Archive for the ‘Eυαγγελικές περικοπές’ Category

Κυριακή Δ΄ Λουκά (Λουκ. 8,5-15)

17 Οκτωβρίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·

5. ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό·

6. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα·

7. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό·

8. καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα.

9. Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη.

10. ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν.

11. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ·

12. οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν.

13. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται.

14. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι.

15. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ. [Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω][5].

 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

17 Οκτωβρίου, 2021

Παραβολή τοῦ Σπορέως

Ποία εἶναι λοιπὸν ἡ παραβολή;

δοὺ βγῆκε λέει, αὐτός πού σπέρνει γιά νά σπείρη. Ἀπὸ ποῦ βγῆκε αὐτὸς πού εἶναι παρών σ’ ὅλα τὰ μέρη, αὐτὸς πού τὰ γεμίζει ὅλα; Καὶ πῶς βγῆκε;

Ὄχι τοπικὰ ἀλλὰ κατὰ τή σχετική μέ ἐμᾶς οἰκονομία του, ἔγινε πλησιέστερός μας μὲ τὴν ἔνδυση τῆς σάρκας. Ἐπειδὴ δέν μπορούσαμε νά μποῦμε ἐμεῖς, καθὼς μᾶς ἔκλειναν τὴν εἴσοδο τὰ ἁμαρτήματά μας, βγαίνει Ἐκεῖνος σ’ ἐμᾶς. Καί μέ ποιό σκοπὸ βγῆκε;

Γιά νά καταστρέψη τή γεμάτη ἀπὸ ἀγκάθια γῆ καὶ νά τιμωρήση τοὺς γεωργούς; Καθόλου· ἀλλὰ νά καλλιεργήση καὶ νά φροντίση καὶ νά σπείρη τὸν λόγο τῆς εὐσεβείας.

Σπόρο ἐδῶ ἐννοεῖ τή διδασκαλία· χωράφι τίς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· σπορέα τὸν ἑαυτὸ του.

Καὶ ποία ἡ τύχη τοῦ σπόρου τούτου; Τὰ τρία μέρη χάνονται, μένει τὸ ἕνα. Κι ὅπως ἔσπερνε, μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε κοντὰ στόν δρόμο.

Κι ἤρθαν τὰ πουλιὰ καὶ τὸν ἔφαγαν. Δέν εἶπε ὅτι αὐτὸς ἔριξε τὸν σπόρο ἀλλὰ ἔπεσε. Μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε στήν πέτρα, ὅπου δέν εἶχε χῶμα πολύ· φύτρωσε ἀμέσως ἐπειδὴ δέν εἶχε βάθος ἡ γῆ· τὸ χτύπησε ὁ ἥλιος πού βγῆκε καὶ ἐπειδὴ δέν εἶχε ῥίζα ξεράθηκε.

Ἄλλο μέρος ἔπεσε στ’ ἀγκάθια ἀλλὰ τ’ ἀγκάθια ψήλωσαν καὶ ἔπνιξαν τὰ φυτά. Ἄλλο μέρος ἔπεσε στή καλὴ γῆ κι ἔδωσε καρπὸ στά ἑκατό, καὶ στά ἐξήντα καὶ στά τριάντα.

Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἂς ἀκούη.

Τὸ τέταρτο ἔμεινε μόνο κι ὄχι ἴσο μέ τ’ ἄλλα ἀλλὰ κι ἐδῶ μέ μεγάλη διαφορά. Τὰ ἔλεγε αὐτὰ δείχνοντας ὅτι πλούσια μιλοῦσε σ’ ὅλους.

Κι ὅπως αὐτός πού σπέρνει δὲ χωρίζει τὸ χωράφι πού ἁπλώνεται μπροστὰ του ἀλλὰ ἁπλὰ καὶ χωρὶς νά κάνη διάκριση ῥίχνει τὸν σπόρο, ἔτσι κι αὐτὸς δέν ξεχωρίζει πλούσιο καὶ φτωχό, σοφὸ καὶ ἄσοφο, ὀκνηρὸ καὶ ἐνεργητικό, γενναῖο καὶ δειλό· μιλοῦσε σ’ ὅλους, ἐκπληρώνοντας τὴν ἀποστολὴ Του, ἂν καὶ γνωρίζη τί θὰ συμβεῖ.

Θέλει νά ἔχει τὸ δικαίωμα νά πῆ· «τὶ ἔπρεπε νά κάνω πού δέν τὸ ἔκαμα;».

Καὶ οἱ προφῆτες παρομοιάζουν τὸν λαό μέ ἀμπέλι. «Ἀπόχτησε ἀμπέλι ὁ ἀγαπητός», γράφει. Καὶ «μεταφύτεψε ἀμπέλι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο». Ὁ Χριστὸς μιλάει γιά σπόρο, γιά νά φανερώση τί πρᾶγμα;

Ὅτι τώρα θὰ εἶναι γρήγορη ἡ ὑπακοὴ κι εὐκολώτερη καὶ θὰ δώση ἀμέσως τὸν καρπὸ της. Κι ὅταν ἀκούσετε ὅτι βγῆκε αὐτός πού σπέρνει γιά νά σπείρη, μὴ τὸ θεωρήσετε τοῦτο ταυτολογία.

Γιατὶ αὐτός πού σπέρνει βγαίνει πολλὲς φορὲς καὶ γιά ἄλλη ἐργασία, νά συμπληρώση, νά κάψη τὰ ἄχρηστα χόρτα, νά βγάλη τ’ ἀγκάθια, νά φροντίζη γιά κάτι ἄλλο. Αὐτὸς ὅμως βγῆκε γιά νά σπείρη.

Πέστε μου τώρα, πῶς χάθηκε ὁ περισσότερος σπόρος. Ὄχι ἀπὸ ἀφορμὴ αὐτόν πού ἔσπειρε, ἀλλὰ ἀπὸ ἀφορμὴ τή γῆ πού δέχτηκε τή σπορά, δηλαδὴ, τὴν ψυχή πού δέν ἄκουσε.

Καὶ γιατὶ δὲν λέει, ὅτι ἄλλο σπόρο δέχτηκαν οἱ ὀκνηροὶ καὶ τὸν χάλασαν, ἄλλον οἱ πλούσιοι καὶ τὸν ἔπνιξαν κι ἄλλον οἱ ἀδιάφοροι καὶ τὸν πρόδωσαν; Δὲν θέλει νά τοὺς χτυπήση δυνατά, γιά νά μὴν τοὺς ὁδηγήση στή ἀπόγνωση ἀλλὰ ἀφήνει τὸν ἔλεγχο στή συνείδηση τῶν ἀκροατῶν.

Καὶ δέν τὸ ἔπαθε αὐτὸ ὁ σπόρος μονάχα ἀλλὰ καὶ τὸ δίχτυ. Γιατὶ πολλὰ ἄχρηστα ἔφερε κι αὐτό. Καὶ τοὺς λέει αὐτὴ τὴν παραβολὴ προαλείφοντας καὶ προετοιμάζοντας τοὺς μαθητὰς νά μὴν ἀπογοητεύωνται, ἀκόμα κι ἂν χάνωνται περισσότεροι ἀπ’ ὅσους δέχονται τὸν λόγο.

Αὐτὸ ἔγινε καὶ στόν Δεσπότη Χριστό· κι αὐτός πού ἐγνώριζε ἀπὸ πρῶτα ὅτι αὐτὰ θὰ γίνουν, δέν ἀρνήθηκε τή σπορά.

Καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ σπορὰ πάνω στ’ ἀγκάθια καὶ στήν πέτρα καὶ στόν δρόμο; Βέβαια εἶναι ἀδικαιολόγητη στήν περίπτωση τοῦ πραγματικοῦ σπόρου καὶ τῆς γῆς. Στίς ψυχὲς ὅμως καὶ τή διδασκαλία, γίνεται αὐτὸ ἀφορμή γιά πολὺν ἔπαινο. Σωστὰ μπορεῖς νά κατηγορήσης τὸν γεωργό πού σπέρνει ἔτσι.

Γιατὶ δέν πρόκειται ἡ πέτρα νά γίνη γῆ, καὶ ὁ δρόμος νά μὴν εἶναι δρόμος καὶ τὰ ἀγκάθια ἀγκάθια. Στίς λογικὲς ὅμως ὑπάρξεις δὲν γίνεται ἔτσι. Εἶναι δυνατὸ ἡ πέτρα ν’ ἀλλάξη καὶ νά γίνη εὔφορη γῆ, κι ὁ δρόμος νά μὴν πατιέται πιά, μήτε νά εἶναι ἀνοιχτὸς σ’ ὅλους τοὺς περαστικοὺς ἀλλὰ νά γίνη χωράφι γόνιμο καὶ τ’ ἀγκάθια νά ἑξαφανιστοῦν καὶ οἱ σπόροι νά ἔχουν μεγάλη ἄνεση. Ἂν δέν ἤταν αὐτὸ σωστό, δὲν θὰ ἔσπερνε Ἐκεῖνος.

Κι ἂν δέν ἔγινε σ’ ὅλους μεταβολή, δέν ἐξαρτᾶται ἀπ’ Αὐτόν πού ἔσπειρε ἀλλ’ ἀπ’ αὐτούς πού δὲ θέλησαν ν’ ἀλλάξουν. Ἐκεῖνος ἔκαμε τὸ δικὸ Του ἔργο. Ἂν αὐτοὶ τὸ πρόδωσαν, δέν ἔχει εὐθύνη αὐτός πού ἔδειξε τόση φιλανθρωπία.

Προσέξτε σεῖς ὅτι δέν εἶναι ἕνας ὁ δρόμος τῆς καταστροφῆς ἀλλὰ πολλοὶ καὶ διάφοροι μεταξὺ τους. Οἱ ἄνθρωποι πού παρομοιάζονται μέ δρόμο εἶναι οἱ βάναυσοι καὶ οἱ ὀκνηροὶ καὶ οἱ ἀδιάφοροι· μὲ τὴν πέτρα οἱ πιὸ ἀσθενικοὶ μόνο. Τὰ πετρώδη μέρη πού δέχτηκαν τὸν σπόρο εἶναι αὐτοί πού ἀκοῦν τὸν λόγο καὶ τὸν δέχονται ἀμέσως μέ χαρά, δὲν ῥιζώνει ὅμως μέσα τους βαθιὰ ἀλλὰ εἶναι προσωρινός.

Κι ὅταν ἔρθη θλίψη ἢ διωγμὸς, σκανδαλίζονται ἀμέσως. Σὲ καθέναν πού ἀκούει τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ δέν τὸν κατανοεῖ ἔρχεται ὁ πονηρὸς κι ἁρπάζει τὸν σπόρο ἀπὸ τὴν καρδία του. Αὐτὸς εἶναι ὁ σπόρος πού ἔπεσε στόν δρόμο. Οὔτε εἶναι ἴσο νά ἀπομαραθεῖ ἡ διδασκαλία χωρὶς νά τὴν πειράζη εἴτε νά τὴν κλονίζει κανένας καὶ νά τὸ πάθη αὐτὸ ἐπειδὴ ἀπειλοῦνται δοκιμασίες. Αὐτοὶ πάλι πού μοιάζουν μέ τ’ ἀγκάθια εἶναι πολὺ πιὸ ἀσυγχώρητοι ἀπ’ τοὺς ἄλλους.

Γιά νά μὴν πάθωμε κάτι ἀπ’ αὐτὰ ἂς σκεπάσωμε μέ τὴν προθυμία μας τοὺς λόγους καί μέ τὴν ἀδιακόπη μνήμη. Κι ἂν τοὺς ἁρπάζη ὁ διάβολος, στόν χέρι μας εἶναι νά μὴν τοὺς ἁρπάζη· κι ἂν ξηραίνωνται οἱ σπόροι, δὲν γίνεται αὐτὸ ἀπὸ τή ζέστη –γιατὶ δέν εἶπε ὅτι ξεράθηκαν ἀπὸ τή ζέστη, ἀλλὰ ἐπειδὴ δέν εἴχαν ῥίζα· κι ἂν πνίγεται ὁ λόγος, δὲν γίνεται ἀπὸ τ’ ἀγκάθια ἀλλὰ ἀπ’ αὐτούς πού ἀφήνουν τ’ ἀγκάθια νά μεγαλώσουν.

Εἶναι δυνατό, ἂν θέλης, νά ἐμποδίσης τή βλαβερὴ αὐτή βλάστηση καὶ νά χρησιμοποιήσης τὸν πλοῦτο σου ὅπως πρέπει. Γι’ αὐτὸ δέν εἶπε, ἡ ζωὴ αὐτὴ ἀλλὰ ἡ φροντίδα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Οὔτε ὁ πλοῦτος ἀλλὰ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου.

Ἀφοῦ ἀνάφερε τοὺς τρόπους τῆς ἀπωλείας, θέτει ὕστερα τὴν καλὴ γῆ· δὲ μᾶς ἀφήνει ἔτσι στήν ἀπόγνωση ἀλλὰ μᾶς δίνει τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας καὶ δείχνει ὅτι εἶναι δυνατὸ ἀπὸ ὅσα εἶπε νά γυρίσωμε σ’ αὐτήν. Ἀλλὰ πάλι μ’ ὅλο πού ἡ γῆ εἶναι καλή, ἕνας ὁ σπορέας καὶ ὁ σπόρος ὁ ἴδιος, γιατὶ ἄλλος ἀποδίδει στά ἑκατό, ἄλλος στά ἐξήντα κι ἄλλος στά τριάντα;

Ἐδῶ πάλι ἡ διαφορὰ βρίσκεται στή φύση τῆς γῆς. Ὅπου ὑπάρχει καλὴ γῆ, εἶναι σ’ αὐτὴ κι ἡ διαφορὰ πολλή. Βλέπετε ὅτι δέν εἶναι αἴτιος ὁ γεωργός, οὔτε ὁ σπόρος ἀλλὰ ἡ γῆ, ποὺ δέχεται τὸ σπόρο· ὄχι ἀνάλογα μέ τή φύση ἀλλά μέ τή γνώμη.

Ἂς ἀκοῦμε αὐτὰ κι ἂς περιτειχίζωμε τὸν ἑαυτὸ μας, δίνοντας προσοχὴ στή διδασκαλία κι ἀφήνοντας τίς ῥίζες νά πάνε βαθιὰ καὶ καθαρίζοντας τὸν ἑαυτὸ μας ἀπ’ ὅλα τὰ βιοτικά. Ἂν ὅμως ἄλλα κάνωμε κι ἄλλα παραμελοῦμε, δέν κερδίζομε τίποτα· κι ἂν δέν χανόμαστε ἔτσι, χανόμαστε ἀλλιώτικα.

Τὶ διαφορὰ ὑπάρχει ἂν χαθοῦμε ὄχι ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου ἀλλὰ ἀπὸ ὀκνηρία, κι ἂν καταστραφοῦμε ὄχι ἀπὸ ὀκνηρία ἀλλὰ ἀπὸ ἀνανδρεία;

Κι ὁ γεωργὸς εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς χάση τὸ σπόρο του, ἴδια λυπᾶται. Ἂς μὴν παρηγορούμαστε λοιπόν, ἐπειδὴ δέν χανόμαστε μέ ὅλους μαζὶ τοὺς τρόπους· ἂς λυπούμαστε μ’ ὁποῖον τρόπο κι ἂν χανόμαστε κι ἂς κάψωμε τὰ ἀγκάθια, γιατὶ πνίγουν τὸν λόγο.

Ἔχοντας αὐτὸ στόν νοῦ μας, ἂς ἀποφύγωμε τὴν τρυφή, ἂς ἀσκήσωμε τὸ μέτρο μ’ ἐπιμέλεια, γιά νά ἀπολαύσωμε καὶ τή σωματική ὑγεία καὶ νά ἐπιτύχωμε τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, ἀφοῦ ἁπαλλάξωμε τὴν ψυχὴ μας ἀπὸ κάθε ἀδυναμία μέ τή χάρη καὶ τή φιλαθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα κι ἡ δύναμη στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Κυριακή Γ΄ Λουκά (Λουκ. 7,11-16)

10 Οκτωβρίου, 2021

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς

11. εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς.

12. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ.

13. καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε.

14. καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.

15. καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ.

16. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

῾Αγὶου Γρηγορὶου τοῦ Παλαμᾶ εἰς τήν Γ᾽ Κυριακὴν Λουκᾶ

10 Οκτωβρίου, 2021

Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, σύμφωνα μέ τὴν περικοπὴ τοῦ Εὐαγγελίου πού διαβάζεται σήμερα,σπλαγχνίσθηκε τή χήρα, τῆς ὁποίας ὁ υἱὸς μεταφερόταν νεκρός, καὶ χωρὶς νά ἀργοπορήσει οὔτε νά διαπραγματευθεῖ οὔτε νά προσευχηθεῖ, ἀλλὰ μέ πρόσταγμα μόνο, δίνοντας στή μητέρα πού πενθοῦσε τὸν μονογενῆ της ζῶντα, ἔδειξε ὅτι Αὐτὸς μόνο εἶναι κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου· γιατὶ λέγει ὁ εὐαγγελιστής, «τὴν ἑπομένη ἡμέρα πήγαινε ὁ Ἰησοῦς στήν πόλη πού ὀνομαζόταν Ναΐν».

Ὁ Κύριος ἔρχεται γιά τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως αὐτόκλητος, γιά νά δείξει ὄχι μόνο τήν ζωοποιὸ δύναμή Του, ἀλλὰ καὶ τό ὅτι  Ἐκεῖνος ἔχει ἀσύγκριτη τήν ἀγαθότητα καὶ τήν εὐσπλαγχνία. Γιατὶ τὸν Ἠλία, βέβαια, φάνηκε κατὰ κάποιο τρόπο νά τὸν ἐμπαίζει ἡ Σαραφθία, παρακινώντας τόν ΄στὴν νεκρανάσταση τοῦ παιδοῦ.

Τὸν Ἐλισσαῖο, ἐπίσης, ἡ Σουναμίτιδα, ἀφοῦ τοῦ ἔκανε τὴν παρατήρηση πρῶτα, ὅτι δέν προεῖδε τὸ πάθος, ἔπειτα καὶ τὸν κατανάγκασε λέγοντας, «ὁρκίζομαι στόν ζῶντα Κύριο καὶ στή δικὴ σου ζωή, ὅτι δέν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω».

Ὁ Κύριος, ὅμως, τὸ γνωρίζει μόνος Του καί, χωρὶς νά τὸν ἐπικαλεσθεῖ κανένας, πορεύεται πρὸς τὴν πόλη, ἀπὸ τὴν ὁποία γινόταν ἡ ἐκφορὰ τοῦ πεθαμένου παιδιοῦ.

«Τὴν ἑπομένη ἡμέρα πήγαινε», λέει ὁ εὐαγγελιστής. Καὶ αὐτὸ τὸ ὑποσήμανε μέ πάνσοφο τρόπο. Γιατί, ἡ ἀνάσταση τοῦ παιδιοῦ τῆς χήρας ὑποτυπώνει τὴν ἀνακαίνιση τοῦ νοῦ μας. Ἐπειδή καὶ ἡ ψυχὴ μας, ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας, ἤταν χήρα τοῦ οὐρανίου Νυμφίου, ποὺ εἶχε σὰν κάποιο μονογενῆ υἱὸ τὸν νοῦ της, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει ἀπὸ τὸ κεντρὶ τῆς ἁμαρτίας, χάνοντας τὴν ἀληθινὴ ζωή, καὶ μεταφερόταν καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰ πάθη, ἔχοντας βρεθεῖ κάπου μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, σὲ βυθοὺς τοῦ ἅδη καὶ τῆς ἀπωλείας.

Ἀλλά, ἀφοῦ ὁ Κύριος βάδισε πρὸς ἐμᾶς καὶ ἦρθε κοντὰ μας μὲ τήν ἔνσαρκη παρουσία Του, τὸν ἀνακαίνισε τόν νοῦ μας καὶ τὸν ἀνέστησε. Αὐτὴ ἡ παρουσία, ὅμως, δέν ἔγινε σὲ μᾶς ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἀλλ’ ὕστερα, κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες. Γι’ αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς δέν παρέλειψε οὔτε αὐτό, λέγοντας: «Τὴν ἑπομένη πήγαινε» ὁ Ἰησοῦς γιά ν’ ἀναστήσει τὸν πεθαμένο υἱὸ τῆς χήρας καὶ νά μεταβάλει τὸ πένθος αὐτῆς σὲ εὐφροσύνη.

Προσέχετε, παρακαλῶ, ἀδελφοί, τὸ νόημα τῶν λεγομένων, γιατὶ καὶ ἀπὸ σᾶς ὁ καθένας, ἂν αἰσθανθεῖ τὸν νκρό πού ἔχει μέσα του καὶ θρηνήσει γιά τίς ἁμαρτίες του, πενθώντας καὶ λυπούμενος γι’ αὐτές μέ μετάνοια, θὰ πορευθεῖ καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ Παράκλητος χαρίζοντάς του τὴν αἰώνια παρηγορία. Γιατὶ λέγει ὁ Κύριος: «Μακάριοι εἶναι αὐτοί πού πενθοῦν, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦν».

Ἀλλά, «πορευόταν» λέγει, «ὁ Ἰησοῦς καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν πορεύονταν ἀρκετοὶ μαθητὲς του καὶ πλῆθος πολύ». Ὁ Ἠλίας ἀπομονώνεται, ὅταν πρόκειται ν’ ἀναστήσει τὸν υἱὸ τῆς Σαραφθίας, ὅμοια καὶ ὁ Ἐλισσαῖος.

Αὐτός, ἀφοῦ ἀνέβηκε στό ὑπερῶο, ὅπου βρισκόταν ὁ νεκρός, «ἔκλεισε τή θύρα», ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, «μπροστὰ στούς δύο αὐτούς», δηλαδὴ, τή Σουναμίτιδα καὶ τὸν μαθητή του Γιεζί. Ἐπειδὴ, δηλαδή, χρειαζόταν ἐκτενέστατη προσευχὴ πρὸς τὸν Θεόꟷ, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τή φύση τους, ὅταν ἀπομονωθοῦν, συγκεντρώνουν τὸν νοῦ τελειότερα καὶ τὸν ἀνυψώνουν πρὸς τὸν Θεό.

Ἀντίθετα, ὁ Κύριος, ἔχοντας ἀληθινὰ τὴν ἐξουσία ζωῆς καὶ θανάτου, δέν χρειάζεται καθόλου προσευχὴ γιά νά ζωοποιήσει τὸ παιδί. Γι’ αὐτό, ὄχι μόνο τοὺς μαθητὲς Του εἶχε μαζὶ του, ἀλλὰ καὶ πολὺ πλῆθος, ποὺ ἄλλο συνόδευε Αὐτόν καὶ ἄλλο τό βρῆκε γύρω ἀπὸ τὸν μεταφερόμενο νεκρό. Καὶ ἐνῶ ὅλοι ἔβλεπαν καὶ ἄκουαν, Ἐκεῖνος, μὲ μόνο τό πρόσταγμά του, ζωοποίησε τὸν νεκρό, κάνοντας αὐτὸ δημόσια ἀπό φιλανθρωπία, γιά νά προσελκύσει ὅλους στήν πρὸς Αὐτὸν πίστη καί σωτηρία.

Γιατὶ λέγει ὁ εὐαγγελιστής: «Καθὼς πλησίασε στήν πύλη τῆς πόλεως, μεταφερόταν ὁ νεκρός». Δηλαδή γνωρίζονταςὁ Κύριος ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς τοῦ νεκροῦ, ἔφθασε τήν κατήλληλη στιγμή. «Μεταφερόταν, λοιπὸν, νεκρός ὁ μονογενὴς υἱὸς τῆς μητέρας του» καὶ αὐτὴ ἤταν χήρα».

Τὰ ἴδια γεγονότα αὔξησαν πολλαπλάσια στήν μητέρα πού πενθοῦσε τή λύπη, ἀλλά ταυτόχρονα τῆς πρόσφεραν καί τή λύση, κατά τρόπο ἀπρόσμενο καί θαυμαστό. Γιατὶ, βλέποντας ὁ Κύριος μιά μητέρα, καὶ μάλιστα χήρα, ποὺ στήριζε τίς ἐλπίδες της σὲ ἕνα παιδί, νά τὸ χάνει μέ πρόωρο θάνατο, καί τώρα ν’ ἀκολουθεῖ τή σορὸ του καὶ νά θρηνεῖ γοερά, «εὐσπλαγχνίσθηκε», λέγει ꟷτί ἄλλο, δηλαδὴ, μποροῦσε νά κάνει «ὁ πατέρας τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτής τῶν χηρῶν»;ꟷ, «καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν», παρηγορώντας την καὶ προβλέποντας τὸ μέλλον: «Μὴν κλαῖς».

, βέβαια, γνώριζε τί ἐπρόκειτο νά κάνει, ἐνῶ ἡ γυναῖκα οὔτε αὐτὸν γνώριζε, καὶ πολὺ περισσότερο οὔτε τὸ μέλλονꟷ γι’ αὐτό οὔτε καὶ πίστη εἶχε, οὔτε ζητοῦσε κάτι ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἀλλά οὔτε καί Αὐτός ἀπαιτοῦσε πίστη ἀπὸ ἐκείνη. Ἀλλὰ, ἔχοντας τή δύναμη γιά τὰ πάντα καὶ, μὴ ἔχοντας ἀνάγκη οὔτε ἀπὸ τή συνέργεια αὐτῶν πού πιστεύουν, «πλησιάζοντας ἄγγισε τή σορό», γιά νά δείξει ὅτι καὶ τὸ σῶμα Του, ὡς ὁμόθεο, ἔχει ζωοποιὸ δύναμη, καὶ εἶπε: «Νεανίσκε, σοῦ λέγω, σήκω· καὶ ἀνακάθισε ὁ νεκρός». Ἄκουσε, δηλαδὴ, τὸ κουφὸ χῶμα Ἐκεῖνον πού καλεῖ στήν ὕπαρξη τά μή ὄντα. Ἄκουσε Αὐτόν πού ἐξουσιάζει τὰ πάντα μέ τὸν λόγο τῆς δύναμής Του.

Ἄκουσε ὄχι ἄνθρωπο θεοφόρο, ἀλλὰ Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος͘ καὶ ὄχι μόνο «ἀνακάθισε ὁ νεκρός», ἀλλὰ «καὶ ἄρχισε νά ὁμιλεῖ». Στήν περίπτωση, βέβαια, τοῦ υἱοῦ τῆς Σαραφθίας χήρας, ὅταν ἐπέστρεψε ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ, ἀμέσως, σύμφωνα μέ τὴν ἱστορία, φώναξε πρὸς τὸν ὑπηρέτη του. Αὐτὸ, ἀσφαλῶς, εἶναι ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ἡ ἀνάσταση δέν ἤταν φαινομενική.

Ὁ Ἠλίας, λοιπὸν, ἀνέστησε ἕνα νεκρό μέ προσευχή, καὶ ὁ Ἐλισσαῖος ἀνέστησε ἕναν ἐνῶ ὁ ἴδιος ἦταν ἐν ζωῇ καὶ ἄλλον ὄντας νεκρός, ἐπιβεβαιώνοντας καὶ δείχνοντας ἀπὸ πρὶν τή θεανδρική ζωοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Κύριος, ὅμως, ἀνέστησε τρεῖς νεκρούς μέ τό πρόσταγμά Του πρίν ἀπὸ τὸν σταυρικό θάνατό Του, τὸ παιδὶ αὐτὸ τῆς χήρας, τή θυγατέρα τοῦ ἀρχισυνάγωγου, καὶ τὸν τετραήμερο Λάζαρο͘· ἐνῶ κατά τή σταύρωσή Του ἀνέστησε πολλούς, οἱ ὁποῖοι καὶ «ἐμφανίσθηκαν σὲ πολλούς». Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ μετὰ τὸν σταυρικὸ θάνατό Του ἀνέστησε τὸν ἑαυτὸ Του, ἢ καλύτερα στόν ἐξανέστησε τριήμερο, γενόμενος μόνος αὐτὸς ἀρχηγὸς τῆς αἰωνίας ζωῆς. Γιατί, ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἂν καὶ ἀναστήθηκαν, ὁπωσδήποτε ἀπέκτησαν πάλι τή δική μας θνητή ζωή, ὅταν ὅμως ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς «δέν τὸν κυριεύει πλέον ὁ θάνατος».

Γι’ αὐτὸ καὶ μόνος ὁ Κύριος «ἔγινε ἀπαρχὴ ἐκείνων πού ἔχουν κοιμηθεῖ», δηλαδὴ, τῶν πιστῶν καὶ ἐκείνων πού μετατέθηκαν ἀπὸ τὰ ἐδῶ μέ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς αἰωνίας ζωῆς. Ἔγινε, λοιπὸν, ἀπαρχὴ αὐτῶν πού ἔχουν κοιμηθεῖ καὶ «πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς» καὶ μᾶς ἐπιβεβαίωσε καὶ ἐπαγγέλθηκε ὄχι μόνο αὐτὴ τή θνητή καὶ πρόσκαιρη ζωὴ μας, ποὺ καθοδηγεῖται ἀπὸ τό πνεῦμα τῆς ματαιότητας, ἀλλ’ ἐκείνην πού ἐμπεριέχεται στίς ἐλπίδες μας, τὴν ἔνθεο καί ἀθάνατη καὶ αἰώνια. Γιατὶ, αὐτὴ εἶναι δῶρο Ἐκείνου ποὺ εἶναι πρόξενος τῆς αἰωνίας ζωῆς, δῶρο ἀληθινὰ θεοπρεπέστατο. Δέν παρέχει, λοιπὸν, ἐδῶ αὐτὴν τὴν αἰώνια ζωὴ στούς ἀναστημένους ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ τὴν διακοπτομένη ἀπὸ τὸν θάνατο.

Αὐτό δέν τό κάνει ὡς χάρη, ἀλλὰ γιά τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους, ὁδηγώντας αὐτοὺς στήν πίστη. Καὶ ἐδῶ, λοιπόν, ὅπως ἱστορεῖ μέ σαφήνεια ὁ εὐαγγελιστής, δέν ἀνέστησε τὸ παιδὶ γιά τὸν ἑαυτὸ του, ἀλλὰ γιά τή μητέρα, «ἀπὸ εὐσπλαγχνία γι’ αὐτὴν». Γι’ αὐτὸ καί, ἀφοῦ τὸ ἀνέστησε, τὸ ἔδωσε στή μητέρα του.

Ἀλλὰ βλέπετε πῶς ὁ Κύριος ἀπὸ εὐσπλαγχνία πρὸς τή χήρα πού πενθοῦσε τὸν υἱὸ της δέν χρησιμοποίησε μόνο παρηγορητικοὺς πρὸς αὐτὴν λόγους, ἀλλὰ καὶ τὴν παρηγόρησε μέ ἔργα; Ἔτσι νά κάνουμε καὶ ἐμεῖς μέ ὅλη τή δύναμή μας καὶ νά μὴν εἴμαστε μόνο μέ λόγια συμπονετικοὶ πρὸς αὐτοὺς πού κακοπαθοῦν.

Ἄν καὶ βέβαια καὶ αὐτὸ εἶναι χρέος μας, ἂν ὄχι ἴσως τοῦ ἑνὸς μας πρὸς τὸν ἄλλο, ἀλλά ὑποχρέωση πρός Ἐκεῖνον πού παρέδωσε τὸν ἑαυτὸ Του σὲ θάνατο γιά χάρη μας, ὄχι μόνο ὡς λύτρο, ἀλλὰ καὶ πρός παράδειγμα καὶ ἔμπρακτη διδασκαλία, ἀσύγκριτα ὑψηλότερη ἀπὸ κάθε ἔργο καὶ λόγο καὶ νοῦ. Γιατὶ λέγει ὁ Ἀπόστολος:

«Γι’ αὐτὸ πέθανε ὁ Χριστὸς γιά χάρη μας, ἀφήνοντας σὲ μᾶς παράδειγμα, γιά νά ἀκολουθήσουμε τὰ ἴχνη Του καὶ νά εἴμαστε ἕτοιμοι, ἂν χρειασθεῖ, νά θυσιάσουμε καὶ τή ζωή μας» πρὸς ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν Του.

Γιατὶ, ἔτσι θὰ γίνουμε μέτοχοι καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ βασιλείας Ἐκείνου, ζῶντας μαζὶ μ’ Αὐτὸν καὶ δοξαζόμενοι μαζὶ Του αἰώνια.

Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς

Κυριακή Β΄ Λουκά (Λουκ. 6,31-36)

3 Οκτωβρίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος·

31. καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως.

32. καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι.

33. καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι.

34. καὶ ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα.

35. πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς.

36. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

Ευαγγέλιο Κυριακής 26 Σεπτεμβρίου

26 Σεπτεμβρίου, 2021

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 25 – 27

25 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.

26 Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου,

27 εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια.

Κυριακή μετά την Ύψωσιν (Μάρκ. 8,34-9,1)

19 Σεπτεμβρίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος·

34. ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι.

35. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.

36. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;

37. ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;

38. ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

1. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς μετὰ τὴν Ὕψωσιν

19 Σεπτεμβρίου, 2021

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ο Τίμιος Σταυρός, Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι, Πλατανιστάσα

«Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ
ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.»

Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὀνομάζεται καὶ εἶναι Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν, ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δηλαδὴ τῆς 14ης Σεπτεμβρίου.

Καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας, γιὰ νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὶς μεγάλες Δεσποτικὲς ἑορτές, ἀλλά, καὶ μετὰ τὸν ἑορτασμό τους, νὰ μὴ λησμονοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς δόθηκαν μὲ τὰ ἑορταζόμενα κοσμοσωτήρια γεγονότα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, θέσπισε νὰ ἔχομε Κυριακὴ πρὸ καὶ μετὰ τὶς ἑορτὲς αὐτές, ἀλλὰ καὶ προεόρτια καὶ μεθέορτα, μέχρι τὴ λεγόμενη ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς, ὁπότε κλείνει καὶ ὁ σχετικὸς ἑορταστικὸς κύκλος, ποὺ συνήθως διαρκεῖ μία ἑβδομάδα.

Καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιόδους, σ’ αὐτὲς τὶς Κυριακές, καθόρισαν οἱ πατέρες, νὰ διαβάζονται στὸν ναὸ οἱ ἁρμόδιες Ἀποστολικὲς καὶ Εὐαγγελικὲς περικοπές, ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα, νὰ κατανοήσουμε τὰ ἱερὰ γεγονότα, ποὺ ἑορτάζουμε.

Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν ἀρχὴ – ἀρχὴ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, γίνεται ἀναφορὰ στὸν σταυρό, στὸν προσωπικὸ σταυρό, ποὺ πρέπει ὁ καθένας μας νὰ σηκώσει, γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας, ὥστε νὰ συσχετισθεῖ ἡ περικοπὴ μὲ τὴν πρόσφατη ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ, τῆς Ὕψωσής Του.

Ἡ σύντομη περικοπὴ αὐτὴ εἶναι γεμάτη βαθὺ πνευματικὸ νόημα, καθότι ἐδῶ καθορίζεται ἡ βαθύτερη πνευματικὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ, πῶς πρέπει δηλαδή, μὲ ποιό φρόνημα πρέπει νὰ βιώνει τὴν πίστη. Γιὰ νὰ κατανοήσουμε ὅμως καλύτερα τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ ποῦ πῆρε ἀφορμή, γιὰ νὰ ὁμιλήσει ἔτσι.

Βλέπουμε λοιπόν, πὼς λίγο πρὶν εἶχε διδάξει τοὺς μαθητές Του, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτό Του στὰ ἑκούσια πάθη καὶ τὸν θάνατο, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ζωηρὸς στὸ πνεῦμα καὶ ἕτοιμος πάντα νὰ μιλήσει πρῶτος, τὸν παρεμποδίζει: «νὰ μὴ σοῦ γίνει τοῦτο».

Τότε ὁ Χριστός, ἀφοῦ πρῶτα τὸν ἐπιτίμησε καὶ τὸν ὀνόμασε «σατανᾶ», δηλαδὴ ἀντικείμενο, ἀντίθετο (γι’ αὐτὸ καὶ ὁ διάβολος ὀνομάζεται ἔτσι στὴ Γραφή, ὡς ἀντίθετος στὸν Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων), κι ἀφοῦ τοῦ εἶπε ἐλεγκτικά, ὅτι δὲν «φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων», προσκάλεσε τὸν ὄχλο καὶ τοὺς μαθητές Του, καὶ τοὺς ἀπεύθυνε τὴ βαρυσήμαντη διδασκαλία, ποὺ περιέχει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο:

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».

Ποιό λοιπὸν ἦταν τὸ σφάλμα τοῦ Πέτρου; Προέτρεψε τὸν Χριστό, νὰ λυπηθεῖ τὴ ζωή του, νὰ διαφυλάξει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ παραβλέψει ἔτσι τὸ μέγιστο ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

Νὰ ἀγαπήσει δηλαδὴ πάνω ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ θέλημά Του, καθὼς καὶ πάνω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ἑαυτό Του, τοὐτέστιν νὰ γίνει φίλαυτος. Καί, ποιό φάρμακο προβάλλει ὁ Χριστὸς στὸν πειρασμὸ τῆς φιλαυτίας: Τὴν αὐταπάρνηση, τὴν ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Γιατὶ τὸ «ἀράτω τὸν σταυρόν αὐτοῦ», σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, δέν σημαίνει ὁ κάθε πιστὸς νὰ κατασκευάσει ἕνα ξύλινο σταυρὸ καὶ νὰ τὸν περιφέρει στοὺς ὤμους του, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσει στὰ ἴχνη τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀπαρνούμενος τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὰ πάθη, τὶς ἁμαρτίες, τὸ κοσμικὸ καὶ γήινο φρόνημα. Ἤ, ὅπως ἐξαίρετα τὸ ὁρίζει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης, «τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ὀφθαλμῶν, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς σαρκὸς καὶ ἀλαζονείαν τοῦ βίου», δηλαδὴ τὰ τρία περιεκτικὰ πάθη, κατὰ τὴν ὁμόφωνη διδασκαλία τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας: Τὴ φιληδονία, τὴ φιλαργυρία καὶ τὴ φιλοδοξία.

Ὁ Θεός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἐμφύτευσε βεβαίως στὴ φύση τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀγάπη, ὡς ἀναγκαία γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ καθενός μας, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καθὼς καὶ τῆς ἄψυχης δημιουργίας. Ἀλλ’  ἔθεσε δύο ὅρους.

Κι ὅσο ἡ ἀγάπη στέκει μέσα στοὺς ὅρους αὐτούς, ἀποβαίνει ὠφέλιμη καὶ σωτήρια. Ὅταν ὅμως τοὺς ὑπερβεῖ, τότε γίνεται βλαβερὴ καὶ ὀλέθρια. Πρῶτος ὅρος τῆς ἀγάπης εἶναι, νὰ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπ’ ὅλα τὰ ἐπίγεια καὶ ἐπουράνια πράγματα, ἀλλὰ ἀκόμη πάνω κι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, δηλαδὴ τὴν ἴδια τὴ ζωή σου. Δεύτερος ὅρος τῆς ἀγάπης εἶναι, νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου.

Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι πολὺ εὔκολα καί, σχεδὸν ἀνεπαίσθητα, καταφρονοῦμε ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο ἢ καὶ τοὺς δυὸ μαζὶ ὅρους τῆς ἀγάπης. Ἀπ’ αὐτὴν δὲ τὴν καταφρόνηση γεννᾶται ἡ φιλαυτία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας.  Ἀλλὰ βλέπουμε φανερά, ὅτι κανεὶς φίλαυτος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀληθινός, γνήσιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ μητέρα ὅλων τῶν θανασίμων ἁμαρτημάτων, ὅλων τῶν παθῶν.

Γιὰ τοῦτο καὶ ἀμέσως στὴ συνέχεια διδάσκει ὁ Κύριος: «Ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν». Ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξουμε τὴ διπλῆ ἔννοια, ποὺ ἔχει ἡ λέξη ψυχή. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέει: «Ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι», καί, «ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου», ἐννοεῖ τὴ φυσικὴ ζωή, τὴ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων.

Ἀντίθετα, ὅταν λέει στὸν πρῶτο στίχο «ἀπολέσει αὐτήν» καὶ στὸν δεύτερο «οὗτος σώσει αὐτήν», ἐννοεῖ τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ὅποιος λοιπὸν θυσιάζει τὶς ἡδονές, τὴν καλοπέραση, τὴ νομιζόμενη εὐτυχία τοῦ κόσμου τούτου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου Του, ὅποιος δηλαδὴ σταυρώνεται, νεκρώνεται ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ ἀκολουθεῖ ἔτσι τὸν Ἐσταυρωμένο, βαστάζοντας τὸν σταυρό του, αὐτὸς θὰ ἀπολαύσει τὴν αἰώνια ζωή. Κι ὅποιος καταντᾶ φίλαυτος, καὶ θέλει μόνο νὰ καλοπερνᾶ μέσα στὶς θανατηφόρες ἡδονὲς καὶ τὰ πάθη, δὲν ὑπάρχει ἄλλη περίπτωση:

Θὰ χαθεῖ αἰωνίως, θὰ ἀπολέσει τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ τονίζει στὴ συνέχεια ὁ Κύριος: «Τί θὰ ὠφεληθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ἀκόμη κι ἂν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ ζημιωθεῖ, χάσει τὴν ψυχή του;»  Ὁ κόσμος τοῦτος, ἡ παροῦσα ζωή, ἀδελφοί, δέν αὐτονομεῖται, δὲν αὐτοκαταξιώνεται,  δὲν ἀποτελεῖ αὐτοσκοπό! Παρέρχεται! Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους σ’ αὐτόν μὲ ἕνα σκοπό: Γιὰ νὰ προετοιμασθοῦν γιὰ τὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια, τὴ μὴ παρερχόμενη ζωή.

Ἤ, ὅπως τὸ ὀρίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ παροῦσα ζωὴ ἀποτελεῖ «παιδευτήριον θεογνωσίας», δηλαδὴ σχολεῖο, τόπο καὶ τρόπο γνώσης τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐδῶ ζωὴ μόνο τότε ἀποκτᾶ νόημα καὶ ἀξία: Ὅταν ἔχει προοπτικὴ τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνεται μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ δικοῦ μας σταυροῦ, δηλαδὴ τὸ νὰ ζοῦμε μὲ φρόνημα σταυρικὸ-ἀπονέκρωση ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία- καί, ταυτόχρονα, ἀναστάσιμο, προσδοκώντας τὴν Ἀνάσταση.

Μόνο ἔτσι μᾶς ἀναμένει, χάριτι τοῦ Σταυρωθέντος καὶ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ἡ ἀνάσταση, ἡ αἰώνια ζωή, ὅπου ὁ δεύτερος θάνατος, ἡ αἰώνια ἀπώλεια, δέν ἔχει θέση.

Τῆς ὁποίας εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Κυριακή προ της Υψώσεως (Ιωάν. 3,13-17)

12 Σεπτεμβρίου, 2021

Εἶπεν ὁ Κύριος·

13. οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ.

14. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου,

15. ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

16. οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

17. οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς πρὸ τῆς Ὑψώσεως

12 Σεπτεμβρίου, 2021

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωὴν αἰώνιον.»  

Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι καὶ ὀνομάζεται Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως, ἐπειδὴ προηγεῖται τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δηλαδὴ τῆς 14ης  Σεπτεμβρίου.

Καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει, νὰ μᾶς καθοδηγήσει νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὶς μεγάλες Δεσποτικὲς Ἑορτές, ἀλλά, καὶ μετὰ τὸν ἑορτασμό τους, νὰ μὴν τὶς λησμονοῦμε, νὰ μὴ λησμονοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς δόθηκαν μὲ τὰ ἑορταζόμενα γεγονότα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, θέσπισε νὰ ἔχουμε Κυριακὴ πρὸ καὶ μετὰ τὶς ἑορτὲς αὐτές, ἀλλὰ καὶ προεόρτια καὶ μεθέορτα, μέχρι τὴ λεγόμενη ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς, ὁπότε κλείνει καὶ ὁ σχετικὸς ἑορταστικὸς κύκλος.

Καὶ σ’ αὐτὲς τὶς περιόδους, σ’ αὐτὲς τὶς Κυριακές, καθόρισε ἡ Ἐκκλησία, οἱ ἅγιοι Πατέρες, νὰ διαβάζονται στὸν ναὸ οἱ ἁρμόδιες ἀποστολικὲς καὶ εὐαγγελικὲς περικοπές, ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα, στὴν κατανόηση τῶν κοσμοσωτηρίων γεγονότων, ποὺ ἑορτάζουμε.

Ἔτσι καὶ σήμερα, μόλις διαβάσαμε μία σύντομη μέν, ἀλλὰ γεμάτη πνευματικὸ βάθος καὶ ἅγια νοήματα εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ ἀναφέρεται στὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μας, κορυφαία πράξη τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ἡ σταυρική Του θυσία. Κι αὐτό, γιατὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως ποὺ ἐπίκειται, θεωρεῖται ὅπως ἡ Μεγάλη Παρασκευή, ἡ ἡμέρα τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ κατ᾽ αὐτὴ τὴν ἡμέρα τηροῦμε ἐπίσης αὐστηρὴ νηστεία.

Ἡ περικοπὴ αὐτὴ περιέχεται στὸν σπουδαῖο ἐκεῖνο διάλογο, ποὺ εἶχε κάποια νύκτα ὁ Κύριος μὲ τὸν Νικόδημο, ποὺ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸν διάλογο ὀνομάστηκε νυκτερινὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτός, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Ἀριμαθαῖο Ἰωσὴφ ἐνταφίασαν τὸν Κύριο.

Τὸ πρῶτο μέρος τῆς περικοπῆς ἀναφέρει ἕνα γεγονὸς ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ ἦταν σύμβολο καὶ προτύπωση τῆς Σταύρωσης τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ συνδέσει τὴν ἡμέρα μὲ τὴν ἐπερχόμενη ἑορτὴ τῆς Ὕψωσης τοῦ Σταυροῦ. Ποιό εἶναι τὸ γεγονὸς αὐτό;

Κατὰ τὴ δύσκολη ἐκείνη πορεία τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγγελίας, τὴν Παλαιστίνη, ποὺ διάρκεσε σαράντα χρόνια, μία ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Κύριος στοὺς ἀγνώμονες Ἑβραίους, γιὰ νὰ τοὺς τιμωρήσει νὰ μετανοήσουν, ἦταν κι αὐτή: Σ’ ἐκείνη τὴν ἐρημιὰ ἔστειλε δηλητηριώδη φίδια, ποὺ δάγκωναν καὶ θανάτωναν τοὺς ἀνθρώπους.

Ὅταν μετανόησαν καὶ ταπεινώθηκαν οἱ σκληροτράχηλοι Ἰουδαῖοι, παρακάλεσε ὁ Μωυσῆς τὸν Κύριο νὰ τοὺς δείξει τρόπο νὰ σωθοῦν. Κι ὁ εὔσπλαγχνος Κύριος εἶπε στὸν Μωυσῆ καὶ κατασκεύασε ἕνα χάλκινο φίδι. Καὶ τοῦ εἶπε νὰ σταθεῖ σ’ ἕνα ψηλὸ σημεῖο καὶ νὰ πεῖ στοὺς Ἰουδαίους, ὅτι, ὅποιον δαγκώσουν τὰ φίδια, νὰ γυρίζει νὰ βλέπει τὸ χάλκινο φίδι, ποὺ θὰ κρατοῦσε ὁ Μωυσῆς ὑψωμένο ψηλά. Καὶ πράγματι, ὢ τοῦ θαύματος, ὅποιος στὴ συνέχεια ἔκανε ἔτσι, δὲν πέθαινε, ἀλλ’ ἀμέσως θεραπευόταν.

Σὲ τοῦτο τὸ ἱστορικὸ γεγονός, πρῶτος ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, ὅπως ἀκούσαμε στὴ σημερινὴ περικοπή, καὶ κατόπιν οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶδαν τὴν προτύπωση τοῦ Σταυρικοῦ Πάθους. Γιατί, πράγματι, ὅποιος ἀτενίσει μὲ πίστη τὸν Χριστό μας, ποὺ ἑκουσίως ὑψώθηκε στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ὅπου μᾶς ἁγίασε καὶ ἔσωσε μὲ τὸ αἷμα Του, τὰ δηλητηριώδη φίδια τοῦ διαβόλου, τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας δὲν τὸν θανατώνουν πιά!

Γιατὶ μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησή μας, μὲ τὴ Χάρη τῆς ἀπολύτρωσης, ποὺ πήγασε ἀπὸ τὸ Σταυρικὸ Πάθος, λαμβάνουμε τὴ θεραπεία τῶν παθῶν, τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας! Δόξα τῇ ἁγίᾳ Σταυρώσει Σου· δόξα τοῖς ἀχράντοις Σου Πάθεσι, Κύριε!

Τὸ δεύτερο τμῆμα τῆς περικοπῆς μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, τὸν ὕψιστο σκοπὸ τῆς ἔλευσής Του στὸν κόσμο.

Αὐτό, ποὺ τονίζεται ἐδῶ μὲ ἔμφαση, εἶναι τὸ κίνητρο αὐτῆς τῆς θείας Οἰκονομίας, τῆς θεϊκῆς Συγκατάβασης: Ὁ Θεός, ὅπως εἶχε τὸ προαιώνιο σχέδιό Του γιὰ τὴ Δημιουργία ὅλου τοῦ κόσμου, αἰσθητοῦ καὶ νοητοῦ, παρακινούμενος ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του νὰ πλάσει κι ἄλλα ὄντα, ποὺ νὰ μετέχουν αὐτῆς τῆς ἀγάπης, ἔτσι εἶχε καὶ τὸ σχέδιο τῆς ἀπολυτρώσεώς μας, παρακινούμενος καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του καὶ μόνο. Ἠ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί, εἶναι τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν κατανόηση, στὸν βαθμὸ ποὺ μᾶς εἶναι δυνατόν, τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.

Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ ὅλο τὸν κόσμο, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοὺς ἀγαπᾶ μὲ μία ἀγάπη ἀνέκφραστη, ποὺ δὲν μποροῦμε οἱ ἄνθρωποι νὰ κατανοήσουμε. Τὸ μέγεθος τῆς θείας ἀγάπης ἀποκαλύπτεται μὲ τὸ μέγεθος τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν κόσμο.

Ὁ οὐράνιος Πατέρας προσφέρει τὸν Μονογενῆ Του Υἱὸ ὡς θυσία. Καὶ πρέπει, συνειδητοποιῶντας αὐτὴ τὴ θυσία, νὰ πλημμυρίσουν οἱ καρδιές μας ἀπὸ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριο. Καὶ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε μὲ τὴ σειρά μας «ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας καὶ διανοίας».

Τὸ ἄλλο, ποὺ τονίζεται, εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωὴν αἰώνιον». Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε, γιὰ νὰ συντρίψει τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ τὴν ἁμαρτία, γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο.

Ἔτσι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἡ κλίμακα, ποὺ ἕνωσε τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανό, ἡ γέφυρα ποὺ ἔσμιξε τὰ ἐπίγεια μὲ τὰ ἐπουράνια! Γι’ αὐτὸ κι ὁ στίχος αὐτός, ποὺ συμπυκνώνει ὅλο τὸ νόημα τοῦ Εὐαγγελίου, ὀνομάστηκε  ‘‘ἡ βίβλος σὲ μικρογραφία’’, ἢ ‘‘τὸ χρυσοῦν ἐδάφιον’’.

Ποιοί, ὅμως, καὶ πόσοι σώζονται; Ὅλοι, «πᾶς» ἄνθρωπος. Ἀλλά, μὲ μιὰ βασικὴ προϋπόθεση· «πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν». Καὶ πίστη σημαίνει, ὄχι μόνο θεωρητικὴ ἀποδοχὴ τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰς ἐντολάς μου τηρήσει», εἶπεν ὁ Κύριος.

«Πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη», κήρυξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Κι ἐμεῖς ἀδελφοί, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ἀπὸ ἕνα ἅγιο φιλότιμο, ποὺ ἔλεγε κι ὁ ὅσιος Γέροντας Παΐσιος, ἀπὸ ἄκρα εὐγνωμοσύνη στὸν Χριστό μας, ποὺ ἔπαθε γιὰ μᾶς στὸν Σταυρό, τὴν Ὕψωση τοῦ ὁποίου ἑτοιμαζόμαστε νὰ ἑορτάσουμε, ἂς ἀγαπήσουμε ἐμπράκτως, μὲ ἀληθινὴ πίστη τὸν Κύριο, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ συμβασιλεύσουμε μαζί Του, κατὰ τὴν ἀψευδή Του ὑπόσχεση: «ὅπου εἰμὶ ἐγὼ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται».

Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!