Archive for the ‘ποίηση’ Category

ΑΝΑΜΟΝΗ -Του Μενέλαου Λουντέμη- (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 29, 2017

Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει κείνος
Που δεν έχει τί να περιμένει
Και όμως περιμένει.

Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζει.

Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο.

Ποίημα για την Ελένη του Τάκη Σινόπουλου [απόσπασμα]-ἀπὸ Μπὰμπη-

Μαΐου 22, 2017

….Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ’ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ’ οράματα τα χρόνια μου.

Ω ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
Σε περιμένω.
Κοίταξε, σου ‘φερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σου ‘φερα, κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα.

Σε περιμένω.
Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ’ το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ’ τη δική σου δύναμη.
Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω.

Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ’ τη δική μας γη,
προπάντων χώμα χώμα Ελένη….

….τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα ‘ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ’ άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;

Από τη συλλογή Ελένη (1957)

Ἐφιὰλτης (Ρ.Ἰωαννὶδου-Σταὺρου)

Μαΐου 19, 2017

Ποιοῦ παλληκαριοῦ

ποιοῦ ἂντρα

ποιᾶς γυναὶκας

ποιοῦ παιδιοῦ

τὰ ὀστὰ θὰ ταυτοποιὴσεις

αὒριο;

 

(περιοδικὸ Ἀκτὴ τ.110 2017)

Παιδὶ χαμὲνο (Ἡλ.Κεφὰλας)

Μαΐου 16, 2017

Παιδὶ

-που δὲν θἐλει νὰ γυρὶσει σπὶτι

παιδὶ

-που παὶζει ἀκὸμα μοναχὸ του

-παιδὶ

που τὸ νὰρκωσε τὸ σκοτὰδι

καὶ τὸ ἀπορρὸφησε τὸ ὂνειρο

-παιδὶ

χαμὲνο στὶς διχὰλες τῶν δρὸμων

-παιδὶ

που τὸ πῆραν οἱ εὐφανταστες φωνὲς

τῶν ἀορὰτων

-παιδὶ

μαγεμὲνο ἀπ᾽τὰ παιχνὶδια που τοῦ ἒλειψαν

-παιδὶ

ἐξορισμὲνο ἀπὸ τὴν ἡλικὶα του

-παιδὶ-παιδὶ

ἐσὺ τὸ παιδὶ ποὺ ἢσουν

 

(Η.ΚΕΦΑΛΑΣ-Λεζὰντες γιὰ τ`ἀὸρατα-Γαβριηλὶδης)

Τὸσο ψιθυριστὰ (Η.ΚΕΦΑΛΑΣ)

Μαΐου 15, 2017

Τὸσο ψιθυριστὰ

μιλὰει αὐτὸ τὸ ποἰημα

που δὲν τὸ ἀκοὺω

ἀκὸμα οὒτε ἐγὼ

ποὺ τὸ᾽γραψα

 

Πρὲπει νὰ σκὺψω

νὰ σκὺψω

πὰνω ἀπὸ τὶς λὲξεις του

ν᾽ἀφουγκραστῶ

τοὺς δισταγμοὺς του.

 

(Η.ΚΕΦΑΛΑΣ-Λεζὰντεςγιὰ τ᾽ἀὸρατα-Γαβριηλὶδης)

Τὶ περιμὲνεις; (Η.ΚΕΦΑΛΑΣ)

Μαΐου 13, 2017

-Ἒι,

τὶ περιμὲνεις

καὶ μαρμὰρωσες;

-Τὸ πιθανὸ !

(Η.ΚΕΦΑΛΑΣ-Λεζὰντες γιὰ τ᾽ἀὸρατα-Γαβριηλὶδης)

Ἡ κοιλάδα με τοῦς ροδώνες (τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου) -ἀπὸ Μπὰμπη-

Μαΐου 12, 2017

 

Τι είναι στη ζωή

που να μην είν´αίνιγμα, γρίφος;
μα κι´η ζωή

η ίδια δεν είναι γρίφος αίνιγμα;

Τι δυστυχία οι τεχνοκράτες
μέσα στην τύφλα

απ´ολούθε που τους περιζώνει
να παραμένουνε
στις κούφες πεποιθήσεις (;) τους
ισχυρογνώμονες
πεισματωμένοι
γινατζήδες

Του ποιητή
πια μόνη -θεόθεν- σωτηρία,

λύσις, παρηγόρηση
μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές
ο έστι μεθερμηνευόμενο
η κοιλάδα των ροδώνων.

Σχῆμα -τοῦ Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη- (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 4, 2017

 

Συ που ‘χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε

πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.
Συ που ονειρεύτηκες νάσαι
καθρέφτης καθαρός
της φωτεινής χάρης του ήλιου
νάναι μια στάλα

που τον ήλιο αντανακλά
και απ’ αυτόν μετά λιώνει και σβήνει
Μάη και Γιούνη το φεγγάρι τ’ ολόγιομο
δυο μήνες περάσαν δίχως να το χαρείς.
Μπόρεσε

τουλάχιστο καλύτερος να γίνεις
νικώντας τον πόνο που σε τρώει
σαράκι καθημερινό
που σε μακραίνει απ’ ό,τι είσαι.

(Ιούλιος 1930)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)

Δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ-Χριστίνα Σαββατιανοῦ- (ἀπὸ Παντελῆ)

Μαΐου 2, 2017

 

Δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ, ὄχι δὲ γράφω,
Λέξεις μονάχα ξαστοχῶ ἀπ᾿ τὴν ἀλήθεια κλέβω.
Λέξεις ποὺ κάποτε ἔζησαν, ναὶ ἔζησαν
Στὰ χείλη ἑνὸς παιδιοῦ, θυμᾶσαι;

Λέξεις ποὺ ἐρωτεύτηκαν, πόσο ἐρωτεύτηκαν!
Στὰ στήθια μιᾶς κοπέλας τὰ κρινομοσχομυριστά.

Ὄχι δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ, δὲ γράφω σοῦ λέω.
Δάκρυα ἀποστεγνώνω. Κλαῖς;
Μὴν κλαῖς σὲ σκέφτομαι, ἀκόμα σὲ ἀγαπάω,
Μέσα στὶς λέξεις πού ῾κλεψα μαζί σου σεργιανίζω.
Μέσα στοῦ ὀνείρου τὴ σιωπὴ τραγούδια φτιάχνω νὰ σοῦ πῶ.

Λέξεις μονάχα σκάρωσα ἔτσι γιὰ νὰ μεθύσεις.
Λέξεις ἀδέσποτες ρηχὲς νὰ πιάσεις νὰ κρυφτεῖς.
Λέξεις ἀστέρια καὶ νυχτιὲς φορτώνω καὶ σοῦ στέλνω.

Δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ, μονάχα τραγουδάω.
Λέξεις μικρὲς ἀσήμαντες, λουλούδια τὶς στολίζω.
Λέξεις μέσα ἀπ᾿ τὴν ἄνοιξη σοῦ βάνω στὰ μαλλιά.

Δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ. Ὄχι, τὰ μουρμουρίζω.
Στῶν τραγουδιῶν τὸ γύρισμα στὴ χάση τῆς φωνῆς. Ἀκοῦς;
Λέξεις μονάχα ἀγαπῶ, λέξεις χωρὶς οὐσία, λέξεις φτωχές.
Λέξεις ποὺ ξέρουν τὴν καρδιά.

Δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ. Φανάρια χάρτινα σκαρώνω.
Μὲς σὲ ποτάμια τὰ πετῶ, σὲ λίμνες, σὲ πελάγη.
Μαζὶ του ἀναστεναγμοῦ τὸ ρόδι τὸ χρυσό.
Λέξεις γιομίζω τὸ χαρτί, ἀδιάφορο νὰ μοιάζει.
Λέξεις ποὺ δὲν τὶς πλήρωσα, λέξεις ποὺ δὲν ξεχνῶ.

Δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ, τὶς γεύσεις δοκιμάζω.
Γεύσεις ποὺ δὲ μολύνθηκαν στῆς σκέψης τὴν βοή.
Λέξεις μὲ γεύση ἁλμυρή, πικρή, χολὴ καὶ ξύδι.
Λέξεις ποὺ αἷμα γίνηκαν στὰ χείλη τὰ στεγνά.

Δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ. Ποτέ μου δὲ θὰ γράψω.
Εἶμαι μικρός, πολὺ μικρός. Τὸ θάμα δὲν χωρᾷ.
Μόνο μία λέξη ἔκλεψα καὶ εἶπα νὰ τὴν ψάξω.
Σὲ διαστάσεις νὰ τὴ δῶ σὲ χρῶμα σὲ χροιά.

Δὲ γράφω ποιήματα ἐγώ, δὲν ξέρω πῶς τὰ γράφουν
Μιὰ μόνο λέξη κράτησα, αὐτὸ τὸ «Ἀγαπάω»!

 

Ποτὲ δὲν εἶναι (Η.ΚΕΦΑΛΑΣ)

Απρίλιος 28, 2017

Ποτὲ δὲν εἶναι τὲλος

ποτὲ δὲν εἶναι ἀργὰ

Τὸ τὸνιζε ἀκὸμα ὁ παπποὺς μου

ὀκνὸς ἐνενηντὰρης καὶ κὰτισχνος

ὃταν ἂνοιγε τὴν πὸρτα τῆς αὐλῆς

ἒτοιμος νὰ δρασκελὶσει ὣς τὸν θὰνατο.

(Η.ΚΕΦΑΛΑΣ-Λεζὰνυες για τ᾽ ἀὸρατα-ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ)