Archive for the ‘ποίηση’ Category

Ὁ ὕπνος μέσα στὰ μάτια -του Γιώργου Σαραντάρη- (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 16, 2019

Ὁ ὕπνος

μέσα στὰ μάτια κελαηδᾶ
Σὰν νὰ ἦταν

τὸ νερὸ τῆς βρύσης
Σὰν νὰ ἦταν

ὁ βοσκὸς τοῦ παραμυθιοῦ
Ποὺ ἔτρεφε

γένια ὁλόασπρα
Καὶ μάζευε παιδιὰ

νὰ τὰ στείλει στὸν οὐρανὸ
Νὰ τὰ δεῖ ἐκεῖ

πρὶν αὐτὸς ἀποθάνει

(από τη Συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», ΕΡΜΗΣ)

Ο Ουρανός του Μανόλη Αναγνωστάκη -ἀπὸ Μπὰμπη-

Ιουλίου 11, 2019

 

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα νὰ πάμε μαζί στο δάσος

Ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στoν κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ καὶ χρόνια τα ιερά ονόματα

Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά

στoν ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος

δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.

Απόγευμα του Ντίνου Χριστιανόπουλου (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 6, 2019

 

Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα

με την ατέλειωτη συζήτηση στο πεζοδρόμιο.
Τα πουλιά κελαηδούσαν,

οι άνθρωποι πέρναγαν, τ’ αυτοκίνητα τρέχανε.
Στο απέναντι παράθυρο

το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα
και το κορίτσι του διπλανού

μας τραγούδαγε το ντέρτι του.
Φυλλορροούσε η ακακία

κι ευώδιαζε το γιασεμί
και μες στην τάπια

τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι
και τα κορίτσια γύρναγαν σκοινί —
παίζαν στην τάπια

και δεν ξέραν από θάνατο
παίζαν στην τάπια

και δεν ξέραν από τύψη,
κι εγώ τους αγάπησα πολύ

τους ανθρώπους εκείνο το απόγευμα,
δεν ξέρω γιατί,

πολύ τους αγάπησα, σαν ένας μελλοθάνατος.

[Από τη συλλογή: Ο αλλήθωρος (1970), Εκδόσεις Διαγωνίου]

Το κυπαρίσσι -του Ζαχαρία Παπαντωνίου- (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 3, 2019

 

Εἶμαι το δέντρο

που ἀκολουθεῖ

τη γραμμή τῆς προσευχῆς ὅταν ἀνεβαίνει
ἀπό ἥσυχη ψυχή.
Εἶμαι ἡ λόγχη

που κοκκίνισε στο αἷμα τῆς δύσης

και φρουρεῖ το Ἀόρατο
ἀπ᾿ την ἄρνηση και την εἰρωνεία.
Εἶμαι στις γιορτές

τοῦ τοπίου το μαῦρο ράσο

που δεν τελείωσεν ἀκόμα
τη δοκιμασία του.
Εἶμαι το καμπαναριό

στο ναό τοῦ πόνου

και για τις ψυχές που ἔχουν σκοπό
σημαίνει τους ὄρθρους

και τους εσπερινούς ἡ σιωπή μου.

ΣΤΟΡΓΗ της Ζωής Καρέλλη (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουλίου 2, 2019

 

Eίναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας.
Άρρωστος στην πλήρη ακμή του.
Oι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί.
Tο αισθάνονται αυτό
κι όταν πέσουν στο στρώμα
έχουν την έκφραση του προσώπου περίλυπη.
Kάποτε το βλέμμα τους χάνεται.
Σα ν’ απορούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει.
Σα να μη μπορούν να καταλάβουν την αδυναμία τους,
θυμώνουν κι αγαναχτούν,
ύστερα όμως είναι πιο λυπημένοι.
Έχουν μιαν άλλη μελαγχολία στην αρρώστια τους.
Παραδίνονται σαν παιδιά.
Σαν εκείνα τα παιδιά που έχουν πρόωρη γνώση.
Σε κοιτάζουν στα μάτια,
περιμένουν να τους βεβαιώσεις…
Όχι μόνο πως θα γίνουν καλά,
όχι πως δεν έχουν τίποτα,
μα πως η δύναμή τους είναι ακέρια.
Πως εσύ το θέλεις και τους περιποιείσαι
κι αυτοί το δέχονται.
Δέχονται την περιποίηση για το χατίρι σου.
Eίναι λυπητερό να βλέπεις έναν άντρα άρρωστο,
να βλέπεις να κείτεται ένας λεβέντης.
Σε σφάζει το βλέμμα του.
Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί.
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου.
Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του,
την υπομονή του.
Γι’ αυτό δε θα πιστέψεις
πως εκείνος δεν είναι ο πιο δυνατός κοντά σου.
Tούτο περιμένει να δει στο βλέμμα σου,
για να γιάνει.
Aυτό πρέπει να σου μαθαίνει η αγάπη σου.
Πως δεν του φτάνει μονάχα να τον αγαπάς.
Θέλει ακόμα πιο πολύ,
να πιστεύεις πάντα σ’ αυτόν.

 [Αντιθέσεις (1957)]

ΤΟ ΓΑΡΓΑΡΟ ΝΕΡΟ ΚΗΛΑΪΔΙΣΤΑ ΦΛΙΦΛΙΖΕΙ του Διονυσίου Σολωμού (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουνίου 28, 2019

Το γάργαρο νερό κηλαϊδιστά φλιφλίζει
και σας καλεί ναν το χαρείτε οι διψασμένοι.
Τί γάργαρο νερό… κελαρυστό, όπως βγαίνει
οχ τ’ ανθισμένο λειμωνάρι και δροσίζει
τες φρένες, την καρδία! Και σ’ όσους ευδορπίζει
το ξυλοκέρατο τα δείπνα, δεν τσου μένει
παρά στα νάματα να ερθούνε και την ξένη
βρωμιά να δγιούν πώς ύδωρ λάλον καθαρίζει!

Κοιτάχτε – ο δρόμος ανοιχτός! Εδώ ας γυρέψει
το πόδι σας πορεία… ’δώ πάνου ν’ ανεβείτε,
πριχού οχ τ’ άλογά του ο ήλιος ξεπεζέψει.
Φαρμακερόφιδο δεν μόλυνε το φρέαρ
ποτέ εισέ νιό χορτάρι μέσα. Ελάτε, δείτε
πώς γύρω γελάει ολόγυρα το αιώνιον έαρ!

(Από: Οκτώ ιταλικά ποιήματα)

ΠΟΔΗΛΑΣΙΑ της Ειρήνης Ρηνιώτη (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουνίου 20, 2019

Άστραφτε το ποδήλατο στον ήλιο
Μια βόλτα μόνο! είπα

Δεν ξέρω να ισορροπώ
όμως τολμώ να πέσω για να μάθω
Άλλο αν δεν έμαθα

Ανέτοιμη κάθε φορά
με βρίσκει η επιθυμία
καθώς σκορπίζουνε γι’ αλλού
η σέλα τα πετάλια το τιμόνι

Μονάχα το φωτάκι του οδηγού
μένει στο δρόμο
[Από τη συλλογή: Μια βόλτα μόνο, ΑΓΡΑ]

Επιμυθιον (Δ.Χρυσανθακης)

Ιουνίου 11, 2019

125C7D30-730B-46F7-BF1F-AA5E4EBC1DD3.jpeg

Κηλίδες ηλιου (Γ.Κουβαρας)

Ιουνίου 1, 2019

0A6680DF-F243-411A-B56A-3561B628ABE6.jpeg

Χωρὶς τὶτλο (τοῦ Δ.Ραχὼνη)-ἀπὸ τὸν Παντελῆ-

Μαΐου 31, 2019

Εὐφραίνου γῆ τῆς τοῦ εὐαγγελισμοῦ μονής
δέχου ἐν τοῖς κόλποις σου
εὔανδρον σῶμα Αἰμιλιανοῦ ἱερομονάχου
λαβέ γεύσιν ὁσιότητος
καί ρίγησον ἐν ἀγαλιάσει, ὃτι
ἡ ψυχή αὐτοῦ μετανάστευσε εἱς οὐρανόν
ἄστυ ἁγίων κατοικούντων
αἰνούντων καί δοξολογούντων
τόν ἐν τριάδι Θεόν
καί παρακαλούντων ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Καρποφόρησον, οὖν γῆ ἀγαθή
τοῦ σπαρέντος ἐν σοί
καί ἐκ τοῦ μνήματος αὐτοῦ,
στάχυν καί ἄμπελον καί νάδρον πειστικόν
εἰς ὁσμήν εὐωδίας καί τροφήν ἁγιασμοῦ
τῶν ἀσκουμένων ἑν τῆ μονῆ
καί πάντων τῶν προσκυνούντων
αὐτοῦ τῶ ἱερῶ μνήματι.

Δ. Ραχώνης