Archive for the ‘Eυαγγελικές περικοπές’ Category

Κυριακὴ ΙΓ᾽Λουκᾶ

29 Νοεμβρίου, 2020

(Λουκ. 18,18-27)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἄνθρωπος τίς προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων·
18. διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;
19. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός.
20. τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου.
21. ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.
22. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.
23. ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα.
24. ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ
25. εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 26. εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι;
27. ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.

Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας

29 Νοεμβρίου, 2020

Κυριακή του Λουκᾶ ΙΓ΄

Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας

Περί τοῦ ἐπερωτήσαντος τόν Ἰησοῦν, Κεφάλαιον ΙΗ΄

«Τὸν ρώτησε κάποιος ἀπὸ τοῦς ἄρχοντες· Δάσκαλε ἀγαθέ, μὲ τί πράξεις θὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Δὲν εἶναι κανένας ἀγαθὸς παρὰ μόνο ὁ Θεός. Τίς ἐντολὲς τὶς γνωρίζεις.
Μὴ μοιχέψης, μή φονεύσης, μήν κλέψης, μήν ψευδομαρτυρήσης. Νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα καὶ τή μητέρα σου. Κι ἐκείνος εἶπε· αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴ νεότητά μου.
Ὅταν τ’ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε· Ἕνα σοῦ ἀπομένει μονάχα· πούλησε ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχοὺς· ἔτσι θ’ ἀποχτήσης θησαυρὸ στὸν οὐρανό. Κί ἔλα, ἀκολούθησέ με. Ἐκεῖνος ὕστερ’ ἀπ’αὐτὸ ἔπεσε σὲ λύπη, γιατὶ ἦταν πολύ πλούσιος».
Μερικοὶ ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν πανοῦργος καὶ τάχα ζητοῦσε νὰ παγιδέψη μὲ τοὺς λόγους του τὸν Ἰησοῦ.
Δὲ φαίνεται νὰ εἶναι αὐτό· μᾶλλον ἦταν φιλάργυρος. Γιατὶ κι ὁ Χριστὸς μ’ αὐτὸ τὸ νόημα τὸν κατηγόρησε. Γιατὶ ὁ Μᾶρκος λέει, ὅτι ἔτρεξε καὶ γονατιστὸς παρακαλοῦσε τὸν Ἰησοῦ κι ὅ,τι ὁ Ἰησοῦς βλέποντάς τον ἔνιωσε συμπάθεια γι’ αὐτόν. Ἀγαποῦσε ὅμως τὰ χρήματα.
Πλησιάζει λοιπὸν τὸν Ἰησοῦ ἐπιθυμῶντας νὰ μάθη γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, καὶ τοῦτο σὰν φιλοχρήματος· καμμιὰ ψυχὴ δὲν ἀγαπᾶ τὴ ζωὴ τόσο, ὅσο ὁ φιλοχρήματος ἄνθρωπος.
Νόμισε λοιπὸν ὅτι ὁ Ἰησοῦς θὰ τοῦ ἔδειχνε ἕνα τρόπο,νὰ ζῆ στὸν αἰῶνα καὶ νὰ χαίρεται τὴν κατοχὴ τῶν χρημάτων του.
Κι ὅταν ὁ Κύριος εἶπε ὅτι τὸ χάσιμό τους ἴσα ἴσα προξενεῖ τὴν αἰώνια ζωή, φεύγει σὰν νὰ ἤθελε νὰ κατηγορήση τὸν ἑαυτὸ του γιὰ τὴν ἐρώτηση καὶ τὸν Ἰησοῦ γιὰ τὴν ἀπάντηση. Αὐτὸς γιὰ νὰ ἔχη πολὺν καιρὸ τὰ χρήματα, εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή.
Ἄν ἦταν νὰ ἔχανε τὰ χρήματα, τί τοῦ χρειαζόταν ἡ αἰώνια ζωή, ἀφοῦ ὅπως ἐνόμιζε ἔμελλε νὰ ζῆ φτωχός; Πλησιάζει λοιπὸν τὸ Χριστὸ σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο, καὶ δάσκαλο. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος, δείχνοντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸν πλησιάζουν σὰν νὰ ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος εἶπε· Κανένας δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ ὁ Θεὸς μονάχα.
Ἀφοῦ μὲ εἶπες ἀγαθὸ τοῦ λέει, γιατὶ πρόσθεσες τὸ «δάσκαλε;» Φαίνεται ὅτι μὲ θεωρεῖς σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς πολλοὺς.Ἄν εἶναι αὐτὸ, τότε δὲν εἶμαι ἀγαθὸς, γιατὶ κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἀγαθὸς κατὰ ἐξουσία, παρὰ ὁ Θεὸς μονάχα.
Ὥστε ἄν θέλης νὰ μὲ προσφωνῆς ἀγαθό, νὰ μὲ προσφωνῆς μὲ τὴν πίστη ὅτι εἶμαι Θεός καὶ μὴ μὲ πλησιάζεις σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο Ἄν θεωρῆς κοινό ἄνθρωπο νὰ μὴ μὲ καλῆς μήτε ἀγαθό. Γιατὶ πραγματικά ἀγαθὸς καὶ πηγὴ ἀγαθότητος, κι ἀρχὴ τῆς αὐτοαγαθότητος εἶναι ὁ Θεὸς.
Οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα κι ἄν εἴμαστε ἀγαθοί, δὲν εἴμαστε κατὰ ἐξουσία ἀλλὰ κατὰ μετοχὴ κι ἔχομε ἀγαθότηταυ σύμμεικτη καὶ μεταβλητή.
Γνωρίζεις τίς ἐντολές. Μὴ μοιχέψης, μὴ φονεύσης, μὴ ψευδομαρτυρήσης καί τά λοιπά. Ὁ νόμος διορθώνει πρῶτα αὐτά, στὰ ὁποῖα πιὸ εὔκολα γλιστροῦμε κι ἔπειτα ἐκεῖνα ὅπου δὲν πέφτουν πολλοὶ οὔτε πολλὲς φορὲς. Στήν πρώτη περίπτωση εἶναι μοιχεία, ἐπειδή ἡ φωτιά εἶναι ζωική κι ἐσωτερική, κι ὁ φόνος, ἐπειδή ὁ θυμὸς εἷναι μεγάλο θηρίο. Ἡ κλοπή ὅμως εἶναι σφάλμα πιὸ ἐλαφρὸ καί σπάνια συμβαίνει νὰ πέφτωμε στὴν ψευδομαρτυρία. Γι’ αὐτό διορθώνει πρῶτα ἐκεῖνα, ἐπειδὴ εὔκολα γλιστροῦμε σ’ αὐτὰ κι εἶναι ἐξ ἄλλου πιό βαριὰ.
Ἐνῶ τὰ δεύτερα τὴν κλοπή καὶ τὴν ψευδομαρτυρία, τὰ θέτει σὲ δεύτερη μοῖρα, ἐπειδὴ καὶ πιὸ σπάνια τὰ συναντοῦμε καὶ εἶναι πιὸ ἐλαφρὰ.
Καὶ τὴν ἁμαρτία πρὸς τοὺς γονεῖς, ἄν κι εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα, ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει ὅμως συχνὰ, γιατὶ δὲ δείχνουν συχνὰ οἱ πολλοὶ τέτοια ψυχὴ θηρίου, ὥστε νὰ παραφέρωνται πρὸς τοὺς γονεῖς ἀλλὰ πολὺ σπάνια καὶ σὲ μικρὸ βαθμὸ, τὴν ἁμαρτία πρὸς τοὺς γονεῖς τὴ θέτει ὑστερ’ αὐτά. Κι ὅταν ὁ νέος εἶπε ὅτι εἶχε φυλάξει τὶς ἐντολὲς ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν μικρός, τοῦ ὑποβάλλει τὴν ἀκτημοσύνη, ποὺ εἶναι τό κεφάλαιο ὅλων. Πρόσεξε νόμους ἀληθινὰ χριστιανικῆς πολιτείας.
Ὅλα ὅσα ἔχεις, λέει, πούλησέ τα. Ἄν μείνη κάτι, γίνεσαι δοῦλος σ’ αὐτό. Καὶ μοίρασέ τα ὄχι σὲ πλούσιους συγγενεῖς ἀλλὰ στοὺς φτωχοὺς. Νομίζω κι ἡ λέξη «μοίρασε» δηλώνει μ’ ἔμφαση ὅτι τὸ σκόρπισμα τῶν χρημάτων πρέπει νὰ γίνεται μὲ σύνεση κι ὄχι ὅπως τύχη. Κι ἐπειδὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀκτημοσύνη πρέπει νὰ συνδυάζεται στὸν ἄνθρωπο κι ὅλη ἡ ἄλλη ἀρετὴ, γι’ αὐτὸ εἶπε· Κι ἔλα, ἀκολούθησέ με.
Δηλαδή· καί σ’ ὅλα τ’ ἄλλα γίνε μαθητής μου καὶ πάντα νὰ μ’ ἀκολουθῆς ὄχι μονάχα σήμερα κι αὔριο ὄχι. Καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε τὸ θησαυρὸ τῶν οὐρανῶν, ἐπειδὴ ἦταν φιλοχρήματος· ἀλλὰ ὁ ἄρχοντας δὲν ἔδωσε προσοχή, ἐπειδὴ ἦταν δοῦλος τῶν χρημάτων.
Γι’ αὐτὸ λυπήθηκε, ὅταν ἄκουσε νὰ τὸν συμβουλεύη νὰ στερηθῆ τὰ χρήματά του, ὅταν ἐκεῖνος καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ γι’ αὐτὸ τὴν ἐπιθυμεῖ, γιὰ νὰ ζῆ ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερο μέσα στὴν περιουσία του, παντοτ­ινά. Κι ἡ λύπη του, φανερώνει ἄνθρωπο μ’ εὐγνωμοσύνη κι ὄχι πανοῦργο.
Κανένας ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους δὲν ἔνιωθε λύπη ποτέ, ἀντίθετα, ἐρεθίζονταν περισσότερο. Καὶ δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὁ μεγάλος Φωστῆρας τῆς οἰκουμένης,ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ χρυσῆ γλῶσσα, παραδέχτηκε ὅτι ὁ νέος τοῦτος ἐπιθυμοῦσε πραγματική, αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν ἀγαποῦσε βέβαια, κατεχόταν ὅμως ἀπὸ μεγαλύτερο πάθος,τὴ φιλαργυρία.Ἔχει ὅμως τὴ χάρη του κι αὐτὸ ποὺ τώρα πρόσθεσα, ὅτι σὰν φιλοχρήματος ἐπιθυμοῦσε τὴν αἰώνια ζωή.
« Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ποὺ ἔγινε περίλυπος εἶπε· Πόσο δύσκολα αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ περάσουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πιό δύσκολο νὰ περάση τὸ παλαμάρι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ βελονιοῦ παρά νὰ μπῆ ὁ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Κι ὅσοι ἄκουσαν ρώτησαν· Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ στὸ Θεὸ. Κι ὁ Πέτρος πρόσθεσε· Νὰ ἐμεῖς, ποῦ τὰ ἀφήσαμε ὅλα. Κι ἐκεῖνος εἶπε· Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι δὲν εἶναι κανένας ποὺ ἄφησε γιὰ χάρη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ σπίτι,ἤ γονεῖς,ἤ ἀδελφοὺς, ἤ γυναῖκα, ἤ παιδιὰ καὶ δὲ θ’ ἀπολαύση πολλαπλάσια καὶ στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ στὴν αἰωνιότητα».
Ἑπειδὴ λυπήθηκε ὁ πλούσιος, ὅταν ἄκουσε τὴ στέρηση τῶν ὑπαρχόντων του, λέει ὁ Κύριος μὲ θαυμαστικὸ τρόπο· Πόσο δύσκολα θὰ μποῦν οἱ πλούσιοι στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Δὲν εἶναι ὅτι τοὺς εἶναι ἀδύνατο νὰ μποῦν ἀλλὰ δύσκολο. Δὲν εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθοῦν οἱ πλούσιοι. Γιατὶ μπορεῖ νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ χρήματα καὶ νὰ ἐπιτύχουν τὰ οὐράνια.
Τοῦτο ὅμως εἶναι δύσκολο, γιατὶ στὸ χρῆμα κολλοῦν περισσότερο καὶ δύσκολα ἀποσπᾶται ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιάστηκε ἀπ’ αὐτό- λίγο πιὸ κάτω τὸ παρουσιάζει καὶ σὰν ἀδύνατο, γιατὶ λέει ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάση παλαμάρι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ βελονιοῦ παρὰ νὰ σωθῆ ὁ πλούσιος.
Τί μποροῦμε νὰ ποῦμε; Πρῶτα ὅτι ἀληθινὰ ἔτσι εἶναι· ἀδύνατο νὰ σωθῆ κάποιος, ἄν εἶναι πλούσιος. Μὴ μοῦ πῆς ὅτι ὁ τάδε, ἄν κι ἦταν πλούσιος, ἔδινε τ’ ἀγαθὰ του καὶ σώθηκε. Δὲ σώθηκε ἐνῶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ ἀφοῦ ἔγινε φτωχὸς ἤ σώθηκε ἐπειδῆ ἦταν οἰκονόμος καὶ ὄχι πλούσιος.
Ἄλλο οἰκονόμος καὶ ἄλλο πλούσιος. Πλούσιος εἶναι αὐτὸς ποῦ διατηρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, οἰκονόμος αὐτὸς ποὺ τὸν δέχθηκε γιὰ χάρη τῶν ἄλλων. Ὥστε κι ἄν ἀκόμα αὐτὸς σώθηκε, δὲ σώθηκε ἐνῶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε ἤ ἀφοῦ ἔχασε ὅλα ὅσα εἶχε ἤ ἀφοῦ σὰν οἰκονόμος τὰ διαχειρίστηκε σωστά. Ὕστερα πρόσεξε καὶ τοῦτο· ὅτι ὁ πλούσιος εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθῆ καὶ δύσκολο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει χρήματα.
Σὰ νὰ λέη· Αὐτὸς ποὺ κυριεύεται ἀπὸ τὰ χρήματα κι εἶναι ὑποταχτικός τους καὶ δεσμώτης τους δὲ θὰ σωθῆ. Αὐτὸς ὅμως ποῦ κρατεῖ τὰ χρήματα, δηλαδὴ ποὺ εἶναι κύριός τους καὶ τὰ ἐξουσιάζει χωρὶς νὰ ἐξουσιάζεται ἀπ’ αὐτὰ, θά σωθῆ δύσκολα ἐξ αἰτίας τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν κάνωμε κατάχρηση σ’ ὅ,τι ἔχομε. Ὥσπου ἔχουμε χρήματα προσπαθεῖ ὁ διάβολος νὰ μᾶς ὑποτάξη γιὰ νὰ χρησιμοποιήσωμε κάποτε τὰ χρήματά μας ἀντίθετα μὲ τὸν κανόνα καὶ τὸ νόμο τὴς οἰκονομίας κι εἶναι δύσκολο νὰ ξεφύγης τὶς παγίδες του.
Γι’ αὐτὸ εἶναι καλὴ ἡ ἀκτημοσύη καὶ σχεδὸν ἀνεπίδεχτη ἀπὸ πειρασμοὺς. Καὶ εἴπανε, λέει, ὅσοι ἄκουσαν· Ποιός λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους, εἶναι δυνατὰ στὸ Θεό. Ὅποιοι ἔχουν τὸ ἀνθρώπινο φρόνημα, δηλαδὴ ὅποιοι σέρνονται κάτω, κι ἐπιθυμοῦν τὰ γήινα ἀδύνατο νὰ σωθοῦν, ὅπως εἴπαμε, κοντὰ στὸ Θεὸ ὅμως, ὅταν ἔχη δηλαδὴ κάποιος σύμβουλο τὸ Θεὸ καὶ τὴν δίκαιη κρίση του καὶ πάρη σὰν ὁδηγοὺς τὶς ἐντολὲς γιὰ τὴν ἀκτημοσύνη καὶ ζητήση τὴ βοήθεια ἐκείνου, γίνεται τοῦτο δυνατό. Εἶναι στὴν ἐξουσία μας νὰ θελήσωμε τὸ ἀγαθὸ, ἔργο τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι ἡ ἐπιτέλσή του.
Καὶ διαφορετικὰ, ἄν ξεπερνῶντας κάθε ἀνθρώπινη μικροψυχία, ποὺ δημιουργεῖ ὁ πλοῦτος θελήσωμε νὰ τοὺς κάνωμε φίλους μας τραβῶντας τους ἀπὸ τὸν ἄδικο πλοῦτο, θὰ σωθοῦμε, καὶ θὰ μᾶς προπέμψουν στὶς αἰώνιες κατοικίες. Εἶναι βέβαια καλύτερο νὰ τὰ ἐγκαταλείψουμε ὅλα, κι ἄν ὄχι ὅλα, νὰ κάνωμε τουλάχιστο μετόχους τοὺς φτωχοὺς καὶ ἔτσι γίνεται δυνατὸ τὸ ἀντίθετο.
Εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθῆ αὐτὸς ποὺ δὲν τ’ ἄφησε ὅλα, ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ προεξνεῖ ἀνάλογη ὠφέλεια καὶ ἡ μερικὴ μετάδοση. Γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος ρωτᾶ· Νὰ ἐμεῖς ποὺ τ’ ἀφήσαμε ὅλα, καὶ ρωτᾶ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του μονάχα ἀλλὰ γιὰ παρηγοριὰ ὅλων τῶν φτωχῶν.
Γιὰ νὰ μὴ γίνουν οἱ πλούσιοι μόνο αἰσιόδοξοι ποὺ θὰ ἐπιτύχουν πολλὰ, ἐπειδὴ καὶ πολλὰ περιφρόνησαν καὶ ἀπογοητευθοῦν οἱ φτωχοί, ἐπειδὴ στερήθηκαν λίγα καὶ γι’ αὐτὸ περιμένουν μικρὴ ἀμοιβή, ρωτᾶ ὁ Πέτρος κι ἀκούει ὅτι καὶ τὴν παροῦσα καὶ τὴ μέλλουσα ζωὴ θὰ ἔχη σὰν ἀμοιβή του, καθένας ποὺ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ καταφρονύση ὁποιοδήποτε μέρος ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του κι ἄς εἶναι λίγα. Μὴν προσέξεις τοῦτο, ὅτι εἶναι λίγα ἀλλὰ ὅτι αὐτὰ τὰ λίγα ἦταν ὁλόκληρη ζωή γι’ αὐτὸν κι ὅπως ἐσὺ ἐλπίζεις ὅτι θὰ ζοῦσες μέσα στὰ πολλὰ καὶ στὰ μεγάλα ἔτσι κι αὐτὸς περίμενε ὅτι θὰ ζοῦσε στὰ λιγα καὶ στὰ μικρά.
Δὲν λέγω τὸ ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔχει λίγα, ἔχει στενώτερο δεσμὸ μ’αὐτὰ. Εἶναι φανερὸ τοῦτο ἀπὸ τοὺς πατέρες, ποὺ ὅταν ἔχουν ἔνα παιδί, δείχνου ἰσχυρότερο τὸ σύνδεσμό τους μ’ αὐτὸ παρὰ μὲ τὰ περισσότερα.
Ἔτσι κι ὁ φτωχὸς νιώθει μεγαλύτερη προσκόλληση στὸ ἕνα σπίτι καὶ στὸ ἕνα χωράφι ἀπὸ ὅ,τι σὺ στὰ πολλὰ. Ἄν δὲν εἶναι ἔτσι ἀλλὰ ὁ βαθμὸς τῆς συνδέσεως εἶναι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ὁ ἴδιος, γι’ αὐτὸ ἴση εἶναι καὶ ἡ περιφρόνηση.
Ἀπὸ δῶ λοιπὸν καὶ στὴν παροῦσα ζωή, παίρνουν στὸ πολλαπλάσιο τὶς ἀμοιβὲς, ὅπως οἱ ἴδιοι οἱ ἀπόστολοι. Καλύβι περιφρόνησε ὁ καθένας καὶ τώρα ἔχουν λαμπρότάτους ναοὺς καὶ χωράφια καὶ εἰσοδήματα καὶ πολλὲς γυναῖκες δεμένες μαζὶ τους ὄχι μὲ συζυγία ἀλλὰ μὲ θερμὴ πίστη, καὶ γενικὰ ὅλα τὰ ἄλλα.
Καὶ στὴν μέλλουσα ζωὴ θὰ λάβουν στὸ πολλαπλάσιο ὄχι τέτοια χωράφια καὶ σωματικὲς ἀνταμοιβὲς ἀλλὰ ζωὴ αἰώνιον.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2012/11/blog-post_7937.html#ixzz6fAfkh3zl

Κυριακὴ Θ᾽Λουκᾶ

22 Νοεμβρίου, 2020

(Λουκ. 12,16-21)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·
16. ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα·
17. καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;
18. καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου,
19. καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
20. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; 21. οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν· [ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω][6].

Κυριακή Θ’ Λουκά: Η παραβολή του Άφρονος Πλουσίου († Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom)

22 Νοεμβρίου, 2020

(Λουκ. ιβ΄16-21)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ τέλος τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι μιὰ προειδοποιήση γιὰ κάτι ποὺ ὅλοι μας θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε συνειδητοποιήσει, – ὅτι ὁ θάνατος εἶναι δίπλα μας, ὅτι πολλά, πάρα πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουμε θὰ χαθοῦν μ’ ἐμᾶς ἐπειδὴ εἶναι περιττὰ, θνητά.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ προειδοποιήση τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πόσο κοντὰ εἶναι ὁ θάνατος θὰ μᾶς τρομοκρατοῦσε καὶ θὰ μᾶς στεροῦσε ἀπὸ τὴν δημιουργική μας δύναμη;
Ὄχι, ἀντίθετα· οἱ Πατέρες συνήθιζαν νὰ λένε, «νὰ ἔχουμε συνεχῆ μνήμη θανάτου» ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο καὶ νὰ ζοῦμε κάτω ἀπὸ τὴν σκιά του, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπειδὴ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ γνώση ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι σύντομη, ὅτι μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ τελειώσει, μπορεῖ νὰ δώσει στὴν κάθε στιγμὴ τὸ τελικό της νόημα, καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τὴν αἴσθηση ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό, ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε ὅπως θὰ ζούσαμε γνωρίζοντας ὅτι ἀνὰ πάσα στιγμὴ ὁ θάνατος μᾶς ὑπερβαίνει, ἡ ζωή μας θὰ εἶναι μιὰ ζωὴ θριαμβευτική.
Ἄν μοναχὰ εἴχαμε συνεχῶς αὐτὸ κατὰ νοῦ, θὰ ζούσαμε τόσο βαθιά, τόσο ἔντονα. Ἄν γνωρίζαμε ὅτι τὰ λόγια ποὺ τώρα σᾶς λέω ἦταν τὰ τελευταῖα, πόσο διαφορετικὰ θὰ τὰ ἔλεγα, καὶ πόσο διαφοτετικὰ θὰ τ’ ἀκούγατε!

Ἄν ἐπρόκειτο νὰ νοιώσουμε ὅτι τὸ πρόσωπο ποὺ μιλούσαμε μπορεῖ νὰ εἶναι νεκρὸ σὲ λίγα λεπτά, πόσο προσεκτικοὶ θὰ εἴμασταν ὥστε τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις μας θὰ ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα ὅλης μας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας, ὁ θρίαμβος σὲ ὅ,τι ἄριστο καὶ ὑψηλὸ χαρακτηρίζει τὶς σχέσεις μας.

Ὁ λόγος ποὺ ζοῦμε τὸσο ἄσχημα, ποὺ λέμε τόσα πολλὰ κούφια λόγια, λόγια χωρὶς ζωή, ποὺ διαπράτουμε τόσες πράξεις ποὺ ἀργότερα καῖνε σὰν πληγὲς τὴν ψυχή μας, εἶναι ὅτι ζοῦμε σὰν νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωὴ μονάχα ἕνα πρόχειρο σχέδιο τῆς ζωῆς ποὺ θὰ ζοῦμε μιὰν ἡμέρα, ὅταν θὰ ἔχουμε χρόνο νὰ διαμορφώσουμε τὸ σχέδιο στὴν τελικὴ ἱστορία.
Ἀλλὰ δὲν λειτουργοῦν ἔτσι τὰ πράγματα· ἔρχεται ὁ θάνατος καὶ τὸ σχέδιο μένει ἀδούλευτο, ἁπλῶς μουτζουρωμένο, καὶ αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μιὰ θλίψη γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σπουδαῖο, ἀλλὰ ποὺ ἀποδείχτηκε ἐπιπόλαιο καὶ ἀσήμαντο.

Γι’ αὐτὸ μιλάει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὄχι γιὰ τὸ ὅτι θὰ πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο, ἀλλὰ γνωρίζοντας ὅτι μπορεῖ νὰ ἔλθει ὁποιαδήποτε στιγμή, κάθε στιγμή πρέπει νὰ εἶναι τέλεια, κάθε λόγος πρέπει νὰ εἶναι λόγος ζωῆς, γεμάτος ἀπὸ πνεῦμα, νὰ ταιριάζει στὴν αἰωνιότητα. Καὶ κάθε μας πράξη σὲ σχέση μὲ μᾶς θὰ εἶναι τέτοια ποὺ θὰ γεννᾶ ζωὴ καὶ θὰ ἐκφράζει τὴν πληρότητα, τὸ μέγεθος, τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐλάβειας ποὺ θὰ πρέπει νὰ νοιώθουμε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ γιὰ τὸ κάθε τι.
Ἄς τὸ σκεφτοῦμε, καὶ τότε ἄν μποροῦμε νὰ ἐνεργήσουμε σύμφωνα μ’ αὐτὸ, κάθε λόγος καὶ πράξη μας θ’ ἀποκτήσει τὴν διάσταση τῆς αἰωνιότητας καὶ θὰ λάμψει στὸ φῶς της. Ἀμήν.

Κυριακὴ Η᾽Λουκᾶ

15 Νοεμβρίου, 2020

(Λουκ. 10,25-37)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, νομικός τίς προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ,
25. πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;
26. ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις;
27. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.
28. εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ.
29. ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;
30. ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα.
31. κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν.
32. ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε.
33. Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ’ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη,
34. καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ·
35. καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι.
36. τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς;
37. ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Η´ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ ( Τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου)

15 Νοεμβρίου, 2020
Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ
«Διδάσκαλε, τί ποιήσας, ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»
σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, προβάλλει μὲ σαφήνεια μπροστά μας «τὸ κεφάλαιο, τὴν βάση τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν», τὴν καρδιὰ καὶ τὴν οὐσία τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τὴν κορυφαία ἀρετὴ τῆς ἀγάπης. Τῆς διπλῆς ἀγάπης, αὐτῆς πρὸς τὸν Δημιουργὸ καὶ Σωτήρα μας Θεό, καὶ αὐτῆς πρὸς τὸν ἀδελφό μας, τὸν κάθε ἀδελφὸ καὶ πλησίον μας.
Ταυτόχρονα ὅμως μᾶς παρουσιάζει φανερά, μέσα ἀπὸ τὸν παραβολικὸ τοῦ Κυρίου μας λόγο, τὴν ἄμετρη θεία εὐσπλαγχνία πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, ποὺ περιέπεσε στοὺς δαίμονες ληστὲς στὴν ὁδὸ τοῦ βίου καὶ τραυματίστηκε θανάσιμα ἡ ψυχή του.
Ἀλλά, ἂς ἰδοῦμε τὴν περικοπὴ ἀπὸ τὴν ἀρχή.Κάποτε, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς δίδασκε τοὺς μαθητές Του, ἀπευθυνόμενος ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα, ἀποκαλύπτοντάς τους βαθειὲς ἀλήθειες τῆς Πίστης.
Τότε, κάποιος νομοδιδάσκαλος Ἰουδαῖος, ὁ ὁποῖος, ὅπως διαφαίνεται, θεωροῦσε σοφὸ καὶ πολύξερο τὸν ἑαυτό του, παρεμβαίνει καὶ ζητεῖ νὰ δοκιμάσει καί, ἂν μπορέσει, νὰ παγιδεύσει μὲ λόγους τὸν ἀληθινὸ καὶ Μέγα Διδάσκαλο, τὸν Χριστό, ἐρωτώντας τον:
«Δάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάνω, τί νὰ τηρήσω, γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή»;
ὁ Κύριος ἀμέσως τὸν παραπέμπει στὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ νομικὸς νὰ δώσει τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημά του. Κι αὐτὸ πανσόφως τὸ ἔκανε ὁ Κύριος, γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν ἦταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο
— ὅπως τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι, κι ὅπως ἀσφαλῶς θὰ νόμιζε ὁ νομικὸς αὐτός —,
ἀλλὰ τηροῦσε τὸν Νόμο, τὸν ὁποῖο «οὐκ ἦλθε καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι», δηλαδὴ νὰ τὸν συμπληρώσει καὶ νὰ τὸν ἀναγάγει σὲ ὕψιστη τελειότητα.
Καὶ ὀρθότατα ὁ νομικὸς ἀπάντησε πὼς ἡ καίρια προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία μας εἶναι ἡ τήρηση τῆς διπλῆς ἀγάπης, αὐτῆς πρὸς τὸν Θεό, μὲ ὅλη τὴν ψυχή, τὴν ἰσχὺ καὶ τὴ διάνοιά μας, καὶ αὐτῆς πρὸς τὸν πλησίον μας, ποὺ νὰ εἶναι τοὐλάχιστον ἴση μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας.
Καὶ ὁ Χριστός μας ἐπικρότησε τὴν ἀπάντησή του, λέγοντας: «Σωστὰ ἀπάντησες.
νὰ κάνεις καὶ θὰ ἀξιωθεῖς τὴν αἰώνια ζωή»
. Αὐτὸς ὅμως, δυσαρεστημένος τελικὰ ποὺ ἀπέτυχε τὸν σκοπό του, καὶ θέλοντας νὰ ‘ξελασπώσει’ ἀπὸ τὴν παγίδα στὴν ὁποία ὁ ἴδιος ἔπεσε, ἐρωτώντας κάτι τοῦ ὁποίου γνώριζε τὴν ἀπάντηση, ἐρωτᾶ καὶ πάλιν, «καί, ποιός εἶναι ὁ πλησίον μου;», γιὰ νὰ λάβει ὡς ἀπάντηση τὴν ἔξοχη παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, ποὺ σήμερα ἀκούσαμε.
Γιὰ νὰ καταλήξει ὁ Κύριος: «πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως». Δηλ. πήγαινε, καὶ κάνε καὶ σὺ τὸ ἴδιο. Ὄχι ὅ,τι ἔκαμε ὁ ἱερέας, ποὺ εἶδε τὸν δυστυχὴ Σαμαρείτη πεσμένο κάτω, πληγωμένο, αἱμόφυρτο, «ἡμιθανῆ», καὶ τὸν προσπέρασε ἀδιάφορα!
ὅ,τι ἔκανε καὶ ὁ Λευΐτης  —καὶ τοῦτος ἐκπρόσωπος τῶν ἀφιερωμένων στὴν ὑπηρεσία τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ—, ποὺ τὸν περιεργάστηκε ἀσυμπάθητα καὶ τράβηξε ἀνέμελος τὸν δρόμο του.
Ἀλλὰ ὅ,τι ἔκανε ποιός; Ἕνας ἄγνωστος, ἕνας ἀλλοεθνής, ἕνας Σαμαρείτης πρὸς Ἰουδαῖο, παρότι μεταξύ τους ὑπῆρχε ἀπέχθεια καὶ μίσος καὶ οὔτε κἂν ἀντάλλασσαν ἕνα ἁπλὸ χαιρετισμό.
Ἡ ἐντολὴ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, ἀδελφοί, «πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», ἀπευθύνεται διαχρονικὰ πρὸς ὅλους, κατεξοχὴν ἐμᾶς τοὺς χριστιανούς. Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός μας πρέπει νὰ κατευθύνεται σὲ κάθε ἐμπερίστατο συνάνθρωπό μας.
Τι ἔκαμε ὅμως ἀκριβῶς ὁ καλὸς Σαμαρείτης, ποὺ πρέπει νὰ μιμηθοῦμε; Βλέποντας τὸν δυστυχισμένο συνάνθρωπό του πεσμένο στὸν δρόμο, ἀμέσως τὸν συμπόνεσε.
Ἔτρεξε, ἔσκυψε ἐπάνω του, ἔπλυνε τὶς πληγές, ἔδεσε τὰ τραύματά του, τὸν φόρτωσε στὸ ζῶο του, τὸν μετέφερε στὸ πανδοχεῖο, τὸν φρόντισε, πλήρωσε ἀκόμη γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴ φροντίδα του καὶ ὑποσχέθηκε στὸν ξενοδόχο πὼς θὰ ξαναπερνοῦσε γιὰ νὰ καταβάλει ὅσα τυχὸν θὰ δαπανοῦσε ἐπιπλέον γιὰ τὴ θεραπεία του.
Οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι τυχαῖοι, δὲν εἶναι ὄμορφες καὶ συγκινητικὲς ἱστοριοῦλες. Μᾶς καθοδηγοῦν ἐπακριβῶς στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Καὶ τούτη ἡ σπουδαία παραβολή, τί μᾶς διδάσκει γιὰ τὸ χρέος τῆς ἀγάπης;Πρῶτον, ἡ ἀγάπη μας νὰ ἐκφράζεται ἔμπρακτα, κι ὄχι μόνο μὲ λόγια. «Ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρὰ ἐστί», τονίζει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος. Κι ὁ ἀπόστολος τῆς ἀγάπης Ἰωάννης, «τεκνία, μὴ ἀγαπῶμεν λόγῳ, μηδὲ γλώσσῃ, ἀλλ᾽ ἐν ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ»
. Ἡ ἀγάπη νὰ μεταφράζεται σὲ συγκεκριμένες πράξεις: Ὁ φτωχὸς θέλει βοήθεια, ὁ πεινασμένος ψωμί, ὁ γυμνὸς ἔνδυμα, ὁ φυλακισμένος ἐπίσκεψη, ὁ ἄρρω-στος παρηγορία καὶ συμπαράσταση.Δεύτερο, ἡ ἀγάπη μας νὰ ἐκδηλώνεται ἄμεσα. Ὅσο πιεστικότερη ἡ ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, τόσο ταχύτερη νὰ εἶναι ἡ ἀνταπόκρισή μας. Καὶ συχνά, ὅταν ἀντιληφθοῦμε τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀδελφοῦ μας, δὲν πρέπει νὰ περιμένουμε νὰ ἔρθει ὁ ἴδιος νὰ μᾶς ζητήσει βοήθεια. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ ἀπὸ ἀξιοπρέπεια δὲν βγαίνουν στοὺς δρόμους νὰ ζητήσουν ἐλεημοσύνη.Τρίτον, ἡ ἀγάπη μας νὰ εἶναι ὅσο γίνεται τελειότερη, ὁλοκληρωμένη. Δὲν ἀρκεῖ συχνὰ κάτι νὰ δώσουμε στὸν ἄλλο, γιὰ νὰ τὸν ‘‘ξεφορτωθοῦμε’’. Τὸ ἐνδιαφέρον μας νὰ εἶναι πηγαῖο καὶ ἔντονο καὶ ἡ προσφορά μας ὄχι ἕνα μπάλωμα, μὰ πραγματικὴ ἀνακούφιση.Τέταρτον, ἡ ἀγάπη μας πρέπει νὰ δραστηριοποιεῖται ἄφοβα. Νὰ μὴν μᾶς ἀνακόπτουν τὰ τυχὸν πικρόχολα σχόλια ἢ οἱ εἰρωνεῖες καὶ κατηγορίες, ποὺ κάποιοι ὄχι σπάνια ἐκτοξεύουν ἀβασάνιστα.
Ὅποιος ἀγαπᾶ κατὰ Θεόν, ἀψηφᾶ τὰ πάντα καὶ ἐνεργεῖ μὲ ὁδηγὸ καὶ βοηθὸ τὸν Θεό.Τέλος, ἡ ἀγάπη μας νὰ εἶναι ἀνιδιοτελής, χωρὶς ὑστεροβουλίες. «Ἡ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Βασικὸ γνώρισμα τῆς γνήσιας ἀγάπης εἶναι ἡ μὲ ἀνιδιοτέλεια, ἀφάνεια καὶ ταπείνωση ἔκφρασή της. Ἡ ὅποια ἐπίδειξη στὴν ἀγαθοεργία μας, μᾶς στερεῖ τὸν οὐράνιο μισθό της.Νὰ παρεμβάλουμε ἐδῶ μία σύντομη διήγηση ἀπὸ τὸ σπουδαῖο βιβλίο ποὺ λέγεται Γεροντικόν, καὶ τὸ ὁποῖο συνιστᾶται νὰ τὸ διαβάζουμε, γιατὶ εἶναι πολὺ ψυχωφελές. Ἡ διήγηση τούτη μᾶς δείχνει πῶς ἐφάρμοσε αὐτὴν τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθωνας, μεγάλος Αἰγύπτιος ἀσκητὴς τοῦ 5ου αἰώνα. Πήγαινε, λέει, κάποτε στὴν Ἀλεξάνδρεια νὰ πωλήσει τὸ μικρό του ἐργόχειρο, κάτι ζεμπίλια καὶ καλαθάκια ποὺ εἶχε πλέξει, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὸ λιτό του φαγητό, λίγο δηλαδὴ παξιμάδι. Ἐκεῖ πηγαίνοντας, βρίσκει παραπεταμένο στὸν δρόμο ἕνα λεπρό. -Ποῦ πηγαίνεις; ἐρωτᾶ ὁ λεπρὸς τὸν Γέροντα.
-Στὴν πόλη νὰ πωλήσω τὸ ἐργόχειρό μου. -Κάνε ἀγάπη, τοῦ λέει ὁ ἄρρωστος, καὶ πάρε με κι ἐμένα ἐκεῖ ποὺ πᾶς. Τὸν ὑποβάστασε τότε ὁ Ἀββᾶς καὶ τὸν πῆρε μαζί του στὴν πόλη. Κι ὅταν πώλησε ἐκεῖ ἕνα σκεῦος, τὸν ρωτάει ὁ λεπρός: -Πόσα τὸ πώλησες; -Τόσα, τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας. -Ἀγόρασέ μου, παρακαλῶ, μιὰ πίττα νὰ φάω, ποὺ εἶμαι πεινασμένος. Καὶ τοῦ ἀγόρασε. Κι ὅ,τι πωλοῦσε, ὁ ἄρρωστος τοῦ ζητοῦσε κάθε φορὰ καὶ κάτι νὰ τοῦ ἀγοράσει, μέχρι ποὺ πώλησε ὅλα τὰ καλαθάκια του καὶ ξόδεψε ὅλες τὶς εἰσπράξεις του γιὰ τὸν λεπρό. Καί, ὅταν ἦταν νὰ ἐπιστρέψει στὸ καλύβι του, τὸν παρακάλεσε ὁ ἄρρωστος νὰ τὸν μεταφέρει ξανὰ ἐκεῖ ποὺ τὸν βρῆκε. Μὲ πολλὴ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη ὁ Ἀγάθωνας τὸν φορτώθηκε ξανὰ καὶ τὸν πῆρε στὸ μέρος ποὺ τὸν εἶχε πρωτοβρεῖ.
Καὶ ἀκούει νὰ τοῦ λέει: «Εὐλογημένος νὰ εἶσαι Ἀγάθων ἀπὸ τὸν Κύριο στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ!», καὶ χάθηκε ἀπὸ μπροστά του! Ἦταν ἄγγελος Κυρίου, ποὺ στάληκε νὰ δοκιμάσει τὴ μεγάλη του ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη! Νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ καὶ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Παύλου· «Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· διὰ ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες Ἀγγέλους» (Ἑβρ. 13,2). Δηλαδὴ νὰ παραμένει σ᾽ ἐσᾶς ἡ φιλαδελφία καὶ νὰ μὴν παραλείπετε νὰ ἐφαρμόζετε τὴ φιλοξενία. Διότι διαμέσου της ὁρισμένοι φιλοξένησαν ἀγγέλους, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν.Ἀδελφοί μου, ὁ καλὸς Σαμαρείτης τῆς παραβολῆς, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ τὴν ἀγάπη μας, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε κι ἀναστήθηκε χάριν μας, καὶ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία, τὸ μέγα τοῦτο πνευματικὸ πανδοχεῖο καὶ ἰατρεῖο, γιὰ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ ἤμασταν πεσμένοι καὶ πληγωμένοι ἀπὸ τοὺς νοητοὺς ληστές, τοὺς δαίμονες.
Κι ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ ἔπραξε ἀπὸ μόνη τὴν ἀγάπη Του. Κι αὐτὴ ζητᾶ ἀπὸ ἐμᾶς. Ν’ ἀκολουθοῦμε τ’ ἀχνάρια Του· νὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι».
Καὶ νὰ διακονοῦμε ὅσο καὶ ὅπως μπορεῖ ὁ καθένας τὸν πλησίον μας, τοὺς συνανθρώπους μας, ποὺ δὲν εἶναι ξένοι καὶ ἄγνωστοι, ἀλλὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μας. Γιὰ νὰ ἀκούσουμε ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως:
«Ἐφ᾽ ὅσον κάνατε τὸ καλὸ σ᾽ ἕναν ἐλάχιστο ἀδελφό μου, σ᾽ ἐμένα τὸ κάνατε. Εἰσέλθετε στὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου σας!» Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε Ἰησοῦ!

Κυριακὴ Ζ᾽Λουκᾶ

8 Νοεμβρίου, 2020

(Λουκ. 8,41-56)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἄνθρωπος τίς προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ,
41. ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ,
42. ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν.
43. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι,
44. προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45. καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου;
46. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθούσαν ἀπ’ ἐμοῦ.
47. ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα.
48. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.
49. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον.
50. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται.
51. ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα.
52. ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει.
53. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν.
54. αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου.
55. καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν.
56. καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Κυριακὴ Ε᾽Λουκᾶ

1 Νοεμβρίου, 2020

(Λουκ. 16,19-31)

Εἶπεν ὁ Κύριος·
19. Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς.
20. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος
21. καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.
22. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη.
23. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ.
24. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ.
25. εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι·
26. καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν.
27. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου·
28. ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου.
29. λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.
30. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν.
31. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ε´Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. ιϚ´ 19-31)

1 Νοεμβρίου, 2020
Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ                                                                          «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος»
Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, μᾶςπαραθέτει μία θαυμάσια παραβολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἸησοῦΧριστοῦ.Καὶ σ᾽ αὐτὴ τὴν παραβολὴ προβάλλουν τρία μεγάλα θέματα, ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου: Ὁ πλοῦτος καὶ ἡ χρήσητου, ἡ πτωχεία καὶ ἡ ἀντιμετώπισή της, καὶ τὸ χρέος τῆς ἐλεημοσύνης.
Καί, ἡ διαχείριση τῶν τρόπων τούτων ζωῆς, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν κατάληξη τῆς παραβολῆς, καθορίζει τὴ μετὰ θάνατον, τὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὴ σωτηρία του, ἤ, ἀλίμονο, τὴν αἰώνια ἀπώλειά του.Ἡ τροφὴ καὶ τὸ ἔνδυμα ἀποτελοῦν ἀναμφίβολα δύο ἀπὸ τὶς βασικώτερες ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ τροφὴ γιὰ τὴν αὔξηση καὶ συντήρηση τοῦ σώματος, καὶ τὸ ἔνδυμα γιὰ τὴν κάλυψη τῆς γυμνότητάς του καὶ τὴν προφύλαξή του ἀπὸ τὶς ποικίλες καιρικὲς συνθῆκες.
Γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν εὔλογα οἱ ἄνθρωποι ἀγωνιζόμαστε στὸν καθημερινὸ τῆς ζωῆς ἀγώνα. Σ᾽ αὐτὸ τὸν ἀγώνα ὅμως ὑποκρύβεται πάντοτε ἕνας κίνδυνος: ἡ κάλυψη τῶν δύο αὐτῶν φυσικῶν ἀναγκῶν νὰ μεταβληθεῖ σὲ πάθος, σὲ αὐτοσκοπό. Ἡ ἀνάγκη δηλαδὴ τῆς ἐνδυμασίας νὰ καταλήξει σὲ πάθος πολυτελοῦς ἔνδυσης ποὺ προκαλεῖ, σὲ χλιδὴ ποὺ διαφθείρει, σὲ ματαιοδοξία βδελυκτὴ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἡ ἀνάγκη λήψης τροφῆς, νὰ μεταβληθεῖ σὲ κοιλιοδουλία καὶ κολακεία τῆς σάρκας, μὲ ὅλα τὰ φοβερὰ παρεπόμενα βλαβερὰ γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ πάθη.
Τὸν κίνδυνο τοῦτο μᾶς ἐπισημαίνει ἔντονα καὶ τόσο παραστατικὰ ὁ Κύριος στὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, ποὺ μόλις ἀκούσαμε.
Ἂς ἐξετάσουμε, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὸ πρῶτο θέμα, αὐτὸ τοῦ πλούτου καὶ τῆς χρήσης του. «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος», λέγει, ἀρχίζοντας τὴν παραβολὴ ὁ Κύριος.
Ἀντίθετα μὲ ὅ,τι κάνει γιὰ τὸν πτωχὸ Λάζαρο, ἀπαξιώνει νὰ ἀναφέρει κἂν τὸ ὄνομα τοῦ πλουσίου, ἐνῶ μᾶς περιγράφει μὲ ζωηρὰ χρώματα τὴ ματαιόδοξη καὶ φιλήδονη ἐπὶ γῆς ζωή του.
Ἀπαγγέλλει τὸ φοβερὸ κατηγορητήριό του καὶ τὸν παρουσιάζει βαριὰ τιμωρούμενο στὴ μεταθανάτια ζωή. Γιατί ὅμως; Ἐπειδὴ ἦταν πλούσιος; Καί, μήπως ὁ πλοῦτος καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ εἶναι πράγματα καθεαυτὰ ἀπαράδεκτα καὶ κατακριτέα ἀπὸ τὸν Θεό; Ἀσφαλῶς ὄχι, ἀδελφοί! Τὸ πρόβλημα, ἀπὸ πνευματικῆς πλευρᾶς, δὲν ἔγκειται στὴν ὕπαρξη τοῦ νόμιμα ἀποκτηθέντος πλούτου, ἀλλὰ στὴ διαχείρισή του.
Ὅπως καὶ ἕνα μαχαίρι, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ νὰ κόψει κάποιος ψωμὶ ἢ νὰ ἐνεργήσει κάτι ἄλλο καλὸ καί, ἀντίθετα, νὰ μαχαιρώσει καὶ φονεύσει μὲ αὐτὸ ἕναν ἄνθρωπο.
Ὁ Κύριος δίνει σὲ μερικοὺς πολὺ πλοῦτο, σὲ ἄλλους λιγότερο, καὶ ἀναμένει ἀπὸ τὸν καθένα πῶς θὰ τὸν διαχειρισθεῖ: γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, τὸ καλὸ τῶν ἄλλων καὶ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ἢ γιὰ τὸ νομιζόμενο καλὸ τοῦ ἑαυτούλη του, γιὰ νὰ τὸν σπαταλήσει σὲ ἡδονὲς καὶ φαγοπότια, σὰν τὸν πλούσιο τῆς σημερινῆς παραβολῆς;
Γιατί, πρέπει ἐδῶ νὰ τονίσουμε, πὼς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε -πρέπει νὰ εἴμαστε- οἱ καλοὶ οἰκονόμοι, δηλ. διαχειριστὲς τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, εἴτε ὑλικῶν, εἴτε πνευματικῶν, καὶ οὐδέποτε νὰ τὰ οἰκειοποιούμαστε, οὔτε νὰ τὰ ἀπολυτοποιοῦμε, οὔτε καὶ νὰ δένεται σ᾽ αὐτὰ ἡ καρδία μας.
«Τί ἔχεις, ὅπερ οὐκ ἔλαβες;», ἄνθρωπε, ἐπισημαίνει θεόπνευστα καὶ ὁ θεηγόρος Παῦλος· «εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, ἵνα τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών»; (Α´ Κορ. 4, 7). Καὶ ἀλλοῦ θὰ εἰπεῖ ὁ Κύριος: «ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6, 21). Ὁ πλούσιος πρέπει νὰ προσέξει πολλαπλᾶ τὴ ζωή του, γιὰ νὰ μὴν καταλήξει δέσμιος τοῦ πλούτου, ὅπως ἔπαθε καὶ ὁ σημερινὸς πλούσιος.
Διέγραψε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴ ζωή του καὶ ζοῦσε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του: Ντυνόταν μὲ πορφύρα καὶ βύσσο —τὰ πιὸ ἀκριβὰ δηλαδὴ καὶ βαρύτιμα ἐνδύματα τῆς ἐποχῆς— καὶ εὐφραινόταν «καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς».
Ὄχι κάθε τόσο, τέλος πάντων, μὰ κάθε ἡμέρα! Οἱ φυσιολογικὲς ἀνάγκες τῆς τροφῆς καὶ τοῦ ἐνδύματος εἶχαν τελείως διαστραφεῖ καὶ εἶχαν κυριέψει τὴν καρδιά του σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ δὲν αἰσθανόταν τὴν ἐλεεινὴ καὶ ἄθλια κατάσταση τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.
Ἂς ἰδοῦμε καὶ τὸ ἄλλο θέμα τῆς παραβολῆς μας: Τῆς πτωχείας καὶ τῆς ἀντιμετώπισής της.
Ὁ Κύριος μᾶς δίνει ἀνάγλυφα ἀποτυπωμένη καὶ τοῦ Λαζάρου τὴν εἰκόνα: Ρακένδυτος, ἄρρωστος, πληγιασμένος καὶ παραπεταμένος στὴν ἐξώπορτα τοῦ μεγάρου τοῦ πλουσίου. Καὶ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῶν λουκουλλείων γευμάτων τοῦ ἀσπλάχνου πλουσίου, ποὺ τοῦ πετοῦσαν ποῦ καὶ ποῦ, σὰν νὰ ἦταν ἄψυχο ζῶο, οἱ ὑπηρέτες τοῦ σπιτιοῦ.
Καὶ ὅμως!
Ὁ φαινομενικὰ ἀξιοθρήνητος Λάζαρος ἦταν πάμπλουτος σὲ ἀρετές: Ἔδειχνε ἀπέραντη ὑπομονή· δεχόταν, σὰν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν πτωχεία καὶ τὴν πείνα καὶ τὴν ἀρρώστεια, καὶ δὲν γόγγυζε. Καί, τελικά, αὐτὸς ἀποδείχθηκε ὁ ἀληθινὰ πλούσιος.
Γιὰ τὴν ὑπομονὴ στὶς δοκιμασίες τῆς πρόσκαιρης τούτης ζωῆς κληρονόμησε πλοῦτο ἄφθαρτο καὶ ζωὴ αἰώνιο. Ἀντίθετα ὁ πλούσιος, ποὺ ἀπόλαυσε ἁμαρτωλὰ καὶ μὲ ἀχαριστία στὸν Θεὸ τὰ ἀγαθὰ τοῦ βίου τούτου, τώρα φλογίζεται αἰώνια στὰ βάσανα τῆς κόλασης, καὶ ἐπιθυμεῖ μία σταγόνα νεροῦ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Λαζάρου, νὰ σβήσει τὴ φοβερή του δίψα. Διψάει, δηλαδή, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ· γιατὶ κόλαση εἶναι ὁ φοβερὸς χωρισμὸς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀπὸ τὴ δροσοβόλο Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν κοινωνία τὴν αἰώνια μαζί Του!
Ἂς ἀφήσουμε ὅμως τὸν πλούσιο καὶ τὸν πτωχὸ Λάζαρο τῆς παραβολῆς, κι ἂς ἔλθουμε στὴν ἐποχή μας. Πολὺ φοβοῦμαι πώς, ὄχι μόνο οἱ πλούσιοι, ἀλλά, λίγο πολύ, ὅλοι μας πάσχουμε ἀπὸ τὴ διπλὴ ἀρρώστεια τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς: τὴν ἐπιδεικτικὴ πολυτέλεια καὶ τὴν ἀκόρεστη κοιλιοδουλία.
Κατάντησε η κοινωνία μας μία κοινωνία πολυτέλειας, σπατάλης, ἐπίδειξης. Ὁ ἄνθρωπος σήμερα ντύνεται ἤ, ἀναλόγως, γδύνεται!, ὄχι γιατὶ τὸ ἐπιβάλλει ἔτσι ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ ἡ θεοποιημένη μόδα. Γιατὶ ἔτσι ἀποφασίζουν σκοτεινὰ καὶ πανίσχυρα οἰκονομικὰ ξένα κέντρα καὶ συμφέροντα.
Χρόνος καὶ χρῆμα ξοδεύονται ἄφθονα στοὺς νεοειδωλολατρικοὺς ναοὺς τῆς ἐποχῆς, τὰ λεγόμενα «ἰνστιτοῦτα καλλονῆς», «αἰσθητικῆς», καὶ ὅ,τι παρόμοιο. Μὰ καὶ στὴ λατρεία τῆς κοιλιᾶς δὲν ὑστεροῦμε: Χρῆμα καὶ χρόνος ἄφθονα ξοδεύονται καὶ πάλιν, γιὰ νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε ὅ,τι σπάνιο, ὅ,τι πολυτελές.
Περιουσίες ὁλόκληρες ξοδεύονται συχνὰ γιὰ τὴν κοιλιὰ καὶ τὶς ἄλλες αἰσχρὲς ἡδονές, ποὺ ἀναπότρεπτα συνδέονται μὲ τὰ φαγοπότια. Βάκχος καὶ Ἀφροδίτη λατρεύονταν καὶ λατρεύονται πάντα -ἀλίμονο!- μαζί. Κι ὅλ᾽ αὐτά, πότε; Ὅταν στὸν κόσμο ὅλο, στὴν Ἀφρική, τὴν Ἀσία, καὶ συχνότατα ὄχι πολὺ μακρυά μας, δίπλα μας, χιλιάδες ἄνθρωποι πεθαίνουν καθημερινὰ ἀπὸ τὴν πείνα.
Ὅταν ἑκατομμύρια παιδιὰ ὑποσιτίζονται καὶ πεινοῦν καὶ ζοῦν κάτω ἀπὸ ἄθλιες συνθῆκες. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι οἱ σύγχρονοι Λάζαροι. Καὶ στέκονται κοντά μας, ἀνάμεσά μας. Φθάνει νὰ ἔχουμε ἀνοιχτὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς νὰ τοὺς ἰδοῦμε!
Μήπως δὲν εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ ἔλθει ἡ οἰκονομικὴ τούτη σύγχρονη κρίση; Ναί, ἦλθε ὡς παιδαγωγικὴ τιμωρία τῆς πνευματικῆς μας κρίσης, τῆς ἀπομάκρυνσής μας ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὸ ἅγιο θέλημά Του.
Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, ἂς διώξουμε μακρυά μας τὴν πολυτέλεια, τὴν κοιλιοδουλία. Νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ ζήσουμε μὲ μετάνοια, νὰ ἐκζητήσουμε τὸν Θεό πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα. Ἀσφαλῶς, καὶ θὰ φᾶμε καὶ θὰ πιοῦμε καὶ θὰ ντυθοῦμε, ἀλλὰ μὲ μέτρο, ἁπλᾶ καὶ λιτά, ὅσο γίνεται.
«Ἔχοντες τροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα», μᾶς παραγγέλλει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καί, ταυτόχρονα, γιὰ νὰ καταλήξουμε στὸ τρίτο μας θέμα, νὰ ἀνοίξουμε τὰ σπλάχνα μας πρὸς βοήθεια τοῦ πλησίον μας, τοῦ κάθε ἐμπερίστατου καὶ πονεμένου ἀδελφοῦ μας, ὅπως καὶ ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας· «ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός» (Β´ Κορ. 9, 7).
Ὅπως ἔζησαν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Ὅπως ἔζησαν καὶ οἱ ἅγιοι Γαλακτίων καὶ Ἐπιστήμη, τῶν ὁποίων σήμερα τελοῦμε τὴ μνήμη, ποὺ σκόρπισαν ἀφθονοπάροχα στοὺς πτωχοὺς τὴν περιουσία τους, ὑπέμειναν ποικίλα βασανιστήρια γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀξιώθηκαν αἰώνιας δόξας στοὺς οὐρανούς.
Ἂν ἔτσι ζοῦμε, μὲ ἀγάπη ἀληθινὴ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον μας, μὲ μετάνοια, μὲ ἐλεημοσύνη καὶ ἐλεήμονα καρδία, θὰ ἔλθει ἀναμφίβολα καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Γιατὶ εἶναι «ἐλεήμων καὶ μετανοεῖ ἐπὶ κακίαις ἀνθρώπων». Καὶ θὰ εὐλογήσει καὶ τὴν παρούσα μας πρόσκαιρη ζωή, καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως τῆς ἱλαρῆς καὶ γλυκείας του ἐκείνης φωνῆς: «Ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἐνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε· εἰσέλθετε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ὑμῶν». Ἀμήν!
Γένοιτο, Κύριε Ἰησοῦ!

Κυριακὴ ΣΤ᾽Λουκᾶ

25 Οκτωβρίου, 2020

(Λουκ. 8,26-39)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ
26. εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν,
27. ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν.
28. ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς.
29. παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους.
30. ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν·
31. καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν.
32. ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
33. ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη.
34. ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς.
35. ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν.
36. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς.
37. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν.
38. ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39. ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.