Archive for the ‘Eυαγγελικές περικοπές’ Category

Κυριακή Α΄ Λουκά (Λουκ. 5,1-11)

25 Σεπτεμβρίου, 2022

«Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ,

2 καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους.

4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν.

5 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον.

6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν.

7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά.

8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν ᾿Ιησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε·

9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον,

10 ὁμοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ ᾿Ιησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν.

11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ»

Περὶ τῆς Κυριακῆς Α᾽Λουκᾶ

25 Σεπτεμβρίου, 2022

Ἡ Θαυμαστή ἁλιεία Αὐτὸ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ περιστατικὰ ποὺ γίνονταν ὅταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Χριστοῦ.

Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διαλέξει καλλίτερο τόπο ἀπὸ μιὰ βάρκα, γιὰ νὰ Τὸν βλέπουν καὶ νὰ Τὸν ἀκοῦν ὅλοι. Στὴν παραλία ὑπῆρχαν δύο πλοιάρια κι οἱ ψαράδες ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ πλύσιμο τῶν διχτυῶν. Τὰ πλοιάρια αὐτὰ ἦταν κλασσικὰ μικρὰ ψαροκάικα, σὰν κι αὐτὰ ποὺ χρησιμοποιοῦνται καὶ σήμερα στὴ λίμνη Γεννησαρέτ.

Τὸ πλοιάριο ὅπου μπῆκε ὁ Κύριος ἀνῆκε στὸ Σίμωνα, τὸν μετέπειτα ἀπόστολο Πέτρο. Ὁ Κύριος ζήτησε ἀπὸ τὸ Σίμωνα ν’ ἀπομακρύνει λίγο τό πλοιάριο ἀπὸ τὴν ἀμμουδιὰ κι ἔπειτα κάθισε ἐκεῖ κι ἄρχισε νὰ διδάσκει τὰ πλήθη.

Τὴν ὥρα ποὺ ἔμπαινε στὸ πλοιάριο ὁ Κύριος στόχευε σὲ πολλοὺς στόχους. Πρῶτο, τοῦ ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ πλοιάριο, νὰ τοὺς βοηθήσει καὶ νὰ θρέψει τὶς ψυχές τους μὲ τὴ γλυκιὰ διδαχή Του.

Δεύτερο, ἤξερε πὼς οἱ ψαράδες ἦταν στενοχωρημένοι κι ἀπογοητευμένοι ἐπειδὴ ὅλη τὴ νύχτα εἶχαν κοπιάσει καὶ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι. Ἔτσι ἤθελε νὰ τοὺς παρηγορήσει μὲ μιὰ καλὴ ψαριά, νὰ ἱκανοποιήσει τὶς σωματικὲς κι ἄλλες ἀνάγκες τους, γιατί ὁ Θεὸς φροντίζει καὶ γιὰ τὸ σῶμα μας, ὅπως καὶ γιὰ τὴν ψυχή μας, εἶναι «ὁ διδοὺς τροφὴν πάση σαρκὶ» (Ψάλμ. 135, 25).

Τρίτο, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ψυχὲς τῶν ἐκλεκτῶν Του, ἐνισχύοντας τὴν πίστη τους σ’ Ἐκεῖνον, στὴν παντοδυναμία Του καὶ στὴν ἀπεριόριστη εὐσπλαχνία Του. Τελευταίο, μὰ σπουδαιότερο, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ κάνει ξεκάθαρο στοὺς μαθητές Του, καὶ μέσῳ αὐτῶν σ’ ὅλους ἐμᾶς, πώς μαζὶ μ’ Ἐκεῖνον καὶ μέσῳ Ἐκείνου, ὅλα εἶναι δυνατά· πὼς ὅλοι οἱ κόποι τῶν ἀνθρώπων χωρὶς τὴ βοήθειά Του εἶναι τόσο μάταιοι, ὅσο ἄδεια ἦταν καὶ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων ποὺ κόπιασαν ὅλη νύχτα καὶ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι.

Ὁ Κύριος πέτυχε το πρῶτο στόχο Του καὶ τώρα προχωροῦσε στὸ δεύτερο. Εἶπε λοιπὸν στὸν Σίμωνα νὰ πάει στὰ βαθιὰ καὶ νὰ ξαναρίξει τὰ δίχτυα.

Ὁ Σίμων δὲν ἤξερε ἀκόμα ποιὸς ἦταν ὁ Χριστός. Τὸν ὀνόμασε «ἐπιστάτη», δηλαδὴ «κύριο», τοῦ ἔδειξε σεβασμὸ δηλαδή, ὅπως ἔκαναν καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

Βρισκόταν μακριὰ ὅμως ἀπὸ τοῦ νὰ πιστέψει τὸν Χριστὸ ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Κύριο. Στὴν ἀρχὴ παραπονέθηκε πὼς εἶχαν κοπιάσει ὅλη νύχτα καὶ δὲν ἔπιασαν οὔτε ἕνα ψάρι, ἐπειδὴ σεβόταν τὸ Χριστὸ ὅμως ὡς καλὸ καὶ σοφὸ δάσκαλο, ἤθελε νὰ τὸν ὑπακούσει καὶ νὰ ξαναρίξει τὰ δίχτυα.

Ὁ Θεὸς δὲν ἀνταμείβει ποτὲ τοὺς κόπους τῶν ἀνθρώπων τόσο πολύ, ὅσο ἀνταμείβει μιὰ ὑπάκουη καρδιά. Ἡ ὁλοπρόθυμη ὑπακοὴ τοῦ Πέτρου ἀποδείχτηκε πολὺ μεγάλη, ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔθεσε ἀμέσως σὲ ἐφαρμογὴ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, μ’ ὅλο ποὺ πρέπει νὰ ἦταν κατάκοπος καὶ ἄυπνος, μούσκεμα καὶ ἀπογοητευμένος, μετὰ ἀπὸ μιὰ νύχτα ἄκαρπης προσπάθειας.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὑπακοὴ του ἀνταμείφθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ὑπακοὴ τῶν ψαριῶν, ἀφοῦ Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὰ ψάρια, τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ μὲ τὸ πνεῦμα Του νὰ συγκεντρωθοῦν καὶ νὰ γεμίσουν τὰ δίχτυα. Τὰ ψάρια δὲν ἔχουν φωνή.

Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ μὲ τὴ δική Του φωνὴ νὰ πᾶνε στὰ δίχτυα, ὅπως μὲ τὴ φωνὴ Του ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνέμους νὰ σταματήσουν καὶ στὴν ταραγμένη θάλασσα νὰ γαληνέψει.

Τὰ ψάρια δὲν ἄκουσαν τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ συναχτοῦν μέσα στὰ δίχτυα. Τὰ ‘φέρε ἐκεῖ ἡ δύναμή Του. Μὲ τὸ νὰ μαζευτοῦν στὰ δίχτυα τόσο πολλὰ ψάρια, ὁ Κύριος ἀντάμειψε πλούσια τὴν ὁλονύκτια προσπάθεια τῶν ψαράδων, ἐξανέμισε τὶς ἀνησυχίες τους καὶ κάλυψε τὶς σωματικὲς ἀνάγκες τους. Ἔτσι τὴν ἴδια μέρα πέτυχε καὶ τόν δεύτερο στόχο Του.

Σὰν εἶδε τόσο μεγάλο πλῆθος ἀπὸ ψάρια, ποὺ δὲν εἶχε δεῖ ποτὲ ὡς τότε στὴ ζωὴ τοῦ ὁ Σίμων κι ἕνας ἄλλος ποὺ ἦταν μαζί του στὴ βάρκα, ἔκανε σινιάλο στοὺς συναδέλφους του νὰ πλησιάσουν μὲ τὴ δική τους βάρκα.

Καὶ δὲν γέμισε μόνο ἡ βάρκα τοῦ Σίμωνα μὲ ψάρια, μὰ κι ἡ βάρκα τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννη. Καὶ γέμισαν τόσο πολύ, ὥστε ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ψαριῶν κινδύνευαν νὰ βουλιάξουν. Κι ἴσως νὰ εἶχαν βουλιάξει, ἂν δὲν ἦταν κοντά τους ὁ Κύριος.

Γεμάτος δέος ἀπὸ τὸ ἀναπάντεχο θέαμα, ὁ Πέτρος ἔπεσε γονατιστὸς στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Οὔτε γιὰ μιὰ στιγμὴ δὲν ἀμφέβαλε πώς τέτοια καλὴ ψαριὰ ὀφειλόταν στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸ πλοιάριο κι ὄχι στὶς δικές του προσπάθειες.

Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ συγκλόνισε τὸν Σίμωνα ὡς τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς του, γι’ αὐτὸ καὶ στὴ συνέχεια δὲν ὀνόμασε πιὰ τὸν Ἰησοῦ «ἐπιστάτη», ἀλλὰ «Κύριο». Κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει «ἐπιστάτης», «ἀφεντικό», μὰ μόνο ἕνας Κύριος ὑπάρχει.

Ὅταν ἄκουγε τὸ σοφὸ δάσκαλο νὰ διδάσκει τὰ πλήθη ἀπὸ τὸ πλοῖο ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν ἀκτή, ὁ Σίμων τὸν ὀνόμασε «Ἐπιστάτη» ἢ «Διδάσκαλο». Τώρα ὅμως ποὺ εἶδε τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ ἔργο Του, τὸν ὁμολόγησε «Κύριο».

Ἃς δώσουμε προσοχὴ στὸν τρόπο ποὺ μίλησε ὁ Σίμων στὸν Κύριο. Ἀντί νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη του καὶ τὸ θαυμασμό του γιὰ ἕνα τόσο μεγάλο θαῦμα, ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ». Τὸ ἴδιο δνὲ ζήτησαν  καί οἱ κάτοικοι τῶν Γαδάρων ἀπὸ τὸν Χριστὸ ὅταν θεράπευσε τὸν δαιμονισμένο; Τὸ ἴδιο ζήτησαν κι ἐκεῖνοι, μὰ δὲν εἶχαν τὸ ἴδιο κίνητρο μὲ τὸν Πέτρο.

Οἱ Γαδαρηνοὶ ἀπομάκρυναν τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸν τόπο τους ἀπὸ πλεονεξία, ἐπειδὴ οἱ δαίμονες ποὺ ἔβγαλε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο ὁδήγησαν τοὺς χοίρους στὸν πνιγμό. Ὁ Πέτρος ὅμως συνέχισε, λέγοντας: «ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμι». Ὁ λόγος ποὺ ζήτησε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ κοντά του, ἦταν ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ τῆς ἀναξιότητάς του.

Ἡ αἴσθηση αὐτὴ τῆς ἁμαρτωλότητας ἐνώπιόν του Θεοῦ εἶναι μιὰ πολύτιμη πέτρα γιὰ τὴν ψυχή. Ὁ Κύριος τὴν ἐκτιμᾶ περισσότερο ἀπ’ ὅλους τούς τυπικοὺς ὕμνους δοξολογίας κι εὐχαριστίας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ψάλλει πολλοὺς τέτοιους ὕμνους στὸν Θεὸ χωρὶς τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, δὲν ὠφελεῖται καθόλου.

Ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια, ἡ μετάνοια ὁδηγεῖ στὸν Χριστὸ κι ὁ Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὴν ἀναγέννηση. Ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας εἴναι τό ξεκίνημα στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

Στὸν φόβο ποὺ ἔνιωθε ὁ Πέτρος, καθὼς γονάτιζε μπροστά Του, ὁ εὔσπλαχνος καὶ πάνσοφος Κύριος ἀπάντησε: «μὴ φοβοῦ·ἀπὸ τοῦ  νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν». Ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι μιὰ θάλασσα γεμάτη πάθη, ἡ Ἐκκλησία Μου εἶναι πλοῖο καὶ τὸ Εὐαγγέλιό μου δίχτυ, ὅπου θ’ ἁλιεύσεις ἀνθρώπους. Χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτα.

Μαζί μου ὅμως θὰ ἔχετε τόσο καλὲς ψαριές, ποὺ θὰ γεμίσουν τὰ δίχτυά σας. Φτάνει νὰ εἶστε ὑπάκουοι σὲ Μένα, ὅπως κάνατε καὶ σήμερα. Καὶ τότε δὲν θὰ σᾶς φοβίζει κανένα βάθος καὶ ποτὲ δὲ θὰ γυρίσετε μὲ ἄδεια χέρια ἀπὸ τὸ ψάρεμα.

«Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῶ» (Λουκ. 5’ 11). Ἐγκατέλειψαν τὰ πλοιάρια. Ἄς τὰ πάρουν ἄλλοι κι ἃς τὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Ὁ Πέτρος ἄφησε καὶ τὸ σπίτι του καὶ τὴ γυναῖκα του. Ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης ἄφησαν τὸ σπίτι καὶ τὸν πατέρα τους. Κι ὅλοι τους τὸν ἀκολούθησαν. Γιά ποιὸ λόγο νὰ στενοχωρηθοῦν;

Δέν εἶχαν ἀγωνιστεῖ ὅλη νύχτα ἄσκοπα; Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα, θὰ μποροῦσε νὰ θρέψει κι αὐτοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές τους. Ἐκεῖνος ποὺ στολίζει τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ καὶ τὰ κάνει πιὸ θαυμαστὰ ἀκόμα κι ἀπὸ τὸ βασιλιὰ Σολομώντα, ὁ ἴδιος θὰ φροντίσει καὶ γιὰ τὸ δικό τους ντύσιμο. Ἡ τροφὴ καὶ τὸ ντύσιμο εἶναι τὸ ἐλάχιστο ποὺ ἔχουν νὰ φροντίσουν.

Ἐδῶ ὁ Κύριος τούς καλεῖ στὸ μέγιστο: στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν μπορεῖ νὰ τοὺς δώσει τὸ μέγιστο, εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν μπορέσει νὰ τοὺς δώσει τὸ ἐλάχιστο;

Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔγραψε ἀργότερα: «πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλλει περὶ ὑμῶν» (Α΄ Πέτρ. 5’ 7). Τέλος, ἂν Τὸν ὑπακοῦν ἀκόμα καὶ τὰ κωφάλαλα ψάρια στὸ νερό, πῶς δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, τὰ λογικὰ ὄντα;

Ὁλόκληρο τό περιστατικὸ αὐτὸ ἔχει κι ἕνα βαθύτερο νόημα. Τό πλοῖο σημαίνει τὸ σῶμα. Τὰ σχισμένα δίχτυα σημαίνουν τὸ παλιὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ βάθη τῆς θάλασσας σημαίνουν τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν ὁ Κύριος κατοικεῖ σ’ ἕναν ὑπάκουο ἄνθρωπο, τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἀκτὴ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου καὶ πηγαίνει ἀπὸ τὶς αἰσθητικὲς σκιὲς στὰ πνευματικὰ βάθη. Στὰ βάθη αὐτὰ ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύπτει τ’ ἀμέτρητα πλούτη τῶν δωρεῶν Του, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος ἀγωνιζόταν μάταια σ’ ὁλόκληρη τὴ ζωή του.

Οἱ δωρεὲς αὐτὲς εἶναι τόσο μεγάλες, ὥστε τὸ παλιὸ πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀντέξει καὶ σχίζεται. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος πὼς δὲν βάζουν καινούργιο κρασὶ σὲ παλιὰ ἀσκιά.

Ὅταν ὁ ὑπάκουος ἄνθρωπος βλέπει τ’ ἀναρίθμητα πλούτη τῶν δωρεῶν Του, γεμίζει δέος καὶ κατάπληξη τόσο γιὰ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες. Θὰ ἤθελε σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ φύγει ὁ Θεὸς ἀπὸ κοντά του κι ὁ ἴδιος νὰ γυρίσει στὸ παλιό του πνεῦμα καὶ στὴν παλιά του ζωή.

Μόλις ὅμως ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ κι ἡ εὐσπλαχνία Του ἀποκαλυφθοῦν στὸν ἄνθρωπο, τότε τοῦ φανερώνεται ἀκαριαία ἡ ἁμαρτωλότητα κι ἡ ἀναξιότητά του, ἡ ἀποξένωσή του ἀπ’ Αὐτόν.

Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ὁδηγηθεῖ στὰ βάθη. Δὲν θὰ λάβει σοβαρὰ τὴν κραυγὴ του «ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ». Ξέρει ὅτι ἡ κραυγὴ αὐτὴ βγαίνει ἀπὸ ἕναν ἄρρωστο ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ δίνει θάρρος καὶ τὸν παρηγορεῖ μὲ τὰ λόγια, «μὴ φοβοῦ».

Ὅταν ὁ Θεὸς χορηγεῖ σ’ ἕναν ὑπάκουο ἄνθρωπο τὰ θεϊκὰ κι ἀνεκλάλητα χαρίσματά Του, δὲν θέλει τὰ χαρίσματα αὐτὰ νὰ σταματήσουν σ’ ἐκεῖνον, ὅπως τὸ τάλαντο ποὺ ἔκρυψε ὁ πονηρὸς δοῦλος στὴ γῆ. Ὁ Θεὸς ζητάει ἀπὸ τὸν ὑπάκουο ἄνθρωπο νὰ μοιραστεῖ τὰ χαρίσματά του μὲ ἄλλους.

Γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος κάλεσε τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἄλλου πλοιαρίου νὰ κάνουν χῶρο γιὰ νὰ βάλουν κι ἐκεῖ ψάρια. Μοίρασαν τὴ σοδειά τους μὲ τοὺς ἀδελφοὺς Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, καθὼς καὶ μὲ τοὺς συντρόφους τους. Ὁ Ἰάκωβος, ὁ Ἰωάννης κι οἱ σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αὐτοὶ γιὰ νὰ σύρουν τὰ δίχτυα, ν’ ἀδειάσουν τὰ ψάρια καὶ νὰ κωπηλατήσουν ὡς τὴν ἀκτή. Κάθε ὑπάκουος ἄνθρωπος ποὺ λαβαίνει τὸ δῶρο του ἀπὸ κάποιον ἄλλον, πρέπει νὰ ξέρει πὼς τὸ δῶρο αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὄχι ἀπὸ ἄνθρωπο.

Ἔτσι πρέπει ἀμέσως, χωρὶς χρονοτριβή, ν’ ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴ διατήρηση, τὸν πολλαπλασιασμὸ καὶ τὴ μετάδοση τοῦ δώρου.

Ἡ εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπή εἶναι γεμάτη ἀπὸ διδαχὲς γιὰ μᾶς, γιὰ τὴ γενιά μας, ὅπως καὶ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων ἦταν γεμάτα ἀπὸ τὰ εὐλογημένα ψάρια. Ἄς μποροῦσαν οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι νὰ πάρουν ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο τουλάχιστον τό μάθημα τῆς ὑπακοῆς στὸν Θεό! Ὅλες οἱ ἄλλες διδαχὲς τότε θὰ ἦταν ἀκόλουθές της κι ὅλα τά καλὰ ποὺ ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου θ’ ἁλιεύονταν στὰ χρυσὰ δίχτυα τῆς εὐαγγελικῆς ὑπακοῆς.

Ἔχουμε μπροστὰ μας δύο παραδείγματα ὑπακοῆς: τὴν ὑπακοὴ τῶν ψαριῶν καὶ τὴν ὑπακοὴ τῶν ἀποστόλων. Ποιὰ ἀπὸ τὶς δύο εἶναι πιὸ σπουδαία; Αὐτὸ εἶναι αὐταπόδεικτο.

Τὰ ψάρια ὑπακοῦνε στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ θυσιάζουν τὴ ζωή τους στὰ πόδια Του. Ὁ Κύριος τά δημιούργησε γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου.

Προσέξτε ὅμως πῶς τὰ ψάρια λειτουργοῦν καὶ γιὰ τὴν πνευματική του ἀνάγκη. Σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, στοὺς ἐπαναστατημένους κι ἀνυπάκουους ἀνθρώπους, λειτουργοῦν ὡς παράδειγμα ὑπακοῆς στὸν Δημιουργό τους.

Τὰ ψάρια αὐτὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν περισσότερο γνωστὰ ἂν εἶχαν ἀφεθεῖ νὰ ζήσουν καὶ νὰ κολυμποῦν στὴ Λίμνη τῆς Γεννησαρέτ. Ἐξαγόρασαν τὴ ζωή τους μὲ τὴ μεγάλη τιμὴ νὰ ὑπηρετήσουν τὸ σχέδιο τοῦ Κυρίου, τοῦ Λυτρωτῆ, σὰν παράδειγμα καὶ ἐπίπληξη στὸν ἀνυπάκουο ἄνθρωπο. Τ’ ἀνεξιχνίαστο ἔλεος τοῦ Κυρίου εἶναι φανερὸ ἐδῶ:

Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ ὅλα τά πλάσματά Του γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὸν δρόμο ποὺ ἔχασε, νὰ τὸν ἀφυπνίσει, νὰ τὸν διεγείρει καὶ νὰ τὸν ὑψώσει πάλι στὴν προτέρα του ἀξία καὶ δόξα.

Τὸ παράδειγμα τῆς ὑπακοῆς τῶν ἀποστόλων εἶναι ἐπίσης συγκινητικό. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι συνήθως ἔχουν πιὸ στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὰ σπίτια καὶ τὶς οἰκογένειές τους ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους. Οἱ κοσμικοὶ ἔχουν πολλοὺς καὶ ποικίλους δεσμοὺς μὲ τὸν κόσμο. Κι ἂν ἀκόμα χαλαρώσει ἕνας δεσμός τους, ἔχουν πολλοὺς ἄλλους.

Κι ὅμως, οἱ ἁπλοὶ ψαράδες τά ἐγκατέλειψαν ὅλα, ἔσπασαν τοὺς λίγους ἀλλὰ πολὺ δυνατοὺς δεσμούς τους μὲ τὸν κόσμο, μὲ τὰ σπίτια καὶ τὶς οἰκογένειές τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Κύριο στὰ μεγάλα καὶ πλούσια πνευματικὰ βάθη χωρὶς νὰ πάρουν τίποτα μαζί τους, παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό τους. Ὁ χρόνος ἔδειξε πώς ὁ Κύριος τούς ἀντάμειψε πλούσια γιὰ τὴν ὑπακοή τους.

Ἀναδείχτηκαν στῦλοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ καὶ μεγάλοι ἅγιοι στὴν οὐράνια βασιλεία Του. Ἄς βιαστοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς ν’ ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμα τῆς ὑπακοῆς τους. Ἡ νύχτα τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς μας τελειώνει.

Ὅλοι οἱ κόποι τῆς νύχτας εἶναι ἔτσι κι ἀλλιῶς μάταιοι, τὰ δίχτυα μας εἶναι ἄδεια, οἱ καρδιὲς μας γεμάτες κακία, οἱ ψυχὲς κι ὁ νοῦς μας λιμοκτονοῦν, ἀφοῦ ἔχουν στερηθεῖ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ἁγίου. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Κυριακή μετά την Ύψωσιν (Μάρκ. 8,34-9,1)

18 Σεπτεμβρίου, 2022

Εἶπεν ὁ Κύριος·

34. ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι.

35. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.

36. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;

37. ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;

38. ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

1. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Κυριακή προ της Υψώσεως (Ιωάν. 3,13-17)

11 Σεπτεμβρίου, 2022

Εἶπεν ὁ Κύριος·

13. οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ.

14. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15. ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

16. οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

17. οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.

Μητρ.Σουρόζ Αντώνιος Bloom (περί τῆς Κυριακῆς τῆς πρὸ τῆς Ὑψὼσεως)

11 Σεπτεμβρίου, 2022

Στή σημερινή περικοπή τοῦ Ευαγγελίου, λέμε ὅτι ο Θεός δὲν ἔστειλε τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ στὸν κόσμο γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλά γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο.

Ὁ Ζωντανὸς Θεός γίνεται ἡ ἀλήθεια τοῦ ζῶντος ἀνθρώπου, μοιράζεται μαζί του ὅλη τὴν ἀνθρώπινη μοίρα, τὴν κατάσταση τοῦ δημιουργήματος ἑνός πεπτωκότος κόσμου, ὅλα τά δεινά, περιλαμβάνοντας καὶ τὴν τραγωδία τοῦ θανάτου, πού περιέχει καὶ τὴν τραγική ἀπώλεια τῆς συναίσθησης τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Πατέρα: Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειπες;

Καὶ σωζόμαστε, μὲ τὴν ζωή Του, καὶ τὸν θάνατό Του, καί τὰ λόγια Του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τὶ ποιοῦσι» (Πατέρα, συγχώρησέ τους, δεν ξέρουν τὶ κάνουν). Ἀλλά αὐτά τὰ λόγια μπορεῖ νὰ ταιριάζουν καὶ σὲ μᾶς πού ξέρουμε, θά μπορούσαμε νὰ ξέρουμε – δὲν ἔχουμε ἀκούσει τὸ Εὐαγγέλιο; Δὲν ἔχουμε ἀκούσει τὶ ἔπαθε ὁ Χριστός, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτωλότητάς μας;

Δὲν εἴμαστε λοιπόν γνῶστες ὅτι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ταιριάζουν σ’ ὅλους μας; Κι ὄμως ὑπάρχει μιὰ διαφορά.

Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, λέει σὲ κάποιον ἀπό τοὺς ἐπισκέπτες του: “Ναί, νὰ εἶσαι βέβαιος γιὰ τὴ συγχωρητικότητα τοῦ Θεοῦ, νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι ὁ Θεός ἀπαντᾶ στὶς προσευχές σου, ἀλλά θυμήσου ἕνα πράγμα ὅτι τὸ τίμημα πού Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νἄχει τὴ δύναμη τῆς συγχώρησης, κι ἄς μὴν Τοῦ ζητᾶμε κάτι λίγο γιὰ συγχώρηση, κι ἄς μὴν ἐρχόμαστε ἀνάξιοι στὴν προσευχή σ’ Ἐκεῖνον, γιατί ὁ θάνατος Του, συνηγορεῖ στὴ συγχώρησή μας. Καὶ δὲν μποροῦμε χωρίς μιὰ ἀνταπόκριση ἀπό τὸ βαθύτερο εἶναι μας στραμμένο πρὸς τὸν Θεό νὰ ζητᾶμε τὴ συγχώρηση μὲ τὸ κόστος τοῦ θανάτου Του, καὶ συγχρόνως νὰ μὴν Τοῦ προσφέρουμε τίποτε, τίποτε παρά μόνον τὴν ἐπιθυμία μας νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι ἀπό τὸ φορτίο πού μᾶς συνθλίβει.

Καὶ ἄν ἀναρωτιόμαστε τὶ νὰ Τοῦ προσφέρουμε, σᾶς λέω ὅτι μποροῦμε νὰ Τοῦ προσφέρουμε πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴν εὐχαριστία μας.

Μιὰ εὐχαριστία γι’ αὐτή τὴν ἀγάπη πού ἀπό μόνη της μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει, μιὰ ἀγάπη τόσο μεγάλη πού Ἐκεῖνος ἀποδέχθηκε ὄχι μόνο τὴν ἀνθρώπινη μοίρα μας, ἀλλά τὸ νὰ χάσει τὴν κοινωνία μὲ τὸν Πατέρα, μὲ σκοπό νὰ βρεῖ τὴν ταυτότητά Του μὲ μᾶς, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους καὶ νὰ ἐκτιμήσει, Αὐτός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας μείνει χωρίς Θεό, πάνω στὸν Σταυρό, καὶ νὰ ἱκετεύσει γιὰ μᾶς πού πρέπει νὰ συγχωρηθοῦμε….

Ἀλλά ἐδῶ ὑπάρχει κάτι ἀκόμα πού μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπό τή σημερινή εὐαγγελική περικοπή : Ἡ ἱστορία τῆς γυναίκας πού μοίχευσε. Αὐτή ἡ γυναίκα ἔχοντας ἁμαρτήσει, ἐλεύθερα, ἐλαφρόμυαλα, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνει, γιατί ἦταν μία ἀπό ἐκείνους πού δέν ξέρουν τὶ κάνουν. Καί ξαφνικά βρίσκεται πρόσωπο μὲ πρόσωπο μ’ Ἐκεῖνον πού εἶπε ὅτι ἡ ἁμαρτία «πέθανε».

Θεωροῦσε δεδομένο, καὶ ἡ Παλαιά Διαθήκη διακήρυττε ὅτι τῆς πρέπει θάνατος. Κι αὐτή ἔρχεται στὸν Χριστό, μὲ τὸ πλῆθος τὸ ὁποῖο ἤθελε νὰ τῆς ἀποδοθεῖ ἡ τιμωρία μὲ τὴ σκληρότητα τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, χωρίς ἔλεος. Κι ὁ Χριστός εἶδε ὅτι ἐκείνη τὴ στιγμή ἐκείνη εἶχε καταλάβει τά πάντα. Ἤξερε ὅτι ἡ ἁμαρτία σημαίνει θάνατος, μιὰ ἀπόλυτη καταστροφή στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού πεθαίνουν χωρισμένοι ἀπ’ τὸν Θεό. Γιατί μόνον στόν Χριστό, μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν δρόμο μας γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε σ’ Ἐκεῖνον.

Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος ἀπό τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη; Τὸν τόπο τῆς ἀθεράπευτης κι ἀπόλυτης ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη ἤξερε ὅτι ὅλα τελειώνουν, ὄχι μόνο ὅσα συνέβησαν κάποτε, ἀλλά ὅτι ἡ αἰωνιότητα θα γίνει γι’ αὐτή σκοτάδι καὶ θάνατος: ἄν μόνο μποροῦσε να ἐπιστρέψει στὴν παροῦσα ζωή, γιά νὰ μετανοήσει, ἄν εἶχε χρόνο νὰ ζήσει μιὰ ζωή τέτοια πού νά εἶναι ἀντάξια τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἑαυτό της, τότε ἀσφαλῶς θα τό ἔκανε!

Κι αὐτό ὁ Θεός τὸ εἶδε σ’ αὐτήν, αὐτός ἦταν κι ὁ λόγος πού στράφηκε στοὺς δικαστές, τοὺς ἁμαρτωλούς ἄνδρες καὶ γυναῖκες, πού ἑτοιμάζονταν νὰ σκοτώσουν τὴ γυναίκα γιὰ τὶς ἁμαρτίες της, ἐνῶ ἐκεῖνοι δὲν ἀντιλαμβάνονταν τή δική τους ἁμαρτωλότητα κι ὅτι κουβαλοῦσαν θάνατο στοὺς ὤμους τους ἐξ αἰτίας τοῦ ἑαυτοῦ τους·

«Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλλέτω» (Αὐτός πού δεν ἔχει ἁμαρτίες ἀπό σᾶς ἄς ρίξει τὶς πρῶτες πέτρες) – καὶ κανείς δὲν τόλμησε, γιατί ἐκείνη τὴ στιγμή, αὐτές οἱ λέξεις τόσο ἁπλές καὶ τόσο ἄμεσες, τοὺς ἔκαναν νὰ συνειδητοποιήσουν τὴν ἀλήθεια, ὅτι: Ναί,  οὔτε ἕνας δὲν ἦταν χωρίς ἁμαρτία, κι ὅλοι ἐρήμην τοῦ Θεοῦ ἄφηναν τὴν ἀξιοπρέπεια, πρόδιδαν τὸ ἐπάγγελμά τους, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ἑτυμηγορία γιὰ αὐτούς ἀπό μιὰ ἀπόφαση θανάτου: Δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ προφέρουν γιὰ τὴν γυναῖκα, γιατὶ αὐτό θα σήμαινε ὅτι θἄπρεπε νὰ τὸ ποῦν καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους.

Κι ὁ Χριστός πού γνώριζε τὶς καρδιές, ὅσων ὑπῆρξαν πρίν ἀπό Ἐκεῖνον, γνώριζε ὅτι ἡ γυναῖκα εἶχε περάσει ἀπό τὶς πύλες τοῦ θανάτου, κι ἐπέστρεψε ἀπό μιὰ θεϊκή ἐνέργεια πού τὴν ἀνάστησε: Ναί, πράγματι, τὴν ἐπανέφερε ἀπό ἕναν ἀναμενόμενο ἀλλά βέβαιο θάνατο. Καὶ τῆς εἶπε: Ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι πού σὲ καταδικάζουν; Κανείς δὲν τὸ κάνει πιά; -Ὄχι. -Οὔτε ἐγώ σὲ καταδικάζω· πήγαινε ἐν εἰρήνῃ, καὶ μὴν ἁμαρτήσεις πιά!

Κι αυτές οἱ λέξεις πῆγαν στὴν καρδιά της, αὐτές οἱ λέξεις πράγματι ἔγιναν ὁ νόμος τῆς ζωῆς της, ἐπειδή ἐκείνη ἤξερε στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή της, στὴν καρδιά καί τὸ μυαλό της, σ’ ὅλο της τὸ εἶναι ὅτι ἁμαρτία σημαίνει θάνατος. Καὶ δέχθηκε τὴ συγγνώμη πού σημαίνει ζωή!

Ἄς σκεφθοῦμε, ὁ καθένας μας, ὅταν ἐρχόμαστε γιὰ ἐξομολόγηση, ὅταν παίρνουμε τὴν συγχώρηση ἀπό τοὺς ἀλλους, ὅταν μᾶς παρακαλοῦν νὰ συγχωρήσουμε, πῶς στεκόμαστε; Ἔχουμε συναίσθηση ὅτι ὁ θάνατος ἐργάζεται μέσα μας ἐπειδή χάσαμε τὸν Θεό, τὴν ἁμαρτωλότητά μας; Αὐτή ἡ γυναῖκα δὲν ἤξερε τὶ εἶχε κάνει, ἀλλά ἐμεῖς ἔχουμε τὸ Εὐαγγέλιο πού μᾶς μιλᾶ. Ἔχουμε τὸν Χριστό πού μᾶς μιλᾶ, γνωρίζουμε τά πάντα. Πῶς στεκόμαστε;

Ἄς διδαχθοῦμε ἀπό αὐτήν· ἄς μάθουμε ἐπίσης ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι πού ἦρθαν φορτωμένοι μὲ πέτρες γιὰ νὰ λιθοβολήσουν τὴν ἁμαρτωλή καὶ συνειδητοποίησαν ὅτι ἦταν μπλοκαρισμένοι στὴν ἴδια τραγωδία τῆς ἁμαρτίας, μπόρεσαν νὰ τὴν καταδικάσουν. Γιατί αὐτό θα σήμαινε ὅτι καταδικάζουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὸν ἴδιο θάνατο.

Τὸ γνωρίζουμε αὐτό ὅταν ἐμεῖς ἀρνούμαστε σέ ἄλλους τὴν συγχώρηση; Δὲν μιλῶ γιὰ μιὰ συγχώρηση μ’ ἐλαφρότητα, πού προφέρεται ἔτσι εὔκολα, ἀλλὰ νὰ συγχωρήσουμε ἀπ’ τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας; Μποροῦμε νὰ ποῦμε στὸν Θεό: Συγχώρησέ με, ὅπως συγχωρῶ;

Ἄς σταθοῦμε σ’ αὐτή την σκέψη, ἀλλά καὶ στὴν νικηφόρα χαρά, ὅτι ὁ Θεός ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλά γιὰ νὰ τὸν σώσει! Ἡ σωτηρία εἶναι στὰ χέρια μας! Ἀπομένει σὲ μᾶς νὰ τὴν ἀποδεχθοῦμε. Προσφέρεται δωρεάν, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι χάρισμα καί ἐξαγορά.  Ἀμήν.

Μητρ.Σουρόζ Αντώνιος Bloom

Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου (Ματθ. 19,16-26)

4 Σεπτεμβρίου, 2022

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, νεανίσκος τίς προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων·

16. διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;

17. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς.

18. λέγει αὐτῷ· ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις,

19. τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.

20. λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;

21. ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.

22. ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.

23. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

24. πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.

25. ἀκούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· τίς ἄρα δύναται σωθῆναι;

26. ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.

Περὶ πλούτου καὶ πλουσίων

4 Σεπτεμβρίου, 2022

 

κούσατε σήμερα τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα περὶ τοῦ πλουσίου νεανίσκου, ὁ ὁποῖος δέν ἤθελε νά μοιράσει τὴν περιουσία του προκειμένου νά γίνει κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Τότε ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητὲς Του ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νά περάσει καμήλα ἀπὸ βελονότρυπα παρὰ νά μπεῖ πλούσιος στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Γιατὶ εἶναι δύσκολο; Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ μεταξὺ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ κυριαρχοῦσε ἡ γνώμη ὅτι ὁ πλοῦτος εἶναι εὐλογία τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ τοὺς πλουσίους ἀνθρώπους τοὺς σέβονταν καὶ τοὺς ἐκτιμοῦσαν πολύ.

Ὅταν ὁ Κύριος εἶπε ὅτι ὁ πλοῦτος εἶναι ἐμπόδιο νά εἰσέλθει κανεὶς στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, οἱ κατάπληκτοι μαθητὲς Του Τὸν ῥώτησαν: «Τὶς ἄρα δύναται σωθῆναι» (Μτ. 19, 25).

Καί αὐτοὶ εἴχαν τὴν γνώμη ὅτι οἱ πλούσιοι ἔχουν τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἂν οἱ πλούσιοι δέν θὰ σωθοῦν, τότε ποιός θὰ σωθεῖ; Ὁ Κύριος τοὺς ἀπάντησε: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λκ. 18, 27).

Ἂς σκεφτοῦμε καλύτερα αὐτὰ τὰ λόγια. Ὅταν ἐκεῖνος ὁ νέος εἶπε στόν Κύριο τὴν ἐπιθυμία του νά Τὸν ἀκολουθήσει, ὁ Κύριος τὸν ῥώτησε: «Γνωρίζεις τίς ἐντολές;» «Ναί», ἀπάντησε ἐκεῖνος, «βεβαίως, γνωρίζω ὅλες τίς ἐντολὲς καὶ ἀπὸ μικρός τίς τηρῶ».

Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἔδειξε, καὶ σ’ αὐτὸν καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἄλλους ὅτι δέν εἶναι ἀρκετὸ νά τηρεῖ κανεὶς μόνο τίς ἐντολὲς τοῦ παλαιοῦ Νόμου, δηλαδὴ ἐκεῖνες τίς δέκα ἐντολές πού καὶ ἐσεῖς τίς γνωρίζετε.

Γιατὶ δέν εἶναι ἀρκετό; Οἱ Ἑβραῖοι ἤταν σίγουροι ὅτι οἱ ἐντολὲς εἶναι τὸ πᾶν· ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολὲς εἶναι καθαρὸς καὶ ἅγιος καὶ θὰ γίνει κληρονόμος τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Κύριος ὅμως εἶπε ὅτι τὰ πράγματα καθόλου δέν εἶναι ἔτσι.

Τὶ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ἐντολὲς τοῦ παλαιοῦ Νόμου; Ἡ πρώτη ἐντολὴ διδάσκει νά προσκυνοῦν οἱ ἄνθρωποι τὸν Ἕνα καὶ μοναδικὸ Θεό, μόνο Αὐτὸν νά τιμοῦν καὶ νά μὴν ἔχουν ἄλλους θεοὺς ἐκτὸς ἀπ’ Αὐτόν.

Ἡ δεύτερη ἐντολὴ ἀπαγορεύει νά προσκυνοῦν οἱ ἄνθρωποι τὰ εἴδωλα. Αὐτό τί σημαίνει; Ὅτι ὅλοι ὅσοι δέν προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα αὐτόματα γίνονται καθαροὶ καὶ ἅγιοι; Ἐμεῖς ὅλοι προσκυνοῦμε Ἕνα Θεό. Ὅλοι εἴμαστε ἅγιοι;

Ὁ Νόμος ὑπαγορεύει νά σεβόμαστε τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα μας. Μήπως αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἴμαστε ἅγιοι ἐπειδὴ σεβόμαστε τοὺς γονεῖς μας καὶ δέν τοὺς πετᾶμε στόν δρόμο ὅταν γερνοῦν; Μήπως αὐτό καὶ μόνο μᾶς κάνει δικαίους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;

Οἱ ἐντολὲς λένε νά μὴ μοιχεύουμε, νά μὴ φονεύουμε, νά μὴν κλέβουμε, νά μὴ ζηλεύουμε τὸν πλησίον μας, νά μὴν ἐπιθυμοῦμε τίποτα ἀπ’ τὰ δικὰ του καὶ νά μὴν ἐπιθυμοῦμε τή γυναῖκα του.

Καὶ αὐτό τί σημαίνει; Ἄν δέν εἴμαστε δολοφόνοι, δέν εἴμαστε κλέφτες, οὔτε πόρνοι, οὔτε ψευδομάρτυρες, ἂν ἀπὸ ζήλεια δέν ἁρπάζουμε τὴν περιουσία τῶν συνάνθρώπων μας, αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἴμαστε καθαροὶ καὶ ἅγιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;

Ὅλες οἱ ἐντολὲς τοῦ παλαιοῦ Νόμου εἰναι ἀρνητικές καὶ λένε νά μὴν εἴμαστε αὐτοὶ καὶ αὐτοί. Δέν λένε ὅμως πῶς πρέπει νά εἴμαστε.

Ἀπαγορεύουν μόνο νά κάνουμε τίς πιὸ χονδρές, τὶς πιὸ ἄσχημες ἁμαρτίες. Οἱ ἐντολὲς αὐτὲς προορίζονταν γιά ἕνα λαὸ σκληρό, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἔκαναν τὰ πρῶτα ἁπλὰ βήματα για τή διορθώσή τους.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε ὅτι δέν ἦλθε νά καταργήσει τὸν Νόμο ἀλλὰ νά τὸν «πληρώσει». Ἡ λέξη αὐτὴ ἔχει δύο σημασίες -«ἐκπληρώνω» καὶ «συμπληρώνω».

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ἕνα καινούριο Νόμο, ὁ ὁποῖος εἶναι πιὸ τέλειος σὲ σύγκριση μέ τὸν παλαιὸ Νόμο τοῦ Μωυσέως. Μᾶς ἔδωσε τίς ἐννέα σωτήριες ἐντολὲς τῶν Μακαρισμῶν. Μᾶς λέει ὅτι καθαροί καὶ ἅγιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι αὐτοί πού δέν κλέβουν καὶ δέν φονεύουν, δέν εἶναι αὐτοί πού τηροῦν τίς ἐντολὲς τοῦ νόμου τοῦ Σινᾶ, ἀλλὰ αὐτοί πού εἶναι πνευματικὰ τέλειοι.

Αὐτοί πού εἶναι γεμᾶτοι ταπείνωση, αὐτοί πού χύνουν δάκρυα γιά τὶς ἁμαρτίες τους καὶ τὴν ἀδικία πού βλέπουν στόν κόσμο. Αὐτοί πού μέ συντετριμμένη καρδιά βλέπουν τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοὶ θὰ κληρονομήσουν τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Μακαρίζει τούς πράους, αὐτούς πού διψοῦν καὶ πεινοῦν τήν ἀλήθεια, τούς ἐλεήμονες καὶ τούς εἰρηνοποιούς. Ὑπόσχεται τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτοὺς πού διώκονται γιά τὴν ἀλήθεια, σ’ αὐτούς πού οἱ ἄλλοι τοὺς χλευάζουν καὶ λοιδοροῦν γιά τὸ ὄνομά Του.

Αὐτός, συνεπῶς, εἶναι καθαρὸς καὶ ἅγιος, πού εἶναι τέλειος πνευματικά. Καὶ ὁ Κύριος ἀπὸ ὅλους μας ζητάει νά εἴμαστε τέλειοι πνευματικὰ ὅπως εἶναι τέλειος ὁ Ἐπουράνιος Πατέρας μας.

Ὁ Κύριος στήν ἐπὶ τοῦ ὅρους ὁμιλία Του μᾶς ἔδωσε τέτοιες ἐντολές πού κάνουν τὴν καρδιά μας νά τρέμει. Μᾶς δίδαξε πῶς νά μὴν φροντίζουμε γιά τὸ αὔριο, πῶς νά συγχωροῦμε τοὺς ἐχθροὺς μας καί νά τοὺς ἀγαπᾶμε, πῶς νά δώσουμε στόν ἄλλον τὸ τελευταῖο μας πουκάμισσο.

Καὶ ὅμως ὅλα αὐτὰ πρέπει νά τὰ κάνουμε γιά νά γίνουμε τέλειοι.

Στόν νεαρό πού ἤθελε νά γίνει τέλειος καί εἶχε ἤδη ἐκπληρώσει ὅλο τὸν παλαιὸ Νόμο ὁ Χριστὸς εἶπε: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Μτ. 19, 21).

Καί μόλις τὸ ἄκουσε ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος ἔφυγε λυπημένος γιατὶ εἶχε μεγάλο πλοῦτο καὶ δέν μπόρεσε νά κάνει αὐτό πού τοῦ ζητοῦσε ὁ Κύριος.

Γιατὶ ὁ Κύριος τοῦ ζήτησε νά πουλήσει ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νά δώσει στούς φτωχούς; Γιατί τὸ νά ἔχει κανεὶς μεγάλο πλοῦτο εἶναι τελείως ἀσυμβίβαστο μέ τὸ νά ζεῖ σύμφωνα μέ τίς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος πρᾶος καὶ ταπεινὸς νά χύνει συνέχεια δάκρυα βλέποντας νά ὑποφέρουν οἱ ἀδελφοὶ του καὶ νά πολλαπλασιάζει ταυτόχρονα τὸν πλοῦτο του, νά χτίζει καινούρια σπίτια, νά ἀγοράζει καινούρια ἄλογα καὶ ἀκριβὰ ῥοῦχα;

Σίγουρα δέν μπορεῖ, γιατὶ ἂν εἶναι σπλαχνικὸς θὰ μοιράζει συνέχεια αὐτά πού ἔχει. Καὶ τότε ὅταν μοιράσει ὅλα θὰ ἐκπληρώσει τὸν Νόμο τοῦ Χριστοῦ. Ἄν κρατάει γιά τὸν ἑαυτὸ του τὸν πλοῦτο του, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀγαπάει τὸν ἑαυτὸ του πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν πλησίον του.

Ἀλλὰ ὁ Κύριος εἶπε νά ἀγαπάμε τὸν πλησίον μας σὰν τὸν ἑαυτὸ μας. Καί ἄν ἔτσι ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας δέν θὰ δώσουμε στόν ἀνήμπορο καὶ τὸν πεινάσμένο ὅλα ὅσα ἔχουμε; Θά μπορέσουμε τότε νά ζοῦμε ἔτσι ὅπως ζοῦν οἱ πλούσιοι;

Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὅτι, ἂν δέν θέλουμε νά ἀφήσουμε τὸν πλοῦτο μας, δέν θά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, διότι σ’ αὐτὴ τήν περίπτωση παραμένουμε σκληρόκαρδοι καί μισάνθρωποι ἐγωιστές. Ἀλλά μποροῦν νά ἔχουν τέτοιοι ἄνθρωποι θέση στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;

«Πιό εὔκολα νά περάσει καμήλα ἀπὸ βελονότρυπα, παρὰ νά μπεῖ πλούσιος στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ποιά σχέση ὅμως ἔχουν ὅλα αὐτά μέ μᾶς, τοὺς ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν πλοῦτο; Ἔχουν ἀμέση σχέση.

Σκεφθεῖτε τὶ εἶναι αὐτὸ πού βλάπτει τὴν ψυχὴ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν πλοῦτο; Τὴν βλάπτει τὸ ὅτι τὰ γήινα ἀγαθά, τὶς διάφορες ἀπολαύσεις, τὴν πολυτέλεια τά βάζουν πάνω ἀπ’ ὅλα.

Τὰ θεωροῦν πιὸ σημαντικὰ καὶ ἀπὸ τὰ πνευματικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἀποκτοῦν ἐκεῖνοι, πού μπορεῖ νά μὴν ἔχουν ὑλικὰ ἀγαθά, ἔχουν ὅμως τὸν μεγάλο πλοῦτο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον.

Αὐτός πού εἶναι προσκολλημένος στά γήινα, ποὺ ζητᾶ ἀπολαύσεις, αὐτὸς πάσχει ἀκριβῶς ἀπ’ ἐκεῖνο τὸ πάθος πού δέν ἀφήνει τοὺς πλουσίους νά εἰσελθουν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι λίγοι μεταξὺ μας αὐτοί πού ἂν καὶ δέν ἔχουν λεφτὰ καὶ κάποιες φορὲς δέν ἔχουν καὶ τὰ ἀπαραίτητα, θέλουν ὅμως λεφτά, θέλουν ἀπολαύσεις καὶ διασκεδάσεις.

Αὐτοί δέν ἁμαρτάνουν, γιατὶ ἁπλῶς δέν ἔχουν τὴ δυνατότητα νά ἁμαρτήσουν. Καὶ ἂν εἴχαν θὰ ἔκαναν καὶ ἐκεῖνοι τίς ἴδιες ἁμαρτίες σὰν ἐκεῖνον τὸν πλούσιο στήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ὁποίου καθόταν ὁ Λάζαρος ἕτοιμος νά πεθάνει ἀπὸ φτώχεια καὶ πεῖνα.

Ἂν ἐμεῖς, παρ’ ὅλο πού δέν εἴμαστε πλούσιοι, ζητᾶμε τίς ἀπολαύσεις καί τίς χαρὲς τῆς ζωῆς, ἂν ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ εὐημερία, ἂν ὅλες οἱ σκέψεις μας εἶναι πῶς νά περάσουμε καλύτερα σὲ αὐτὴ τὴν ζωὴ καὶ μόνο αὐτὸ ἐπιδιώκουμε, τότε σίγουρα εἴμαστε μακριὰ ἀπ’ αὐτό πού ζητάει ὁ Κύριος. Διότι ἄνθρωποι πού ἐπιζητοῦν τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἄνθρωποι ἐλεήμονες, αὐτοὶ ἐπιδιώκουν μόνο τὸ νά εἶναι κοντὰ στόν Θεό, νά ἔχουν κοινωνία μαζὶ Του, ζητοῦν τὴ Χάρη καὶ τὴν ἀγάπη Του, θέλουν νά εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ.

Πολλὲς φορὲς ὁ φτωχότερος ἄνθρωπος, ποὺ δέν ἔχει τίποτα πάνω στή γῆ, ἀλλὰ διακονεῖ τὸν Θεό, εἶναι πιὸ πλούσιος ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πλουσιότερους ἀνθρώπους τοῦ κόσμου.

Ὁ πλοῦτος του εἶναι ἡ Θεία Χάρη, ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ συμπάθεια γιά τοὺς πεινασμένους καὶ δυστυχισμένους ἀδελφοὺς του. Ἀλλὰ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ὁ πλοῦτος τους εἶναι ἡ θερμὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τώρα εἶναι εὔκολο νά καταλάβουμε τὴν ἀπάντηση πού ἔδωσε ὁ Χριστὸς στήν γεμάτη ἀπορία ἐρώτηση τῶν μαθητῶν Του: «Καί τίς δύναται σωθῆναι;» (Λκ. 18, 26). Ἡ ἀπάντησή Του ἤταν: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λκ. 18, 27).

Γιά τὸν Θεὸ τὰ πάντα εἶναι δυνατά. Αὐτὸς μπορεῖ νά στερήσει τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν τοὺς σκληρόκαρδους καὶ ἄσπλαχνους πλουσίους ἀνθρώπους. Καὶ μπορεῖ νά δώσει τὴ μεγαλύτερη χαρὰ ἐν Κυρίῳ στούς πιὸ φτωχοὺς καὶ τοὺς πιὸ περιφρονημένους ἀνθρώπους πού πεθαίνουν τῆς πείνας.

Ὁ Θεὸς μπορεῖ ὅλους νά τούς σώσει. Μπορεῖ νά σώσει καὶ τὸν πλούσιο, ἂν ἐκεῖνος μετανοήσει, ἂν μισήσει τὸν πλοῦτο του καὶ κάνει πράξη τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καί… δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Μτ. 19, 21).

Αὐτό τὸ ἔκανε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἁγίους ὁ ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας. Ὅταν ἤταν εἴκοσι χρόνων οἱ γονεῖς του πέθαναν καὶ ἐκεῖνος ἔγινε κληρονόμος μιᾶς μεγάλης περιουσίας. Μιά μέρα ἄκουσε στήν ἐκκλησία αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Μτ. 19, 21).

Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση, μπῆκαν βαθιὰ μέσα στήν καρδιά του καὶ κυρίευσαν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ νοῦ του. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος πῆγε, πούλησε τὴν περιουσία του, μοίρασε τὰ χρήματα στούς φτωχοὺς καὶ ὁ ἴδιος ἔφυγε στήν ἔρημο, ὅπου ἔζησε μέχρι τὸ βαθὺ γῆρας.

Εἶχε ἀρνηθεῖ ὅλα τὰ γήινα ἀγαθὰ ἀλλά ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ πλοῦτο ἀσύγκριτα μεγαλύτερο. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τό χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τῆς θαυματουργίας καὶ ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔγινε ἀδελφὸς καὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι πρέπει καὶ ἐμεῖς νά δεχθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ περὶ τοῦ γηίνου πλούτου. Νά διώξουμε ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὴν προσκόλληση στά γήινα ἀγαθά. Καὶ μόνο ἕνα πρᾶγμα νά ἐπιδιώκουμε: τό νά εἴμαστε φίλοι καὶ ἀδελφοὶ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀγαποῦν τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ὁποίους ἀγαπᾶ Ἐκεῖνος.

Ἁγίου Λουκᾶ ἐπισκόπου Κριμαίας,

Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. 18,23-35)

27 Αυγούστου, 2022

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·

23. ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ.

24. ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων.

25. μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.

26. πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω.

27. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ.

28. ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις.

29. πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι.

30. ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον.

31. ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα.

32. τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με·

33. οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;

34. καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.

35. Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

Ἡ παραβολὴ τῶν ταλάντων

27 Αυγούστου, 2022

       Ἐκεῖνος πού ἔλαβε τὰ πέντε τάλαντα, ἐπεμελήθη καὶ τὰ ἐδιπλασίασεν· ὁμοίως καὶ ἐκεῖνος πού ἔλαβε τὰ δύο, ἐκέρδησε ἀπὸ αὐτὰ ἄλλα δύο. Ὁ ἄλλος ὅμως, ποὺ ἔλαβε τὸ ἕνα, ἔσκαψε τὴν γῆ καὶ ἔκρυψε ἐκεῖ τὸ ἀργύριον τοῦ Κυρίου του. Καὶ μετὰ πολὺν χρόνον ἔρχεται ὁ Κύριος τῶν δούλων ἐκείνων νά ἀξιολογήση τὸ ἔργον τους.

Θέλοντας ὁ Δεσπότης καὶ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς νά μᾶς φανερώση τὸ ἔξαφνον τῆς Δευτέρας Του Παρουσίας, μᾶς νουθετεῖ μέ τὴν παραβολὴν ταύτην σοφώτατα· καὶ ἀφοῦ πρῶτα εἶπε, «γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται», ἀμέσως μετὰ προσέθεσε καὶ αὐτά: καθὼς ἕνας ἄνθρωπός πού ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν τόπον του, ἔτσι καί ὁ Κύριος, ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον σωματικῶς γιά τοὺς οὐρανούς, προσεκάλεσε τοὺς δούλους Του καὶ τοὺς παρέδωσε τὰ οὐράνια καὶ θεία μυστήρια.

Οἱ δοῦλοι εἶναι οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καὶ ὅλοι οἱ διάδοχοί τους, οἱ μυσταγωγοὶ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ οἱ ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καὶ διάκονοι, στούς ὁποίους ἔχει ἀνατεθῆ ἡ διακονία τοῦ λόγου, ἔλαβαν δὲ καί πνευματικὰ χαρίσματα, ἄλλοι μεγαλύτερα καὶ ἄλλοι μικρότερα· διότι τὰ χαρίσματα διαχωρίζονται καὶ διαφέρουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.

Πλὴν ὅμως αὐτὸς ὁ Θεός, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι πού ἐνεργεῖ σὲ ὅλους καὶ τοὺς ἐνισχύει· «καὶ ἄλλῳ μὲν διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας» κατὰ τὴν Γραφήν, «ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, ἑτέρῳ δὲ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ ἐνεργήματα δυνάμεων…» καὶ σὲ ἄλλους ἄλλα χαρίσματα. «Πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ ἕν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα διαιροῦν ἰδία ἑκάστῳ καθὼς βούλεται».

Καὶ πάλιν σὲ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴ ὁ θεῖος Ἀπόστολος λέγει: «Ὑμεῖς ἐστέ σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὗς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον Ἀποστόλους, δεύτερον Προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν». Λοιπὸν δέν εἶναι ὅλοι Ἀπόστολοι ἢ δυνάμεις, καὶ δέν ἔχουν ὅλοι τὸ χάρισμα νά θεραπεύουν ἢ νά ὁμιλοῦν γλῶσσες καὶ νά ἐρμηνεύουν, ἀλλὰ κάθε ἕνας κατὰ τὴν δύναμίν του λαμβάνει τὸ χάρισμα, δηλαδή κατά τὸ μέτρον τῆς πίστεως καὶ τῆς καθάρσεως.

Διότι ἀνάλογα μέ τὴν πρόοδόν που παρουσιάζει κάποιος στήν κατὰ τὸ εὐαγγέλιον ζωή, λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεὸν τὴν δωρεὰν καὶ τὸ χάρισμα.Ἐάν δώσωμεν ὀλίγον, ὀλίγην χάριν λαμβάνουμε· ἐὰν ὅμως δώσωμε μεγάλην προσπάθεια, λαμβάνουμε καὶ μεγάλην χάριν. Ὅπως καὶ ἐκεῖνος πού ἔλαβε τὰ πέντε τάλαντα δέν ἔδειξε ὀκνηρία, οὔτε ποσῶς παρημέλησεν, ἀλλὰ παρευθὺς προσπάθησε ὡς εὐγνώμων δοῦλος καὶ οἰκονόμος ἐπιμελέστατα, νά διπλασιάση τὸ χάρισμα.

Ἐπειδή ὅποιος ἔχει λόγον ἢ πλοῦτον ἢ ἄλλην τέχνην καὶ δύναμιν καὶ δέν κοιτάζει μόνον τὸν ἑαυτὸν του ἀλλὰ προσπαθεῖ νά ὠφελήσῃ καὶ τὸν πλησίον του, αὐτὸς διπλασιάζει τὸ χάρισμα τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Θεό ὡς εὐγνώμων· ὁ δὲ ἀχάριστος καὶ ἄχρηστος, ὁ ὁποῖος παρέχωσε τὸ τάλαντον, εἶναι αὐτός πού φροντίζει νά ὠφελήσῃ μόνον τὸν ἑαυτὸν του, καὶ για τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων δέν τὸν ἐνδιαφέρει καθόλου· γι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ τοιοῦτος κατακρινεται καὶ δικαίως καταδικάζεται, διότι ἔκρυψε τὴν χάριν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Κύριον.

Ὁμοίως ὅταν κάποιος εἶναι εὐφυὴς καὶ ἐπιτήδειος ἄνθρωπος καὶ γνωρίζει πολλά, δέν ἐπιδίδεται ὅμως σὲ πράγματα πού ἀφοροῦν τὴν ψυχήν, ἀλλὰ σὲ πρόσκαιρες φροντίδες καὶ δολιότητες, κατακρίνεται καὶ αὐτὸς μαζί μέ ἐκεῖνον πού ἔκρυψε τὸ τάλαντον, διότι δέν ἐχρησιμοποίησε τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν προκοπὴν του σὲ θεῖα καὶ ὠφέλιμα πράγματα ἀλλὰ σὲ ἀνωφελῆ καὶ γήϊνα.

Μετὰ δὲ χρόνον πολύν, ἔρχεται ὁ Κύριος πού ἔδωσε τὸ ἀργύριον ἢ τὰ λόγια Του, διότι «ἀργύριον πεπυρωμένον» εἶναι τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ἢ καὶ κάθε χάρισμα γενικῶς μπορεῖς νά εἴπῃς ὅτι εἶναι ἀργύριον, ἐπειδὴ λαμπρύνει ἐκεῖνον πού τὸ ἔχει καὶ τὸν κάνει ἔνδοξον. «Καὶ συναιρεῖ λόγον» ὁ Δεσπότης, ἐξετάζει δηλαδὴ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὰ τάλαντα καὶ τοὺς ζητεῖ νά Τοῦ ἀποδώσουν ὄχι μόνον τὸ κεφάλαιον, ἀλλὰ καὶ τὸ ὄφελος.

Γι’ αὐτὸ καί κάθε ἕνας πού ἔλαβε χάρισμα, εἶναι χρεώστης στόν Θεόν, νά ἀγωνισθῇ νά τὸ διπλασιάση τὸ γρηγορώτερον, δηλαδὴ νά ὠφελήσῃ καὶ τὸν πλησίον του. Διότι ὅποιος διδάσκει τὸν ἀδελφὸν του, ἢ τοῦ κάνει κάποιαν ἄλλην εὐεργεσίαν, ἂς γνωρίζῃ ὅτι περισσότερο τὸν ἑαυτὸν του ὠφελεῖ, ἐπειδὴ διπλασιάζει τὸ κέρδος του καί λαμβάνει ἀπὸ τὸν Δεσπότην πλουσίαν τὴν ἀνταπόδοσιν.

Καὶ ἐκεῖνοι μὲν οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ἐργαζόμενοι αὐτά πού ἔλαβαν, ἐπαινοῦνται ἀπὸ τὸν Δεσπότην ὡς δοῦλοι καλοί καὶ χρήσιμοι καὶ ἀξιώνονται, τόσον ἐκεῖνος πού ἔλαβε τὰ δύο, ὅσον καὶ ὁ ἄλλος πού ἔλαβε τὰ πέντε τάλαντα, ὁμοίας ὑποδοχῆς, ἀκούγοντας καὶ οἱ δύο τὸν ἴδιον λόγον ἀπὸ τὸν Κύριον, δηλαδὴ τὸ «εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ᾖς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σὲ καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου».

Ἀγαθός νοεῖται ἐδῶ ἀληθῶς ἐκεῖνος πού ἔχει ἀγαπητικὴν διάθεσιν, ἀπηλλαγμένην ἀπὸ φθόνον, καὶ μεταδίδει πρὸς τὸν πλησίον τὴν καλωσύνην του. Καὶ ἐπειδὴ στά ὀλίγα ἐφάνησαν πιστοὶ καὶ ἀγαθοὶ δοῦλοι, κληρονομοῦν πολλὰ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐκεῖ στήν Βασιλείαν Του, τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνουν κάθε φαντασίαν διότι ἂν καὶ ἐδῶ ἀξιώνονται νά λάβουν δωρήματα, ὅμως αὐτὰ δέν εἶναι τίποτε συγκρινόμενα μέ τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα κληρονομοῦν στόν Παράδεισον.

Χαρά δέ τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ παντοτεινὴ καὶ αἰώνιος εὐφροσύνη, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Θεὸς εὐφραινόμενος στά ἔργα Του, κατὰ τὸν Προφήτην «Εὐφρανθήσεται Κύριος ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ». Τοιαύτην λοιπὸν εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν ἀπολαμβάνουν οἱ Ἅγιοι, εὐφραινόμενοι «ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτῶν», ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀντιθέτως πικραίνονται γιά τὰ ἔργα τους καὶ μεταμελοῦνται ἀνώφελα.

Οἱ δὲ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸν πλοῦτον τοῦ Κυρίου, χαίρουν μέ αὐτὸν καὶ ἀγάλλονται· καί ἐκεῖνος πού ἔλαβε τὰ δύο ἀξιώνεται ἴσης τιμῆς καὶ ἀγαθῶν μέ τὸν ἄλλον πού ἔλαβε τὰ πέντε τάλαντα· διότι ὅταν κάποιος οἰκονομήσῃ καλὰ τὴν μικρὴν χάρι πού ἔλαβε, ἀπολαμβάνει ἴσην τιμήν μέ ἐκεῖνον πού κατώρθωσε τὰ πολλά, ἀφοῦ ὁ καθένας τους ἐδιπλασίασε τὸ χάρισμα πού ἔλαβε καὶ ἀπολαμβάνουν ὁμοίαν τιμήν, ἐπειδὴ καὶ ὁμοίαν προσπάθειαν ἐπέδειξαν.

Ἢ ἂς τὸ εἰποῦμε καί μέ ἄλλον τρόπον: ἐπαινοῦνται μὲν ἴσα καὶ τοποθετοῦνται σὲ ἕναν τόπον, ἀλλὰ ὁ καθένας ἀπολαμβάνει τὴν ἀνταμοιβὴν ἀνάλογα μέ τὸ κέρδος πού ἔκαμε.

Οἱ ἀγαθοὶ λοιπὸν καὶ εὐγνώμονες δοῦλοι τοιαύτης χαρᾶς καὶ τιμῆς ἠξιώθησαν, ὁ δέ πονηρὸς καὶ ὀκνηρός ἔλαβε τὴν παίδευσιν πού τοῦ ἔπρεπε, σύμφωνα μέ τὴν ἀπολογίαν καὶ τὴν πονηρίαν του. Ἐπειδὴ ἀπεκάλεσες σκληρὸν τὸν Δεσπότην, γι’ αὐτὸ κατεκρίθης περισσότερο καὶ ἀσυγχώρητα· διότι ἀφοῦ ἐγνώριζες ὅτι ὁ Κύριός σου ἦταν σκληρὸς καὶ ἔπαιρνε τὰ ξένα πράγματα, ἔπρεπε καὶ σύ, ἀνόητε ἄνθρωπε, νά ἐπαυξήσης αὐτά πού ἔλαβες καὶ νά κάμῃς μαθητάς, νά λάβῃ ὁ Δεσπότης ἀπὸ ἐκείνους τὸ ὀφειλόμενον. «Τραπεζίτας» ὠνόμασε τούς μαθητάς ἐπειδή αὐτοί ἔχουν τὴν διάκρισι νά δοκιμάσουν τὸν λόγο καὶ νά ἀποδοκιμάσουν ὅ,τι δέν εἶναι γνήσιον· ἀπὸ αὐτοὺς ζητεῖ τὴν ὠφέλειαν, δηλαδὴ τὴν ἐπίδειξι τῶν ἔργων.

Διότι ὅταν ὁ μαθητὴς δέχεται τὸν λόγον ἀπὸ τὸν Διδάσκαλον, ὠφελεῖται μὲν καὶ αὐτός, ἀποδίδει δὲ καὶ τὸν λόγον ὁλόκληρον, ἀκόμη δὲ ἀποδίδει καὶ τὴν ἐργασίαν τοῦ καλοῦ ὡς ὠφέλειαν. Ἀπὸ τὸν πονηρὸν ὅμως δοῦλον τὸ χάρισμα στρέφεται ὀπίσω, διότι ὅποιος ἔλαβε τὸ χάρισμα γιά νά ὠφελήσῃ ἄλλους καὶ δεν τὸ μεταχειρισθῇ γιά τὴν ὠφέλεια τῶν ἄλλων, ἀλλὰ ζητεῖ νά ἐξυπηρετῆ μόνον τὸν ἑαυτὸν του, τότε χάνει καὶ αὐτό πού ἔλαβε.

Σέ ἐκεῖνον δὲ ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται νά ἐπαυξήση τὸ χάρισμα, ὁ Κύριος τοῦ ἐπιστρέφει περισσοτέραν δωρεάν· διότι σὲ ὅποιον ἀγωνίζεται, ἡ χάρις θὰ πολλαπλασιασθῆ, ἐνῶ ἀπὸ ἐκεῖνόν πού δέν ἀγωνίζεται τοῦ παίρνουν καὶ ἐκεῖνο τὸ ὀλίγον χάρισμα πού φαίνεται πώς ἔχει, ἐπειδὴ τὸ ἠμαύρωσε μέ τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ἀμέλειάν του.

Ἅγιος Γερμανὸς Κωνσταντινουπόλεως

Κυριακή Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. 17,14-23)

21 Αυγούστου, 2022

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἄνθρωπος τίς προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ,

14. γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων·

15. Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ.

16. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι.

17. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε.

18. καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

19. Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;

20. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν.

21. τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

22. Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων

23. καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.