Archive for the ‘Art’ Category

«Σημειώματα με ἀφορμή τις τοιχογραφίες τοῦ Πρωτάτου» τοῦ Ἀνδρέα Φωκᾶ-ἀπὸ τὸν Μπὰμπη-

Φεβρουαρίου 17, 2017

Σχετική εικόνα

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του ζωγράφου «Η Χαμένη Ενότητα των Πραγμάτων»
εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2001

Δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα γνωστό ότι οι Βυζαντινοί θεωρούσαν την όραση σαν την υψηλότερη των πέντε αισθήσεων, κυρίως μετά την εικονομαχία (εν μέρει ίσως λόγω αυτής) και ότι εξέχουσα θέση στις επιστήμες δίναν στη γεωμετρία και στις τέχνες στη ζωγραφική («Σοφίας τι χρήμα ζωγράφου χειρ»).

Ίσως επίσης να μην είναι τόσο γνωστό ότι κύριο διακριτικό χαρακτηριστικό ενός αντικειμένου από ένα άλλο θεωρούσαν το χρώμα κι όχι το σχήμα (1). Αυτό εξηγεί πιθανώς τους διαφορετικούς προπλασμούς που μετεχειρίζοντο στη ζωγραφική απόδοση των αντικειμένων, αντί του ενιαίου προπλασμού άλλων αντιλήψεων περί την ζωγραφικήν, που κυρίως επικράτησαν με την Ιταλική Αναγέννηση.

Η χρωματική αντίληψη του κόσμου, κι όχι η σχηματική, μπορεί να’ χει κάποια βαθύτερη σημασία, που ανάγεται σε αισθήσεις ζωής και θανάτου, και είναι εν μέρει κληρονομημένη στο Βυζάντιο από την ελληνορωμαϊκή εποχή, όπως κληρονομημένη εν μέρει είναι και η διά της εκτάσεως κι εντάσεως των ποικίλων χρωμάτων οριοθέτηση και σύνθεση της μορφής των αντικειμένων. Εκείνο όμως που μοιάζει να είναι μοναδικό στη βυζαντινή ζωγραφική είναι η αναγωγή των χρωμάτων και η σύνθεση των μορφών σ’ ένα ρυθμό τελείως διάφορο.

Η ανάδειξη μέσα απ’ αυτόν τον ρυθμό ζωγραφικών συνθέσεων σε πλήρη εναρμόνιση και συνέχεια των αφηρημένων γεωμετρικών σχημάτων της αρχιτεκτονικής του ναού δημιουργεί μια αίσθηση δυναμικής ενότητας, που είναι ν’ απορείς και να θαυμάζεις για το είδος του πνεύματος που οδήγησε σ’ αυτήν.

Μου φαίνεται λίγο αστείο να λέμε, όπως ακούγεται συχνά σήμερα, ότι η Βυζαντινή τέχνη είναι πρωτόγονη ή παιδική, εκτός κι αν εννοούμε κάποια δεύτερη παιδικότητα, κάποιο δεύτερο πρωτογονισμό, ο οποίος όμως δεν έχει παρά εξωτερική μόνο σχέση και ομοιότητα με τον πρώτο. Άλλωστε αυτή η δεύτερη παιδικότητα και ο πρωτογονισμός είναι νομίζω τελική επιδίωξη όλης της Τέχνης.

Μία, ακόμα μεγαλύτερη, παρεξήγηση που γίνεται σήμερα είναι να λέμε ότι η Βυζαντινή Τέχνη είναι συμβολική, όπου τον συμβολισμό τον καταλαβαίνουμε μόνο σαν μια συσσώρευση καθιερωμένων και καθηγιασμένων σχημάτων, που κρύβουν κάποιο άλλο, συνήθως βαθύτερο, νόημα από εκείνο που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας. Δεν υπάρχει νομίζω αμφιβολία ότι εν μέρει είναι έτσι, όπως άλλωστε συμβαίνει στην έκφραση κάθε θρησκείας.

Αλλ’ αλλοίμονο αν ήταν μόνο έτσι, γιατί ο συμβολισμός της Βυζαντινής Τέχνης θα ήταν τότε τελείως εννοιοκρατικός και διακοσμητικός. Στην καλύτερη περίπτωση συναισθηματικός. Κλασσικό παράδειγμα τέτοιου συμβολισμού μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό εκείνος της Τέχνης του Ισλάμ ή ακόμα, με άλλο τρόπο βέβαια, εκείνος της «καθολικής» Εκκλησίας.

Ο ουσιαστικός νομίζω συμβολισμός της ζωγραφικής των Βυζαντινών και ειδικώτερα εκείνης του Πανσέληνου, είναι η διά του ρυθμού εσωτερική κίνηση του φωτός, που κατά τρόπο μυστηριώδη βρίσκει ασυνείδητα αναλογίες σε κάποιες κινήσεις της καρδιάς μας, έτσι που, χωρίς να μας αποκαλύπτεται, γίνεται αισθητή και γι’ αυτό πειστική η αλήθεια των εικονιζομένων.

Αυτό δε μου φαίνεται κατορθωτό όταν το χρώμα, οι γραμμές, τα σχήματα, δεν βρίσκουν κάποια ισορροπία μεταξύ της προσλήψεως του φυσικού κόσμου στον οποίο ζούμε (κι απ’ αυτή την άποψη η Βυζαντινή Τέχνη είναι πολύ ρεαλιστική) και των ποικίλων ασυνειδήτων δυνάμεων που δρουν μέσα μας. Η ισορροπία αυτή είναι βέβαια επίτευγμα κάθε μεγάλης Τέχνης.

Αλλά ειδικά στο Βυζάντιο και ειδικώτερα στο Πανσέληνο το επίτευγμα είναι σε βαθμό εξαιρετικά υψηλό, τόσο ώστε ακόμη και σήμερα να μη δυσκολεύεται να πει κανείς ότι η ζωγραφική αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο αχειροποίητη. Και πέραν του βαθμού, οι εσωτερικές δυνάμεις της ψυχής του καλλιτέχνη είναι τέτοιας ποιότητος, που μοιάζουν αν όχι να ακυρώνουν, να κάνουν τουλάχιστον άλλα επιτεύγματα στην Τέχνη να φαίνονται κίβδηλα. Αλλά γι’ αυτές τις δυνάμεις δεν είμαι καθόλου αρμόδιος να μιλήσω.

Αρμόδιοι μου φαίνεται πρέπει να’ ναι οι θεολόγοι, θεολόγοι όμως που να’ ναι και λίγο ευαίσθητοι στα σπινθηρίσματα της ωραιότητας του προσώπου Του.

Ας μου συγχωρεθεί εδώ η λυρική αυτή έκφραση, μια και μπορεί ν’ αφήσει να εννοηθεί ότι μιλάω για κάποια ιδεαλιστική ωραιότητα,. Αλλ’ ουσιαστικά μιλάω για μιαν άλλη, που προέρχεται από μιαν παραδοχή και κατάφαση και στην ιδεαλιστικά ιδωμένη ασχήμια της ζωής, στην ιδεαλιστικά ιδωμένη ασυμμετρία και δυσαρμονία των φαινομένων. Αλλ’ αν ένας ζωγράφος σαν τον Πανσέληνο (και σ’ αυτό δε διαφέρει από τους άλλους Βυζαντινούς αγιογράφους) καταφέρνει να σηκώσει αυτή τη δυσαρμονία κι ασχήμια, το «προς αποφυγήν», και διά μέσου αυτής να δείξει την ωραιότητα του προσώπου Του, τότε που είναι η πραγματική ασχήμια;

«Που σου Θάνατε το κέντρον; Που σου Άδη το νείκος;» Εδώ έχουμε μιαν ανατροπή αξιών του μυαλού και τω αισθημάτων, όχι όμως βίαιη κι εξουθενωτική, όπου το «ωραίο» συνυπάρχει με το «άσχημο», όπου παύουν οι κάθε είδους διακρίσεις, όπου τίποτα δε ξεχωρίζει εις βάρος κάποιου άλλου, όπου πρόσωπα, αντικείμενα, τοπία, συμβάλλουν εξίσου στον εσωτερικό ρυθμό των συνθέσεων αλληλοσυμπληρούμενα, αλληλοπεριχωρούμενα, όπου το «φυσικό» και το «αφύσικο» ανήκουν στην ίδια φύση, όπου ο κόσμος δηλαδή βρίσκεται «εν ετέρα μορφή». Είναι άραγε αυτή η μυστική τάξις της ωραιότητος του Χριστού; Και μήπως αυτή την τάξη δε πασχίζει να βρει ο άνθρωπος μέσ’ από τη Τέχνη από καταβολής κόσμου;

Γι’ αυτό και κάθε μεγάλο επίτευγμα Τέχνης, άσχετα από την συνειδητή πίστη του καλλιτέχνη και πολλές φορές παρά την πίστη του ή ακόμη και την απιστία του, υποβάλλει ως ένα βαθμό αυτήν την ωραιότητα.

Έχω τη γνώμη ότι η αξία της Βυζαντινής Τέχνης και ειδικώτερα του Πανσέληνου έγκειται στην πληρότητα και καθολικότητα αυτής της υποβολής. Κι αυτό γίνεται, νομίζω, από μια στάση ζωής όπου η ψυχή του ανθρώπου έχει αποδεχτεί τα πάντα, όπου το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού έχει μαραθεί μέσα της, αφήνοντάς την έτσι να πλημμυρίσει έρωτα για όλα, και τα πιο ασήμαντα, και τα πιο «κακά». Αυτό πάλι σημαίνει κάποια αφάνταστη ανθρώπινη ψυχική επάρκεια. Τέτοια δεν έχω δει να φανερώνεται μέσα από κανένα άλλο επίτευγμα Τέχνης.

Τώρα το πώς και γιατί, δεν είμαι σε θέση να το πω, και φοβάμαι ότι δεν υπάρχουν στις μέρες μας (αν ποτέ υπήρχαν) πολύ έτοιμες συνταγές που να απαντούν ικανοποιητικά στο ερώτημα. Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος.

Κανείς προκαθορισμένος νόμος δεν ισχύει στις τοιχογραφίες του Πρωτάτου. Εκεί που πάει κανείς να βγάλει κάποιο λογικό συμπέρασμα, έστω και μέσα στα πλαίσια κάποιας βυζαντινής λογικής (που στη πραγματικότητα σε κανένα μεγάλο έργο αυτής της Τέχνης δεν υπάρχει), ανακόπτεται από το αντίθετο συμπέρασμα που συνυπάρχει. Μιλάμε π.χ. γι’ ανάποδη προοπτική όπου το κέντρο φυγής βρίσκεται μπροστά κι όχι πίσω απ’ τη ζωγραφισμένη επιφάνεια (δες αρχιτεκτονήματα πάνω από τη μορφή της Παναγίας, πάνω και δεξιά της μορφής του Αγ. Ιωάννη στη σύνθεση της Σταύρωσης).

Συγχρόνως βλέπουμε αντικείμενα που η προοπτική τους είναι «κανονική», το κέντρο φυγής πίσω απ’ την επιφάνεια (δες τα τείχη της πόλεως στην ίδια σύνθεση). Μιλάμε για δισδιάστατες επιφάνειες χωρίς όγκο, όπως στον χιτώνα του Χριστού στη σύνθεση της «Κρίσης του Πιλάτου», όπου όλος ο χιτώνας είναι ένα μονοκόμματο πράσινο λαδί χρώμα κι όπου οι πτυχώσεις δηλώνονται με ρυθμικές μαύρες γραμμές σαν κάποιο μεγάλο κινέζικο ιδεόγραμμα. Αμέσως δίπλα βλέπουμε την άσπρη πουκαμίσα του Χριστού σε πλήρη ανάδειξη του όγκου των πτυχώσεων.

Ας αφήσουμε το πρόσωπο, τα μαλλιά και τα χέρια. Μιλάμε για τονικές αξίες όπου η απόδοση του φυσικού φωτός αποδίδεται μ’ ανοιχτότερους και σκουρότερους τόνους του ίδιου χρώματος. Βλέπουμε δίπλα τελείως άλλη αντίληψη, όπου το φως αποδίδεται με αντιθέσεις συμπληρωματικών χρωμάτων (δες χαρακτηριστικά τη μορφή της θεραπαινίδος και τα γύρω της αντικείμενα στο «Γενέσιο της Θεοτόκου»). Αλλού, στο ίδιο αντικείμενο ή πρόσωπο, συνυπάρχουν και οι δύο αντιλήψεις.

Τελικά, μια συνεχής αυτοαναίρεση κάθε οπτικού νόμου, κάθε επιστημονικού συμπεράσματος. Ένας επίμονος ζωγραφικός αποφατισμός, διακοπτόμενος από συχνές καταφάσεις, έτσι που να μη μπορεί ούτε αυτός να γίνει κανόνας και νόμος, και γι’ αυτό να’ ναι πιο πραγματικός και πλήρης και πειστικός.

Όλ’ αυτά όμως τ’ αντιφατικά συνέχονται σε μια μυστηριώδη όσο και αναπόφευκτη θά’ λεγε κανείς ενότητα, όπου δεν υπάρχει τίποτα περιττό, αλλ’ όπου δεν μοιάζει να λείπει και τίποτα. Ας μου επιτραπεί να πω: μια τέλεια συνουσία των πάντων.

Κι αυτό μου φέρνει στη σκέψη το θέμα του ρυθμού, που’ ναι ίσως το βασικότερο στην Τέχνη, όσο ίσως και στη ζωή. Οι Βυζαντινοί μας έδειξαν πεντακάθαρα ότι πέραν του ρυθμού που επιτυγχάνεται μέσα από τη επανάληψη ενός στοιχείου, και που υπάρχει σ’ όλες τις πρωτόγονες εκφράσεις της Τέχνης (απ’ αυτήν την άποψη η Αρχαία Ελληνική Τέχνη είναι αρκετά πρωτόγονη), ρυθμός, διαφορετικός όμως, επιτυγχάνεται κι από την παραλλαγή (μέχρι εκεί φτάνουν οι Αρχαίοι Έλληνες) αλλά κι από την αντίθεση, ακόμα και την ασυνέχεια.

Έτσι, μια καμπύλη σε σχέση με μιαν ευθεία, δίπλα σε μια τελείως διαφορετική καμπύλη και σε διαφορετική σχέση με άλλη ευθεία, μπορούν να δημιουργήσουν ρυθμό, ρυθμό όμως πολύ πιο δυναμικό κι εξελιγμένο από εκείνο των πρωτόγονων, που μοιάζει συγκριτικά κλειστός και στατικός. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Ρυθμός επίσης επιτυγχάνεται και από τις καθαρά χρωματικές παραθέσεις, όπου οι κλιμακώσεις του κίτρινου π.χ. βρίσκονται σε ρυθμικές σχέσεις μ’ εκείνες του πράσινου ή του κόκκινου. Από τους Βυζαντινούς Αγιογράφους ξέρω πολύ λίγους όπου τα στοιχεία αυτού του ρυθμού αναδύονται τόσο έντονα και με τέτοια καθαρότητα όσο στον Πανσέληνο.

Ο ρυθμός όμως είναι κάτι που, όσο βασικό κι αν είναι, δεν εξηγείται (2). Είναι άραγε κάποια τάξις όπου ο χρόνος αναστέλλεται ή και αναιρείται; Αλλά πως και τι συνιστά αυτή την τάξη; Την αλήθεια της ζωής και του κόσμου δεν φαίνεται ανθρώπινο στόμα να μπορεί να ξεστομίσει, ούτε χέρι ανθρώπινο ν’ απεικονίσει.

Εκείνο όμως που μπορεί ίσως να κάνει ο άνθρωπος είναι να νιώσει το ρυθμό της και ίσως ίσως ακόμη να μπορεί να συνταιριάξει την αναπνοή της ύπαρξής του μ’ αυτόν. Αλλά εδώ αισθάνομαι ότι πάω πολύ μακρύτερα απ’ τις δυνατότητές μου, και γι’ αυτό σταματώ. Θέλησα απλώς να υπαινιχθώ τη σημασία στοιχείων που συχνά παραβλέπονται, επειδή είναι ανεξήγητα, και την έλλειψη εμπιστοσύνης μου σε άλλα που σχετικά εύκολα εξηγούνται και διδάσκονται, μα που δεν έχουν σαν αποτέλεσμα παρά να μας δίνουν τη θλιβερή ψευδαίσθηση ότι μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μια εποπτική κι έγκυρη γνώση της αλήθειας των πραγμάτων και της ζωής.

Σημειώσεις

1. Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Περί πίστεως Ορθοδόξου. Νικηφόρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, α) Λόγος Αντιρρητικός και Αναιρετικός, β) Μέγας Απολογητικός. Gervase Mathew, Byzantine Aesthetics.

2. Ρυθμός ή ρυσμός, από το ρήμα αραρίσκω (συναρμόζω). Άλλα παράγωγα: αριθμός, αρμονία, χαρά, αρέσκω, αρετή, άρμενα, άρθρωση, αρτύω (τρώγω), άρθρον, αρτάω (κρεμάω), όαρ (σύζυγος), αρείων, άριστος, Αριάδνη.

Ἡ φυγὴ τοῦ Ἰησοῦ στὴν Αἲγυπτο

Δεκέμβριος 26, 2016

Αποτέλεσμα εικόνας για η φυγη στην αιγυπτο

Σὺγχρονη ἐγκαυστικὴ εἰκὸνα τῶν Ἁγὶων Ἀποστὸλων Πὲτρου καὶ Παὺλου τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ

Ιουνίου 29, 2015

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Kαλὸ ταξὶδι στὴν ζωγρὰφο Ὂλγα Σταυρὶδου…

Ιουνίου 2, 2015

 

Η ΄Ολγα Σταυρίδου γεννήθηκε στις Σέρρες. Ο πατέρας της διατηρούσε τυπογραφείο και η μητέρα της ήταν δασκάλα. Τελειώνοντας τις γυμνασιακές της σπουδές αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΚΣΤ) που τότε υπήρχε μόνο στην Αθήνα. Η αγάπη της για τη ζωγραφική την έκανε να μη λογαριάζει όλα τα άλλα, τις πολύ καλές επιδόσεις της στα μαθήματα των θετικών επιστημών ή ακόμη και τον φόβο της μετάβασης στην Αθήνα, και να δώσει εξετάσεις το 1966 στη Σχολή, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1971. Δάσκαλοί της ήταν ο Νίκος Νικολάου και ο Γιάννης Μόραλης. Τα επόμενα χρόνια κύλησαν μέσα σε ένα κλίμα αναζητήσεων, στην προσπάθειά της να εισχωρήσει στην περιοχή της προσωπικής της εικαστικής έκφρασης. Εκτός από την ζωγραφική ασχολήθηκε με υφαντά στον αργαλειό, όπως και με την κατασκευή κοφινιών και καλαθιών που όλη την προπαρασκευή και το βάψιμό τους έκανε η ίδια.

Η μετάβασή της στην Καστοριά το 1977, μετά την γνωριμία της με τον συγγραφέα Αλέξανδρο Κοσματόπουλο, τον οποίο νυμφεύτηκε το 1978, έδωσε νέα ώθηση και πνοή στη δημιουργικότητά της, διαμορφώνοντας και την προσωπική της έκφραση. Μετά από πενταετή διαμονή στην Καστοριά, την οποία απεικόνισε σε πλήθος έργων, μετακόμισαν με τον σύζυγό της στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης.

Την ίδια χρονιά, το 1982, έκανε και την πρώτη ατομική της έκθεση στη ΔΙΑΓΩΝΙΟ του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Αμέσως σχεδόν καθιερώθηκε ως ζωγράφος υψηλού επιπέδου, που το έργο της δεν παρουσίαζε μεταπτώσεις, αλλά σταθερά προσέβλεπε στο εικαστικό όραμα που την είχε συνεπάρει. Ακολούθησαν πολλές ατομικές εκθέσεις, όπως στο Καλλιτεχνικό και Πνευματικό Κέντρο ΄Ωρα του Ασσαντούρ Μπαχαριάν στην Αθήνα, το 1984, στην γκαλερί ΕΙΡΜΟΣ, στη Θεσσαλονίκη, το 1986, στην Γκαλερί ΓΑΛΗΝΟΥ, στις Σέρρες, και στο Καλλιτεχνικό Κέντρο ΩΡΑ και πάλι το 1988, εκ νέου στην γκαλερί ΕΙΡΜΟΣ το 1990, στην γκαλερί ΙΟΝΗ, στην Κηφισιά, και στην γκαλερί ΓΑΛΗΝΟΥ για δεύτερη φορά, το 1991, στην αίθουσα Τέχνης ΑΝΕΜΟΣ της Κηφισιάς, στην γκαλερί ΙΑΝΟΣ στη Θεσσαλονίκη, όπως και στην Ελληνική Εταιρεία Θεσσαλονίκης το 1996, στην γκαλερί ΑΡΜΟΣ, στις Σέρρες, το 1997, στην «Αίθουσα Σκουφά», στην Αθήνα, το 1998, στην «Μακεδονική Εταιρία ΤΕΧΝΗ», στο Κιλκίς και ξανά στην αίθουσα Τέχνης ΑΝΕΜΟΣ το 2000, στην αίθουσα Τέχνης ΕΨΙΛΟΝ, στη Θεσσαλονίκη, το 2003, για τρίτη φορά στην αίθουσα Τέχνης ΑΝΕΜΟΣ το 2006, και στην οικία Παπαβασιλείου στις Σέρρες το 2007, υπό την αιγίδα της ΔΕΠΚΑ Σερρών.

΄Ελαβε μέρος και σε πολλές ομαδικές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων της Μικρής Πινακοθήκης ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, από το 1978 έως το 1985, για τα δεκάχρονα της ΔΙΑΓΩΝΙΟΥ στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, 1985, « Οι ζωγράφοι του ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ», στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, 1990, η «Θεσσαλονίκη των ζωγράφων», στην γκαλερί ΙΑΝΟΣ, 1997, «Γυναίκες δημιουργοί της Θεσσαλονίκης», στην γκαλερί ΕΞΩΣΤΗΣ, 1997, και «Μακεδονική και Θρακική Τοπιογραφία», στην Αίθουσα Τέχνης Δήμου Νεάπολης Θεσσαλονίκης, 1999.

Κάθε πίνακας της ΄Ολγας Σταυρίδου αποτελεί καρπό επίπονης και μακροχρόνιας εργασίας, χωρίς παραχωρήσεις σε ευκολίες. Οι εικαστικές συναντήσεις της με άλλους ζωγράφους στάθηκαν γι’ αυτήν απλώς αφορμές, προκειμένου να πλησιάσει περισσότερο και να εκφράσει πληρέστερα την ζωγραφική της ματιά, η οποία ολοκληρωνόταν μαζί με τον πίνακα. Το σχέδιο υπηρετεί το χρώμα, και η συμπλοκή των χρωμάτων καταλήγει πέταγμα προς το επέκεινα, ένας ατελεύτητος μεταφυσικός χορός.

 

xartokoptis.blogspot.gr

Το εξαιρετικό λεύκωμα ΟΛΓΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ που κυκλοφόρησε πρόσφατα

   Το εξώφυλλο του βιβλίου (λεπτομέρεια απο το έργο Βασιλικός,1982) .

 

 (….) παρατηρεί το βουνό δεξιά από το σπίτι της. Αυλάκια κελαρύζουν γύρω της τραγουδώντας το άσμα του αέναου χρόνου, με νερά διαυγή, κρύσταλλα. Ανάμεσα στα ψηλά χορτάρια διακρίνονται άνθη των αγρών πορτοκαλόχρωμα και μενεξελιά. τα δέντρα συχνά μοιάζουν με ανθρώπους που έχουν υψωμένα τα χέρια. Τις βραδυές τα φώτα των αυτοκινήτων μαχαιρώνουν το σκότος της νύχτας. Κουβαρίστρες ξετυλίγονται μετρώντας το χρόνο, τις βλέπει και βυθίζεται στο χάος, ένα σύμπαν με αστραφτερές και σκοτεινές επιφάνειες. Όπως κάθε φορά που παρατηρεί κάτι το ασήμαντο. Μα το σημαντικό ποιό είναι πλέον; απόμεινε τίποτε το σημαντικό σ’ έναν κόσμο-φυλακή;

Τη βλέπω σε απόσταση σήμερα τριγυσμένη απο αστρικά νεφελώματα, όπως βλέπουμε πάντοτε περιβαλλόμενα από την άλω των αγίων πρόσωπα που αγαπήσαμε για την ξεχωριστή τους αγνότητα, τον ανθρώπινο χαρακτήρα,το δημιουργικό τους τάλαντο. Τη βλεπω στις φανερές ερημιές του βάθους της συλλογικής ψυχής μας. Ο Αλέξανδρος στο πλάι της, η όψη της να λάμπει από υπέρκοσμο φως, αυτό που κάθε ξεχωριστός άνθρωπος νοσταλγεί στον  αιώνα.

Θανάσης Γεωργιάδης, Όλγα Σταυρίδου ή “ένα σαπφείρινο μαβί”

Στα πόδια τ’ ουρανου τα σύννεφα,
  Στα πόδια του βουνού τα ποτάμια,
Στα πόδια της ψυχής τα όνειρα,
Στα πόδια του Θεού ο θρήνος,
Στα πόδια του δέντρου η σκιά,
Στα πόδια της σκιάς η λησμονιά,
Στα πόδια της λησμονιάς ο θάνατος,
Στα πόδια του θανάτου η φωλιά.

Μιγέλ ντε Ουναμούνο, Cancionero 294

* Το 340 σελίδων πολυτελές λεύκωμα κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Πατάκη σε πολύ προσιτή τιμή έκπληξη (30 Ευρώ!!!) . Το επιμελήθηκαν ο ζωγράφος-γραφίστας Αλέξης Βερούκας κι ο συγγραφέας Αλεξανδρος Κοσματόπουλος.
Μικρά αποσπάσματα απο το έργο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου “Τα δυό φορέματα” που …πρωτογράφτηκαν στην Καστοριά, καθώς και κείμενα-ποιήματα των Τάσου Λειβαδίτη, Νίκου Καρούζου, Ζωής Καρέλη, Ηλία Παπαμόσχου, Ζήση Οικονόμου, Θανάση Γεωργιάδη, Β.Π. Πάσχου, Κώστα Σιμόπουλου, Νίκου Παναγιωτόπουλου κ.α. καθώς και φωτογραφικό υλικό κοσμούν το καλαίσθητο βιβλίο.

 

 

  Λίμνη τις εστίν, τέμπερα σε χαρτί,1978.

 

Φθινοπωρινή Καστοριά, τέμπερα σε χαρτί,1986.

 

  Λεύκες και όνειρα, λάδι σε μουσαμά,1978.

 

  Αγκαλιάζοντας τη λίμνη, τέμπερα σε χερτί,1986.

Σκέψεις στη λίμνη,τέμπερα σε χαρτί,1983.

Αποτυπώσεις της λίμνης, τέμπερα σε χαρτί,1979.

 

Παναγία Κουμπελίδικη Καστοριάς, τέμπερα σε χαρτί ,1981.

 

Εσωτερικό αρχοντικού, Καστοριά, τέμπερα σε χαρτί, 1999.

 

Από τους Αγίους Αναργύρους , Καστοριά, λάδι σε μουσαμά ,1983

 

 

Kαλὸ μῆνα…(σὺγχρονη φορητὴ εἰκὸνα τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Ιουνίου 1, 2015

_DSC0004

Τοῦ κὸσμου ὃλου ἡ μὰννα…(τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Μαΐου 10, 2015

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ἃγιος Γεὼργιος (λεπτομὲρεια-τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Απρίλιος 24, 2015

DSC_0035

Ὁ Ἃγιος Γεὼργιος (ἐγκαυστικὴ εἰκὸνα τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Απρίλιος 23, 2015

DSC_0031.NEF

Λεπτομὲρεια τῆς εἰκὸνας (τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.Φωκᾶ)

Απρίλιος 17, 2015

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ἡ Ζωοδὸχος Πηγὴ (εἰκὸνα τοῦ ζωγρὰφου Ἀ.φωκᾶ)

Απρίλιος 17, 2015

OLYMPUS DIGITAL CAMERA