Archive for the ‘Ἰστορὶα’ Category

Ἡ Ἃλωση τῆς Πὸλης (Μηχανὴ τοῦ χρὸνου)

Μαΐου 29, 2018

Περὶ τῆς Ἐλληνικῆς Ἐπανὰστασης (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαρτίου 25, 2018

Σχετική εικόνα

25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

«…Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτο ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ήτο με ένα λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωριστεί ως τοιούτος, ούτε να ορκισθεί, παρά μόνο ό,τι έκαμνε η βία. Ούτε ο Σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήσει τον ελληνικόν λαόν ως λαόν, αλλ’ ως σκλάβους. Μία φοράν, όταν επήραμε το Ναύπλιο, ήλθεν ο ‘Αμιλτον να με ιδεί. Μου είπε ότι: « Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμό, και η Αγγλία να μεσιτεύσει». Εγώ του αποκρίθηκα, ότι: « Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, καπιτάν ‘Αμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους. ‘Αλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς ημείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα». Με είπε: «Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;» – « Η φρουρά του βασιλέως μας είναι είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά»»…

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)

Ἅπαντα Τσερτσέτη , τομ. Γ΄, σελ. 149-150

 

«…. Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την Επανάσταση, δε συλλογιστήκαμε ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε πως οι Τούρκοι εβαστούσαν τα Κάστρα και τις πόλεις… Ως μια βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι, όλοι εσυμφονήσαμε εις αυτόν το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση…»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843), η μεγαλύτερη μορφή της Επανάστασης του ’21.
Ἅπαντα Τσερτσέτη

Ιερείς και Επανάσταση του 1821

Είναι υποχρέωση, αλλά και δικαίωμα της Εκκλησίας της Ελλάδος να ενημερώνει το ποίμνιό της για ορισμένα σοβαρά ζητήματα: πνευματικά, κοινωνικά, εθνικά, εκπαιδευτικά. Ο λαός μας δεν πρέπει να παραπληροφορείται ή να πέφτει θύμα ιδεολογικών προπαγανδών και μονομερών θεωρήσεων της Ιστορίας μας, στην οποία η προσφορά της Εκκλησίας υπήρξε σημαντική. Γι’ αυτό και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εκφράζει την έντονη ανησυχία της για την επιχειρούμενη προσπάθεια διαστρεβλώσεως της Νεοελληνικής Ιστορίας με διάφορους τρόπους.

Στην εποχή μας παρουσιάζεται ένα κίνημα μοντέρνου αθεϊσμού, το οποίο διαστρέφει τα γεγονότα και επιχειρεί να σβήσει τον ιστορικό ρόλο της Εκκλησίας και να αμφισβητήσει την ελληνορθόδοξη ταυτότητα του λαού μας. Ειδικότερα, εμφανίζεται μια προσπάθεια καταγραφής και αποτυπώσεως μιας άλλης «ιστορίας», σχετικά με την Επανάσταση του 1821. Μιας ιστορίας διαφορετικής ως προς τα γενεσιουργά αίτια και αλλοτρίων προσεγγίσεων ως προς τα πρόσωπα και τους πρωταγωνιστές της εποχής. Μια άλλη καταγραφή, η οποία επιδιώκει την επικοινωνιακή της επιτυχία μέσα από την προβολή μιας ιδεολογικής ερμηνείας των γεγονότων και των προσώπων, διατυπώνοντας μια άλλου είδους προοπτική και προσεγγίζονται μονόπλευρα τα γεγονότα.

Όλα αυτά τα τεχνάσματα δεν είναι Ιστορία, γιατί Ιστορία είναι αυτό που προέρχεται, καταγράφεται και διασώζεται μέσα αλλά και διαμέσου της διαχρονικής συνειδήσεως του Έθνους.

Θεωρούμε, λοιπόν, χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ορισμένες αλήθειες για την Τουρκοκρατία, την Επανάσταση του 1821 και την Ελληνορθόδοξη Ταυτότητα του Γένους.

Η Άλωση ήταν ένα γεγονός που καταλύπησε ολόκληρο τον Ελληνισμό και την Οικουμένη πέρα ώς πέρα. Οι θρήνοι που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν τότε είναι χαρακτηριστικοί. Η παρακαταθήκη πέρασε στον μεταβυζαντινό Ελληνισμό, που κράτησε με επίγνωση την παράδοση του Έθνους. Την ίδια ακριβώς ώρα η καρδιά του έπαλλε τραυματισμένη στον αυτό ρυθμό. Στην Κύπρο ο ποιητής βάζει στο στόμα του τελευταίου βασιλιά τούτα τα λόγια, που σημαίνουν την ανάγκη να μην κοπεί το νήμα της ελληνορθόδοξης παράδοσης του λαού μας:

«… κόψετε το κεφάλι μου, Χριστιανοί Ρωμαίοι
επάρετέ το, Κρητικοί, βαστάτε το στην Κρήτη,
να το ιδούν οι Κρητικοί να καρδιοπονέσουν…»

(Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης)

Υπό το καθεστώς της Βενετοκρατίας, η Κρήτη κατόρθωσε να συνεχίσει τη βυζαντινή παράδοση στην τέχνη, τα Γράμματα, το θέατρο, τις φιλολογικές σπουδές. Σιγά-σιγά η ελληνική παιδεία, με τη φροντίδα της Εκκλησίας, άρχισε να βελτιώνεται. Με απόφαση της τοπικής συνόδου, που πραγματοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1953 στο Βλάχ-Σεράι της Κωνσταντινούπολης, η Εκκλησία ανέλαβε την παιδεία του Γένους, γεγονός που ιστορικοί του νέου Ελληνισμού (Βακαλόπουλος κ.λπ.) θεωρούν «ορόσημο» για την ελληνική παιδεία. Στον 7ο κανόνα της Συνόδου αυτής που συγκροτήθηκε με την προεδρία του Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ του Τρανού, αναφέρεται: «Ώρισεν η Αγία Σύνοδος, φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν ώστε τα θεία και τα ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις, εάν των επιτηδείων χρείαν έχωσιν».

Αυτό δεν υλοποιήθηκε παντού και αμέσως. Εντούτοις και πέρα από την Κωνσταντινούπολη δημιουργήθηκαν νέα σχολεία, γιατί η παιδευτική στάθμη είχε προηγουμένως σημειώσει πτώση. Έτσι στα τέλη του 16ου αι. σημειώνεται στη Μακεδονία, την Ήπειρο, τον Μοριά και τα νησιά του Αιγαίου αξιόλογη ανάπτυξη εκπαιδευτικών κέντρων. Οι μοναστικές κοινότητες του Αγίου Όρους και των Μετεώρων, και γενικά τα μοναστήρια, απέβησαν πνευματικές εστίες, όπου γνώρισε ακμή η αγιογραφία, λειτούργησαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, φανερά και «κρυφά σχολειά», όπου οι συνθήκες δεν ήταν πρόσφορες, και πλήθος κοινωνικών ιδρυμάτων. Ο καθηγητής Ν.Γ. Σβορώνος στο έργο του «Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας» παρατηρεί:
«Η Εκκλησία, όταν πέρασε το πρώτο χτύπημα της κατάκτησης, θα συνεχίσει το έργο της ανασυγκρότησης της πνευματικής ζωής των Ελλήνων. Σ’ όλη την περίοδο από τον 15ο-17ο αι., υπήρξε η κατευθυντήρια δύναμη του Έθνους. Επικεφαλής της εθνικής αντίστασης σε όλες τις μορφές της, εργαζόμενη για το σταμάτημα των εξισλαμισμών, συμμετέχοντας σ’ όλες τις εξεγέρσεις, ακόμη και διευθύνοντάς τες (έχει δείξει μεγάλο αριθμό νεομαρτύρων, που είναι σύγχρονα και ήρωες της χριστιανικής πίστης και της εθνικής αντίστασης), ρυθμίζει επίσης την πνευματική ζωή».

Όπου δεν υπήρχε συγκροτημένο σχολείο, όταν επιθυμούσε κάποιος να μορφώσει το παιδί του, το έστελνε κοντά σ’ ένα παπά ή μοναχό, για να διδαχθεί το αλφαβητάρι και τα πρώτα γράμματα (αυτά που αποκαλούσαν περιφρονητικά οι λόγιοι «κολλυβογράμματα», αλλά παρείχαν τις πρώτες βάσεις για την ανάγνωση και τη γραφή).

Τα μικροκινήματα που προηγήθηκαν

Εύστοχα ο αείμνηστος Καθηγητής-Ακαδημαϊκός Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος έχει παρατηρήσει ότι την επομένη κιόλας της Άλωσης, η αντίσταση των Ελλήνων έγινε πνευματική, για να εξελιχθεί και πάλι ένοπλη και να λάβει το Εικοσιένα τη μορφή του μεγάλου Σηκωμού. Ώς τότε σημειώθηκαν πολλά μικροκινήματα. Ήδη στον 16ο αι. (1585) πραγματοποιήθηκε εξέγερση των αρματολών της Βόνιτσας Θεοδώρου Γρίβα και της Ηπείρου Πούλιου Δράκου και Μαλάμου, που ξεσηκώθηκαν κατά των Τούρκων, οι οποίοι όμως κατέστειλαν την εξέγερσή τους. Επικεφαλής των κινημάτων αυτών ήταν συνήθως κληρικοί και επίσκοποι.

Στον 17 αι. (1611) έγινε στα Γιάννενα ξεσηκωμός αγροτών, που υποκινήθηκε από έναν επίσκοπο της Εκκλησίας, τον πρώην Λαρίσης Διονύσιο τον Φιλόσοφο, που προηγούμενο επαναστατικό εγχείρημά του κατά των Τούρκων (1600) του στοίχισε τον θρόνο. Η εξέγερση τη φορά αυτή (Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 1611) απείλησε τα Γιάννενα, γεγονός που εξόργισε τους Τούρκους. Συνέλαβαν τον Διονύσιο σε ένα σπήλαιο, όπου είχε καταφύγει, και τον έγδαραν ζωντανό. Παραγέμισαν το δέρμα του με τα αρχιερατικά του άμφια στην πόλη, για να το στείλουν μετά στην Υψηλή Πύλη μαζί με 85 κεφάλια άλλων επαναστατών. Στην εκδικητική τους μανία κατέστρεψαν τη μονή του Αγίου Δημητρίου του Διχούνη, που ήταν η μετάνοια και το ορμητήριο του Διονυσίου.

Η προσδοκία των υπόδουλων Ελλήνων να απελευθερωθούν, δεν τους εγκατέλειψε ποτέ. Τα βλέμματά τους στρέφονταν προς την ομόδοξη Ρωσία, το «ξανθόν γένος», για το οποίο μιλούσαν οι λαϊκές προφητείες, όπως η αποδιδόμενη στον Αγαθάγγελο, περιμένοντας βοήθεια. Στο Μοριά ο μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Ανανίας Λαμπάρδης από τη Δημητσάνα ηγήθηκε επαναστατικού κινήματος, που απέβλεπε στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού από την Πελοπόννησο. Άλλοι αρχιερείς, όπως ο Π. Πατρών, ο Κορίνθου και ο Κερνίτσης συνεργάσθηκαν μαζί του. Προδόθηκαν όμως στους Τούρκους, οι οποίοι το 1764 ή 1767 συνέλαβαν τον επίσκοπο Ανανία και τον αποκεφάλισαν.

Αγιορείτης μοναχός, κουρά της μονής Φιλοθέου, ο θρυλικός Πατροκοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779), ο «άγιος των σκλάβων», αφού πήρε την ευχή του Πατριάρχη, όργωσε κυριολεκτικά την Ελλάδα από τη μια άκρη ώς την άλλη, ξυπνώντας συνειδήσεις και φωτίζοντας τους Έλληνες και διακινούμενος με καταπληκτικοί ταχύτητα ανάμεσα σε πεδιάδες και βουνά. Δεν έβρισκε ξεκούραση ούτε το μεσημέρι με τον καυτό ήλιο, εξοικονομώντας πολύτιμο χρόνο για την επιτέλεση του σπουδαίου εθνεγερτικού και παιδευτικού έργου του. Ο φλογερός εκείνος λαϊκός διδάχος, που ακριβοδίκαια ονομάστηκε «Εθναπόστολος», πλήρωσε με μαρτυρικό τέλος την ανυπολόγιστης αξίας και σημασίας προσφορά του στο ελληνορθόδοξο Γένος του.

Το 1770, στα γνωστά Ορλωφικά, και πάλι κληρικός, ο επίσκοπος Μαυροβουνίου, με τον Σταυρό στο χέρι πήγαινε από χωριό σε χωριό καλώντας όλους σε «ιερό πόλεμο» κατά των κατακτητών. Στους αδελφούς Ορλώφ που ήρθαν από τη Ρωσία συμπαραστάθηκαν όλοι οι τοπικοί επίσκοποι, όπως ο Πατρών Παρθένιος, που επιτέθηκε κατά των Καλαβρύτων, ο Κορίνθου Μακάριος που κατέλαβε τον Ισθμό, ο Κορώνης, ο Μεθώνης, της Καλαμάτας.

Με το αίμα του πρωτομάρτυρα της ελληνικής ελευθερίας αγίου Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, βάφτηκε στις 10 Απριλίου 1821 η πανεθνική εξέγερση του Γένους. Όπως γράφει ο Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματά» του, ο Γρηγόριος ήταν εκείνος που στήριξε το έργο της Φιλικής Εταιρείας και την περιέσωσε από διάλυση. Ξένος διπλωμάτης, ο Ολλανδός επιτετραμμένος στην Πόλη Γκάσπαρντ Τέστα σε έκθεσή του προς το Υπουργείο των Εξωτερικών της χώρας του, που έφερε στο φως ο αείμνηστος καθηγητής Γεώργιος Θ. Ζώρας, έγραφε: «ο αρχηγός ούτος της Εκκλησίας, ονόματι Γρηγόριος, είχεν εξελεγχθεί ως συνένοχος και κύριος υποκινητής της συνωμοσίας των Ελλήνων. Πιστοποιηθείσης της συμμετοχής του διά σαφών αποδείξεων και εγγράφων ο σουλτάνος του επέβαλε την ποινήν την οποίαν επέσυρε το κακούργημά του».

Δραστήριο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, μεταξύ άλλων κληρικών, ήταν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος ο Παγκώστας από την Πάτμο. Στις 29 Απριλίου 1821 οι κάτοικοι της Σύμης έστειλαν στον Δωδεκανήσιο ιεράρχη τον Νικήτα Χατζηιωάννου ζητώντας οδηγίες για τον Αγώνα. Ιδού η απάντηση του εθνεγέρτη Πατριάρχη:

«Κάτοικοι των νήσων, όσοι μένετε ακόμη υπό τον τουρκικόν ζυγόν, εγέρθητε, λάβετε τα όπλα υπέρ της κοινής ελευθερίας, οι έχοντες καράβια μικρά ή μεγάλα οπλίσατε αυτά και ενωθείτε με το ελληνικόν στόλον συγκροτούμενον από τας ναυτικάς δυηνάμεις των Υδριωτών και Σπετζιωτών και Ψαριανών, και υποσχόμενοι ελευθερίαν όλου του Αιγαίου πελάγους».

Η πίστη των Αγωνιστών του 1821

Ο Αγώνας δεν έγινε μόνο για την πατρίδα, αλλά και για τη θρησκεία. Στην Προκήρυξή του ο Γεωργάκης Ολύμπιος τόνιζε: «Εμπρός αδέλφια. Ας πεθάνουμε κοιτάζοντας άφοβα το θάνατο στα μάτια. Ζήτω η θρησκεία και η ελευθερία της Ελλάδος. Θάνατος στους βαρβάρους». Τα μοναστήρια τροφοδοτούσαν τους αρματολούς και παρείχαν καταφύγιο στους διωκόμενους. Συχνά γίνονταν εστίες αντίστασης (μονή Σέκου, μονή Αρκαδίου κ.λπ.). Ο στρατηγός Μακρυγιάννης με τον αυθεντικό λόγο του έχει γράψει: «… αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της επανάστασής μας. Ότι εκεί ήταν και οι τζεμπιχανέδες (πυριτιδαποθήκες) μας και όλα τ’ αναγκαία του πολέμου• ότ’ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους».

Οι απλοί κληρικοί συγκρότησαν στις ενορίες τους ένοπλα σώματα, τέθηκαν επικεφαλής τους και έλαβαν ενεργό μέρος στην εξέγερση. Άλλοι από αυτούς άφησαν την τελευταία τους πνοή στο πεδίο της τιμής και άλλοι μαρτύρησαν στα χέρια των Τούρκων. Κι όσοι επιβίωσαν πένονταν έχοντας δώσει όλη την περιουσία τους στην Επανάσταση. Στο Αρχείο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης σώζονται πολλά έργα που μαρτυρούν τη συμβολή του Ορθόδοξου κλήρου και μοναχισμού στο Εικοσιένα και υπογράφονται από κορυφαίους και άλλους οπλαρχηγούς. Σε 14 αριθμεί ο Μητροπολίτης πρώην Λήμνου Βασίλειος Γ. Ατέσης τους εθνομάρτυρες αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος από το 1821-1869.

Και ποιος μπορεί να λησμονήσει τα πρωτοπαλίκαρα της λευτεριάς μας, τον Αθανάσιο Διάκο (Αλαμάνα), τον Γρηγόριο Δικαίο – Παπαφλέσα (Μανιάκι), τον καλόγερο Σαμουήλ (Κούγκι). Και ακόμη πλήθος ιερωμένων που έδρασαν στον Ιερό Αγώνα του Έθνους μας, όπως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Άρτης Πορφύριος, ο Αθηνών Θεόφιλος, ο Έλους Άνθιμος, ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Ρωγών Ιωσήφ κ.ά., οι οποίοι έλαβαν μέρος στις διάφορες φάσεις της Επανάστασης. Τους οπλαρχηγούς της Αχαΐας όρκισε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Στην πρώτη ομάδα εθνομαρτύρων αρχιερέων ανήκουν ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Αγχιάλου Ευγένιος, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, οι επίσκοποι Πάφου, Κιτίου, Κυρηνείας. Συνήθως οι Τούρκοι τους αποκεφάλιζαν ή τους κρεμούσαν.

Η ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821 είναι πραγματικό θαύμα. Το συμπέρασμα που βγαίνει από όλες τις ιστορικές πηγές, απομνημονεύματα, επιστολές, έγγραφα, περιηγητικά κείμενα και άλλες γραπτές μαρτυρίες της εποχής εκείνης είναι ότι οι παράτολμοι αγωνιστές, που ανέλαβαν το μεγάλο εγχείρημα, είχαν πλήρως διαμορφωμένη ελληνορθόδοξη συνείδηση, ακλόνητη πίστη, πολέμησαν στο όνομα του αγίου Τριαδικού Θεού, στον οποίο και βάσιζαν τις ελπίδες τους και από τον οποίο αντλούσαν τη βεβαιότητα για τη νίκη. Ζούσαν όλοι ευχαριστιακή ζωή. Ο Μακρυγιάννης γράφει σε άλλο σημείο των «Απομνημονευμάτων» του: «Του λέγω: Κόπιασε η γενναιότη σου και σ’ αυτήνε την μπατάγια την σημερινή θα γένει ο Θεός αρχηγός. Και με την δύναμή του θα λυπηθεί εμάς και την πατρίδα μας… Τι θα κάνεις, μου λέγει, σε τόσο πλήθος Τούρκων; Είναι ο Θεός του λέγω, και κάνει ο ίδιος!».

Στους περιηγητές της περιόδου κάνουν εντύπωση οι μεγάλες περίοδοι νηστειών που τηρούν οι Έλληνες. Κάποιος από αυτούς σημειώνει ότι μόλις τελειώνει η μία, αρχίζει η άλλη. Στα «Απομνημονεύματά» του ο ηρωικός Γέρος του Μοριά, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σημειώνει: «… Έκατσα έως που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους, οπέ εκατέβηκα κάτου. Ήταν μια εκκλησιά εις τον δρόμον (η Παναγιά εις το Χρυσοβίτζι) και το καθησιό μου ήτον όπου έκλαιγα την Ελλάς. Παναγία μου, βοήθησε και τούτην την φοράν τους Έλληνας να εμψυχωθούν. Και επήρα ένα δρόμο κατά την Πιάνα…». Παρακάτω ο ίδιος γράφει: «23 ώρες εβάσταξε ο πόλεμος. Εκείνην την ημέρα ήτον Παρασκευή, και έβγαλα λόγον ότι: Πρέπει να νηστεύωμε όλοι διά δοξολογίαν εκείνης της ημέρας, και να δοξάζεται αιώνας αιώνων ώς ου στέκει το έθνος, διατί ήτον η ελευθερία της πατρίδος…».

Αυτοί οι άνδρες μας χάρισαν την λευτεριά μας, που δεν έκαναν ορθολογιστικές σκέψεις, αλλά με τη βαθιά πίστη τους είχαν την προστασία του Θεού. Όπως ο λιονταρόψυχος Καραϊσκάκης, που κατέφυγε στη βοήθεια των Αγίων, σαν τότε που βρέθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Σεραφείμ, πάνω από τη Λιβαδιά, κι έπεσε στα πόδια μαζί με τους άντρες του και του έταζε: «Βοήθησέ μας, Άγιε Σεραφείμ, να διώξουμε τον Κιούταγα από την Αθήνα, να γλιτώσουμε τους κλεισμένους Χριστιανούς και να κάνουμε τους Τούρκους δεύτερη Αράχωβα, και να σου φέρω χρυσό καντήλι στον τάφο σου και λαμπάδες εκατό ίσα με το κορμί σου και να στολίσω σαν παλάτι το μοναστήρι σου…».

Στο όνομα του Τιμίου Σταυρού επιχειρούσε κάθε εξόρμησή του ο γενναίος ναυμάχος της Ύδρας Ανδρέας Μιαούλης. Στον «Άρη» του είχε τοποθετήσει ένα μεγάλο ξύλινο Σταυρό, όπου έβαλε να χαράξουν κάθετα: «Σταυρού τύπος, εχθροίς τρόμος» και οριζόντια: «Σταυρός πιστών στήριγμα».

Έτσι, όταν το Έθνος απελευθερώθηκε και συντάχθηκαν τα Συντάγματά του, άρχιζαν όλα, όπως άλλωστε και το σημερινό, με επίκληση της Αγίας και Αδιαιρέτου και Ομοουσίου Τριάδος. Αυτή υπήρξε και είναι η πίστη και η δύναμη του ελληνικού λαού, η Ορθοδοξία κιβωτός της σωτηρίας του και σώτειρα του Γένους πανθομολογούμενη, συστατικό σπουδαίο της συνείδησης και της ταυτότητάς τους. Όπως έγραφε ο αείμνηστος Φώτης Κόντογλου: «Σ’ αυτό τον τόπο Ορθοδοξία και Ελλάδα πάνε μαζί».

Πηγή: Η έκδοση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Προς το Λαό, Μάρτιος 2011, αρ. 46

ΚΥΡΙΟΤΕΡΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑΣ (ἀπὸ Μπὰμπη)

Φεβρουαρίου 26, 2018

Αναφέρουμε ενδεικτικά τα ονόματα κάποιων από τους κυριότερους εκπροσώπους της αγιογραφίας, χωρίς φυσικά να εξαντλούμε τον κατάλογο του πλήθους των μαστόρων, που ταπεινά υπηρέτησαν την τέχνη, επωνύμων και ανωνύμων, μικρών και μεγάλων, των οποίων τα ονόματα είναι γραμμένα στη Βίβλο της Ζωής.

Ευαγγελιστής Λουκάς.

Άγιος Λάζαρος ο Ομολογητής.
Έζησε στους χρόνους του εικονομάχου βασιλέως Θεοφίλου. Επειδή ήταν αγιογράφος κατηγορήθηκε στον βασιλιά και υπεβλήθει σε φοβερά βασανιστήρια. Έβαλαν οι δήμιοι στις παλάμες του πυρακτωμένα πέταλα και από την μεγάλη βάσανο έμεινε ως νεκρός. Η Χάρις του Θεού όμως τον φύλαξε. Κατόπιν η βασίλισσα παρακάλεσε τον Θεόφιλο να τον ελευθερώσει όπως και έγινε. Ο Άγιος Λάζαρος πήγε κρυφά στον ναό του Αγίου Προδρόμου του Φοβερού και κατοίκησε εκεί. Ενώ ήταν ακόμη με τις πληγές της φωτιάς, ιστόρησε την εικόνα του Αγ. Προδρόμου, η οποία έκανε πολλά θαύματα. Εορτάζουμε την μνήμη του Αγίου Λαζάρου την ΙΖ’ του μηνός Νοεμβρίου.

Άγιος Μεθόδιος Μοναχός.
Κήρυξε την χριστιανική πίστη στους Βουλγάρους.

Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω.
Στο βίο του αναφέρονται και τα εξής. Ενώ καθόταν με τους υπόλοιπους μοναχούς είπε: «Ιδού έρχονται προς ημάς δύο μοναχοί», και παίρνοντας ένα κομμάτι χαρτί ιστόρησε τις μορφές τους, διότι ήταν πολύ επιτήδειος στη ζωγραφική και τον ένα τον ζωγράφισε με γένια ενώ τον άλλο νεώτερο. Πράγματι την άλλη μέρα ήρθαν στο μοναστήρι δύο διάκονοι. Ο πρώτος που είχε γένια ονομαζόταν Ιάκωβος, ο οποίος έμεινε και ετελειώθη στο μοναστήρι και ο δεύτερος, ο νεώτερος, ονομαζόταν Ηλίας, ο οποίος έγινε ηγούμενος και αργότερα επίσκοπος Πλαταμώνος.

Ευλάλιος.
Έζησε τον καιρό του Ιουστίνου του Β’. Ζωγράφισε τον ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη

Ηρακλείδης ο Βυζάντιος.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, άγνωστο ποια ημερομηνία. Οι παλαιοί ιστορικοί τον εγκωμιάζουν, λέγοντας ότι εστάθη ισάξιος με τους αρχαίους φημισμένους ζωγράφους Απελλή και Αγάθαρχο.

Παύλος ο μουσειωτής (ψηφιδογράφος).
Φιλοτέχνησε θαυμαστή εικόνα του Χριστού στο ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

Στέφανος Μοναχός.
Ήταν ζωγράφος και ομολογητής. Υπέστη βασανιστήρια στους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, υπέρ των αγίων εικόνων.

Ανδρέας υιός Αρταβάσδου.
Ήταν επίσημος αγιογράφος τον καιρό του Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου. Φαίνεται ότι καταγόταν από περσικό γένος.

Οι Έλληνες αγιογράφοι εκ Κωνσταντινουπόλεως.
Ζωγράφισαν το ΙΑ’ αιώνα, κατόπιν θαύματος, τον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη φημισμένη Μονή του Σπηλαίου στο Κίεβο, όπου και εμόνασαν μετά το πέρας της αγιογραφήσεως.

Όσιος Αλύπιος ο εικονογράφος.
Ο ρωσικής καταγωγής Όσιος Αλύπιος έγινε μοναχός στο φημισμένο μοναστήρι της Πετσέρσκαγια Λαύρας του Κιέβου γνωστό ως Λαύρα των Σπηλαίων. Ως λαϊκός βοηθούσε τους Έλληνες αγιογράφους που ιστορούσαν το καθολικό της μονής. Μετά από ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια της αγιογραφήσεως αποφασίζει να μείνει στο μοναστήρι. Εκεί ασκώντας θεαρέστως την τέχνη της αγιογραφίας εκοιμήθη εν Κυρίω περίπου στα μέσα του 12ου αιώνος. Το άγιο λείψανό του βρίσκεται άφθαρτο στα σπήλαια της Λαύρας μαζί με πάνω από εκατό άλλα άφθαρτα λείψανα αγίων.

Παύλος αγιογράφος.
Άγνωστο πότε έζησε. Ζωγράφισε τον Αγ. Γεώργιο πάνω στο άλογο και η εικόνα του ανεδείχθη θαυματουργή. Οι ιστορικοί επαινούν αυτόν τον τεχνίτη, γράφοντας: «Παύλος ο ζωγράφων άριστος».

Μιχαήλ ο Αστραπάς και Ευτύχιος.
Άριστοι αγιογράφοι και οι δύο. Καταγόταν από την Θεσσαλονίκη και τοιχογράφησαν πολλές Σερβικές εκκλησίες. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον ναό του Αγ. Κλήμεντος κοντά στην λίμνη της Αχρίδος το 1295 και τον ναό του Αγ. Γεωργίου στο Στάρο Ναγκορίτσινο Σερβίας (1313-1317).

Γεώργιος Καλλιέργης.
Επίσημος αγιογράφος, ο οποίος ζωγράφισε τον ναό του Σωτήρος Χριστού στη Βέροια της Μακεδονίας το 1315, όταν εβασίλευε ο Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος.

Μανουήλ Πανσέληνος.
Κορυφαίος αγιογράφος του ΙΔ’ αιώνα, από τους κυριότερους εκπροσώπουςτης Μακεδονικής Σχολής. Δυστυχώς δεν βρέθηκε κάποια πηγή που να μας πληροφορεί για την ζωή του. Σύμφωνα με την παράδοση η καταγωγή του ήταν από την Θεσσαλονίκη. Μόνο ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά στο σύγγραμμά του «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» μας πληροφορεί, ότι οι αγιογραφίες του ναού του Πρωτάτου στο Άγιο Όρος ήταν του κυρ Μανουήλ Πανσέληνου. Ακόμη ο Διονύσιος αναφέρει και για κάποιες φορητές εικόνες του Πανσελήνου, χωρίς όμως να έχουμε κάποια στοιχεία γι’ αυτές. Τέλος, η αγιογράφηση του παρεκκλησίου του Αγ. Ευθυμίου στον Άγ. Δημήτριο Θεσσαλονίκης εικάζεται ότι έγινε από τον Πανσέληνο λόγω της έντονης ομοιότητας της τεχνικής σε σχέση με το Πρωτάτο.

Θεοφάνης ο Έλληνας.
Βυζαντινός αγιογράφος του ΙΔ’ αιώνος και γνωστός από το έργο του στη Ρωσία. Μια επιστολή ενός Ρώσου μοναχού, του Επιφανίου, αναφέρει εκτός των άλλων χαρισμάτων που τον διέκριναν ότι ήταν «ο καλύτερος ζωγράφος ανάμεσα στους εικονογράφους». Είναι άγνωστο το που γεννήθηκε και που έμαθε την τέχνη της αγιογραφίας. Ζωγράφισε πολλούς ναούς στη Ρωσία, κυρίως στη Μόσχα και στο Νόβγκοροντ. Θεωρείται ο δάσκαλος του μεγάλου Ρώσου αγιογράφου Αγίου Ανδρέα Ρουμπλιώφ. Η κοίμησίς του υπολογίζεται γύρω στα 1410.

Όσιος Ανδρέας Ρουμπλιώφ.
Γεννήθηκε στη Ρωσία γύρω στα 1360. Νέος έγινε μοναχός στη μονή του Αγίου Σεργίου Ραντονέζ όπου αγιογράφησε το τέμπλο του Καθολικού καθώς και τον κυρίως ναό. Εκτός από τη μονή του Αγίου Σέργιου σώζονται έργα του και σε άλλους ναούς και μοναστήρια. Ένα από τα αριστουργήματά του είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδος. Θεωρείται από όλους τους Ρώσους ζωγράφους ως ο κυριώτερος εκπρόσωπος της αρχαίας ρωσικής τέχνης. Η κοίμησίς του υπολογίζεται γύρω στα 1430. Η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας τον αναγνώρισε επισήμως ως άγιο το 1988.

Νικόλαος Ιωάννου και Καστρίσιος.
Κατάγονταν από την Καλαμπάκα Θεσσαλίας. Ζωγράφισαν το έτος 1501 το καθολικό της Μονής Αγ. Στεφάνου στα Μετέωρα.

Θεοφάνης Μοναχός ο Κρης.
Κορυφαίος αγιογράφος του 16ου αιώνα και κυριότερος εκπρόσωπος της Κρητικής Σχολής. Ο μοναχός Θεοφάνης Στρελίτζας, ο επιλεγόμενος Μπαθάς, πρέπει να γεννήθηκε στο Ηράκλειο μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία του 15ου αιώνα και ακολούθησε το οικογενειακό επάγγελμα της ζωγραφικής. Σε κατάλληλη ηλικία παντρεύτηκε και απόκτησε δύο παιδιά, το Συμεών και το Νίφο-Νεόφυτο. Έπειτα για κάποιο λόγο – ίσως θανάτου της συζύγου – έγινε μοναχός. Η πρώτη μνεία του αγιογράφου Θεοφάνη βρίσκεται στην κτητορική επιγραφή στο καθολικό της Μονής του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά στα Μετέωρα, το 1527. Το 1535 ιστορεί το καθολικό της Ι. Μονής Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος, όπου και εγκαταστάθηκε με τους δυο γιούς του. Το 1545, με συνεργάτη το γιο του Συμεών τοιχογραφεί το καθολικό της Ι. Μονής Σταυρονικήτα. Αφού έζησε αρκετά χρόνια στο Άγιο Όρος, επιστρέφει στην πατρίδα του την Κρήτη όπου και πεθαίνει στις 24 Φεβρουαρίου του 1559, την ημέρα που έκανε την διαθήκη του. Το έργο του συνέχισαν οι δύο γιοι του.

Αντώνιος ο Κρης.
Αυστηρός και απλότεχνος αγιογράφος. Ζωγράφισε το καθολικό της Μονής Ξενοφώντος Αγίου Όρους

Τζώρτζης ο Κρης.
Άριστος αγιογράφος, μαθητής του Θεοφάνους του Κρητός. Αγιογράφησε το καθολικό της Ι. Μονής Διονυσίου το 1545.

Ευφρόσυνος Ιερεύς.
Αγιογράφησε φορητές εικόνες κάποιες από τις οποίες βρίσκονται στην Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους (Μεγάλη Δέησις κ.α.). Έζησε τον ΙΣΤ’ αιώνα. Πολύ καλός τεχνίτης της Κρητικής Σχολής.

Φράγκος Κατελάνος.
Καταγόταν από την Θήβα. Θεωρείται από τους καλύτερους αγιογράφους του ΙΣΤ’ αιώνα. Αγιογράφησε το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου στη Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους καθώς και το καθολικό της Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων. Προέρχεται από την Κρητική Σχολή αλλά έχει δεχθεί έντονες επιδράσεις από την Δύση.

Γεώργιος Ιερεύς και σακελλάριος Θηβών.
Λαμπρός τοιχογράφος, ο οποίος ιστόρησε το νάρθηκα του καθολικού της Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων το 1566.

Δανιήλ Μοναχός.
Αγιογράφησε το καθολικό της Μονής Κορώνης επί της Πίνδου το 1587.

Ανδρέας Ρίτζος.
Εικονογράφος, ο οποίος έζησε στο τέλος του ΙΕ’ αιώνα. Υπάρχουν έργα του στην Ιταλία και την Πάτμο.

Μιχαήλ Δαμασκηνός ο Κρης.
Πρέπει να γεννήθηκε γύρω στο 1530-35. Λίγα στοιχεία υπάρχουν για την ζωή και την δράση του και ελάχιστες οι χρονολογημένες εικόνες του. Ήταν άριστος τεχνίτης και το μεγαλύτερο γνωστό σύνολο υπογεγραμμένων έργων του σώζεται στην Κέρκυρα. Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού πινάκων Ιταλών καλλιτεχνών στην Κρήτη επηρέασε τους Έλληνες αγιογράφους. Έτσι και ο εν λόγω αγιογράφος χρησιμοποίησε ιταλικά στοιχεία στις αγιογραφίες του, ανάλογα ίσως, με τις επιθυμίες των πελατών του. Ο Δαμασκηνός έχαιρε μεγάλης φήμης και η επίδρασή του στους συγχρόνους και μεταγενεστέρους ζωγράφους ήταν πολύ μεγάλη. Εικονογραφικοί τύποι που αυτός, κατά τα φαινόμενα, εισήγαγε ή αποκρυστάλλωσε, έγιναν εξαιρετικά δημοφιλείς και αντιγράφηκαν μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα.

Όσιος Ποιμήν ο Ζωγραφίτης.
Σπουδαίος εικονογράφος και κτήτορας ναών. Γεννήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας από ευσεβείς γονείς. Έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος, στη μονή Ζωγράφου. Σε ηλικία πενήντα πέντε χρόνων, ύστερα από θεοσημία, αναχώρησε για τη Βουλγαρία. Εκεί έκτισε ή ανακαίνισε περίπου τριακόσιους ναούς και δεκαπέντε μονές. Πολλούς τους στόλισε και με τοιχογραφίες από το ίδιο του το χέρι. Αναπαύθηκε εν ειρήνη το 1620 στη μονή Τσερεπίσκι. Το 1942 αναγνωρίστηκε ως προστάτης άγιος των Βουλγάρων ζωγράφων.

Εμμανουήλ Λαμπάρδος.
Έζησε στις αρχές του 17ου αιώνα. Αγιογράφησε μόνο φορητές εικόνες, στις οποίες διαπιστώνεται συνειδητή άγνοια των έργων του Δαμασκηνού και του Κλόντζα και επιστροφή σε παλαιολόγεια και πρώιμα κρητικά πρότυπα.

Όσιος Νείλος ο Μυροβλύτης.
Γεννήθηκε στη Πελοπόννησο από ευσεβείς γονείς περί το 1601. Μόνασε στη μονή Παναγίας της Μαλεβής. Ο πόθος της ασκήσεως τον έφερε στο Άγιον Όρος. Κατοίκησε κοντά στο σπήλαιο του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου όπου έκτισε κελλί με ναό προς τιμή της Υπαπαντής, τον οποίο κόσμησε με εικόνες, που ο ίδιος αγιογράφησε, γιατί ήταν καλός αγιογράφος. Μετά την οσιακή κοίμησή του, στις 12-11-1651, το σώμα του ανέβλυσε ευωδιαστό μύρο.

Άγγελος ο Κρης.
Άριστος αγιογράφος, ο οποίος ιστόρησε μόνο φορητές εικόνες και έζησε στις αρχές του 17ου αιώνα.

Ιερεμίας Παλλαδάς, Ιερομόναχος.
Ένας από τους πιο φημισμένους αγιογράφους της εποχής του. Ήταν σιναΐτης ιερομόναχος αλλά ζούσε στον Χάνδακα, από όπου και καταγόταν. Έχαιρε μεγάλης φήμης μεταξύ των συγχρόνων του, που τον θεωρούσαν άξιο μιμητή των «δοκίμων παλαιών εικονογράφων», εδίδασκε δε την τέχνη σε μαθητευόμενους αγιογράφους. Ήταν προσκολλημένος στην παραδοσιακή τεχνοτροπία και σπάνια χρησιμοποιούσε ιταλικά στοιχεία. Πέθανε πριν το 1660 μ.Χ.

Εμμανουήλ Τζάνες, ιερεύς.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο γύρω στο 1610 και πέθανε στη Βενετία στις 28 Μαρτίου 1690. Θεωρήθηκε ο σημαντικότερος Κρητικός αγιογράφος της δεύτερης πεντηκονταετίας του 17ου αι. Έζησε την περίοδο του καταστροφικού Κρητικού πολέμου (1645-1669) και αναγκάστηκε να πάρει το δρόμο της προσφυγιάς. Η Κρήτη σβήνει σαν δημιουργικό καλλιτεχνικό κέντρο και οι ζωγράφοι καταφεύγουν κυρίως στη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα, από όπου μερικοί πηγαίνουν στη Βενετία. Άλλοτε ακολουθεί βυζαντινά πρότυπα του 14ου και 15ου αιώνα και άλλοτε εμπνέεται από δυτικά έργα ακολουθώντας ορισμένες φορές φλαμανδικές χαλκογραφίες. Υπολογίζεται ότι έχουν σωθεί πάνω από εκατό έργα του Τζάνε

Κωνσταντίνος Κονταρίνης.
Από τους παραγωγικότερους αγιογράφους των τριών πρώτων δεκαετιών του 18ου αι. Ζούσε στην Κέρκυρα και ακολουθεί στα περισσότερα έργα του την τεχνοτροπία του π. Εμμανουήλ Τζάνε.

Διονύσιος ιερομόναχος εκ Φουρνά.
Γεννήθηκε γύρω στα 1670 στο χωριό Φουρνά της Ευρυτανίας. Τον πατέρα του, που ήταν ιερέας, τον έλεγαν Παναγιώτη Χαλκιά. Αγιογράφησε φορητές εικόνες αλλά και τοιχογραφίες κυρίως στο κελί του Τιμίου Προδρόμου στο Άγιο Όρος, όπου και εγκαταβίωνε. Θαύμαζε τα έργα του Πανσελήνου, τον οποίο και προσπαθούσε να μιμηθεί. Θεωρείται από τους πιο αξιόλογους αγιογράφους της εποχής του αφήνοντας πίσω του ικανούς μαθητές. Έχοντας πόθο να επαναφέρει την βυζαντινή παράδοση, η οποία έφθινε λόγω της επελάσεως της δυτικής τεχνοτροπίας, συνέγραψε την «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης». Λόγω της προσηλώσεώς του στα παραδοσιακά πρότυπα υπέστη διωγμούς από ομοτέχνους του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Άγιο Όρος. Ο ακριβής χρόνος του θανάτου του δεν είναι γνωστός.

Γεώργιος Μάρκου.
Η γενέτειρά του ήταν το Άργος. Υπήρξε τοιχογράφος παραγωγικότατος. Εργάσθηκε στην περιοχή των Αθηνών. Ιστόρησε το καθολικό της Μονής των Ασωμάτων Πετράκη το 1719. Το τελευταίο και σπουδαιότερο έργο του λόγω του πλήθους των εικονισθέντων Αγίων, είναι η τοιχογράφηση της Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνος, το 1735. Οι μαθητές του και οι μαθητές των μαθητών του έφθασαν σχεδόν μέχρι τα τέλη του 18ου αι.

Δημήτριος Ζούκης.
Κατήγετο από το χωριό Καλαρρύτες. Ένα από τα έργα του είναι και η ιστόρηση του νάρθηκα της Μονής Υπαπαντής Μετεώρων, το 1784.

Οσιομάρτυς Ιωσήφ.
Έγινε μοναχός στη μονή Διονυσίου Αγίου Όρους και ήταν αγιογράφος. Έργο του είναι η εικόνα των Αρχαγγέλων στο τέμπλο του Καθολικού της μονής. Το τέλος του ήταν μαρτυρικό. Βασανίσθηκε σκληρά από τους Τούρκους και απαγχονίστηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1819.

Ιωάννης Αναγνώστης.
Ζωγράφισε το καθολικό της Μονής Σπηλαιωτίσσης κοντά στο χωριό Αρτσίστα Ζαγορίου, το 1810.

Αθανάσιος Παγώνης Βραχιώτης.
Ιστόρησε το καθολικό της Μονής Φανερωμένης Καλλιφωνίου στα μέρη της Καρδίτσας το 1840.

Βασίλειος Γρεβενίτης.
Αγιογράφησε τον ναό του Αγίου Νικολάου στο χωριό Βαρυμπόμπη Τρικάλων, το 1863.

Όσιος Σάββας ο εν Καλύμνω.
Γεννήθηκε στην Ηρακλείτσα της Ανατολικής Θράκης το 1862. Δώδεκα ετών έρχεται στο Άγιον Όρος, στη σκήτη της Αγίας Άννης, όπου μαθαίνει την αγιογραφία. Κατόπιν πηγαίνει στους Αγίους Τόπους και για ορισμένα χρόνια ασκητεύει στα Ιεροσόλυμα, στις μονές του Χοζεβά και του Αγίου Σάββα και στις όχθες του Ιορδάνου. Επιστρέφει και πάλι στην Ελλάδα όπου γνωρίζεται και συνδέεται στενά με τον Άγιο Νεκτάριο. Μετά την κοίμηση του Αγίου Νεκταρίου μένει σαράντα ημέρες κλεισμένος στο κελλί του και με νηστεία και προσευχή αγιογραφεί την πρώτη εικόνα του Θεοφόρου Νεκταρίου. Το έτος 1926 ή 1928 έρχεται στην Κάλυμνο και ζει στη μονή των Αγίων Πάντων μέχρι την οσιακή κοίμησή του το 1948. Κατά την ανακομιδή το άγιο λείψανό του βρέθηκε σώο, αδιάφθορο, εκπέμπον άρρητη ευωδία και επιτελόν πολλά θαύματα.

Φώτης Κόντογλου.
Γεννήθηκε στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας το 1895. Μετά τον θάνατο του πατέρα του την κηδεμονία αυτού ανέλαβε ο θείος του ιερομόναχος π.Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής Αγ. Παρασκευής. Το σχολείο το τελείωσε στο Αϊβαλί και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό «Μέλισσα», το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές. Γράφτηκε στη σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι (1914), όπου μελέτησε τις διάφορες σχολές ζωγραφικής. Κατόπιν πολλών περιπλανήσεων και ταξιδιών εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1923 ταξίδεψε στο Άγιο Όρος, όπου ανακάλυψε την βυζαντινή αγιογραφία και έκτοτε αγωνίσθηκε για την αναβίωση της τέχνης. Την δεκαετία του 1950-1960 βρίσκεται στην κορύφωση της αγιογραφικής του δραστηριότητας. Παρουσίασε διάφορες εκθέσεις ζωγραφικής, εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία, τιμήθηκε με το βραβείο Ακαδημίας Αθηνών για το βιβλίο «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας» και γενικά είχε μία πλούσια προσφορά στον τομέα της τέχνης. Αγιογράφησε πολλές φορητές εικόνες και ιστόρησε τους ναούς Ζωοδόχου πηγής Παιανίας, Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ρόδο, Καπνικαρέας Αθηνών κ.α. Θεωρείται ο αναγεννητής της Ορθοδόξου Αγιογραφίας και υπήρξε πιστό τέκνο της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Οι σύγχρονοι αγιογράφοι του χρωστούν πολλά. Μαθητές του υπήρξαν ακόμη και διακεκριμένοι ζωγράφοι όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, κ.ά. Εκοιμήθη στις 13 Ιουλίου 1965 από τις επιπλοκές που του είχε προκαλέσει ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην περιοχή του Φαλήρου.

Πηγή: http://www.byzarticon.gr/

Ἐπὲτειος τοῦ ´ΌΧΙ´´

Οκτώβριος 28, 2017

Παῦλος Μελᾶς (ἀπὸ Παντελῆ)

Οκτώβριος 14, 2017
  • Αποτέλεσμα εικόνας για παυλος μελαςΟ Παύλος Μελάς (29 Μαρτίου 1870 13 Οκτωβρίου 1904) ήταν αξιωματικός πυροβολικού του ελληνικού στρατού και πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα. Στις 18 Αυγούστου του 1904 όταν όλα ήταν έτοιμα κατά το σχέδιο ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα Καπετάν Μίκης Ζέζας, επικεφαλής σώματος εκ 35 μόλις ανδρών, που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί, ανέλαβε την αρχηγία του Μακεδονικού αγώνα ενάντια στους Βούλγαρους και εισήλθε ένοπλα στα Μακεδονικά εδάφη με την εντολή να ασκεί καθήκοντα αρχηγού και στις μικρότερες ομάδες που δρούσαν εν τω μεταξύ στη περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς. Πληροφορηθέντες οι Τούρκοι από διάφορους καταδότες περί της εισόδου και της δράσης του Παύλου Μελά έθεσαν προς καταδίωξή του πολυάριθμο τουρκικό απόσπασμα.
  • Παρά τις συνεχείς διώξεις του Οθωμανικού στρατού ο Παύλος Μελάς άρχισε ν΄ αποδεκατίζει τις βουλγαρικές ομάδες με βάση τα χωριά Λιγκοβάνη και Λίχυβο. Όμως στις 13 Οκτωβρίου 1904 βρισκόμενος στα Στάτιστα και προδοθείς από την βουλγάρικη συμμορία του Μήτρου Βλάχου περικυκλώθηκε από Τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών. Μετά από δίωρη λυσσαλέα μάχη διέταξε αιφνίδια έξοδο τεθείς επικεφαλής των ανδρών του .
  • Στην επιχείρηση αυτή τραυματίσθηκε θανάσιμα στην οσφυϊκή χώρα και πέθανε μετά από μισή ώρα στα χέρια του φιλου του, Γεώργιο Στρατινάκη. Η κεφαλή του αποκοπείσα υπό των συμμαχητών του τάφηκε προ της «ωραίας πύλης» του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι, το δε σώμα του παραδόθηκε από τους Τούρκους στον Μητροπολίτη Καστοριάς όπου και τάφηκε στον παρακείμενο βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών.Σήμερα, το όνομα του Παύλου Μελά φέρει προς τιμή του το χωριό Στάτιστα ενώ πλήθος προτομών του στολίζουν πλατείες πόλεων μεταξύ των οποίων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Κοζάνη

Ἡ Ἃλωση τῆς Πὸλης (ΝΕΤ Η μηχανη τοῦ χρὸνου)

Μαΐου 29, 2017

Ἣρωες τοῦ 1821

Μαρτίου 25, 2017

«Σημειώματα με ἀφορμή τις τοιχογραφίες τοῦ Πρωτάτου» τοῦ Ἀνδρέα Φωκᾶ-ἀπὸ τὸν Μπὰμπη-

Φεβρουαρίου 17, 2017

Σχετική εικόνα

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του ζωγράφου «Η Χαμένη Ενότητα των Πραγμάτων»
εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2001

Δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα γνωστό ότι οι Βυζαντινοί θεωρούσαν την όραση σαν την υψηλότερη των πέντε αισθήσεων, κυρίως μετά την εικονομαχία (εν μέρει ίσως λόγω αυτής) και ότι εξέχουσα θέση στις επιστήμες δίναν στη γεωμετρία και στις τέχνες στη ζωγραφική («Σοφίας τι χρήμα ζωγράφου χειρ»).

Ίσως επίσης να μην είναι τόσο γνωστό ότι κύριο διακριτικό χαρακτηριστικό ενός αντικειμένου από ένα άλλο θεωρούσαν το χρώμα κι όχι το σχήμα (1). Αυτό εξηγεί πιθανώς τους διαφορετικούς προπλασμούς που μετεχειρίζοντο στη ζωγραφική απόδοση των αντικειμένων, αντί του ενιαίου προπλασμού άλλων αντιλήψεων περί την ζωγραφικήν, που κυρίως επικράτησαν με την Ιταλική Αναγέννηση.

Η χρωματική αντίληψη του κόσμου, κι όχι η σχηματική, μπορεί να’ χει κάποια βαθύτερη σημασία, που ανάγεται σε αισθήσεις ζωής και θανάτου, και είναι εν μέρει κληρονομημένη στο Βυζάντιο από την ελληνορωμαϊκή εποχή, όπως κληρονομημένη εν μέρει είναι και η διά της εκτάσεως κι εντάσεως των ποικίλων χρωμάτων οριοθέτηση και σύνθεση της μορφής των αντικειμένων. Εκείνο όμως που μοιάζει να είναι μοναδικό στη βυζαντινή ζωγραφική είναι η αναγωγή των χρωμάτων και η σύνθεση των μορφών σ’ ένα ρυθμό τελείως διάφορο.

Η ανάδειξη μέσα απ’ αυτόν τον ρυθμό ζωγραφικών συνθέσεων σε πλήρη εναρμόνιση και συνέχεια των αφηρημένων γεωμετρικών σχημάτων της αρχιτεκτονικής του ναού δημιουργεί μια αίσθηση δυναμικής ενότητας, που είναι ν’ απορείς και να θαυμάζεις για το είδος του πνεύματος που οδήγησε σ’ αυτήν.

Μου φαίνεται λίγο αστείο να λέμε, όπως ακούγεται συχνά σήμερα, ότι η Βυζαντινή τέχνη είναι πρωτόγονη ή παιδική, εκτός κι αν εννοούμε κάποια δεύτερη παιδικότητα, κάποιο δεύτερο πρωτογονισμό, ο οποίος όμως δεν έχει παρά εξωτερική μόνο σχέση και ομοιότητα με τον πρώτο. Άλλωστε αυτή η δεύτερη παιδικότητα και ο πρωτογονισμός είναι νομίζω τελική επιδίωξη όλης της Τέχνης.

Μία, ακόμα μεγαλύτερη, παρεξήγηση που γίνεται σήμερα είναι να λέμε ότι η Βυζαντινή Τέχνη είναι συμβολική, όπου τον συμβολισμό τον καταλαβαίνουμε μόνο σαν μια συσσώρευση καθιερωμένων και καθηγιασμένων σχημάτων, που κρύβουν κάποιο άλλο, συνήθως βαθύτερο, νόημα από εκείνο που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας. Δεν υπάρχει νομίζω αμφιβολία ότι εν μέρει είναι έτσι, όπως άλλωστε συμβαίνει στην έκφραση κάθε θρησκείας.

Αλλ’ αλλοίμονο αν ήταν μόνο έτσι, γιατί ο συμβολισμός της Βυζαντινής Τέχνης θα ήταν τότε τελείως εννοιοκρατικός και διακοσμητικός. Στην καλύτερη περίπτωση συναισθηματικός. Κλασσικό παράδειγμα τέτοιου συμβολισμού μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό εκείνος της Τέχνης του Ισλάμ ή ακόμα, με άλλο τρόπο βέβαια, εκείνος της «καθολικής» Εκκλησίας.

Ο ουσιαστικός νομίζω συμβολισμός της ζωγραφικής των Βυζαντινών και ειδικώτερα εκείνης του Πανσέληνου, είναι η διά του ρυθμού εσωτερική κίνηση του φωτός, που κατά τρόπο μυστηριώδη βρίσκει ασυνείδητα αναλογίες σε κάποιες κινήσεις της καρδιάς μας, έτσι που, χωρίς να μας αποκαλύπτεται, γίνεται αισθητή και γι’ αυτό πειστική η αλήθεια των εικονιζομένων.

Αυτό δε μου φαίνεται κατορθωτό όταν το χρώμα, οι γραμμές, τα σχήματα, δεν βρίσκουν κάποια ισορροπία μεταξύ της προσλήψεως του φυσικού κόσμου στον οποίο ζούμε (κι απ’ αυτή την άποψη η Βυζαντινή Τέχνη είναι πολύ ρεαλιστική) και των ποικίλων ασυνειδήτων δυνάμεων που δρουν μέσα μας. Η ισορροπία αυτή είναι βέβαια επίτευγμα κάθε μεγάλης Τέχνης.

Αλλά ειδικά στο Βυζάντιο και ειδικώτερα στο Πανσέληνο το επίτευγμα είναι σε βαθμό εξαιρετικά υψηλό, τόσο ώστε ακόμη και σήμερα να μη δυσκολεύεται να πει κανείς ότι η ζωγραφική αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο αχειροποίητη. Και πέραν του βαθμού, οι εσωτερικές δυνάμεις της ψυχής του καλλιτέχνη είναι τέτοιας ποιότητος, που μοιάζουν αν όχι να ακυρώνουν, να κάνουν τουλάχιστον άλλα επιτεύγματα στην Τέχνη να φαίνονται κίβδηλα. Αλλά γι’ αυτές τις δυνάμεις δεν είμαι καθόλου αρμόδιος να μιλήσω.

Αρμόδιοι μου φαίνεται πρέπει να’ ναι οι θεολόγοι, θεολόγοι όμως που να’ ναι και λίγο ευαίσθητοι στα σπινθηρίσματα της ωραιότητας του προσώπου Του.

Ας μου συγχωρεθεί εδώ η λυρική αυτή έκφραση, μια και μπορεί ν’ αφήσει να εννοηθεί ότι μιλάω για κάποια ιδεαλιστική ωραιότητα,. Αλλ’ ουσιαστικά μιλάω για μιαν άλλη, που προέρχεται από μιαν παραδοχή και κατάφαση και στην ιδεαλιστικά ιδωμένη ασχήμια της ζωής, στην ιδεαλιστικά ιδωμένη ασυμμετρία και δυσαρμονία των φαινομένων. Αλλ’ αν ένας ζωγράφος σαν τον Πανσέληνο (και σ’ αυτό δε διαφέρει από τους άλλους Βυζαντινούς αγιογράφους) καταφέρνει να σηκώσει αυτή τη δυσαρμονία κι ασχήμια, το «προς αποφυγήν», και διά μέσου αυτής να δείξει την ωραιότητα του προσώπου Του, τότε που είναι η πραγματική ασχήμια;

«Που σου Θάνατε το κέντρον; Που σου Άδη το νείκος;» Εδώ έχουμε μιαν ανατροπή αξιών του μυαλού και τω αισθημάτων, όχι όμως βίαιη κι εξουθενωτική, όπου το «ωραίο» συνυπάρχει με το «άσχημο», όπου παύουν οι κάθε είδους διακρίσεις, όπου τίποτα δε ξεχωρίζει εις βάρος κάποιου άλλου, όπου πρόσωπα, αντικείμενα, τοπία, συμβάλλουν εξίσου στον εσωτερικό ρυθμό των συνθέσεων αλληλοσυμπληρούμενα, αλληλοπεριχωρούμενα, όπου το «φυσικό» και το «αφύσικο» ανήκουν στην ίδια φύση, όπου ο κόσμος δηλαδή βρίσκεται «εν ετέρα μορφή». Είναι άραγε αυτή η μυστική τάξις της ωραιότητος του Χριστού; Και μήπως αυτή την τάξη δε πασχίζει να βρει ο άνθρωπος μέσ’ από τη Τέχνη από καταβολής κόσμου;

Γι’ αυτό και κάθε μεγάλο επίτευγμα Τέχνης, άσχετα από την συνειδητή πίστη του καλλιτέχνη και πολλές φορές παρά την πίστη του ή ακόμη και την απιστία του, υποβάλλει ως ένα βαθμό αυτήν την ωραιότητα.

Έχω τη γνώμη ότι η αξία της Βυζαντινής Τέχνης και ειδικώτερα του Πανσέληνου έγκειται στην πληρότητα και καθολικότητα αυτής της υποβολής. Κι αυτό γίνεται, νομίζω, από μια στάση ζωής όπου η ψυχή του ανθρώπου έχει αποδεχτεί τα πάντα, όπου το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού έχει μαραθεί μέσα της, αφήνοντάς την έτσι να πλημμυρίσει έρωτα για όλα, και τα πιο ασήμαντα, και τα πιο «κακά». Αυτό πάλι σημαίνει κάποια αφάνταστη ανθρώπινη ψυχική επάρκεια. Τέτοια δεν έχω δει να φανερώνεται μέσα από κανένα άλλο επίτευγμα Τέχνης.

Τώρα το πώς και γιατί, δεν είμαι σε θέση να το πω, και φοβάμαι ότι δεν υπάρχουν στις μέρες μας (αν ποτέ υπήρχαν) πολύ έτοιμες συνταγές που να απαντούν ικανοποιητικά στο ερώτημα. Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος.

Κανείς προκαθορισμένος νόμος δεν ισχύει στις τοιχογραφίες του Πρωτάτου. Εκεί που πάει κανείς να βγάλει κάποιο λογικό συμπέρασμα, έστω και μέσα στα πλαίσια κάποιας βυζαντινής λογικής (που στη πραγματικότητα σε κανένα μεγάλο έργο αυτής της Τέχνης δεν υπάρχει), ανακόπτεται από το αντίθετο συμπέρασμα που συνυπάρχει. Μιλάμε π.χ. γι’ ανάποδη προοπτική όπου το κέντρο φυγής βρίσκεται μπροστά κι όχι πίσω απ’ τη ζωγραφισμένη επιφάνεια (δες αρχιτεκτονήματα πάνω από τη μορφή της Παναγίας, πάνω και δεξιά της μορφής του Αγ. Ιωάννη στη σύνθεση της Σταύρωσης).

Συγχρόνως βλέπουμε αντικείμενα που η προοπτική τους είναι «κανονική», το κέντρο φυγής πίσω απ’ την επιφάνεια (δες τα τείχη της πόλεως στην ίδια σύνθεση). Μιλάμε για δισδιάστατες επιφάνειες χωρίς όγκο, όπως στον χιτώνα του Χριστού στη σύνθεση της «Κρίσης του Πιλάτου», όπου όλος ο χιτώνας είναι ένα μονοκόμματο πράσινο λαδί χρώμα κι όπου οι πτυχώσεις δηλώνονται με ρυθμικές μαύρες γραμμές σαν κάποιο μεγάλο κινέζικο ιδεόγραμμα. Αμέσως δίπλα βλέπουμε την άσπρη πουκαμίσα του Χριστού σε πλήρη ανάδειξη του όγκου των πτυχώσεων.

Ας αφήσουμε το πρόσωπο, τα μαλλιά και τα χέρια. Μιλάμε για τονικές αξίες όπου η απόδοση του φυσικού φωτός αποδίδεται μ’ ανοιχτότερους και σκουρότερους τόνους του ίδιου χρώματος. Βλέπουμε δίπλα τελείως άλλη αντίληψη, όπου το φως αποδίδεται με αντιθέσεις συμπληρωματικών χρωμάτων (δες χαρακτηριστικά τη μορφή της θεραπαινίδος και τα γύρω της αντικείμενα στο «Γενέσιο της Θεοτόκου»). Αλλού, στο ίδιο αντικείμενο ή πρόσωπο, συνυπάρχουν και οι δύο αντιλήψεις.

Τελικά, μια συνεχής αυτοαναίρεση κάθε οπτικού νόμου, κάθε επιστημονικού συμπεράσματος. Ένας επίμονος ζωγραφικός αποφατισμός, διακοπτόμενος από συχνές καταφάσεις, έτσι που να μη μπορεί ούτε αυτός να γίνει κανόνας και νόμος, και γι’ αυτό να’ ναι πιο πραγματικός και πλήρης και πειστικός.

Όλ’ αυτά όμως τ’ αντιφατικά συνέχονται σε μια μυστηριώδη όσο και αναπόφευκτη θά’ λεγε κανείς ενότητα, όπου δεν υπάρχει τίποτα περιττό, αλλ’ όπου δεν μοιάζει να λείπει και τίποτα. Ας μου επιτραπεί να πω: μια τέλεια συνουσία των πάντων.

Κι αυτό μου φέρνει στη σκέψη το θέμα του ρυθμού, που’ ναι ίσως το βασικότερο στην Τέχνη, όσο ίσως και στη ζωή. Οι Βυζαντινοί μας έδειξαν πεντακάθαρα ότι πέραν του ρυθμού που επιτυγχάνεται μέσα από τη επανάληψη ενός στοιχείου, και που υπάρχει σ’ όλες τις πρωτόγονες εκφράσεις της Τέχνης (απ’ αυτήν την άποψη η Αρχαία Ελληνική Τέχνη είναι αρκετά πρωτόγονη), ρυθμός, διαφορετικός όμως, επιτυγχάνεται κι από την παραλλαγή (μέχρι εκεί φτάνουν οι Αρχαίοι Έλληνες) αλλά κι από την αντίθεση, ακόμα και την ασυνέχεια.

Έτσι, μια καμπύλη σε σχέση με μιαν ευθεία, δίπλα σε μια τελείως διαφορετική καμπύλη και σε διαφορετική σχέση με άλλη ευθεία, μπορούν να δημιουργήσουν ρυθμό, ρυθμό όμως πολύ πιο δυναμικό κι εξελιγμένο από εκείνο των πρωτόγονων, που μοιάζει συγκριτικά κλειστός και στατικός. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Ρυθμός επίσης επιτυγχάνεται και από τις καθαρά χρωματικές παραθέσεις, όπου οι κλιμακώσεις του κίτρινου π.χ. βρίσκονται σε ρυθμικές σχέσεις μ’ εκείνες του πράσινου ή του κόκκινου. Από τους Βυζαντινούς Αγιογράφους ξέρω πολύ λίγους όπου τα στοιχεία αυτού του ρυθμού αναδύονται τόσο έντονα και με τέτοια καθαρότητα όσο στον Πανσέληνο.

Ο ρυθμός όμως είναι κάτι που, όσο βασικό κι αν είναι, δεν εξηγείται (2). Είναι άραγε κάποια τάξις όπου ο χρόνος αναστέλλεται ή και αναιρείται; Αλλά πως και τι συνιστά αυτή την τάξη; Την αλήθεια της ζωής και του κόσμου δεν φαίνεται ανθρώπινο στόμα να μπορεί να ξεστομίσει, ούτε χέρι ανθρώπινο ν’ απεικονίσει.

Εκείνο όμως που μπορεί ίσως να κάνει ο άνθρωπος είναι να νιώσει το ρυθμό της και ίσως ίσως ακόμη να μπορεί να συνταιριάξει την αναπνοή της ύπαρξής του μ’ αυτόν. Αλλά εδώ αισθάνομαι ότι πάω πολύ μακρύτερα απ’ τις δυνατότητές μου, και γι’ αυτό σταματώ. Θέλησα απλώς να υπαινιχθώ τη σημασία στοιχείων που συχνά παραβλέπονται, επειδή είναι ανεξήγητα, και την έλλειψη εμπιστοσύνης μου σε άλλα που σχετικά εύκολα εξηγούνται και διδάσκονται, μα που δεν έχουν σαν αποτέλεσμα παρά να μας δίνουν τη θλιβερή ψευδαίσθηση ότι μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μια εποπτική κι έγκυρη γνώση της αλήθειας των πραγμάτων και της ζωής.

Σημειώσεις

1. Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Περί πίστεως Ορθοδόξου. Νικηφόρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, α) Λόγος Αντιρρητικός και Αναιρετικός, β) Μέγας Απολογητικός. Gervase Mathew, Byzantine Aesthetics.

2. Ρυθμός ή ρυσμός, από το ρήμα αραρίσκω (συναρμόζω). Άλλα παράγωγα: αριθμός, αρμονία, χαρά, αρέσκω, αρετή, άρμενα, άρθρωση, αρτύω (τρώγω), άρθρον, αρτάω (κρεμάω), όαρ (σύζυγος), αρείων, άριστος, Αριάδνη.

Ὁ Ἃγιος Ἰωὰννης Βατὰτζης ὁ Ἐλεὴμων Αὐτωκρὰτωρ

Νοέμβριος 4, 2016

Αποτέλεσμα εικόνας για ιωαννης βατατζης

   Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ ο Ελεήμων, γεννήθηκε το 1193 στο ιστορικό Κάστρο της Θράκης, στο ΔιδυμότειχοΚαταγόταν από οικογένεια η οποία βρισκόταν κοντά στη βασιλική σύγκλητο, αφού ο παππούς του Κωνσταντίνος, ο Βατάτζης λεγόμενος, ήταν Στρατοπεδάρχης του βασιλέως Μανουήλ του Κομνηνού.

 

   Όταν κοιμήθηκαν οι γονείς του Ιωάννη, του άφησαν πολύ μεγάλη περιουσία, την οποία όμως ως σώφρων εκείνος, μοίρασε στους φτωχούς, καθώς και σε αφιερώματα στους Ιερούς Ναούς και τις Εκκλησίες, διότι “μακάριοι οι αγαπώντες την ευπρέπειαν του οίκου Σου”…

 

   Στη συνέχεια ο Ιωάννης, μια που η Κωνσταντινούπολη ήταν στα χέρια των Φράγκων, κατευθύνθηκε στο Νύμφαιο της Βιθυνίας, όπου και ήταν η έδρα της αυτοκρατορίας μας, αφού από το 1204 ο Πόλη είχε αλωθεί και κατακυριευθεί με δόλο από τους “Σταυροφόρους” και νέος αυτοκράτωρ είχε ανακηρυχθεί στη Νίκαια της Βιθυνίας ο ευσεβέστατος Θεόδωρος Λάσκαρης, ο ποιητής της Μεγάλης Παράκλησης στην Παναγιά, την οποία και ψάλλουμε εναλλάξ με την Μικρή, κάθε ημέρα, από την 1η έως τις 15 Αυγούστου!

 

   Εκεί κατέφυγε λοιπόν ο Ιωάννης, για να βρει ένα θείο από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν Ιερεύς στα ανάκτορα του Θεοδώρου Λάσκαρη. Έτσι, γνωρίστηκε με τον καλό βασιλέα, αλλά ούτε στιγμή δεν υπερηφανεύτηκε για εκείνη τη συναναστροφή του, αλλά εξακολούθησε να είναι φιλικός και ταπεινός με όλους, ευπρόσιτος, πράος, άκακος, γαλήνιος, σεμνός και πάντα ήρεμος στο διάλογο. Έτσι, με όλα αυτά τα χαρίσματα, ήταν αξιαγάπητος τόσο, που η αρετή του έλαμψε μπροστά στα μάτια του Αυτοκράτορα Θεοδώρου, ο οποίος και του έδωσε ως σύζυγο τη θυγατέρα του Ειρήνη. Για να τη λάβει όμως γυναίκα του, χρειάστηκε να μονομαχήσει με το Λατίνο Κόραδο, που καυχιόταν για τη δύναμή του! Όμως ο Ιωάννης Βατάτζης τον νίκησε, λέγοντας “Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι”, σαν δεύτερος Νέστορας!

 

 

   Όταν ο βασιλιάς-υμνογράφος του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα κοιμήθηκε, ανέλαβε την Αυτοκρατορία ο ίδιος στα 1222 μ.Χ., ως Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης. Και από τότε έδειξε για μια ακόμη φορά, πόσο σοφή ήταν η εκλογή του Θεόδωρου. Έγινε λοιπόν από τότε ο Ιωάννης, ο προστάτης των αδικουμένων, ο δικαιότατος κριτής, η πηγή η αστείρευτη της ελεημοσύνης, τόσο, που του δόθηκε το προσωνύμιο Ελεήμων!!!

 

   Ήταν ακόμη ευσεβής και πιστός στην Ορθοδοξία βασιλεύς και όχι μόνο έδειξε, αλλά και κατάφερε με το ζήλο του να βαπτιστούν Χριστιανοί όλοι οι Ιουδαίοι της επικράτειάς του!!!

   Επίσης, προσπάθησε τα μέγιστα, να γίνει η επανΕνωση των Εκκλησιών, δηλαδή να αναγνωρίσει η Δύση το ορθό Δόγμα. Κατάφερε μάλιστα να αποσταλούν πρέσβεις από τον Πάπα Γρηγόριο Θ’ και να αρχίσει διάλογος, προεξάρχοντος από τη δική μας πλευρά του τότε Πατριάρχου Γερμανού του νέου. Ο Ιωάννης θα κατάφερνε τότε το ευχόμενο, αλλά δυστυχώς οι Δυτικοί δεν θέλησαν στο τέλος να αφαιρέσουν την αντιορθόδοξη προσθήκη από το Σύμβολο της Ορθής Πίστεως, δηλαδή το “και εκ του Υιού εκπορευόμενον”…

 

   Ο Βατάτζης, υπήρξε ο προστάτης και συμπαραστάτης της αγροτικής και αστικής τάξης και επιδίωκε διαρκώς την άνοδο του βιοτικού επιπέδου κυρίως των γεωργών και κτηνοτρόφων, αφού για να τους βοηθήσει έκανε μεγάλη απογραφή (κάτι σαν Εθνικό Κτηματολόγιο) και επίταξε κατόπιν τεμάχια γης από τους μεγαλοκτήμονες και τους αριστοκράτες και τα διένειμε σε όλους τους φτωχούς υπηκόους του, ώστε να ζουν άνετα και ανθρώπινα!!! Στάθηκε αληθινός πατέρας των Ελλήνων”, πατάσσοντας με κάθε τρόπο την εκμετάλλευση του λαού, νιώθοντας κάθε λεπτό όχι σαν απλός βασιλιάς, αλλά ως ταγμένος από το Θεό να βοηθάει το λαό του και τους αδικουμένους! Έλαβε ακόμη και μέτρα οικονομίας τέτοια, που απαγόρευαν τη σπατάλη του ιδιωτικού πλούτου, ενώ ίδρυσε φιλανθρωπικούς και ευκτήριους οίκους, πτωχοκομεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, βιβλιοθήκες, έχτισε Ναούς και βοήθησε αποφασιστικά τα Μοναστήρια μας.

 

   Μάλιστα τέτοια ήταν η πολιτική ποιότητά του, που όταν κάποτε συνάντησε το γιο του Θεόδωρο στο κυνήγι να φορά πολυτελή ρούχα, αρνήθηκε να τον χαιρετήσει! Και όταν το παιδί του τον ρώτησε σε τι είχε σφάλει, ο Ιωάννης απάντησε ότι εκείνα τα μεταξωτά και χρυσούφαντα που φορούσε ο γιος του ήταν από το αίμα του λαού του και πως θα έπρεπε να ξέρει ότι κάθε έξοδο, πρέπει να γίνεται για τον λαό, διότι ο πλούτος των βασιλέων, στο λαό ανήκει!!!

 

   Η πίστη του στο Θεό ήταν πολύ μεγάλη και τον βοήθησε αποφασιστικά σε κάθε του βήμα, όπως και τότε που χρειάστηκε να μονομαχήσει με τον σκληρό Αζατίνη, Σουλτάνο του Ικονίου, που συχνά πυκνά λεηλατούσε τις πόλεις μας που ήταν κοντά στον ποταμό Μαίανδρο. Άκουσε τότε νοερά θεία φωνή, που του έλεγε:

   “Ο σταυρωθείς εγήγερται, ο μεγάλαυχος πέπτωκεν, ο καταπεσών και συντριβείς ανώρθωται και πήρε ευθύς τέτοια δύναμη, ώστε όρμησε και κατανίκησε τον τρομερό Σουλτάνο!!!

 

 

   Ποτέ ο Ιωάννης Βατάτζης δεν έβγαζε από το νου του το μεγάλο ποθούμενο, την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως και την ανασύσταση της Ελληνοχριστιανικής Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό εργάστηκε και προς την κατεύθυνση αυτή με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Σώφρων, συνετός και προνοητικός στην πολιτική του, αν και είχε εκλέξει ικανότατους στρατηγούς, επιδίωκε την αποφυγή των μαχών. Γνώριζε να μην αναλαμβάνει τίποτε πριν το προπαρασκευάσει κατάλληλα, ενώ είχε βαθιά ευσέβεια και έδειχνε σεβασμό και στον πιο απλοϊκό μοναχό. Ο λαός τον αγαπούσε και η Εκκλησία προσευχόταν με χαρά για αυτόν! Και εκείνος, ακόμη πιο πολύ προχωρούσε προς τον ιερό σκοπό της πατρίδας.

 

   Νίκησε τους Λατίνους που κρατούσαν όμως ακόμα σκλαβωμένη την Πόλη και τους επέβαλε τη συνθήκη του 1225, με την οποία κατελάμβανε όλα τα Μικρασιατικά εδάφη, εκτός από αυτά που ήταν κοντά στη Νικομήδεια και απέναντι από την Κωνσταντινούπολη.

 

   Κατασκεύασε κατόπι ισχυρό στόλο και ελευθέρωσε Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία, Κω και άλλα νησιά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, υπολογίζοντας σωστά ότι κουμάντο στο Αιγαίο κάνει όποιος έχει στόλο και άρα οι Λατίνοι χωρίς πολεμικά πλοία και βάσεις, δεν θα κρατούσαν για πολύ ακόμη τη Θεοφύλακτη. Έπιασε λοιπόν και τα Στενά της Έλλης (Ελλήσποντος) και επιχείρησε τις πρώτες επιθέσεις στα περίχωρα της Βασιλίδας, πετυχαίνοντας στα 1225 να απελευθερώσει τη στρατηγικά σημαντική Αδριανούπολη! Ο δρόμος πια για την Πόλη του Κωνσταντίνου ήταν ανοιχτός!

 

   Στα ανατολικά προελαύνουν εκείνο τον καιρό οι Μογγόλοι, που νικούν το Σουλτάνο του Ικονίου, ο οποίος αναγκάζεται να ζητήσει συνθήκη με τη Νίκαια, παύοντας προς το παρόν να αποτελεί κίνδυνο, λύνοντας τα χέρια του Βατάτζη, που κατατροπώνει τώρα και τους Βουλγάρους στα 1246 και ελευθερώνει το κομμάτι Αξιός – Έβρος ποταμός, ενώ οι καμπάνες κοντεύουν να σπάσουν από τη χαρά τους όταν ο Ιωάννης Βατάτζης, ο Άγιος Βασιλιάς, μπαίνει με συγκίνηση στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας μας, στην Πόλη του Αγίου Δημητρίου, στη Συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη, τον Δεκέμβριο της ίδιας ευλογημένης χρονιάς!

 

   Όμως, η καλή του σύντροφος, η Ειρήνη Λάσκαρι, κλείνει για πάντα τα μάτια της και κείνος θα κρατήσει για πάντα μέσα του ανεξίτηλη τη γλυκιά μνήμη της. Όμως ξέρει πως ο εαυτός του δεν του ανήκει, αλλά αξίζει να το κάνει κάθε μέρα θυσία για το λαό του και την πατρίδα! Έτσι ο Ιωάννης, έχοντας αναπτύξει μια φιλία με το Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β’, δέχεται να γίνει ο γάμος του με την κόρη του Φρειδερίκου Κωνσταντία, ως επισφράγηση μιας πανίσχυρης συμμαχίας, που θα τρομάξει την Ευρώπη και ιδίως τους Λατίνους, που πιέζονται τώρα πανταχόθεν.

 

   Αλλά, ενώ ο Ιωάννης Βατάτζης έφτιαξε ένα πανίσχυρο κράτος από τις στάχτες του Βυζαντίου και είχε σφίξει ασφυκτικά τον κλοιό γύρω από την Κωνσταντινούπολη, στις 4 Νοεμβρίου του 1254 αφήνει την τελευταία πνοή του, επάνω στο δρόμο για το όνειρο, επάνω στο δρόμο για το καθήκον, την Πίστη του Θεού, το Χρέος για την Πατρίδα, την Αγάπη για το λαό…

 

 

   Το τίμιο σώμα του ευσεβεστάτου, δίκαιου, γενναίου και ελεήμονος βασιλέα, ενταφιάστηκε σε ένα Μοναστήρι που είχε κτίσει ο ίδιος και το είχε ονομάσει Σώσανδρα, ενώ αργότερα δια θαυμαστής αποκαλύψεως ο ίδιος ο Ιωάννης, ζήτησε να μετακομισθεί το λείψανό του στη Μαγνησία (της Μικράς Ασίας). Όταν όμως πήγαν να ανοίξουν τον τάφο για να εκτελέσουν τη μετακομιδή, αντί να βγει η γνωστή δυσωδία, μια γλυκιά ευδία απλώθηκε τριγύρω, σαν να είχε ανθίσει απότομα κήπος αρωματικός! Αλλά δεν ήταν μονάχα αυτό. Ο νεκρός φαινόταν σαν να κάθεται επί βασιλικού θρόνου, χωρίς να έχει καμιά μελανότητα, καμιά δυσωδία, κανένα απολύτως σημείο που να φανέρωνε πως ήταν νεκρός!!! ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ήταν μέσα στον τάφο και το χρώμα του σώματός του ήταν όπως κάθε φυσιολογικού εν ζωή ανθρώπου! Έμοιαζε πραγματικά σαν ένας ολοζώντανος, αλλά ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ!!! Και μάλιστα και αυτά ακόμη τα ρούχα του επίσης είχαν διατηρηθεί επί επτά χρόνια αδιάφθορα και έμοιαζαν σαν να είχαν μόλις ραφθεί!!! Γιατί έτσι αντιδοξάζει ο Θεός εκείνους που Τον δοξάζουν στη γη!

   Μάλιστα από τότε το τίμιο λείψανο του Αγίου βασιλέως Ιωάννη Δούκα Βατάτζη του Ελεήμονος έδωσε πάμπολλα θαύματα, γιατρεύοντας θαυματουργικά Χάρητι Θεού ασθένειες, διώκοντας δαίμονες και θεραπεύοντας ένα σωρό πάθη, με την κατοικούσα εν αυτώ Χάρη του Αγίου Πνεύματος!

 

 

   Αναφέρεται -όπως σημειώνεται σε ημερολόγιο που εξέδωσε το 2001 η Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου- ότι μέχρι το 1992 “η μνήμη του αυτοκράτορα Ιωάννου του Ελεήμονος ετιμάτο κάθε χρόνοστην εκκλησία της Μαγνησίας, την οποία έκτισε ο ίδιος και στην οποία βρήκε την τελευταία ανάπαυσή του, καθώς και στο Νυμφαίον, την αγαπημένη του κατοικία” (Οστρογκόρσκυ).

   Όμως τι απέγινε ο Ναός εκείνος; Τι απέγινε το άφθαρτο λείψανο του “Μαρμαρωμένου Βασιλιά”; Τι σχέση έχει με το “θρύλο” και ποια με τις προφητείες για ανάκτηση της Πόλης, που τόσο και ο ίδιος είχε πασχίσει;

 

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΟΠΟΥ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ! ΠΟΙΟΙ ΤΟΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ: http://www.noiazomai.net/spilaio.html.

***

   ΣΗΜΕΡΑ, η μνήμη του Αγίου Ιωάννη Δούκα Βατάτζη του Ελεήμονος, τιμάται και εορτάζεται στο βυζαντινό Διδυμότειχο, επάνω στην Εκκλησιά του Χριστού Σωτήρα του κάστρου, όπου και υπάρχει σαν θησαυρός η φορητή εικόνα του Αγίου, δημιούργημα της λαϊκής τέχνης του 1958, που πάνω της έχει γραμμένο και το Απολυτίκιό του:

“ Τον λαμπρόν Βασιλέα και των πιστών μέγα καύχημα και των νυμφαίων το κλέος, Ιωάννην τιμήσωμεν, εν ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, την μνήμην επιτελούντες αυτού, συμφώνως ανακράζοντες. Δόξα τω σε Δοξάσαντι, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα των ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα”

Ἡ Ἁγὶα Σκὲπη τῆς Θεοτὸκου καὶ τὸ ἒπος τοῦ 1940

Οκτώβριος 28, 2016
Αποτέλεσμα εικόνας για αγια σκεπη

ΠΩΣ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ

 

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου

Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν με ταπείνωση και στην αφάνεια. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφθαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει…
 

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σκεπάζει (σκέπει) και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Μας σκεπάζει με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.

Η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Με την ενέργεια αυτή θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της. Την εορτή της αγίας Σκέπης τη γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου.

  

 

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 

ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

 

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες εθνικές γιορτές του έθνους μας έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να συνεορτάζονται με μία γιορτή της Παναγίας. Την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την 28η Οκτωβρίου την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου.

Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την εκκλησία μας το 1952 από την 1η Οκτωβρίου την 28η ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα του Θεού για τη σκέπη και την προστασία της στον αγώνα των Ελλήνων απέναντι στον αλαζονικό ιταλικό στρατό.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εποποιία του 1940, αποτελεί ένα θαύμα, είναι ένα από τα πολλά θαύματα στην ιστορία των Ελλήνων. Δεν μπορεί να είναι καρπός αποκλειστικά ανθρώπινου αγώνα. Η θεϊκή χάρη συνεργάσθηκε με την ανθρώπινη προσπάθεια. Και είναι δίκαιο που μαζί με τα θριαμβευτικά σαλπίσματα πάνω από τους τάφους των ηρώων, σήμαναν δοξαστικές καμπάνες για ένα ‘’ευχαριστώ’’ στην Παναγία, σ’ εκείνη, στην οποία η εθνική συνείδηση απέδωσε για μια ακόμα φορά ‘’τα νικητήρια’’. Τη Σκέπη των αγωνιστών. Την Ελευθερώτρια των σκλαβωμένων.

Γιατί στα κρίσιμα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες εμπιστεύθηκαν στα χέρια της Παναγίας τον αγώνα τους. Ζήτησαν τη μητρική προστασία της για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους. Και ήταν τόση η πίστη τους, ώστε την έβλεπαν να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, καθώς πολεμούσαν απεγνωσμένα στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Η άλλοτε Υπέρμαχος Στρατηγός των Ρωμηών γίνεται η Αγία Σκέπη των αγωνιστών και το θαύμα επαναλαμβάνεται. Χάρη στην πίστη που θερμαίνει τις ψυχές τους οι μαχητές περιφρονούν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονται στις σιδερόφρακτες εχθρικές στρατιές με ηρωισμό που κινεί τον παγκόσμιο θαυμασμό.

 

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ

ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

 

Στὸ μέτωπο, σ᾿ ὅλη τὴ γραμμή, ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου μέχρι ψηλὰ τὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἄρχιζε νὰ βλέπει παντοῦ τὸ ἴδιο ὅραμα: Ἔβλεπε τὶς νύχτες μία γυναικεία μορφὴ νὰ βαδίζει ψηλόλιγνη, ἄλαφροπερπατητη, μὲ τὴν καλύπτρα τῆς ἄναριγμενη ἀπὸ τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ παλιά, τοῦ τὴν εἶχαν τραγουδήσει ὅταν ἦταν μωρὸ κι ὀνειρευόταν στὴν κούνια. Ἦταν ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴν δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός.

 

Γράμμα ἀπὸ τὴ Μόροβα

Ὁ Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στὴν Ἀλβανία τὸ 1940, ἔστειλε ἀπὸ τὸ μέτωπο τὸ παρακάτω γράμμα στὸν ἀδελφό του. «Ἀδελφέ μου Νίκο.

Σοὺ γράφω ἀπὸ μία ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Πάρνηθας. Ἡ φύση τριγύρω εἶναι πάλλευκη. Σκοπός μου ὅμως δὲν εἶναι νὰ σοῦ περιγράψω τὰ θέλγητρα μίας χιονισμένης Μόροβας μὲ ὅλο τὸ ἄγριο μεγαλεῖο της. Σκοπός μου εἶναι νὰ σοῦ μεταδώσω αὐτὸ ποὺ ἔζησα, ποὺ τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου καὶ ποὺ φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας τὸ ἀπὸ ἄλλους, δὲν τὸ πιστέψεις.

Λίγες στιγμὲς πρὶν ὁρμήσουμε γιὰ τὰ ὀχυρὰ τῆς Μόροβας, εἴδαμε σὲ ἀπόσταση καμιὰ δεκαριὰ μέτρων μία ψηλὴ μαυροφόρα νὰ στέκει ἀκίνητη.

– Τὶς εἶ; Μιλιά…

Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε: -Τὶς εἰ;

Τότε, σὰν νὰ μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ψιθυρίσαμε: Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ!

Ἐκείνη ὅρμησε ἐμπρὸς σὰν νὰ εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. Ἐμεῖς ἀπὸ πίσω της. Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νὰ μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη. Ὁλόκληρη ἑβδομάδα παλέψαμε σκληρά, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.

Ὑπογραμμίζω πὼς ἡ ἐπίθεσή μας πέτυχε τοὺς Ἰταλοὺς στὴν ἀλλαγὴ τῶν μονάδων τους. Τὰ παλιὰ τμήματα εἶχαν τραβηχτεῖ πίσω καὶ τὰ καινούργια… κοιμοῦνταν! Τὸ τί ἔπαθαν δὲν περιγράφεται. Ἐκείνη ὁρμοῦσε πάντα μπροστά. Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ροβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἡ Ὑπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».

 

Θαῦμα στὸ Μπούμπεση

Ζωντανὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ἀνεξαρτήτου τάγματος, μὲ διοικητὴ τὸν ταγματάρχη Πετράκη, στὴν κορυφογραμμὴ τοῦ Ροντένη, δεξιά της θρυλικῆς Κλεισούρας.

Κάθε βράδυ, ἀπὸ τὶς 22-1-1941 καὶ ἔπειτα, στὶς 9.20 ἀκριβῶς, τὸ βαρὺ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχιζε βολὴ ἐναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀπώλειες. Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στὶς ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι. Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὰ ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰταλοὶ κάθε βράδυ τὰ μετακινοῦσαν.

Ἦταν ὅμως ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχθρικὲς θέσεις. Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστηκαν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν ἰταλικῶν κανονιῶν.

– Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντελῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! Σῶσε μας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.

Ἀμέσως στὸ βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο. Σιγὰ-σιγὰ σχημάτισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. Καὶ κάτω ἀπ᾿ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ γέρνει πρὸς τὴ γῆ καὶ στάθηκε σ᾿ ἕνα φαράγγι, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὑψώματα τοῦ Μπούμπεση. Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στὸ τάγμα καὶ ρίγησαν.

– Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.

– Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.

Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιὰ τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λεπτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ
Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’.

Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Σκέπης σου Παρθένε, ἀvuμνοῦμεν τάς χαρίτας,

ἣν ὡς φωτοφόρον νεφέλην, ἐφαπλοῖς ὑπὲρ ἔννοιαν,

καὶ σκέπεις τὸν λαόν σου νοερῶς, ἐκ πάσης τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς.

Σὲ γὰρ σκέπην καὶ προστάτιν καὶ βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντές σοι·

Δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τῇ θείᾳ Σκέπῃ σου,

δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου, προμηθείᾳ Ἄχραντε