφράζουν όλα ειλικρινά. Δεν έχω κάνει εγώ μουσική που να… ­ εκτός από μερικά πράγματα τα οποία έκανα για να βγάλω χρήματα την περίοδο που ήμουν νεαρός, όταν έκανα μουσική για φιλμ ελληνικά. Αλλά και πάλι σπούδασα πολύ καλά τον κινηματογράφο ώστε, όταν βρέθηκα έξω, ήξερα τέλεια την τεχνική της μουσικής του».

­ Πείτε μας κάτι για τη δουλειά σας στον κινηματογράφο και στο αρχαίο ελληνικό δράμα.

«Δεν με ενδιαφέρουν. Με ενδιέφεραν από την ώρα που ξεπερνούσαν τους στόχους, τις υπηρεσίες που ήθελαν να προσφέρουν και γίνονταν περισσότερο μουσική. Τέτοιες δουλειές έχω και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Αλλά ως επαφή με τον κόσμο δεν με ενδιαφέρει πολύ. Γι’ αυτό και σταμάτησα. Δεν κάνω πια. Εκανα περίπου 80 ταινίες και κάπου 75 θεατρικά έργα».

­ Ποιους σύγχρονους έλληνες μουσικούς εκτιμάτε;

«Για τον Χρήστου, που έχει «φύγει». Ολοι αυτοί που έχουν μείνει είναι μάλλον μέτριοι. Ο Ξενάκης είναι επίσης σημαντικός αλλά δεν τον συμπαθώ πολύ».

­ Είναι δύσκολο να αναπτυχθεί σωστά ένας μουσικός με την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα που προσφέρει η Ελλάδα σήμερα;

«Η ατμόσφαιρα που προσφέρει η Ελλάδα σήμερα είναι και θετική και αρνητική. Εξαρτάται από το ποια υποδομή έχει ο νεαρός συνθέτης για να επιλέξει εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα τον σχηματίσουν με αρτιμέλεια και με σοβαρότητα. Βιώνει καταπληκτικές καταστάσεις. Μέσα στον τόπο μας ζούμε του κόσμου τα πράγματα, αν ξέρεις να τα εισπράξεις ­ στην πολιτική, στο κοινωνικό επίπεδο. Η Ελλάδα είναι πολύ πλούσια σε γεγονότα και σε πληροφορίες αυθεντικές ώστε να μην πλήττει ένας άνθρωπος. Αν η Ελλάδα αντιμετωπίζεται επιφανειακά ίσως ένας νέος δεν έχει πολλά να πάρει. Από άποψη ουσίας έχει πάρα πολλά να διδαχθεί ­ του κόσμου οι αλλαγές και αντιθέσεις υπάρχουν σε αυτό τον τόπο».

­ Πώς μπορεί να τις εκφράσει αυτές;

«Οχι να τις εκφράσει, να τις διδαχθεί. Δεν υποχρεούται κανένας το δίδαγμα για να το εκμεταλλευθεί. Το δίδαγμα είναι για να ωριμάσει μέσα του».

­ Οχι ως μουσικός αλλά ως άτομο.

«Μα τι να το κάνω το «μουσικός» αν δεν είμαι ώριμο άτομο. Ενας μουσικός ανθρώπινα ανώριμος μου είναι αδιάφορος».

­ Δηλαδή, η ατομική ωριμότητα είναι η βασική προϋπόθεση του καλού μουσικού;

«Και του οιουδήποτε καλού, θετικού πολίτη. Αν δεν είσαι θετικός πολίτης, δεν με ενδιαφέρει η εργασία που κάνεις».

­ Αν ήσασταν σε θέση να αλλάξετε οτιδήποτε θα θέλατε εσείς, τι θα κάνατε;

«Εχω επιχειρήσει κατά καιρούς διάφορα πράγματα. Και είναι γνωστές οι απόψεις μου. Πάρα πολλά. Κατ’ αρχήν, αν τυχόν ήμουν πιο συνεπής με τον εαυτό μου, θα διέλυα ό,τι υπάρχει σήμερα, τις συμφωνίες, τις ορχήστρες, τα ωδεία, όλα αυτά».

­ Εν συγκρίσει προς τη μουσική ανάπτυξη άλλων χωρών, πώς βλέπετε την ανάπτυξη της ελληνικής μουσικής;

«Εξίσου ανόητη όπως και των άλλων χωρών. Σήμερα διανύουμε μια εποχή που η μουσική είναι χρεοκοπημένη υπόθεση σε όλες τις χώρες όπως και εδώ. Η μουσική τελείωσε. Τώρα η συμφωνική μουσική δεν έχει την επαφή με το σήμερα, όπως είχε πριν από 50-70 χρόνια, πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα η μουσική είναι πια εκτός χώρου και εκτός πραγματικότητας».

Αν είχα χρήματα, δεν θα γινόμουν μουσικός

­ Τι θα μπορούσαν οι Ελληνες να μάθουν από τη νεότερη μουσική άλλων χωρών και τι θα μπορούσαμε να διδάξουμε;

«Δεν με έχει απασχολήσει. Ειλικρινείς φυσιογνωμίες υπάρχουν και αλλού. Σκοπός είναι να τις επιλέξουμε και να μην τις μπερδέψουμε με τις δεύτερες και σκάρτες φυσιογνωμίες. Αυτά τα κριτήρια μας τα δίνει η σοβαρή μελέτη της μουσικής και των άλλων κρατών. Με ενοχλεί όμως η έκφραση μουσική ανάπτυξη. Τι θα πει μουσική ανάπτυξη; Να γίνουν περισσότερα ωδεία για να μαθαίνει ο κόσμος μουσική; Αυτό με ενοχλεί. Είναι μια λάθος διέξοδος της ευαισθησίας. Νομίζω ότι η ευαισθησία ενός ανθρώπου συγχρόνου πρέπει να διοχετευθεί σε άλλους τομείς και όχι στο να μαθαίνει ένα βιολοντσέλο ή ένα βιολί. Το θεωρώ ηλίθιο. Εγώ δεν θα το ‘κανα».

­ Αν ξεκινούσατε πάλι, θα ξαναπαίζατε πιάνο;

«Οχι. Δεν ξέρω τι θα έκανα. Ισως θα εφεύρισκα άλλους τρόπους με τους οποίους θα εκδηλωνόμουν».

­ Γιατί, όπως γράφετε, δεν έχουν θέση στον μουσικό χώρο της Ελλάδας το παλιό ρεμπέτικο και το μάγκικο; Δεν υπάρχει πλέον μερίδα του λαού που να εκφράζεται μέσω αυτής της μουσικής;

«Το παλιό ρεμπέτικο ήταν ένα περιθωριακό τραγούδι. Ανήκε στους ανθρώπους του λούμπεν προλεταριάτου. Σήμερα δεν υπάρχει λούμπεν προλεταριάτο. Εχει μεταναστεύσει και έχει γίνει αστικός πληθυσμός. Ο πληθυσμός της Ελλάδας πλέον σήμερα έχει γίνει μικροαστικός και αστικός. Είναι το κοινό των παλιών ρεμπετών το οποίο έχει νομιμοποιηθεί και έχει αποκτήσει ισχύ ­ έχει μεταναστεύσει. Διασκεδάζει στα σκυλάδικα. Αυτά είναι αηδή πράγματα».

­ Θα πρέπει η μουσική μιας εποχής να εκφράζει απολύτως την εποχή αυτή ή περισσότερο τον συνθέτη προσωπικά;

«Αυτόματα όταν ο συνθέτης ζει σωστά στην εποχή του εκφράζει και τον καιρό του και τον εαυτό του. Δεν επιλέγουμε εμείς την εποχή μας. Θέλουμε δεν θέλουμε, ζούμε στον παρόντα χρόνο και είμαστε εκφραστές αυτού του χρόνου. Είναι γέννημα ενός χρόνου ο συνθέτης, δεν μπορεί να το αποφύγει. Μπορείτε εσείς να πείτε ότι ζείτε στον 17ο αιώνα; Ζείτε στον παρόντα χρόνο. Οσο και να θελήσετε, δεν μπορείτε να ξεφύγετε από αυτό. Πρέπει να εκφράζει τον εαυτό του ο καλλιτέχνης αλλά μέσα στον εαυτό του είναι ο παρόντας χρόνος».

­ Θα μπορούσατε να θίξετε λίγο περισσότερο αυτό που λέτε στα «Σχόλια του Τρίτου» ότι, όταν ο άνθρωπος ξαναβρεί τον εαυτό του, θα πάψει η μουσική να είναι «ραβδί της αναπηρίας»;

«Ναι, γιατί η μουσική λίγο πολύ εκφράζει ανθρώπους που είναι ανάπηροι, είναι μισοί. Οταν ο άνθρωπος γίνει ολόκληρος, δεν θα έχει ανάγκη να φτιάχνει ήχους για να εκφραστεί, για να αισθανθεί πλήρης, αλλά θα μεταχειρίζεται μόνο τα τραγούδια για να επικοινωνήσει. Το τραγούδι θα είναι μια ερωτική πράξη, όπως ήταν στην αρχή».

­ Θεωρείτε ότι το τραγούδι βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από τη συμφωνική μουσική;

«Οχι βέβαια! Αυτά είναι αηδή πράγματα, είναι ψέματα».

­ Εσείς είστε τώρα γενικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας. Γιατί δεχθήκατε αυτή τη θέση;

«Μπήκα στην Κρατική Ορχήστρα για να τη διορθώσω ή να την εκσυγχρονίσω. Δεν κατάφερα να κάνω τίποτε. Είναι τόσο διαβρωμένη και τόσο άρρωστη που θα φύγω χωρίς να έχω καταφέρει απολύτως τίποτε».

­ Θα προτιμούσατε να τη διαλύσετε τελείως;

«Θα ήταν υγιέστερη πράξη αυτή από όλες τις άλλες».

­ Τι άνθρωποι πηγαίνουν να ακούσουν συμφωνική μουσική;

«Ανθρωποι που έχουν συνηθίσει αρρωστημένα να ακροάζονται αυτό το είδος της μουσικής χωρίς να έχουν καμία άλλη επαφή με την πραγματικότητα γύρω τους».

­ Εχετε κάποια εκτίμηση για αυτού του είδους τις συναυλίες;

«Οχι πλέον».

­ Αλλά είχατε κάποτε;

«Ως μαθητής ναι, ως νέος ναι».

­ Οταν γίνατε διευθυντής είχατε;

«Ετσι κι έτσι. Ηθελα να κάνω διαφορετικά πράγματα, να πάρω την ορχήστρα και να την αλλάξω».

­ Να τη μετατρέψετε σε… ευρωπαϊκή;

«Οχι βέβαια. Δεν με ενδιαφέρει το μοντέλο της Ευρώπης ή της Αμερικής. Πολύ καλά παίζουν αλλά το άρρωστο κύτταρο υπάρχει μέσα τους».

­ Ιδανικά τι ρόλο πρέπει να παίξει η μουσική στη ζωή του ανθρώπου;

«Κανένα ρόλο. Οταν ο άνθρωπος είναι συμπληρωμένος, δεν χρειάζεται υποκατάστατα της ζωής. Η μουσική είναι υποκατάστατο της ζωής. Το τραγούδι θα τον εκφράσει ως μια επικοινωνία με τον άλλο άνθρωπο. Θα είναι ερωτική πράξη και όχι μια έκφραση τέχνης».

­ Τι ρόλο πρέπει να παίζουν τα ωδεία στην καλλιτεχνική ανάπτυξη της χώρας;

«Κανέναν. Να κλείσουν όλα. Τα καφενεία είναι καλύτερα ­ τα κλασικά καφενεία που ερέθιζαν τη συζήτηση».

­ Και πώς θα γινόταν κάποιος μουσικός;

«Τι να την κάνεις τη μουσική;».

­ Φαίνονται λίγο παράδοξα αυτά τα πράγματα. Εσείς είστε ένας μεγάλος μουσικοσυνθέτης ο οποίος έχει επηρεάσει πάρα πολύ κόσμο.

«Οχι. Είμαι ένας άνθρωπος που πραγματοποιώ τα οράματά μου, είτε με τη μουσική μου είτε με τις πράξεις μου είτε με τις σχέσεις μου. Μεταχειρίζομαι πολλά μέσα. Μεταχειρίζομαι και τη μουσική».

­ Αν ξεκινούσατε από την αρχή, θα ξανακάνατε μουσική;

«Μπορεί ναι, μπορεί και όχι».

­ Ποιος είναι ο σκοπός του Τρίτου Προγράμματος;

«Να ερεθίσει, να αφυπνίσει και να προβληματίσει».

­ Με τη μουσική;

«Καθόλου. Με όλα ­ με τον λόγο και κάθε είδους εκπομπή».

­ Ποιες θεωρείτε επιτυχίες και αποτυχίες σας στη διεύθυνση του Προγράμματος;

«Το Τρίτο Πρόγραμμα είναι επιτυχές αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Γιατί δεν έφυγε από τον κορμό της ΕΡΤ. Αν είχε φύγει από τον κορμό της ΕΡΤ, τώρα θα ήταν ολοκληρωμένη η σχέση μου με αυτό. Θέλησα να το αποδεσμεύσω από τον κορμό της ΕΡΤ».

­ Αν μπορούσατε να ξαναζήσετε την καλλιτεχνική καριέρα σας, θα κάνατε τίποτε διαφορετικό;

«Δεν μου αρέσει η λέξη καριέρα. Δεν έχω κάνει καριέρα. Δεν θα έκανα τίποτε διαφορετικό. Ισως να έκανα με πιο επιτυχή τρόπο αυτά που έκανα ως σήμερα».

­ Στην προσωπική σας ζωή θα κάνατε τίποτε διαφορετικό;

«Απολύτως τίποτε. Πολύ ωραία είναι και τα λάθη. Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση».

­ Θα ξαναγινόσασταν μουσικός;

«Αν είχα χρήματα, ίσως να μη γινόμουν. Ξεκινάει κανείς κάπου στα τυφλά. Αν είχα δύναμη και χρήματα, δεν θα γινόμουν μουσικός. Δεν χρειάζεται. Θα ήμουν δυνατός και πλούσιος».

­ Πώς θα θέλατε να μείνει το όνομά σας;

«Να μη μείνει καθόλου. Δηλαδή, όταν φύγω εγώ, δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν με ξέρει ο γιος σας. Αν πρόκειται να ξέρουν το όνομά μου, ας το ξέρουν όπως νομίζουν αυτοί. Δεν με απασχολεί το θέμα πώς θα με ξέρουν οι άλλοι. Ολο το ενδιαφέρον μου είναι πώς με ξέρουν οι δικοί μου άνθρωποι. Και επειδή κάθε ημέρα γίνομαι καινούργιος, πρέπει να με μαθαίνουν από την αρχή οι δικοί μου άνθρωποι. Οι άλλοι ας ξέρουν ό,τι θέλουν».

Χριστὸς Ἀνὲστη ! ! !

Μαΐου 24, 2017

Σχετική εικόνα

«Σημειώματα με ἀφορμή τις τοιχογραφίες τοῦ Πρωτάτου» τοῦ Ἀνδρέα Φωκᾶ-ἀπὸ τὸν Μπὰμπη-

Φεβρουαρίου 17, 2017

Σχετική εικόνα

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του ζωγράφου «Η Χαμένη Ενότητα των Πραγμάτων»
εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2001

Δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα γνωστό ότι οι Βυζαντινοί θεωρούσαν την όραση σαν την υψηλότερη των πέντε αισθήσεων, κυρίως μετά την εικονομαχία (εν μέρει ίσως λόγω αυτής) και ότι εξέχουσα θέση στις επιστήμες δίναν στη γεωμετρία και στις τέχνες στη ζωγραφική («Σοφίας τι χρήμα ζωγράφου χειρ»).

Ίσως επίσης να μην είναι τόσο γνωστό ότι κύριο διακριτικό χαρακτηριστικό ενός αντικειμένου από ένα άλλο θεωρούσαν το χρώμα κι όχι το σχήμα (1). Αυτό εξηγεί πιθανώς τους διαφορετικούς προπλασμούς που μετεχειρίζοντο στη ζωγραφική απόδοση των αντικειμένων, αντί του ενιαίου προπλασμού άλλων αντιλήψεων περί την ζωγραφικήν, που κυρίως επικράτησαν με την Ιταλική Αναγέννηση.

Η χρωματική αντίληψη του κόσμου, κι όχι η σχηματική, μπορεί να’ χει κάποια βαθύτερη σημασία, που ανάγεται σε αισθήσεις ζωής και θανάτου, και είναι εν μέρει κληρονομημένη στο Βυζάντιο από την ελληνορωμαϊκή εποχή, όπως κληρονομημένη εν μέρει είναι και η διά της εκτάσεως κι εντάσεως των ποικίλων χρωμάτων οριοθέτηση και σύνθεση της μορφής των αντικειμένων. Εκείνο όμως που μοιάζει να είναι μοναδικό στη βυζαντινή ζωγραφική είναι η αναγωγή των χρωμάτων και η σύνθεση των μορφών σ’ ένα ρυθμό τελείως διάφορο.

Η ανάδειξη μέσα απ’ αυτόν τον ρυθμό ζωγραφικών συνθέσεων σε πλήρη εναρμόνιση και συνέχεια των αφηρημένων γεωμετρικών σχημάτων της αρχιτεκτονικής του ναού δημιουργεί μια αίσθηση δυναμικής ενότητας, που είναι ν’ απορείς και να θαυμάζεις για το είδος του πνεύματος που οδήγησε σ’ αυτήν.

Μου φαίνεται λίγο αστείο να λέμε, όπως ακούγεται συχνά σήμερα, ότι η Βυζαντινή τέχνη είναι πρωτόγονη ή παιδική, εκτός κι αν εννοούμε κάποια δεύτερη παιδικότητα, κάποιο δεύτερο πρωτογονισμό, ο οποίος όμως δεν έχει παρά εξωτερική μόνο σχέση και ομοιότητα με τον πρώτο. Άλλωστε αυτή η δεύτερη παιδικότητα και ο πρωτογονισμός είναι νομίζω τελική επιδίωξη όλης της Τέχνης.

Μία, ακόμα μεγαλύτερη, παρεξήγηση που γίνεται σήμερα είναι να λέμε ότι η Βυζαντινή Τέχνη είναι συμβολική, όπου τον συμβολισμό τον καταλαβαίνουμε μόνο σαν μια συσσώρευση καθιερωμένων και καθηγιασμένων σχημάτων, που κρύβουν κάποιο άλλο, συνήθως βαθύτερο, νόημα από εκείνο που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας. Δεν υπάρχει νομίζω αμφιβολία ότι εν μέρει είναι έτσι, όπως άλλωστε συμβαίνει στην έκφραση κάθε θρησκείας.

Αλλ’ αλλοίμονο αν ήταν μόνο έτσι, γιατί ο συμβολισμός της Βυζαντινής Τέχνης θα ήταν τότε τελείως εννοιοκρατικός και διακοσμητικός. Στην καλύτερη περίπτωση συναισθηματικός. Κλασσικό παράδειγμα τέτοιου συμβολισμού μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό εκείνος της Τέχνης του Ισλάμ ή ακόμα, με άλλο τρόπο βέβαια, εκείνος της «καθολικής» Εκκλησίας.

Ο ουσιαστικός νομίζω συμβολισμός της ζωγραφικής των Βυζαντινών και ειδικώτερα εκείνης του Πανσέληνου, είναι η διά του ρυθμού εσωτερική κίνηση του φωτός, που κατά τρόπο μυστηριώδη βρίσκει ασυνείδητα αναλογίες σε κάποιες κινήσεις της καρδιάς μας, έτσι που, χωρίς να μας αποκαλύπτεται, γίνεται αισθητή και γι’ αυτό πειστική η αλήθεια των εικονιζομένων.

Αυτό δε μου φαίνεται κατορθωτό όταν το χρώμα, οι γραμμές, τα σχήματα, δεν βρίσκουν κάποια ισορροπία μεταξύ της προσλήψεως του φυσικού κόσμου στον οποίο ζούμε (κι απ’ αυτή την άποψη η Βυζαντινή Τέχνη είναι πολύ ρεαλιστική) και των ποικίλων ασυνειδήτων δυνάμεων που δρουν μέσα μας. Η ισορροπία αυτή είναι βέβαια επίτευγμα κάθε μεγάλης Τέχνης.

Αλλά ειδικά στο Βυζάντιο και ειδικώτερα στο Πανσέληνο το επίτευγμα είναι σε βαθμό εξαιρετικά υψηλό, τόσο ώστε ακόμη και σήμερα να μη δυσκολεύεται να πει κανείς ότι η ζωγραφική αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο αχειροποίητη. Και πέραν του βαθμού, οι εσωτερικές δυνάμεις της ψυχής του καλλιτέχνη είναι τέτοιας ποιότητος, που μοιάζουν αν όχι να ακυρώνουν, να κάνουν τουλάχιστον άλλα επιτεύγματα στην Τέχνη να φαίνονται κίβδηλα. Αλλά γι’ αυτές τις δυνάμεις δεν είμαι καθόλου αρμόδιος να μιλήσω.

Αρμόδιοι μου φαίνεται πρέπει να’ ναι οι θεολόγοι, θεολόγοι όμως που να’ ναι και λίγο ευαίσθητοι στα σπινθηρίσματα της ωραιότητας του προσώπου Του.

Ας μου συγχωρεθεί εδώ η λυρική αυτή έκφραση, μια και μπορεί ν’ αφήσει να εννοηθεί ότι μιλάω για κάποια ιδεαλιστική ωραιότητα,. Αλλ’ ουσιαστικά μιλάω για μιαν άλλη, που προέρχεται από μιαν παραδοχή και κατάφαση και στην ιδεαλιστικά ιδωμένη ασχήμια της ζωής, στην ιδεαλιστικά ιδωμένη ασυμμετρία και δυσαρμονία των φαινομένων. Αλλ’ αν ένας ζωγράφος σαν τον Πανσέληνο (και σ’ αυτό δε διαφέρει από τους άλλους Βυζαντινούς αγιογράφους) καταφέρνει να σηκώσει αυτή τη δυσαρμονία κι ασχήμια, το «προς αποφυγήν», και διά μέσου αυτής να δείξει την ωραιότητα του προσώπου Του, τότε που είναι η πραγματική ασχήμια;

«Που σου Θάνατε το κέντρον; Που σου Άδη το νείκος;» Εδώ έχουμε μιαν ανατροπή αξιών του μυαλού και τω αισθημάτων, όχι όμως βίαιη κι εξουθενωτική, όπου το «ωραίο» συνυπάρχει με το «άσχημο», όπου παύουν οι κάθε είδους διακρίσεις, όπου τίποτα δε ξεχωρίζει εις βάρος κάποιου άλλου, όπου πρόσωπα, αντικείμενα, τοπία, συμβάλλουν εξίσου στον εσωτερικό ρυθμό των συνθέσεων αλληλοσυμπληρούμενα, αλληλοπεριχωρούμενα, όπου το «φυσικό» και το «αφύσικο» ανήκουν στην ίδια φύση, όπου ο κόσμος δηλαδή βρίσκεται «εν ετέρα μορφή». Είναι άραγε αυτή η μυστική τάξις της ωραιότητος του Χριστού; Και μήπως αυτή την τάξη δε πασχίζει να βρει ο άνθρωπος μέσ’ από τη Τέχνη από καταβολής κόσμου;

Γι’ αυτό και κάθε μεγάλο επίτευγμα Τέχνης, άσχετα από την συνειδητή πίστη του καλλιτέχνη και πολλές φορές παρά την πίστη του ή ακόμη και την απιστία του, υποβάλλει ως ένα βαθμό αυτήν την ωραιότητα.

Έχω τη γνώμη ότι η αξία της Βυζαντινής Τέχνης και ειδικώτερα του Πανσέληνου έγκειται στην πληρότητα και καθολικότητα αυτής της υποβολής. Κι αυτό γίνεται, νομίζω, από μια στάση ζωής όπου η ψυχή του ανθρώπου έχει αποδεχτεί τα πάντα, όπου το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού έχει μαραθεί μέσα της, αφήνοντάς την έτσι να πλημμυρίσει έρωτα για όλα, και τα πιο ασήμαντα, και τα πιο «κακά». Αυτό πάλι σημαίνει κάποια αφάνταστη ανθρώπινη ψυχική επάρκεια. Τέτοια δεν έχω δει να φανερώνεται μέσα από κανένα άλλο επίτευγμα Τέχνης.

Τώρα το πώς και γιατί, δεν είμαι σε θέση να το πω, και φοβάμαι ότι δεν υπάρχουν στις μέρες μας (αν ποτέ υπήρχαν) πολύ έτοιμες συνταγές που να απαντούν ικανοποιητικά στο ερώτημα. Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος.

Κανείς προκαθορισμένος νόμος δεν ισχύει στις τοιχογραφίες του Πρωτάτου. Εκεί που πάει κανείς να βγάλει κάποιο λογικό συμπέρασμα, έστω και μέσα στα πλαίσια κάποιας βυζαντινής λογικής (που στη πραγματικότητα σε κανένα μεγάλο έργο αυτής της Τέχνης δεν υπάρχει), ανακόπτεται από το αντίθετο συμπέρασμα που συνυπάρχει. Μιλάμε π.χ. γι’ ανάποδη προοπτική όπου το κέντρο φυγής βρίσκεται μπροστά κι όχι πίσω απ’ τη ζωγραφισμένη επιφάνεια (δες αρχιτεκτονήματα πάνω από τη μορφή της Παναγίας, πάνω και δεξιά της μορφής του Αγ. Ιωάννη στη σύνθεση της Σταύρωσης).

Συγχρόνως βλέπουμε αντικείμενα που η προοπτική τους είναι «κανονική», το κέντρο φυγής πίσω απ’ την επιφάνεια (δες τα τείχη της πόλεως στην ίδια σύνθεση). Μιλάμε για δισδιάστατες επιφάνειες χωρίς όγκο, όπως στον χιτώνα του Χριστού στη σύνθεση της «Κρίσης του Πιλάτου», όπου όλος ο χιτώνας είναι ένα μονοκόμματο πράσινο λαδί χρώμα κι όπου οι πτυχώσεις δηλώνονται με ρυθμικές μαύρες γραμμές σαν κάποιο μεγάλο κινέζικο ιδεόγραμμα. Αμέσως δίπλα βλέπουμε την άσπρη πουκαμίσα του Χριστού σε πλήρη ανάδειξη του όγκου των πτυχώσεων.

Ας αφήσουμε το πρόσωπο, τα μαλλιά και τα χέρια. Μιλάμε για τονικές αξίες όπου η απόδοση του φυσικού φωτός αποδίδεται μ’ ανοιχτότερους και σκουρότερους τόνους του ίδιου χρώματος. Βλέπουμε δίπλα τελείως άλλη αντίληψη, όπου το φως αποδίδεται με αντιθέσεις συμπληρωματικών χρωμάτων (δες χαρακτηριστικά τη μορφή της θεραπαινίδος και τα γύρω της αντικείμενα στο «Γενέσιο της Θεοτόκου»). Αλλού, στο ίδιο αντικείμενο ή πρόσωπο, συνυπάρχουν και οι δύο αντιλήψεις.

Τελικά, μια συνεχής αυτοαναίρεση κάθε οπτικού νόμου, κάθε επιστημονικού συμπεράσματος. Ένας επίμονος ζωγραφικός αποφατισμός, διακοπτόμενος από συχνές καταφάσεις, έτσι που να μη μπορεί ούτε αυτός να γίνει κανόνας και νόμος, και γι’ αυτό να’ ναι πιο πραγματικός και πλήρης και πειστικός.

Όλ’ αυτά όμως τ’ αντιφατικά συνέχονται σε μια μυστηριώδη όσο και αναπόφευκτη θά’ λεγε κανείς ενότητα, όπου δεν υπάρχει τίποτα περιττό, αλλ’ όπου δεν μοιάζει να λείπει και τίποτα. Ας μου επιτραπεί να πω: μια τέλεια συνουσία των πάντων.

Κι αυτό μου φέρνει στη σκέψη το θέμα του ρυθμού, που’ ναι ίσως το βασικότερο στην Τέχνη, όσο ίσως και στη ζωή. Οι Βυζαντινοί μας έδειξαν πεντακάθαρα ότι πέραν του ρυθμού που επιτυγχάνεται μέσα από τη επανάληψη ενός στοιχείου, και που υπάρχει σ’ όλες τις πρωτόγονες εκφράσεις της Τέχνης (απ’ αυτήν την άποψη η Αρχαία Ελληνική Τέχνη είναι αρκετά πρωτόγονη), ρυθμός, διαφορετικός όμως, επιτυγχάνεται κι από την παραλλαγή (μέχρι εκεί φτάνουν οι Αρχαίοι Έλληνες) αλλά κι από την αντίθεση, ακόμα και την ασυνέχεια.

Έτσι, μια καμπύλη σε σχέση με μιαν ευθεία, δίπλα σε μια τελείως διαφορετική καμπύλη και σε διαφορετική σχέση με άλλη ευθεία, μπορούν να δημιουργήσουν ρυθμό, ρυθμό όμως πολύ πιο δυναμικό κι εξελιγμένο από εκείνο των πρωτόγονων, που μοιάζει συγκριτικά κλειστός και στατικός. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Ρυθμός επίσης επιτυγχάνεται και από τις καθαρά χρωματικές παραθέσεις, όπου οι κλιμακώσεις του κίτρινου π.χ. βρίσκονται σε ρυθμικές σχέσεις μ’ εκείνες του πράσινου ή του κόκκινου. Από τους Βυζαντινούς Αγιογράφους ξέρω πολύ λίγους όπου τα στοιχεία αυτού του ρυθμού αναδύονται τόσο έντονα και με τέτοια καθαρότητα όσο στον Πανσέληνο.

Ο ρυθμός όμως είναι κάτι που, όσο βασικό κι αν είναι, δεν εξηγείται (2). Είναι άραγε κάποια τάξις όπου ο χρόνος αναστέλλεται ή και αναιρείται; Αλλά πως και τι συνιστά αυτή την τάξη; Την αλήθεια της ζωής και του κόσμου δεν φαίνεται ανθρώπινο στόμα να μπορεί να ξεστομίσει, ούτε χέρι ανθρώπινο ν’ απεικονίσει.

Εκείνο όμως που μπορεί ίσως να κάνει ο άνθρωπος είναι να νιώσει το ρυθμό της και ίσως ίσως ακόμη να μπορεί να συνταιριάξει την αναπνοή της ύπαρξής του μ’ αυτόν. Αλλά εδώ αισθάνομαι ότι πάω πολύ μακρύτερα απ’ τις δυνατότητές μου, και γι’ αυτό σταματώ. Θέλησα απλώς να υπαινιχθώ τη σημασία στοιχείων που συχνά παραβλέπονται, επειδή είναι ανεξήγητα, και την έλλειψη εμπιστοσύνης μου σε άλλα που σχετικά εύκολα εξηγούνται και διδάσκονται, μα που δεν έχουν σαν αποτέλεσμα παρά να μας δίνουν τη θλιβερή ψευδαίσθηση ότι μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μια εποπτική κι έγκυρη γνώση της αλήθειας των πραγμάτων και της ζωής.

Σημειώσεις

1. Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Περί πίστεως Ορθοδόξου. Νικηφόρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, α) Λόγος Αντιρρητικός και Αναιρετικός, β) Μέγας Απολογητικός. Gervase Mathew, Byzantine Aesthetics.

2. Ρυθμός ή ρυσμός, από το ρήμα αραρίσκω (συναρμόζω). Άλλα παράγωγα: αριθμός, αρμονία, χαρά, αρέσκω, αρετή, άρμενα, άρθρωση, αρτύω (τρώγω), άρθρον, αρτάω (κρεμάω), όαρ (σύζυγος), αρείων, άριστος, Αριάδνη.

Ἡ φυγὴ τοῦ Ἰησοῦ στὴν Αἲγυπτο

Δεκέμβριος 26, 2016

Αποτέλεσμα εικόνας για η φυγη στην αιγυπτο

Σὺγχρονη ἐγκαυστικὴ εἰκὸνα τῶν Ἁγὶων Ἀποστὸλων Πὲτρου καὶ Παὺλου τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ

Ιουνίου 29, 2015

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Kαλὸ ταξὶδι στὴν ζωγρὰφο Ὂλγα Σταυρὶδου…

Ιουνίου 2, 2015

 

Η ΄Ολγα Σταυρίδου γεννήθηκε στις Σέρρες. Ο πατέρας της διατηρούσε τυπογραφείο και η μητέρα της ήταν δασκάλα. Τελειώνοντας τις γυμνασιακές της σπουδές αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΚΣΤ) που τότε υπήρχε μόνο στην Αθήνα. Η αγάπη της για τη ζωγραφική την έκανε να μη λογαριάζει όλα τα άλλα, τις πολύ καλές επιδόσεις της στα μαθήματα των θετικών επιστημών ή ακόμη και τον φόβο της μετάβασης στην Αθήνα, και να δώσει εξετάσεις το 1966 στη Σχολή, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1971. Δάσκαλοί της ήταν ο Νίκος Νικολάου και ο Γιάννης Μόραλης. Τα επόμενα χρόνια κύλησαν μέσα σε ένα κλίμα αναζητήσεων, στην προσπάθειά της να εισχωρήσει στην περιοχή της προσωπικής της εικαστικής έκφρασης. Εκτός από την ζωγραφική ασχολήθηκε με υφαντά στον αργαλειό, όπως και με την κατασκευή κοφινιών και καλαθιών που όλη την προπαρασκευή και το βάψιμό τους έκανε η ίδια.

Η μετάβασή της στην Καστοριά το 1977, μετά την γνωριμία της με τον συγγραφέα Αλέξανδρο Κοσματόπουλο, τον οποίο νυμφεύτηκε το 1978, έδωσε νέα ώθηση και πνοή στη δημιουργικότητά της, διαμορφώνοντας και την προσωπική της έκφραση. Μετά από πενταετή διαμονή στην Καστοριά, την οποία απεικόνισε σε πλήθος έργων, μετακόμισαν με τον σύζυγό της στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης.

Την ίδια χρονιά, το 1982, έκανε και την πρώτη ατομική της έκθεση στη ΔΙΑΓΩΝΙΟ του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Αμέσως σχεδόν καθιερώθηκε ως ζωγράφος υψηλού επιπέδου, που το έργο της δεν παρουσίαζε μεταπτώσεις, αλλά σταθερά προσέβλεπε στο εικαστικό όραμα που την είχε συνεπάρει. Ακολούθησαν πολλές ατομικές εκθέσεις, όπως στο Καλλιτεχνικό και Πνευματικό Κέντρο ΄Ωρα του Ασσαντούρ Μπαχαριάν στην Αθήνα, το 1984, στην γκαλερί ΕΙΡΜΟΣ, στη Θεσσαλονίκη, το 1986, στην Γκαλερί ΓΑΛΗΝΟΥ, στις Σέρρες, και στο Καλλιτεχνικό Κέντρο ΩΡΑ και πάλι το 1988, εκ νέου στην γκαλερί ΕΙΡΜΟΣ το 1990, στην γκαλερί ΙΟΝΗ, στην Κηφισιά, και στην γκαλερί ΓΑΛΗΝΟΥ για δεύτερη φορά, το 1991, στην αίθουσα Τέχνης ΑΝΕΜΟΣ της Κηφισιάς, στην γκαλερί ΙΑΝΟΣ στη Θεσσαλονίκη, όπως και στην Ελληνική Εταιρεία Θεσσαλονίκης το 1996, στην γκαλερί ΑΡΜΟΣ, στις Σέρρες, το 1997, στην «Αίθουσα Σκουφά», στην Αθήνα, το 1998, στην «Μακεδονική Εταιρία ΤΕΧΝΗ», στο Κιλκίς και ξανά στην αίθουσα Τέχνης ΑΝΕΜΟΣ το 2000, στην αίθουσα Τέχνης ΕΨΙΛΟΝ, στη Θεσσαλονίκη, το 2003, για τρίτη φορά στην αίθουσα Τέχνης ΑΝΕΜΟΣ το 2006, και στην οικία Παπαβασιλείου στις Σέρρες το 2007, υπό την αιγίδα της ΔΕΠΚΑ Σερρών.

΄Ελαβε μέρος και σε πολλές ομαδικές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων της Μικρής Πινακοθήκης ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, από το 1978 έως το 1985, για τα δεκάχρονα της ΔΙΑΓΩΝΙΟΥ στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, 1985, « Οι ζωγράφοι του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ», στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, 1990, η «Θεσσαλονίκη των ζωγράφων», στην γκαλερί ΙΑΝΟΣ, 1997, «Γυναίκες δημιουργοί της Θεσσαλονίκης», στην γκαλερί ΕΞΩΣΤΗΣ, 1997, και «Μακεδονική και Θρακική Τοπιογραφία», στην Αίθουσα Τέχνης Δήμου Νεάπολης Θεσσαλονίκης, 1999.

Κάθε πίνακας της ΄Ολγας Σταυρίδου αποτελεί καρπό επίπονης και μακροχρόνιας εργασίας, χωρίς παραχωρήσεις σε ευκολίες. Οι εικαστικές συναντήσεις της με άλλους ζωγράφους στάθηκαν γι’ αυτήν απλώς αφορμές, προκειμένου να πλησιάσει περισσότερο και να εκφράσει πληρέστερα την ζωγραφική της ματιά, η οποία ολοκληρωνόταν μαζί με τον πίνακα. Το σχέδιο υπηρετεί το χρώμα, και η συμπλοκή των χρωμάτων καταλήγει πέταγμα προς το επέκεινα, ένας ατελεύτητος μεταφυσικός χορός.

 

xartokoptis.blogspot.gr

Το εξαιρετικό λεύκωμα ΟΛΓΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ που κυκλοφόρησε πρόσφατα

   Το εξώφυλλο του βιβλίου (λεπτομέρεια απο το έργο Βασιλικός,1982) .

 

 (….) παρατηρεί το βουνό δεξιά από το σπίτι της. Αυλάκια κελαρύζουν γύρω της τραγουδώντας το άσμα του αέναου χρόνου, με νερά διαυγή, κρύσταλλα. Ανάμεσα στα ψηλά χορτάρια διακρίνονται άνθη των αγρών πορτοκαλόχρωμα και μενεξελιά. τα δέντρα συχνά μοιάζουν με ανθρώπους που έχουν υψωμένα τα χέρια. Τις βραδυές τα φώτα των αυτοκινήτων μαχαιρώνουν το σκότος της νύχτας. Κουβαρίστρες ξετυλίγονται μετρώντας το χρόνο, τις βλέπει και βυθίζεται στο χάος, ένα σύμπαν με αστραφτερές και σκοτεινές επιφάνειες. Όπως κάθε φορά που παρατηρεί κάτι το ασήμαντο. Μα το σημαντικό ποιό είναι πλέον; απόμεινε τίποτε το σημαντικό σ’ έναν κόσμο-φυλακή;

Τη βλέπω σε απόσταση σήμερα τριγυσμένη απο αστρικά νεφελώματα, όπως βλέπουμε πάντοτε περιβαλλόμενα από την άλω των αγίων πρόσωπα που αγαπήσαμε για την ξεχωριστή τους αγνότητα, τον ανθρώπινο χαρακτήρα,το δημιουργικό τους τάλαντο. Τη βλεπω στις φανερές ερημιές του βάθους της συλλογικής ψυχής μας. Ο Αλέξανδρος στο πλάι της, η όψη της να λάμπει από υπέρκοσμο φως, αυτό που κάθε ξεχωριστός άνθρωπος νοσταλγεί στον  αιώνα.

Θανάσης Γεωργιάδης, Όλγα Σταυρίδου ή “ένα σαπφείρινο μαβί”

Στα πόδια τ’ ουρανου τα σύννεφα,
  Στα πόδια του βουνού τα ποτάμια,
Στα πόδια της ψυχής τα όνειρα,
Στα πόδια του Θεού ο θρήνος,
Στα πόδια του δέντρου η σκιά,
Στα πόδια της σκιάς η λησμονιά,
Στα πόδια της λησμονιάς ο θάνατος,
Στα πόδια του θανάτου η φωλιά.

Μιγέλ ντε Ουναμούνο, Cancionero 294

* Το 340 σελίδων πολυτελές λεύκωμα κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Πατάκη σε πολύ προσιτή τιμή έκπληξη (30 Ευρώ!!!) . Το επιμελήθηκαν ο ζωγράφος-γραφίστας Αλέξης Βερούκας κι ο συγγραφέας Αλεξανδρος Κοσματόπουλος.
Μικρά αποσπάσματα απο το έργο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου “Τα δυό φορέματα” που …πρωτογράφτηκαν στην Καστοριά, καθώς και κείμενα-ποιήματα των Τάσου Λειβαδίτη, Νίκου Καρούζου, Ζωής Καρέλη, Ηλία Παπαμόσχου, Ζήση Οικονόμου, Θανάση Γεωργιάδη, Β.Π. Πάσχου, Κώστα Σιμόπουλου, Νίκου Παναγιωτόπουλου κ.α. καθώς και φωτογραφικό υλικό κοσμούν το καλαίσθητο βιβλίο.

 

 

  Λίμνη τις εστίν, τέμπερα σε χαρτί,1978.

 

Φθινοπωρινή Καστοριά, τέμπερα σε χαρτί,1986.

 

  Λεύκες και όνειρα, λάδι σε μουσαμά,1978.

 

  Αγκαλιάζοντας τη λίμνη, τέμπερα σε χερτί,1986.

Σκέψεις στη λίμνη,τέμπερα σε χαρτί,1983.

Αποτυπώσεις της λίμνης, τέμπερα σε χαρτί,1979.

 

Παναγία Κουμπελίδικη Καστοριάς, τέμπερα σε χαρτί ,1981.

 

Εσωτερικό αρχοντικού, Καστοριά, τέμπερα σε χαρτί, 1999.

 

Από τους Αγίους Αναργύρους , Καστοριά, λάδι σε μουσαμά ,1983

 

 

Kαλὸ μῆνα…(σὺγχρονη φορητὴ εἰκὸνα τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Ιουνίου 1, 2015

_DSC0004

Τοῦ κὸσμου ὃλου ἡ μὰννα…(τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Μαΐου 10, 2015

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ἃγιος Γεὼργιος (λεπτομὲρεια-τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Απρίλιος 24, 2015

DSC_0035

Ὁ Ἃγιος Γεὼργιος (ἐγκαυστικὴ εἰκὸνα τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Απρίλιος 23, 2015

DSC_0031.NEF