Archive for the ‘Eυαγγελικές περικοπές’ Category

Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου (Ματθ. 9,1-8)

1 Αυγούστου, 2021

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐμβὰς ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ πλοῖον,

1. διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

2. Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.

3. καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ.

4. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;

5. τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει;

6. ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας –τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου.

7. καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

8. ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ϛ´ (ἕκτης) Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 9,1-8)

1 Αυγούστου, 2021
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ἡ σημερινὴ σύντομη εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοί ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, μᾶς διηγεῖται ἕνα ἐξαίσιο θαυματούργημα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τὴ θαυματουργικὴ ἴαση, μὲ ἕνα μόνο λόγο, ἑνὸς παραλύτου ἄνδρα στὴν πόλη τῆς Καπερναούμ. Διότι, ὅταν ἀναφέρει ὁ Ευαγγελιστὴς Ματθαῖος ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ἀναχωρώντας μὲ τοὺς μαθητές του μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, «ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν», ἐννοεῖ τὴν Καπερναούμ.
Ἐπειδὴ ὁ Κύριός μας, γεννήθηκε μὲν στὴ Βηθλεὲμ και ἀνατράφηκε στὴ Ναζαρέτ, ἀλλ’ ὅταν ἔγινε τριάντα ἐτῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσει τὴ δημόσια δράση Του καὶ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα, «καταλιπὼν τὴν Ναζαρέτ, ἐλθὼν κατώκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν», ποὺ βρισκόταν δηλαδὴ στὶς ὄχθες τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας ἢ λίμνης τῆς Τιβεριάδος.
Βρισκότανε λοιπὸν σὲ κάποιο σπίτι ὁ Κύριος, κηρύσσοντας τὴ θεϊκή Του διδασκαλία. Κι ἐπειδὴ ὁ ἁπλὸς λαὸς εἶχε πληροφορηθεῖ τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τοῦ μεγάλου τούτου Ἰατροῦ, ὅπως συνήθως γινόταν, ὅταν ἄκουγαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς βρισκότανε κάπου, ἔτσι καὶ τότε· ἄρχισαν νὰ συντρέχουν ἀπὸ τὰ περίχωρα οἱ ποικιλότροπα πάσχοντες ἀσθενεῖς, ἢ ἀκόμη καὶ μεταφέρονταν ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους τους, γιὰ νὰ τύχουν, ἀμισθὶ μάλιστα, τῆς ποθουμένης ἰατρείας.
Μεταφέρουν λοιπὸν τότε κάποιοι καλoὶ ἄνθρωποι ἕνα παράλυτο, ριγμένο γιὰ χρόνια στὴν κλίνη τοῦ πόνου σὰν ἄψυχο χορτάρι, καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν Φιλάνθρωπο Δεσπότη. Κι ἂς προσέξουμε, τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιο στὴ συνέχεια: «καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι». Τρία πράγματα πρέπει νὰ τονίσουμε ἐδῶ.
Πρῶτον, ὁ Χριστός μας, ὡς καρδιογνώστης, εἶδε, πληροφορήθηκε τὴν πίστη, ὄχι μόνο τοῦ ταλαιπώρου ἐκείνου παραλύτου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν μετέφεραν. Καὶ αὐτὴ ἡ πίστη τους ἔκαμψε τὴν ἄμετρη τοῦ Κυρίου φιλανθρωπία, γιὰ νὰ δωρήσει τὴν ἴαση στὸν παράλυτο.
Βλέπετε, ἀδελφοί, γιὰ τὴ θεραπεία ἑνὸς ἀσθενοῦς συντείνει πολύ, ὄχι μόνο ἡ πίστη τοῦ ἰδίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν περιβάλλουν, ποὺ ἔχουν τὴ φροντίδα του.  Καὶ αὐτῶν ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ προσευχὴ συμβάλλει καίρια στὴν ἴαση τοῦ προσφιλοῦς τους ἀσθενοῦς.
Δεύτερον, νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ Κύριος πρὶν τὴν σωματική θεραπεία χορηγεῖ στὸν παράλυτο τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἀπὸ τοῦτο μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε, ὅτι ἡ πολυχρόνια καὶ ὀδυνηρὴ ἐκείνη ἀσθένεια τοῦ παραλύτου ὀφειλόταν στὶς προσωπικές του ἁμαρτίες.
Ἐδῶ νὰ κάνουμε μία παρένθεση, γιὰ τὸ θέμα τῶν αἰτίων τῆς ἀσθένειας ἑνὸς ἀνθρώπου. Κατ’ ἀρχήν, ἡ ἀσθένεια εἶναι φαινόμενο μεταπτωτικό, ποὺ παρουσιάζεται δηλαδὴ στὴν ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, καὶ ὡς καρπὸς πικρός, μεταξὺ ἄλλων, τῆς ἁμαρτίας τῆς παρακοῆς τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἀσθένεια ὅμως παραχωρεῖ ὁ Θεὸς σ’ ἕναν ἄνθρωπο -ἀφοῦ τίποτα δὲν συμβαίνει χωρὶς τὸ ἅγιο θέλημά Του- γιὰ ποικίλους λόγους:
Πολλὲς φορὲς ἀρρωστᾶ κάποιος ἕνεκα σοβαρῶν προσωπικῶν του ἁμαρτιῶν. Μὲ τὸν τρόπο τοῦτο ὁ Θεὸς προσπαθεῖ νὰ τὸν φέρει σὲ μετάνοια καὶ διόρθωση καὶ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ τρόπο ζωῆς.  Ἄλλοτε κάποιος ἀσθενεῖ ἀπὸ τὸν ἀπρόσεκτο τρόπο ζωῆς του, ἕνα τρόπο ζωῆς ἀνθυγειϊνό, ὅταν κάποιος ἀπερίσκεπτα ἐκθέτει σὲ κίνδυνο τὴν ὑγεία του.
Κι ἄλλοτε κάποιος ἀσθενεῖ, ὅπως ὁ δίκαιος Ἰώβ, γιὰ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀρετή του.  Πόσοι καὶ πόσοι ἄνθρωποι δὲν ἁγίασαν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μέσα ἀπὸ τὸ κρεββάτι τοῦ πόνου καὶ τῆς ὀδύνης; 
Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ καὶ τοὺς σύγχρονους ἁγίους Γέροντες Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη, Νικηφόρο τὸν λεπρό, Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, Ἰάκωβο Τσαλίκη καὶ Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, ποὺ ὅλοι τους, μαζὶ μὲ τὴ μεγάλη προσωπική τους ἄσκηση, σήκωσαν καὶ τὸν ἐπώδυνο ἀκούσιο σταυρὸ μεγάλων ἀσθενειῶν.
Αὐτό, ποὺ μποροῦμε συμπερασματικά νὰ ποῦμε, εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς παραχωρεῖ τὴν ἀσθένεια ὡς ἐργαλεῖο, ὡς μέσο γιὰ τὴ σωτηρία μας. Φθάνει ἐμεῖς νὰ ἔχουμε μετάνοια καὶ ὑπομονή, καὶ νὰ τὴ δεχόμαστε -ὅπως καὶ εἶναι- ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ. Τῆς Ἀνάστασης προηγεῖται ἀπαραίτητα ὁ Σταυρός!
Καὶ τὸ τρίτο σημεῖο, ποὺ θὰ ἤθελα νὰ τονίσουμε, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὴν εὐαγγελική μας περικοπή, ἐξάγεται ἀπὸ ὅσα μόλις εἴπαμε: Ὁ Κύριος ἐπιθυμεῖ, πρὶν καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματική μας θεραπεία, τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς μας. Τὴ θεραπεία, τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη μας.
Ὅταν λοιπὸν ὁ Χριστός μας ἔδωσε τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν στὸν παράλυτο, κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους Γραμματεῖς, ποὺ ἦταν ἐκεῖ μαζεμένοι, σκέφθηκαν ἀπὸ μέσα τους ὅτι ὁ Κύριος βλασφήμησε, συγχωρώντας ἁμαρτίες. Καὶ τοῦτο, γιατὶ δὲν τὸν πίστευαν ὡς Θεό, ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὡς ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο.
Μὰ ὁ Παντογνώστης ἀμέσως τὸ γνώρισε καὶ τοὺς ἤλεγξε φανερά, ὅτι σκέφτονταν πονηρὰ μέσα στὶς καρδιές τους. Καί, γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξει τὸ θεϊκό Του ἀξίωμα, καὶ ἄρα τὴν ἐξουσία ποὺ εἶχε -καὶ ἔχει- ὡς Θεὸς νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, εἶπε στὸν παράλυτο:
«Σηκώσου, παιδί μου, καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου στοὺς ὤμους σου καὶ πήγαινε ὑγιὴς πιὰ στὸ σπίτι σου.»  Καὶ πράγματι, ἀμέσως θεραπεύθηκε ὁ παράλυτος καί, παίρνοντας τὸ κρεββάτι του μόνος του, ἐπέστρεψε στὴν οἰκία του, καθιστώντας τὸ θαῦμα ἐμφανέστατο!
Στὶς μέρες μας ποὺ ζοῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, περνοῦμε ποικίλες κρίσεις: Κρίσεις οἰκονομικές, ἐθνικές, κρίσεις συνείδησης καὶ ἀξιῶν.
Κρίσεις, ποὺ εἶναι ἀπότοκα, ποὺ γέννησε δηλαδὴ ἡ μακροχρόνια πνευματική μας κρίση. Τὸ πρῶτο καὶ κύριο καὶ καίριο, ποὺ καλούμαστε νὰ διαφυλάξουμε, εἶναι ἡ Πίστη μας, ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη μας. Τοῦτος εἶναι ὁ πολυτιμώτερος καὶ μονιμώτερος καὶ ἀναφαίρετος θησαυρός μας.
Ποτὲ νὰ μὴ χάνουμε τὴν πίστη καὶ ἐλπίδα μας στὸν Θεό.
Καί, μαζὶ μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα, νὰ ἔχουμε καὶ τὰ καλὰ ἔργα: Ἔργα ἀγάπης στὸν συνάνθρωπό μας, ἀλλὰ καὶ μετάνοιας, καὶ μαζὶ νὰ ἔχουμε προσευχὴ καὶ μυστηριακή ζωή. Νὰ μάθουμε νὰ ζοῦμε μὲ μετάνοια καὶ νὰ κοινωνοῦμε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων μὲ τὴν κατάλληλη προετοιμασία.
Καὶ ὅταν ἔτσι ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε, μὲ πίστη καὶ μετάνοια καὶ ταπείνωση, μὲ ἐνσυνείδητη μυστηριακή ζωή, θὰ ἑλκύσουμε πλούσιο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε κι ἐδῶ νὰ διέλθουμε εἰρηνικὰ τὴ ζωή μας καὶ ἐκείνη τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ τοῦ παραδείσου νὰ γευθοῦμε, μὲ τὴ Χάρη καὶ Φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Κυριακή Ε΄ Ματθαίου (Ματθ. 8,28-9,1)

24 Ιουλίου, 2021

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ

28. εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης.

29. καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;

30. ἦν δὲ μακρὰν ἀπ’ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη.

31. οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν εἰσελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων.

32. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν.

33. οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων.

34. καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.

1. Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

Ὁμιλία σὺν Θεῷ ἁγίῳ εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ε´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

24 Ιουλίου, 2021
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ἡ σημερινὴ σύντομη εὐαγγελικὴ περικοπή, ἐκ πρώτης ὄψεως μᾶς ἐξιστορεῖ τὰ σχετικὰ μὲ ἕνα θαῦμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,  αὐτὸ δηλαδὴ τῆς θεραπείας τῶν δύο δαιμονιζομένων ἀνδρῶν στὴν περιοχὴ τῶν Γεργεσηνῶν στὴν Παλαιστίνη .
Μελετώντας την ὅμως βαθύτερα, βλέπουμε νὰ προκύπτουν ποικίλα σημαίνοντα πνευματικὰ θέματα καὶ ψυχοτρόφα διδάγματα.
Ἕνα σπουδαῖο ζήτημα, ποὺ τονίζεται ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ περιτρέχει ὅλη τὴν Ἁγία Γραφὴ -ἰδιαίτερα τὴν Καινὴ Διαθήκη-, εἶναι αὐτὸ τῆς ὑπάρξεως τῶν δαιμόνων, καθὼς καὶ δαιμονιζομένων ἀνθρώπων. Ἕνα θέμα, ποὺ συχνὰ δυστυχῶς στὶς μέρες μας, θελητὰ ἢ ἀθέλητα, περιθωριοποιεῖται καὶ ἀποσιωπᾶται.
Ἡ ὕπαρξη τῶν δαιμόνων, τῶν πονηρῶν δηλαδὴ πνευμάτων, τῶν ἐκπεσόντων αὐτῶν ἀγγέλων, ὡς συγκεκριμένων πνευματικῶν ὑπάρξεων καὶ ὄχι ὡς μιᾶς ἀόριστης ἰδέας τοῦ κακοῦ, εἶναι δόγμα Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ πηγάζει σαφέστατα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν ὅλη Ἱερὰ Παράδοσή μας καὶ ἀπαντᾶται συχνότατα σ᾽ αὐτές.
Κι ὄχι μόνο ἡ ὕπαρξή τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότητα ἐπηρείας τους στοὺς ἀνθρώπους σὲ ποικίλο βαθμό, ἀπὸ ἁπλῆ πειρασμική τους ἐνέργεια, μέχρι, ἀλίμονο, καὶ τὴν πλήρη κατοχὴ κάποιων ἀνθρώπων ἀπ᾽ αὐτούς. Ἀλλά, δόγμα Πίστεως ἀποτελεῖ ταυτόγχρονα -κι αὐτὸ τονίζεται ἐμφαντικὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη- ἡ ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἐπάνω στοὺς δαίμονες («εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου»[Α´ Ἰω. 3, 8]· «ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα» [Λουκ. 10, 18]), καθὼς καὶ ἡ ἐξουσία ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριός μας στοὺς μαθητές Του, ὅπως καὶ στοὺς διαδόχους τους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε πραγματικὰ πιστὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας,
νὰ τοὺς πολεμεῖ καὶ κατατροπώνει μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὸν ἐν Χριστῷ ἀγῶνα του («ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ» [Λουκ. 10,19]).
Δεύτερο θέμα, σχετικὸ πρὸς τοῦτο, εἶναι τὸ ὅτι οἱ δαίμονες, φοβισμένοι ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ,  ζητοῦν τὴν ἄδειά Του γιὰ τὸ ποῦ νὰ πᾶνε, ἐξερχόμενοι τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τὸ ποῦ ζητοῦν νὰ πᾶνε! Ζητοῦν νὰ πᾶνε μέσα στοὺς χοίρους, δηλ. νὰ τοὺς δαιμονίσουν!
Ἂς ἐξετάσουμε τὸ πρῶτο σκέλος τοῦ θέματος:
Ἡ ἐκζήτηση ἀπὸ τὸ πλῆθος ἐκεῖνο τῶν δαιμόνων τῆς ἄδειας τοῦ Δεσπότου, νὰ τοὺς ἐπιτρέψει αὐτὸ ποὺ ζήτησαν, καὶ ποὺ τελικὰ τὸ ἀποδέχθηκε -θὰ δοῦμε τοὺς λόγους πιὸ κάτω-, φανερώνει ὅτι ὁ Κύριος, ὡς ἐξουσιαστὴς τῶν ἁπάντων, ἀλλὰ καὶ σεβόμενος τὴν ἐλευθερία ὅλων τῶν λογικῶν Του πλασμάτων, ἐπιτρέπει καὶ μία ἐλευθερία ἀκόμη καὶ στὸν διάβολο -γιὰ νὰ εἶναι ἀναπολόγητος ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως-,
ἀλλὰ πάντοτε περιορισμένη, ἐλεγχόμενη δηλ. ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία Του, ὥστε μὲ τοὺς διαβολικοὺς πειρασμοὺς νὰ δοκιμάζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀναδεικνύεται ἡ ἑκούσια ἀγάπη του πρὸς τὸν Πλάστη καὶ Λυτρωτή του.
Διαφορετικά, ἂν ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἦταν ἕνας δρόμος χωρὶς ἐμπόδια, πειρασμοὺς καὶ θλίψεις, δὲν θὰ εἶχε νόημα ἡ ζωή, κι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀπέβαινε ἔτσι, ὄχι ἕνα λογικὸ ἐλεύθερο πλάσμα, μὲ τὴ δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξὺ ἀρετῆς καὶ ἁμαρτίας, ἀλλά, λίγο πολύ, ἕνα ρομπότ!
Νὰ μνημονεύσουμε ἐδῶ τὸ σχετικὸ βαρυσήμαντο ἀπόφθεγμα τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου: «Οὐδεὶς ἀπείραστος δυνήσεται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Ἔπαρον γάρ, φησί, τοὺς πειρασμούς, καὶ οὐδεὶς ὁ σῳζόμενος.» Ζητοῦν λοιπὸν ἄδεια οἱ δαίμονες νὰ μποῦν στοὺς χοίρους. Καὶ ὁ Κύριος τὸ ἐπιτρέπει. Καταρχήν, ὡς τιμωρία τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, διότι ἐξέτρεφαν χοίρους, παρὰ τὴ ρητὴ ἀπαγόρευση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου (Λευϊτ. 11, 7). Καὶ γνωρίζουμε πὼς ὁ Χριστὸς μὲ τὴν πανσοφία του τηροῦσε τὸν Νόμο, ὡς Νομοδότης -ἂν καὶ τὸν ἀναθεώρησε καὶ συμπλήρωσε-, ὥστε νὰ μὴ δώσει ἀφορμὴ στοὺς Ἰουδαίους, ποὺ πάντοτε τὴ ζητοῦσαν, γιὰ νὰ κατηγορήσουν ἀπὸ φθόνο καὶ ἀπιστία τὸν Ἀναμάρτητο. Καὶ οἱ χοῖροι, ὅταν μπῆκαν μέσα τους τὰ δαιμόνια, πέσανε ἀπὸ ἕνα γκρεμὸ ἐκεῖ κοντὰ στὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας καὶ πνίγηκαν.
Ποιό τὸ πνευματικὸ συμπέρασμα, ἐν προκειμένῳ; Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, στὶς θεόπνευστες ἀναγωγικές τους ἑρμηνεῖες, παρομοιάζουν μὲ χοίρους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ζοῦν, σὰν μέσα σὲ ἄλλη λάσπη, στὸ βόρβορο καὶ τὴ δυσωδία τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας.
Ποὺ ἔχουν στραμμένα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς συνεχῶς στὰ κάτω, στὰ γήινα, ὅπως ὁ χοῖρος ἔχει τὸ κεφάλι πάντα στραμμένο στὴ γῆ.
Σ᾽ αὐτοὺς ἐπιτρέπει πολλὲς φορὲς ὁ Κύριος, γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν καὶ νὰ μετανοήσουν, νὰ δαιμονισθοῦν. Διότι ὁ διάβολος βρίσκει πρόσφορο ἔδαφος καὶ ἀφορμὴ νὰ εἰσέλθει σὲ ἄνθρωπο βυθισμένο στὰ πάθη. Ἀλλά, τὸ θλιβερὸ ἀποτέλεσμα, ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια, εἶναι τὸ βύθισμα στὴ λίμνη, δηλ. ὁ θάνατος, εἴτε ὁ σωματικός, εἴτε, τὸ δεινότερο, ὁ πνευματικὸς καὶ αἰώνιος!
Ἕνα τρίτο σημαντικὸ ζήτημα, ποὺ τίθεται στὴ σημερινὴ περικοπή, εἶναι μία μεγάλη ἁμαρτία, ποὺ προβάλλει στὸ πρόσωπο τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς τῶν Γεργεσηνῶν, αὐτὴ τῆς ἀχαριστίας.
Οἱ παραβάτες αὐτοὶ τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, βλέποντας μὲ τὰ μάτια τους, τόσο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν δύο δαιμονιζομένων ἐκείνων συμπατριωτῶν τους, ὅσο κι αὐτὸ τῆς δίκαιης τιμωρίας τους ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τὸν πνιγμὸ τῶν χοίρων, ἀντὶ νὰ ἔλθουν σὲ συναίσθηση, σὲ μετάνοια, γεμᾶτοι ἀπὸ ἕνα ἐμπαθὴ καὶ ἁμαρτωλὸ φόβο, ζητοῦν ἀπὸ τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος ὑπῆρξε στὴν πραγματικότητα Εὐεργέτης τους, νὰ φύγει, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν περιοχή τους.
Καὶ ὁ πάντοτε «πρᾶος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» Ἰησοῦς, ὑπακούοντας φεύγει. Ὁ Κύριος λοιπόν, ἂν καὶ προγνώριζε, ὡς Παντογνώστης, τὴν ἀχαριστία καὶ ἀμετανοησία τῶν Γεργεσηνῶν, θαυματούργησε γιὰ τὴν ὠφέλεια καὶ σωτηρία τους.
Τί διδασκόμαστε ἀπ᾽ αὐτά; Πρέπει κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, ὡς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, στοιχῶντας στὸ ἅγιο παράδειγμά Του, πάντοτε καὶ μὲ ὅποιο τρόπο μπορεῖ ὁ καθένας, νὰ εὐεργετοῦμε καὶ ὠφελοῦμε τὸν πλησίον μας: Ἕνα μὲ τὴν καλή μας συμβουλή, ἄλλο μὲ τὴν ἠθική μας συμπαράσταση, ἄλλον μὲ τὴν οἰκονομική μας βοήθεια, ἀναλόγως μὲ τὴν ἑκάστοτε καὶ τὴν ἑκάστου περίσταση.
Ἡ ἐλεημοσύνη καὶ εὐεργεσία τοῦ πλησίον εἶναι μεγάλη ἀρετή. Εἶναι ὁ καρπὸς τῆς κορυφαίας ἀρετῆς τῆς ἀγάπης, εἶναι «πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη», κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο (Γαλ. 5, 6). Ἀλλά, ἂς μὴ ἀχρειώσουμε τὴν εὐεργεσία μας, ζητῶντας ἀνταπόδοση ἢ νὰ σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὴν ἀχαριστία τῶν εὐεργετηθέντων ἀπὸ ἐμᾶς.
Γιατί, αὐτὴ ἡ ἀχαριστία, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἀποβαίνει εὐεργεσία τῶν ἰδίων τῶν εὐεργετῶν καὶ ὁ μισθός τους ἀπὸ τὸν Κύριο πολλαπλασιάζεται. Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ ἀθάνατα λόγια τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου, «ἂς μὴ ἀποκάμουμε, ἐνεργῶντας τὰ καλὰ ἔργα· γιατί, ἂν ἀντέξουμε μέχρι τὸ τέλος, θὰ θερίσουμε στὸν κατάλληλο καιρὸ (τοὺς καρποὺς τῶν ἔργων μας). Ἑπομένως, λοιπόν, ὅσο ἔχουμε καιρό, ἂς ἐργαζόμαστε τὸ καλὸ πρὸς ὅλους, μάλιστα πρὸς τοὺς ὁμόπιστους ἀδελφούς μας» (Γαλ. 6, 9-10).
Ὥστε, ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Δίκαιος Κριτής, γιὰ νὰ ἀνταποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του, νὰ ἀξιωθοῦμε ν᾽ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς τὴ μακαρία καὶ εὐλογημένη ἐκείνη του φωνή, «ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε (τὸ ὅποιο καλὸ) ἐνὶ τῶν ἀδελφῶν μου τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.
Εἰσέλθετε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ὑμῶν» (πρβλ. Ματθ. 25, 40· 21). Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!

Κυριακή των Αγ. Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Ματθ. 5,14-19)

17 Ιουλίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοὺ μαθηταίς·

14. ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη·

15. οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16. οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

17. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.

18. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται.

19. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου (Ματθ. 6,22-33)

11 Ιουλίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος·

22. ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·

23. ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;

24. Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.

25. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;

26. ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;

27. τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;

28. καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·

29. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.

30. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;

31. μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα;

32. πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων.

33. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ Ἁγίῳ, στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Γ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 6, 22-33)

11 Ιουλίου, 2021
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
«Μὴ μεριμνήσητε, λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν;… Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοί μου ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς περίφημης Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Στὴ σωτηριωδέστατη αὐτὴ ὁμιλία-διδασκαλία Του, ποὺ συνοψίζει ἄριστα τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῶν Χριστιανῶν, ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐξεφώνησε τὸν ‘‘Δεκάλογο’’ τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος, δηλαδὴ τοὺς Μακαρισμούς, προχώρησε καὶ στὶς ἐπὶ μέρους πρακτικώτερες ἐντολές Του, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὀφείλουν νὰ προσαρμόσουν τὴ ζωή τους ὅσοι τὸν πιστεύουν ὡς τὸν σαρκωθέντα Μεσσία καὶ Λυτρωτή, ὅσοι ἐντάσσονται στὴν Ἐκκλησία Του.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ὁμίλησε γιὰ τὶς ἀρετὲς τῆς σωφροσύνης καὶ ἁγνότητας, τῆς εἰλικρίνειας, τῆς ἀγάπης καὶ συγχωρητικότητας -μάλιστα τῶν ἐχθρῶν μας-, τῆς ἐλεημόσυνης, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας, κατέληξε, μὲ τὴ σημερινὴ περικοπή, στὶς σημαντικὲς ἀρετὲς τῆς ἀφιλοχρηματίας καὶ ἀμεριμνησίας, ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζουν τὴ ζωὴ τῶν γνησίων δούλων Του.
Καί, μόλις συνέστησε στοὺς μαθητές Του νὰ μὴ θησαυρίζουν γήινους θησαυρούς, ποὺ ὑπόκεινται στὴν καταστροφὴ καὶ τὴν κλοπή, τοὺς ὁποίους, καὶ μὴ θέλοντας, μὲ τὸν θάνατο ἐγκαταλείπουν στὴ γῆ, ἀλλὰ νὰ θησαυρίζουν μὲ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴν ἐνάρετη ζωὴ θησαυρούς, ποὺ θὰ τοὺς συνοδεύσουν στὴν αἰωνιότητα, προχωρεῖ σὲ ἕνα σχετικὸ παράδειγμα, μὲ βαθὺ πνευματικὸ νόημα:
αὐτὸ τοῦ φωτὸς καὶ τῶν ματιῶν.
Ὅταν τὰ μάτια μας εἶναι ὑγιῆ, τότε καὶ τὸ σῶμα, ὁ ὑλικός μας ἄνθρωπος, βλέπει, ζεῖ στὸ φῶς. Ἀλλ᾽ ὅταν αὐτὰ τυφλωθοῦν, τότε ὁ ἄνθρωπος βυθίζεται στὸ σκοτάδι. Παρόμοια, ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ζῆ μέσα στὸ φῶς τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὸ φῶς τῆς Χάριτος, τότε ἔχει διάκριση, τότε γνωρίζει νὰ διαχειρίζεται τὰ χαρίσματά του καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, ὄχι ὡς αὐτοσκοπό, ἀλλὰ μέσα στὰ ὅρια τοῦ Θείου θελήματος, πρὸς δόξαν Θεοῦ, πρὸς οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς σωτηρία του.
Ἀντίθετα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος λησμονήσει τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἀπορρίψει ἀπὸ τὴ ζωή του, εἴτε ἐνσυνείδητα, εἴτε ἀσυνείδητα, τότε ταυτόχρονα τυφλώνεται ὁ νοῦς, τὸ διακριτικὸ μέρος τῆς ψυχῆς του, καὶ πλέον βαδίζει στὸ σκοτάδι: ἀπολυτοποιεῖ τὰ τοῦ κόσμου τούτου καὶ βυθίζεται σταδιακὰ στὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Καί, ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια καὶ διόρθωση, ὁδηγεῖται -ἀλίμονο- στὴν αἰώνια ἀπώλεια!
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς κρούει τὸν κώδωνα τοῦ ἐπικρεμάμενου κινδύνου: Κανεὶς δὲν μπορεῖ ταυτόχρονα νὰ δοῦλος καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ, δηλαδὴ τοῦ χρήματος!
Ἀλλά, ὁ πάνσοφος καὶ καρδιογνώστης Ἰατρὸς δὲν μένει ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ στὴ συνέχεια χτυπᾶ τὴν ἀρρώστεια στὴ ρίζα της: Στηλιτεύει ἐντονώτατα -μὲ τὸν ἁπλούστερο καὶ ἐποπτικώτερο τρόπο- τὸ πάθος τῆς μάταιας, τῆς ὑπέρμετρης, τῆς ἀγχώδους μέριμνας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου.
Καὶ φέρει τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἄψυχη φύση, τῶν πουλιῶν καὶ τῶν φυτῶν, ποὺ ἡ Πατρικὴ Πρόνοια τοῦ Δημιουργοῦ τὰ τρέφει, τὰ ἐνδύει, τὰ αὐξάνει, χωρὶς αὐτὰ νὰ μεριμνοῦν ἐναγώνια, χωρὶς νὰ κοπιάζουν.
Τὰ μηνύματα αὐτὰ τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἀσφαλῶς διαχρονικά, μάλιστα καίρια καὶ ζωτικὰ γιὰ τὴν ὑλόφρονα ἐποχή μας. Κύρια ἔκφραση τῆς ὑλώδους νοοτροπίας τῶν καιρῶν μας, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι ἡ ἀκόρεστη ἐπιθυμία νὰ αὐξήσουμε τὴν εὐμάρεια καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά μας.
Καὶ ἡ συνεχὴς αὐτὴ προσπάθεια ποὺ καταβάλλουμε γιὰ ἱκανοποίηση τῆς πλεονεκτικῆς μας αὐτῆς ἐπιθυμίας γεννᾶ καὶ αὐξάνει συνεχῶς μέσα μας τὸ ἄγχος.
Ἂν ἀναλογισθοῦμε καλὰ τὸ σοβαρὸ τοῦτο πάθος, ἀβίαστα συμπεραίνουμε πώς: Καταρχήν, συνιστᾶ στὴν οὐσία ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἔλλειψη πίστης στὴν Πατρικὴ Πρόνοια καὶ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· ὕστερα, ἐπιφέρει καταστροφὴ τῆς ἀνθρωπιᾶς μας (ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ὅλα τὰ μετέρχεται γιὰ νὰ φθάσει στὸν σκοπό του), ἀφανίζει τὴ χαρὰ ἀπὸ τὴ ζωή μας, διώχνει συχνὰ καὶ τὸν ὕπνο μας.
Καί, περιττὸ νὰ ποῦμε, πὼς ἡ μάταια μέριμνα τοῦ πλουτισμοῦ πολεμεῖ καὶ πτωχοὺς καὶ πλουσίους, καὶ μικροὺς καὶ μεγάλους…
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ ἀγχώδης μέριμνα γιὰ τὰ βιοτικὰ ἀποτελεῖ σοβαρὸ πάθος, ποὺ μᾶς ἀποστερεῖ ἀπὸ τὴν ἀμεριμνησία καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία μας. Συνιστᾶ ἁμαρτία, ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τόσο ἐπίμονα μᾶς παραγγέλλει σήμερα: «Μὴ μεριμνᾶτε».
Ὄχι  ἀσφαλῶς νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ κάθε προσπάθεια καὶ νὰ ἀναμένουμε μοιρολατρικὰ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει τὰ πάντα, ἀφοῦ τὸ ἁγνὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα εἶναι γνώρισμα χριστιανικό. Ἀλλά, ὅ,τι κάνουμε, νὰ γίνεται μὲ ὅρια καὶ μέτρο, μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας πάντοτε ζωντανὴ τὴν αἴσθηση, ὅτι «τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παράγει», φεύγει -ὅπως κι ἐμεῖς φεύγουμε-, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ ἔχει τὴ μέριμνά μας.
Καὶ πρώτιστο μέλημα καὶ ἔγνοια μας καὶ κριτήριο τῶν πράξεών μας πρέπει νὰ ἀποτελεῖ πάντοτε ἡ ἐκζήτηση τῆς αἰώνιας βασιλείας, μὲ λόγια καὶ ἔργα: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα (τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας) προστεθήσεται ὑμῖν».
Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε!        

Κυριακή Β΄ Ματθαίου (Ματθ. 4,18-23)

4 Ιουλίου, 2021

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς

18. παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς·

19. καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων.

20. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

21. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς.

22. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.

23. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Κυριακή των Αγίων Πάντων ή Α΄ Ματθαίου (Ματθ. 10,32-33, 37-38, 19,27-30)

27 Ιουνίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοὺ μαθηταίς·

32. Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς·

33. ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

37. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·

38. καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.

27. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.

29. καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει.

30. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς(Ιωάν. 7,37-53, 8,12)

20 Ιουνίου, 2021

37. Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.

38. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.

39. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη.

40. Πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης.

41. ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται;

42. οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται;

43. σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν.

44. τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας.

45. Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;

46. ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος.

47. ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε;

48. μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων;

49. ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι

50. λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν·

51. μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ;

52. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.

53. Καὶ ἀπῆλθεν ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ,

12. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.