Archive for the ‘ποίηση’ Category

Α.Ταρκὸφσκι -γιὰ τὴν ποὶηση χαϊκοῦ- ἀπὸ Μπὰμπη-

Φεβρουαρίου 12, 2018

Σχετική εικόνα

«Σ’ αυτήν την ποίηση με γοητεύει ιδιαίτερα η άρνηση του καλλιτέχνη να υπαινιχθεί έστω το τελικό νόημα της εικόνας, που το αφήνει να αποκρυπτογραφηθεί σταδιακά, σαν συλλαβόγριφος.

Το χαϊκού επεξεργάζεται τις εικόνες του έτσι που να μη σημαίνουν τίποτα πέρα από τις ίδιες, ενώ ταυτόχρονα εκφράζουν τόσα πολλά, που είναι αδύνατον να συλλάβει κανείς το τελικό τους νόημα.

Όσο πιο πιστά ανταποκρίνεται μια εικόνα στη λειτουργία της, τόσο πιο δύσκολα περιορίζεται σε μια σαφή εγκεφαλική διατύπωση.

Ο αναγνώστης του χαϊκού πρέπει να απορροφηθεί, να βυθιστεί μέσα στο ποίημα όπως μέσα στη φύση, να χαθεί στα βάθη του όπως μέσα στο σύμπαν, όπου δεν υπάρχει βυθός ούτε επιφάνεια».

Μὰνα -Γ.Παυλὸπουλος-

Φεβρουαρίου 8, 2018

Τὸ σπὶτι μας

τὸ πατρικὸ μου σπὶτι

τὸ σπὶτι τῶν παιδικῶν μου χρὸνων

δὲν ὺπὰρχει πιὰ.

Κὰθε νὺχτα ἀνεβαὶνω τὴ σκὰλα

῾῾Μὰννα῾῾φωνὰζω

῾῾ἐδῶ εἶμαι παιδὶ μου῾῾

 

(Γ.Παυλὸπουλος-Ποιὴματα-Γαβριηλὶδης)

Παιδική ηλικία (απόσπασμα) -του Αρθούρου Ρεμπώ-ἀπὸ Μπὰμπη

Φεβρουαρίου 5, 2018

 

Είμαι ο άγιος, σε προσευχή πάνω στην ταράτσα,-

όπως τα ζώα τα ειρηνικά βόσκουν στη θάλασσα της Παλαιστίνης.

Είμαι ο επιστήμων στην πολυθρόνα τη σκοτεινή.

Τα κλαδιά και η βροχή σπρώχνονται στα παράθυρα της βιβλιοθήκης.

Είμαι ο πεζοπόρος του μεγάλου δρόμου από τα χαμηλά δάση.

Ο θόρυβος από τους υδατοφράκτες σκεπάζει τις πατημασιές μου.

Βλέπω για πολλή ώρα τη μελαγχολική χρυσή μπουγάδα της δύσης.

Θα ήμουν για τα καλά το παιδί το παρατημένο

πάνω στην προκυμαία τη φευγάτη για τη μεγάλη θάλασσα,

ο μικρός υπηρέτης που ακολουθεί την δεντροστοιχία

και που το μέτωπό του ακουμπά τον ουρανό.

Τα μονοπάτια είναι σκληρά.

Τα βουναλάκια σκεπάζονται με σπαρτά.

Ο αέρας είναι ακίνητος.

Πόσο τα πουλιά και οι πηγές είναι μακριά.

Ίσως είναι το τέλος του κόσμου, που ξεκινάει.

Περιμένω (τοῦ Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη)-ἀπὸ Μπὰμπη-

Ιανουαρίου 31, 2018

 

Περιμένω
ανθοτρυγώ δεν σαπίζω
από πίσω
μέριμνα των ελπίδων
αφίες εμέ κοντά
ν’ αναχωρήσω να καθίσω.
Ευτυχισμένη
ράμφος αετού εμορφιά
φτερά
μέτωπο και τα μάτια,
ώρα της μνήμης
με πλοίο επιστρέφω
στο πέλαγος
στη ζωή.

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)

Ὑπάρχει θεός -τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου-ἀπὸ Μπὰμπη-

Ιανουαρίου 27, 2018

Υπάρχει θεός!
ε! συ επίορκε
–ναι συ όπου ψευδόρκησες–
εσύ που έβλαψες με τόσην αλαφριά

–τον πλησίον σου- συνείδηση
από τώρα ακούς στης νεκρικής σου ακολουθίας
τα ψαλσίματα
του πονηρού του πνεύματος τα γέλια
να σαρκάζουν;
ε! ψεύτη αστέ όσο κι αν προσπαθείς
τη μούρη σου
για συμπαθητική –κι ωραία κόμη- να μας δείξεις
μη χάνεσαι:
τη λούζει ολάκερη
της έρημης ψυχής σου η βρώμα
κι η ανανδρία
κι η ψευτιά
υπάρχει Θεός!
όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζει- θα κριθεί
ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:
τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

(από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

Τὸ ἂλογο (Γ.Παυλὸπουλος)

Ιανουαρίου 26, 2018

Σὰν νὰ ἦταν στ῾ὂνειρὸ του

ὃταν ἢταν παιδὶ

᾽᾽ Τὸ ᾽βρες τ᾽ἂλογο » τοῦ λὲγαν

οἱ μεγὰλοι κι οἱ μικροὶ.

Τ᾽ ἂλογο του, τ᾽ ἂλογὸ του

ποὺ ἀκὸμη γυρεὺει

σὰν νὰ ἦταν στ᾽ ὂνειρὸ του.

 

(Γ.Παυλὸπουλος  -Ποιἠματα-Γαβριηλὶδης)

Γραμμὲνο στὸν τοῖχο (Γ.Παυλὸπουλος)

Ιανουαρίου 24, 2018

Μᾶς ἒβγαλαν τὰ μὰτια

θὲρισαν τὴ λαλιὰ μας

κι ἀπ᾽τὴ φωνὴ ποὺ κὸπηκε

ἒμεινε ἡ ρὶζα μὲ τὸ αἷμα

σκὶζει τὴν πὲτρα γιὰ νερὸ

καὶ πὰλι ξαναθὶζει.

 

(Γ.Παυλὸπουλος -Ποιὴματα-Κὶχλη)

Γιισὲφ Ἐλιγιὰ-Λυτρωμὸς (ἀπὸ Παντελῆ)

Ιανουαρίου 23, 2018
  1. Λυτρωμός

    Σταλάζει αργά η βροχή στα ωχρά του χινοπώρου φύλλα

    Κι η Ρέμβη παίζει αμέριμνα μέσ’ στου τζακιού την άκρη,

    Του λογισμού τ΄ακύμαντα νερά μια ανατριχίλα

    Ξάφνου ταράζει, κι αναβλύζει ακράταγο το δάκρυ.

    Αυτές τις ώρες πως ποθώ μέσ’ στην ψυχή να κλείσω

    Καρτερικά, μαρτυρικά, τον πόνο όλου του Κόσμου…

    Κι αφού στον ιερό Βωμό μ΄ευλάβεια κοινωνήσω

    Να με προσμένει, θαλερός κι ωραίος, ο λυτρωμός μου.

    του Γιοσέφ Ελιγιά

Πορεία (τῆς Μυρτώς Ἀναγνωστοπούλου)-ἀπὸ Μπὰμπη-

Ιανουαρίου 19, 2018

 

Με άνεση φωτός
περνώ
και δεν πηγαίνω πουθενά

δεσμά αγίων με κρατούν

ανάβω τους όρκους μου με προσοχή
και προσευχή
μην στερηθώ
τον επιούσιο λυγμό μου

 

Από τη συλλογή Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων (1995)

Ἡ καρδιὰ (Κ.Μὸντης)-ἀπὸ Μπὰμπη-

Ιανουαρίου 16, 2018

Περίεργο πράγμα η καρδιά.

Όσο τη σπαταλάς

τόσο περισσότερη έχεις.