Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Θεοφὰνεια καὶ Παπαδιαμὰντης

Ιανουαρίου 5, 2017

Σχετική εικόνα

«Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς εὐσεβής. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν ἰατρὸν εἶπεν εἰς αὐτόν: «Τί θέλεις σὺ ἐδῶ;» «Ἦρθα νὰ σὲ δῶ» τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. «Νὰ ἡσυχάσης» τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, «ἐγὼ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ῾ρθῆς ἐσύ»… Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεὺς διὰ νὰ κοινωνήση. «Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!» ἔλεγεν.Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, «ἀνάψτε ἕνα κηρί», εἶπε « Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ᾿ἔξω». Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ «τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμένην…»

Τι σχέση μπορεί να έχουν τα Θεοφάνεια με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη; Τα τελευταία χρόνια, ψηλαφώντας τον Ποιητή της Πεζογραφίας, όπως τον χαρακτήρισε ο Κ.Παλαμάς, για μένα είναι απολύτως συνδεδεμένη η μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης μαζί του. Αυτό συμβαίνει κυρίως εξαιτίας του δοξαστικού της Θ΄ ώρας των Ωρών: “την χείραν σου την αψαμένην”, που έψαλλε λίγο πριν κοιμηθεί. Γι’ αυτό και προτίθεμαι να αναφέρω κάποια γεγονότα της ζωής του, όπως και σκέψεις ή εκτιμήσεις για τον ίδιο ή το έργο του, αρχίζοντας ανάστροφα από τις τελευταίες του στιγμές, τέτοιες μέρες, εκατό χρόνια μετά. Τα γεγονότα που επέλεξα νομίζω πως καταδεικνύουν το ταπεινό του φρόνημα, το σπάνιο ήθος του, την αγάπη του για την πενία και την εγκαρτέρησή της, στο Όνομα του Πατέρα των Φώτων. Το μικρό αυτό αφιέρωμα είναι μέσα από λόγια των ομότεχνών του και κλείνει με δικά του από την αλληλογραφία του.

O γνωστός οικονόμος της Σκιάθου αείμνηστος π. Γεώργιος Ρήγας

σε επιστολή του προς τον εκδότη Ηλ. Δικαίο έγραψε για τα χριστιανικά τέλη του κυρ-Αλεξάνδρου τα παρακάτω που διεξάγονται, όταν ο συγγραφέας ζήτησε να προσέλθει ο ιερεὺς της Σκιάθου παπα-Ανδρέας Μπούρας και οι αδελφές του ζήτησαν να πάει μαζί στο σπίτι κι ο γιατρός. Διηγείται λοιπόν ο π. Γεώργιος Ρήγας :

 

«Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς εὐσεβής. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν ἰατρὸν εἶπεν εἰς αὐτόν: «Τί θέλεις σὺ ἐδῶ;» «Ἦρθα νὰ σὲ δῶ» τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. «Νὰ ἡσυχάσης» τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, «ἐγὼ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ῾ρθῆς ἐσύ»… Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεὺς διὰ νὰ κοινωνήση. «Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!» ἔλεγεν. Ἦτο  ἡ παραμονὴ τοῦ θανάτου του καὶ τότε του ἀπονεμήθηκε τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, «ἀνάψτε ἕνα κηρί», εἶπε «φέρτε μου κι ἕνα ἐκκλησιαστικὸν βιβλίον». Τὸ κηρίο ἠνάφθη, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ βιβλίον, ἀλλὰ πάλιν ἀποκαμῶν ὁ Παπαδιαμάντης εἶπεν: «Ἀφῆστε τὸβιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ᾿ἔξω». Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ «τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμένην…» (πρόκειται για το δοξαστικό της Θ’ ώρας των Μ. Ωρών της εορτής τωνΘεοφανείων σε ήχο πλ.α’).

Θα συνεχίσω αναφέροντας την μαρτυρία του Π. Νιρβάνα, που δούλεψε μαζί του στο “ΑΣΤΥ” την περίοδο 1899-1902:

“Μου μένει εντυπωμένη η πρώτη φορά, που είχε έρθει ν’ αναλάβει υπηρεσία στο γραφείο. Ο κ. Κακλαμάνος, αφού του μίλησε για τη δουλειά, που είχε να κάνει, έφτασε με κάποια επιφύλαξη και στο ζήτημα του μισθού. -Ο μισθός σας θα είναι εκατόν πενήντα δραχμές… του είπε. Ο Παπαδιαμάντης κοντοστάθηκε, σα να έκανε κάποιους υπολογισμούς με το νου του. -Μήπως είναι λίγα, του είπε δειλά ο κ. Κακλαμάνος, έτοιμος ν’ αυξήσει το ποσό, που είχε προτείνει. Τότε άκουσα απ’ τα χείλη του Παπαδιαμάντη τη μοναδικότερη απάντηση που θα μπορούσε να δώσει άνθρωπος σε τέτοια στιγμή. -Πολλές είναι 150… είπε. Με φτάνουνε 100… Και έφυγε” (ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ βιογραφικό του Παπαδιαμάντη από το βιβλίο “ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΑΠΑΝΤΑ” Εκδόσεις ΓΙΟΒΑΝΗ)

Ο Κωστής Παλαμάς γράφει για τον Παπαδιαμάντη, “Ακρόπολις”, 4 Ιαν.1911,

δανειζόμενος λεπτομερή στοιχεία από τη βιογραφία που σενέταξε ο Ι. Ζερβός στα Άπαντα του συγγραφέα που τυπώθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Φέξη στην Αθήνα. Επαναδημοσίευση περιοδικό “Ερουρέμ”, περίοδος Β΄τεύχος 3:

“Στὴν Ἀθήνα ἔφθασε στὰ εἴκοσί του χρόνια, ὅπου γράφτηκε στὴ Φιλοσοφικὴ  σχολή, χωρὶς νὰ παρακολουθεῖ τακτὰ τὰ  μαθήματα• ὡς ἐκ τούτου δὲν πῆρε τὸδίπλωμά του. Γιὰ  νὰ ζήση κατεγίνετο μὲ μεταφράσεις ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ τὰ γαλλικὰ γιὰ τὶς ἐφημερίδες. Διάβαζε πολύ, ἡ ἀνάγνωσίς του ἐγίνετο τυχαίως, χωρὶς σύστημα, ἦτο ὅμως συνεχὴς καὶ  ἐπίμονος. Θαύμαζε τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Αἰσχύλο σὰν ἄφθαστα πρότυπα τέχνης. Ἐκ τῶν νεωτέρων τοῦ  ἦσαν ἀγαπητοί ὁΘερβάντες καὶ  ὁ  Δίκενς, μὰ τοποθετοῦσε τὸν Σαίξπηρ πάνω ἀπὸ  ὅλους.

Εἰς τὸ πενιχρόν του δωμάτιο, ὅπου συχνὰ δὲν ὑπῆρχε οὔτε τραπέζι —καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ  ἔγραφε στὸ πάτωμα— ὑπῆρχεν ἀπαραιτήτως ἕνα κιβώτιον μὲ βιβλία καὶ ἕνα κερί. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ ἒζησε σὲμεγάλη ἔνδεια. Δὲν ἄντεχε πλέον εἰς τὴν βαρεῖαν δημόσιογραφικὴν ἐργασίαν…

Ο Γιώργος Σεφέρης θυμάται μια επίσκεψή του στη Σκιάθο, το 1930:

«Σπίτι του Παπαδιαμάντη. Η γριά αδερφή του έκλαιγε καθώς μας μιλούσε γι’ αυτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινή ράτσα. Το σπιτάκι καθαρό και ασπρισμένο, μια μεγαλωμένη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στον τοίχο στην κάμαρα όπου πέθανε. Από το παράθυρο ως το μικρό σκιαθίτικο τζάμι, ένα στρώμα κατάχαμα σκεπασμένο μ’ ένα κιλίμι. Εκεί πάνω ξεψύχησε (2 Ιανουαρίου), αφού ζήτησε να τον σηκώσουν και να τον καθίσουν κοντά στη φωτιά. Το μόνο βιβλίο του που είδα πάνω στο μικρό τραπέζι, μια φτηνή αγγλική έκδοση (Omnibus) του Σαίξπηρ.  (ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ)

Είναι εξαιρετική η περιγραφή που δίνει ο Παύλος Νιρβάνας για τον εραστή όχι μόνον του Ακτίστου Φωτός, αλλά και του φυσικού.

“ΤΟΝ ΕΙΔΑ – αὐτὸ δὲν θὰ τὸ  λησμονήσω ποτὲ-» – νὰ  τρέχη ὀπίσω ἀπὸτὸν Ἥλιον, ὅπως τρέχει ἕνα μειράκιον ἐρωτευμένον ὀπίσω ἀπὸ τὴν ἐρωμένην του. Ἦτο τὸ  θέαμα αὐτὸ  ἀπὸ  τὰ  τραγικώτερα, ποὺ  εἶδα εἰς τὴν ζωήν μου· καὶ  δὲν ἐνθυμοῦμαι αἰσθητικὴ  συγκίνησις ἀπὸ ἔργον τέχνης νὰ μοῦ ἔδωκεν παρομοίου τραγικοῦ τόνον κλονισμόν.

Ἦτο ἕνα δειλινὸν φθινοπώρου καὶ   ὁ Ἥλιος ἔδυε μελαγχολικὸς ὀπίσω ἀπὸ  τὸν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως. Εἶδα τότε τὸν Παπαδιαμάντη νὰ βαδίζῃ  βιαστικὸς πρὸς τοὺς στύλους τοῦ  Ὀλυμπιείου. Καὶ  εἶχα τὴν ἀνοησίαν νὰ  τὸν καλέσω. Ἐκεῖνος χωρὶς νὰ  σταθῇ  καθόλου μοῦ  εἶπε μὲ  μίαν πικρίαν ἀπολύτως τραγικήν…

– Ἄφησέ με! Πηγαίνω νὰ  προφθάσω τὸν Ἥλιον πρὶν δύσῃ. Εἶναι ἕνας μήνας ποὺ  ἔχω νὰ  τὸν ἰδῶ. Καὶ ποτὲ  δὲν τὸν προφθαίνω.

Καὶ  ἔτρεχε ὀπίσω ἀπὸ τὸν Ἥλιον, ὁ  ὁποῖος ἐκρύπτετο ἤδη ὀπίσω ἀπὸ  τὰ  βουνὰ  τῆς Σαλαμῖνος. Κλεισμένος ἕως τὸ   δειλινὸν μέσα εἰς τὰ  γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος του, ὅταν ἄφηνε τὸ γραφεῖόν του, δὲν εὕρισκε πλέον τὸν Ἥλιον εἰς τὰς Ἀθήνας.

Κι  ἔτρεχε νὰ τὸν προφθάσῃ εἰς τὸν ἀνοικτὸν ὁρίζοντα, νὰ τὸν ἀντικρύσῃ ὀπίσω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, νὰ τὸν χαιρετίσῃ  εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μακρινοῦ  βουνοῦ. Καὶ ἔτρεχεν ὀπίσω ἀπὸτὸν Ἥλιον, χωρὶς νὰ  τὸν προφτάνῃ».

Ο Ελύτης στο βιβλίο του “Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη” γράφει:

“…Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να ‘χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το “θα μπορούσαμε” είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. “Σα να ‘χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου”…

Ο Κωστής Μπαστιάς στο δοκίμιό του “Παπαδιαμάντης”, εκδ. Ιωάννη Κ. Μπαστιά, Αθήνα, 1974:

“Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε φτωχός, έζησε φτωχός και πέθανε φτωχός. Τραγούδησε τους φτωχούς, και το έργο του στάθηκε το μεγάλο χρονικό της Ελληνικής φτωχολογιάς… Και άλλοι γεννηθήκανε, ζήσανε και πεθάνανε φτωχοί. Και τραγουδήσανε τους φτωχούς χωρίς να μοιάζουνε του Παπαδιαμάντη. Η πνευματική τους στάση ήτανε ριζικά αντίθετη με τη φτώχεια τους. Ήτανε φτωχοί, αλλά ζήσανε και πεθάνανε με τον καϋμό και τη λαχτάρα του πλούτου… Ο άνθρωπος που ζει με τον καϋμό του πλούτου δεν ξεχωρίζει σε τίποτα απ’ τον πλούσιο. Ο πλούτος είναι το ιδανικό του. Για το χρυσάφι χτυπά η καρδιά του… τίποτα δεν σημαίνει αν τέτοιοι άνθρωποι γράφουνε πλήθος ιστορίες για τους φτωχούς. Δε γράφουνε επειδή αγαπάνε τους φτωχούς, αλλά επειδή φτονούνε τους πλούσιους. Οι φτωχοί στα χέρια τους γίνουνται πέτρα για το ανάθεμα που βγαίνει από τα χείλη τους για κείνους που τους λογαριάζουνε αφορμή της αδικίας. Ο λόγος τους, η φωνή τους, δεν είναι τραγούδι, αλλά κατάρα και οργή. Η φτώχεια του Παπαδιαμάντη κι αρκετοί φτωχοί  που κινούνται στο έργο του, δεν έχουν τίποτα κοινό μ’ αυτούς τους παραχαράκτες της φτώχειας. Ο Παπαδιαμάντης δεν πέθανε με τον καϋμό του πλούτου.  Πέθανε ψέλνοντας, που σημαίνει δοξολογόντας. Τούτο φανερώνει πως ευχαριστούσε τον Πλάστη για όσα τούχε χαρίσει. Τον ευχαριστούσε που τον αξίωσε να γεννηθεί φτωχός, να ζήσει φτωχός και να πεθάνει φτωχός… Και τούτο γιατί το κλειδί της ζωής του Παπαδιαμάντη είναι ο Χριστός. Ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός, έζησε φτωχός και πέθανε πάνω στο Σταυρό. Δε χωρούσε λοιπόν στο νου του πως ο άνθρωπος που έκλεισε στη καρδιά του τον Χριστό μπορεί να προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα και να Του ζητά μαι ζωή διαφορετική από κείνην που έζησε ο Μονογενής Υιός Του.”

Και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος γράφει εν κατακλείδι:

“Η θα πάρουμε στα σοβαρά τον κόσμο που μας παρουσίασε, ολόκληρο όμως τον κόσμο της ορθόδοξης ελληνικής χριστιανοσύνης, ως τις ακρότατες συνέπειες του, και τότε θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Παπαδιαμάντη όχι μόνο σαν λογοτέχνη, αλλά σαν πνευματικό μας κεφάλαιο – αυτό δεν ισχυριζόμαστε πως είναι; – η αλλιώς θα γυρίσουμε πίσω στις αισθητικές επιφάνειες, στη «λογοτεχνία» ή στην ψυχολογία των διηγημάτων, και θα θερίσουμε ό,τι σπείραμε: την άσκοπη (l’ art pour l’ art) νεροτριβή της ευαισθησίας μας. Όσοι θέλουν είναι ελεύθεροι να το κάνουν αυτό. Μόνο που χάνουν το δικαίωμα να παίρνουν τον Παπαδιαμάντη στα σοβαρά, η αν τον πάρουν στα σοβαρά, τότε χάνουν το δικαίωμα να παραμερίζουν αφρόντιστα όσα λάτρευε εκείνος και τα είχε κάνει ζωή του, ή να τα θεωρούν μόνο «ποίηση» και «γραφικότητα» και να συνεχίζουν με το αζημίωτο τα ατομικά πάρε δώσε – όσοι άνθρωποι τόσες και εντυπώσεις (impressionisme) – με τις αισθητικές επιφάνειες. Διέξοδος δεν υπάρχει. (Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μελέτες, Γαλαξίας, σελ. 166-167).

Ας κλείσουμε όμως το μικρό αυτό και ελάχιστο της αξίας, -συγγραφικής και πνευματικής-, του Ποιητή της Πεζογραφίας με λίγα λόγια δικά του, από την Αλληλογραφία του, όπως την επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα, 1992.

148

Εν Αθήναις τη 10 9βρίου 1882

Σεβασταί μοι πάτερ

Έλαβον την τελευταίαν επιστολήν σας, εν η μοι εγράφετε περί της αφίξεως του Νικολάκη εις Σκίαθον και περί της ασθενείας του πατρός του Νήφωνος κλπ. Συγχρόνως σας έγραψα επιστολήν τινά, ην αγνοώ αν ελάβετε. Μεταγενεστέρον σας δεν έλαβον.

Έμαθον ότι ο αδελφός μου μετέβη εις Λάρισσαν. Γράψατέ μοι περί τούτου.

Η ιδική μου τύχη εν γένει υπάρχει καλλίτερα τώρα, δόξα τω Θεώ. Έχω 100 φράγκα τον μήνα μα όχι πολλήν εργασίαν. Προσπαθώ δε αδιακόπως και περί της επιτυχίας των εξετάσεών μου. Σας παρακαλώ, πάτερ και συ μήτερ μου, να μην έχητε βαρύ παράπονον κατ’ εμού. Ό, τι σας λέγουν να μην το πιστεύετε εύκολα. Να μη δεινοπαθείτε και να έχετε υπομονήν. Ο Θεός είναι μέγας. Αμφιβάλλετε ότι από επτά μηνών εργάζομαι αδιακόπως να συστηθεί επιτροπή διά να μ’ εξετάση και ότι δεν έγεινε μέχρι τούδε; Πιστεύσατέ το είναι η μόνη αλήθεια. Έκτοτε ημπορεί να ευρέθην και εγώ εις σφλομονή και να είπα και κανέναν λόγον επιπόλαιον ότι τέτοιαις εξετάσεις, όπου είναι ρουσφέτι, ας λείπουν, και το ρωμέικο είναι βρώμα κλπ… Σας πέμπτω σήμερον τρία φύλλα της εφημερίδος “Μη χάνεσαι”. Η επιφυλλίς υπό τον τίτλον “Οι Έμποροι των Εθνών” είναι ιδικόν μου έργον. Είναι σατυρική εφημερίς, αλλ’ εγώ δεν σατυρίζω, γράφω επιφυλλίδα ιστορικήν και φιλολογικήν, και τούτο το κάμνω εξ’ ανάγκης διά να λάβω χρήματα, ώστε μη με κατακρίνετε σας παρακαλώ. Ασπάζομαι την δεξιάν σας και της μητρός.

(Σημείωση της γράφουσας: Παρακαλώ να μου συγχωρεθεί το μονοτονικό σύστημα για τα κείμενα που αντέγραψα ιδιοχείρως από βιβλία).

πηγὴ:protagon.gr

Ὁ Ἃγιος ἒνδοξος Ἀπὸστολος Ἀνδρὲας ὁ Πρωτὸκλητος

Νοέμβριος 30, 2016
Σχετική εικόνα
Ἀντίστροφον σταύρωσιν Ἀνδρέας φέρει,
Φανεὶς ἀληθῶς οὐ σκιώδης ἀντίπους.
Σταυρὸν κακκεφαλῆς τριακοστῇ Ἀνδρέας ἔτλη.

Ο Ανδρέας, ψαράς στο επάγγελμα και αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον πατέρα του τον έλεγαν Ιωνά. Επειδή κλήθηκε από τον Κύριο πρώτος στην ομάδα των μαθητών, ονομάστηκε πρωτόκλητος.Ο Ανδρέας (μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή) υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού.

Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο (μάλιστα ο Απόστολος, είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας του Βυζαντίου αφού εκεί εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο, τον απόστολο Στάχυ

» href=»http://www.saint.gr/10/31/index.aspx»>31 Οκτωβρίου) κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Τελικά, κατέληξε στην Αχαΐα.

Στην Αχαΐα, η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Έτσι, η χριστιανική αλήθεια είχε μεγάλες κατακτήσεις στο λαό της Πάτρας. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αχαΐας Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό.

Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ. Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας παρέστησε τον εαυτό του στο Θεό «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ προς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδή δοκιμασμένο και τέλειο εργάτη του Ευαγγελίου.

Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το ‘θαψαν με μεγάλες τιμές.

Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στην Πάτρα.

Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460 μ.Χ., τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί, αφού το παρέλαβε ο Πάπας Πίος ο Β, το πολύτιμο κειμήλιο εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης.

Τον Νοέμβριο του 1847 μ.Χ. ένας Ρώσος Πρίγκηπας, ο Ανδρέας Μουράβιεφ δώρησε στην πόλη της Πάτρας ένα τεμάχιο δακτύλου του χεριού του Αγίου. Ο Μουράβιεφ είχε λάβει το παραπάνω ιερό Λείψανο από τον Καλλίνικο, πρώην Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος μόναζε τότε στο Άγιο Όρος.

Στην πόλη της Πάτρας, επανακομίσθηκαν και φυλάσσονται από την

26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. η τιμία Κάρα του Αγίου και από την 19ην Ιανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα του Σταυρού, του μαρτυρίου του. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 μ.Χ. για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα.

Όπως αναφέρει μια Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ’ ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό.

Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που ‘ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ’ ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό.

Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ’ εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.

Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού.

Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ’ την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ’ αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ’ τη δίψα.

Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει!

Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί.

Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε.

Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ’ όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο.

Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.

Διαβάστε εδώ, μια Παράκληση στον Απόστολο Ανδρέα, ποίημα του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων Πρωτόκλητος, καὶ τοῦ Κορυφαίου αὐτάδελφος,
τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων Ἀνδρέα ἱκέτευε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι,
καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ελεγείον – εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κωστήν Γ. Ραφτάνην καταποντισθέντες μετά του πλοίου ¨Σκίαθος» εις τον Ατλαντικόν κατά Ιανουάριον του 1902 -Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη-(ἀπὸ τὸν Μπὰμπη)

Οκτώβριος 27, 2016

 

Κλάψατε χήρες κι ορφανά, κλάψτε βαθιά με πάθος·
βραχνά βαρείτε, θλιβερά, ραγίσετε καμπάνες·
ραγίσατε κι εσείς καρδιές· στην εκκλησία ελάτε·
ψάλτε, παπάδες, θλιβερά να πήτε τον Κανόνα,
στα δυο αδερφάκια τ` άτυχα, τα πολυαγαπημένα,
που παν αδικοθάνατα στου ωκεανού τα βάθη.
Φτωχούλες κόρες φρόνιμες, με πόνο και με χάρη
στολίστε τους το κόλλυβο να ζωγρφίστ’ απάνω
τα δυο αδερφάκια αγκαλιαστά, τα πολυαγαπημένα.
Φωτιά και πόνος και καημός! Τι συφορά μεγάλη !
Τα ό,τι έπαθα εγώ τα ’παθε μάννα άλλη;
Παρακαλούσε κι έλεγε με πόνο, με λαχτάρα·
«Σπρώχνε, νοτιά, τα κύματα· τα κύματα φουσκώνουν.
Θεριεύουν, γίνονται βουνά· και τα βουνά ψηλώνουν,
Έως απάνω στα πινά, κι απάνω στα κατάρτια,
Κι απάνω στα ξεκάταρτα του καραβιού χτυπάνε·
Κι ανάμεσα στα δυο βουνά μια ρεματιά ανοίγει·
Κλει το καράβι μάγγανος· κει μέσα παραδέρνει·
Κάτω η σκάφη του βαθειά και μέσα σκα το κύμα·
Κι ανοίγει τάφο απέραντο και τάφο διαλεγμένον
Για τα παιδάκια της τα δυο, τα πολυαγαπημένα·
Κι ο τάφος πάντα πρόσφατος και πάντα νιοσκαμένος.
– Να πιη κανείς τη θάλασσα, του ωκεανού το κύμα·
όλη την πίκρα του γιαλού, του πέλαγου την άρμη·
τα ό,τι έπαθα εγώ, τα ’παθε άλλη μάννα;
βραχνά απ’ το βράχο φώναξε η γραία Βενετσάνα:
Παιδιά μου, μ’ αγαπούσατε, και σεις με καρτερείτε·
παιδιά μου, θάρθω να σας βρω, και μη βαρυγνωμείτε.

Αυτοί είν’ οι βιοπαλαισταί, κι αυτή είναι η μοίρα·
Διαβάσετε, χριστιανοί, διαβάστε τον Ψαλτήρα·
«Ποτήρι μ’ οίνον άδολον και πλήρες μυστηρίου,
και γέρνει εδώ και γέρνει εκεί στο χέρι του Κυρίου·
και αν ο οίνος χύνεται το καταπάτι μένει.
Αυτό θα πιούμε όλοι μας, αμαρτωλοί καημένοι».
Και τα’ είναι όλ’ η μοίρα μας; ένα ουαί και μόνον,
πλασμένον από άρνησιν και από μέγαν πόνον.

1902

Γραμμένα φιλιά [απόσπασμα] του Γιάννη Ευσταθιάδη-ἀπὸ τὸν Μπὰμπη-

Οκτώβριος 15, 2016

….Κι αν πάθω αλτσχάιμερ και σε ξεχάσω;
Αν η γεροντική άνοια μου πάρει τα λογικά

και δεν σ’ αναγνωρίζω;
Αν, παραπληγικός, δεν μπορώ να κρατώ

στα δάχτυλα τις φωτογραφίες σου;
Αν χάσω για πάντα τον ύπνο μου

και δεν μπορώ να σε ξαναβρίσκω στα εφήμερα ενύπνια;
Αν χάσω την ακοή

και δεν μπορώ να σε συναντώ στις κοινόχρηστές μας μουσικές;
Αν τυφλωθώ

και δεν σε βλέπω απέναντί μου;
Αν ακρωτηριαστώ

και δεν μπορώ να σε χαϊδεύω;
Αν χάσω τα πόδια μου

και δεν μπορώ να βαδίζω χιλιόμετρα μες στο δωμάτιό σου;

Και πιο πολύ αν τίποτα απ όλα αυτά δεν συμβεί,

αν συνηθίσω την απουσία σου,

αν λησμονήσω,

αν ζω και ψευτοζώ χωρίς εσένα,

αν κάποια μέρα σ’ αρνηθώ;

………………………………………………………………………………………………………………….

(από τα 32 σύντομα πεζά)

Mνήμη Φιοντορ Ντοστογέφσκι

Ιανουαρίου 29, 2014

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Ἡ θαμπὴ ἀνάμνηση ἑνὸς χαμένου παράδεισου:

οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ γίνουν ὡραῖοι κι εὐτυχισμένοι

 

Ὢ πόσο εἶναι ὀδυνηρὸ νὰ ξέρεις μόνος τὴν ἀλήθεια: Ἡ Γῆ κάποτε ἦταν εὐτυχισμένη καὶ ἁγνή, ἀνῆκε στοὺς πρώτους-πρώτους προπάτορές μας ποὺ ἦταν ψυχὲς ἁγνές, ἤξεραν τὸ σαρκικὸ ἔρωτα κι εἶχαν παιδιά, μὲ ποτὲ δὲν παρατήρησα σ’ αὐτοὺς τὶς φριχτὲς ὁρμὲς τῆς κτηνωδίας ἐκείνης ποὺ ὅλους μας τυραννᾶ πάνω στὴ Γῆ μας καὶ ποὺ εἶναι σχεδὸν ἡ μόνη πηγὴ ὅλων μας τῶν ἁμαρτιῶν. Ὅλα τὰ καλὰ πνεύματα, ἡ ἐπιστήμη, ἡ σοφία καὶ τὸ ἔνστικτό της αὐτοσυντήρησης, μᾶς κρατοῦσαν ἑνωμένους σὲ μία λογικὴ κοινωνία. Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντήρησης ἐξασθένησε ἄξαφνα. Ἦρθαν οἱ ἐγωιστὲς κι οἱ φιλήδονοι καὶ ζήτησαν ὀρθὰ κοφτὰ ἢ ὅλα ἢ τίποτα. Γιὰ νὰ τὰ ἔχουν ὅλα κατέφυγαν στὸ ἔγκλημα, νὰ ἔχουν τὸ τίποτα. Καὶ ἵδρυσαν τὴ θρησκεία τοῦ ἐκμηδενισμοῦ μὲ τὸ ἰδεῶδες «της αἰώνιας γαλήνης εἰς τὸ μὴ ὑπάρχειν».

Τέλος, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κουράστηκαν ἀπὸ τὴ στείρα αὐτὴ ἐργασία καὶ στὰ πρόσωπά τους πάνω φάνηκε ὁ πόνος ποὺ τὸν ὀνόμασαν ὀμορφιά, γιατί «ἡ μεγαλοφυΐα βρίσκεται μόνο στὸν πόνο». Καὶ οἱ Ποιητὲς ἐξύμνησαν τὸν πόνο… Ὤ! ἂν ὅλος ὁ κόσμος ἤθελε νὰ θέλει, ὅλα θὰ εἴχανε γίνει κιόλας!  

 

Τὸ μικρὸ αὐτὸ διήγημα «Τὸ ὄνειρο ἑνὸς γελοίου» δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ ποῦμε ὅτι ἀποτελεῖ μία συνοπτικὴ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς μέχρι σήμερα. Μίας κοινωνίας ποὺ ξεκίνησε σὰν ἕνας μικρὸς παράδεισος, χωρὶς τάξεις, μὲ κοινοκτημοσύνη στὰ ἀγαθά, μὲ δημοκρατία, χωρὶς ζήλιες, μὲ ἐρωτικὲς σχέσεις χωρὶς διαστροφὲς καὶ χωρὶς τὸ σαδισμὸ καὶ τὸ μαζοχισμὸ τῆς σύγχρονης κοινωνίας ποὺ τότε ἦταν ἄγνωστες ἔννοιες.

 Μία κοινωνία χωρὶς ἰδιοκτησίες, ὅπου οἱ λέξεις δικό μου, δικό σου δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμα στὸ λεξιλόγιό της, ἡ ἀγάπη στὸν συνάνθρωπο, στὴ ζωή, στὰ δένδρα, στὴ φύση γενικὰ ἦταν αὐτονόητη, ποὺ στὴν πορεία τῆς ὅμως ἐκφυλίστηκε ἀποσυντέθηκε, ἔγινε ταξική, ἄρχισαν πόλεμοι, ζήλιες, διαμάχες, διαστροφές, ἰδιοκτησίες, θρησκεία ποὺ κάθε μία διεκδικοῦσε τὴν αἰώνια ἀλήθεια τῆς ἀφήνοντας στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων μία μακρινὴ θαμπὴ ἀνάμνηση ἑνὸς χαμένου παράδεισου.

 

Τὸ Ὄνειρο ἑνὸς γελοίου:

καὶ μήπως εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἕνα ὄνειρο ἡ ζωή μας; (ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ διήγημα τοῦ Φιόντορ Ντοστογιέφσκι)

 

 

 

Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος γελοῖος. Τώρα μὲ λένε τρελό. Θὰ ἦταν τίτλος τιμῆς ἂν γι’ αὐτοὺς δὲν ἐξακολουθοῦσα νὰ εἶμαι τὸ ἴδιο γελοῖος. Ἀλλὰ δὲν δυσανασχετῶ πιά, ὅλος ὁ κόσμος μου εἶναι ἀρκετὰ συμπαθής, ἀκόμη κι ὅταν μὲ κοροϊδεύουν καὶ θὰ ἔλεγε κανείς, πὼς τότε ἴσα ἴσα μου εἶναι συμπαθής. Θὰ γελοῦσα κι ἐγὼ μαζὶ μὲ αὐτοὺς εὐχαρίστως, ὄχι τόσο γιὰ μένα, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς κάνω εὐχαρίστηση, ἂν δὲν δοκίμαζα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Θλίψη νὰ βλέπω πῶς δὲν γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ποὺ γνωρίζω ἐγώ. Τί σκληρὸ εἶναι νὰ τὴν γνωρίζεις μόνος ἐσύ! Ἀλλὰ δὲν θὰ καταλάβουν.. ὄχι, δὲν πρόκειται νὰ καταλάβουν..

Ἄλλοτε ὑπέφερα πολὺ νὰ περνῶ γιὰ γελοῖος δὲν φαινόμουν. Ἤμουνα. Ὑπῆρξα πάντα γελοῖος καὶ ξέρω ὅτι ἀναμφίβολα εἶμαι ἀπὸ γεννησιμιοῦ μου. Θὰ ’μουν δὲ θὰ ’μουν ἑπτὰ μόλις χρονῶν ὅταν κατάλαβα πὼς ἤμουνα γελοῖος.

 Ὕστερα σπούδασα στὸ πανεπιστήμιο –καὶ ὅσο σπούδαζα τόσο περισσότερο καταλάβαινα πόσο ἤμουν γελοῖος. Ἔτσι ποὺ ὅλη ἡ πανεπιστημιακή μου μόρφωση φαινόταν νὰ μὴν ὑπάρχει παρὰ γιὰ νὰ μοῦ δείξει καὶ νὰ μοῦ ἐξηγήσει, ὅσο ἐντρυφοῦσα σ’ αὐτήν, πὼς ἤμουν γελοῖος.

 Χρόνο τὸ χρόνο, βεβαιωνόμουνα ὅλο καὶ περισσότερο ὅτι ἀπὸ κάθε ἄποψη παρουσίαζα ἕνα γελοῖο πρόσωπο. Ὅλος ὁ κόσμος μὲ κορόιδευε παντοῦ καὶ πάντα. Ἀλλὰ κανενὸς δὲν πέρναγε ἀπὸ τὸ μυαλὸ ὅτι ἂν ὑπῆρχε κάποιος στὸν κόσμο ποὺ ἤξερε πιὸ καλὰ ἀπὸ ὅλους ὅτι εἶμαι γελοῖος, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἤμουνα ἐγώ.

 Κι ἀγανακτοῦσα ποὺ κανεὶς δὲν τὸ φανταζόταν. Σὲ αὐτὸ φταίω καὶ ἐγώ, ἡ ἀλαζονεία μου μὲ ἐμπόδιζε πάντα νὰ ὁμολογήσω τὸ μυστικό μου. Αὐτὴ ἡ ἀλαζονεία αὐξανόταν μὲ τὰ χρόνια, καὶ ἂν ἀφηνόμουν μπροστὰ σὲ ὁποιονδήποτε νὰ ἀναγνωρίζω πὼς ἤμουν γελοῖος, πιστεύω πὼς τὸ ἴδιο κιόλας βράδυ θὰ εἶχα τινάξει τὰ μυαλά μου μὲ μία πιστολιά.

 Ἔφηβος σὰν ἤμουν, πόσο εἶχα ὑποφέρει στὴ σκέψη ὅτι δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀντισταθῶ, ὅτι ξαφνικὰ θὰ ὄφειλα νὰ τὸ ὁμολογήσω στοὺς συντρόφους μου. Ἀλλὰ ὅταν ἐνηλικιώθηκα, ἂν καὶ ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο εἶχα βεβαιωθεῖ ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὴν τρομερὴ ἰδιομορφία μου, κατάφερα γιὰ τὸν ἄλφα ἢ βήτα λόγο νὰ ἠρεμήσω. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὡς τότε ἀγνοοῦσα τὸ γιατί καὶ τὸ πῶς.

 Ἴσως τὸ ὄφειλα σὲ αὐτὴ τὴν ἀπέραντη μελαγχολία ποὺ κυρίευσε τὴν ψυχή μου ὕστερα ἀπὸ κάποιο γεγονὸς ἀπροσμέτρητα ἀνώτερό μου, δηλαδή: τὴν πεποίθηση ποὺ εἶχα μόνιμα ἀπὸ τότε, ὅτι ἐδῶ κάτω τὰ πάντα εἶναι χωρὶς σημασία. Τὸ ὑποψιαζόμουν αὐτὸ ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἀλλὰ ξαφνικὰ βεβαιώθηκα ἀπόλυτα.

 Ἐνίωσα ἀπότομα ὅτι θὰ μοῦ ἦταν ἀδιάφορο ἂν ὁ κόσμος ὑπῆρχε ἢ ἂν δὲν ὑπῆρχε πουθενὰ τίποτε.

 Ἄρχισα νὰ ἀντιλαμβάνομαι καὶ νὰ αἰσθάνομαι ὅτι κατὰ βάθος τίποτε δὲν ὑπῆρχε γιὰ μένα.

 Ὡς τότε νόμιζα πάντα ὅτι πολλὰ πράγματα ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ μένα. Τώρα ἀντιλαμβανόμουν ὅτι τίποτε δὲν ὑπῆρχε πρίν, ἢ μᾶλλον ὅτι δὲν ὑπῆρχε παρὰ φαινομενικά. Σιγὰ σιγὰ κατέληξα στὸ συμπέρασμα ὅτι ποτὲ δὲν ὑπῆρξε τίποτε. Ἔπαψα τότε νὰ ἐρεθίζομαι μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ κατέληξα νὰ μὴ τοὺς προσέχω καθόλου. Αὐτὴ ἡ διάθεση ἐκδηλωνόταν ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ ἀσήμαντες περιστάσεις τῆς ζωῆς:

 μοῦ συνέβαινε, λόγου χάρη, περπατώντας στὸ δρόμο, νὰ σκοντάφτω πάνω τους. Ὄχι γιατί μὲ εἶχαν ἀπορροφήσει οἱ σκέψεις, γιατί τότε δὲν θὰ σκεφτόμουν ὅσα σκέφτομαι:

 τὰ πάντα μου ἦταν ἀδιάφορα. Νὰ μποροῦσα τουλάχιστον νὰ βρῶ τὴ λύση τῶν προβλημάτων! Οὔτε ἕνα δὲν εἶχα λύσει.

 Καὶ ὁ Θεὸς ξέρει πόσες λύσεις εἶχα προτείνει!

 Ἀλλά, ἐπειδὴ ἀδιαφοροῦσα γιὰ ὅλα, πῆγαν καὶ τὰ προβλήματα στὸ βρόντο. Νὰ ὅμως ποὺ ξέρω τὴν ἀλήθεια. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τὴν ἔμαθα τὸν περασμένο Νοέμβρη, στὶς τρεῖς Νοεμβρίου ἀκριβῶς, καὶ ἀπὸ τότε τὴν ἔχω σταθερὰ χαραγμένη στὴ μνήμη μου. […]

Τί παράξενο πράγμα τὸ ὄνειρο! Ὥστε ὑπάρχει, λοιπόν, καὶ πέραν τοῦ τάφου ζωή!

 

Ἕνας χρόνος! Νὰ ἕνας ὁλόκληρος χρόνος ποὺ μένω ἄγρυπνος κάθε νύχτα ὡς τὴν αὐγή. Περνῶ τὴ νύχτα κοντὰ στὸ τραπέζι μου, στὴν πολυθρόνα μου, χωρὶς νὰ κάνω τίποτα. Δὲ διαβάζω, δὲ σκάφτομαι. Ἀφήνω νὰ περνοῦν ἐλεύθερα οἱ σκέψεις ἀπὸ τὸ κεφάλι μου. Καὶ βλέπω κάθε νύχτα ἕνα ὁλόκληρο σπαρματσέτο νὰ λιώνει…

Ἄξαφνα ἔστρεψα ἀντίθετα τὸ ζήτημα καὶ εἶπα μέσα μου ἂν προτοῦ ζήσω στὴ Γῆ εἶχα ζήσει στὸν ἄρη ἢ στὴ Σελήνη, ἂν εἶχα κάνει τὴν πιὸ πρόστυχη καὶ πιὸ ἀχρεία πράξη, μία ἀπὸ τὶς πράξεις ἐκεῖνες ποῦ μόλις μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανεὶς τὴ φρίκη τοὺς πάνω σ’ ἕνα βραχνά, κι ἂν ἡ πράξη μου εἶχε γίνει γνωστὴ κι ὅλο τὸ αἶσχος της μὲ εἶχε βρωμίσει, πῶς ἂν κατόπιν ἐρχόμουν στὴ Γῆ ἔχοντας τὴ συνειδητὴ ἀνάμνηση τῆς πράξης ποῦ ἔκανα στὸν ἄλλο πλανήτη, κι ἂν ἤμουν ὡστόσο βέβαιος πῶς δὲν θὰ ξαναγύριζα ἐκεῖ ποτέ, τί θὰ σκεφτόμουν κοιτάζοντας τὴ σελήνη; Αὐτὸ θὰ μοῦ ἦταν ἀδιάφορο;

 Θὰ ντρεπόμουνα ἢ ὄχι;

 

Τότε ἔξαφνα κοιμήθηκα, πράγμα ποὺ δὲ μοῦ συνέβαινε ποτὲ αὐτὴ τὴν ὥρα. Καὶ κοιμήθηκα χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω. Τί παράξενο πράγμα τὸ ὄνειρο! Πότε τὸ ὅραμα παρουσιάζεται μὲ μία τρομακτικὴ ἐνέργεια καὶ ἀριστοτεχνία χρυσοχόου καὶ πότε, ὅπως συμβαίνει αὐτὸ στὴν ἀπόσταση τὸ χρόνο, οἱ ἀντιφατικὲς ἔννοιες ἀνακατεύονται μὲ εἰκόνες συγκεχυμένες.

 Μοῦ φαίνεται πὼς τὰ ὄνειρα διεγείρουν ὄχι τὸ πνεῦμα ἀλλὰ τὴν ἐπιθυμία, ὄχι τὸ κεφάλι ἀλλὰ τὴν καρδιά….

Μὰ νὰ τὸ ὄνειρο ποὺ εἶδα ἐκείνη τὴ νύχτα, τὸ ὄνειρο τῆς 3ης Νοεμβρίου. Οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἀρέσει νὰ μὲ φουρκίζουν ἐπαναλαμβάνοντάς μου πῶς εἶναι ἁπλῶς ἕνα ὄνειρο;

Ἄκουσε:

 ἂν γνώρισες μία φορὰ τὴν ἀλήθεια, ἂν τὴν εἶδες, δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ δυσπιστεῖς σ’ αὐτή, γιατί ξέρεις πὼς αὐτὴ εἶναι, καὶ τί σὲ νοιάζει ἂν τὴν εἶδες στ’ ὄνειρο ἢ στὸ ξύπνιος;

 Λοιπόν, ἔστω ὄνειρο! «Εἶναι ἕνα ὄνειρο μόνο!»… Καὶ τὸ ὄνειρό μου, τὸ ΟΝΕΙΡΟ μοῦ, ὢ αὐτό μου ἄνοιξε μία καινούργια καὶ δυνατὴ ζωή!

Ἀκοῦστε.

Εἶπα πὼς κοιμήθηκα χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω. Ἐξακολούθησα μάλιστα μέσα στὸν ὕπνο μου νὰ κάνω συλλογισμοὺς πάνω στὰ ἴδια θέματα. Ἄξαφνα, ὀνειρεύομαι πὼς καθὼς καθόμουνα, διευθύνω τὸ περιστροφο  στὴν καρδιὰ (στὴν καρδιὰ καὶ ὄχι στὸ κεφάλι, ἂν καὶ πρὶν εἶχα ἀποφασίσει νὰ πετάξω τὰ μυαλά μου στὸν ἀέρα, βάζοντας τὸ πάνω στὸ δεξιὸ κρόταφο).

 Περιμένω ἕνα δύο δευτερόλεπτα ἀκίνητος. Τὸ σπαρματσέτο μου, τὸ τραπέζι καὶ ὁ τοῖχος γύρω μου ἀρχίζουν νὰ ταλαντεύονται, νὰ τρικλίζουν… Πυροβολῶ ἀμέσως….

Δὲν αἰσθάνθηκα κανένα πόνο, μὰ ὁ πυροβολισμὸς μ’ ἔκανε νὰ συγκλονιστῶ δυνατὰ καὶ μονομιᾶς ὅλα ἐξαφανίστηκαν γύρω μου ὅλα ἔπεσαν σ’ ἕνα φοβερὸ σκοτάδι μέσα. Ἤμουν σὰν τυφλὸς καὶ βουβός… Ὕστερα ξαναβρέθηκα πλαγιασμένος πάνω σὲ κάτι σκληρό, ξαπλωμένος ἀνάσκελα καὶ μὴ μπορώντας νὰ κάνω τὴν παραμικρὴ κίνηση.

 Γύρω μου περπατοῦν, μιλοῦν, ἀκούγεται ἡ βαθιὰ φωνὴ τοῦ ταγματάρχη, ἡ σπιτονοικοκυρὰ ξεφωνίζει. Νέα σιγή. Καὶ νὰ τώρα μὲ πηγαίνουν μέσα σ’ ἕνα φέρετρο. Τὸ αἰσθάνομαι νὰ γέρνει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, σύμφωνα μὲ τὸ βάδισμα ἐκείνων ποὺ μὲ σηκώνουν, καὶ γιὰ πρώτη φορά μου ἔρχεται ἡ ἰδέα πὼς εἶμαι νεκρός. Τὸ ξέρω, δὲν ἀμφιβάλλω, δὲν ἐπαναστατῶ καὶ ὅμως, αἰσθάνομαι, σκέφτομαι… ζῶ λοιπόν… μὰ εἶμαι πεθαμένος. Ὅπως συνήθως στὰ ὄνειρα, δέχομαι ὁ πράγμα χωρὶς ἀντιλογία.

Καὶ νὰ ποὺ μὲ κατεβάζουν μέσα στὴ γῆ. Ὅλοι φεύγουν, καὶ γῶ μένω μόνος, ὁλομόναχος. Δὲν κουνάω οὔτε ἕνα μέλος μου. Πρίν, στὰ νυχτέρια μου, ὅταν συλλογιόμουν πὼς θὰ ἤμουν μέσα στὸν τάφο, ἡ μόνη ἰδέα πού μου ἐρχόταν εἴτανε τὸ αἴσθημα τῆς ὑγρασίας καὶ τοῦ κρύου. Ἔτσι καὶ τώρα, ἐνοίωθα πὼς κρύωνα πολύ, καὶ προπαντὸς στὴν ἄκρη τῶν δαχτύλων τῶν ποδιῶν μου, μὰ δὲν ἐνοίωθα τίποτε ἄλλο ἀπ’ αὐτό.

Κειτόμουν, καί, παράξενο πράγμα, δὲν περίμενα τίποτα, καὶ παραδεχόμουν χωρὶς νὰ τὸ ἀμφισβητῶ πὼς ἕνας πεθαμένος δὲν πρέπει τίποτα νὰ περιμένει. Μὰ εἶχε ὑγρασία. Δὲν ξέρω πόσο ἔμεινα ἔτσι, μία ὥρα, ἴσως καὶ μερικὲς μέρες, μπορεῖ καὶ πολλὲς μέρες. Καὶ νὰ ποὺ ξαφνικά, πάνω στὸ κλειστὸ ἀριστερό μου μάτι, μέσ’ ἀπὸ τὸ σκέπασμα τοῦ φέρετρου, ἔπεσε μία σταγόνα νερό, κι’ ὕστερα μία ἄλλη, κι’ ἔτσι συνέχεια, σὲ κάθε λεπτό της ὥρας.

 Ἕνα βαθὺ πεῖσμα μου ’καψε τὴν καρδιά, κι’ ἐνοίωσα ἕνα αἴσθημα φυσικῆς ἀδιαθεσίας:

«Εἶναι ἀπὸ τὴν πληγή μου, σκέφτηκα- εἶναι ἡ πιστολιὰ ποὺ τράβηξα, καὶ ἡ σφαίρα βρίσκεται αὐτοῦ».

 Κι οἱ σταγόνες μαζεύονταν μία κάθε λεπτό. Πέφτανε ὁλόισια πάνω στὸ κλειστό μου μάτι. Καὶ τότε, ξαφνικὰ φώναξα, ὄχι βέβαια μὲ τὴ φωνή μου ἀφοῦ ἦταν παράλυτη, μὰ μὲ ὅλο μου τὸ εἶναι, τὸν αὐθέντη ἐκεῖνον ποὺ ἤμουν παίγνιό του.

«-Ὅποιος κι’ ἂν εἶσαι, ἂν παραδεχτῶ ὅτι εἶσαι καὶ πὼς ὑπάρχει κάτι τὸ πιὸ λογικὸ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶμαι παίγνιό του, κι ἄφησε νὰ γίνει ἐδῶ αὐτό. Ἄν μου ἐπιβάλλεις αὐτὴ τὴ γελοιοποίηση κι’ αὐτὴ τὴ βλακώδη ἐπιβίωση γιὰ νὰ μὲ ἐκδικηθεῖς γιὰ τὴ βλακώδη, αὐτοκτονία μου, ποτέ, ὅσο μεγάλο κι’ ἂν εἶναι τὸ μαρτύριο ποὺ μπορεῖ νὰ μοῦ ἐπιβληθεῖ, δὲν θὰ φτάσει τὴν σιωπηλὴ περιφρόνηση ποὺ θὰ νοιώσω, ἔστω κι’ ἂν βαστάξει χιλιάδες χρόνια αὐτὸ τὸ μαρτύριο!»

 

Ἔτσι εἶπα, καὶ σώπασα.

 Πέρασα κοντὰ ἕνα λεπτὸ μέσα σὲ βαθειὰ σιωπή, καὶ μάλιστα ἔπεσε ἄλλη μία σταγόνα, μὰ ἤξερα, ἤξερα καὶ πίστευα μὲ ἀπόλυτη κι’ ἀκλόνητη βεβαιότητα πὼς ὅλα θ’ ἀλλάζανε τὴν ἴδια στιγμή. Καὶ νά, ποὺ ξαφνικὰ ἄνοιξε ὁ τάφος μου.

 Δηλαδή, δὲν ξέρω ἂν ἄνοιξε καὶ ἀδείασε, μὰ μὲ ἅρπαξε ἕνα σκοτεινὸ καὶ ἄγνωστο ὂν καὶ βρεθήκαμε μέσα στὸ διάστημα.

 Ξαφνικά, ξαναβρῆκα τὸ φῶς μου, ἡ νύχτα εἴτανε βαθειὰ καὶ ποτέ, ποτέ μου δὲν εἶχα ξαναδεῖ τέτοια σκοτάδια! Πηγαίναμε μέσα στὸ διάστημα κι’ εἴχαμε κιόλας ξεμακρύνει πολὺ ἀπὸ τὴ γῆ. Δὲ ρώτησα τίποτε αὐτὸν ποὺ μὲ μετέφερε.

 Περίμενα, κλεισμένος ἀλαζονικὰ μεσ’ στὴ σιωπή μου, ἤμουν βέβαιος πὼς δὲν φοβόμουνα, – κι’ ἀναγαλλίαζα ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ μὲ τὴ σκέψη πὼς δὲ φοβόμουν. Δὲ θυμᾶμαι, κι’ οὔτε μπορῶ νὰ ὑπολογίσω πόσο καιρὸ πετούσαμε• ὀλ’ αὐτὰ γίνονταν ὅπως γίνεται πάντα στ’ ὄνειρο ὅταν διασχίζουμε τὸ χρόνο καὶ τὸ χῶρο, παραβιάζοντας ὅλους τους νόμους τοῦ εἶναι καὶ τῆς λογικῆς, καὶ δὲ στεκόμαστε παρὰ μόνο στὰ σημεῖα ποὺ ποθεῖ ἡ καρδιά μας.

Θυμᾶμαι, πὼς ξαφνικὰ εἶδα ἐν’ ἀστεράκι μέσ’ στὸ σκοτάδια. – Εἲν’ ὁ Σύριος; ρώτησα χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ κρατηθῶ, μ’ ὅλο ποὺ τὸ ’θελα πολύ.

 -«Ὄχι, εἶναι τ’ ἀστέρι ποὺ εἶχες δὴ μεσ’ ἂπ’ τὰ σύννεφα, σὰ γύριζες σπίτι σου»,

 μοῦ ἀπάντησε τὸ ὂν ποὺ μὲ μετέφερε. Ἤξερα πὼς ἦταν ἀνθρώπινης καταγωγῆς, μὰ περίεργο πράγμα, δὲν τὸ συμπαθοῦσα καθόλου αὐτὸ τὸ ὄν, καὶ μάλιστά μου προκαλοῦσε βαθειὰ ἀπέχθεια.

 Περίμενα πὼς θὰ ’βρισκα τὸ ἀπόλυτο μηδέν, καὶ γι’ αὐτὸ ἔχωσα τὴ σφαίρα στὴν καρδιά μου. Καὶ τώρα, νὰ ποὺ βρισκόμουν στὴν ἀγκαλιὰ ἑνὸς ὄντος, ὄχι ἀνθρώπινου βέβαια, μὰ ποὺ ἦταν καὶ ὑπῆρχε.

 

«Ὥστε ὑπάρχει λοιπὸν πέραν τοῦ τάφου ζωή!»

 σκέφτηκα μ’ ἐκείνη τὴν παράξενη ζαλάδα τοῦ ὀνείρου, μὰ ὡστόσο, ἡ καρδιά μου διατηροῦσε κατὰ βάθος τὴν οὐσιαστικὴ ἀρετή της: «ἀφοῦ θὰ ξαναϋπάρξω, ἔλεγα μέσα μου, καὶ θὰ ξαναζήσω ἐπειδὴ τὸ θέλει μία ἀδυσώπητη βούληση, δὲ θέλω οὔτε νὰ νικηθῶ οὔτε νὰ ταπεινωθῶ!»-

«Ξέρεις πὼς σὲ φοβᾶμαι καὶ γι’ αὐτὸ μὲ περιφρονεῖς», εἶπα ξαφνικὰ στὸ σύντροφό μου μὴ μπορώντας νὰ συγκρατήσω τὴν ταπείνωση αὐτῆς τῆς ἐρώτησης ὅπου διαφαινόταν μία ὁλόκληρη ὁμολογία, καὶ νοιώθοντας πὼς αὐτὴ ἡ δειλία μου τριβέλιζε τὴν καρδιὰ σὰ νὰ μὲ τσιμποῦσε βελόνα.

 Ἐκεῖνος δὲν ἀπάντησε στὴν ἐρώτησή μου, μὰ ξαφνικὰ ἐνοίωσα πὼς δὲ μὲ περιφρονοῦσε, πὼς δὲ μὲ κορόιδευε κι οὔτε καν μὲ λυπόντανε, καὶ πὼς τὸ ταξίδι μᾶς ἔτεινε σ’ ἕνα μυστηριώδη κι’ ἄγνωστο σκοπὸ ποὺ μόνο ἐμένα ἀφοροῦσε.

 Ὁ τρόμος μεγάλωνε μέσα στὴν καρδιά μου. Ἡ σιωπὴ τοῦ συντρόφου μου μεταδόθηκε καὶ σὲ μένα καὶ μὲ διαπότιζε, ὄχι χωρὶς πόνο, μὲ τὴν σιωπηλὴ παρουσία του.

 Πηγαίναμε μεσ’ ἀπὸ ἀβυθομέτρητα σκοτάδια. Ἀπὸ καιρό, δὲν ἔβλεπα πιὰ τοὺς γνωστούς μου ἀστερισμούς. Ἤξερα πὼς στὸ βάθος τ’ οὐρανοῦ ὑπάρχουν ἀστέρια ποὺ οἱ ἀχτίνες τοὺς φτάνουνε στὴ γὴς μόνο ὑστέρα ἀπὸ χιλιάδες κι ἑκατομμύρια χρόνια, ἴσως νὰ χαμὲ περάσει κιόλας αὐτὰ τὰ χρονικὰ διαστήματα.

 Περίμενα κάτι, γεμάτος ἀπὸ ἕνα νοσταλγικὸ πόνο πού μου ράγιζε τὴν καρδιά. Καὶ ξαφνικὰ ἕνα πολὺ γνωστὸ συναίσθημα πού μου ’φερνε βαθιὲς ἀναμνήσεις μὲ συγκλόνισε ὁλόκληρο. Ξανάβλεπα τὸν ἥλιό μας!

 Ἤξερα πὼς δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ ἥλιός μας, ἐκεῖνος ποὺ γέννησε τὴ γῆ μας, καὶ πὼς βρισκόμαστε σὲ ἄπειρη ἀπόσταση ἀπὸ τὸν ἥλιό μας, μὰ μέσα μου καταλάβαινα πὼς ἦταν ἕνας ἥλιος ἀπόλυσα ὅμοιος μὲ τὸν δικό μας, κάτι σὰν ἀντίλαλος καὶ σὰν σωσίας του.

 Μία ἀπέραντη, τρυφερότητα πλημμύρισε τὴν ψυχή μου, φέρνοντάς της ἐνθουσιασμό: Τὸ φῶς ἐκείνου ποὺ μὲ δημιούργησε ἀντιλαλοῦσε μεσ’ στὴν καρδιά μου καὶ τὴν ἀνάσταινε, κι’ ἐνοίωσα γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τότε ποὺ κατέβηκα στὸν τάφο τὸ γυρισμὸ τῆς ζωῆς, τῆς παλιᾶς ζωῆς.

-Ἀφοῦ εἶναι ὁ ἥλιος, ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ἥλιος μὲ τὸν δικό μας, τότε ποῦ εἶναι ἡ γῆ;- Κι ὁ σύντροφός μου μοῦ ‘δειξε ἐν’ ἀστέρι σὰ σμαράγδι ποὺ ἀστροφτοκόπαγε μέσα στὴ νύχτα.

Πετούσαμε ὁλόισια καταπάνω του.

-Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνονται τέτοιες ἐπιστροφὲς μέσα στὸ σύμπαν, εἶναι δυνατὸ νὰ εἲν’ αὐτὸς ὁ φυσικὸς νόμος;

 Κι’ ἂν εἶναι γὴς αὐτὸ μπορεῖ νὰ ’ναι ἡ ἴδια γὴς μὲ τὴ δικιά μας;… Ἐντελῶς ὅμοια, τὸ ἴδιο δύστυχη καὶ τὸ ἴδιο φτωχιά, κι’ ὅμως ἀγαπητή, αἰώνια ἀγαπημένη, μία γὴς ποὺ ξέρει ν’ ἀγαπιέται ἀκόμα καὶ ἀπ’ τὰ πιὸ ἀχάριστα παιδιά της;…

 Φώναξα ἀναρριγώντας ἀπὸ ἀβάσταγη, ἀγάπη γι’ αὐτὴ τὴ γὴς ποὺ γεννήθηκα καὶ ποὺ λιποτάχτησα ἀπ’ αὐτήν.

 Καὶ ἐμπρός μου, σὰν ἀστραπή, πέρασε ἡ εἰκόνα τοῦ μικροῦ κοριτσιοῦ ποὺ εἶχα προσβάλλει.

 

-Θὰ τὰ μάθεις ὅλα, μοῦ ἀπάντησε ὁ σύντροφός μου, καὶ στὰ λόγια του, διαφαινόταν ἕνας θλιμμένος τόνος.

Μὰ γρήγορα ζυγώναμε στὸν πλανήτη. Μεγάλωνε μπρὸς στὰ μάτια μου, κι ἄρχισα κιόλας νὰ διακρίνω τὸν ὠκεανὸ καὶ τὰ περιγράμματα τῆς Εὐρώπης, ὅταν ξαφνικὰ ἕνα παράξενο αἴσθημα ζήλειας – μία εὐγενικὴ καὶ ἅγια, ζήλεια – ἄναψε μεσ’ στὴν καρδιά μου.

 Πῶς μπορεῖ νὰ γίνεται μία τέτοια ἐπανάληψη, εἶπα μέσα μου, καὶ γιὰ ποιὸ σκοπό;

Ἀγαπῶ, καὶ μόνο αὐτὴ τὴ γὴς ποὺ ἄφησα μπορῶ ν’ ἀγαπήσω, ποὺ πάνω της ἔμμειναν οἱ στάλες ἀπ’ τὸ αἷμα μου, ὅταν, σὰν ἀχάριστος γιός, ἔβαλα τέλος στὴ ζωή μου μὲ μία πιστολιὰ πάνω στὴν καρδιά μου.

 Μὰ ποτέ, ὄχι, ποτὲ δὲν ἔπαψα νὰ τὴν ἀγαπῶ αὐτὴ τὴ γής, ἀκόμα καὶ κείνη, τὴ νύχτα ποὺ τὴν ἀποχαιρέτησα. Νὰ ὑπάρχει τάχα ὁ πόνος πάνω σ’ αὐτὴ τὴν καινούργια γής;

 Ἐκεῖ – πέρα, στὴ γής μας, μόνο μὲ πόνο μποροῦμε, ν’ ἀγαπήσουμε, καὶ μόνο μεσ’ ἂπ’ τὸν πόνο. Δὲν ξέρουμε ν’ ἀγαποῦμε διαφορετικά, κι’ οὔτε ξέρουμε ἄλλη ἀγάπη.

 Ζητῶ τὸν πόνο γιὰ νὰ μπορέσω ν’ ἀγαπήσω, ποθῶ, διψῶ ν’ ἀγκαλιάσω κλαίγοντας αὐτὴ τὴ μοναδικὴ γὴς ποὺ παράτησα, καὶ δὲ θέλω νὰ ζήσω, ἀρνιέμαι νὰ ζήσω σ’ ὁποιανδήποτε ἄλλη! …

 

Μὰ κιόλας, ὁ σύντροφός μου μ’ εἶχε παρατήσει.

 

Ξαφνικά, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, βρέθηκα σ’ αὐτὴ τὴν ἄλλη γῆ, μέσα στὸ ἐκθαμβωτικὸ φῶς μίας ἡλιόλουστης μέρας, ὄμορφης σὰν τὸν παράδεισο. Μοῦ φαινότανε σὰ νὰ βρισκόμουν σ’ ἕνα ἀπὸ κεῖνα τὰ νησάκια τοῦ ἑλληνικοῦ ἀρχιπελάγους τῆς γής μας ἢ κάπου ἀλλοῦ στὰ ἐρείπια μίας ἠπείρου, κοντὰ στὸ ἀρχιπέλαγος.

Σ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη, ὅλα εἴτανε ἀκριβῶς ὅπως καὶ σέ μας, κι’ ὅμως ὅλα ἀκτινοβολοῦσαν μὲ μία σοβαρὴ κι’ ἐπίσημη χαρά, ποῦ ἔφτανε ὡς τὸ ὑπέροχο. Μία σμαραγδένια θάλασσα ἔσκαζε ἁπαλὰ στὴν ἀκρογιαλιά, χαϊδεύοντας τὴν μὲ φανερή, σαρκικὴ καὶ σχεδὸν συνειδητὴ ἀγάπη. Δέντρα μὲ θαυμαστὰ κλωνάρια ὀρθώνονταν μ’ ὅλο τὸν ὀργιώδη χυμό τους, καὶ τ’ ἀναρίθμητα φυλλαράκια τους, κι’ εἶμαι βέβαιος πὼς μὲ χαιρετούσανε μὲ τὸ γλυκὸ τοὺς θρόισμα καὶ μοιάζανε σὰ νὰ ψιθυρίζανε ἐρωτόλογα.

 Τὸ λιβάδι ἀστραφτοκοποῦσε μὲ τὴ φλογερὴ καὶ χυμώδη ἄνθησή του. Τὰ πουλιὰ σκίζανε σμήνη – σμήνη τὸν ἀέρα, κι’ ἔρχονταν ἄφοβα ν’ ἀκουμπήσουνε στοὺς ὤμους καὶ στὰ χέρια μου μὲ χαρούμενα φτεροκοπήματα. Ὕστερα, εἶδα ἐπιτέλους καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς τῆς μακάριας γής.

 Ἤρθανε μόνοι τους κοντά μου, μὲ περιτριγύρισαν καὶ μὲ φιλοῦσαν. Παιδιὰ τοῦ ἥλιου, παιδιὰ τοῦ ἥλιου τοὺς – ὤ! τί ὡραῖοι ποὺ ἦταν! Ποτὲς στὴ γής μας δὲν εἶχα δεῖ τόση, ὀμορφιὰ στὸν ἄνθρωπο! Μόνο στὰ παιδιά μας, καὶ μάλιστα στὰ πρῶτα παιδικά τους χρόνια, μποροῦσες νὰ διακρίνεις κάτι σὰ μία μακρινὴ ἀνταύγεια, μὰ πολὺ ἐξασθενημένη, αὐτῆς τῆς ὀμορφιᾶς.

Τὰ μάτια αὐτῶν τῶν μακάρων λάμπανε ὁλοκάθαρα. Τὰ πρόσωπα τοὺς ἀκτινοβολοῦσαν τὴ σοφία καὶ τὴ συνείδηση, μία συνείδηση ποὺ εἶχε φτάσει στὴν ὑπέρτατη, γαλήνη, ὅμως, αὐτὰ τὰ πρόσωπα μένανε χαρούμενα καὶ μία παιδιάστικη χαρὰ ἀντηχοῦσε μέσα στὰ λόγια καὶ στὴ φωνὴ αὐτῶν τῶν ὄντων!

 

Ὤ! τὰ εἶχα καταλάβει ὅλα, ὅλα ἀπὸ τὴν πρώτη ματιά!

 Ἐδῶ ἦταν ἡ γής, προτοῦ τὴν μολύνει τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Οἱ κάτοικοί της, μία καὶ δὲν ξέρανε τὸ κακό, ζούσανε στὸν ἴδιο ἐκεῖνο παράδεισο ὅπου, σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις τῆς ἀνθρωπότητας, εἴχανε ζήσει κι’ οἱ ἔνοχοι προπάτορές μας, μὲ μόνη τὴ διαφορὰ πὼς ἐδῶ ἡ γὴς εἴτανε παντοῦ ἕνας καὶ ὁ αὐτὸς παράδεισος.

 Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ χαρούμενο χαμόγελο μὲ περιτριγυρίζανε καὶ μοῦ χάριζαν ἄφθονα χάδια.

 Μὲ πήγανε στὰ σπίτια τους καὶ ὅλοι τους θέλανε νὰ μὲ ξεκουράσουν. Δὲ μοῦ ’καναν ἐρωτήσεις, φαίνονταν πὼς τὰ ξέρανε ὅλα, καὶ μόνο ἕνα πράγμα θέλανε, νὰ διώξουνε τὸ γρηγορότερο αὐτὴ τὴν ὀδύνη ποὺ εἴτανε χαραγμένη πάνω στὰ χαρακτηριστικά μου….

Καὶ μία μέρα τοὺς εἶπα πὼς ἀπὸ πολὺν καιρὸ εἶχα προαισθανθεῖ τὴν εὐτυχία τους, πὼς καὶ στὴ Γῆ ἀκόμα τὴν ἀναπολοῦσα μὲ τόση λύπη, ὥστε μου προξενοῦσε καμιὰ φορᾶ ἕναν ἀνυπόφορο πόνο, ποὺ συχνὰ τότε δὲν μποροῦσα νὰ κοιτάξω τὸν ἥλιο χωρὶς νὰ κλαίω, πὼς τὸ μίσος μου γιὰ τοὺς ὁμοίους μου ἦταν ἀνακατωμένο μὲ θλίψη καὶ πῶς σκεφτόμουν: γιατί δὲν μπορῶ νὰ τοὺς μισῶ χωρὶς νὰ τοὺς ἀγαπῶ; Γιατί τόση θλίψη μέσα σὲ τόση ἀγάπη;

 Γιατί τόση ἀγάπη μέσα σὲ τόσο μίσος;

…………………………………………………

Λοιπόν! πάνω σ’ αὐτὸ ξύπνησα καὶ παρακάλεσα τὴν Αἰώνια Ἀλήθεια γιὰ τὸ μήνυμα τῆς Ζωῆς

Ξημέρωνε, ἦταν πάνω κάτω ἔξι ἡ ὥρα. Ξαναβρέθηκα στὴν πολυθρόνα μου. Τὸ σπαρματσέτο μου εἶχε σβήσει.

 Ὅλοι κοιμόντουσαν, μ’ ἔζωνε ἡ σιωπή. Ἡ πρώτη μου κίνηση ἦταν νὰ σηκωθῶ γρήγορα, νιώθοντας βαθιὰ ἔκπληξη. Ποτὲ δὲ μοῦ εἶχε συμβεῖ κάτι τὸ παρόμοιο.

 Ποτὲ μάλιστα δὲν εἶχα ἀποκοιμηθεῖ στὴν πολυθρόνα μου. Ἄξαφνα παρατήρησα τὸ περίστροφο, ἕτοιμο, γεμάτο: μὰ στὴ στιγμὴ τὸ πέταξα μακριά μου.

 Ὤ! τώρα! Ζωή! Ζωή! Σήκωσα ψηλὰ τὰ χέρια καὶ παρακάλεσα τὴν Αἰώνια Ἀλήθεια… δηλαδή, ὄχι δὲν παρακάλεσα τίποτα, ἄρχισα νὰ κλαίω. Μία ἄπειρη παραφορὰ ἀναστάτωνε ὅλο τὸ εἶναι μου.

 Ναί, Ζωή! γιὰ νὰ μπορέσω νὰ κηρύξω! Θὰ πάω! Θὰ πάω νὰ κηρύξω τὴν ἀλήθεια! Γιατί τὴν εἶδα μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ μάτια, σὲ ὅλη της δόξα!…

 

Γιατί εἶδα τὴν ἀλήθεια καὶ ξέρω πὼς οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ γίνουν ὡραῖοι κι εὐτυχισμένοι χωρὶς νὰ χάσουν τὴ δύναμη γιὰ ζήσουν πάνω στὴ Γῆ.

 Δὲ θέλω καὶ δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω πὼς ἡ διαφθορὰ εἶναι νόμος φυσικὸς στοὺς ἀνθρώπους. Μποροῦν νὰ γελάσουν μὲ τὴν πίστη μου, μὰ τὴ φυλάγω: εἶδα τὴν ἀλήθεια! δὲν τὴ φαντάστηκα, τὴν εἶδα, τὴν εἶδα! Τὴν εἶδα τόσο καθαρὰ ποὺ δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν γνωρίσουν.

 Πῶς, ἀπὸ τότε ποῦ τὴν εἶδα μποροῦσα νὰ κάνω ἀνεπανόρθωτα σφάλματα; Δὲ μπορῶ νὰ γελαστῶ. Ἴσως μάλιστα θὰ εἶμαι στὴν ἀρχὴ ὑποχρεωμένος νὰ δανείζομαι τὰ λόγιά μου, ὄχι ὅμως γιὰ πολὺ καιρό! Ἡ ζωντανὴ εἰκόνα θὰ ὀρθώνεται πάντα μπροστά μου καὶ θὰ μὲ ὁδηγεῖ.

 Ἔχω τὴ δύναμη καὶ θὰ μιλήσω καὶ θὰ ζήσω καὶ θὰ ζήσω χίλια χρόνια!….

 

Ὄνειρο, παράκρουση, παραλήρημα: Μπά! τί εἶναι ἕνα ὄνειρο; Καὶ μήπως εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἕνα ὄνειρο ἡ ζωή μας;

Νὰ χτίσουμε, λοιπόν, αὐτὸ τὸν Παράδεισο τῆς Ζωῆς στὴ Γῆ!

Εἶναι τόσο ἁπλό… Σὲ μία μέρα, σὲ μία ὥρα, ὅλα μποροῦν νὰ συμβοῦν: ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, ἰδοὺ τὸ πᾶν.

Μία παλιὰ ἀλήθεια, μὰ ὄχι καὶ τόσο, μερικῶν αἰώνων μονάχα.

Τὸ κακὸ ἔγκειται σ’ αὐτό:

 «Ἡ συνείδηση τῆς ζωῆς ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ ἡ συνείδηση τῶν νόμων τῆς εὐτυχίας ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν εὐτυχία»

 νὰ τί πρέπει νὰ χτυπήσουμε Καὶ θὰ τὸ χτυπήσω πρῶτος ἐγώ!

Ὤ! ἂν ὅλος ὁ κόσμος ἤθελε νὰ θέλει, ὅλα θὰ εἴχανε γίνει κιόλας!

 

 

 

 

Μνήμη Ν.Γ.Πεντζίκη

Ιανουαρίου 13, 2014

http://www.yourepeat.com/watch/?v=i0AFOzY3k98

http://www.yourepeat.com/watch/?v=MN1lSZD3-78

Μνήμη Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη (απο τον Μπάμπη)

Ιανουαρίου 4, 2014

Σὰν σήμερα, 3 Ἰανουαρίου τοῦ 1911, ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζώη ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Ὁ «κοσμοκαλόγερος» τῆς πεζογραφίας μᾶς γεννήθηκε στὶς 4 Μαρτίου 1851 στὴ Σκιάθο ἀπὸ πατέρα ἱερέα καὶ θεοσεβούμενη μητέρα. Μεγάλωσε ἀνάμεσα σὲ ἐννιὰ ἀδέλφια, τὰ δύο ἐκ τῶν ὁποίων πέθαναν σὲ μικρὴ ἡλικία.

 ΓοητευμένοςἀπὸτὰξωκλήσιατῆςΣκιάθου, τὰσυμπεριέλαβε σὲ πολλὰ ἔργατου,

ἐνῶ τὸ λογοτεχνικό του ἔργο εἶναι εὐρὺ καὶ ἀπὸ τὰ σημαντικότερά της νεοελληνικῆς πεζογραφίας.

 

 Γράφει ὁ ἴδιος σὲ ἕνα σύντομο βιογραφικό του:

 

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθω, τὴ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τῷ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν.

Τὴν Γ΄ἐμαθήτευσα εἷς Πειραιά, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδᾶς μου καὶ ἔμεινα εἷς τὴν πατρίδα.

Κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἷς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ‘ὁπού ἔμεινα ὀλίγους μήνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα ἐiς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ‘ὁπού ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας.

 Μικρὸς ἐζωγράφιζα ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμωδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη «Ἡ Μετανάστις» ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν «Σωτήρα». Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη «Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν» εἰς τῷ «Μὴ χάνεσαι».

 Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας.

 

Λόγω τῆς οἰκονομικῆς του κατάστασης ὡστόσο, δὲν κατάφερε νὰ ὁλοκληρώσει τὶς σπουδές του. Τὰ οἰκονομικά του Παπαδιαμάντη καλυτέρευσαν ὅταν ἄρχισε νὰ ἀπασχολεῖται στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολη», τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη, μὲ μισθὸ 250 δραχμῶν τὸ μήνα, καθὼς καὶ νὰ συνεργάζεται καὶ μὲ ἄλλες ἐφημερίδες καὶ περιοδικά.

Παρόλο ποὺ εἰσέπραττε ἀρκετὰ χρήματα ποὺ τοῦ ἐπέτρεπαν ἀξιοπρεπῆ διαβίωση, τὰ ξόδευε ἐξ’ ὁλοκλήρου στὴν… ταβέρνα τοῦ Κεχριμάνη ὅπου σύχναζε ἐπὶ 27 συναπτὰ ἔτη, ἔστελνε στὴ Σκιάθο, μοίραζε στοὺς φτωχοὺς καὶ ἴσα ποὺ μποροῦσε νὰ καλύψει τὰ ἔξοδά του.

Ζοῦσε φτωχικὰ σὲ φτηνὰ δωμάτια ἐνῶ οἱ περιγραφὲς συνθέτουν τὸ προφὶλ ἑνὸς ἀνθρώπου σχεδὸν κουρελῆ, ἐξαρτημένου ἀπὸ τὸ ποτὸ καὶ τὸ τσιγάρο, ὁ ὁποῖος βυθιζόταν στὴ μοναξιά του καὶ εἶχε ἐλάχιστους φίλους. Ἀγαπημένη τοῦ συνήθεια νὰ ψάλλει στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο στὴν Πλάκα.

Τὸν Μάρτιο τοῦ 1908 ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα καὶ ἐπέστρεψε στὸ ἀγαπημένο τοῦ νησί, ἐξακολουθώντας νὰ δουλεύει ὡς μεταφραστὴς ἔργων γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Γιάννη Βλαχογιάννη.

 ὑγεία τοῦ ἄρχισε νὰ ἐπιδεινώνετα ιὥσπου στὶς 3 Ἰανουαρίου 1911 ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ καὶ μαζὶ μὲ αὐτήν, ἕναν λογοτεχνικὸ θησαυρὸ ἀποτελούμενο ἀπὸ 180 διηγήματα, ποιήματα, μελέτες καὶ ἄρθρα. Τὸ ἔργο-σταθμὸς στὴν καριέρα του ποὺ ἐνέπνευσε κινηματογραφιστὲς καὶ σκηνοθέτες ἦταν «Ἡ φόνισσα».

Παρόλο ποὺ γράφτηκε τὸ 1902, μοιάζει τόσο σύγχρονο ὅσο καὶ διαχρονικό.

 εἴδηση τοῦ θανάτου του γέμισε πένθος ὄχι μόνο τοὺς συντοπίτες του, ἀλλὰ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Πολλοὶ λογοτέχνες, ποὺ ὅσο ἦταν ἐν ζωὴ δὲν εἶχαν γράψει κουβέντα γιὰ τὸ ἔργο του, συνέθεσαν ἐγκωμιαστικὰ κείμενα.

Ὁ ἐκδοτικὸς Οἴκος Φέξη ξεκίνησε τὸ 1912-1913 τὴν ἔκδοση 11 τόμων μὲ τὰ ἔργα του. Μέχρι τότε, κανένας ἄλλος οἶκος δὲν εἶχε ἐκδώσει σὲ βιβλίο τὰ πεζογραφήματά του καὶ οἱ ἀναγνῶστες τοῦ τὰ διάβαζαν ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ περιοδικά.

Σήμερα, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης διδάσκεται στὰ σχολεῖα, σὲ πανεπιστήμια καὶ σεμινάρια, ἐνῶ ἐξακολουθεῖ νὰ συγκινεῖ μικροὺς καὶ μεγάλους μὲ τὸ μεγαλεῖο της πένας του.

(πηγή : tvxs/gr news)

Simonetta Salvestroni*- Ὁ Ἰσαὰκ τῆς Νινευῆ καὶ τo ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι-(απο τον Τheo)

Νοέμβριος 1, 2012

 

 

 

 

 

 

Simonetta Salvestroni*

Τπιστημονικ πεδίο πορευν εναι ρωσικ λογοτεχνία. φτασα στν σακ τν Σύρο δι τν μυθιστορημάτων κα σημειώσεων το Φεντρ Ντοστογιέφσκι. Καθς μελετοσα τ πς κα τ γιατί τν βιβλικν παραπομπν στργα τον λόγω συγγραφέα, συνειδητοποίησα τι πολλς μεσες καμμεσες παραπομπς σ Πατέρες τς νατολικς κκλησίας[2]  εναι δυνατ ννιχνευθον σ  ατά, κυρίως π τος σκητικος Λόγους τοσακ το Σύρου.

Πρν π τν Ντοστογιέφσκι, κι λλοι Ρσοι συγγραφες ντλον τν μπνευσή τους π πατερικ κείμενα. ποιητικπόδοση τς προσευχς τοφραμ το Σύρου καπίδραση τοωάννου τς Κλίμακος στργο το Γκόγκολ εναι πασίγνωστες. Κατ τ γνώμη μου, Ντοστογιέφσκι προχωρε πέρα π τος ν λόγω συγγραφες. συνάντησή του μ τ λαμπρ κα θερμ σκέψη κα τν ―πολ συγγενικ μ τ δικ τογάπη τοσακ το Σύρου ποντηχε στ λόγια του δωσε τ δύναμη στν Ντοστογιέφσκι νντιληφθε σαφέστερα ,τι ως τότε ασθανόταν μέσα το βαθιλλκόμα μλλον καθόριστα.

Κατ τ γνώμη μου, συμβολ το Ντοστογιέφσκι στ διάδοση τς σκέψης τοσακ το Σύρου στ Ρωσία κα στ Δύση εναι μεγάλη. Μέσω τν μυθιστορημάτων ατο του συγγραφέα κάποια καίρια θέματα το βιβλίου τοσακ φθασαν κα συνεχίζουν ν φθάνουν σ  να μεγάλο κοινό, τποο ν πολλος γνοοσε κόμα κα τν παρξη ατο του Πατρς τς κκλησίας.

π τος πολλος ναγνστες το Ντοστογιέφσκι κάποιοι κατόρθωσαν χι μόνο νντιληφθον τ μήνυμά του λλ κα ν τναπτύξουν μναν προσωπικ τρόπο. Στρθρο μου Ντοστογιέφσκι κα θεολογικ στροφ το 20ου αώνα[3], πεσήμανα τν πίδραση τν μυθιστορημάτων το Ρώσου συγγραφέα στος Μπάρτ, Τουρνέιζεν κα Μπονχόφφερ, τν ποία οδιοι παραδέχτηκαν νοιχτ σ περισσότερες π μία περιπτώσεις. Νομίζω πς ξίζει νναφέρουμε τι οδέες το Ντοστογιέφσκι πονέπτυξαν ον λόγω θεολόγοι εναι κριβς ατς πο Ρσος συγγραφέας ντλησε π τ βιβλίο τοσακ το Σύρου.

Στ ζω το Ντοστογιέφσκι ς καλλιτέχνη κα δημιουργο μία μέρα εναι σημαντική: 28 Δεκεμβρίου 1865[4]. Μία σημείωση ατς τς μέρας σ μία σελίδα το σημειωματαρίου πο χρησιμοποίησε γι τ τρίτο σχέδιο το βιβλίου γκλημα κα τιμωρία ναφέρει τξς:

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ: 1) Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ, ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Δν εναι δυνατ νπάρξει ετυχία σ κατάσταση νέσεως. ποκτται μόνο δι τν δοκιμασιν. Ατς εναι νόμος το πλανήτη μας, λλ ατ σαφς γνώση (soznanie), πορχεται δι τς ζωτικς διαδικασίας, φέρνει μία τόσο τεράστια χαρ πογοράστηκε μ χρόνια δοκιμασίας. νθρωπος δν γεννήθηκε γι τν ετυχία. Κατακτ τν ετυχία, λλ πάντα μέσω δοκιμασίας. Κι ατ δν εναι δικο, διότι γνώση πο γίνεται π   εθείας ντιληπτπ τν ψυχ κα τ σμα, ποκτται μέσω τς ασθήσεως τν πρ κα τν κατά, τν ποία πρέπει ν βιώσουμε μέσα μς (Θεοτόκη, σ. 150)[5].

Τ λόγια του Ντοστογιέφσκι γι τν ετυχία ―ποποκτται μ μία πολψηλ τιμή, κα γ  ατ εναι πολυτιμότατη― γράφτηκαν πναν νθρωπο πο τ 1865 εχε δη τν μπειρία μίας θανατικς ποινς ποκυρώθηκε τν τελευταία στιγμή, τογκλεισμο σ στρατόπεδο στ Σιβηρία π τέσσερα χρόνια, τν συχνν, μικρν θανάτων τς πιληψίας καί, τέλος, τς πελπιστικς μοναξις μετ τος θανάτους τς πρώτης του συζύγου κα τοδελφο του Μιχαλ τ 1864, λα σ διάστημα λίγων μηνν.

Τ κείμενο τς σημειώσεως συμπυκνώνει σ λίγες γραμμς μία π τς δος ποποδεικνύουν ο Πατέρες τς νατολικς κκλησίας γι νπιτύχει κανες μέσα  το τ «Βασιλεία το Θεο», πο εναι να εδος χαρς φωτισμένης π τλεος το Θεο.

π τν κατάλογο πο συνέταξε ννα Γκρηγκόριεβνα μετ τν θάνατο το συζύγου της, γνωρίζουμε τι νάμεσα στ βιβλία το Ντοστογιέφσκι περιλαμβάνονταν κα οσκητικο λόγοι[6] κι τι στς σημειώσεις το κατ τν τοιμασία τολλ κα στ τελικ κείμενο τν δελφν Καραμάζοφ πάρχουν πολλ χωρία π τν σακ τν Σύρο. σημείωση τς 28ης Δεκεμβρίου στν ποία ρίζει τν «ρθόδοξη θεώρηση» εναι πολ κοντ στν ντίληψη ποκφράζει σαάκ:

Οδες γρ ν τ οραννλθε μετνέσεως· τν γρ ταύτης δν γινώσκομεν ποι κα καταλύει. (Θεοτόκη, σ. 17)

Μπαναίνου τς θλίψεις, διότι δ’ ατν ες τν πίγνωσιν τς ληθείας εσέρχη· κα μ φοβηθς τος πειρασμούς, διότι ν ατος ερίσκεις τ τίμια (Θεοτόκη, σ. 186).

ως ν ον μ ταπεινωθ καρδία, ο δύναται παύσασθαι το μετεωρισμο. γρ ταπείνωσις συνάγει τν καρδίαν. … τηνικαύτα προσεύχεται νθρωπος … μετ χαρς τς καρδίας κα θαύματος, βρύει τς εχαριστηρίους κινήσεις διηνεκς (Θεοτόκη, σσ. 83-84).

Κατ τ γνώμη μου, πίδραση τοσακ εναι παροσα στργα το Ντοστογιέφσκι, ρχίζοντας π τγκλημα κα τιμωρία. Στγκλημα κα τιμωρία πρώτη θεϊκποκάλυψη λαμβάνει χώρα στν ταβέρνα που Μαρμελάντοφ συναντ τν Ρασκόλνικοφ. Παραπέμπω σ  ατ τπεισόδιο, διότι δ συγγραφέας τοποθέτησε μία π τς πι βαρυσήμαντες κα φαινομενικ παράδοξες δηλώσεις τοσακ το Σύρου. Κα θεωρ σημαντικ τ ν σς πενθυμίσω πόση προσοχφιέρωσε Τουρνέιζεν στν μονόλογο το Μαρμελάντοφ στ βιβλίο το Ντοστογιέφσκι (1921) κα τν ρμηνεία ποδωσε σ’ ατ τ χωρίο, ποία πηρέασε τν Κρλ Μπρτ κατ τ γράψιμο το βιβλίου του πρς Ρωμαίους πιστολή. ργότερα θπανέλθω σ’ ατό.

μιλία το Μαρμελάντοφ εναι να π τ πι τολμηρ κείμενα πογραψε Ντοστογιέφσκι. κφωνεται πναν νθρωπο πο ξέπεσε στ χαμηλότερη τάξη τς κοινωνίας κα δν πολαμβάνει πι τν σεβασμ κα τν μπιστοσύνη τν συνανθρώπων. Μ μία πρώτη νάγνωση μπορε κανες ν τν παρανοήσει, θεωρώντας τν ς τν κρότατη αταπάτη νς πελπισμένου πο φτιάχνει μία εκόνα το Θεο κατ τς νάγκες του. ν τούτοις, τ λόγια του πιβεβαιώνονται π τ βιβλικ χωρία στποα παραπέμπει ρωας. Μεταφέρουν μία καθαρ θεολογικ σκέψη τν ποία νομίζω τι Ντοστογιέφσκι κείνη τν ποχταν κανς ν καταλάβει κακτιμήσει, λλ δύσκολα θ μποροσε ν τν πεξεργαστε μ τόση ξύνοια.

ρωας, πο δν εχε καμιλπίδα πνθρωπο, βρίσκει τ δύναμη ν σηκώσει τ μάτια ζητώντας βοήθεια κα ννακαλύψει να «μυστικ» πο παραμένει κρυφ γι τος σχυρος κα «δίκαιους» ατο του κόσμου.

Κι λους θ τος δικάσει κα θ τος συχωρέσει κα τος καλος κα τος κακος κα τος σοφος κα τος πράους… Κι ταν θάχει πι τελειώσει μ  λους, τότε θ πε κα σέ μας: «Βγετε», θ πε, «κα σες! Βγετε, μεθυσμένοι, βγετε, δύναμοι, βγετε, ντροπιασμένοι». Κα μες θ βγομε λοι, χωρς ν ντραπομε κα θ σταθομε μπροστά του. Κα θ πε: «Εστε γουρούνια! χετε ζώου μορφ κα τ σφραγίδα του, μως λτε κα σες!» Κα θ επωσιν ο σοφο κα θ επωσιν ο σώφρονες: «Κύριε, να τί προσδέχεσαι ατούς;» Κα θ πε: «Τος προσδέχομαι, σοφοί, τος προσδέχομαι, σώφρονες, διότι οδες ξ ατν θεώρει αυτν ξιον τούτου…» κα θ μς πλώσει τ χέρι κα μες θ πέσουμε στ γόνατα … κα θ κλάψουμε … κι λα θ τ καταλάβουμε! … Θεέ μου, λθέτω Βασιλεία Σου![7]

Εναι σημαντικό, κα τ τονίζω, τι ατμιλία πογινε στν ταβέρνα πναν νθρωπο πο ασθάνεται βαθινοχος κανάξιος περιέχει τν δια δέα ποκφράζεται στν 90ο λόγο τοσακ το Σύρου (στ ρωσικκδοση[8]), ποία βασίζεται στς διες παραπομπς π τ Εαγγέλια. ταν Μαρμελάντοφ λέει «λους θ τος δικάσει κα θ τος συχωρέσει κα τος καλος κα τος κακούς», ναφέρεται εθέως σ  να στίχο το κατ Λουκν (6, 35): «Πλν γαπτε τος χθρος μν … κασεσθε υοψίστου, τι ατς χρηστς στιν π τος χαρίστους κα πονηρούς». λλ κι πάντηση το Κυρίου στν νσταση τν σοφν κα σωφρόνων πηχε τ δεύτερο μέρος τς παραβολς τν ργατν τομπελνος στ κατ Ματθαον Εαγγέλιο (20, 8-15).

Τώρα παραθέτω τπόσπασμα τοσακ το Σύρου, που ο δύο παραπομπς παρατίθενται μ τν δια σειρά:

Γίνου κρυξ τς γαθότητος το Θεοτι νάξιον σντα κυβερν, κατι χρεωστες χρέος πολύ, κακδίκησις ατο ο φανεροται ν σο. … Μ καλέσης τν Θεν δίκαιον, τι δικαιοσύνη ατο ο γνωρίζεται ν τος πράγμασί σου. Καἐὰν Δαβδ καλ ατν δίκαιον κα εθ, λλ υἱὸς ατοφανέρωσεν μν τι μλλον γαθός στι κα χρηστός. γαθός στι, φησί, τος πονηρος κασεβέσι. Κα πς νομάζεις τν Θεν δίκαιον, ταν παντήσης τ κεφαλαίω τ περ το μισθο τν ργατν;  « ταρε, οκ δικ σέ, θέλω δοναι τούτω τσχάτω ς κα σοί. … Εφθαλμός σου πονηρς στιν τι γγαθς εμι. » Πς πάλιν καλενθρωπος τν Θεν δίκαιον, ταν παντήση τ κεφαλαίω τοσώτου υο; … Ποστν δικαιοσύνη το Θεο, τι μεν μαρτωλο κα Χριστς πέθανεν πρ μν; (Θεοτόκη, σ. 245).

δσακ τονίζει τ γεγονς τι Θες δν εναι δίκαιος , μλλον, τι δν κολουθε τν νθρώπινη δικαιοσύνη. Εναι μία τολμηρδέα λλ καλ θεμελιωμένη σ παραπομπς π τν γία Γραφή. Στ ρωσικκδοση το κειμένου τοσαάκ, ποχει μεταφρασθεπ τλληνικά, ατς λόγος τοποθετεται στ τέλος το βιβλίου, ταν δς τς καθάρσεως πο περιγράφει συγγραφέας χει λοκληρωθε κι χει δηγήσει σ μία σωτερικ διάσταση βαθις χαρς καπερβολικς γάπης. Πολλο λόγοι το βιβλίου εναι φιερωμένοι στν ναχωρητικ ζωή, στν διάλειπτη προσευχ κα στ πνευματικ γυμνάσματα τν μοναχν. λλ  σακ σχολεται κα μ μίαν λλη δό, πο εναι ατ ποκολουθον ο προικισμένοι ρωες το Ντοστογιέφσκι, ρχίζοντας π τγκλημα κα Τιμωρία.

Μακάριος νθρωπος γινώσκων τν αυτοσθένειαν … ταν γρ μάθη τίς, καν ληθεία ασθηθ τς αυτοσθενείας, τηνικαύτα περισφίγγει τν αυτο ψυχν … Τότε γρ συγκρίνας τν αυτοσθένειαν τ βοηθεία το Θεο, τηνικαύτα γνώσεται ταύτης τν μεγαλωσύνην. … ως ν ον μ ταπεινωθ καρδία, ο δύναται παύσασθαι το μετεωρισμο. γρ ταπείνωσις συνάγει τν καρδίαν. … Τατα πάντα τγαθ τίκτονται τνθρώπω π τοπιγνναι τν οκείαν σθένειαν. κ γρ τς πολλς φέσεως ατο πρς τν βοήθειαν το Θεο, προσεγγίζει τ Θε διαμένων ν τ προσευχή. Κασον προσεγγίζει τ Θε τ προθέσει ατο, κα Θες προσεγγίζει ατ δι τν χαρισμάτων ατο (Θεοτόκη, σ. 82-84).

Μία τέτοια μπειρία εχαν γευθε Μαρμελάντοβ κι Σόνια. Ατμπειρία ελκυσε τν προσοχ το Τουρνέιζεν, ποος σ   να πόσπασμα το βιβλίου το προκαταλαμβάνει κάποιες κεντρικς δέες ποξέφρασε Μπρτ στ βιβλίο του πρς Ρωμαίους πιστολή.

« πρς τν Θεγάπη», γράφει Μπάρτ, «εναι μία ταπείνωση μ τόσο μεγάλη συνείδηση τοαυτο της κα το τί πιζητε, στε ν μν θέτει πι καμιρώτηση διεκδίκηση. Εναι νας πόθος τόσο ντονος, ποχει δη γευτε τν κπλήρωσή του κα γ  ατ δν χρειάζεται πι καταπράυνση, ξάλειψη … Σύμφωνα μ τ σχέδια Του, Θες παιτεπ  σους Τν γαπον τν κτέλεση μίας ποστολς πο κανες δν μπορε ν τν πιβάλει στν αυτό του σποιονδήποτε λλον. Κα πς λλις κάποιος πογαπ τν Θε θ τ γνώριζε; Πς θ συνέχαιρε τν αυτό του γι ττι στριψε τ κλειδί, νοιξε τν πόρτα, κατόρθωσε νρνηθε τν ρνηση, βάδισε τ στενδ μεταξ δύο βύσσων, λλαξε τ σκορπισμένα παντο μποικοδομητικ σημάδια, τνέτρεψε λα; … σοι γαπον τν Θε εναι προορισμένοι ν εναι μάρτυρες τοησο, δι το Σταυρο καρα— τς ναστάσεώς Του. τρόπος τς ζως τος εναι σκληρότερος λων, σχατη ταλαιπωρία, ποιαδήποτε μορφ κι ν πάρει»[9].

Ατς τρόπος ζως ταν οκεος στν Μπρτ πρν ν γράψει τ βιβλίο το τ 1922, χι μέσω μεσης μπειρίας, λλ δι τν προικισμένων ρώων τν στοριν το Ντοστογιέφσκι, στν ποο συχν παραπέμπει στ βιβλίο τοδικ στν στορία τοβν Καραμάζοφ). Στν Εσαγωγ στ θεολογία τν Εαγγελίων Μπρτ νακαλε στ μνήμη του τι ατ τν περίοδο ατς κι Τουρνέιζεν «διάβαζαν ντατικ Ντοστογιέφσκι (κα σ’ ατ τ μελέτη Τουρνέιζεν ταν δηγός μου)»[10].

τρόπος μ τν ποο Θες δρ κα βοηθάει στ μυθιστορήματα το Ντοστογιέφσκι παιτεπ τ Σόνια, τν Ρασκόλνικοφ, τν Μίτια, τν Μάρκελλο καπλλους ρωες μία πώδυνη διαδικασία ποδηγε στν πίγνωση τς δυναμίας κα τς πελπιστικς κατάστασής τους. πίγνωση ατ τος ποστερεπ τς πλάνες κα τος δηγε ν «βαδίσουν τ στενδ μεταξ δύο βύσσων» γι τν ποία μιλ Μπάρτ: πρώτη βυσσος εναι συνθηκολόγηση μ τς καταστροφικς δυνάμεις πο νιώθουν μέσα τος[11], ν δεύτερη εναι παραδοχ μίας γνωστης διάστασής τους κανς ννατρέψει τ «σκορπισμένα παντο μποικοδομητικ σημάδια» κα νδηγήσει σ μία νέα θεώρηση το κόσμου.

Κεντρικ θέμα τοργου το Ντοστογιέφσκι εναι ατ το «Παραδείσου στ γ». Τ σχμα το Παραδείσου γι τποο συζητον ρωες σν τν Ζωσιμά, τν Κυρίλλοβ κα τν «μυστηριώδη πισκέπτη» δν τοποθετεται οτε στν χρο οτε στν χρόνο. Εναι μία σωτερικ διάσταση πο κανες τν κατακτ μέσω μίας δο σταδιακς καθάρσεως πως τονίζουν ο στάρετς κι ο Πατέρες τς κκλησίας— μέσω μίας αφνίδιας δοκιμασίας πο διαπερν τν λο νθρωπο κα συνεπάγεται τν θάνατο το παλαιονθρώπου «σν τος παθήμασι κα τας πιθυμίαις». π ατ τν ποψη τπεισόδιο μ τν Μάρκελλο, τν βαριρρωστο δελφό του στάρετς Ζωσιμ στος δελφος Καραμάζοβ, παίζει ναν οσιώδη ρόλο:

ζω εναι Παράδεισος, κι λοι μας στν Παράδεισο βρισκόμαστε, μόνο πο δ θέλουμε ν τ καταλάβουμε. Μν τ καταλαβαίναμε, αριο κιόλας θ γινόταν λάκερος κόσμος Παράδεισος. … Καλοί μου, γιατί ν μαλώνουμε κα ν παινευόμαστε νας μπροστ στν λλον κα ν μνησικακομε; … ς παίξουμε γαπώντας, παινώντας κα φιλώντας νας τν λλον κι ελογώντας τ ζω[12].

λόγος το Μαρκέλλου περιέχει δύο βασικς προτάσεις: « ζω εναι Παράδεισος» κα « καθένας μς εναι νοχος μπροστ στος λλους». Ο δύο ατς νοράσεις εναι λληλένδετες χι μόνο στ μνήμη το Ζωσιμ, λλ κα στψηλότερα κα σημαντικότερα κείμενα τς ρθοδόξου πνευματικότητος πο περιγράφουν τς μεθόδους γι τν πόκτηση τς ντς μν «Βασιλείας».

«παράδοξος καποφασιστικς τόνος» το παιδιοταν ξαφνικ διακηρύσσει τς συνήθεις λήθειές του, δονούμενος πγάπη κα ασθημα, ποκαλύπτουν τι νακάλυψε μία τελείως νέα θεώρηση το κόσμου, τοαυτο του, τς ζως του.

Δν κλαίω π  τ λύπη μου, μ γιατί εμαι ετυχισμένος. γδιος θέλω ν φαννοχος πέναντί τους [τν πουλιν πο κελαηδον στ παράθυρα], δν μπορ ν σ’τξηγήσω ατό, γιατί δν ξέρω κα γ πς ν τ  γαπήσω. … Μήπως τάχα τώρα δν εμαι στν Παράδεισο;»[13]

Τν δια ασθηση κφράζει κι σακ Σύρος, ταν περιγράφει τν μπειρία τς ντς ατο «Βασιλείας».

τε δλοτελς λθη ες τούμπροσθεν ν τγάπη, τατα τ δύο καταπίνονται. … Πολλάκις τε τατα γραφον, πελειποντό μου ο δάκτυλοι π τν χάρτην, κα οχ πέφερον κατέναντί της δονς τς μπιπτούσης ν τ καρδία μου, κα τς ασθήσεις κατασιγαζούσης. … γάπη, γέννημά στι τς γνώσεως (Θεοτόκη, σσ. 163-164).

Τν βασιλείαν τν ορανν, θεωρίαν πνευματικν λέγουσιν τι στι. Κα ατη οκ ν τος ργοις τν λογισμν ερίσκεται, λλ’ κ τς χάριτος γευσθναι δύναται. Καως ν καθαρθνθρωπος, οδκοσαι ατς κν κανοί, διότι κ μαθήσεως οδες δύναται ατν κτήσασθαι (Θεοτόκη, σ. 70).

 

μετάνοια εναι δεύτερη χάρη· γεννται στν ψυχπ πίστη κα φόβο. φόβος εναι δς τν Πατέρων πο μς δηγε στν πνευματικδέμ. ταν φθάσουμε κε, μς φήνει καπιστρέφει. δμ εναι θεία γάπη.

Ερήνευσον ν αυτ, κα ερηνεύσει σο ορανς κα γ. Σπούδασον εσελθεν ες τ ταμεον τνδοθέν σου, καψει τ ταμεον τ οράνιον· ν γρ στιν τοτο κακενο, καν μι εσόδω θεωρες τμφότερα. κλίμαξ τς βασιλείας κείνης νδοθέν σου στί, κεκρυμμένη ν τ ψυχή σου. Βάπτισον σεαυτν ν αυτκ τς μαρτίας, κα ερήσεις κεναβάσεις ν ας ναβαίνειν δυνήση (Θεοτόκη, σ. 127).

Σ  ατ τν τέλειωτη γάπη, τν περιόριστη μλη τ σημασία τς λέξεως, πο πηγάζει π τν ντς μν θέα τς Θεότητος, σακ φιέρωσε τος λαμπρότερους λόγους του στος ποίους μπόρεσε νγκαλιάσει λα τντα, χωρς καμιξαίρεση —σν νταν να—, συμπεριλαμβανομένων κα τν πι δυσάρεστων καπωθητικν.

Κα τί στι καρδία λεήμων; Κα επε· κασις καρδίας πρ πάσης της κτίσεως, πρ τν νθρώπων, κα τν ρνέων, κα τν ζώων, κα τν δαιμόνων, καπρ παντς κτίσματος· κακ τς μνήμης ατν κα τς θεωρίας ατν ρέουσιν οφθαλμο ατο δάκρυα. … καπρ τν λόγων, καπρ τν χθρν της ληθείας, καπρ τν βλαπτόντων ατόν, ν πάση ρα εχν μετ δακρύων προσφέρει το φυλαχθναι ατος καλασθναι ατος.  μοίως καπρ τς φύσεως τν ρπετν κ τς πολλς ατολεημοσύνης τς κινουμένης ν τ καρδία ατο, μέτρως, κθ  μοιότητα το Θεο (Θεοτόκη, σ. 306).

Ατπέραντη γάπη, πο μς πιτρέπει ν ταυτισθομε μ τν καθένα κα τ καθετί, προξενε τν ταπείνωση καρίζεται π τν σακ ς «τ τρεμούλιασμα τς ψυχς πρ τν πυλν το ορανο».

Μάρκελλος περν μία παρόμοια μπειρία ταν νιώθει μία νοχ πο δν εναι γονη λλνοίγει να δρόμο ποδηγε στν γάπη κα στν περιόριστη εγνωμοσύνη. Δηλώνει: «Δν κλαίω π  τ λύπη μου, μ γιατί εμαι ετυχισμένος» κι τι συγγνώμη πο ζητ καπ τ πουλι πηγάζει π τν γάπη του γι κάθε ν, μία γάπη τόσο μεγάλη, πο δν ξέρει πς ν τν κφράσει.

π ατ τπεισόδιο κα μετά, μπειρία τς δοκιμασίας —τν ποία βν θπορρίψει, σν τν εροεξεταστ ποπορρίπτει τν σταυρποκτ μίαν λλη σπουδαιότητα. Ντοστογιέφσκι κασακ συμφωνον τι τ κάλυμμα τν φθαλμν κάποιου μπορε ννασηκωθε μ δύο τρόπους: μ τν δ το μοναχο, ποος γκαταλείπει τν κόσμο, λλ κα μ τ ψυχικ τραμα πο προκαλε μία διαπεραστικ δοκιμασία ποφήνει τν νθρωπο ταπεινωμένο κα γυμν μπροστ στν αυτό του κα στν Θεό. Ατ εναι κατάσταση το Μαρκέλλου στς τελευταες βδομάδες τς ζως του.

Στν δια γραμμ κινονται κα ομπειρίες τν προικισμένων ρώων του Ντοστογιέφσκι, πο δρον π τν πίεση μίας πεγνωσμένης νάγκης γι φς. λοι ο πρωταγωνιστς τν τελευταίων μυθιστορημάτων του, κόμα κι ο πιπελπισμένοι κανοχοι, στοχεύουν σ  ατ τν κατάσταση χαρς κασωτερικς κανοποίησης.

Στάρετς Ζωσιμς πορχίζει τν πνευματικ διαθήκη το διηγούμενος τπεισόδιο το Μαρκέλλου, μπνέεται λο τ κείμενο το μακρο λόγου του π τος σκητικος Λόγους τοσακ το Σύρου. Θ περιοριστ ν παραθέσω κάποιες σύντομες φράσεις τν ποίων πηγ εναι εκολα ναγνωρίσιμη σσους γνωρίζουν τ κείμενο τοσαάκ.

δελφοί μου, μ σς τρομάζουν ομαρτίες τν νθρώπων, γαπτε τν νθρωπο κόμα κα μς στν μαρτία το γιατί ατγάπη εναι μοίωμα τς γάπης το Θεο κι ποτελε τν νώτερη γάπη π τς γής.

Ν θυμσαι πρ πάντων πς δν μπορες ν γίνεις κανενς κριτής. Γιατί δν μπορε νπάρξει στ γ δικαστς γιναν κακοργο πρν νιώσει ατς δικαστς πς κι διος εναι τδιο κακοργος σν κι ατν πούχει μπροστά του. … σο κι ν τοτο φαίνεται παράλογο π πρώτη ποψη, εναι ληθινό. Γιατί, ν γμουν ναμάρτητος, σως ν μν πρχε γκληματίας πο πρέπει τώρα ν δικάσω.

Τί εναι Κόλαση; Κα λέω πς εναι τ μαρτύριό του ν μν γαπάει κανείς. … ατ τ ψυχικ μαρτύριο … δν εναι ξωτερικ μ τόχουν μέσα τους. Μ κι ν ταν δυνατ ν τος παλλάξουν, τότε, τσι νομίζω, θ γίνονταν κόμα πι πικρ δυστυχισμένοι. … Γιατί σα-σα μ  ατ τ συγγνώμη θ μεγάλωνε κι δίψα τους γινταπόδοση γάπης, γιγάπη νεργητικ κα γεμάτη εγνωμοσύνη, πο τος εναι δύνατο πι ν δείξουν[14].

λόγος το Ζωσιμ προσέλκυσε σ βάθος τν προσοχ τοντουαρντ Τουρνέιζεν, ποος σ  να κεφάλαιο το βιβλίου το Humble, not holy, θλίβεται πειδ δν μπορε ν παραθέσει στν πληρότητά τους τ «θαυμαστ λόγια» του στάρετς.

Συγκρατ τν αυτό μου ν μν παραθέσω κι λλα. ν κάποιος θελε πράγματι ν παραθέσει, θπρεπε ν τντέγραφε λα. λλ θ προσθέσω κάτι, ς προειδοποίηση: Μ δανείζεσαι τόσο γρήγορα, τόσο εκολα, μ τόση σιγουρι τ θαυμαστ λόγια ατο του μοναχο· μπορε (πως τ λόγια της γίας Γραφς κα γι τν διο λόγο!) σύντομα ν χάσουν τ δύναμή τους στ χέρια κα στ χείλη μας. Γιατί εκολα ξεχνομε τι κα σ  ατ τν περίπτωση τσανν ξεσπ μόνο π τ Καθαρτήριο τν τρομερότερων πειρασμν, τι ο λόγοι εχαριστίας πηγάζουν π μία συντετριμμένη καρδι κι τι γάπη γι τν νθρωπο κα τν κόσμο κατορθώνεται μόνο μ χειμάρρους δακρύων[15].

Συντονισμένος μ τν σακ (Μπαναίνου τς θλίψεις, διότι δ  ατν ες τν πίγνωσιν τς ληθείας εσέρχη· κα μ φοβηθς τος πειρασμούς, διότι ν ατος ερίσκεις τ τίμια [Θεοτόκη, σ. 186]. ως ν ον μ ταπεινωθ καρδία, ο δύναται παύσασθαι το μετεωρισμο. [σ. 83]), Τουρνέιζεν χει δίκιο ταν μς προειδοποιε γι τν κίνδυνο νς εκολου κα περαστικονθουσιασμο πο κρύβει νας λόγος φαινομενικ εκολος καλκυστικός. πως κι διος Ντοστογιέφσκι τονίζει στ μυθιστορήματα κα στς σημειώσεις του, γι ν καταλάβει κανες τ λόγια του Ζωσιμ στ βάθος τους, κτ  νάγκην πρέπει ν γευθε τν μπειρία μίας δοκιμασίας πο μς κάνει ν γονατίσουμε κα ποπογυμνώνει τν γευόμενο τν π τς πλάνες πο βρίσκονται στδιο τ κέντρο τς παρξης τς πλειονότητας τν νθρώπων.

Τρθρο μου Ντοστογιέφσκι κα θεολογικ στροφ το 20ου αώνα φιερώνεται σ λεπτομερνάλυση τς πίδρασης το Ντοστογιέφσκι κα τοσακ το Σύρου στος Μπάρτ, Τουρνέιζεν κα Μπονχόφφερ. Νομίζω πίθανο, χι μως δύνατο[16], ον λόγω θεολόγοι ν εχαν μεση γνώση τς σκέψης τοσακ το Σύρου. στόσο, πάρχουν κάποια σημαντικότατα κοιν σημεα μεταξύ της ρμηνείας τος τς γίας Γραφς κα ατς τον λόγω Πατρς τς κκλησίας. Πιστεύω τι ατ σύγκλιση μπορε νρμηνευθες ξς:

Τν 7ο αώνα σακ Σύρος, χοντας πιλέξει μία ζωλευθερίας μακριπ τ κέντρα πολιτισμο κασχύος[17], μπόρεσε νφιερώσει στ μελέτη τν Γραφν κάθε μέρα τς ζως του. ρμηνεία πο δίνει στ βιβλίο το συνοδεύεται π μεγάλο ριθμ παραθεμάτων κα φανερώνει μία πάρκεια ποπέκτησε μετπργασία μίας ζως. σακ κατόρθωσε ν καταλάβει κακφράσει τν τεράστια δύναμη τς γάπης πο περιέχεται στ Βίβλο —πράγμα πο κάνει λκυστικς τς νθολογίες τν ργων τολλ κα τ ριζοσπαστικότητα τς Βίβλου, τόσο δυσάρεστη κανησυχητικ γι τος συνετούς, τος δίκαιους, τος εσεβες. Ατπιτεύχθηκε κα στν λόγο το Ζωσιμ (γραμμένο μετπ περισσότερα π χίλια χρόνια)[18] κα στ πι πρόσφατα βιβλία τν Μπάρτ, Τουρνέιζεν, Μπονχόφφερ.

πλοτος κα τ πνευματικ βάθος πο ατο ο πρωτεργάτες τς θεολογικς στροφς βρίσκουν στργο το Ντοστογιέφσκι φείλεται ναμφίβολα στ συγγραφικ ταλέντο κα στς δύσκολες μπειρίες τς ζως του, λλ κα σττι συχν στοχαζόταν τ Βίβλο, φιλτραρισμένη στ σκέψη τοσακ το Σύρου.

Ομοιότητες νάμεσα σ  να σχολιαστ τν Γραφν το πρώιμου Χριστιανισμο, να Ρσο συγγραφέα κα τος συγγραφες μίας σημαντικς θεολογικς στροφς το 20ου αώνα μς νθαρρύνουν ν στοχαστομε πάνω σ μία σημαντικ διάσταση τς ρμηνευτικς. Τ κείμενο τς Βίβλου φανερώνει τλο παναστατικ μήνυμά του γι τν γάπη μεταξ Θεο, Χριστο κανθρώπων —μία γάπη ποποτελε μία δύσκολη μπειρία κα γι τς δύο πλευρές— μόνο σ ατος πο σ κάθε ποχ τολμον νρνηθον τος συμβιβασμος κα νντισταθον σσους τος κανοποιε τπιφανειακ νόημα τς γίας Γραφς κα κλείνουν τ μάτια τος μπροστ στς σπαράσσουσες ντιφάσεις τς πραγματικότητος, πο φαίνεται ν διαψεύδουν τ μήνυμα τς Βίβλου.

Στος Τουρνέιζεν, Μπρτ κα Μπονχόφφερ πρέπει νναγνωρίσουμε τν ρετή του τι δν κλεισαν τ μάτια τος κατ τος σκοτεινότερους καπικινδυνότερους καιρος στν στορία τς θεολογίας, τς κκλησίας κα το κόσμου. Μετπ περισσότερα π χίλια χρόνια, σκέψη τοσαάκ, ποφτασε σ  ατος μέσω τν μυθιστορημάτων το Ντοστογιέφσκι, τος βοήθησε στργο τους.

Τ βιβλία το Πατρς τς κκλησίας τοβδόμου αἰῶνος, το Ρώσου συγγραφέα κα τν τριν θεολόγων μαρτυρον, π διαφορετικς πτικς γωνίες, μία λοκληρωτικ πίστη στν Θε κα μία βαθι κατανόηση τν δυσκολοτερων χωρίων τν Γραφν. Ατσαν κα εναι κρως ναγκαία χι μόνο γισους πέρασαν δι τς μπειρίας τοουσβιτς δι τν γεγονότων τς ζως το Ρώσου συγγραφέα, λλ —πιστεύω— κόμα κα σήμερα γισους εναι τοιμοι νντιμετωπίσουν τς συγκρούσεις, τς βίαιες δικίες, τν ρπακτικότητα τν καιρν μας.

* Σλαβολόγος, καθηγήτρια στὸ Universita degli Studi di Cagliari.

Σημειώσεις

1 Ἄρθρο ποὺ δημοσιεύθηκε τὸ 2002 στὰ ἰταλικά, μὲ τίτλο «Isacco il siro e l’opera di Dostoevskij» στὸ περιοδικὸ “Studia monastica”, τόμ. 44, ἄρ. 1, σσ. 45-56. Τὸ μετέφρασα ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ μετάφραση (σ.τ.μ.).  Mετάφραση: μόν. Θεολόγος Ἰβηρίτης

2 Μελέτες γιὰ τὴν ἐπίδραση τῶν Πατέρων τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκι δὲν ἤσαν διαθέσιμες. Νύξεις γιὰ τὸ θέμα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὰ δοκίμια τοῦ Εὐδοκίμοφ ―κυρίως στὸ Gogol et Dostoievsky. La descente aux enfers, Παρίσι 1961― καὶ σὲ κάποια ἄρθρα συγχρόνων Ρώσων συγγραφέων.

3 S. Salvestroni, Dostoevskij e le svolte teologiche del ‘900, στὸ “Protestantismo”, ἄρ. 3, 2000, σσ. 168-204.

4 S. Salvestroni, Dostoevskij e la Bibbia, Qiqajon, Biella 2000 (ρωσικὴ μετάφραση: Biblieskie i svjatootecheskie istocnici romanov Dostoevskovo, Μόσχα 2001).

5 Μὲ τὴν ἔνδειξη «Θεοτόκη», οἱ παραπομπὲς γίνονται στὴν ἔκδοση τῶν Εὑρεθέντων ἀσκητικῶν του ἀββᾶ Ἰσαὰκ ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Θεοτόκη τὸ 1770, ὅπως τὴν ἐπανεξέδωσε ὁ ἀρχιμ. Ἰωακεὶμ Σπετσιέρης τὸ 1895 καὶ κυκλοφορεῖ σήμερα σὲ πολλὲς ἀνατυπώσεις. Μέσα στὸ 2012 ἀναμένεται ἡ κριτικὴ ἔκδοση τῶν ἔργων τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονή μας. (σ.τ.μ.)

6 Βλ. L. Grossman, Seminarii po Dostoevskomu, Μόσχα 1992, σ. 45.

7 Ἔγκλημα καὶ τιμωρία (ἔκδ. Γκοβόστη), Ἀθήνα 1990, τόμος 1, σ. 34.

8 60ος στὴν ἔκδοση τοῦ Θεοτόκη (σ.τ.μ.).

9 Barth, Der Romerbrief, Μόναχο 1922, ἴτ. μέτ. L’epistola di Romani, ἔκδ. Feltrinelli, Μιλάνο 1962, σ. 302-305.

10 Barth, Einfuhrung in die evangelische Theologie, Ζυρίχη 1962, ἴτ. μέτ. Introduzione alla teologia evangelica, ἔκδ. Paoline 1990, σ. 245.

11 Ὅπως κι ὁ Μπάρτ, ὁ Ντοστογιέφσκι ἔχει σαφῆ ἐπίγνωση τοῦ γεγονότος ὅτι μία τόσο ἀκραία ἐμπειρία δὲν ἀποτελεῖ σίγουρη ἐγγύηση σωτηρίας. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Ἰππολύτου, ποὺ πεθαίνει ἀπελπισμένος, τοῦ Κυρίλλοφ καὶ τοῦ Σταβρόγκιν, ποὺ συνθηκολογοῦν μὲ τὴν αὐτοκαταστροφικότητά τους, ὥστε νὰ αὐτοκτονήσουν, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλους ἥρωες ποὺ ἔχουν τραγικὸ τέλος.

12 Ἀδελφοὶ Καραμάζοφ (ἔκδ. Γκοβόστη), Ἀθήνα χχ., τόμος 2, σσ. 147-148.

13 ὅ.π., σσ. 148-149.

14 ὅ.π. σσ. 182-187.

15 Τουρνέιζεν, Dostojewski, Ρώμη 1929 (ἔκδ. Doxa), σ. 91 (πρώτη ἔκδοση στὰ γερμανικά, 1921).

16 Μία ἀνθολογία μεταφράσεων στὰ γερμανικά του ἔργου τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου ἐκδόθηκε τὸ 1874 (G. Bickell, Ausgewahlte Schriften der syrischen Kirchenvater Aphraates, Rabulas und Isaak von Ninive, Kempten 1974). Χρωστῶ αὐτὴ τὴν παραπομπὴ στὸν Sabino Chiala.

17 Ὅπως εἶναι ἀρκετὰ γνωστό, ὁ Ἰσαὰκ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Νινευή, ἀλλὰ μόνο πέντε μῆνες μετὰ ἐγκατέλειψε τὸν θρόνο του καὶ ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ ζήσει μὲ τοὺς ἀναχωρητὲς τοῦ ὅρους Ματούτ· ἀπὸ ἐκεῖ, πῆγε στὴ μονὴ τοῦ Ραμπὰν Σαμπούρ, ὅπου πέθανε σὲ μεγάλη ἡλικία, τυφλὸς ἀπὸ τὴν ἐντατικὴ καὶ μακροχρόνια μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ.

18 Βλ. S. Salvestroni, Dostoevskij e la Bibbia, σ. 217.

πηγή: Ἀντίφωνο