Archive for the ‘Eυαγγελικές περικοπές’ Category

Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ.Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἱεριχοῦς (καὶ ἡ δικὴ μας)

23 Ιανουαρίου, 2022

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

«᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς ῾Ιεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν·

ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.

ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται.

καὶ ἐβόησε λέγων·

᾿Ιησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με·

καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ·

αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν·

υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.

σταθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων·

τί σοι θέλεις ποιήσω;

ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω.

καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν·

καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.». (Λουκ. 18, 35-43).

Ὁ τυφλὸς ἄνθρωπος πού καθόταν μπροστὰ στίς πύλες τῆς Ἱεριχοῦς ἤξερε ὅτι εἶναι τυφλός.

Καὶ ἐμεῖς εἴμαστε τυφλοί, ἀλλὰ δέν τὸ ξέρουμε. Ἐκεῖνος τὸ ἤξερε, γιατὶ ὅλοι γύρω του μποροῦσαν νά τοῦ ποῦν ὅ,τι βλέπουν. Μποροῦσαν νά τοῦ περιγράψουν ὅ,τι βλέπουν καὶ ἔτσι ἐκεῖνος μποροῦσε νά καταλάβει τί τοῦ λείπει.

Καὶ ἐμεῖς εἴμαστε τυφλοί. Ἂν συγκριθοῦμε μέ τοὺς ἁγίους, δηλαδή, μέ ἀνθρώπους ὅπως ἐμεῖς πού, ὅμως, ἔγιναν φῶς μέ ὅλη τὴν ψυχὴ τους, ποὺ μάθαιναν νά βλέπουν μέ τὴν καρδία καί με τὸν νοῦ τους, τότε γίνεται σαφές, πόσα δέν βλέπουμε.

Πολὺ ἄσχημο, ὅμως, σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση γιά μᾶς, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας πολὺ λίγοι ἄνθρωποι πού βλέπουν, ἀλλὰ ἀκόμα πιὸ ἄσχημο εἶναι, ὅτι πιστεύουμε, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς πλειονότητας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ κανονική.

Καὶ ἐὰν κάποιος –πολὺ σπάνια!– βλέπει, ἀκούει, νιώθει ἢ καταλαβαίνει κάτι ἀσυνήθιστο, τότε τὸν θεωροῦμε ἰδιόρυθμο.

Δέν τὸν θεωροῦμε ὡς κριτήριο γιά μᾶς καὶ δέν τὸν ἀφήνουμε νά κρίνει τὴν τυφλότητα καὶ ἀναισθησία μας καὶ νά μᾶς ἀποδείξει ὅτι ζοῦμε πραγματικὰ ὡς νεκροί.

Ὄλες τίς ἐποχές, σὲ ὅλες τίς χῶρες ὅπου φανερώθηκαν ἅγιοι, οἱ ἄνθρωποι τοὺς φέρονταν ὅπως φέρθηκαν στόν Χριστό.

Τοὺς ἄκουγαν καχύποπτα, περιγελοῦσαν τὰ λόγια τους, δέν ἄκουγαν τίς συμβουλὲς τους καὶ ἀκολουθοῦσαν τὸν δρόμο τους.

Καμιὰ φορὰ θαύμαζαν τὰ χαρίσματά τους, ἀλλὰ τὰ θεωροῦσαν τόσο ἀσυνήθιστα καὶ ἀφύσικα, ὥστε δέν εἶχε νόημα νά προσπαθεῖ κανεὶς νά τὰ ἀποκτήσει.

Ἔτσι καὶ τώρα εἴμαστε τυφλοί, δέν βλέπουμε, δέν νιώθουμε.

Γι΄αὐτὸ πρέπει νά ἀναρωτηθοῦμε: Τί δέν βλέπουμε?

Τότε, ἴσως, θὰ προσπαθήσουμε νά καταλάβουμε καὶ νά ἀκούσουμε πιὸ προσεκτικά.

Δέν βλέπουμε, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσα μας, στήν ἐκκλησία, ἔξω ἀπὸ τὸν ναό.

Ὁ Κύριος εἶναι παρών παντοῦ. Ζοῦμε,ὅμως, λές καὶ δέν ὑπάρχει.

Εἶναι κοντὰ μας, ἀναπνέουμε, κινούμαστε, ὑπάρχουμε μέσα ἀπὸ Αὐτόν.

Ἀλλὰ δέν τὸ συνειδητοποιοῦμε. Ἀποδίδουμε σὲ μᾶς ζωή, δύναμη, νοῦ, αἰσθήματα, χαρίσματα καὶ ἐπιτυχία καὶ ἀφήνουμε ἔξω Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ αἰτία ὅλων αὐτῶν.

Σχετικά μέ αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἴμαστε τυφλοί:

Ὁ Κύριος εἶναι ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ ἐμεῖς ἀπασχολούμαστε μέ ἄδειες σκέψεις, ἀνόητα συναισθήματα καὶ κενὲς κουβέντες πού μᾶς ἀδειάζουν.

Αὐτός, ὅμως, στέκεται σιωπηλὸς κοντὰ μας, σὰν ἕνας ζητιάνος μπροστὰ σὲ μιά πόρτᾳ. Μήπως κάποιος ῥίξει μιά ματιά σ΄Αὐτόν!

Μήπως κάποιος Τὸν προσέξει!

Μήπως κάποιος νιώσει τὴν παρουσία Του!

Μήπως ἀλλάξει ἡ παρουσία Του κάτι στήν καρδιά, στόν νοῦ ἢ στά λόγια, τοὐλάχιστον ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους!

Δέν βλέπουμε. Καὶ εἴμαστε τόσο πολλοί, ὥστε δέν μᾶς φοβίζει ὅτι εἴμαστε τυφλοί. Ὅλοι εἶναι τυφλοί, δηλαδὴ ἡ τυφλότητα εἶναι ἡ κανονικὴ κατάσταση.

Τὶ φοβερὸ νά κοιτάζουμε γύρῳ μας καὶ νά εἴμαστε τυφλοί!

Κάθε ἄνθρωπος εἶναι μιά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς, ὅμως, δέν βλέπουμε τίποτα ἰδιαίτερο σ΄ ἕναν ἄνθρωπο.

Μάλιστα, ἡ εἰκόνα εἶναι παραμορφωμένη. Μά, ἄραγε, ἔτσι φερόμαστε σὲ μιά εἰκόνα χαλασμένη ἀπὸ ἀνθρώπινη τραχύτητα, ὅπως φερόμαστε σὲ ἕναν ἄνθρωπο?

 Ἂν βρίσκαμε μιά τσαλαπατημένη καὶ χαλασμένη εἰκόνα, μέ τί εὐλάβεια καί τί πόνο στήν ψυχὴ θὰ τὴν παίρναμε, θὰ τὴν σφίγγαμε στήν καρδία καὶ θὰ τὴν φέρναμε στό σπίτι μας, ὅπου θὰ τὴν καθαρίζαμε καὶ θὰ τὴν βάζαμε σὰν μάρτυρα κοντὰ στίς ἄλλες εἰκόνες!

Θὰ θεωρούσαμε τίς βλάβες σὰν πληγὲς καὶ θὰ αἰσθανόμασταν εὐλάβεια μπροστὰ τους, ἐπειδὴ σ΄αὐτές τίς πληγὲς θὰ ἀναγνωρίζαμε τίς πληγὲς τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔγινε Ἄνθρωπος, ὅταν Τὸν χτύπησαν οἱ ἄνθρωποι, Τὸν κλώτσησαν μέ τὰ πόδια τους, Τὸν ἔφτυσαν κατάμουτρα, Τὸν περιγέλασαν καὶ Τὸν κοροΐδεψαν.

Ὅλα αὐτὰ θὰ μπορούσαμε νά τὰ βλέπουμε σὲ μιά εἰκόνα γραμμένα μέ χρώματα.

Μὰ μπροστὰ μας βρίσκεται μιά εἰκόνα πού δέν εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς ἀνθρώπου ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό: Ἕνας ἄνθρωπος.

Σ΄ ἕναν ἄνθρωπο βλέπουμε ὁ,τιδήποτε ἐκτὸς ἀπὸ μιά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα δέν τοῦ φερόμαστε, ὅπως θὰ φερόμασταν σὲ μιά εἰκόνα γιά τὴν ὁποία μόλις σᾶς μίλησα.

Ἄραγε μᾶς πονάει ἡ καρδιά, ὅταν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ κάνει κακὸ ἢ εἶναι γεμάτος ζηλοφθονία?

 Ὄχι, δέν μᾶς πονάει, νιώθουμε ἀηδία. Ἀλλὰ ὁ ἄλλος, βλέποντας ἐμᾶς, αἰσθάνεται τὴν ἴδια ἀηδία, ἐπειδὴ δέν εἴμαστε καλύτεροι ἀπὸ αὐτούς πού κρίνουμε.

Καὶ συνεπῶς, ἕνας τυφλὸς χτυπάει στό σκοτάδι ἕναν ἄλλο τυφλό καὶ κανεὶς δέν παραδέχεται ὅτι εἶναι τυφλός. Εἶναι τρομερό.

Καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα: Τὸ πᾶν βρίσκεται στά χέρια τοῦ Κυρίου. Ναί, τὸ πῶς ὁ Κύριος ὁδηγεῖ ἕναν ἄνθρωπο στόν δρόμο του εἶναι ἀπρόβλεπτο καὶ κανεὶς δέν μπορεῖ νά τὸ καταλάβει ἐντελῶς: Ὁ δρόμος μπορεῖ νά εἶναι φρικτός, μπορεῖ νά εἶναι γεμάτος φῶς, ὥστε νά θαμπώσουν τὰ μάτια.

Μπορεῖ νά εἶναι τόσο σεμνὸς καὶ ἀπαρατήρητος, ὥστε χρειάζεται ὅλη τὴν προσοχὴ μας γιά νά καταλάβουμε τίς πράξεις τοῦ Θεοῦ.

Ὅλη ἡ ζωή, ἡ ζωὴ καθενὸς ἀνθρώπου, τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς, εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅλα ὅσα συμβαίνουν στήν ζωὴ μας, ὅλα –χωρὶς ἐξαίρεση!– ἔχουν νόημα.

Ἂν μόνο ἀνοίγαμε τὰ μάτια μας καὶ ἀναρωτιόμασταν: Ποῦ μέ ὁδηγεῖ ὁ Κύριος? Τὶ σημαίνει τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο στήν ζωή μου, ἀντὶ νά κραυγάζουμε:

Δέν μὲ βολεύει! Πονάει! Αὐτό μέ ἐκνευρίζει! Δέν τὸ θέλω! Ἄφησέ με, Κύριε, μὲ τοὺς μακαρισμούς Σου, οἱ ὁποῖοι μιλοῦν γιά πεῖνα καὶ δάκρυα, γιά διωγμὸ καὶ μοναξιά. Δέν τὰ θέλω ὅλα αὐτά!

Εἴμαστε τυφλοί. Τυφλοὶ σχετικά μέ τὴν δικὴ μας ζωή, ἀλλὰ καὶ σχετικά με τὴν περιπλοκὴ καὶ πλούσια ζωὴ τῶν ἄλλων πού εἶναι δεμένοι μέ μᾶς.

Εἴμαστε τυφλοὶ στό νά καταλαβαίνουμε τοὺς δρόμους τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία, τυφλοὶ σὲ σχέση μέ μοναδικοὺς ἀνθρώπους ἢ ὁλόκληρες ὁμάδες ἀνθρώπων, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους, σὲ δικοὺς μας καὶ σὲ ξένους. Στούς δικοὺς μας εἴμαστε τόσο τυφλοὶ ὅσο καὶ στούς ξένους. Ἄραγε δέν εἶναι σαφές, ἂν ἁπλὰ τὸ σκεφτοῦμε λίγο?

Καὶ ἔτσι καθόμαστε στήν σκόνη μπροστὰ στίς πύλες τῆς Ἱεριχοῦς καὶ θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας ὅτι δέν εἴμαστε τυφλοί. Καὶ περνάει ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἐμεῖς δέν φωνάζουμε δυνατά. Δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά μᾶς μαλώσουν οἱ ἄλλοι νά σωπάσουμε, νά μὴν ἐνοχλήσουμε τὸν Δάσκαλο.

Τὶ χρειαζόμαστε ἀπὸ Αὐτόν? Τὰ ξέρουμε ὅλα! Τὶ μπορεῖ νά μᾶς δώσει? Βλέπουμε καὶ ζοῦμε. Ὄχι! Δέν εἶναι ἔτσι. Εἴμαστε τυφλοὶ καὶ νεκροί! Ἀλλὰ μόνο ἀπὸ Αὐτὸν μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς καὶ τήν ζωή. Καὶ λοιπόν, δέν τὸ βλέπουμε καὶ δέν ζητᾶμε, μὰ Αὐτὸς περνάει.

Ἢ σταματάει, χτυπάει τὴν πόρτα τοῦ νοῦ, τῆς καρδίας καὶ τῆς ζωῆς μας μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ γεγονότα, μέσα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ συναισθήματα –μέσα ἀπ΄ ὅλα, χωρὶς ἑξαίρεση!– ποὺ γεμίζουν τήν δική μας ζωή καὶ τήν ζωή τοῦ καθενὸς γύρῳ μας, καὶ ὅλων καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐμεῖς, ὅμως, οὔτε ἀκοῦμε τὸ χτύπημα, οὔτε νιώθουμε τὸ βλέμμα τοῦ Κυρίου καὶ δέν ἀνοίγουμε

Ἂς διαβάσουμε ἄλλη μιά φορά ἀκόμα τὴν ἱστορία μέ τὸν τυφλὸ στήν Ἱεριχώ! Ὁ Χριστὸς τὸν ῥωτάει: Τὶ θέλεις νά σοῦ κάνω?

Ἐμεῖς θὰ ἀπαντούσαμε: Τίποτα, δέν χρειάζομαι τίποτα. Τὰ ἔχω ὅλα  Ἢ ἀντίθετο, πόσα πράγματα θὰ θέλαμε: Πλοῦτος, φήμη, φιλίες καὶ χίλια ἄλλα πράγματα, ἐκτὸς ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο καὶ τὴν Βασιλεία Του. Καὶ γι΄αὐτὸ δέν ἀκοῦμε (ἢ τόσο σπάνια ἀκοῦμε) τὰ λόγια Του: «Νά ἀποκτήσεις τὸ φῶς σου! Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε.

Βρίσκεσαι κοντὰ στό φῶς! Νά τὸ ἀποκτήσεις! Εἶναι στα χέριά σου!» Δέν ἀκοῦμε τέτοια λόγια, ὄχι γιατὶ ἔχουμε μόνο μιά θεωρητική πίστη, χωρὶς δύναμη, ἀλλὰ γιατὶ δέν χρειαζόμαστε τίποτα. Μᾶς φαίνεται, ὅτι βλέπουμε. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ τρομερό!

Ἂς τὸ σκεφτοῦμε αὐτὸ καλά, γιατὶ ἀκόμα μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς γιά νά δοῦμε, τὶ πλούσια καὶ θαυμάσια εἶναι ἡ ζωή, πόσο κοντὰ εἶναι ὁ Κύριος σὲ μᾶς, πῶς λάμπει στήν δόξα τῆς αἰωνιότητας, τὶ ταπεινόφρων καὶ ἤρεμος εἶναι, πῶς βρίσκεται ἡ λάμψη τοῦ Κυρίου σὲ κάθε πρόσωπο, ὅπως σὲ κάθε εἰκόνα, πῶς πηγάζει ἀπὸ κάθε γεγονός, σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ μᾶς καλεῖ:

Ἀνοίξου! Ἄνοιξε τὰ μάτια σου! Ἄνοιξε τὴν καρδιά σου! Ἀνοίξου! Ἂς εἶναι ἡ θέλησή σου εὐέλικτη καὶ ἐλεύθερη! Ἂς εἶναι τὸ κορμί σου, ὅπως ἡ πλούσια γῆ πρὶν τήν σπορά τοῦ Κυρίου, καὶ τότε θὰ ἔχεις ζωή! Γεννιέται πρῶτα ἡ ζωὴ μέσα στόν ἄνθρωπο καὶ μετὰ ἀπλώνεται γύρω του, σὰν τὸ φῶς σὰν τήν ζέστη, σὰν τήν χαρά, σὰν τὴν αἰωνιότητα! Μᾶς δόθηκε τὸ πᾶν, ἀλλὰ πόσο λίγο τὸ παίρνουμε!

Ἂς μᾶς δώσει ὁ Κύριος τὸ θάρρος νά εἴμαστε γνήσιοι, ἀληθινοὶ καὶ εἰλικρινεῖς! Ἂς μᾶς δώσει ὁ Κύριος χαρά! Τήν χαρά τοῦ νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς!Ἀμὴν

Μητρ. Ἀντωνίου Bloom

Κυριακή ΙΒ΄ Λουκά (Λουκ. 17,12-19)

15 Ιανουαρίου, 2022

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ

12. εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν,

13. καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς.

14. καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν.

15. εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν,

16. καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης.
17. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;

18. οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;

19. καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

Ἡ θεραπεία τῶν δέκα Λεπρῶν

15 Ιανουαρίου, 2022

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

Γιὰ τοὺς δέκα Λεπροὺς

Ἡ καρδιά μας θὰ πρέπει νά φλέγεται ἀπὸ εὐγνωμοσύνη. Ἡ εὐχαριστία μᾶς ἑνώνει μέ τὸν ζῶντα κι ἀθάνατο Θεό. Ἂν δέν εἴμαστε ἑνωμένοι μαζὶ Του σ’ αὐτὴ τήν ζωή, τότε δὲν θὰ Τὸν δοῦμε οὔτε στήν αἰωνιότητα.

Μητρ.Αντώνιος Bloom

Δέκα λεπροὶ ἦλθαν στόν Κύριο· δέκα ἄνθρωποι πού ἦταν τελετουργικὰ ἀκάθαρτοι καὶ γι’ αὐτὸ εἶχαν ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν κοινότητά τους, ἀδυνατοῦσαν νά παραβρεθοῦν στήν κοινὴ λατρεία στόν Ναό, ἀδυνατοῦσαν νά πλησιάσουν τίς κατοικίες τῶν ἀνθρώπων ἐπειδὴ ἡ ἀρρώστεια τους μποροῦσε νά μεταδοθεῖ στούς ἄλλους: θὰ μποροῦσαν νά μολυνθοῦν, νά ἀρρωστήσουν θανατηφόρα.

Ἦλθαν στόν Κύριο καὶ στάθηκαν μακρυὰ ἐπειδὴ γνώριζαν ὅτι δέν εἶχαν δικαίωμα νά πλησιάσουν, νά Τὸν ἀγγίξουν καθὼς ἔκανε ἡ αἱμορροοῦσα καὶ θεραπεύτηκε.

Ἀπὸ μακρυὰ κραύγασαν γιά ἔλεος, καὶ ὁ Κύριος τοὺς θεράπευσε· τοὺς ἔστειλε στούς ἱερεῖς γιά νά καθαριστοῦν τυπικά. Δέκα πῆγαν καὶ οἱ ἐννέα δέν γύρισαν πίσω ποτέ. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἀνακαλύπτοντας καθ’ ὁδὸν ὅτι θεραπεύτηκε, ἄφησε κάθε ἄλλο ἐνδιαφέρον ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐγνωμοσύνη σ’ Ἐκεῖνον πού τὸν κατέστησε ὑγιῆ ψυχικὰ καὶ σωματικά.

Ἐπέστρεψε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Κύριο, καὶ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει ὅτι ἦταν Σαμαρείτης, ἕνας ἄνθρωπος πού δέν ἀνῆκε στήν Ἑβραϊκὴ κοινότητα, ἕνας ἄνθρωπος δίχως δικαιώματα στόν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἕνας ἄνθρωπος πού δέν ἦταν μόνο ξένος ἀλλὰ ἀπορριπτέος.

Γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸν ῥωτᾶ, πῶς συμβαίνει καὶ οἱ ἐννέα ἀπ’ αὐτοὺς δέν σκέφτηκαν νά ἐπιστρέψουν;

Ἐπειδὴ ἔνοιωσαν ὅτι τήν στιγμή πού καθαρίστηκαν ἐπανῆλθαν πλήρεις ἐν μέσω τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ· δέν χρειάζονταν τίποτα περισσότερο, εἶχαν τὰ πάντα.

Ὁ Σαμαρείτης ἤξερε ὅτι καθαρίστηκε, ὅτι θεραπεύτηκε, ἀποκαταστάθηκε δίχως νά ἔχει κανένα δικαίωμα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ τούτη τήν πράξη τοῦ Χριστοῦ.

Δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη ἀνθίζει στίς καρδιὲς μας πιὸ δυνατὰ ὅταν αὐτό πού δεχόμαστε δέν τὸ ἀξίζουμε, ὅταν εἶναι ἕνα θαῦμα θεϊκῆς καὶ ἀνθρώπινης ἀγάπης;

Ὅταν νομίζουμε ὅτι ἀξίζουμε κάτι καὶ τὸ δεχόμαστε, τὸ δεχόμαστε σὰν νά μᾶς ὀφείλεται· αὐτὸ ἔκαναν καὶ οἱ ἐννέα Ἑβραῖοι.

Ἀλλὰ ὁ Σαμαρείτης ἤξερε ὅτι δέν εἶχε δικαίωμα στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στό θαῦμα τῆς θεραπείας, καὶ ἡ καρδία του γέμισε μ’ εὐγνωμοσύνη.

Αὐτὸ δέν ἰσχύει καὶ σ’ ἐμᾶς; Πράγματι! Πράγματι ἔχει νά κάνει μ’ ἐμᾶς δυστυχῶς, ἐπειδὴ ὅλοι μας νοιώθουμε ὅτι ἔχουμε δικαιώματα: δικαίωμα στό ἀνθρώπινο ἐνδιαφέρον, δικαίωμα στήν ἀγάπη, σὲ ὅ,τι μπορεῖ νά μᾶς δώσει ἡ γῆ καὶ οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, δικαίωμα στήν φροντίδα τοῦ Θεοῦ καὶ στήν πρὸς ἐμᾶς ἀγάπη. Καὶ γι’ αὐτό, ὅταν δεχόμαστε ἕνα δῶρο εἴμαστε ἐξωτερικὰ εὐγνώμονες, λέμε ἕνα ἐπιπόλαιο «εὐχαριστῶ»·

ἀλλὰ αὐτὸ δέν μεταμορφώνει τήν σχέση μας, εἴτε πρὸς τὸν Θεό, εἴτε πρὸς ἐκείνους πού ὑπῆρξαν ἐλεήμονες πρὸς ἐμᾶς. Τὸ δεχόμαστε ὅπως μᾶς ἁρμόζει καὶ εἴμαστε εὐγνώμονες σ’ ἐκείνους πού ἔπαιξαν καθοριστικὸ ῥόλο στό νά μᾶς ἀποδοθεῖ αὐτό πού «ἁπλῶς» εἴχαμε δικαίωμα νά ἔχουμε.

Ὁ πρῶτος Μακαρισμὸς μᾶς μιλάει ἐν προκειμένω ξεκάθαρα: Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, διότι σ’ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ..

Ποιοί εἶναι «οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι;» Δέν εἶναι ἐκεῖνοι πού εἶναι ἁπλῶς πτωχοί· ἡ φτώχεια δέν προκαλεῖ τίς μεγάλες ἀρετὲς ἀπὸ μόνη της· «πτωχοὶ τῷ πνεύματι», εἶναι ἐκεῖνοι πού στήν καρδία καὶ στό μυαλό, μ’ ὅλο τους τὸ εἶναι, γνωρίζουν ὅτι δέν κατέχουν τίποτα πού δέν εἶναι δῶρο καὶ δέν ἀξίζουν τίποτα ἀπ’ ὅ,τι μᾶς δίνεται δωρεάν. Ἂς τὸ σκεφτοῦμέ λίγο αὐτό.

Δέν ἀποκτήσαμε ὑπόσταση ἀπὸ δικὴ μας θελήση· ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε ὑπάρξη, ὄχι μ’ ἐντολή, ἀλλά μέ μιά πράξη ἰσχῦος. Ἀπὸ μιά πράξη ἀγάπης, ἐπειδὴ μᾶς ἀγάπησε τόσο ὥστε μᾶς ἔδωσε ὑπόσταση. Μὲ αὐτὴν τὴν πράξη μᾶς λέει: Σᾶς ἀγαπῶ!

Δίχως ἐσᾶς ὁ κόσμος πού δημιούργησα δέν θὰ ἦταν ὁλοκληρωμένος στά μάτια μου· ἀλλὰ ἔχω πίστη ὅτι δέν θὰ προδώσετε τὴν ἐμπιστοσύνη μου.

Ἐλπίζω στό καλό πού ὑπάρχει μέσα σας. Ἡ ἀγάπη μου δέν θὰ λαθέψει ποτέ, ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα μου σ’ ἐσᾶς θὰ παραμείνουν ἀκλόνητες – ἀνταποκριθῆτε σ’ αὐτές. Τὸ θαῦμα εἶναι ὅτι, ὅσο λίγο κι ἂν πιστεύουμε στόν Θεό, Ἐκεῖνος πιστεύει σ’ ἐμᾶς.

Αὐτὸ δέν εἶναι θαῦμα; Καὶ ὑπάρχουμε μόνο ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πίστης τοῦ Θεοῦ σ’ ἐμᾶς, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀγάπης πού μᾶς περιέβαλε.

Καὶ ἂν πᾶμε λίγο πιὸ πέρα, δέν ὑπάρχουμε ἁπλῶς- εἴμαστε ζωντανοί μέ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ Θεοῦ πού μᾶς κάνει ὁμοίους Του, ἱκανοὺς νά Τὸν γνωρίζουμε! Καὶ ἀποκαλύφθηκε σ’ ἐμᾶς μέ τόσους πολλοὺς τρόπους, ἀλλὰ ἐν τέλει στήν Ἐνσάρκωσή Του: ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιά ἐμᾶς γιά νά δοῦμε πόσο ἔχουμε ἀγαπηθεῖ ἀπὸ Ἐκεῖνον, πόσο σπουδαῖοι εἴμαστε στά μάτια Του, καὶ πόσο πραγματικὰ σπουδαῖοι εἴμαστε ἐν δυνάμει στήν ἀνθρωπίνη μας φύση.

Κοινωνοῦντες τὸν Χριστὸ μποροῦμε νά γίνουμε ὅλοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, μέτοχοι τῆς Θεϊκῆς φύσεως. Καὶ γιά νά τὸ ἐπιτύχει αὐτὸ ὁ Χριστὸς μᾶς πρόσφερε τήν ζωή Του, τήν διδασκαλία Του, τὸν θάνατό Του, τὴν συγχώρεση πού ἔδωσε σ’ ἐκείνους πού Τὸν σταύρωσαν: «Ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι!»

Αὐτὸ μᾶς ἀφορᾶ συνεχῶς, μέρα μέ τὴν μέρα, ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τήν διακήρυξη τῆς ἀνθρωπίνης δόξας μας, ἀφοῦ κάθησε στά δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. «Ἂν θέλεις νά ξέρεις πόσο σπουδαῖος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κοίταξε στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ· θὰ δεῖς τὸν Ἀνθρωπο καθισμένο στά δεξιὰ τῆς δόξης»!

Δέν εἶναι σ’ μᾶς ἀρκετὸ νά εἴμαστε εὐγνώμονες ἐνώπιον ὁποιασδήποτε ἄλλης δωρεᾶς πού μᾶς παραχωρήθηκε: ἡ ἀγάπη τῶν πιὸ κοντινῶν μας προσώπων καὶ ἄλλων πού νοιάζονται, ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς, τῆς τροφῆς, τοῦ ἀέρα, ἡ ὑγεία.

Ἀλλὰ ὅλοι μας τὰ θεωροῦμε δεδομένα· δέν εἴμαστε «πτωχοὶ τῷ πνεύματι»· θεωροῦμε σὰν νά μᾶς τὰ ὠφείλουν· γιατὶ νά εἴμαστε εὐγνώμονες πού μᾶς δίνεται ὅ,τι δικαιούμαστε; Γιατὶ δέν μᾶς δίνει ὁ Θεὸς ὅ,τι ἔχει ὑποχρέωση νά μᾶς δώσει; Αὐτὴ εἶναι ἡ στάση μας, δέν τὸ διατυπώνουμε τόσο ὠμά, ἀλλὰ ζοῦμε ἔτσι!

Ὁ Σαμαρείτης δέν ἔκανε τὸ ἴδιο· δέν εἶχε κανένα δικαίωμα νά μοιραστεῖ κάτι πού ἦταν δικαίωμα τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοῦ δόθηκε! Καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη του ἦταν φλεγομένη, λάμπουσα!

Δέν μποροῦμε νά μάθουμε κάτι ἀπ’ αὐτόν; Κι ἐπίσης, δέν μποροῦμε νά συνειδητοποιήσουμε πόσο ὑπέροχο θὰ ἦταν ἂν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ζούσαμε κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο ὥστε νά δώσουμε χαρὰ στόν Κύριο, τήν χαρά ὅτι δέν μᾶς δημιούργησε μάταια, ὅτι δέν πιστεύει μάταια σ’ μᾶς, ὅτι δέν μᾶς ἐμπιστεύτηκε μάταια, ὅτι ἡ ἀγάπη πού λάβαμε εἶναι τώρα σαρκωμένη, ὄχι μόνο συναισθηματικά, ἀλλὰ στήν πράξη!

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι εἶναι μεγαλύτερη χαρὰ νά δίνεις ἀπὸ τὸ νά παίρνεις· εἶναι αὐτὴ ἡ στάση μας; Ἂν εἴμαστε ἀληθινὰ εὐγνώμονες γιά τὰ χαρίσματα πού εἶναι δικὰ μας  πόσο γενναιόδωρα, μὲ πόση χαρὰ θὰ προσφέραμε στόν καθένα γύρω μας μέσα ἀπὸ μιά πράξη ἀγάπης πού θὰ ἦταν τὸ μερίδιο μας στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Καὶ ἂν συνειδητοποιήσαμε ὅτι ὅλα πού ἔχουμε στήν ψυχή, στό σῶμα, σὲ καταστάσεις τῆς ζωῆς συμβαίνουν ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μᾶς ἔστειλε στόν κόσμο σὰν ἀγγελιοφόρους Του νά φέρουμέ τὴν θεϊκὴ παρουσία μέ τίμημα ἂν χρειαστεῖ τήν ζωή μας  πόσο εὐγνώμονες θὰ εἴμασταν καί πῶς θὰ ζούσαμε ἔτσι πού ὁ Θεός πού θὰ κοίταζε τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, θὰ ἔλεγε:

νά ἕνας μαθητής μου πού κατανόησε τὸ θέλημά μου καὶ ζεῖ σύμφωνα μ’ αὐτό!

Ἂς προβληματιστοῦμε· ἂς μάθουμε νά ζοῦμε μ’ εὐγνωμοσύνη, μὲ τήν χαρά ὅτι ἀγαπηθήκαμε μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ γνωρίζοντας ὅτι πρόκειται γιά μιά πράξη εὐγνωμοσύνης, χαρισμένης γενναιοδωρίας, δέν ἔχουμε δικαιώματα καὶ ὅμως κατέχουμε τὰ πάντα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶπε τοῦτο: Δέν ἔχω τίποτα καὶ ὅλα τὰ κατέχω.

Ὁ καθένας μας θὰ μποροῦσε νά εἶναι τόσο πλούσιος μέσα στήν ἀπόλυτη πτωχεία, πλούσιος ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τήν δύναμη καὶ τὸν πλοῦτο τοῦ Θεοῦ.

Ἂς προβληματιστοῦμε καὶ ἂς προσφέρουμέ στόν Θεό, μὲ μιά πράξη εὐγνωμοσύνης ὄχι μόνο στά λόγια, πού ἀμυδρὰ νοιώσαμε, ἀλλὰ ἔμπρακτα στήν ζωὴ μας:

ἂς Τοῦ δώσουμε τήν χαρά καὶ τήν βεβαιότητα ὅτι δέν μᾶς δημιούργησε μάταια, δέν ἔζησε καὶ δέν πέθανε μάταια γιά ἐμᾶς, ὅτι εἴμαστε ἀληθινοὶ μαθητὲς Του πού ἔχουμε καταλάβει καὶ θέλουμε νά ζήσουμε τὸ Εὐαγγέλιό Του. Ἀμήν.

Κυριακη μετά τὰ Φῶτα-Τό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

9 Ιανουαρίου, 2022

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

Τό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

“᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ᾿Ιωάννης παρεδόθη,

ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, 

καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ,

ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος·

γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης,

πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν,

ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.

᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν·

μετανοεῖτε·

ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν”. (Ματ 4:12-17)

ἔναρξη τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Ἰησοῦ συνδέεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστή Ματθαῖο μέ τὴν πραγματοποίηση μιᾶς ἐξαγγελίας τοῦ προφήτη Ἠσαΐα.

Οἱ εὐαγγελιστὲς παραθέτουν συχνὰ στά κείμενά τους χωρία ἀπὸ τήν Παλαιά Διαθήκη, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὰ Προφητικὰ Βιβλία της, ὅταν περιγράφουν διάφορες σημαντικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ, τὶς ὁποῖες παρουσιάζουν ὡς ἐκπλήρωση κάποιων προρρήσεων τῶν ἀρχαίων προφητῶν.

Αὐτὸ συμβαίνει ἰδιαίτερα στό κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, κάτι ἄλλωστε πού εἶναι ἀναμενόμενο, ἀφοῦ τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ ἀπευθύνεται σὲ προερχομένους ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ χριστιανοὺς καὶ εἶναι λογικὸ αὐτοί νά ἐνδιαφέρονταν γιά τὸ ἂν ὁ Ἰησοῦς στόν ὁποῖο πίστεψαν εἶναι πράγματι ὁ Χριστὸς γιά τὸν ὁποῖο μίλησαν οἱ προφῆτες καὶ τὸν ἀνέμεναν γιά γενιὲς ὁλόκληρες οἱ πρόγονοί τους.

Ἔτσι, ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας σελίδα τοῦ Εὐαγγελίου του ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος περιγράφει τήν γέννηση καὶ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ ὡς ἐκπλήρωση τῶν ἀρχαίων προφητειῶν γιά τὸν ἀναμενόμενο λυτρωτή.

Κατὰ ἀνάλογο τρόπο περιγράφεται καὶ ἡ ἕναρξη τῆς δημοσίας δράσης τοῦ Ἰησοῦ (Ματ 4:12-17). Ἡ περικοπὴ ἀρχίζει μέ τὴν πληροφορία τῆς σύλληψης τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου.

Ἡ δράση τοῦ Ἰωάννη σηματοδοτεῖ τὸ ἀποκορύφωμα καὶ τὸ τέλος τῆς περιόδου ἀναμονῆς τοῦ Μεσσία καὶ ταυτόχρονα τὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας ἐποχῆς, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Τό περιεχόμενο τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ εἶναι τὸ ἴδιο μέ αὐτὸ τῶν προφητῶν πού προηγήθηκαν, ἡ μετάνοια.

Μόνον πού ἡ μετάνοια στό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι προϋπόθεση γιά νά ἔλθει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως στό προφητικὸ κήρυγμα, ἀλλ’ ἐπεῖγον προσκλητήριο, γιατὶ ἦλθε ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως, ἀπὸ τὴν παραπάνω περικοπή προκύπτει ἴσως κάποιος προβληματισμὸς γιά τὸν σύγχρονο ἀναγνώστη τῆς Βίβλου.

Ὅπως ἀναφέρθηκε, οἱ εὐαγγελιστὲς ἐπιχειροῦν μέ τὴν παράθεση προφητικῶν χωρίων νά πείσουν τοὺς συγχρόνους τους ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Κρίνοντας ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ἐγχείρημα δέν ὑπῆρξε ἀπόλυτα ἐπιτυχές, καθὼς ἡ πλειονότητα τῶν Ἰουδαίων ἀρνήθηκε τελικὰ νά ἀκολουθήσει τὸν Ἰησοῦ.

Ἀντίθετα ἕναν περίπου αἰῶνα ἀργότερα, ὁ Μπαρ Κοχβά, ἕνας ζηλωτὴς Ἰουδαῖος ἐπαναστάτης, κατάφερε μέ τὴν ἴδια ἐπιχειρηματολογία νά πείσει σὲ τέτοιο βαθμὸ τοὺς συμπατριῶτες του ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ὥστε ἀκόμα καὶ ὅταν ἡ ἐξέγερσή του κατὰ τῶν Ῥωμαίων (132 – 135 μ.Χ.) πνίγηκε στό αἷμα, οἱ τελευταῖοι ὀπαδοὶ του νά προτιμήσουν τὴν αὐτοκτονία ἀπὸ τὴν παράδοση στόν ἐχθρό.

Τὸ πρῶτο ἑπομένως ἐρώτημα πού γεννᾶται ἀφορᾶ στόν λόγο τῆς ἄρνησης τῶν Ἰουδαίων νά ἀκολουθήσουν τὸν Ἰησοῦ, παρ’ ὅλο πού ἔβλεπαν ὅτι ὅλες οἱ προφητεῖες ἐπιβαιώνονταν μέ τὸ ἔργο καὶ τήν διδασκαλίᾳ του.

Καὶ ἀπὸ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ προκύπτει ἕνα δεύτερο πού ἀφορᾶ στόν λόγο γιά τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει νά προβάλλει σήμερα αὐτές τίς προφητεῖες, τήν στιγμή πού οἱ χριστιανοὶ σήμερα δέν ἀμφισβητοῦν πλέον τήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ.

Γιά νά ἀπαντήσει κανεὶς στό πρῶτο ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ πρέπει νά γυρίσει νοερὰ πίσω, στά τέλη τοῦ 587 π.Χ. ὅταν τὰ στρατεύματα τοῦ Ναβουχοδονόσορα, βασιλιὰ τῆς κοσμοκράτειρας τότε Βαβυλῶνας, καταλάμβαναν γιά δεύτερη φορὰ τὴν πρωτεύουσα τοῦ ἀδύναμου, μικροῦ καὶ ὑποτελοῦς ἤδη βασιλείου τοῦ Ἰούδα, τὴν Ἱερουσαλήμ.

Σφαγές, λεηλασίες καὶ ἐξορία ἦταν, ὅπως συμβαίνει πάντα σὲ τέτοιες περιπτώσεις, τὰ ἐπακόλουθα τῆς ἅλωσης. Τὰ τείχη τῆς πόλης καὶ τὰ σημαντικότερα κτήριά της κείτονταν σὲ ἐρείπια· ὁ ἴδιος ὁ περίφημος ναὸς τοῦ Σολομώντα, μάρτυρας ἑνός ἄλλοτε λαμπροῦ παρελθόντος, πυρπολημένος καὶ κατεστραμμένος· τὰ σκεύη τοῦ ναοῦ, καὶ τὸ ἱερότερο ὅλων ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης, λάφυρα στά χέρια τῶν ἐχθρῶν.

Ὅμως, δέν εἶναι αὐτά πού κυρίως ἀπασχολοῦν τοὺς αἰχμαλώτους στήν Μεσοποταμία Ἰουδαίους. Τὸ μυαλὸ τους τὸ τυραννάει μία ἄλλη, πολὺ πιὸ βασανιστική σκέψη. Αἰῶνες ὁλόκληρους εἶχαν μάθει νά θεωροῦν τὸν Θεὸ δικὸ τους καὶ εἶχαν ἰσχυροὺς λόγους νά τὸ πιστεύουν αὐτό· αὐτὸς ὁ Θεὸς τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο μέ τρόπο θαυμαστό, τοὺς ὁδήγησε μέσα ἀπὸ τὴν ἔρημο ὅπου τοὺς φρόντιζε καὶ τοὺς προστάτευε, τοὺς χάρισε τήν χώρα ὅπου τόσα χρόνια κατοικοῦσαν εὐτυχισμένοι.

Τώρα ὅμως διαπιστώνουν ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς ἐγκατέλειψε· ὅτι ὁ Θεὸς τους δέν ἦταν πιὰ μαζὶ τους. Οἱ διαπιστώσεις αὐτὲς ἔγιναν παράπονο καὶ τὸ παράπονο τραγούδι:

Στῆς Βαβυλῶνας τὰ ποτάμια, ἐκεῖ καθίσαμε καὶ κλάψαμε, …πῶς τοῦ Κυρίου τὴν ᾠδὴσὲ ξένη γῆ νά ψάλλουμε; (Ψαλ 136:1,4)

Τρέχουν στούς προφῆτες πού ἐπέζησαν καὶ τοὺς ῥωτοῦν γεμάτοι ἀγωνία. Καὶ ἡ ἀπάντηση τῶν προφητῶν εἶναι ὁμόφωνη:

“Δέν ἐγκατέλειψε ὁ Θεὸς τὸν λαὸ του, ἀλλὰ ὁ λαὸς ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ του”.

Αἰῶνες ὁλόκληρους, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, οἱ προφῆτες προειδοποιοῦσαν γιά τὴν καταστροφή πού ἔρχεται ἐξαιτίας τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸν Θεὸ του. Ὅμως ὁ λαός, μεθυσμένος ἀπὸ τὴν εὐημερία πού τοῦ πρόσφεραν οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουγε.

Ἔμαθε νά ἐμπιστεύεται τὰ ὅπλα του, τήν στρατιωτική του δύναμη, τὶς συμμαχίες μέ τίς μεγάλες δυνάμεις καὶ τὰ διπλωματικὰ παιχνίδια στήν ἐξωτερικὴ πολιτική.

Ὅμως, ἡ ἀπαντήση τῶν προφητῶν δέν ἑξαντλεῖται στήν κριτικὴ γιά τὰ λάθη πού ἔγιναν στό παρελθὸν καὶ ὁδήγησαν στήν καταστροφή. Βεβαιώνουν ὅτι ὁ Θεὸς θὰ δώσει ἄλλη μία εὐκαιρία στόν λαὸ του καὶ μέσῳ αὐτοῦ σ’ ὁλοκλήρη τὴν ἀνθρωπότητα.

Ἕνας νέος ἡγέτης θὰ γεννηθεῖ, ὁ ὁποῖος δέν θὰ στηρίζει τὴν ἐξουσία του στήν βία καὶ στήν καταπίεση ὅπως οἱ ἡγεμόνες τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ θὰ φέρει φῶς καὶ χαρὰ σ’ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς. Ἡ πρώτη ἀπό τίς προφητεῖες αὐτὲς βρίσκεται στό βιβλίο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα:

Λαέ πού πορεύεσαι στό σκοτάδι, φῶς δεῖτε λαμπρό··ἐσεῖς οἱ κάτοικοι τῆς χώρας ὅπου κυριαρχεῖ ὁ θάνατος, πάνω σας φῶς θὰ λάμψει.… μπροστά σου, Κύριε, θὰ χαροῦν, ὅπως αὐτοί πού χαίρονται στόν θερισμό … Γιατὶ ἀφαιρέθηκε ὁ ζυγός πού ἦταν πάνω τους καὶ τὸ ῥαβδί πού χτύπαγε τήν ῥάχη τους …Γιατὶ γιά χάρη μας γεννήθηκε ἕνα παιδί, μᾶς δόθηκε ἕνας γιός …

Μεγάλη θὰ εἶναι ἡ ἐξουσία του, καὶ ἡ εἰρήνη του δέν θὰ ἔχει τέλος··θὰ καθίσει στόν θρόνο τοῦ Δαυίδ, θὰ ἀποκαταστήσει τήν βασιλείᾳ του, καὶ θὰ φροντίσει γι’ αὐτήν μέ δίκαιη κρίση καὶ δικαιοσύνη …

(Ἦσ. 9: 2-7).

Στό ἴδιο βιβλίο περιέχεται καὶ ἡ δεύτερη προφητεία. Ὁ ἀναμενόμενος ἡγέτης θὰ κατάγεται ἀπὸ τήν γενιὰ τοῦ Δαβίδ, θὰ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θὰ ἔχει σοφία καὶ συνέση, ὀρθὴ κρίση καὶ δύναμη, γνώση καὶ εὐσέβεια, ὥστε νά ἐπιβάλει τήν δικαιοσύνη συντρίβοντας τήν βία καὶ τὴν καταπίεση, ὄχι ὅμως μέ τήν δύναμη τοῦ σκήπτρου του, ἀλλά μέ τήν δύναμη τοῦ λόγου του (‘Ησ. 11: 1-9).

Οἱ προφητεῖες αὐτὲς ζέσταιναν τίς καρδιὲς τοῦ λαοῦ, ἀνανέωναν τίς ἐλπίδες του καὶ τὸν στήριζαν γιά νά ἀντέξει τίς δοκιμασίες.

Ὅμως τὰ χρόνια πού ἀκολούθησαν ἦταν πολὺ σκληρά. Τήν βαβυλωνιακὴ κατοχή διαδέχτηκε ἡ περσικὴ καὶ αὐτήν, ἡ πιὸ σκληρὴ καὶ καταπιεστική, ἡ ἑλληνική, γιά νά δώσει καὶ αὐτή μέ τήν σειρά της τήν θέση της στήν ῥωμαϊκή.

Οἱ ἐλπίδες, βέβαια, δέν ἔσβησαν, ἄλλαξαν ὅμως ἀρκετὰ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό τους. Ἡ μακροχρόνια καταπίεση ἄλλαξε τήν μορφή τοῦ ἀναμενόμενου ἡγέτη καὶ τοῦ ῥόλου του. Ἡ δικαιοσύνη πού θὰ φέρει κατανοεῖται πλέον ὡς ἐκδίκηση καὶ τὸ ὅραμα τῆς εἰρήνης ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸν ῥωμαϊκὸ ζυγό.

Ἔτσι, ὁ εἰρηνικὸς καὶ δίκαιος παγκόσμιος βασιλιὰς ἔγινε στήν φαντασία τοῦ λαοῦ ἕνας βίαιος καὶ ἀνελέητος τοπικὸς ἐπαναστάτης.

Ἔτσι, εὔκολα γίνεται κατανοητὸ τὸ γιατὶ οἱ συμπατριῶτες του ἀπέρριψαν τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀρνήθηκαν νά τὸν ἀκολουθήσουν ὁδηγώντας τον ἀκόμα καὶ στόν θάνάτο.

Οἱ Ἰουδαῖοι ἀρνήθηκαν νά δεχτοῦν τὸν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία, ἀλλὰ ἡ ἄρνηση αὐτὴ δέν ἦταν ἱκανὴ νά ἀκυρώσει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τὸν κόσμο.

Ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ προέκυψε ἕνας νέος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἕνας νέος Ἰσραήλ, ἡ Ἐκκλησία. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀλήθεια προκύπτει καὶ ἡ ἀπάντηση στό δεύτερο ἐρώτημα πού τέθηκε παραπάνω. Ὡς λόγος Θεοῦ οἱ προφητεῖες ἔχουν αἰώνια ἰσχὺ καὶ ἀπευθύνονται στούς πιστοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἀναπτέρωσαν τὸ ἠθικὸ τῶν αἰχμαλώτων στήν Μεσοποταμία Ἰουδαίων καὶ ἔδωσαν στούς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ τήν δυνατότητα νά τὸν ἀναγνωρίσουν καὶ νά τὸν ἀκολουθήσουν.

Ἀπευθύνονται ὅμως καὶ στόν νέο Ἰσραήλ, στούς σύγχρονους χριστιανούς. Τοὺς ὑπενθυμίζουν ὅτι ἡ ἀπελπισία δέν εἶναι ἀνίκητη· ὅτι «φῶς λαμπρὸ» μπορεῖ νά φωτίσει καὶ τὰ δικὰ τους σκοτάδια καὶ νά τοὺς ὁδηγήσει ἔξω ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδα πού βιώνουν.

Ἀρκεῖ νά μὴν κάνουν τὰ λάθη τοῦ παλιοῦ Ἰσραήλ.

Ἀρκεῖ νά δοῦν τὶς παλιὲς προφητεῖες ὄχι ὡς ἑξαγγελίες προνομίων γιά τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ ὡς ὁδοδεῖκτες γιά μία ἀληθινή σχέση μέ τὸν Θεό, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ τελευταῖο μήνυμα τοῦ Προδρόμου καὶ τὸ πρῶτο τοῦ Χριστοῦ: «Μετάνοια».

Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων

2 Ιανουαρίου, 2022

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

«Ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

῾Ως γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου·

  φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ,  ἐγένετο ᾿Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 

καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία χώρα καὶ οἱ ῾Ιεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. 

ἦν δὲ ὁ ᾿Ιωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον.  καὶ ἐκήρυσσε λέγων·

ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.
 ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι῾Αγίῳ». (Μάρκ. A΄ 1-8).

εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος ξεκινάει τὸ εὐαγγέλιό του μέ τὴν ἔναρξη τῆς δημοσίας ζωῆς καὶ τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο.

Καὶ μᾶς παρουσιάζει ἀμέσως καὶ ἐμφατικὰ τὴν προφητεία τοῦ προφήτη Μαλαχία γιά τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ὡς ἄγγελο πού προπορεύεται τοῦ Κυρίου.

Γιατί τόσο ὁ προφήτης ὅσο κι ὁ εὐαγγελιστὴς ὀνομάζουν ἄγγελο τὸν Ἰωάννη, ἀφοῦ δέν ἤταν ἄγγελος ἀλλ’ ἄνθρωπος;

Πρῶτον, ἐπειδὴ ὁ Ἰωάννης μέ τή ζωή του ἤταν σὰν οὐράνιος ἄγγελος, προσέγγιζε τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Δεύτερον, ἐπειδή μέ τὸ κήρυγμά του θὰ γινόταν σαφές πώς σκοπὸς τῆς ἐπίγειας διακονίας τοῦ Χριστοῦ ἤταν νά κάνει ἀγγέλους ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ θνητοὺς ἀνθρώπους·

νά πάρει τοὺς σκλαβωμένους στήν ἁμαρτία θνητοὺς ἀνθρώπους καὶ νά τοὺς κάνει ἀναμάρτητους, ἐλεύθερες ὑπάρξεις, ὅπως εἶναι κι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι στόν οὐρανό.

Μὲ ποιόν τρόπο ἔμοιαζε μὲ ἄγγελο ὁ Ἰωάννης; Πρῶτον, μὲ τὴν ὑπακοὴ του στόν Θεό, δεύτερον μέ τὴν ἀποδέσμευσή του ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τρίτον μέ τὴν ἔλλειψη μέριμνας καὶ φροντίδας γιά τή σωματική ζωή του.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἤταν ἀπόλυτα ὑπάκουος στόν Θεὸ ἀπὸ τὴν πολὺ πρώιμη ἡλικία του. Γεννήθηκε ἀπὸ ὑπερήλικες γονεῖς, ὀρφάνεψε ἀπὸ μικρός.

Ἔτσι ἀφέθηκε στήν πατρικὴ φροντίδα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἤταν ὁ μοναδικὸς γονιὸς του, ὁ ἀποκλειστικὸς προστάτης κι ἡ μοναδικὴ ἀγάπη του.

Δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στόν Θεὸ καὶ ἔστρεφε πρὸς Ἐκεῖνον τή σκέψη του γιά ὅλα ἐκεῖνα πού τὸν ἀπασχολοῦσαν.

Δέν εἶχε καμιὰ ἀνάγκη νά διδαχτεῖ ἀπὸ ἄνθρωπο, ἀφοῦ Ἐκεῖνος, ἀπὸ τὸν Ὁποῖο δόθηκε κάθε γνώση στούς ἀνθρώπους, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, ἐπικοινωνοῦσε ἄμεσα μέ τὸν Ἰωάννη καὶ τοῦ ἀποκάλυπτε τὸ θέλημά Του.

Ἀποσυρμένος ἀπὸ τὸν κόσμο ὁ Ἰωάννης προσκολλήθηκε πιστὰ στόν Θεό, ὅπως κάνουν κι οἱ οὐράνιοι ἄγγελοι.

Κι ὅπως οἱ ἄγγελοι, ἔτσι κι αὐτὸς ξεδιψοῦσε ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς σοφίας, τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης. Γι’ αὐτὸ ὁ προφήτης ὀνόμασε κι αὐτὸν ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης δὲν λογάριαζε κανέναν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ζῶντα Θεὸ καὶ τὸ ἅγιο θέλημά Του. Δέν ἔκανε διάκριση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους.

Δέν τοὺς ξεχώριζε οὔτε ἀπὸ τὸν ἱματισμὸ τους οὔτε ἀπὸ τὴν τιμὴ καὶ τή δύναμή τους, τή σοφία τους ἢ τὸν πλοῦτο τους.

Μόνο ἡ ψυχὴ τους τὸν ἔκανε νά τοὺς διαφοροποιεῖ. Τὰ μάτια του δέν ἔβλεπαν τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ γυμνές τίς ψυχὲς τους, πού τίς κρύβει ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὸ κάλυμμα τοῦ σώματος. Τέτοια ἐλευθερία καὶ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους μόνο οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἔχουν, γι’ αὐτὸ κι ὁ προφήτης ὀνόμασε τὸν Ἰωάννη ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης ἔμοιαζε μὲ ἄγγελο καὶ γιά τὴν ἀμεριμνησία πού εἶχε γιά τὴν ἐπίγεια ζωή. Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι, δέν εἶναι ὑλικὲς ὑπάρξεις ὅπως οἱ ἄνθρωποι.

Εἶναι στολισμένοι μέ τή μεγαλοπρέπεια τῆς ὕπαρξής τους, εἶναι «σώματα ἐπουράνια» (Α΄ Κορ. 15, 40).

Ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού ἔζησαν μέ τή βιωματική τους ἐμπειρία κι ὄχι ἀπὸ τή σοφία πού ἀπόκτησαν ἀπὸ τὰ βιβλία, ἔτσι ἔζησε κι ὁ ἅγιος Ἰωάννης.

Ἔμαθε νά ζεῖ ἀμέτοχος ἀπό τίς βιωτικὲς μέριμνες. Δὲν διάβασε βιβλία οὔτε ἄκουσε σοφοὺς ἀνθρώπους πού συνηθίζουν νά «μιλοῦν», ἀλλά δέν λένε τὸ «πῶς».

Ἔζησε ἀσκώντας τὴν ἐλευθερία ἀπὸ μέριμνες. Δοκίμασε τή νηστεία καὶ εἶδε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ζήσει ὄχι μόνο χωρὶς ὅλες ἐκεῖνες τίς τροφὲς γιά τὶς ὁποῖες κοπιάζει τόσο πολύ, ἀλλὰ καὶ χωρὶς ψωμί. Ὁ Ἰωάννης τρεφόταν μέ «ἀκρίδες» καὶ «μέλι ἄγριο».

Δέν ἔπινε κρασί ἢ ἄλλο δυνατὸ ποτό. Καὶ παρ’ ὅλ’ αὐτά, πουθενὰ δέν ἀναφέρεται ὅτι τοῦ ἔλειψε τὸ φαγητὸ ἢ τὸ ποτό.

Δέν ἤταν οἱ ἀκρίδες καὶ τὸ ἄγριο μέλι πού τὸν ἔτρεφαν, ἀλλά ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού λάβαινε ὁ πιστὸς δοῦλος Του ἀπὸ τὰ μέσα αὐτά. «Ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγε ἄνθρωπος» (Ψαλμ. 77, 25).

Ὁ Ἰωάννης δὲν νοιαζόταν οὔτε ποῦ θὰ ζήσει οὔτε τί θὰ φορέσει. Κατοικία του ἤταν ἡ ἔρημος, σκέπη του εἶχε τὸν οὐράνιο θόλο.

Ἔνδυμά του εἶχε τρίχες καμήλας, περασμένες σὲ δερμάτινες λουρίδες. Ἔβλεπε τὴν ψυχὴ του καλυμμένη μέ τὰ ἡλιόλουστα ἱμάτια τῶν ἀγγέλων τοῦ οὐρανοῦ κι ὄχι μέ τή σωματική φθορά. Ξάπλωνε καὶ κοιμόταν εἴτε κάτω ἀπὸ τὸν ἀνοιχτὸ οὐρανὸ εἴτε σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ πολλὰ σπήλαια τῆς ἐρήμου «πέραν τοῦ Ἰορδάνου».

Τί τὸν ἔνοιαζε αὐτὸ ὅμως, ἀφοῦ ἡ ψυχὴ του ἀναπαυόταν στόν βασιλικὸ στῆθος τοῦ οὐρανίου Δημιουργοῦ;

Γείτονες εἶχε τίς φαρμακερὲς ὀχιὲς καὶ τὰ πεινασμένα λιοντάρια. Δέν τὰ φοβόταν ὅμως, γιατὶ ἤξερε πώς τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ πού τὰ βλέπει ὅλα, τὸν προστάτευε.

Γιατὶ νά τὰ φοβηθεῖ, ἀφοῦ δέν μποροῦσαν νά βλάψουν τὴν ψυχὴ του; Τὸν ἑαυτὸ του τὸν ἔβλεπε σὰν ψυχή, ὄχι σὰν σάρκα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἦταν ἐλεύθερος ἀπό ἐπίγειες μέριμνες. Μοναδικὴ του φροντίδα ἤταν ἡ ψυχὴ του· Μοναδικὸς νόμος καὶ κανόνας γιά τὴν ψυχὴ του ἤταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Σ’ αὐτὸ ἔμοιαζε μὲ τοὺς οὐράνιους ἀγγέλους. Γι’ αὐτὸ κι ὁ προφήτης τὸν ὀνόμασε ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης, ὁ προφήτης τῆς ἐρήμου, γνώριζε πολὺ καλὰ τὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης φύσης: τὶς ἀδυναμίες της, τὴν κλίση της πρὸς τὸ κακό, τὴν ἀσυνέπειά της.

Τὰ ἔμαθε καλὰ αὐτὰ στά τριάντα χρόνια τῆς μόνωσής του στήν ἔρημο.

Ἀπόκτησε αὐτογνωσία κι ἔτσι γνώρισε καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο κι ὅλα ὅσα συμβαίνουν ἢ μποροῦν νά συμβοῦν σ’ αὐτόν.

Ἡ νικηφόρα μάχη πού ἔκανε μέ τὸν ἑαυτὸ του τοῦ προσπόρισε ἀνεξάντλητη γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἔτσι τώρα παρουσιάστηκε στούς ἀνθρώπους μέ τὴν ἐλευθερία τοῦ νικητή. Ἡ γνώση του δέν ὀφειλόταν σὲ βιβλία.

Προερχόταν ἀπὸ πρῶτο χέρι, ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, μέσα ἀπὸ τή δική του ἐμπειρία. Εἶναι φανερό πώς ἔτσι τὸ κήρυγμά του ἔχει ἕναν πολὺ ἀνθρώπινο χαρακτῆρα. Δὲν στηρίζεται στά λόγια τῶν ἀνθρώπων.

Ἀκόμα κι ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐξομολογηθεῖ εἰλικρινὰ κι ἔχει ἀποδείξει ἔμπρακτα τή μετάνοιά του γιά τὶς ἁμαρτίες πού εἶχε διαπράξει, ὁ Ἰωάννης δέν τὸν ἐμπιστεύεται ἀμέσως.

Γνωρίζει τήν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀσυνέπεια τῆς ἀνθρωπίνης φύσης. Γι’ αὐτὸ κι ἀγωνίζεται μ’ ὅλες του τίς δυνάμεις νά ξεκαθαρίσει στούς μετανοοῦντες πώς πρέπει ν’ ἀποδείξουν τὰ λόγια μέ τὰ ἔργα τους. Ὅταν ἡ ἁμαρτία ἐπαναλαμβάνεται, γίνεται συνήθεια.

Τώρα συνήθεια πρέπει νά γίνουν τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Κι αυτὸ μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μέ μακρὰ ἄσκηση τῶν ἀρετῶν.

Ὅλα ὅσα συνιστᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὡς καρποὺς μετανοίας, ὁπωσδήποτε δέν εἶναι ἀρκετὰ γιά νά σώσουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Φτάνουν ὅμως γιά νά κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἄξιο νά παρουσιαστεῖ μπροστὰ στόν Χριστό. Τὸ καθῆκον τοῦ Προδρόμου ἤταν νά ἐπισημάνει τὸν κίνδυνο στούς ἀνθρώπους, ὥστε νά καθαρίσουν τὸν ἑαυτὸ τους καὶ ν’ ἀξιωθοῦν νά παρουσιαστοῦν μπροστὰ στόν θεῖο Πρόσωπο τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ.

Ὅταν ἔβλεπε κανεὶς τὸν φοβερὸ προφήτη, κοντὰ στόν ὁποῖο συνωστίζονταν οἱ κάτοικοι ὁλόκληρης τῆς Ἰουδαίας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ἄκουγε τίς ἰδιόρυθμες κραυγές μέ τίς προτροπὲς καί τίς ἀπειλές γιά φωτιὰ καὶ τσεκούρια, τὸν ῥωτοῦσε:

«Σύ τις εἰ;» Μήπως εἶσαι ἐσὺ ὁ ἀναμενόμενος Χριστός; «Οὐκ εἰμί ἐγὼ ὁ Χριστός», ἀπαντοῦσε ὁ Ἰωάννης. «Τί οὖν; Ἠλίας εἰ σύ;». «Οὐκ εἰμι». «Τίς εἶ;». «Ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου» (Ἰωάν. 1, 20-23).

Καὶ στή συνέχεια ὁ Ἰωάννης ἀναγνώριζε κι ὁμολογοῦσε ταπεινά: «Μέσος ὑμῶν ἔστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Αὐτός ἐστίν ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, οὗ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἵνα λύσω αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος.» (Ἰωάν. 1, 26-27).

Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιά νά διδάξει στούς ἀνθρώπους τὴν ταπείνωση πού εἶχαν ξεχάσει καὶ τὴν ὑπακοή πού εἶχαν παραβιάσει. Μᾶς δίνει ἕνα τέλειο ὑπόδειγμα μέ τή δική του ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα του.

Οἱ ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν ταπείνωση καὶ ὑπακοή, δέν ἔχουν οὔτε σοφία οὔτε ἀγάπη. Καί ὅποιος τὰ στερεῖται αὐτά, στερεῖται καὶ τὸν Θεό.

Καί ὅποιος δέν ἔχει Θεό, δέν ὁρίζει οὔτε τὸν ἑαυτὸ του. Εἶναι σὰν νά μὴν ὑπῆρχε, ἀφοῦ ζεῖ στό σκοτάδι καὶ στή σκιὰ τοῦ θανάτου.

Ἂν κάποιος ἔλεγε: «Ὁ Χριστὸς εἶναι μεγάλο κι ἀπλησίαστο παράδειγμα γιά μένα. Δέν μπορῶ νά Τὸν πλησιάσω.

Ὑπάρχει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος πού, σὰν συνηθισμένος ἄνθρωπος, εἶναι πιὸ κοντὰ στούς θνητούς».

Ὁ Πρόδρομός Του μᾶς διδάσκει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή, μὲ τή δική του ἁγνὴ ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ στόν Χριστό.

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν (Ματθ. 2,13-23)

26 Δεκεμβρίου, 2021

Ἀναχωρησάντων τῶν μάγων,

13. ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό.

14. Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, 15. καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου.

16. Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων.

17. τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·

18. φωνὴ ἐν Ῥαμᾶ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν.

19. Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ’ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ

20. λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.

21. ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ.

22. ἀκούσας δὲ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ’ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας,

23. καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.

Κυριακή προ Χριστού Γεννήσεως (Ματθ. 1,1-25)

18 Δεκεμβρίου, 2021

1. Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ υἱοῦ Ἀβραάμ.

2. Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,

3. Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ,

4. Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών,

5. Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ῥαχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ῥούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί,

6. Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυῒδ τὸν βασιλέα. Δαυῒδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου,

7. Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ῥοβοάμ, Ῥοβοὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά,

8. Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν,

9. Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν,

10. Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν,

11. Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος.

12. Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ,

13. Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ,

14. Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ,

15. Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ,

16. Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. 17. Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες.

18. Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.

19. Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν.

20. ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ’ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου.

21. τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.

22. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος·

23. ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός.

24. Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ,

25. καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.

Κυριακή ΙΑ΄ Λουκά (Λουκ. 14,16-24)

11 Δεκεμβρίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τίς

16. ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς·

17. καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα.

18. καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.

19. καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.

20. καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.

21. καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε.

22. καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί.

23. καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου.

24. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου· [πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί][7].

Κυριακή Ι΄ Λουκά (Λουκ. 13,10-17)

4 Δεκεμβρίου, 2021

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἣν διδάσκων ὁ Ἰησοῦς

10. ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι.

11. καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές.

12. ἰδὼν δὲ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου·

13. καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν.

14. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν αὐταῖς οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου.

15. ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει;

16. ταύτην δέ, θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;

17. καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ’ αὐτοῦ.

Ἡ Θεραπεία τῆς Συγκύπτουσας

4 Δεκεμβρίου, 2021

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

Ἡ θεραπεία τῆς συγκύπτουσας

Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπισκέφτηκε τή γῆ δυναμικὰ ἀλλὰ ταπεινά, γιά νά διδάξει τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο.

Οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ μόνοι τους εἶναι ἀδύναμοι. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοὺς κάνει δυνατούς. Ἀπὸ μόνοι τους οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὑπερήφανοι. Ἡ ἀγάπη γιά τὸν ἄνθρωπο τοὺς κάνει ταπεινούς. Ἡ ἀγάπη γιά τὸν ἄνθρωπο προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη γιά τὸν Θεό.

Ἡ ταπείνωση προέρχεται ἀπὸ μία αἴσθηση θεϊκῆς δύναμης. Ἡ ἀγάπη γιά τὸν ἄνθρωπο χωρὶς ἀγάπη γιά τὸν Θεὸ εἶναι ψεύτικη. Κάθε ἄλλη δύναμη ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὑπερήφανη καὶ ψεύτικη.

Οἱ ἄνθρωποι ὅμως ἔχουν βρεῖ κι ἕναν τρίτο δρόμο, ποὺ δέν εἶναι οὔτε ἀγάπη γιά τὸν Θεὸ οὔτε ἀγάπη γιά τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ ἀγάπη γιά τὸν ἑαυτὸ τους, ἡ φιλαυτία. Ἡ φιλαυτία εἶναι φράγμα πού τοὺς χωρίζει ἀπὸ Θεὸ κι ἀπ’ ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀφήνει ἐντελῶς ἀπομονωμένους.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ μόνο τὸν ἑαυτὸ του, δέν ἀγαπᾶ οὔτε τὸν Θεὸ οὔτε τὸν συνάνθρωπό του. Δέν ἀγαπᾶ οὔτε τὸν ἄνθρωπο ποὺ κρύβει μέσα του. Ἀγαπᾶ μόνο τίς σκέψεις γιά τὸν ἑαυτὸ του, τή φαντασίωση τοῦ ἑαυτοῦ του.

Ἂν ἐπρόκειτο ν’ ἀγαπήσει τὸν «ἔσω ἄνθρωπο», θ’ ἀγαποῦσε ταυτόχρονα καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού φέρει μέσα του καὶ σύντομα θὰ κατέληγε ν’ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, γιατὶ τότε θ’ ἀναζητοῦσε τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο στούς ἄλλους ἀνθρώπους, ὡς ἀντικείμενα τῆς ἀγάπης του.

Ἡ φιλαυτία δὲν εἶναι ἀγάπη. Εἶναι ἀπόρριψη τοῦ Θεοῦ καὶ περιφρόνηση τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε φανερὴ εἶναι εἴτε κρυμμένη. Ἡ φιλαυτία δὲν εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἀρρώστια. Εἶναι μία σοβαρὴ ἀρρώστια πού ἀναπόφευκτα συμπαρασύρει μαζὶ της κι ἄλλες ἀρρώστιες.

Ὅπως ἡ εὐλογιά προκαλεῖ ὁπωσδήποτε πυρετὸ σ’ ὁλόκληρο τὸ σῶμα, ἔτσι κι ἡ φιλαυτία παράγει τή φωτιὰ τοῦ φθόνου καὶ τῆς ὀργῆς σ’ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Ὁ φίλαυτος ἄνθρωπος εἶναι γεμάτος φθόνο γιά ἐκείνους πού εἶναι καλλίτεροι ἢ πιὸ πλούσιοι ἀπ’ αὐτόν, πιὸ μορφωμένοι ἢ πιὸ σεβαστοὶ στούς ἀνθρώπους.

Τὸν φθόνο ἀκολουθεῖ πάντα ἡ ὀργὴ κι ὁ θυμός, ὅπως ἀπὸ τή φωτιὰ βγαίνει ὁ καπνός. Ἡ κρυμμένη ὀργή πού ξεπροβάλλει ποῦ καί ποῦ, φανερώνει ὅλη τὴν ἀσχήμια τῆς ἄρρωστης καρδιᾶς πού ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῆς φιλαυτίας.

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή μᾶς παρουσιάζει καθαρὰ ἀπὸ τή μιά μεριὰ τὴν εἰκόνα τῆς μεγάλης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ γιά τὸν ἄνθρωπο κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τή φιλαυτία τῶν Φαρισαίων, μαζί μέ τὸν φθόνο καὶ τὴν ὀργὴ τους.

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή περιέχει πολλὰ νοήματα καὶ πλούσια διδασκαλία, ἀκόμα κι ἂν τὴν διαβάσει κανεὶς πρόχειρα. Ἔχει ὅμως καὶ κάποιο ἐσωτερικό, κάποιο μυστικό νόημα, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα διδακτικὸ γιά τὴν πνευματικὴ μας ζωή.

Ἡ συγκύπτουσα γυναῖκα ὑποδηλώνει τ’ ἀγκυλωμένα μυαλὰ ὅλων αὐτῶν πού δέν προσεγγίζουν τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἐκείνων πού ἔχουν διεστραμμένο νοῦ καὶ δέν μποροῦν μέ τίς δικὲς τους δυνάμεις νά σταθοῦν ἀπέναντι στόν Θεό, ἀλλ’ ἕρπουν διαρκῶς στή γῆ, τρέφονται ἀπὸ τή γῆ, μαθητεύουν στή γῆ καὶ χαίρονται στή γῆ.

Τὸ διεστραμμένο μυαλὸ εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἀγκυλωμένο, περιορισμένο. Ἐξαρτᾶται ἀπό τίς αἰσθήσεις. Τοὺς προγόνους του τοὺς ἀναζητᾶ μόνο ἀνάμεσα στά ζῶα. Τὴν εὐχαρίστησή του τή βρίσκει μόνο στό φαγητὸ καὶ στὸ ποτό.

Δέν ξέρει τίποτα γιά τὸν Θεὸ καὶ τὸν πνευματικὸ κόσμο ἢ γιά τὴν αἰώνια ζωὴ κι ἑπομένως δὲν γνωρίζει τίποτα γιά τὴν πνευματική, τὴν οὐράνια χαρά. Αὐτό τό μυαλό εἶναι ἀπαρηγόρητο, φοβισμένο, γεμάτο θλίψη καὶ κακία. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς καλεῖ ἕνα τέτοιο μυαλὸ κοντὰ Του γιά νά τὸ ἀνορθώσει, νά τὸ φωτίσει, νά τοῦ δώσει χαρά.

Ἂν πάει γρήγορα κοντὰ Του, ὅπως ἡ Συγκύπτουσα, θ’ ἀνορθωθεῖ πραγματικά, θὰ φωτιστεῖ, θὰ χαρεῖ καὶ θὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεὸ μ’ ὅλη του τή δύναμη. Ἂν δέν πάει κοντὰ Του, θ’ ἀφεθεῖ στό σκοτάδι καὶ θὰ πεθάνει μέσα στίς ἁμαρτίες Του, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στούς ἄπιστους Ἰουδαίους: «ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ὑμῶν ἀποθανεῖσθε» (Ἰωάν. η΄, 21).

Τὸ ἴδιο θὰ γίνει καί μέ τὴν αἰσθησιακὴ καὶ κολλημένη στά γήινα ψυχή, ποὺ εἶναι στραμμένη πρὸς τή γῆ καὶ ἕρπει στήν ἐπιφάνειά της.

Δέν εἶναι καλύτερα τὰ πράγματα γιά τὴν ἐξασθενημένη καὶ παραλυμένη ψυχή, ποὺ δέν πιστεύει πώς αὐτό πού ἔχει εἶναι ἀληθινό, ἐκείνη ποὺ δέν ἔχει τή δύναμη ν’ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ ψέμα καὶ νά προσεγγίσει τὴν ἀλήθεια.

Ὅταν ἀκούει τὴν κλήση τῆς ἀλήθειας, βρίσκει πάντα μία προφάση, ὅπως: «Σήμερα εἶναι Σάββατο, δέν μπορῶ, δέν μὲ κάλεσες μία βολικὴ μέρα» ἢ «ἡ κλήση σου εἶναι ξαφνικὴ κι ἀπότομη, δέν μπορῶ – ἔπρεπε νά βρεῖς καλλίτερα λόγια γιά νά μὲ καλέσεις» ἢ «εἶμαι νέος, ἀνήσυχος, δέν μπορῶ – κράτα τὴν κλήση σου ὡσότου παίξω λίγο ἀκόμα μέ τὰ ψέματα» ἢ «ἔχω γυναῖκα καὶ παιδιά, δέν μπορῶ – πρέπει πρῶτα νά φροντίσω γι’ αὐτὰ κι ἔπειτα νά μὲ καλέσεις».

Κι ὑπάρχουν καὶ πολλὲς ἄλλες δικαιολογίες καὶ προφάσεις, δεκάδες ἢ καὶ ἑκατοντάδες.

Τὸ παραλυμένο μυαλὸ θὰ βρεῖ πάντα κάποια ἀληθοφανὴ κι ἀνόητη δικαιολογία γιά νά μὴν ἀκολουθήσει τὴν ἀλήθεια.

Ἡ ἀλήθεια ὅμως κράζει μιά, δυό, τρεῖς φορὲς καὶ μετὰ ἀκολουθεῖ τὸν δρόμο της. Κι ἡ παράλυτη ψυχὴ ἐξακολουθεῖ νά ἕρπει στό χῶμα καὶ θὰ πεθάνει στίς ἁμαρτίες της.

Ὅποιον ἀρνεῖται τὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ σ’ αὐτὴ τή ζωή, ὁ θάνατος θὰ τὸν βρεῖ ξαφνικά. Θὰ τὸν ἁρπάξει καὶ θὰ κλείσει πίσω του τίς πύλες τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Αὐτὸς δέν ἔχει πιὰ ἐλπίδα νά ξαναγυρίσει στή ζωὴ αὐτή, νά μετανοήσει στή μέλλουσα ζωή ἢ νά λάβει ἔλεος στήν Κρίση τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατος εἶναι μπροστὰ μας, ὅπως μπροστὰ μας εἶναι κι ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὲς εἶναι δυό φοβερὲς ὑπομνήσεις σ’ ἐμᾶς, πὼς μπροστὰ μας πρέπει νά εἶναι καὶ ἡ μετάνοια. Ἂν ἡ μετάνοια δέν προηγηθεῖ τοῦ θανάτου καὶ τῆς Κρίσης τοῦ Θεοῦ, τότε θὰ μείνει γιά πάντα μακριὰ μας. Τώρα εἶναι στό χέρι μας, τώρα μποροῦμε ἀκόμα νά τή χρησιμοποιήσουμε.

Ἂς βιαστοῦμε νά κάνουμε χρήση τῆς μετάνοιας. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πρῶτο καὶ σπουδαιότερο φάρμακο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἂς μετανοήσουμε μόνο κι ἔπειτα θ’ ἀνοίξουν κι ἄλλες πόρτες καὶ θὰ μάθουμε τί ἄλλο πρέπει νά κάνουμε.

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στό θνητὸ σῶμα του, ἡ ψυχὴ του εἶναι λίγο ἡ πολὺ ἀγκυλωμένη. Ὁ Χριστὸς καλεῖ ὅλους ἐκείνους πού ἡ ψυχὴ τους, τὸ πνεῦμα κι ὁ νοῦς τους ἔχουν ἀγκυλωθεῖ. Ἐκεῖνος μόνο μπορεῖ ν’ ἀνορθώσει αὐτό πού ὁ μοχθηρὸς κόσμος ἔχει στρεβλώσει.

«Ἀνήρ», «γυνή», «τέκνον». Ἔτσι μᾶς καλεῖ ὅλους, μέ τὰ ὀνόματα αὐτά, γιά νά μᾶς προσφέρει τή χαμένη ἀξιοπρέπειά μας, ἀντὶ νά πεῖ «τυφλέ», «ἀνάπηρε», «λεπρέ», «ζητιάνε». Μᾶς καλεῖ κοντὰ Του, θέλει νά μᾶς ἀνορθώσει, νά καθαρίσει τὸν νοῦ μας καὶ νά τὸν κάνει δυναμικὴ σάλπιγγα τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι κι ἐμεῖς, ὅταν σαλπίζουμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ, θὰ δοξαστοῦμε στή βασιλεία τῶν ἁγίων Ἀγγέλων καὶ τῶν δοξασμένων Ἁγίων στόν οὐρανό, στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας.

Δόξα καὶ αἶνος στόν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζί μέ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς