Archive for the ‘Eυαγγελικές περικοπές’ Category

Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου (Ματθ. 15,21-28)

28 Ιανουαρίου, 2023

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς

21. εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος.

22. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται.

23. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν.

24. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ.

25. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι.

26. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις.

27. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν.

28. τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

Κυριακὴ  τῆς Χαναναίας

28 Ιανουαρίου, 2023

Ἡ Χαναναία

 γυναῖκα αὐτή ἄξιζε γιὰ κάθε καλωσύνη. Δὲν ἐτόλμησε νὰ ἔρθη στὰ Ἱεροσόλυμα, γιατὶ φοβόταν καὶ θεωροῦσε ἀνάξιο τὸν ἑαυτό της. Ὅτι κι ἄν δὲν ἦταν ἔτσι θὰ ἔφτανε κι ἐκεῖ φαίνεται κι ἀπὸ τὴν τωρινὴ ἐπιμονή της κι ἀπ’ τὸ ὅτι βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχή τους. Μερικοὶ ἐφαρμόζοντας ἀλληγορικὴ ἐξήγηση ὑποστηρίζουν ὅτι ὅταν βγῆκε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν Ἰουδαία τότε τόλμησε νὰ τὸν πλησιάση ἡ Ἐκκλησία ἀφοῦ βγῆκε κι αὐτὴ ἀπὸ τὴ δική της περιοχή. Ξέχασε λέει ὁ θεῖος λόγος, τὸ λαό σου καὶ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα σου.

Γιατὶ κι ὁ Χριστὸς βγῆκε ἀπὸ τὴν περιοχὴ του καὶ ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὴν δική της περιοχή· Κι ἔτσι μπόρεσαν νὰ συναντηθοῦν. Νὰ μιὰ Χαναναία, λέει, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν περιοχή της. Κατηγορεῖ τὴ γυναὶκα ὁ Εὐαγγελιστής γιὰ νὰ φανερώση τὸ θαῦμα καὶ νὰ τὴν ἐξυψώση περισσότερο. Ἄν ἀκούσης Χαναναία, φέρε στὸ νοῦ σου τὰ παράνομα ἐκεῖνα εἰδωλολατρικὰ ἔθνη, ποὺ ἀνέτρεψαν ἀπὸ τὸ θεμέλιο τοὺς νόμους τῆς φύσεως.

Κι ἔπειτα ἀναλογίσου καὶ τὴ δύναμη τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοὶ ποὺ εἶχαν ἐκδιωχθῆ, γιὰ νὰ μὴ διαφθείρουν τοὺς Ἰουδαίους, φάνηκαν τόσο πιὸ κατάλληλοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ὥστε κι ἀπὸ τὴ χώρα τους βγῆκαν καὶ τὸ Χριστὸ πλησίασαν, ἐνῶ ἐκεῖνοι κι ἄς πήγαινε κοντά τους τὸν ἀπόδιωχναν. Πλησίασε λοιπὸν καὶ τίποτ’ ἄλλο δὲν λέει παρὰ ἐλέησέ με καὶ κόσμο πολὺ μαζεύει γύρο της μὲ τὶς κραυγὲς της.

Τὸ θέαμα προκαλοῦσε τόσο ἀλήθεια τὸν οἶχτο· μιὰ γυναῖκα νὰ κραυγάζη τόσο πονεμένα, μιὰ μητέρα νὰ παρακαλῆ γιὰ τὴ θυγατέρα της ποὺ ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση. Οὔτε ποὺ τόλμησε νὰ φέρη τὴ δαιμονισμένη μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Δασκάλου. Τὴν ἀφήνει πλαγιασμένη στὸ σπίτι καὶ κάμει ἐκείνη τὶς παρακλήσεις της. Ἀναφέρει μόνο τὴν ἀρρώστεια καὶ δὲν προσθέτει τίποτ’ ἄλλο. Οὔτε τραβᾶ τὸ γιατρὸ στὸ σπίτι της, ὅπως ὁ παλατιανὸς ἐκεῖνος ποὺ ἔλεγε· Ἔλα καὶ βάλε ἐπάνω του τό χέρι σου, καὶ κατέβα πρὶν πεθάνη τὸ παιδὶ μου.

Ἀλλὰ κι ἀφοῦ διηγήθηκε τὴ συμφορὰ της καὶ τὴν ἔνταση τῆς ἀρρώστειας, προβάλλει τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Κυρίου καὶ φωνάζει δυνατά. Καὶ δὲν λέει Σπλαχνίσου τὴ θυγατέρα μου ἀλλὰ Σπλαχνίσου με. Ἐκείνη δὲν αἰσθάνεται τὴ νόσο της ἐγὼ εἶμαι ποὺ πάσχω μύρια δεινά, γιατὶ εἶμαι ἄρρωστη καὶ τὸ νιώθω, μανιακή, καί τὸ γνωρίζω. Ἐκεῖνος δὲν τῆς ἔδωσε ἀπάντηση. Γιατὶ αὐτὸ τὸ πρωτοφανέρωτο καὶ παράδοξο; Τοὺς Ἰουδαίους, ἀγνωμοῦν καὶ τοὺς φέρνει κοντά του, τὸν βλασφημοῦν καὶ τοὺς παρακαλεῖ, τὸν πειράζουν καὶ τοὺς ἀφήνει.

Δὲν θεωρεῖ ὅμως ἄξια οὔτε γι’ ἀπάντηση αὐτὴν ποὺ ἔρχεται τρέχοντας κοντά του καὶ παρακαλεῖ καὶ ἱκετεύει καὶ δείχνει τόση εὐλάβεια ἐνῶ δὲν ἔχει μεγαλώσει μὲ τὴ συντροφιὰ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν. Ποιὸν δὲ θὰ ἐσκανδάλιζε αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ ποὺ ἦταν ἀντίθετη μὲ τὴν φήμη; Εἶχαν ἀκούσει ὅτι περιώδευε στὰ χωριὰ καὶ σκορποῦσε τὶς θεραπεῖες του αὐτὴν ὅμως τὴν ἀποκρούει ἐνῶ εἶχε ἔρθει ἡ ἴδια. Καὶ ποιὸν δὲ θὰ συγκινοῦσε ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ παράκληση, ποὺ ἔκανε γιὰ τὴ θυγατέρα της ποὺ ἦταν σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση; Δὲν εἶχε ἔρθει ἐπειδὴ ἦταν ἄξια, οὔτε ἐπειδὴ ζητοῦσε κάποια ὀφειλή.

Εἶχε ἀνάγκη νὰ τῆς δείξουν ἀγάπη καὶ παρουσιάζει τὴν τραγικὴ συμφορά της. Κι ὅμως δὲν τὴν κάνουν ἄξια οὔτε γι’ ἀπάντηση. Ἴσως πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἄκουαν σκανδαλίστηκαν. Δὲν σκανδαλίστηκε ὅμως ἐκείνη. Τί λέγω ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἄκουαν; Νομίζω ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ μαθηταί του θὰ ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς γυναίκας, θὰ ταράχτηκαν καὶ θὰ λυπήθηκαν.

Καὶ μὲ ὅλη τὴν ταραχή τους ὅμως δὲν ἐτόλμησαν νὰ ποῦν, Κάμε της τὴ χάρη. Ἀλλὰ πῆγαν κοντά του καὶ τὸν παρακαλοῦσαν, Ἐλευθέρωσέ τήν γιατὶ φωνάζει πίσω μας. Κι ἐμεῖς ὅταν θέλωμε νὰ πείσωμε κάποιον, πολλὲς φορὲς λέμε τ’ ἀντίθετα. Κι ὁ Χριστὸς ἀπάντησε. Ἡ ἀποστολὴ μου δὲν ἔγινε παρὰ γιὰ τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους.

Κι ὅταν τ’ ἄκουσε αὐτὰ ἡ γυναῖκα σώπασε κι ἀποσύρθηκε κι ἐγκατάλειψε τὴν προθυμία της; Καθόλου· ἔγινε πιὸ ἐπιθετική. Δὲν κάνομε ἐμεῖς ἔτσι. Ὅταν δὲν ἐπιτύχωμε, ἀπομακρυνόμαστε, ἐνῶ πρέπει γι’ αὐτὸ νὰ γίνωμε πιὸ ἀπαιτητικοί. Καὶ ποιὸν δὲ θὰ ἔρριχνε στὴν ἀπελπισία αὐτὸς ὁ λόγος; Ἦταν κι ἡ σιγὴ του ἀρκετὴ νὰ τὴν ὁδηγήση στὴν ἀπόγνωση· ἡ ἀπόκριση προχωροῦσε πολὺ περισσότερο.

Νὰ διαπιστώση ὅτι μαζί της εἶχαν ἀποστομωθῆ κι οἱ συνήγοροί της καὶ ν’ ἀκούση ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχε καταλήξει σ’ ἀδιέξοδο θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ τὴ ρίξη σὲ ἀπέραντη ἀμηχανία. Ἡ γυναῖκα ὅμως δὲν ἀφοπλιζόταν. Ἀλλὰ ὅταν εἶδε ὅτι οἱ προστάτες της δὲν εἶχαν καμμιὰ δύναμη, ἔδειξε ὡραία ἀναισχυντία. Πρὶν ἀπ’ αὐτὸ μήτε στὰ μάτια τους νὰ φανῆ δὲν τολμοῦσε. Φωνάζει πίσω μας, λένε. Κι ὅταν ἦταν φυσικὸ νὰ πάη ἀκόμα πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀμηχανία, τότε πλησιάζει περισσότερο καὶ πέφτει στὰ πόδια του.

Κύριε, βοήθησέ με. Πῶς αὐτὸ, γυναῖκα; Ἔχεις μεγαλύτερο θάρρος ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους; Μεγαλύτερη δύναμη; Θάρρος καὶ δύναμη καθόλου βέβαια δὲν ἔχω κι ἀπὸ ντροπὴ εἶμαι γεμάτη. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν ἀναισχυντία τὴ χρησιμοποιῶ σὰν προπέτασμα· θὰ σεβαστῆ τὸ θάρρος μου. Τὶ σημαίνει αὐτό; Δὲν τὸν ἄκουσε νὰ λέη ὅτι Ἡ ἀποστολή μου δὲν ἔγινε παρὰ γιὰ τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους; Τὸν ἄκουσα, ἀπαντᾶ. Ἀλλὰ αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τοῦ ἔλεγε, Παρακάλεσε καὶ προσευχήσου, ἀλλὰ Βοήθησέ με. Κι ὁ Χριστός; Οὔτε μ’ αὐτὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε παρὰ ἐπιτείνει τὴν ἀμηχανία της λέγοντας πάλι. Δὲν εἶναι καλὸ νὰ πάρης τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τὸ δώσης στοὺς σκύλους.

Κι ὅταν τὴν ἔκαμε ἄξια νὰ τῆς μιλήση, τότε χειρότερα τὴν ἐπείραξε ἀπὸ ὅ,τι μὲ τὴ σιγή. Δὲν μεταφέρει πιὰ σ’ ἄλλον τὴν αἰτία οὔτε λέει «ἡ ἀποστολή μου ἔγινε». Ὅσο ἐντείνει αὐτὴ τὴν παράκλησή της, τόσο δυναμώνει κι αὐτὸς τὴν ἄρνησή του. Καὶ δὲν τοὺς ἀποκαλεῖ πιὰ πρόβατα παρὰ παιδιὰ καὶ κείνην σκυλί. Μὰ ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς λέξεις του συναρμολογεῖ τὴν ὑπεράσπισή της. Ἄν εἶμαι σκυλί, δὲν εἶμαι ξένη. Δίκαια ἔλεγε ὁ Χριστός, Ἐγὼ ἦρθα στὸν κόσμο γιὰ νὰ γίνη ξεχώρισμα.

Κι ἡ γυναῖκα φιλοσοφεῖ καὶ δείχνει κάθε καρτερία καὶ πίστη καὶ μάλιστα ἐνῶ δέχεται προσβολές. Ἐνῶ ἐκεῖνοι μ’ ὅλο ποὺ τοὺς γίνονται θεραπεῖες καὶ τιμὲς πληρώνουν μὲ τὰ ἀντίθετα. Ξέρω κι ἐγὼ πῶς εἶναι ἀπαραίτητη ἡ τροφὴ στὰ παιδιά· αὐτὸ ὅμως δὲν μ’ ἐμποδίζει ἐμένα, ἄν εἶμαι σκυλί. Ἄν δὲν εἶναι δίκαιο νὰ πάρω, δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἔχω μερίδιο οὔτε στὰ ψίλουλα; Ἄν ὅμως πρέπει νὰ ἔχω μερίδιο ἄς εἶναι καὶ μικρὸ, δὲν ἐμποδίζομαι κι ἄν εἶμαι σκυλί. Ἀλλὰ κι ἔτσι ἔχω μεγαλύτερο μέρος, ἄν εἶμαι σκυλί.

Γι’ αὐτὸ ἀνέβαλλε ὁ Χριστός· ἤξερε ὅτι θὰ μιλοῦσε ἔτσι καὶ γι’ αὐτὸ ἀρνιόταν τὴ δωρεά· γιὰ νὰ δείξη τὴν πίστη της. Ἄν δὲν ἦταν νὰ τῆς δώση, δὲ θὰ τῆς ἔδιδε κι ὕστερ’ ἀπ’ αὐτό· οὔτε θὰ τὴν ἀποστόμωνε πάλι. Ὅπως εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο, Ἐγὼ θαρθῶ καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω, γιὰ νὰ μάθωμε τὴν εὐλάβειά του καὶ νὰ τὸν ἀκούσωμε νὰ λέη, Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μπῆς στὸ σπίτι μου. Ὅπως ἔκαμε στὴν αἱμορροῦσα ποὺ τῆς λέει, ἐγὼ ἔνιωσα νὰ φεύγη ἀπὸ μένα κάποια δύναμη, γιὰ νά κάμη τὴν πίστη της καταφάνερη.

Κι ὅ,τι κάμει μὲ τὴ Σαμαρείτισσα, γιὰ νὰ δείξη πὼς καὶ μὲ τὸν ἔλεγχο ποὺ τῆς γίνεται δὲν ἀπομακρύνεται. Τὰ ἴδια κάμει κι ἐδῶ.. Δὲν ἤθελε νὰ μείνη κρυφὴ τόση ἀρετὴ τῆς γυναίκας. Ὥστε δὲν ἤθελε νὰ προσβάλη μὲ τοὺς λόγους του ἀλλὰ νὰ προκαλέση καὶ τὸν κρυμμένο θηρσαυρό νὰ φανερώση.

Σεῖς ὅμως μαζὶ μὲ τὴν πίστη προσέξετε καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη. Ἐκεῖνος ἀποκάλεσε παιδιά, τοὺς Ἰουδαίους. Αὐτὴ δὲ περιωρίσθηκε σ’ αὐτὸ ἀλλὰ τοὺς χαρακτηρίζει Κυρίους. Τόσο πολὺ δὲν τὴν πείραξαν οἱ ἔπαινοι γιὰ τοὺς ἄλλους. Τὰ σκυλιὰ παρατηρεῖ τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ Κυρίου τους. Εἵδατε τὴ φρόνηση τῆς γυναίκας; Μήτε ἀντίρρηση δὲν τόλμησε νὰ φέρη, οὔτε τὴν πείραξαν οἱ ἔπαινοι γιὰ τοὺς ἄλλους, οὔτε ἀγανάκτησε μὲ τὴν προσβολή. Βλέπετε εὐψυχία; Αὐτὸς ἔλεγε δὲν εἶναι καλό.

Ναί, Κύριε, ἔλεγε ἐκείνη. Αὐτὸς τοὺς ἔλεγε παιδιά, κι ἐκείνη Κυρίους. Αὑτὸς ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ σκυλιοῦ ἐκείνη πρόσθεσε καὶ τὸ ἔργο του. Εἴδατε τὴν ταπεινοφροσύνη της; Ἀκοῦστε καὶ τὰ μεγάλα λόγια τῶν Ἰουδαίων. Εἴμαστε ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ κανενὸς δὲν ἐγίναμε δοῦλοι ὡς τώρα. Καί, ἔχομε γεννηθῆ ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτὴ ἀντίθετα αὐτοαποκαλεῖται σκυλὶ κι ἐκείνους τοὺς λέει κυρίους· καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγινε παιδί. Κι ὁ Χριστὸς τῆς λέει· Γυναῖκα, μεγάλη ἡ πίστη σου. Γι’ αὐτὸ ἔκαμε τὴν ἀναβολὴ, γιὰ νὰ φωνάξη αὐτὸ τὸ λόγο, γιὰ νὰ στεφανώση τὴ γυναῖκα. Ἄς γίνη ὅπως θέλεις. Ὁ λόγος του τοῦτο σημαίνει.

Ἡ πίστις σου μπορεῖ καὶ μεγαλύτερα νὰ κατορθώση ἀλλὰ ἄς γίνη ὅπως θέλεις. Ἡ φράση αὐτὴ συγγενεύει μὲ τὴ φράση ποὺ ἔλεγε. Ἄς γίνη ὁ οὐρανός, καὶ ἔγινε. Καὶ θεραπεύτηκε ἡ κόρη της ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη. Εἴδατε πὼς δὲν βοήθησε κι ἐκείνη λίγο στὴ θεραπεία τῆς κόρης; Γι’ αὐτὸ δὲν εἶπε ὁ Χριστὸς· Ἄς θεραπευτῆ ἡ κόρη σου· ἀλλὰ Μεγάλη ἡ πίστη σου, ἄς γίνη ὅπως θέλεις. Γιὰ νὰ μάθωμε ὅτι δὲν ἦσαν λόγοι τυχαῖοι καὶ λόγοι κολακείας ἀλλὰ ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῆς πίστης. Τὸν ἀκριβῆ ἔλεγχο καὶ τὴν ἀπόδειξη ἄφησε στὴν ἔκβαση τὼν πραγμάτων. Θεραπεύτηκε ἀμέσως τὸ κοριστάκι.

 Σεῖς προσέξατε πῶς, ἐνῶ νικήθηκαν οἱ ἀπόστολοι καὶ δὲν ἐπέτυχαν, πέτυχε αὐτὴ. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἐπιμονὴ τῆς προσευχῆς. Γιὰ τὶς ἀνάγκες μας θέλει νὰ τὸν παρακαλοῦμε περισσότερο ἐμεῖς παρὰ οἱ ἄλλοι γιὰ χάρη μας. Εἶχαν ἐκεῖνοι μεγαλύτερο θάρρος ἀλλὰ αὐτὴ ἔδειξε περισσότερη καρτερία. Μὲ τὸ τέλος διακαιολογήθηκε στοὺς μαθητάς του γιὰ τὴν ἀναβολὴ καὶ ἔδειξε ὅτι δίκαια ἀρνήθηκε ὅταν τοῦ ζήτησαν ἐκεῖνοι. Ἔφυγε ἀπὸ κεῖ ὁ Ἰησοῦς καὶ πῆγε κοντά στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας· ἀνέβηκε καὶ κάθησε στὸ βουνό.

Ἦρθε τότε κοντά του πολὺς κόσμος κουβαλῶντας μαζί του κουτσούς, τυφλούς, κουλλούς, κωφάλαλους ποὺ τοὺς ἔρριξαν στὰ πόδια του. Ἐκεῖνος τοὺς ἔκαμε καλὰ ὥστε θαύμασε ὁ κόσμος βλέποντας τοὺς βουβοὺς νὰ μιλοῦν, γεροὺς τοὺς κουλλοὺς, κουτσοὺς νὰ περπατοῦν, τοὺς τυφλοὺς νὰ βλέπουν. Γι’ αὐτὰ εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ. Πότε πηγαίνει ὁ ἴδιος, πότε κάθεται καὶ περιμένει ἀρρώστους καὶ τοὺς κουτσοὺς ἀνεβάζει στὸ βουνό. Καὶ μήτε τὸ ροῦχο δὲν ἀγγίζουν πιά, ἀνεβαίνουν ὅμως στὴν κορυφὴ καὶ πέφτουν στὰ πόδια του.

Δείχνουν ἔτσι διπλὰ τὴν πίστη τους κι ὅτι ἄνεβαίνουν ἄν καὶ κουτσοὶ στὸ βουνό, κι ὅτι δὲ χρειάζονται τίποτ’ ἄλλο παρὰ νὰ ριχτοῦν μονάχα στὰ πόδια του. Κι ἦταν μεγάλο καὶ πρωτοφάνερο θαῦμα, νὰ βλέπη κανένας αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἔφερναν ἄλλοι νὰ περπατοῦν, καὶ τοὺς ἀνάπηρους νὰ μὴν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κείνους ποὺ τοὺς κρατοῦσαν. Προξενοῦσε κατάπληξη τὸ πλῆθος ἐκείνων ποὺ θεραπεύονταν καὶ ἡ εὐκολία τῆς θεραπείας. Βλέπετε μέ πόση βραδύτητα θεράπευσε τὴ γυναίκα ἐνῶ τούτους ἀμέσως; Ὄχι ἐπειδὴ αὐτοὶ ἦσαν καλύτεροι ἀπὸ ἐκείνην ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκείνη ἦταν πιὸ πιστὴ ἀπ’ αὐτοὺς.

Γι’ αὐτὸ στὴν περίπτωσή της ἀναβάλλει καὶ καθυστερεῖ θέλοντας νὰ παρουσιάση τὴν εὐψυχία της. Σὲ τούτους ὅμως παρέχει τὴ δωρεὰ ἀμέσως καὶ κλείνει ἔτσι τὰ στόματα τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, ἀφαιρῶντας τους κάθε δυνατότητα ἀπολογίας. Γιατὶ ὅσο μεγαλύτερες εὐεργεσίες δέχεται κάποιος, τόσο περισσότερο ἄξιος τιμωρίας γίνεται, ἐπειδὴ δείχνει ἀγνωμοσύνη, καὶ δὲ γίνεται καλύτερος μὲ τὴν τιμὴ. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς κι οἱ πλούσιοι τιμωροῦνται περισσότερο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πένονται γιὰ τὴν κακία τους, νὰ μὴ γίνωνται ἥμεροι οὔτε μέσα στὴν ἀφοθνία τῶν ἀγαθῶν τους.

Μὴ μοῦ πῆτε ὅτι ἔδωσαν ἐλεημοσύνη. Ἄν δὲν ἔδωσαν ἀπὸ τὴν περιουσία τους ὅπως πρέπει οὔτε ἔτσι δὲ θὰ διαφύγουν. Ἡ ἐλεημοσύνη δὲν κρίνεται μὲ τὸ μέτρο τῶν ὅσων δίνονται ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὴ γενναιοδωρία τῆς διαθέσεως. Κι ἄν τιμωροῦνται αὐτοί, πολὺ περισσότερον, αὐτοὶ ποὺ συναρπάζονται ἀπὸ τὰ περιττά, ποὺ χτίζουν τὰ τριώροφα καὶ τετραώροφα μέγαρα, καταφρονοῦν ὅμως τοὺς πεινασμένους, αὐτοὶ ποὺ ἱκανοποιοῦν τὴ φιλαργυρία τους, ἀδιαφοροῦν ὅμως γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη.

Κι ἀφοῦ ὁ λόγος ἦρθε στὴν ἐλεημοσύνη ἄς συνεχίσω σήμερα τὶς σκέψεις ἐκείνες ποὺ ἄφησα ἀσυμπλήρωτες μιλῶντας πρὶν ἀπὸ τρεῖς μέρες γιὰ τὴ φιλανθρωπία. Θυμᾶστε ὅταν προηγούμενα μιλοῦσα γιὰ τὶς ἰδιοτροπίες τῶν παπουτσιῶν, τὴ μάταιη ἐκείνη ἀσχολία καὶ τὴ βλακεία τῶν νέων· τότε ὁ λόγος εἶχε παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνη στὰ ἁμαρτήματα ἐκεῖνα. Ἐλέγαμε τότε ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι κάποια τέχνη ποῦ ἔχεί στημένο τὸ ἐργαστήρι της στὸν οὐρανὸ καὶ δάσκαλο ὄχι τὸν ἄνθρωπο παρὰ τὸν Θεό.

Ἔπειτα ἐρευνῶντας τί εἶναι τέχνη καὶ τί ὄχι τέχνη πέσαμε στὶς ματαιοπονίες καὶ κακοτεχνίες. Κι ἐκεῖ ἀναφέραμε καὶ τήν τέχνη αὐτὴ τῶν παπουτσιῶν. Θυμηθήκατε; Ἄς ξαναπάρωμε λοιπὸν σήμερα αὐτὸ ποὺ εἴπαμε τότε κι ἄς δείξωμε πῶς ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι τέχνη κι ἀπ’ ὅλες τὶς τέχνες ἀνώτερες. Γιατὶ ἄν χαρακτηριστικὸ τῆς τέχνης εἶναι νὰ καταλήξη σὲ κάτι χρήσιμο κι ἄν τίποτα δὲν εἶναι χρησιμώτερο ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνη, τότε εἶναι φανερὸ ὅτι αὐτὴ εἶναι τέχνη ἀπὸ ὅλες τὶς τέχνες ἀνώτερη.

Γιατὶ δὲ μᾶς φτιάχνει ὑποδήματα, οὔτε μᾶς ὑφαίνει ροῦχα, οὔτε μᾶς χτίζει σπίτια ὑλικὰ. Γίνεται πρόξενος σὲ μᾶς τῆς παντοντινῆς ζωῆς, μᾶς ἁρπάζει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ θανάτου, σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς δυὸ ζωὲς μᾶς παρουσιάζει λαμπρούς, μᾶς στήνει τὶς οὐράνιες κατοικίες μας, τὰ παντοτινὰ ἐκεῖνα σκηνώματά μας. Αὐτὴ δὲν ἀφήνει νὰ σβήσουν τὰ λυχνάρια μας, οὔτε νὰ παρουσιαστοῦμε στὸ γάμο μ’ ἀκάθαρτα φορέματα ἀλλὰ τὰ πλένει καὶ τὰ κάνει καθαρώτερα ἀπὸ τὸ χιονι. Δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ πέσωμε ὅπου ἔπεσε ἐκεῖνος ὁ πλούσιος, οὔτε ν’ ἀκούσωμε τοὺς φοβεροὺς λόγους ἀλλὰ μᾶς ὁδηγεῖ στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ.

Κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς τέχνες τῆς ζωῆς ἔχει βάλει καὶ θέλει νὰ κατορθώση ἕνα σκοπό. Ὅπως ἡ γεωργία τὴ διατροφή, ἡ ὑφαντικὴ τὴν ἔνδυση. Κι οὔτε αὐτὸ ἀκριβῶς· γιατὶ δὲν εἶναι ἀρκετὴ νὰ μᾶς προσφέρη μόνη της τὸ ἐπίτευγμά της.

 Ἄς ἐξετάσωμε ἄν θέλετε τὴ γεωργία πρώτη. Ἄν δὲν ἔχη σύμμαχό της σιδηρουργικὴ νὰ δανείζεται ἀπ’ αὐτὴ τὸ δικέλλι καὶ τὸ ὑνὶ καὶ τὸ δρεπάνι καὶ τὸ τσεκούρι καὶ ἄλλα πολλά. Κι ἄν δὲν ἔχη τὴν τεκτονικὴ νὰ τῆς ταιριάση τὸ ἀλέτρι καὶ νὰ τῆς συνδέση τὸ ζυγὸ καὶ τὸ ἁμάξι, γιὰ νὰ τρίβη τὰ στάχυα. Κι ἄν δὲν ἔχη τὴ σκυτοτομικὴ νὰ τὴς φτιάξη τοὺς ἱμάντες καὶ τὴν οἰκοδομικὴ γιὰ νὰ χτίση τὸ σταῦλο στὰ βόδια ποὺ ὀργώνουν καὶ τὰ σπίτια στοὺς γεωργοὺς ποὺ σπέρνουν καὶ τὴν ὑλοτομικὴ γιὰ τὸ κόψιμο τῶν ξύλων καὶ τὴν ἀρτοποιητικὴ ὕστερ’ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ, πουθενὰ δὲ θὰ φαινόταν ἡ γεωργία.

Ἔτσι καὶ ἡ ὑφαντικὴ ὅταν κάνη κάτι καλεῖ πολλὲς ἄλλες τέχνες γιὰ βοηθούς, ὤστε νὰ τὴν βοηθήσουν στὸ ἔργο της. Κι ἄν δὲν ἔρθουν καὶ δὲν τῆς ἁπλώσουν χέρι στέκεται μόνη στὴν ἀμηχανία της. Κάθε τέχνη ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ὄταν ὅμως πρέπει νὰ κάνωμε ἐλεημοσύνη, τίποτ’ ἄλλο δὲ χρειαζόμαστε, παρὰ μόνο διάθεση. Κι ἄν νομίζης, πὼς χρειάζεσαι χρήματα καὶ σπίτια καὶ ροῦχα καὶ ὑποδήματα, διάβασε ἐκεῖνα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε γιὰ τὴ χήρα καὶ διῶξε αὐτὴ τὴν ἀγωνία.

Κι ἄν εἶσαι ὁλότελα φτωχός, σὰν τοὺς ζητιάνους, δῶσε δύο λεπτὰ κι αὐτὸ εἶναι τὸ πᾶν. Κι ἄν δώσης ψωμὶ ποὺ αὐτὸ μόνο ἔχεις ἔβαλες τὴν κρηπίδα στὴν τέχνη. Αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἐπιστήμη ἄς παραδεχτοῦμε κι ἄς πραγματώσωμε. Εἶναι καλύτερο νὰ γνωρίζης αὐτὴ παρὰ νὰ εἶσαι βασιλιὰς καὶ νὰ φορῆς κορώνα. Γιατὶ δὲν εἶναι αὐτὸ μονάχα τὸ πλεονέκτημά της, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἄλλη τέχνη, ἀλλὰ καὶ πράγματα πετυχαίνει πολλὰ καὶ διάφορα. Οἰκοδομεῖ τὰ σπίτια ποὺ παραμένουν πάντα στὸν οὐρανὸ καὶ μαθαίνει σ’ ἐκείνους ποὺ τὴν κατώρθωσαν, πῶς θὰ ξεφύγουν τὸν αἰώνιο θάνατο.

Καὶ σοῦ χαρίζει θησαυροὺς ποὺ ποτὲ δὲν ξοδεύονται καὶ διαφεύγουν κάθε κίνδυνο, εἴτε εἴναι ἀπὸ ληστὲς, εἴτε ἀπὸ σκουλήκια, εἴτε ἀπὸ τὸ σαράκι, εἴτε ἀπὸ τὸ χρόνο. Ἄν μᾶς τὸ δίδασκε αὐτὸ γιὰ τὴ φύλαξη τῶν σιτηρῶν μονάχα, τί δέ θὰ δίναμε, γιὰ νὰ μπορέσωμε νὰ ἐξασφαλίσωμε ἀπρόσβλητο τὸ σιτάρι μας γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἀλλὰ νὰ ποὺ ἡ ἐλεημοσύνη ὄχι μόνο σχετικὰ μὲ τὸ σιτάρι ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλα σὲ διδάσκει καὶ σοῦ δείχνει πῶς θὰ μείνουν παντοτινὰ ἀπρόσβλητα καὶ ἡ περουσία σου καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.

Καὶ τί χρειάζεται νὰ ἀναφέρωμε τὶς ἐπιτεύξεις τῆς τέχνης αὐτῆς μέ λεπτομέρειες; Αὐτὴ σὲ διδάσκει, πῶς θὰ γινόσουν ὅμοιος μὲ τὸ Θεό, ποὺ εἶναι ἡ κορωνίδα τῶν ἀγαθῶν. Βλέπετε πὼς δὲν εἶναι ἕνα ἀλλὰ πολλὰ τὰ ἔργα της; Χωρὶς νὰ χρειάζεται ἄλλη τέχνη χτίζει σπίτια, ὑφαίνει ροῦχα, δημιουργεῖ θησαυροὺς ἀπρόσβλητους, μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ νικοῦμε τὸ θάνατο, νὰ ὑποτάσσωμε τὸ διάβολο, μᾶς κάμει ὅμοιους μὲ τὸν Θεό. Τί θὰ γινόταν χρησιμώτερο ἀπὸ τὴν τέχνη αὐτή; Οἱ ἄλλες ἐκτὸς ἀπὸ ὅσα εἴπαμε, ἐπιπρόσθετα καταστρέφονται κι αὐτὲς καὶ δὲν μποροῦν νὰ διατηρήσουν τὸ ἔργο τους -ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κόπο καί χρόνο πολὺ καί ἄπειρα ἄλλα.

Ἐκείνη ὅμως ὅταν περάση ὁ κόσμος, τότε ἀκριβῶς παρουσιάζεται. Ὅταν πεθάνωμε τότε λάμπει καὶ φανερώνει τὰ ἔργα της. Καὶ οὔτε ἀπὸ χρόνο ἔχει ἀνάγκη, οὔτε ἀπὸ κόπο, οὔτε ἀπὸ καμμιὰ παρόμοια δυσκολία ἀλλὰ κι ὅταν σὺ εἶσαι ἄρρωστος ἐκείνη ἐργάζεται κι ὅταν γεράσῃς σὲ ἀκολουθεῖ στὴ μέλλουσα ζωὴ καὶ ποτὲ δὲ σ’ ἐγκαταλείπει. Αὐτὴ σὲ κάμει κι ἀπὸ ρήτορες πιὸ δυνατό. Γιατὶ ὅσους διαπρέπουν σ’ αὐτὲς τὶς τέχνες τοὺς φθονοῦν πολλοί· γιὰ κείνους ὅμως ποὺ λάμπουν σ’ αὐτή, ἄπειροι προσεύχονται. Ἐκεῖνοι ἀνεβαίνουν σὲ ἀνθρώπινο βῆμα καὶ γίνονται συνήγοροι ὅσων ἀδικοῦνται καὶ πολλὲς φορὲς καὶ ὅσων ἀδικοῦν.

Ἐκείνη ἀνεβαίνει στὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ ὄχι σὰν συνήγορος ἡ ἴδια μόνο, ἀλλὰ πείθοντας καὶ τὸ δικαστὴ νὰ συνηγορήση γι’ αὐτὸν ποὺ δικάζεται καὶ νὰ ψηφίση γιὰ τὴ σωτηρία του. Κι ἄν ἔχη πολλὲς ἁμαρτίες διαπράξει, τὸν στεφανώνει καὶ τὸν ἀνακηρύττει νικητή. Πράξετε λοιπὸν τὴν ἐλεημοσύνη καὶ ὅλα θὰ εἶναι καθαρά. Καὶ γιατὶ ν’ ἀποβλέπω στὸ μέλλον; Στὴν παροῦσα ζωὴ ἄν ρωτήσωμε τοὺς ἀνθρώπους, τί θέλουν πιὸ πολὺ, νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ σοφιστὲς καὶ ρήτορες ἤ ἐλεήμονες καὶ φιλάνθρωποι, θ’ ἀκούσωμε νὰ ἐκλέγουν τὸ δεύτερο. Πολὺ φυσικά. Ἄν λείψη ἡ εὐγλωττία, τίποτα δὲν ζημιώνεται ἡ ζωή.

Γιατὶ ὑπῆρχε καὶ πολὺν καιρὸ πρὶν ἀπ’ αὐτή. Ἄν ὅμως ἀφαιρέσης τὴν ἐλεημοσύνη, τὰ πάντα ἐξαφανίζονται καὶ χάνονται. Κι ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ταξιδέψη κανένας στὴ θάλασσα ἄν γίνη πρόσχωση στὰ λιμάνια καὶ τοὺς ὅρμους, ἔτσι κι ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχη ἄν ἀφαιρέσωμε τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ συγνώμη καὶ τὴ φιλανθρωπία.

Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς δὲν τὰ ἐμπιστεύτηκε αὐτὰ μόνο στὸ λογισμὸ ἀλλὰ τὰ ἐμφύτευσε μέσα στὴν ἴδια τὴν φύση μας. Καὶ συμπαθοῦν οἱ πατέρες κι οἱ μητέρες τὰ παιδιὰ τους καὶ τὰ παιδιὰ τοὺς γονεῖς, ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ τὰ ζῶα ὅλα. Ὅμοια καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ συγγενεῖς καὶ γνωστοί. Καὶ ὁ ἄνθρωπος τὸν ἄλλο ἄνθρωπο. Γιατὶ κι ἀπὸ τὴ φύση μας κάτι μᾶς ὡθεῖ στὴν εὐσπλαχνία. Γι’ αὐτὸ κι ἀγανακτοῦμε ἄν ἀδικῆται κάποιος, καὶ κλονιζόμαστε ὅταν βλέπωμε φόνους καὶ κλαῖμε ὅταν βλέπωμε λυπημένους.

Ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖ σφοδρὰ ὁ Θεὸς νὰ πραγματοποιῆται ἡ εὐσπλαχνία, ὥρισε νὰ ἐπικουρήση πολὺ σὲ τοῦτο ἡ φύση, ἀποδεικνύοντας ὅτι αὐτὸ εἶναι σφορδὴ του ἐπιθυμία. Ἔχοντας αὐτὲς τὶς σκέψεις στὸ νοῦ μας τὸν ἐαυτὸ μας, τὰ παιδιὰ μας, τοὺς δικούς μας, ἄς τοὺς ὁδηγήσουμε στὸ διδασκαλεῖο τῆς ἐλεημοσύνης. Αὐτὸ προπάντων ἄς μαθαίνῃ ὁ ἄνθρωπος ἐπειδὴ ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς. Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ὁ ἄνθρωπος, καὶ πολύτιμο ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐλεεῖ. Ἄν δὲν ἔχει τὸ χάρισμα αὐτό, ξεπέφτει κι ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ δημιουργεῖ τοὺς σοφούς. Τί ἀπορεῖτε, ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεημοσύνη; Αὐτὸ εἶναι ὁ Θεός. Γίνεσθε, λέει, σπλαχνικοί, ὅπως ὁ Πατέρας σας.

Ἄς μάθωμε γιὰ ὅλα αὐτὰ νὰ εἴμαστε ἐλεήμονες, καὶ πιὸ πολὺ γιατὶ κι ἐμεῖς ἔχομε πολλὴ ἀνάγκη ἀπὸ εὐσπλαχνία. Κι ἄς νομίζωμε ὅτι οὔτε κἄν ζοῦμε τὸ καιρὸ ποὺ δὲν ἐλεοῦμε. Ἐλεημοσύνη θεωρῶ αὐτὴ ποὺ εἶναι καθαρὴ ἀπὸ πλεονεξία. Ἄν δὲ θεωρῆται ἐλεήμων αὐτὸς ποὺ ἀρκεῖται στὰ δικά του χωρὶς νὰ δίνη σὲ κανέναν πῶς εἶναι ἐλεήμων αὐτὸς ποὺ παίρνει τὰ ξένα ἀκόμα κι ἄν ἀμέτρητα δίνη; Ἄν εἶναι ἀπανθρωπία ν’ ἀπολαμβάνης μόνος τὴν περιουσία σου, πολὺ χειρότερο εἶναι νὰ παίρνης ὅ,τι ἀνήκει στοὺς ἄλλους. Ἄν τιμωροῦνται ἐκεῖνοι ποὺ δὲν διέπραξαν καμμιὰ ἀδικία γιὰ τὸ λόγο ὅτι δὲν ἔδωσαν στοὺς ἄλλους, πολὺ περισσότερο θὰ τιμωρηθοῦν αὐτοὶ ποὺ παίρνουν ὅσα ἀνήκουν σὲ ἄλλους. Μὴν ἀντιτείνης λοιπὸν ὅτι ἄλλος ἔχει ἀδικηθῆ κι ἄλλος δέχεται τὴν ἐλεημοσύνη.

Τοῦτο εἶναι τὸ φοβερό· ἔπρεπε ὁ ἴδιος ποὺ ἀδικεῖται νὰ εἶναι κι αὐτὸς ποὺ δέχεται τὴν ἐλεημοσύνη. Τώρα ὅμως ἄλλους τραυματίζομε κι αὐτοὺς ποὺ δὲν τραματίσαμε θεραπεύομε, ἐνῶ ἔπρεπε τοὺς πρώτους. Θὰ μοῦ πῆτε δὲν ἔπρεπε νὰ τοὺς τραυματίσωμε καθόλου. Φιλάνθρωπος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ πληγώνει καὶ θεραπεύει, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ ἰατρεύει αὐτοὺς ποὺ ἄλλοι ἐπλήγωσαν.

Τὶς πληγὲς ποὺ προξένησες ἐσὺ θεράπευσε, ὄχι αὐτὲς ποὺ προξένησε ἄλλος. Καλύτερα, μήτε νὰ πληγώνης, μήτε νὰ σωριάζης κάτω (αὐτὸ δὲν τὸ κάμει ἄνθρωπος μὲ συναίσθηση) ἀλλὰ σήκωσε τὸ σωριασμένο. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸ μὲ τὸ ἴδιο μέτρο τῆς ἐλεημοσύνης νὰ θεραπεύσης τὸ κακό ποὺ προξένησε ἡ πλεονεξία σου. Ἄν πάρης πλεονεκτικά ὀβολό, δὲ θὰ περιοριστῆ στὸν ὀβολὸ ἡ ἐλεημοσύνη σου, γιὰ νὰ ἐξαλείψης τὴν πληγὴ ποὺ ἔκαμε ἡ πλεονεξία σου, ἀλλὰ θὰ φτάσης στὸ τάλαντο. Γι’ αὐτὸ ὁ κλέφτης ποὺ τὸν ἔπιασαν πληρώνει τετραπλάσια· κι αὐτὸς ποὺ ἁρπάζει εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν κλέφτη.

Κι ἄν αὐτὸς πρέπει νὰ δώση τετραπλάσια ἀπὸ ὅσα ἔκλεψε, αὐτὸς ποὺ ἁρπάζει, δεκαπλάσια καὶ περισσότερα. Καὶ πρέπει νὰ εἶναι εὐχαριστημένος ἄν ἔτσι μπορέση νὰ συγχωρεθῆ γιὰ τὴν ἁμαρτία. Γιατὶ οὔτε τότε δὲ θὰ πάρη ἀμοιβὴ γιὰ ἐλεημοσύνη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ζακχαῖος λέει, θὰ πληρώσω τετραπλάσια σὲ ὅσους ἐσυκοφάντισα καὶ τὴ μισὴ περιουσία μου θὰ τὴ μοιράσω στοὺς φτωχούς.

Κι ἄν στὴ ἐποχὴ τοῦ (μωσαϊκοῦ) νόμου πρέπει νὰ δοθοῦν τετραπλάσια, στὴν ἐποχὴ τῆς χάριτος πρέπει νὰ δοθοῦν πολὺ περισσότερα κι ἄν πρέπει νὰ δώση ὁ κλέφτης, πολὺ περισσότερα ὁ πλεονέκτης. Γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ ζημία ὑπάρχει ἐδῶ καὶ πολλὴ ἀσέβεια. Ὥστε κι ἄν ἐπιστρέψης στὸ ἑκατονταπλάσιο, ἀκόμα μένει ὀφειλή. Βλέπετε· ὅτι δὲν εἶπα ἀδικαιολόγητα μόλις ἀποκαθιστᾶς τὰ πράγματα κι ὅταν ἐπιστρέψης τάλαντο ἐνῶ ἔχει ἁρπάξει ὀβολό.

Κι ἄν σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση γίνεται πολὺ σχετικὴ ἀποκατάσταση, στὴν ἀντίθεση, ὅταν ἐνῶ ἔχεις ἁρπάξει ὁλόκληρες περιουσίες καὶ δώσης ἐλάχιστα καὶ μάλιστα ὄχι σὲ κείνους ποὺ ἀδικήθηκαν παρὰ σὲ ἄλλους, τί λογῆς ἀπολογία θὰ μπορέσης νὰ κάμης; Τί λογῆς ἐλπίδα θὰ ἔχης καὶ συγνώμη καὶ σωτηρία; Θέλεις νὰ μάθης πόσο μεγάλο κακὸ διαπράττεις ἐλεῶντας κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο; Ἄκουσε τὴ Γραφὴ ποὺ λέει·

Ὅπως αὐτὸς ποὺ σκοτώνει τὸ γιὸ μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ πατέρα του, ἔτσι εἶναι αὐτὸς ποὺ προσφέρει θυσία ἀπὸ χρήματα φτωχῶν. Αὐτὴ τὴν ἀπειλὴ ἄς χαράξωμε στὴν ψυχή μας κι ἄς ἀποχωρήσουμε. Αὐτὴν ἄς τὴ χαράξωμε στοὺς τοίχους, αὐτὴν στὴ συνείδηση, αὐτὴν παντοῦ. Ἔτσι αὐτὸς τουλάχιστον ὁ φόβος ζωηρὸς μέσα μας νὰ συγκρατῆ τὰ χέρια μας ἀπὸ καθημερινοὺς φόνους.

Γιατὶεἶναι χειρότερη ἡ ἀρπαγὴ ἀπὸ τὸ φόνο, σκοτώνοντας σιγά, σιγά τὸ φτωχό. Γιὰ νὰ εἴμαστε λοιπὸν καθαροὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ μίασμα, ἄς τὰ μελετοῦμε αὐτὰ καὶ μόνοι μας καὶ μεταξύ μας. Ἔτσι καὶ προθυμότεροι στὴν ἐλεημοσύνη θὰ γίνωμε, καὶ ἀμοιβή καθαρή γι’ αὐτὴν θὰ λάβωμε, καὶ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ θὰ ἀπολαύσουμε μὲ τὴν χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά (Λουκ. 19,1-10)

21 Ιανουαρίου, 2023

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, διήρχετο ὁ Ἰησοῦς

1. τὴν Ἱεριχώ·

2. καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος,

3. καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν.

4. καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι.

5. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι.

6. καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων.

7. καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι.

8. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.

9. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν·

10. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

Ζακχαῖος, ὁ ἀρχιτελώνης

21 Ιανουαρίου, 2023

Ἡ διακαὴς ἐπιθυμία

Πολὺ πρὶν ἀρχίσει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀναγγέλλει ὅτι πλησιάζει καὶ μᾶς καλεῖ νὰ μποῦμε στὴν περίοδο τῆς προετοιμασίας γι’ αὐτήν. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τῆς Ὀρθόδοξης λειτουργικῆς παράδοσης τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε μεγάλη γιορτὴ ἢ περίοδος – π.χ. τὸ Πάσχα, τὰ Χριστούγεννα, ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ κ.λπ. – προαναγγέλλεται καὶ «ἑτοιμάζεται» ἀπὸ νωρίτερα.

Γιατί; Διότι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μιὰ βαθιὰ ψυχολογικὴ γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ξέροντας τὴν ἔλλειψη αὐτοσυγκέντρωσης καὶ τὴν τρομακτικὴ «κοσμικότητα» τῆς ζωῆς μας, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἀδυναμία μας νὰ ἀλλάξουμε αὐτόματα, νὰ πᾶμε ξαφνικὰ ἀπὸ τὴ μιὰ πνευματικὴ ἢ διανοητικὴ κατάσταση σὲ μιὰ ἄλλη.

Ἔτσι, ἀρκετὰ πρὶν ἀρχίσει ἡ οὐσιαστικὴ προσπάθεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία προκαλεῖ τὴν προσοχή μας στὴ σοβαρότητα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ μᾶς καλεῖ νὰ σκεφτοῦμε τὴν σημασία της.

Πρὶν μποῦμε στὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ ἀρχίσουμε νὰ τὴν ζοῦμε, μᾶς παρουσιάζει τὸ νόημά της. Αὐτὴ ἡ προπαρασκευαστικὴ περίοδος περιλαμβάνει τὶς πέντε διαδοχικὲς Κυριακὲς ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ τὴν Μεγάλη Σαρακοστή. Κάθε μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ἔχει εἰδικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ εἶναι ἀφιερωμένη σὲ κάποιο θεμελιακὸ γεγονὸς μετάνοιας.

Ἡ πρώτη ἀναγγελία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς γίνεται τὴν Κυριακὴ ποὺ διαβάζουμε τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ γιὰ τὸν Ζακχαῖο (Λουκ. 19, 1-10). Εἶναι ἡ ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἦταν πολὺ κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ εἶχε τόσο διακαὴ ἐπιθυμία νὰ Τὸν δεῖ ποὺ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο. Ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε στὴν ἐπιθυμία του καὶ πῆγε στὸ σπίτι του.

Ἔτσι τὸ θέμα αὐτῆς τῆς πρώτης προαγγελίας εἶναι ἡ ἐπιθυμία.

Ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ τὶς ἐπιθυμίες του. Μπορεῖ ἀκόμη νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος μιὰ ἐπιθυμία καὶ αὐτὴ τὴν βασικὴ ψυχολογικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ἀναγνωρίζει τὸ Εὐαγγέλιο: «Ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» λέει ὁ Χριστός.

Μιὰ ἀσίγαστη ἐπιθυμία ξεπερνάει τοὺς φυσικοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν παθιασμένα ἐπιθυμεῖ κάτι, κάνει πράγματα ποὺ κάτω ἀπὸ «ὁμαλὲς» συνθῆκες θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὰ κάνει.

Ἂν καὶ «κοντὸς» ὑπερβαίνει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Τὸ μόνο πρόβλημα, λοιπόν, εἶναι κατὰ πόσο ἐπιθυμοῦμε πράγματα σωστά, κατὰ πόσο ἡ δύναμη τῆς ἐπιθυμίας μέσα μας σκοπεύει σὲ σωστὸ τέρμα ἢ κατὰ πόσο  ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα «ἄχρηστο πάθος». Ὁ Ζακχαῖος ἐπιθυμοῦσε τὸ «σωστό», ἤθελε νὰ δεῖ καὶ νὰ πλησιάσει τὸν Χριστό.

Ὁ Ζακχαῖος εἶναι τὸ πρῶτο σύμβολο μετάνοιας, γιατὶ ἡ μετάνοια ἀρχίζει σὰν μιὰ ἀνακάλυψη τῆς βαθιᾶς φύσης ὅλης τῆς ἐπιθυμίας: τῆς ἐπιθυμίας γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν δικαιοσύνη Του, γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή. Ὁ Ζακχαῖος εἶναι «κοντός», ἀσήμαντος, ἁμαρτωλός, μὲ περιορισμένη αἴσθηση εὐθύνης, ἀλλὰ ἡ σφοδρὴ ἐπιθυμία του τὰ ξεπερνάει ὅλα αὐτά. Κατὰ κάποιο τρόπο «ἐκβιάζει» τὸ Χριστὸ νὰ τὸν προσέξει· φέρνει τὸ Χριστὸ στὸ σπίτι του.

Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀγγελία, ἡ πρώτη πρόσκληση· δική μας ὑπόθεση εἶναι τὸ νὰ ἐπιθυμήσουμε αὐτὸ ποὺ εἶναι βαθύτερο καὶ πιὸ ἀληθινὸ μέσα στὸν ἑαυτό μας, νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν πείνα καὶ τὴν δίψα γιὰ τὸ Ἀπόλυτο ποὺ βρίσκεται μέσα μας, εἴτε τὸ ξέρουμε εἴτε ὄχι, καὶ ποὺ ὅταν ξεκλίνουμε καὶ ἀπομακρύνουμε τὶς ἐπιθυμίες μας ἀπ’ αὐτό, τότε γινόμαστε, πραγματικά, ἕνα «ἄχρηστο πάθος». Ἂν ὅμως ἐπιθυμοῦμε βαθιά, ἐπιθυμοῦμε εἰλικρινά, τότε ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίνεται.

Πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

Κυριακή ΙΒ΄Λουκᾶ- Τῶν δέκα Λεπρῶν

14 Ιανουαρίου, 2023

Εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινά κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες·

᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς·

πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι.

καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν.

εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μέτὰ φωνῆς μέγάλης δοξάζων τόνν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ·

καὶ αὐτόνς ἦν Σαμαρείτης. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ᾿Ιησοῦς εἶπεν·

οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;

οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦνάι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;

καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀνάστὰς πορεύου· ἡ πίστίς σου σέσωκέ σε.(Λουκ. 17, 12-19).

ταν δέκα λεπροί. Εἶναι φρικτό νά βλέπεις ἕνα λεπρό, πόσο μᾶλλον νά δεῖς δέκα μαζί. Ἕνα σῶμα καλυμμένο ὁλόκληρο, ἀπὸ τὴν κορφὴ ὡς τὰ νύχια, μὲ ἄσπρες κηλῖδες, κακοφορμισμένες πληγές, ποὺ στήν ἀρχὴ δημιουργοῦν φαγούρα κι ἔπειτα καῖνε σὰν φλόγα. Ἕνα σῶμα πού φθείρεται συνέχεια καὶ λειώνει.

Ἕνα σῶμα πού ἔχει περισσότερο πύον παρὰ αἷμα. Ἕνα σῶμα πού μυρίζει τόσο ἐξωτερικὰ ὅσο κι ἐσωτερικά. Κι ὅταν ἡ λέπρα προσβάλει τό στόμα, τήν μύτη ἢ τὰ μάτια, φαντάζεστε τί ἀέρα ἀνασαίνει ὁ λεπρὸς ἀπὸ τό γεμάτο πύον στόμα του, τὶ γεύση ἔχει αὐτό πού τρώει, καὶ πῶς τοῦ φαίνεται ὁ κόσμος πού βλέπει ἀπὸ τὰ γεμάτα πύον μάτια του.

Σύμφωνα μέ τόν Νόμο τοῦ Μωυσῆ, στούς λεπροὺς ἀπαγορευόταν νὰ ἔλθουν σ’ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους… Κι οἱ λεπροί, γιά νά ἐμποδίσουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους νά τοὺς πλησιάσουν, τοὺς φώναζαν ἀπὸ μακριά, μὲ τό μοναδικὸ ὄνομα πού ἀναφέρεται στόν Νόμο γι’ αὐτούς:

«Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!» Ἀναφέρεται στόν Νόμο: «Καὶ ὁ λεπρὸς ἐν ᾧ ἐστιν ἡ ἁφή, τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἔστω παραλελυμένα καὶ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἀκάλυπτος, καὶ περὶ τὸ στόμα αὐτοῦ περιβαλέσθω, καὶ ἀκάθαρτος κεκλήσεται» (Λευϊτ. 13, 45). Τὰ ῥοῦχα του πρέπει νά εἶναι σχισμένα, γιά νά φαίνεται ἡ λέπρα του. Τό κεφάλι του νά εἶναι ἀκάλυπτο, καὶ τό στόμα του καλυμμένο, γιά τόν ἴδιο λόγο.

Καὶ, κυρίως, ἔπρεπε νά φωνάζουν: «Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!» Ἀπομακρύνονταν ἀπό τίς πόλεις καὶ τὰ χωριά καὶ ζοῦσαν χειρότερα κι ἀπὸ τὰ ζῶα, περιφρονημένοι καὶ ξεχασμένοι. Ἀναφέρεται στό Λευϊτικό: «Πάσας τὰς ἡμέρας, ὅσας ἐὰν ᾖ ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ ἁφή, ἀκάθαρτος ὢν ἀκάθαρτος ἔστάι, κεχωρισμένος καθήσεται, ἔξω τῆς παρεμβολῆς αὐτοῦ ἔστάι ἡ διατριβή.» (Λευϊτ. 13, 46). Τοὺς λογάριαζαν νεκρούς, ἀλλ’ ἡ μοῖρα τους ἦταν χειρότερη κι ἀπὸ τῶν νεκρῶν.

Μιά μέρα ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας, τοῦ κάλλους καὶ τῆς δύναμης, πέρασε κοντὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἀνθρώπινα ῥάκη, αὐτὰ τὰ δύσοσμα ὑπολείμματα τῆς ζωῆς. Μόλις οἱ λεπροὶ κατάλαβαν πὼς δίπλα τους περνοῦσε Ἐκεῖνος, σήκωσαν τήν φωνή τους ἀπὸ μακριὰ καὶ εἶπαν: «Ἰησοῦ ἐπιστᾶτα, ἐλέησον ἡμᾶς».Πῶς γνώριζαν οἱ ταλαίπωροι αὐτοὶ ἄνθρωποι γιά τόν Ἰησοῦ καὶ τήν δύναμη πού εἶχε νά τοὺς βοηθήσει, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἐπικοινωνία μέ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Θά πρέπει κάποιος ἀπὸ ἐκείνους πού τοὺς ἄφηνε ἀπὸ μακριὰ ψωμὶ στόν δρόμο, νά τοὺς εἶχε πληροφορήσει γιά τὰ νέα.

Ἡ φήμη τοῦ νέου θαυματουργοῦ στόν κόσμο, ποὺ θὰ μποροῦσε νά τοὺς ἐνδιαφέρει, θὰ πρέπει νά εἶχε φτάσει στ’ αὐτιὰ τους. Ὅλα τ’ ἄλλα πού γίνονταν στόν κόσμο, ὅπως οἱ ἀλλαγὲς τῶν ἀρχόντων κι οἱ πόλεμοι ἀνάμεσα στά ἔθνη, ἡ ἵδρυση κι ἡ καταστροφὴ τῶν πόλεων, οἱ ἐορταστικὲς ἐκδηλώσεις, οἱ πυρκαγιὲς κι οἱ σεισμοί, ὅλ’ αὐτὰ τοὺς ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορα.

Πνιγμένοι μέσα στό πύον, τό μόνο πού θὰ σκέφτονταν ἦταν ἡ ἀθλιότητά τους καὶ ἴσως Ἐκεῖνος πού θὰ μποροῦσε νά τοὺς ἀπαλλάξει ἀπό τίς πληγές, τὰ ῥάκη καὶ τό πύον καὶ νά τοὺς ντύσει μέ τόν ἔνδυμα τῆς ὑγείας. Ἄκουσαν γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ καὶ σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, ποὺ ὁ Κύριος θεράπευσε λεπροὺς σὰν κι ἐκείνους (Λουκ. 17, 12). Θὰ νοσταλγοῦσαν λοιπὸν τήν μοναδική εὐκαιρία νά βρεθοῦν μπροστὰ στόν Κύριο.

Κάπου στήν ἄκρη τῆς πεδιάδας τῆς Γαλιλαίας, ἐκεῖ πού ὁ δρόμος ἀρχίζει ν’ ἀνηφορίζει πρὸς τήν Σαμάρεια, τόν περίμεναν. Καὶ νά ποὺ ἡ εὐτυχισμένη καὶ μοναδικὴ εὐκαιρία πού περίμεναν τοὺς πλησίασε, ὄχι κατὰ τύχη, ἀλλά μέ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Εἶδαν τόν Χριστόν νά περνάει ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τοὺς μαθητὲς Του κι ἔκραξαν μέ μεγάλη φωνή: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς!». Γιατὶ τόν ὀνόμασαν Ἐπιστάτη;

Ἐπειδή ἡ λέξη αὐτὴ εἶναι πιὸ ἐπιβλητικὴ ἀπὸ τό «διδάσκαλος». Ἐπιστάτης δέν εἶναι μόνο ὁ διδάσκαλος, ἀλλὰ ἐκεῖνος πού ἐποπτεύει, ποὺ καθοδηγεῖ, πού μέ τὰ λόγια, τό παράδειγμα καὶ τήν μέριμνά Του ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Γιατί τότε δέν τόν ὀνόμασαν «Κύριο», πού εἶναι ἀκόμα πιὸ ἐπιβλητικὴ λέξη ἀπὸ τό «ἐπιστάτης»; Ἐπειδή δέν εἶχαν γνωρίσει ἀκόμα τήν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ.

Ἐλέησον ἡμᾶς, κραύγαζαν. «Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες δείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι». Καὶ καθὼς πήγαιναν στούς ἱερεῖς, στόν δρόμο καθαρίστηκαν. Σὲ προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρῶν, ὁ Κύριος ἔκτεινε τόν χέρι Του κι ἀκούμπησε τόν λεπρὸ λέγοντας: «Θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ» (Λουκ. ζ’ 13). Τώρα ὅμως ὄχι μόνο δέν ἄγγιξε τοὺς λεπρούς, μὰ δέν τοὺς πλησίασε κἄν, ἦταν μακριὰ τους, ἀφοῦ, «ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνήν». Τοὺς μιλοῦσε ἀπὸ ἀπόσταση.

Γιατὶ ὁ Κύριος τοὺς ἔστειλε στούς ἱερεῖς; Ἐπειδή οἱ ἱερεῖς εἶχαν τό καθῆκον νά τοὺς κηρύξουν ἀκαθάρτους καὶ νά τοὺς ἀποκλείσουν ἀπὸ τὴν κοινωνία, ὅπως εἶχαν καὶ τό δικαίωμα νά δηλώσουν πώς εἶναι θεραπευμένοι καὶ καθαροί, γιά νά ξαναγυρίσουν κοντὰ στούς ἀνθρώπους (Λευϊτ. 13, 34,44). Ὁ Κύριος δὲν θὰ καταργήσει τόν Νόμο, καθὼς μάλιστα ὁ Νόμος δέν ἐμποδίζει τόν ἔργο Του, ἀλλὰ μᾶλλον τόν ἐνισχύει σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση. Οἱ ἴδιοι οἱ ἱερεῖς θὰ πείθονταν πώς οἱ δέκα λεπροὶ καθαρίστηκαν, ἀφοῦ βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό.

Οἱ δέκα λεπροὶ ἄκουσαν τί τοὺς εἶπε ὁ Κύριος καί πού τοὺς ἔστειλε καὶ ξεκίνησαν γιά τό χωριό, νά ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ Του. Νά, ὅμως, ποὺ καθὼς βάδιζαν, ἡ λέπρα τους καθαρίστηκε, ἐξαφανίστηκε. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν» (Λουκ. 17, 14). Κοίταξαν τὰ σώματά τους καὶ διαπίστωσαν πώς εἶχαν γίνει καθαροί, ὑγιεῖς. Κοίταζαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον κι ἔκαναν τὴν ἴδια διαπίστωση. Οἱ πληγές, τό πύον κι ἡ δυσοσμία εἶχαν ἑξαφανιστεῖ. Μόνο τὰ ἴχνη τῆς φοβερῆς ἀρρώστιας εἶχαν μείνει, γιά νά μαρτυροῦν τήν θεραπεία τους.

Ποιός θὰ μποροῦσε νά πεῖ πώς τό θαῦμα αὐτό τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ἀνώτερο ἀπὸ ἀνάσταση νεκρῶν; Ἄς ἐγκύψουμε βαθύτερα στό γεγονὸς πῶς, μ’ ἕνα Του λόγο, τὰ λεπρὰ σώματα πού τὰ εἶχε καταφάγει ἡ ἀρρώστια, ξαφνικὰ καθαρίστηκαν, ἔγιναν καλά; Ὅσο ἐμβαθύνει κανεὶς στό θαῦμα αὐτό, ἀναγνωρίζει κι ὁμολογεῖ πώς θνητός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν’ ἀρθρώσει τέτοιο λόγο.

Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νά προφέρει αὐτόν τόν θεραπευτικὸ λόγο, μέσα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα χείλη Του. Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ λόγος αὐτός βγῆκε ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη. Εἶναι σίγουρο ὅμως πώς προῆλθε ἀπὸ τὰ ἴδια βάθη, ἀπ’ ὅπου κι ὁ λόγος τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. «Αὐτός εἶπε καὶ ἐγενήθησαν».

Ὑπάρχουν λόγια καὶ λόγια. Ὑπάρχουν λόγια ἁγνὰ κι ἀναμάρτητα, ποὺ εἶναι καὶ λόγια δυνάμεως. Τὰ λόγια αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ πηγὴ τῆς αἰώνιας Ἀγάπης. Οἱ πύλες ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας εἶναι ἀνοιχτὲς μπροστὰ τους. Τὰ πάντα, ἄνθρωποι, ἀσθένειες καὶ πνεύματα τοὺς ὑποτάσσονται. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ λόγια διασπαστικά, ὠμά, ποὺ τὰ ἔχει νεκρώσει ἡ ἁμαρτία.

Τὰ λόγια αὐτὰ δέν ἔχουν μεγαλύτερη ἐπιρροὴ ἀπ’ ὅση ἔχει τό σφύριγμα τοῦ ἀνέμου ἀνάμεσα στίς καλαμιές. Ὅσα τέτοια νεκρὰ λόγια κι ἂν ἀκουστοῦν, παραμένουν τόσο ἀνίσχυρα, ὅσο ὁ καπνός πού προσκρούει σὲ σιδερένια πόρτα.

Ἀναλογιστεῖτε ὅμως πόση ἀπερίγραπτη ἀνακούφιση καὶ παρηγοριά νιώθουμε, ὅταν γνωρίζουμε σὲ πόσο δυνατό καὶ στοργικὸ Κύριο ἀνήκουμε! «Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν, ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ» (Ψαλμ. 134, 6). Αυτός εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς, Αὐτός κυβερνᾶ τὴν ἀρρώστια, Αὐτός δίνει τοὺς νόμους τῆς φύσης, εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Δέν δημιουργηθήκαμε ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη φύση.

Εἴμαστε δοῦλοι τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ πού ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο. Δέν εἴμαστε πλάσματα τῆς τύχης. Εἴμαστε πλάσματα Ἐκείνου πού δημιούργησε ὅλους τοὺς πρεσβυτέρους ἀδελφοὺς μας, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους κι ὅλα τ’ ἀθάνατα ὄντα τοῦ οὐρανοῦ. Ἂν ὑποφέρουμε σ’ αὐτὴ τήν ζωή, Ἐκεῖνος γνωρίζει τό νόημα καὶ τόν σκοπὸ τῶν βασάνων μας. Ἂν μᾶς ἔκανε λεπρούς ἡ ἁμαρτία, ὁ λόγος Του εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ τήν λέπρα, εἴτε σωματική εἶναι αὐτή εἴτε πνευματική. Τήν ὥρα πού πνιγόμαστε, τό σωστικὸ χέρι Του εἶναι κοντὰ μας. Τήν ὥρα πού πεθαίνουμε, μᾶς περιμένει στήν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τάφου.

Ἂς γυρίσουμε τώρα στήν διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου, στήν θεραπεία τῶν λεπρῶν. Ἂς ῥίξουμε μιά ματιά στήν καθαρὴ ἀπεικόνιση τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀγνωμοσύνης. Τὶ ἔκαναν οἱ λεπροὶ αὐτοὶ ὅταν διαπίστωσαν πώς εἶχαν θεραπευτεῖ ἀπὸ τήν λέπρα τους; Μόνο ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει τόν Χριστό. Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ τράβηξαν τόν δρόμο τους. Οὔτε πού σκέφτηκαν νά γυρίσουν καὶ νά εὐχαριστήσουν τόν Εὐεργέτη καὶ Σωτήρα τους.Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

«Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τόν Θεόν. καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτός ἦν Σαμαρείτης» (Λουκ. 17, 15, 16). Ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος, μόλις εἶδε πώς εἶχε ἁπαλλαγεῖ ἀπὸ τήν φοβερὴ ἀρρώστια του, ἔνιωσε τὴν ψυχὴ του ν’ ἀνασαίνει ἀνάλαφρα. Ἦταν σὰν νά εἶχε βγάλει ἀπὸ μέσα του κάποια φαρμακερὰ φίδια.

Ἡ πρώτη του σκέψη λοιπὸν ἦταν νά τρέξει καὶ νά εὐχαριστήσει Ἐκεῖνον πού τόν ἔσωσε ἀπ’ αὐτὴν τήν φοβερὴ ἀθλιότητα. Λίγο νωρίτερα εἶχε κράξει, «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Τώρα ξανασήκωσε τήν φωνή του καὶ βροντοφώναξε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του κι ἀπὸ τὰ καθαρὰ χείλη του εὐχαρίστησε τόν Θεό. Δέν τοῦ ἔφτασε αὐτό ὅμως. Ἔτρεξε ἀμέσως νά βρεῖ τόν Εὐεργέτη του, νά τοῦ ἐκφράσει τίς εὐχαριστίες του.

Μόλις ἔφτασε κοντὰ στόν Χριστό ἔπεσε μπροστὰ Του νά τόν προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα ὄχι μέ πονεμένα πόδια ἀπό τίς ἀνοιχτὲς πληγές, ἀλλά μέ πόδια θεραπευμένα καὶ ὑγιῆ. Εἶχε πιὰ ἕνα σῶμα τελείως ὑγιές, μιά καρδιά γεμάτη χαρά καὶ δυό μάτια γεμάτα δάκρυα.

Αὐτός ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν μιά μᾶζα ἀπὸ πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε ἄνθρωπος. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν ἀπόβλητος ἀπὸ τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Τώρα ξανάγινε ἄξιο μέλος τῆς κοινωνίας τους. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν μιά θλιβερὴ σάλπιγγα πού ἠχοῦσε μονότονα μιά μόνο λέξη: «Ἀκάθαρτος! Ἀκάθαρτος!». Τώρα μεταβλήθηκε σὲ μιά θριαμβευτική σάλπιγγα πού ἀνέπεμπε εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες στόν Θεό.

Αὐτός ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς θεραπευμένος κι εὐγνώμων ἄνθρωπος δέν ἦταν Ἰουδαῖος, ἀλλὰ Σαμαρείτης. Οἱ Σαμαρεῖτες δέν ἦταν Ἰουδαῖοι ἀλλὰ οὔτε καὶ καθαρόαιμοι Ἀσσύριοι ἢ μιγάδες ἀπὸ Ἀσσύριους καὶ Ἰουδαίους γονεῖς. Ἦταν οἱ Ἀσσύριοι ἐκεῖνοι πού κάποτε ἐγκατέστησε ὁ βασιλιὰς Σαλμανάσαρ σὲ τόπους τῆς Συρίας, ἀφοῦ μετακίνησε ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς Ἰουδαίους στήν Ἀσσυρία (Β΄ Βασ. 17, 3-6, 24). Τό ὅτι ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος ἦταν καθαρόαιμος Ἀσσύριος προκύπτει κι ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου πού τόν ὀνόμασε ἀλλογενῆ.

«Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὖτος;» (Λουκ.17, 17-18).Πόσο εὐγενικὰ μέμφεται τοὺς ἀγνώμονες ὁ Κύριος! Ῥώτησε μόνο ἂν θεραπεύτηκαν κι αὐτοὶ καὶ γιατὶ δὲν γύρισαν νά τόν εὐχαριστήσουν. Δὲν ῥώτησε, βέβαια, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δέν ἤξερε ὅτι εἶχαν θεραπευτεῖ ὅλοι. Ὄχι.

Γνώριζε πώς θὰ θεραπευτοῦν προτοῦ κἄν τοὺς δεῖ καὶ τοὺς συναντήσει. Ἔκανε ὅμως τὴν ἐρωτήση σὰν μιά εὐγενική ἐπίπληξη. Ἐμεῖς, ὅταν δίνουμε ἕνα νόμισμα σὲ κάποιον ἐπαίτη, ἐκνευριζόμαστε καὶ ξεσποῦμε σὲ διαμαρτυρίες ἂν δὲ μᾶς εὐχαριστήσει. Σκεφτεῖτε τώρα πόσο θὰ ἐκνευριζόμασταν καὶ θὰ καταγγέλαμε τοὺς ἐννιὰ αὐτοὺς ἀνθρώπους, ἂν ὑποτεθεῖ πώς εἴχαμε τήν δύναμη καὶ τοὺς ἔχουμε θεραπεύσει ἀπὸ τέτοια φοβερὴ ἀρρώστια κι ἐκεῖνοι δὲν γύρισαν νά μᾶς ποῦν οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ.

Οἱ μέρες μας εἶναι γεμάτες ἀπὸ ὀργισμένους ἀνθρώπους ἐνάντια στούς ἀγνώμονες. Ὁ ἀέρας πού μᾶς περιβάλει εἶναι γεμάτος ἀπὸ μίση καὶ ὕβρεις πού ἐκστομίζονται ἀπὸ χείλη ἀνθρώπων καθημερινά, ἀπὸ φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός, πρὸς τοὺς ἀγνώμονες. Πόσο μικρὰ ὅμως εἶναι αὐτά πού κάνει ὁ ἄνθρωπος, σὲ σχέση μέ τὰ μέγιστα πού ἀκούραστα καὶ ἀδιάλειπτα κάνει ὁ Θεὸς γιά τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τήν στιγμή πού γεννήθηκαν ὡς τόν θάνατό τους! Ὁ Θεὸς ὅμως ποτὲ δὲ μέμφεται, ποτὲ δέν ὀργίζεται στόν ἀγνώμονα, ἀλλὰ τόν ἐπιπλήττει εὐγενικὰ καὶ ῥωτάει ὅσους τόν λατρεύουν στόν ναό: «Ποῦ εἶναι τὰ ἄλλα παιδιά Μου; Δέν ἔδωσα τὴν ὑγεία σὲ χιλιάδες;

Γιατὶ βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στόν ναό Μου; Δὲν δίνω τό φῶς τοῦ ἡλίου σὲ ἑκατομμύρια; Γιατὶ εἶστε μόνο λίγες ἑκατοντάδες οἱ εὐγνώμονες; Δέν ὀμόρφηνα τοὺς ἀγρούς, δέν τοὺς γέμισα μέ πλούσια σοδειά, μὲ κάθε χόρτο γιά τὰ κοπάδια; Γιατὶ εἶστε μόνο λίγοι ἐσεῖς πού γονατίζετε μέ εὐχαριστία μπροστά Μου; Ποῦ εἶναι τὰ ἄλλα παιδιά Μου; Ποῦ εἶναι οἱ δυνατοὶ καὶ ἰσχυροί πού κυβερνοῦν τὰ ἔθνη μέ τήν δική Μου δύναμη καὶ ἰσχύ; Ποῦ εἶναι οἱ ἰσχυροί, ποῦ οἱ ἐπιτυχημένοι πού πλούτισαν ἀπὸ τὰ πλούτη Μου καὶ πέτυχαν χάρη στό ἔλεός Μου;

Ποῦ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι πού ἀντλοῦν τὴν ὑγεία καὶ τὴν εὐτυχία ἀπὸ τήν δική Μου πηγή; Ποῦ εἶναι οἱ γονεῖς πού τὰ παιδιὰ τους τὰ βοηθάω νά μεγαλώσουν καὶ νά γίνουν δυνατοί; Ποῦ εἶναι οἱ δάσκαλοι πού τοὺς χορηγῶ σοφία καὶ γνώση; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἄρρωστοι πού θεράπευσα; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ πού καθάρισα τίς ψυχὲς τους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, σὰν νὰ ἦταν ἀπὸ λέπρα;».

Προσέξτε, «εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὖτος»! Μόνο αὐτός γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει. Εἶναι ὅμως κανένας ξένος, ἀλλογενής, στόν Χριστό; Δέν ἦρθε γιά νά σώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὄχι μόνο τοὺς Ἰουδαίους; Οἱ Ἰουδαῖοι ὑπερηφανεύονταν ἐπειδὴ ἦταν ὁ «περιούσιος», ὁ ἐκλεκτός λαὸς τοῦ Θεοῦ, πὼς εἶχαν γνώση τοῦ Θεοῦ, πὼς ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἄποψη ξεπερνοῦσαν κάθε ἄλλο ἔθνος στή γῆ. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα παράδειγμα πού φανερώνει τό σκότος τοῦ μυαλοῦ τους καὶ τήν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους. Ἕνας Ἀσσύριος, εἰδωλολάτρης, εἶχε πιὸ φωτισμένο μυαλὸ καὶ πιὸ εὐγενικὴ καρδιά ἀπὸ τοὺς αὐτοθαυμαζόμενους Ἰουδαίους.

Ἡ ἱστορία αὐτή μέ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἢ τοὺς μὴ ἐκλεκτούς, δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται καὶ στίς μέρες μας. Καὶ σήμερα κάποιοι εἰδωλολάτρες ἔχουν πιὸ ἀνοιχτό μυαλὸ καὶ πιὸ εὐγνώμονα καρδία πρὸς τόν Θεὸ ἀπὸ πολλοὺς χριστιανούς. Ὑπάρχουν μωαμεθανοί, ἢ βουδιστὲς πού ντροπιάζουν πολλοὺς χριστιανούς μέ τίς καρδιακὲς προσευχὲς τους στόν Θεὸ καὶ τήν θερμή εὐγνωμοσύνη τους πρὸς Ἐκεῖνον.

Ἡ παραβολὴ τελειώνει μέ τὰ λόγια τοῦ Σωτήρα μας πρὸς τόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη: «Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 17, 19). Προσέξτε τήν μεγαλοσύνη τῆς ταπείνωσης τοῦ Κυρίου, τὴν ἀρχοντιὰ Του! Ὁ ἴδιος χαίρεται νά ὀνομάζει τοὺς ἀνθρώπους συνεργάτες Του στά μέγιστα καὶ καλὰ ἔργα Του. Θέλει ἔτσι νά ἐνισχύσει τό ἠθικὸ τῆς ταπεινωμένης καὶ ὑποτιμημένης ἀνθρωπίνης ὕπαρξης. Εἶναι ὑπεράνω τῆς ἀνθρωπίνης ὑπερηφάνειας καὶ ματαιότητας καὶ θέλει νά μοιράσει τήν δική Του ἀξία μέ ἄλλους, τὰ πλούτη Του μέ τοὺς φτωχούς, τήν δόξα Του μέ τοὺς ἀπόρους καὶ τοὺς θλιμμένους.

«Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ὁ Σαμαρείτης εἶχε πραγματικὰ πιστέψει, ὅπως κι οἱ ἄλλοι ἐννιὰ λεπροί. Ἂν δέν εἶχαν πιστέψει στήν δύναμη τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ φώναζαν «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Σέ τὶ τοὺς χρησίμευε ὅμως ἡ πίστη τους; Μέ τὴν ἴδια πίστη θὰ μποροῦσαν νά φωνάξουν σὲ χιλιάδες διασήμους γιατροὺς τοῦ κόσμου: «Ἐλεῆστε μας, θεραπεῦστε μας!» Ὅλα ὅμως θ’ ἀπέβαιναν μάταια.

Ἄν κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς χιλιάδες θνητοὺς γιατροὺς τοῦ κόσμου τοὺς εἶχε θεραπεύσει, πιστεύετε πώς θ’ ἀπέδιδε τήν θεραπεία στήν πίστη τοῦ ἀρρώστου ἢ στήν δικὴ του ἱκανότητα κι ἐπιστημοσύνη; Δὲν συνηθίζουν οἱ γιατροὶ τοῦ κόσμου νά ξεπερνοῦν σιωπηλά τίς εὐχαριστίες τῶν ἀρρώστων γιά τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας τους, δίνουν μεγάλη ἔμφαση στήν δικὴ τους ἀξία καὶ συμμετοχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός ὅμως συμπεριφέρεται διαφορετικὰ στούς ἀνθρώπους.

Ὁ Χριστός ἔχει ἕνα βαγόνι γεμάτο σιτάρι κι ὁ λεπρὸς Σαμαρείτης πρόσθεσε ἕνα σπυρὶ σιτάρι στό φορτίο. Τό φορτίο μέ τό σιτάρι εἶναι ἡ θεϊκὴ Του δύναμη καὶ ἐξουσία. Τό σπυρὶ τοῦ λεπροῦ εἶναι ἡ πίστη του στόν Χριστό. Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ πραγματικὰ τόν ἄνθρωπο καὶ δέν ὑποτιμᾶ τό μικρὸ σπυρί, ἀλλ’ ἀντίθετα θὰ τόν τιμήσει περισσότερο ἀπὸ τό δικὸ Του μεγάλο φορτίο. Γι’ αὐτό καὶ δὲν λέει, ὅπως θὰ ‘λέγε κάθε ἄνθρωπος σὲ τέτοια περίπτωση: «Τό φορτίο μου μέ τό σιτάρι θὰ σὲ θρέψει». Δέν λέει, «Ἐγὼ σὲ ἔσωσα», ἀλλὰ «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».

Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στά λόγια αὐτά! Πόσο μεγάλη εἶναι γιά ὅλους μας ἡ διδαχὴ Του! Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἐπίπληξη στήν ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια κι ὑπερηφάνεια!

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κυριακή μετά τά Φῶτα- Τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ

8 Ιανουαρίου, 2023

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

Καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρέτ, ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν, ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἠσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος:

«γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν,

ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα,

καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιὰ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.»

Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν:

«μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 4, 12-17).

«Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ».

Αὐτὰ ἦσαν τὰ πρῶτα λόγια τοῦ κηρύγματος τοῦ θεανθρώπού Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ τὰ ἴδια λόγια λέγει καὶ σ’ ἐμᾶς μέχρι σήμερα, διά τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὅταν ἐπληθύνθη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴ ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο, κατῆλθε ἐδῶ στή γῆ μας ὁ Παντοδύναμος Ἰατρός. Κατῆλθε στόν τόπο αὐτὸ τῆς ἐξορίας, στόν τόπο τῶν βασάνων καὶ τῶν παθῶν μας, ποὺ εἶναι μία πρόγευσις τῶν αἰωνίων βασάνων τῆς κολάσεως, καὶ εὐαγγελίζεται τὴ λύτρωση, τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἴαση σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς ἑξαίρεση, λέγοντας «μετανοεῖτε».

Ἡ δύναμις τῆς μετανοίας εἶναι θεμελιωμένη στή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰατρὸς εἶναι πανίσχυρος, καὶ ἡ ἴασις πού Ἐκεῖνος χαρίζει εἶναι παντοδύναμη.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅταν ἐκήρυσσεν ἐδῶ στή γῆ ὁ Κύριος, καλοῦσε σὲ θεραπεία ὅλους ὅσοι ἦσαν ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ δέν θεωροῦσε καμμία ἁμαρτία ὡς ἀθεράπευτη.

Καὶ τώρα, ἐπίσης, συνεχίζει νά καλῆ ὅλους, καὶ ὑπόσχεται, καὶ χαρίζει πράγματι τὴν ἄφεση γιά κάθε ἁμαρτία καὶ τὴν ἴαση γιά κάθε ἁμαρτωλὴ ἀσθένεια.

Ὢ ἐσεῖς, οἱ ὁδοιπόροι τῆς γῆς.

Ὢ ἐσεῖς, ὅλοι ὅσοι ἀναλίσκεσθε ἢ σύρεσθε στή εὐρύχωρη ὁδό, μέσα στόν ἀκατάπαυστο θόρυβο τῶν γηίνων μεριμνῶν, περισπασμῶν καὶ διασκεδάσεων, ἀνάμεσα σὲ ἄνθη ἀνάμικτα μέ ἀγκάθια, ἐσεῖς, ποὺ σπεύδετε καὶ ἀκολουθεῖτε αὐτὸν τὸν δρόμο, κατευθυνόμενοι πρὸς τὸ τέλος, ποὺ εἶναι σὲ ὅλους γνωστὸ καὶ ὅμως ὅλοι τὸ λησμονοῦν:

ὁ σκοτεινὸς τάφος καὶ ἡ ἀκόμη σκοτεινότερη καὶ φοβερότερη αἰωνιότητα. Σταματῆστε! Ἀποτινάξτε τὴν γοητείαν αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ σᾶς κρατεῖ μονίμως σὲ αἰχμαλωσία!

Ἀκοῦστε αὐτό πού σᾶς εὐαγγελίζεται ὁ Σωτὴρ ἡμῶν Χριστός, δῶστε στά λόγια Του τὴν προσοχή πού τοὺς ἁρμόζει: «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.

Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο, ὁδοιπόροι ἐσεῖς τῆς γῆς, νά στρέψετε ὅλη σας τὴν προσοχὴ σ’ αὐτὴ τὴ ζωτικὰ ὠφέλιμη καὶ σωτήρια νουθεσία.

Ἀλλιῶς θὰ φθάσετε στόν τάφο, θὰ φθάσετε στό κατώφλι καὶ στήν πύλη τῆς αἰωνιότητας, χωρὶς νά ἔχετε προηγουμένως κατανοήσει καθόλου ὀρθὰ τὴν αἰωνιότητα, οὔτε τίς ὑποχρεώσεις ἐκείνων πού εἰσέρχονται σ’ αὐτήν, ἔχοντας προετοιμάσει τὸν ἑαυτὸ σας μόνο γιά τὶς δίκαιες τιμωρίες πού θὰ ὑφίστασθε αἰωνίως γιά τὶς ἁμαρτίες σας.

Ἡ βαρυτέρα δὲ καὶ σοβαροτέρα ἁμαρτία εἶναι τὸ νά μὴ δίδετε προσοχὴ στούς λόγους τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, δηλαδὴ νά Τὸν περιφρονῆτε.

Ἀποκοιμίζει καὶ ἐξαπατᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ δρόμος τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Στά μάτια αὐτῶν πού ἀρχίζουν τὴν πορεία τους σ’ αὐτήν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα ἀτελείωτο πεδίο πού σφύζει ἀπὸ πραγματικότητα.

Γιά ὅσους τὴν τελείωσαν, παρουσιάζεται σὰν ἕνα συντομότατο ταξίδι πού συνοδεύεται ἀπὸ ὄνειρα καὶ μάλιστα χωρὶς περιεχόμενο.

Μετανοεῖτε!

Μοχθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ βιάζονται νά πλουτίσουν σὲ γνώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως εἶναι μικρῆς μόνο σημασίας, καὶ κατάλληλες γιά κάποιο μόνο χρονικὸ διάστημα.

Γνώσεις πού συμβάλλουν στή ἱκανοποίησι ἀναγκῶν, ἀνέσεων καὶ ἰδιοτροπιῶν τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Περιφρονοῦμε τελείως τίς οὐσιαστικές, τὶς ἀναγκαῖες γνώσεις καὶ τὴν ἐργασία, γιά τὰ ὁποῖα καὶ μόνο μᾶς ἔχει χαρισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή. Δηλαδὴ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴ συνδιαλλαγὴ μας μὲ Αὐτὸν διά τοῦ λυτρωτοῦ μας Χριστοῦ.

Ἀδελφοί, ἂς ἐξετάσουμε τὴν ἐπίγεια ζωὴ μας ἀντικειμενικά, ἀμερόληπτα, ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι μηδαμινή, ἕνα τίποτε. Ὅλα της τὰ ἀγαθὰ ἀφαιροῦνται μέ τὸν θάνατον, ἀλλὰ συχνὰ καὶ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο μέ ποικίλες, ἀπροσδόκητες καταστάσεις.

Αὐτὰ τὰ φθαρτά, τὰ τόσο γρήγορα ἑξαφανιζόμενα ἀγαθά, δέν ἀξίζουν νά ὀνομάζωνται ἀγαθά. Στή πραγματικότητα εἶναι ἀπάτες καὶ παγίδες. Ὅσοι κολλοῦν καὶ βυθίζονται στίς παγίδες αὐτές, καὶ συλλαμβάνονται ἀπὸ αὐτές, ἀποστεροῦνται ἀπὸ τὰ ἀληθινά, τὰ αἰώνια, τὰ οὐράνια, πνευματικὰ ἀγαθά, ποὺ ἀποκτοῦμε ὅταν πιστεύωμε στόν Χριστὸ καὶ Τὸν ἀκολουθοῦμε στή μυστικὴ ὁδό τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς.

Θὰ μᾶς προδώσουν, ἀδελφοί, ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς προδώσουν ὅλα τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πάμπλουτους θὰ τοὺς προδώση ὁ πλοῦτος τους, τοὺς ἐνδόξους ἡ δόξα τους, τοὺς νέους ἡ νεότης τους, τοὺς σοφοὺς ἡ σοφία τους.

Ἕνα μόνον αἰώνιο καὶ οὐσιῶδες ἀγαθὸν μπορεῖ νά ἀποκτήση ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴ διέλευσή του ἀπὸ τὴ γῆ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθὴς γνῶσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συμφιλίωσίς του μέ τὸν Θεόν, τὴν ὁποία χαρίζει ὁ Χριστός. Γιά νά λάβη ὅμως κανεὶς τὰ κορυφαῖα καὶ ὑπέρτατα αὐτὰ ἀγαθά, πρέπει νά ἐγκαταλείψη τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ νά τὴν μισήση.

Μετανοεῖτε!

Τὶ σημαίνει νά μετανοήσωμε; Σημαίνει νά ὁμολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας καὶ νά μεταμεληθοῦμε γι’ αὐτές. Σημαίνει ἀκόμη νά πάψωμε νά τὶς διαπράττωμε καί ποτέ πλέον νά μὴν ἐπιστρέψωμε σ’ αὐτές, ὅπως εἶπε κάποιος μεγάλος ἅγιος Πατέρας ἀπαντῶντας σὲ ἀνάλογη ἐρώτηση.

Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ πολλοὶ ἄνθρωποι μεταβάλλονται σὲ ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ πολλοὶ ἄνομοι σὲ ἀνθρώπους εὐλαβεῖς καὶ δικαίους.

Ἀδελφοί! Ἂς γνωρίσωμε τὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ βυθισμένο στήν ἁμαρτία ἀνθρώπινο γένος. Ὁ Κύριος οἰκονόμησε τὴν ἐνανθρώπησή Του, ἔτσι ὥστε διά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του νά μπορέση νά δεχθῇ τίς τιμωρίες πού οἱ ἄνθρωποι ἀξίζουν νά δεχθοῦν· καί μέ τὸ νά δεχθῆ τιμωρία Ἐκεῖνος ὁ Πανάγιος, νά ἑξαγοράση καὶ νά λυτρώση τοὺς ἐνόχους ἀπὸ τὴν τιμωρία.

Τὶ τὸν προσείλκυσε κοντὰ μας, ἐδῶ στή γῆ, στόν τόπο τῆς ἐξορίας μας; Μήπως οἱ δικαιοσύνες μας; Ὄχι! Τὸν εἵλκυσε σὲ μᾶς ἡ ὀλεθρία ἐκείνη κατάστασις στή ὁποία μᾶς ἔριξε ἡ ἁμαρτία μας.

Ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί! Ἂς πάρωμε θάρρος, διότι γιά μᾶς, ἀκριβῶς πρὸς χάριν μας ὁ Κύριος ἐπετέλεσε τὸ μέγα ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του!

Ἐπέβλεψε μέ ἀσύλληπτο ἔλεος στίς ἀσθένειές μας. Ἂς πάψωμε νά ταλαντευώμεθα, ἂς πάψωμε νά παραδιδώμεθα στή ἀκηδία καὶ τὴν ἀμφιβολία.

Ἂς πλησιάσωμε γεμάτοι πίστη, ζῆλο καὶ εὐγνωμοσύνη, καὶ ἂς ἀρχίσωμε τὴν μετάνοια. Ἂς συμφιλιωθοῦμε διὰ μέσου αὐτῆς πρὸς τὸν Θεόν. Ἂς ἀνταποκριθοῦμε, ὅσον μᾶς εἶναι δυνατόν, μέ τίς ἀσθενικὲς δυνάμεις μας στή μεγάλη ἀγάπη τοῦ Κυρίου πρὸς ἐμᾶς, ὅπως μποροῦν νά ἀνταποκρίνωνται στή ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ τὰ δημιουργήματά Του, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἔπεσαν στήν ἁμαρτία: Ἂς μετανοήσωμε!

Ἂς μετανοήσωμε ὄχι μόνο μέ λόγια, ἂς δώσωμε μαρτυρία τῆς μετανοίας μας, ὄχι μόνο μέ λίγα δάκρυα τῆς στιγμῆς, οὔτε μόνο μέ τὴν ἐξωτερικὴ συμμετοχὴ στίς ἱερὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προσκομίσωμε μαζί μέ τὰ δάκρυα καί μέ τὴν ἐξωτερικὴ εὐσέβεια καὶ τὸν ἄξιο καρπὸ τῆς μετανοίας μας. Ἂς μεταβάλωμε τὴν ἁμαρτωλὴν ζωὴ μας σὲ σύμφωνη μέ τὸ Εὐαγγέλιον βιοτή….

«Λούσασθε». λέγει Κύριος ὁ Θεὸς στούς ἁμαρτωλούς, «καὶ καθαροί γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν… καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν».

Καὶ πῶς τελειώνει ἡ δικαία αὐτὴ κρίσις τοῦ Θεοῦ, ἡ κρίσις Του γιά τὴν μετάνοια, στή ὁποία συνεχῶς καλεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ἐπιγείου ζωῆς του;

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὁμολογήση τίς ἁμαρτίες του, καὶ ἀποφασίση νά μετανοήση εἰλικρινῶς καὶ νά διορθωθῇ, τότε ὁ Θεὸς λύει τὴν κρίση πού ὑπῆρχε μαζὶ του μέ τὴν ἀκόλουθη ἀπόφαση: «Καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ».

Ἂν ὅμως ὁ χριστιανὸς καταφρονήση αὐτὴ τὴν τελευταία, τὴν πολυεύσπλαχνο κρίση τοῦ Θεοῦ, τότε τοῦ ἀνακοινώνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ὁριστικὴ του καταδίκη.

«Τὸ χρηστὸν τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστόλος Παῦλος, «εἰς μετάνοιαν σὲ ἄγει». Ὁ Θεὸς βλέπει τὰ ἁμαρτήματά σου, παρατηρεῖ μέ μακροθυμία τίς ἁμαρτίες πού διαπράττεις κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Του, τὴν ἁλυσίδα τῶν ἁμαρτιῶν πού διεμόρφωσαν ὅλον σου τὸν βίο.

Ἀναμένει τὴ μετάνοιά σου, καὶ συνάμα ἀναθέτει στήν ἐλευθέρα προαίρεσή σου τὴν ἐπιλογὴ τῆς σωτηρίας σου ἢ τῆς καταδίκης σου.

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Κυριακή των Χριστουγέννων

24 Δεκεμβρίου, 2022

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Β´ 1 – 12

1 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα

2 λέγοντες· Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.

3 ἀκούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ,

4 καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται.

5 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτως γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου·

6 Καὶ σύ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ.

7 Τότε Ἡρῴδης λάθρᾳ καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσεν παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος,

8 καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπε· Πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ.

9 οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἐστάθη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον·

10 ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα.

11 καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν·

12 καὶ χρηματισθέντες κατ’ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν.

Κυριακή προ Χριστού Γεννήσεως (Ματθ. 1,1-25)

17 Δεκεμβρίου, 2022

1. Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ υἱοῦ Ἀβραάμ.

2. Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,

3. Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ,

4. Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών,

5. Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ῥαχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ῥούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί,

6. Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυῒδ τὸν βασιλέα. Δαυῒδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου,

7. Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ῥοβοάμ, Ῥοβοὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά,

8. Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν,

9. Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν,

10. Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν,

11. Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος.

12. Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ,

13. Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ,

14. Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ,

15. Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ,

16. Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.

17. Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες.

18. Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.

19. Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν.

20. ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ’ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου.

21. τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.

22. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος·

23. ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός.

24. Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ,

25. καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.

Κυριακή ΙΑ΄ Λουκά (Λουκ. 14,16-24)

11 Δεκεμβρίου, 2022

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τίς

16. ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς·

17. καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα.

18. καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.

19. καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.

20. καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.

21. καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε.

22. καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί.

23. καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου.

24. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου· [πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί][7].

Κυριακὴ ΙΑ’ Λουκᾶ (Ἁγίων Προπατόρων). Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου

11 Δεκεμβρίου, 2022

Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νά πιστεύει σ’ Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ’ ὁποιονδήποτε ἡ ὁτιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο.

Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νά ἐλπίζει σ’ Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ’ ὁποιονδήποτε ἡ ὁτιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο.

Ὁ Θεὸς ζητάει ὅμως καὶ κάτι παραπάνω: Θέλει ὁ ἄνθρωπος νά προσκολληθεῖ μέ ἀγάπη μόνο σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ τότε, μὲ τὴν ἀγάπη πού θ’ ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ μέσα του, θὰ γίνει ἕνα καί μέ τὴν κτίση τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μνηστεία τῆς ψυχῆς μέ τὸν Χριστό. Κάθε ἄλλη ἕνωση εἶναι μοιχεία καὶ πορνεία. Μόνο τέτοια στενὴ ἕνωση τῆς ψυχῆς μέ τὸν Χριστό, ποὺ σ’ ἐμᾶς ἀπεικονίζεται πιὸ καθαρά μέ τὸν ἐπίγειο γάμο, μπορεῖ νά κάνει τὴν ψυχὴ πλούσια καὶ καρποφόρα. Ὅλες οἱ ἄλλες σχέσεις πού μπορεῖ νά συνάψει ἡ ψυχὴ εἶναι ἀγκάθια καὶ ζιζάνια, ποὺ εἶναι γυμνὰ καὶ ἄγονα ἀπὸ κάθε ἀγαθό.

Ἂν αὐτὸ δέν τὸ γνωρίζουν καὶ δέν μποροῦν νά τὸ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι πού ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οἱ χριστιανοὶ ὅμως πρέπει νά τὸ γνωρίζουν, ἰδιαίτερα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Εἶναι στό πνεῦμα καὶ τὴν παράδοσή μας νά κατανοήσουμε τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε μέ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Νά κατανοήσουμε τὴν αἰωνιότητα πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, νά κατανοήσουμε τὸν χρόνο πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Δύσης.

Μὲ ὅτι εἶναι πιὸ στενὰ δεμένη ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, μ’ αὐτὸ κι ἔχει δεσμευτεῖ, εἴτε αὐτὸ εἶναι ζωντανὸ εἴτε νεκρὸ πρᾶγμα, εἴτε πρόκειται γιά σῶμα εἴτε γιά κάποιο ῥοῦχο, γιά χρυσὸ ἢ ἄργυρο ἢ γιά ὁποιοδήποτε ἐπίγειο ἀγαθό, ἐγκόσμια δόξα ἢ τιμή, πάθος ἢ ὅ,τι ἄλλο στήν κτίση, ὅπως γιά παράδειγμα κόσμημα, τρόφιμο, ποτό, χορό, φύση ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο.

Κάθε τέτοια δέσμευση τῆς ψυχῆς εἶναι ἄνομη κι ἐπισύρει ἀτέλειωτη δυστυχία γιά τὴν ψυχή, τόσο σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ὅσο καὶ στόν ἄλλον. Δέν πρέπει να κρύβουμε ἐκεῖνο πού ἡ Ἁγία Γραφὴ λέει πεντακάθαρα, δηλαδή, πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ζηλωτής (Ἐξ. κ΄ 5, Δευτ. δ΄ 24).

Ὁ ζῆλος τοῦ Θεοῦ δέν στρέφεται ἐναντίον ἄλλου στή γῆ, παρὰ μόνον στήν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς θέλει ἀποκλειστικότητα στήν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν θέλει πιστή μέ καθαρότητα καὶ εἰλικρίνεια. Κι αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ θέλει γιά τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς.

Ἡ ἄπειρη σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει – ὅπως πρέπει καὶ μεῖς νά γνωρίζουμε μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ – πώς ἄν ἡ πίστη τῆς ψυχῆς στόν Θεό, τὸν Δημιουργό, εἶναι ἐλλιπής, πώς ἄν ἐνωθεῖ μέ ἀπόλυτη ἀγάπη μέ κάποιον ἄλλον ἢ κάτι ἄλλο στόν κόσμο, τότε σιγά σιγὰ θὰ ὑποδουλωθεῖ, θὰ γίνει σκλάβα, θὰ εἶναι σὰν μιά σκοτεινή κι ἀπελπισμένη σκιά καὶ τελικὰ θὰ καταλήξει σὲ μιά ἐλεεινή εἰκόνα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ὁ τρυγμὸς κι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

Ἡ θερμὴ ἀγάπη τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ὁ μόνος νόμιμος δεσμός. Κάθε ἄλλη ἀγάπη, ποὺ εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, εἶναι εἰδωλολατρεία. Μὲ τὴν ἀγάπη γιά τὸ σῶμα, ὁ ἄνθρωπος μετατρέπει τὸ σῶμα σ’ ἕναν ψεύτικο θεό, ἕνα εἴδωλο.

Μὲ τὴν ἀγάπη γιά κάθε ἐπίγειο ἀγαθὸ ἢ κόσμημα, ὁ ἄνθρωπος εἰδωλοποιεῖ τὰ ἀντικείμενα αὐτά. Μὲ τὴν ἀγάπη γιά ὁποιονδήποτε ἢ γιά ὁτιδήποτε, ὁ ἄνθρωπος εἰδωλοποιεῖ τὸν ἑαυτὸ του. Αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ ἄνθρωπος καθοδηγεῖ τὴν ἀγάπη, ποὺ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στόν Θεό, σὲ κάτι μικρότερο καὶ ὑποδεέστερο ἀπὸ τὸν Θεό, σὲ κάτι λιγότερο ἄξιο ν’ ἀγαπηθεῖ.

Σέ ὁτιδήποτε πιστεύει ὁ ἄνθρωπος, ἐλπίζει ἢ ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τὸν Θεό, παίρνει τή θέση τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴδωλο, ἕνας ψεύτικος θεὸς τῆς ψεύτικης ψυχῆς. Κάθε τέτοια εἰδωλολατρεία οἱ προφῆτες τὴν ὀνομασαν μοιχεία καί πορνεία (Ἱερ. γ΄γ 1, Ἰεζεκ. κγ’ 7).

Τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα εἶναι ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες ταυτίζονται μέ τὰ εἴδωλά τους. Σὲ κάθε ἀγάπη, ὁ ἄνθρωπος χάνεται σταδιακὰ στό ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης του.Ἐκεῖνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται συχνότερα, ἐκεῖνο πού ἀγαπᾶ κι ἐπιθυμεῖ περισσότερο, σιγά σιγὰ θὰ γίνει ἡ ἴδια ἡ οὐσία τῆς ὑπάρξής του, εἴτε τρόφιμο εἶναι αὐτὸ εἴτε ποτό, χρυσὸς ἢ ἀσήμι, κόσμημα ἢ ῥοῦχο, σπίτια ἢ κτήματα, τιμὴ ἢ δύναμη, (Δ΄ Βασ. ιζ΄ 15).***

«Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ματθ. κβ΄ 2). Ὅπως καὶ στίς ἄλλες παραβολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι κι ἐδῶ ἀναφέρεται σ’ ὁλοκλήρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος. Ἄνθρωποι σοφοὶ δουλεύουν σκληρὰ γιά νά γράψουν μεγάλα καὶ πολλὲς φορὲς ἀκατανόητα βιβλία γιά νά ἐξηγήσουν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου.

Μπορεῖ νά πετύχουν σ’ αὐτό πού προσπαθοῦν νά κάνουν, συχνὰ ὅμως μπλέκουν τή διάρθρωσὴ τους καὶ συγχέουν τὰ νοήματα. Ὁ Χριστὸς ὅμως, μὲ μιά σύντομη καὶ ἁπλὴ παραβολή, τὰ λέει ὅλα καθαρά καὶ κατανοητά. Πράγματι, «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ΄ 46).

Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά ἐξηγηθεῖ μέ λόγια. Μόνο μέ κάτι πού εἶναι οἰκεῖο σὲ μᾶς σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο μπορεῖ νά παρομοιαστεῖ. Ἀνάμεσα στ’ ἄλλα, μπορεῖ νά παρομοιαστεῖ καὶ μ’ ἕνα γάμο. Ὁ γάμος εἶναι μιά εὐκαιρία χαρᾶς στούς ἀνθρώπους. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀπὸ μόνη της χαρά, μπορεῖ ἑπομένως νά περιγραφεῖ μ’ ἕνα γάμο.Ὁ βασιλιᾶς τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

Υἱὸς Του εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἀποκάλυψε πώς Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Νυμφίος (Ἰωάν. γ΄ 29). Κι αὐτὸ τὸ ἐπιβεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (Ματθ. θ΄ 15). Ὁλόκληρη ἡ ἱστόρία τοῦ ἀνθρώπου, ξεκινώντας μέ τὴν ἐξώση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι ἡ πορεία προετοιμασίας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου γιά τὸν γάμο της μέ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀρχὴ τῆς γιορτῆς τοῦ γάμου.

Ὁλόκληρη ἡ περίοδος ἀπὸ τὴν ἔλευσή Του ὡς τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀναστάσή Του, εἶναι ἡ συνέχιση τῆς γαμήλιας γιορτῆς στόν κόσμο. Ἡ χαρὰ ὅμως θὰ φτάσει στό ἀπόγαιὸ της μόνο στή μέλλουσα ζωή. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο εἶναι τὸ πιὸ εὐφρόσυνο γεγονὸς γιά τὸ ἀνθρώπινο γένος γενικά καὶ γιά κάθε ψυχὴ ξεχωριστά, ὅπως ἡ ἔλευση τοῦ νυμφίου στή νύμφη.

Ἀπ’ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ὁ πιὸ χαρούμενος λαὸς θὰ ἔπρεπε νά εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ δέχτηκαν τὸν Χριστὸ ὡς Νυμφίο, ἀφοῦ τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε προπαρασκευαστεῖ καλύτερα ἀπὸ τὸν Θεὸ νά Τὸν δεχτεῖ. Τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε τὴν ἐπιπλέον χαρὰ νά εἶναι τὸ πρῶτο πού συνάντησε τὸν Χριστό, τὸ πρῶτο πού Τὸν γνώρισε καὶ Τὸν ὑποδέχτηκε, γιά ν’ ἀναγγείλει τή χαρά τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν λαῶν τῆς γῆς.

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού, στό ἀρχικὸ κείμενο τοῦ εὐαγγελίου, χρησιμοποεῖται πληθυντικός: «ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ». Ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας ἦρθε στόν λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν Ἰουδαίων. Ὁ νυμφίος κάθε ψυχῆς πού ἀναζητοῦσε σωτηρία, ζωὴ καὶ χαρά, εἶχε ἔρθει. Ὁ νυμφίος ὅλων τῶν ἀνθρωπων εἶχε ἔρθει γιά ὅλους τοὺς λαούς, ὅλα τὰ ἔθνη.

Ὄσο μεγάλη κι ἂν ἤταν ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλη τόση ἦταν ἡ τυφλότητα κι ἡ κακία τῶν ἁμαρτωλῶν στή γῆ. «Εἰς τὰ ἴδια ᾖλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰωάν. α΄ 11), γράφει ὁ εὐαγγελιστής. Ἦρθε λοιπὸν πρῶτα σ’ ἐκείνους πού ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ πολὺ προσεχτικὰ εἶχε προετοιμάσει ὡς νύμφη Του: στόν Ἰουδαϊκὸ λαό. Ὁ λαὸς αὐτὸς ὅμως δέν Τὸν ἀναγνώρισε. Ἀντίθετα, Τὸν περιφρόνησε καὶ Τὸν ἀπόρριψε.

Συνεχίζει ἡ παραβολή: «Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν» (Ματθ. κβ΄ 3). Θέλοντας νά προετοιμάσει τή γιορτὴ γιά τοὺς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ Θεὸς ἔστελνε πρῶτα γιά πολλοὺς αἰῶνες τούς προφῆτες, γιά ν’ ἀναγγείλουν τή γιορτή πού πλησίαζε καὶ νά καλέσουν τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ νά προετοιμαστεῖ κι ἐκεῖνος, ὥστε νά ὑποδεχτεῖ τὸν Νυμφίο Χριστό.

Οἱ προφῆτες ἤταν οἱ πρῶτοι ὑπηρέτες πού ἔστειλε γιά νά καλέσει τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους. Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη ἐμφανιστεῖ στόν κόσμο, στάλθηκε ὡς ἀγγελιαφόρος ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, γιά ν’ ἀναγγείλει κι αὐτός, νά κραυγάσει δυνατὰ καὶ νά καλέσει. Ὅπως ὅμως ἕνας πολὺ μικρὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων ἄκουσε τοὺς ἀρχαίους προφῆτες, ἔτσι καὶ τώρα πολλοὶ λίγοι πρόσεξαν τὸν κήρυκα τῆς ἐρήμου, τὸν Ἰωάννη τὸν Προδρομο. «Καί οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν».

«Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους» (Ματθ. κβ΄ 4). Οἱ ἄλλοι ὑπηρέτες ἤταν οἱ ἀπόστολοι κι οἱ συνεργάτες τους. Προσκεκλημένοι ἤταν πάλι οἱ ἴδιοι: οἱ Ἑβραῖοι.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ παλιοτέρα: «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα τοῦ οἴκου Ἰσραὴλ» (Ματθ. ιε΄ 24). Στήν ἀρχὴ ἔδωσε τὴν ἑξῆς ἐντολὴ στούς ἀποστόλους: «Πορεύεσθε δέν μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» (Ματθ. ι΄ 6). Αὐτὸ πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του.

Ὅταν ὅμως οἱ Ἑβραῖοι τὸν ἀπόρριψαν, ὅταν οἱ κακοὶ γεωργοὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη καὶ τὸν θανάτωσαν, τότε, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἔδωσε καινούρια ἐντολή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη΄ 19).

Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στήν ἐπαγγελία Του, οἱ Ἑβραῖοι ὅμως τὴν καταπάτησαν. Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στή νύμφη Του, στήν ἐκλεκτὴ Του, στόν λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πιστὸς ὡς τὸ τέλος. Ἡ νύμφη ὅμως δέν στάθηκε πίστη στόν Νυμφίο της, συνῆψε ἀμέτρητους ἀνόμους δεσμούς μέ εἴδωλα καὶ θεοὺς ψεύτικους, ποὺ δέν τοὺς ἄφηνε γιά νά γυρίσει στόν προδομένο Νυμφίο της.

«Ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα». Ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἀνανέωση τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ τρέφεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθεια ἀποκάλυψε στήν πληρότητά της μέ τὸ πλούσιο συμπόσιο τοῦ βασιλιά. Ἡ νίκη ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἐναντίον τῆς ἀρρώστιας καὶ τῆς μέριμνας, ἡ νίκη ἐνάντια στή φύση – ὅλες αὐτὲς οἱ νίκες πού τρέφουν κι ἀνανεώνουν τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐδῶ, μπροστὰ μας. Γι’ αὐτὸ προσέλθετε.

Ὁ οὐρανὸς ὡς τότε ἔμοιαζε κλεισμένος μέ σιδερένιες μπάρες γιά τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἔμοιαζαν μὲ ἐλεεινὲς νύμφες, κλεισμένες μέσα σὲ ὑγρὴ φυλακή. Τώρα ὅμως ὁ οὐρανὸς εἶναι ὀρθάνοιχτος. Στή γῆ ἐμφανίστηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἐμφανίστηκαν οἱ ἄγγελοι, οἱ νεκροὶ ἐμφανίστηκαν ζωντανοὶ κι ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἔφτασε στόν οὐρανό. Πόσο γλυκιά εἶναι ἡ τροφή πού προσφέρει ὁ Θεός! Πόσο πλούσιο εἶναι τὸ τραπέζι Του! «Προσέλθετε!».

Οἱ τυφλὲς ψυχές πού ζοῦσαν μέσα στή σκοτεινὴ καὶ ὑγρή φυλακή, ἀντὶ νά δεχτοῦν τὴν πρόσκληση στούς γάμους, ἔκαναν ἕνα πολὺ φοβερὸ ἔγκλημα: θανάτωσαν τὸν Σωτήρα, τὸν Νυμφίο τους. Κι αὐτὸ ἀκόμα ὅμως δέν ἑξάντλησε τὴν ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς μετέτρεψε τὸ ἔγκλημά τους σὲ πηγὴ χαρᾶς καὶ ἀπόλαυσης. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ σταυρωμένου Κυρίου, ποὺ ἤταν ἀσύγκριτα γλυκύτερα ἀπὸ τὰ στέατα, προσφέρονται στό τραπέζι τοῦ Βασιλιά. «Προσέλθετε!» Κοινωνῆστε τή γλυκύτητα πού ζηλεύουν ἀκόμα κι οἱ ἄγγελοι.

Οἱ ποταμοὶ χαρίτων τοῦ παντοδύναμου καὶ Ζωοποιοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐλεύθεροι. Πάντα ἕτοιμα. Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, τὰ πάντα. Ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ μολυσμένη νύμφη γιά νά καθαριστεῖ, οἱ πεινασμένοι νά τραφοῦν, οἱ πληγωμένοι νά γιάτρευτοῦν, οἱ γυμνοὶ νά ντυθοῦν, οἱ παράφρονες νὰ ἔρθουν στά λογικὰ τους, οἱ μέθυσοι νά γίνουν νηφάλιοι, οἱ νεκροὶ ν’ ἀναστηθοῦν. Ἐδῶ ὑπάρχει τὸ βάπτισμα μέ νερό, μὲ φωτιά, μὲ πνεῦμα. Ἐδῶ θὰ βρεῖτε τὴν ἀνάπαυση μετὰ τή νηστεία, τὰ φτερὰ τῆς προσευχῆς.

Ἐδῶ εἶναι τὸ λάδι, ὁ ἄρτος κι ὁ οἶνος. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ βασιλικὴ ἱερωσύνη γιά νά σᾶς καθοδηγήσει, ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἀγάπης. Ὅλες αὐτές τίς δωρεὲς φέρνει ὁ Νυμφίος στή νύμφη Του καί τίς τοποθετεῖ στό τραπέζι τοῦ Βασιλιά. Προσέλθετε, λοιπόν, στούς γάμους.

«Οἱ δέν ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δέν εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δέν λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν» (Ματθ. κβ’ 5, 6). Δέν ὠφελεῖ νά προσφέρεις νόμιμο γάμο σὲ μιά ἐπαγγελματία πόρνη. Δέν θὰ δώσει καμιὰ σημασία στό νόμιμο σύζυγό της. Ἔχει τόσο πολὺ συνηθίσει στά εἴδωλά της, ὥστε δέν μπορεῖ νά κόψει τοὺς δεσμοὺς της μαζὶ τους.

Τὸ εἴδωλο μιᾶς ἄσωτης ψυχῆς εἶναι ὁ ἀγρός, μιᾶς ἄλλης εἶναι τὸ ἐμπόριο, μιᾶς τρίτης κάτι ἄλλο. Ὁ ἀγρὸς ὑποδηλώνει τὸ σῶμα μέ τὰ σαρκικὰ πάθη του, τὸ ἐμπόριο τὴν ἀπληστία, δηλαδὴ τὴν ἀπόκτηση ἢ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῶν φθαρτῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Ὁ καθένας κατευθύνθηκε πρὸς τὸ εἴδωλό του, δέν ἤθελε ν’ ἀκούσει τίποτα γιά τὸν Νυμφίο. Ἄλλοι ἔνιωσαν προσβολή μέ τὴν πρόσκληση καὶ πῆραν τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Βασιλιά, τοὺς ἔβρισαν ἢ τοὺς σκότωσαν. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, σύντομα μετὰ τὸ Γολγοθᾶ, μυκτήρισαν καὶ κακοποίησαν τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη (Πραξ. δ΄ 3) κι ἀργότερα θανάτωσαν τὸν ἀρχιδιάκονο Στέφανο, τὸν ἀποστόλο Ἰάκωβο καὶ πολλοὺς ἄλλους.

«Ἀκούσας δέ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε» (Ματθ. κβ’ 7). Βασιλιὰς εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ὀργὴ Του εἶναι ἡ ἐσχάτη ἐξάντληση τῆς ὑπομονῆς Του, ἡ ὥρα πού ἡ εὐσπλαχνία Του μετατρέπεται σὲ δικαιοσύνη. Στρατεύματα εἶναι ὁ ῥωμαϊκὸς στρατός, φονεῖς εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ πόλις αὐτῶν εἶναι ἡ Ἱερουσαλήμ.

Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέτρητη, ἀνεξάντλητη. Δέν τιμώρησε ἀμέσως τοὺς Ἰουδαίους μετά τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, περίμενε ἄλλα σαράντα χρόνια. Ὅπως ὁ Κύριος εἶχε ἀναλάβει νά κάνει νηστεία γιά σαράντα μέρες, ἔτσι ὁ Δημιουργὸς τῆς ἀνθρωπότητας μετὰ τὸ Γολγοθᾶ ἔκανε νηστεία ὑπομονῆς γιά σαράντα χρόνια.

Δέν βιαζόταν νά τιμωρήσει τὰ ἐγκλήματα πού διέπραξαν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον Του, γιά νά μὴν ποῦν ἔπειτα: «Δές, ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητικός. Ἂς ἐκδικηθοῦμε κι ἐμεῖς λοιπόν». Ὄχι. Ὁ Θεὸς μόνο μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἐπέτρεψε νά τιμωρηθεῖ τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων γιά τὰ ἐγκλήματα πού ἔκαναν οἱ ἄρχοντές του ἐναντίον τῶν δούλων Του.

«Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἑτοῖμός ἐστιν, οἱ δέν κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους» (Ματθ. κβ΄ 8, 9)Ὁ γάμος ἑτοῖμός ἐστιν», εἶπε ὁ Θεὸς στούς καινούριους δούλους Του. Ἀπὸ τὴν πλευρά μου, λέει ὁ Θεός, εἶναι ὅλα ἕτοιμα. Οἱ πρῶτοι καλεσμένοι ὅμως δέν ἤταν ἄξιοι καὶ γι’ αὐτὸ δέν μποροῦσαν να ἔρθουν.

Κοίταξαν μὰ δέν εἶδαν, γι’ αὐτὸ καὶ δέν χάρηκαν. Ἀφουγκράστηκαν μὰ δέν ἄκουσαν, γι’ αὐτὸ καὶ δέν ἀνταποκρίθηκαν. Ἀγάπησαν περισσότερο τὰ εἴδωλα τὰ σωματικά, τὸ μαμμωνᾶ, τὰ πλούτη, γι’ αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκαν τὴν πρόσκληση. Ἦταν δεμένοι μέ τίς ἁλυσίδες τῆς δουλείας στά κατώτερα, στά ὑποδεέστερα, γι’ αὐτὸ καὶ σήκωσαν τὰ χέρια τους ἐναντίον τοῦ Ὑψίστου.

Τώρα, λοιπόν, πορεύεσθε ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν καὶ καλέστε ὅποιον βρεῖτε μπροστὰ σας. Ὁ Ἰσραὴλ εἶναι σὰν ἕνα περιφραγμένο ἀμπέλι. Ἀποδείχτηκε ἄκαρπο ὅμως. Γι’ αὐτὸ βγεῖτε ἀπὸ τὸν ἀμπελῶνα αὐτόν, πηγαίνετε στά ἀπερίφραχτα ἀμπέλια τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ καλέστε τους ὅλους. Ὁ Ἰσραὴλ μοιάζει, μὲ ἕνα κλειστὸ ἐνυδρεῖο, φίδια ὅμως ἔχουν ἀφήσει ἐκεῖ τ’ αὐγὰ τους. Πηγαίνετε λοιπὸν στά ἀνοιχτὰ καὶ ῥῖξτε τὰ δίχτυα στή θάλασσα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας.

Ὁ Ἰσραὴλ δείχνει νά εἶναι ἕνα φυτώριο, βαλμένο μέσα στόν ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπ’ ὅπου θὰ μεταφυτεύονταν εὐγενῆ φρούτα στόν ἀγρὸ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ φυτώριο ὅμως ἔμεινε ἄγονο. Πηγαίνετε λοιπὸν στόν ἀνοιχτὸ ἀγρὸ τῆς γῆς καὶ φυτέψτε εὐγενεῖς καρπούς.

Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων πού εἶπε μετὰ ὁ Χριστός: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη΄ 19). «Ἐπί τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν», ἐννοοῦσε τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, ἐκεῖ πού οἱ δρόμοι τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ εἶναι ἀνηφορικοὶ καὶ δύσβατοι. Τὰ δρομάκια ἔχουν ἀγκάθια κι οἱ μεγάλοι δρόμοι ἔχουν κροκάλες γλιστερές. Οἱ σπόροι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ εἶναι ἐκτεθειμένοι σὲ κάθε κίνδυνο. Ὁ Θεὸς κοίταζε αὐτὸν τὸν μεγάλο καὶ πυκνοκατοικημένο κόσμο μέ τὴν ἴδια πατρικὴ ἀγάπη καὶ μέριμνα ὅπως καὶ τὸν Ἰσραήλ.

Τὸν φρόντιζε κι αὐτόν, ἀλλά μέ διαφορετικὸ τρόπο. Τὸν Ἰσραὴλ τὸν καθοδηγοῦσε μέ ἀποκαλύψεις, μὲ προφῆτες καὶ σημεῖα. Τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ καθοδηγοῦσε μέ τὸ νά τοὺς χαρίζει ἐσωτερικὴ δύναμη συνείδησης καὶ ἀντίληψης. Ἤταν πολλοὶ ἐκεῖνοι πού σώθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτες, ὅσοι ἤταν πιστοὶ καὶ ὑπάκουοι. Ἤταν πολλοὶ ὅμως καὶ ἀνάμεσα στούς εἰδωλολατρικοὺς λαοὺς – ὅσοι ζοῦσαν σύμφωνα μέ τή συνείδηση καὶ τὴν ἀντίληψή τους. Τώρα, ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε στή γῆ καὶ τὸν ἀπέρριψε τὸ προηγούμενο ἔθνος, ὁ Θεὸς ἄνοιξε διάπλατα σὲ ὅλους τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ δρόμο.

«Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων» (Ματθ. κβ΄ 10). Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ στή γῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα Διαθήκη πού κάνει ὁ Θεός μέ τὸν ἄνθρωπο στό ὄνομα τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζεύει (ἡ Ἐκκλησία) ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπό τίς φτεροῦγες της, ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο, ἀπ’ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀπ’ ὅλες τίς γλῶσσες καί τίς τάξεις ἀνθρώπων.

Αὐτὸς εἶναι ὁ νέος περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ καινούρια γενιὰ τοῦ δικαίου Ἀβραάμ. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ ἀπίστησε, ἀφοῦ ἔπαιξε τὸν ῥόλο του ὡς περιούσιος λαὸς στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Τώρα ὁ Θεὸς δημιούργησε ἕνα καινούργιο κανάλι γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: τὸν νέο Ἰσραήλ. Γιά νά ἐξηγήσουν τή στροφή τους ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκὸ λαὸ στούς εἰδωλολάτρες, οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας εἶπαν στούς πρώτους: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δέν ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη» (Πραξ. ιγ΄46).

Ἔτσι ἔγινε ἡ καινούρια ἐπιλογὴ μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας, μιά νέα ἱστορία, νέα σωτηρία μέ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους, καθὼς ἡ παλιὰ ἐπιλογὴ ξεκίνησε καὶ πραγματοποιήθηκε μέ τοὺς πατριάρχες, τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ γέμισε μέ καλοὺς καὶ κακούς, ἀφοῦ ὅλοι κλήθηκαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε χωρίσει τὸν κόσμο σὲ Ἰουδαίους καὶ μὴ Ἰουδαίους. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης χωρίζει σὲ καλοὺς καὶ κακούς. Ὅλοι κλήθηκαν, καλοὶ καὶ κακοί. Δέν σῴζονται ὅλοι ὅμως ἐκεῖνοι πού ἁπλᾶ γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέ τὸ βάπτισμα. Ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος φανερώνει τὴν ὑπομονὴ Του στήν Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως ἔκανε καὶ στήν παλιὰ Ἐκκλησία.

Ὁ σοφὸς οἰκοδεσπότης λέει στούς ὑπηρέτες Του να μὴν ξεριζώσουν τὰ ζιζάνια τοῦ σίτου ἀμέσως, ἀλλὰ νά τ’ ἀφήσουν νά ὡριμάσουν καὶ τὰ δύο καὶ νά εἶναι ἕτοιμα γιά τὸν θερισμό. Μέσα στά μεγάλα δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μπαίνουν καλὰ καὶ κακὰ ψάρια κι ὅλα τ’ ἀδειάζουν στήν παραλία. Τότε μόνο ξεχωρίζουν τὰ καλὰ ψάρια ἀπὸ τὰ κακά. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς προσθέτει τὰ ἑξῆς στήν ἐντολὴ τοῦ βασιλιά: «Ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ τυφλοὺς καὶ χωλοὺς εἰσάγαγε ὧδε» (Λουκ. ιδ΄ 21).

Οἱ Ἰουδαῖοι θὰ σκέφτηκαν ὅτι ἔτσι ὁ Χριστὸς ἔκανε μιά σωστή περιγραφή ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τους. Στήν πραγματικότητα ἔτσι ἤταν ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη στή γῆ, ὡσότου γνώρισαν τὸν Χριστὸ καὶ κάθησαν στήν πλούσια τράπεζα πού τοὺς παράθεσε μὲ ὅλα τ’ ἀγαθά πού χορηγοῦσε κι ἑξακολουθεῖ νά χορηγεῖ στόν κόσμο. Χωρίς τὸν Χριστὸ εἴμαστε ὅλοι φτωχοί, ἀνάπηροι, χωλοὶ καὶ τυφλοί. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νά μᾶς κάνει πλουσίους μέ τ’ ἀληθινὰ πλουτή Του.

Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νά μᾶς θεραπεύσει ἀπ’ ὅλες τίς ἀρρώστιες μας, νά μᾶς στρέψει πρὸς τὰ ἀγαθὰ ἔργα καὶ νά ὁδηγήσει τὰ πόδια μας στόν δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ ν’ ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας καὶ νά μᾶς δώσει τὸ φῶς γιά νά δοῦμε τὸν αἰώνιο προορισμὸ μας, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ γαμήλια δῶρα, ἀπὸ κάθε χαρὰ κι εὐφροσύνη.

«Εἰσελθὼν δέ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδέν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτό· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δέ ἐφιμώθη» (Ματθ. κβ΄ 11, 12). Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου; Τό ἔνδυμα τοῦ γάμου τῆς ψυχῆς εἶναι πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἡ ἁγνότητα. Γράφει στούς πιστοὺς ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ» (Β΄ Κορ. ια΄ 2). Ἡ παρθενικὴ ἁγνότητα καὶ καθαρότητα εἶναι τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς. Στή συνέχεια ὁ ἴδιος ἀπόστολος λέει καὶ σὲ ἄλλους πιστοὺς ποιό ἔνδυμα πρέπει νά φοροῦν: «Ἐνδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἡγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν… ἐπὶ πᾶσι δέ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ΄ 12, 14). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, ὅταν συνάπτει γάμο μέ τὸν ἀθάνατο Χριστό.

Τή μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα ἁγνείας τῆς ψυχῆς, ἀπ’ ὅλες τίς ἐπίγειες ὑπάρξεις, τὴν ἔδειξε ἡ Πάναγνη καὶ Παναγία Παρθένος Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἐκείνη πού ἔδωσε σάρκα ἀπὸ τή σάρκα Της στόν Κύριο καὶ Σωτήρα μας. Κανένας ἀπὸ μᾶς δέν μπορεῖ νά ἔχει τὸν Χριστὸ στήν καρδιά του, ἂν ἡ καρδιά αὐτὴ δέν εἶναι ἐντελῶς καθαρή, ἂν δέν εἶναι ἀμέριστα καὶ ὁλοκληρωτικὰ δοσμένη στόν Χριστό.

Σὰν ἁγνὴ παρθένος ἔχει μιά μόνο ἀγάπη: τὴν ἀγάπη της γιά τὸν Κύριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου της, φτιαγμένο ἀπὸ ὕφασμα καὶ χρυσό. Ἡ ἁγνότητα κι ἡ ἀγάπη κυοφοροῦν καὶ πολλὲς ἄλλες ἀρετές, εἴτε τίς ἀναφέρει ὁ ἀπόστόλος εἴτε ὄχι, ποὺ καρποφοροῦν πλούσια καλὰ ἔργα. Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι τὰ στολίδια καὶ τὰ διαμάντια πού στολίζουν τὸ ἱμάτιο τῆς ἁγνότητας καὶ τὸ χρυσοποίκιλτο ἔνδυμα τῆς ἀγάπης.

Ο όσιος Μακαριος γράφει στήν 15η Ὁμιλία τοῦ: «Μὲ τὸ ἔνδυμα γάμου κατανοοῦμε τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνος πού δέν εἶναι ἄξιος νά φορέσει τὸ ἔνδυμα αὐτό, δέν μπορεῖ νά συμμετάσχει στή γαμήλια τελετὴ καὶ στό συμπόσιο».

Ὅταν ὁ βασιλιὰς πῆγε καὶ εἶδε τοὺς καλεσμένους, εἶδε κι ἕναν πού δέν φοροῦσε αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου. Ἑταῖρε, τοῦ εἶπε.Γιάτί τὸν ὀνόμασε «ἐταῖρο», φίλο Του; Πρῶτο, γιά νά δείξει πόσο ἐκτιμᾶ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Δεύτερον, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, ὁ Θεός, εἶναι πραγματικὰ φίλος κάθε ἀνθρώπου, χωρὶς διάκριση, ἐκτὸς ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος κι ἀπορρίπτει τή φιλία Του.

«Ὑμεῖς φίλοι μου ἔστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἑγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε΄ 14), εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στούς ἀποστόλους. Ἀλήθεια, πόση συγκατάβαση καὶ πόση μεγαλοκαρδία δείχνει ὁ Θεὸς στούς ἀνθρώπους! Ὁ παντοδύναμος Δημιουργὸς καὶ Κύριος τῶν πάντων, ὀνομάζει φίλους Του τοὺς ἀδύναμους ἀνθρώπούς! Μὲ τὴν προϋπόθεση βέβαια πώς ἐκτελοῦν τίς ἐντολὲς Του.

Ὁ φιλοξενούμενος αὐτὸς ὅμως δέν φοροῦσε ἔνδυμα γάμου. Δέν ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διαφορετικὰ θὰ εἶχε βρεῖ τέτοιο ἔνδυμα γιά νά φορέσει. Γιατί λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν ὀνομάζει φίλο Του; Ἐπειδὴ εἶναι βαφτισμένος κι ἔτσι συγκαταλέγεται μέ τοὺς πιστούς, λογαριάζεται ἕνας ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Καλώντας τον φίλο, ὁ Θεὸς τὸν ἐπιτιμᾶ ἐπειδὴ δέν ἔμεινε πιστὸς στή φιλία του. Αὐτὸς δέν ἔμεινε πιστὸς στή φιλία του μέ τὸν Θεό, ὄχι ὁ Θεὸς ἀπέναντί του. «Ὁ δέ ἐφιμώθη».

Τὶ θὰ μποροῦσε ν’ ἀπαντήσει; Πῶς δέν μποροῦσε ν’ ἀγοράσει τέτοιο ἔνδυμα; Ἤ πώς δέν μποροῦσε ν’ ἀγοράσει ὕφασμα γιά νά τὸ κόψει καὶ νά τὸ ῥάψει στά μέτρα του; Ὅλα θὰ ἤταν μάταια. Ὁ Θεὸς εἶχε προμηθεύσει ὅλους τοὺς καλεσμένους μ’ ἕνα ἕτοιμο ἔνδυμα. Μόνο ἡ καλὴ θελήση τοῦ ἔλειπε, γιά νά βγάλει τὰ παλιὰ καὶ βρώμικα ῥοῦχα του τῆς ἁμαρτίας καὶ νά φορέσει τὸ καινούριο ἔνδυμα τῆς σωτηρίας, τὸ χρυσοποίκιλτο γαμήλιο ἔνδυμα. Δέν τὸ ἔκανε αὐτὸ ὅμως καὶ τώρα ἔμεινε σιωπηλός, δέν εἶχε τίποτα νά πεῖ.

«Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (Ματθ. κβ΄ 13). Τὰ χέρια του τὰ εἶχε κιόλας δέσει μέ τίς ἁμαρτίες του, ὅπως καὶ τὰ πόδια του, μὲ τὸ νά βαδίζει τὸν δρόμο τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀδικίας. Ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ εἶχε κιόλας διαλέξει τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φῶς, τὸν βρυγμὸ καὶ τὸν τρυγμὸ τῶν ὀδόντων, ἀντὶ τῆς αἰωνίας ζωῆς. Εἶχε καταδικάσει τὸν ἑαυτὸ του στήν ἀπώλεια.

Στόν Θεὸ δέν ἀπέμενε παρὰ ν’ ἀπαγγείλει τή δίκαιη κρίση Του. Ὁ ἄθεος «σειραῖς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν σφίγγεται» (Παρ. ε΄ 22), μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Ὅπως ἤταν δεμένος καὶ συρόταν ἀπό τίς ἁμαρτίες του ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτός, ἔτσι θὰ εἶναι δεμένος καὶ στόν ἄλλο κόσμο.

Στήν ἄλλη ζωὴ δέν ὑπάρχει μετάνοια. Τὸ δέσιμο τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν αὐτὸ δείχνει. Πῶς δέν ὑπάρχει μετάνοια, πὼς δέν ὑπάρχει καμιὰ δυνατότητα νά κάνει κάτι ὁ ἄνθρωπος γιά νά κερδίσει τή σωτηρία του καὶ τὴν εἴσοδό του στήν οὐράνια βασιλεία.

Ὁ Κύριος τελείωσε τὴν ὑπέροχη καὶ προφητικὴ παραβολὴ Του με τ’ ἀκόλουθα λόγια: «Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δέν ἐκλεκτοί» (Ματθ. κβ΄ 14). Τὰ λόγια αὐτὰ ἰσχύουν τόσο γιά τοὺς Ἰουδαίους, ὅσο καὶ γιά τοὺς χριστιανούς. Ἀνάμεσα στούς Ἰουδαίους ἤταν λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ὅπως λίγοι ὑπάρχουν κι ἀνάμεσα στούς χριστιανούς. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ βαφτισμένοι εἴμαστε καλεσμένοι στό τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ, μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅμως ποιοί εἶναι οἱ ἐκλεκτοί. Ἀλίμονο σ’ ἐκείνους ἀπὸ μᾶς ποὺ θ’ ἀκούσουν τὸν Ὕψιστο Βασιλιᾶ νά τοῦ λέει ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων: «ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;».

Τὶ ντροπή, τὶ ἀνωφελῆ ντροπή! Τὶ ἀπώλεια, τὶ ἀναπότρεπτη ἀπώλεια! Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ Θεὸς μᾶς ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τώρα, κάθε φορά πού πλησιάζουμε στό ἱερὸ γιά νά κοινωνήσουμε, νά ἐνωθοῦμε πνευματικά με τὸν Νυμφίο Χριστό. «Εταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;» Ἂς τεντώσουμε τ’ αὐτιὰ καὶ τή συνείδησή μας ὅταν πλησιάσουμε τὸ Ἅγιο Ποτήριο καὶ θ’ ἀκούσουμε σίγουρα τὰ λόγια αὐτά, αὐτὴν τὴν ἐπίπληξη. Εὔχομαι τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ να μὴν ἐπιφέρουν τὸν κλαυθμὸ καὶ τὸ βρυγμὸ τῶν ὁδόντων, στό σκότος πού θ’ ἀκολουθήσει τὰ τελευταῖα λόγια Του.

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς