Archive for the ‘ποίηση’ Category

Δυτικὸ (Γιὼργος Κὰρτερ)

Μαΐου 25, 2018

Πολλὴ μελαγχολὶα

ἐκλὺει ὁ ἣλιος

ἃμα κατρακυλὰει

στὴ ζὼνη τοῦ ὁρὶζοντα.

 

Σκοταδερὸ σημὰδι

γενικὰ, ἡ δὺση

καὶ δὺσμοιρος

ὸ ἰστορικὸς μας προσανατολισμὸς.

 

(Γ.Κὰρτερ-Κατα παντὸς ὑπευθὺνου-Γαβριηλἰδης)

Στὴ Ζωὴ-του Ιωάννη Γεωμέτρη (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 23, 2018

Στη Ζωή Α′

Την Αρετή στης πόλης είδα χθες τη μέση,
μαυροντυμένη, σκυθρωπή, γεμάτη θλίψη.
Τι έπαθες, ρώτησα.
Κι εκείνη μου είπε:
στέκουν η Τόλμη, η Γνώση, η Φρονιμάδα στις γωνίες,
η Άγνοια κυβερνά κι η Μέθη κι η Δειλία.

Στη Ζωή Β′

Γιατί αποφεύγεις τα καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δεν θα βρεις της αλυπίας την τέχνη.
Θέσπισε ο Πλάστης νά ′χει αγκάθια η γη από κάτω
και μύριες έγνοιες η ζωή μας.
Βάσταξέ τες.

του Ιωάννη Γεωμέτρη
[Σημαντικός Βυζαντινός ποιητής, 10ος αι.]

απόδοση: Γιώργου Βαρθαλίτη

ΕΛΕΝΗ του Ανδρέα Λασκαράτου (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 22, 2018

Τ’ αηδόνια να σωπάσουνε.
Λίγη ησυχία να γένει,
να ταγουδήσ’ η Ελένη
με τη γλυκεία φωνή.

Τ’ αηδόνια να σωπάσουνε·
να μη φυσάει τ’ αέρι,
ένα αγγελούδι αϊταίρι
τσ’ Ελένης να φανεί.

Να έλθει από την Παράδεισο
σ’ εμάς εν αγγελούδι
να πει αν εκεί τραγούδι
άκουσε πλέα γλυκό.

Να πει αν εις την Παράδεισο
είναι κι’ εκεί μια Ελένη,
να τραγουδά, να ευφραίνει
τον άπειρο ουρανό.

Ανθολογία Ποιήσεως, Α΄ Τόμος, Μ. Περάνθη

Φεύγουν οι μάνες του Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 15, 2018

Φεύγουν οι μάνες από εμάς
Φεύγουν σιγά, ακροπατώντας,
Μα εμείς κοιμόμαστε ήρεμα,

σαν είμαστε χορτάτοι,
Δίχως στην τρομερή τούτη στιγμή

να δίνουμε σημασία.
Φεύγουν οι μάνες από εμάς,

μα όχι αμέσως,
Μόνο εμείς νομίζουμε

πως φεύγουν ξαφνικά.
Φεύγουν αργά, τρομακτικά,
Με βήματα μικρά

στου χρόνου τα σκαλοπάτια,
Απομακρύνονται αυτές,

απομακρύνονται συνέχεια.
Αυτές ζητάμε όταν ξυπνάμε ξαφνικά,
Τα χέρια όμως πιάνουν τον αέρα,
Γυάλινος τοίχος είναι ανάμεσά τους!
Αργήσαμε!

Ήρθε η τρομερή η ώρα.
Κοιτάζουμε διαρκώς

με μάτια βουρκωμένα
Τις ήρεμες και σκυθρωπές παρέες,
Είναι οι μάνες μας

που φεύγουν από εμάς…

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ του Τόλη Νικηφόρου (άπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 14, 2018

 

Από λέξη σε λέξη
από εικόνα σε εικόνα
στα τραύματά μου επάνω
ακροβατώντας

ως κάτι μακρινό και ανέγγιχτο
στα τρίσβαθα της μνήμης

ο νους μου έχει μάθει από παλιά
με συνειρμούς και άλματα
ν’ αυτονομείται και να ταξιδεύει
αιφνίδια ν’ ακολουθεί
δικές του μυστικές διαδρομές

σε κάθε επικίνδυνη στροφή
αναζητώντας
σε κάθε σκοτεινή παγίδα ή βάραθρο
παρήγορο
λυτρωτικό
ένα πρώτο φως

Ακρόαση του Σαράντου Παυλέα (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 11, 2018

 

Ο καθένας μας ένα σύμπαν «εν συνόψει».
Εφαρμόζαμε την καθημερινή μας εσωτερική ακρόαση
και γευόμασταν της ύπαρξης τη γλυκιά μας αιωνιότητα.
Παντού ο μουσικός της ύπαρξης, εύθυμος ο ρυθμός του Θεού.
Στο βάλτο του έζη ο φασιανός
μ’ όλα τα φυσικά του χρώματα στολισμένος
καλά ήταν εκεί και τα κλουβιά δεν ήθελε.
Γιατί πρώτη ελευθερία και ομορφιά και αγάπη
ήταν ο Θεός.

Από τη συλλογή «Συμπαντική ιθαγένεια» (1998)

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ του Μίλτου Σαχτούρη (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 10, 2018

 

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
χάος
είν’ η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του
ο Θεός

άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν
τα πουλάνε
τ’ αγοράζουν

εγώ δεν τα πουλώ

οι άνθρωποι
τα κοιτάζουν
με ρωτάνε
άλλοι γελάνε
άλλοι προσπερνάνε

εγώ δεν τα πουλώ

«ΔΥΟ ΧΕΛΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΟΧΝΗ»:ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ (ἀπὸ Παντελῆ)

Μαΐου 9, 2018

Μόλις που ξεχωρίζουν στην απέναντι ακτή
η Τροία και η Καλλίπολη
τοποθεσίες μιας παλιότερης
και μιας πιο πρόσφατης σφαγής.

Το παρελθόν φευγάτο
και το παρόν άπιαστο όνειρο θαρρείς
ό,τι κι αν βρέθηκε εδώ
δεν ήταν οίκτος σπλαχνιά ή ψυχικό.

Στις τάφρους εκείνες που χάσκουν ανοιχτές
το έμπειρο μάτι και το σκαλιδάκι
ξεψάχνισαν λόγια επίβουλα φερσίματα αισχρά
φονικό προδοσία ξιπασιά.

Αέρας γίνανε τα πήρε στις πλάτες του ο καιρός
και τούτες δω οι πανάρχαιες χελώνες
που παραδέρνουνε τυφλά
στον κουρνιαχτό και το χαλίκι.

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 7, 2018

 

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:
Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…

Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα της πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

Οι Μυροφόρες του Αλεξάντρ Σαντόβνικοφ (ἀπὸ Μπὰμπη)

Απρίλιος 26, 2018

 

Οι άντρες

πιο πολύ φιλοσοφούν
Και μαζί

με τον Θωμά αμφιβάλουν,
Οι Μυροφόρες

όμως σιωπούν,
Με δάκρυα

τα πόδια

του Χριστού πλένουν.
Οι άντρες

τους στρατιώτες φοβούνται,
Κρύβονται

από την οργισμένη τους κακία
Μα οι γυναίκες

τολμηρά μ’ αρώματα
Μόλις χαράξει σπεύδουν στο μνήμα.

[Μετάφραση από τα Ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης]