Archive for the ‘ποίηση’ Category

Ύμνος του Νικ. Βρεττάκου (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 21, 2018

 

Η καρδιά μου, η καρδιά σου,

οι καρδιές – μια μεγάλη
καρδιά μες στο σύμπαν,

που ακούγεται: απόψε,
την ακώ
σαν καμπάνα
Μητροπόλεως
που μέσα της
εκκλησιάζονται όλα τ’ αστέρια

μ’ επικεφαλής τους ηλίους τους.

Σώμα του καλοκαιριού του Οδυσσέα Ελύτη (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 19, 2018

 

IV

[…]
Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου

στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε

τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά

σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου

ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή

στα μέτρα της καρδιάς.

Ένα ποίημα της Μαρίνας Τσβετάγεβα (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 18, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρινα τσβεταγεβα

Κάποιος από πέτρα, άλλος από πηλό,
μα εγώ ασημώνομαι και λάμπω!
Δουλειά μου η παραπλάνηση, εγώ είμαι η Μαρίνα.
ΕΓΩ, φθαρτός θαλασσινός αφρός.

Κάποιος από πηλό, ο άλλος από σάρκα
– γι’ αυτούς είναι τα φέρετρα, οι επιτάφιες πλάκες…
Στη θάλασσα είμαι βαπτισμένη εγώ,
και στη δικιά μου πτήση αέναη η συντριβή!

Μηδέ καρδιές κι εμπόδια
νικούν τη βούλησή μου.
Εμέ –θωρείς αυτές τις ατίθασες μπούκλες;–
γήινη δε με κάνεις.

Χτυπώντας στα γρανιτένια σου τα γόνατα,
εγώ με κάθε κύμα αναγεννιέμαι!
Ζήτω ο αφρός, ο ευφρόσυνος αφρός
– ο μεγαλόπρεπος θαλασσινός αφρός!

[απόδοση: Ελένη Κατσιώλη]

Η Μαρίνα Ιβάνοβνα Τσβετάγεβα (1892-1941) είναι μία από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 20ού αιώνα και του Αργυρού αιώνα της ποίησης. Έγραψε αυτό το ποίημα στις 23.5.1920, μετά τον θάνατο της τρίχρονης κόρης της Ιρίνα.

Νανούρισμα Παραδοσιακό (Κύπρου) Αλκίνοος Ιωαννίδης (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 18, 2018

 

Άγια Μαρίνα και κυρά
που ποκοιμίζεις τα μωρά
ποκοίμησ’ το κορούδιν μου
το πκιο γλυκύν τραούδιν μου

Κι ύπνε που παίρνεις τα μωρά
πάρε κι εμέναν τούτο
Μικρόν μικρόν σου το `δωκα
μεάλον φέρε μου το

Επάρ’ το πέρα, γύρισ’ το
και στράφου πίσω φέρ’ μου το
Να δει τα δέντρη πως αθθούν
και τα πουλιά πως κοιλαδούν

Πως χαίρουνται, πως πέτουνται
και πάσιν πέρα κι έρκουνται
Να δει του Μάη τραντάφυλλα
τ’ Αούστου μήλα κόκκινα

Κι α Παναγία Δέσποινα
που ποκοιμίζεις τα μωρά
νάννι ναννά ναννούδκια του
κι ύπνον εις τα μματούδκια του

Χωρὶς τὶτλο -Μ.Τσεβετὰγιεβα (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 10, 2018

Είμαι η σελίδα για την πένα σου
Ολα θα τα δεχτώ:

είμαι μια λευκή σελίδα.
Είμαι ο καλός σου φύλακας∙

Θα στα επιστρέψω όλα

και με το παραπάνω.
Είμαι η αρχαία, μαύρη γη,
Είσαι η αχτίδα

κι η υγρασία της βροχής,
Είσαι ο Κύριος και δεσπότης μου,

ενώ εγώ
Η μαύρη γη και η λευκή σελίδα.

 

στήν ‘Ιερωσύνη… Τὸ παλιὸ βιολί-Ἰωάννης Πολέμης (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 6, 2018

 

Ἄκουσε τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι του μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τ᾿ ἀχνὰ κι᾿ ἀπάρθενα τῆς ἀγάπης χείλη.

Καὶ τ᾿ ἀηδόνι τ᾿ ἄγρυπνο καὶ τὸ ζηλευτὸ
ζήλεψε κι ἐσώπασε κι ἔσκυψε κι ἐστάθη
γιὰ νὰ δεῖ περήφανο τί πουλὶ εἶν᾿ αὐτὸ
ποὺ τὰ λέει γλυκύτερα τῆς καρδιᾶς τὰ πάθη.

Ὡς κι ὁ γκιώνης τ᾿ ἄχαρο, τὸ δειλὸ πουλί,
μὲ λαχτάρ᾿ ἀπόκρυφη τὰ φτερὰ τινάζει
καὶ σωπαίνει ἀκούγοντας τὸ παλιὸ βιολί,
γιὰ νὰ μάθει ὁ δύστυχος πῶς ν᾿ ἀναστενάζει.

Τί κι ἂν τρώει τὸ ξύλο του τὸ σαράκι; τί
κι ἂν περνοῦν ἀγύριστοι χρόνοι κι ἄλλοι χρόνοι;
Πιὸ γλυκιὰ καὶ πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ δυνατὴ
ἡ φωνή του γίνεται, ὅσο αὐτὸ παλιώνει.

Εἶμ᾿ ἐγὼ τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι μου μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τῆς πρώτης νιότης μου τὰ δροσάτα χείλη.

Τί κι ἂν τρώει τὰ σπλάγχνα μου τὸ σαράκι; τί
κι ἂν βαδίζω ἀγύριστα χρόνο μὲ τὸν χρόνο;
Πιὸ γλυκιὰ πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ δυνατὴ
γίνεται ἡ ἀγάπη μου, ὅσο ἐγὼ παλιώνω.

 

ΑΡΡΩΣΤΙΑ της Ζωής Καρέλλη (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 4, 2018

 

Όλο τους πεθαμένους σκέφτομαι αυτές τις μέρες.
Πλούσια από θάνατο η μνήμη μου
τους φέρνει εμπρός μου ζωντανούς.
Μιλούνε ορισμένα απ’ τα λόγια τους:
«Ένα πουκάμισο χρώμα σαν το καΐσι».
«Να σε φιλήσω, γιατί πέθανα».
«Ζητούσα να σας δω και ήρθα».
Πρόσωπα, λόγια πολλά, που τα κρατώ
σαν ξένα, θέλω δικά μου να τα κάνω
και δεν μπορώ, γιατί δεν εννοώ
το θάνατο, αρνιέμαι να τον καταλάβω.

Όμως ούτε και τη ζωή, έτσι,
μπορώ ν’ αγγίζω, όπως θέλω
να την κρατήσω, που βλέπω τις κινήσεις
των ζωντανών, σα να ‘ναι μες στη μνήμη μου
κι αυτές και δεν μπορώ να τις αγγίξω
ζωντανές. Τις χαίρομαι συχνά,
τις αγαπώ, τις βλέπω εκστατικά,
κι άξαφνα γίνονται σαν από πεθαμένους.

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, «Η εποχή του θανάτου» (1948)

Χωρὶς τὶτλο -Ζωὴ Καρὲλλη (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 3, 2018

Τόσο είναι το πάθος μου της ζωής
που θα μπορούσα να πεθάνω.

Τόσο ζω που καταλαβαίνω
πόσο πεθαίνω.

Τόση είναι η ζωή μου
που με πεθαίνει.

Τόσο μπορώ να ζήσω
που μπορώ ν’ αδιαφορήσω αν ζω.

Τόσο ζητώ να ζήσω
που δεν αντέχω να ζω.

της Ζωής Καρέλλη
Από τα «ΥΠΑΡΚΤΙΚΑ» IV

Το τρελοβάπορο του Οδ. Ελύτη (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 3, 2018

 

Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα-μάινα»

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τούς αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μέσ’ στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης (Ο ήλιος ο ηλιάτορας, Ίκαρος, 1971) Μουσική: Δημήτρης Λάγιος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Δημητράτος & Χορωδία Λαμίας (Ντουέτο)

Ἡ ζωὴ μου (Μαρὶα Ρὲγκου)

Ιουνίου 28, 2018

Μὶα ἂγνωστη περαστικὴ

δὲν βρὶσκω λὸγια

νὰ τῆς πῶ

οὒτε κὰστανα

νὰ τὴ φιλὲψω

τῆς κρατῶ τὸ χὲρι

νὰ τὴν παρηγορὴσω.

(Ποιητικὸ ἡμερολὸγιο 2018-ΙΩΛΚΟΣ)