Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ϛ´ (ἕκτης) Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 9,1-8)

1 Αυγούστου, 2021
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ἡ σημερινὴ σύντομη εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοί ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, μᾶς διηγεῖται ἕνα ἐξαίσιο θαυματούργημα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τὴ θαυματουργικὴ ἴαση, μὲ ἕνα μόνο λόγο, ἑνὸς παραλύτου ἄνδρα στὴν πόλη τῆς Καπερναούμ. Διότι, ὅταν ἀναφέρει ὁ Ευαγγελιστὴς Ματθαῖος ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ἀναχωρώντας μὲ τοὺς μαθητές του μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, «ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν», ἐννοεῖ τὴν Καπερναούμ.
Ἐπειδὴ ὁ Κύριός μας, γεννήθηκε μὲν στὴ Βηθλεὲμ και ἀνατράφηκε στὴ Ναζαρέτ, ἀλλ’ ὅταν ἔγινε τριάντα ἐτῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσει τὴ δημόσια δράση Του καὶ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα, «καταλιπὼν τὴν Ναζαρέτ, ἐλθὼν κατώκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν», ποὺ βρισκόταν δηλαδὴ στὶς ὄχθες τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας ἢ λίμνης τῆς Τιβεριάδος.
Βρισκότανε λοιπὸν σὲ κάποιο σπίτι ὁ Κύριος, κηρύσσοντας τὴ θεϊκή Του διδασκαλία. Κι ἐπειδὴ ὁ ἁπλὸς λαὸς εἶχε πληροφορηθεῖ τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τοῦ μεγάλου τούτου Ἰατροῦ, ὅπως συνήθως γινόταν, ὅταν ἄκουγαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς βρισκότανε κάπου, ἔτσι καὶ τότε· ἄρχισαν νὰ συντρέχουν ἀπὸ τὰ περίχωρα οἱ ποικιλότροπα πάσχοντες ἀσθενεῖς, ἢ ἀκόμη καὶ μεταφέρονταν ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους τους, γιὰ νὰ τύχουν, ἀμισθὶ μάλιστα, τῆς ποθουμένης ἰατρείας.
Μεταφέρουν λοιπὸν τότε κάποιοι καλoὶ ἄνθρωποι ἕνα παράλυτο, ριγμένο γιὰ χρόνια στὴν κλίνη τοῦ πόνου σὰν ἄψυχο χορτάρι, καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν Φιλάνθρωπο Δεσπότη. Κι ἂς προσέξουμε, τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιο στὴ συνέχεια: «καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι». Τρία πράγματα πρέπει νὰ τονίσουμε ἐδῶ.
Πρῶτον, ὁ Χριστός μας, ὡς καρδιογνώστης, εἶδε, πληροφορήθηκε τὴν πίστη, ὄχι μόνο τοῦ ταλαιπώρου ἐκείνου παραλύτου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν μετέφεραν. Καὶ αὐτὴ ἡ πίστη τους ἔκαμψε τὴν ἄμετρη τοῦ Κυρίου φιλανθρωπία, γιὰ νὰ δωρήσει τὴν ἴαση στὸν παράλυτο.
Βλέπετε, ἀδελφοί, γιὰ τὴ θεραπεία ἑνὸς ἀσθενοῦς συντείνει πολύ, ὄχι μόνο ἡ πίστη τοῦ ἰδίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν περιβάλλουν, ποὺ ἔχουν τὴ φροντίδα του.  Καὶ αὐτῶν ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ προσευχὴ συμβάλλει καίρια στὴν ἴαση τοῦ προσφιλοῦς τους ἀσθενοῦς.
Δεύτερον, νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ Κύριος πρὶν τὴν σωματική θεραπεία χορηγεῖ στὸν παράλυτο τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἀπὸ τοῦτο μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε, ὅτι ἡ πολυχρόνια καὶ ὀδυνηρὴ ἐκείνη ἀσθένεια τοῦ παραλύτου ὀφειλόταν στὶς προσωπικές του ἁμαρτίες.
Ἐδῶ νὰ κάνουμε μία παρένθεση, γιὰ τὸ θέμα τῶν αἰτίων τῆς ἀσθένειας ἑνὸς ἀνθρώπου. Κατ’ ἀρχήν, ἡ ἀσθένεια εἶναι φαινόμενο μεταπτωτικό, ποὺ παρουσιάζεται δηλαδὴ στὴν ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, καὶ ὡς καρπὸς πικρός, μεταξὺ ἄλλων, τῆς ἁμαρτίας τῆς παρακοῆς τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἀσθένεια ὅμως παραχωρεῖ ὁ Θεὸς σ’ ἕναν ἄνθρωπο -ἀφοῦ τίποτα δὲν συμβαίνει χωρὶς τὸ ἅγιο θέλημά Του- γιὰ ποικίλους λόγους:
Πολλὲς φορὲς ἀρρωστᾶ κάποιος ἕνεκα σοβαρῶν προσωπικῶν του ἁμαρτιῶν. Μὲ τὸν τρόπο τοῦτο ὁ Θεὸς προσπαθεῖ νὰ τὸν φέρει σὲ μετάνοια καὶ διόρθωση καὶ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ τρόπο ζωῆς.  Ἄλλοτε κάποιος ἀσθενεῖ ἀπὸ τὸν ἀπρόσεκτο τρόπο ζωῆς του, ἕνα τρόπο ζωῆς ἀνθυγειϊνό, ὅταν κάποιος ἀπερίσκεπτα ἐκθέτει σὲ κίνδυνο τὴν ὑγεία του.
Κι ἄλλοτε κάποιος ἀσθενεῖ, ὅπως ὁ δίκαιος Ἰώβ, γιὰ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀρετή του.  Πόσοι καὶ πόσοι ἄνθρωποι δὲν ἁγίασαν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μέσα ἀπὸ τὸ κρεββάτι τοῦ πόνου καὶ τῆς ὀδύνης; 
Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ καὶ τοὺς σύγχρονους ἁγίους Γέροντες Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη, Νικηφόρο τὸν λεπρό, Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, Ἰάκωβο Τσαλίκη καὶ Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, ποὺ ὅλοι τους, μαζὶ μὲ τὴ μεγάλη προσωπική τους ἄσκηση, σήκωσαν καὶ τὸν ἐπώδυνο ἀκούσιο σταυρὸ μεγάλων ἀσθενειῶν.
Αὐτό, ποὺ μποροῦμε συμπερασματικά νὰ ποῦμε, εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς παραχωρεῖ τὴν ἀσθένεια ὡς ἐργαλεῖο, ὡς μέσο γιὰ τὴ σωτηρία μας. Φθάνει ἐμεῖς νὰ ἔχουμε μετάνοια καὶ ὑπομονή, καὶ νὰ τὴ δεχόμαστε -ὅπως καὶ εἶναι- ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ. Τῆς Ἀνάστασης προηγεῖται ἀπαραίτητα ὁ Σταυρός!
Καὶ τὸ τρίτο σημεῖο, ποὺ θὰ ἤθελα νὰ τονίσουμε, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὴν εὐαγγελική μας περικοπή, ἐξάγεται ἀπὸ ὅσα μόλις εἴπαμε: Ὁ Κύριος ἐπιθυμεῖ, πρὶν καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματική μας θεραπεία, τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς μας. Τὴ θεραπεία, τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη μας.
Ὅταν λοιπὸν ὁ Χριστός μας ἔδωσε τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν στὸν παράλυτο, κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους Γραμματεῖς, ποὺ ἦταν ἐκεῖ μαζεμένοι, σκέφθηκαν ἀπὸ μέσα τους ὅτι ὁ Κύριος βλασφήμησε, συγχωρώντας ἁμαρτίες. Καὶ τοῦτο, γιατὶ δὲν τὸν πίστευαν ὡς Θεό, ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὡς ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο.
Μὰ ὁ Παντογνώστης ἀμέσως τὸ γνώρισε καὶ τοὺς ἤλεγξε φανερά, ὅτι σκέφτονταν πονηρὰ μέσα στὶς καρδιές τους. Καί, γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξει τὸ θεϊκό Του ἀξίωμα, καὶ ἄρα τὴν ἐξουσία ποὺ εἶχε -καὶ ἔχει- ὡς Θεὸς νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, εἶπε στὸν παράλυτο:
«Σηκώσου, παιδί μου, καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου στοὺς ὤμους σου καὶ πήγαινε ὑγιὴς πιὰ στὸ σπίτι σου.»  Καὶ πράγματι, ἀμέσως θεραπεύθηκε ὁ παράλυτος καί, παίρνοντας τὸ κρεββάτι του μόνος του, ἐπέστρεψε στὴν οἰκία του, καθιστώντας τὸ θαῦμα ἐμφανέστατο!
Στὶς μέρες μας ποὺ ζοῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, περνοῦμε ποικίλες κρίσεις: Κρίσεις οἰκονομικές, ἐθνικές, κρίσεις συνείδησης καὶ ἀξιῶν.
Κρίσεις, ποὺ εἶναι ἀπότοκα, ποὺ γέννησε δηλαδὴ ἡ μακροχρόνια πνευματική μας κρίση. Τὸ πρῶτο καὶ κύριο καὶ καίριο, ποὺ καλούμαστε νὰ διαφυλάξουμε, εἶναι ἡ Πίστη μας, ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη μας. Τοῦτος εἶναι ὁ πολυτιμώτερος καὶ μονιμώτερος καὶ ἀναφαίρετος θησαυρός μας.
Ποτὲ νὰ μὴ χάνουμε τὴν πίστη καὶ ἐλπίδα μας στὸν Θεό.
Καί, μαζὶ μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα, νὰ ἔχουμε καὶ τὰ καλὰ ἔργα: Ἔργα ἀγάπης στὸν συνάνθρωπό μας, ἀλλὰ καὶ μετάνοιας, καὶ μαζὶ νὰ ἔχουμε προσευχὴ καὶ μυστηριακή ζωή. Νὰ μάθουμε νὰ ζοῦμε μὲ μετάνοια καὶ νὰ κοινωνοῦμε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων μὲ τὴν κατάλληλη προετοιμασία.
Καὶ ὅταν ἔτσι ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε, μὲ πίστη καὶ μετάνοια καὶ ταπείνωση, μὲ ἐνσυνείδητη μυστηριακή ζωή, θὰ ἑλκύσουμε πλούσιο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε κι ἐδῶ νὰ διέλθουμε εἰρηνικὰ τὴ ζωή μας καὶ ἐκείνη τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ τοῦ παραδείσου νὰ γευθοῦμε, μὲ τὴ Χάρη καὶ Φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Ὁμιλία σὺν Θεῷ ἁγίῳ εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ε´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

24 Ιουλίου, 2021
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ἡ σημερινὴ σύντομη εὐαγγελικὴ περικοπή, ἐκ πρώτης ὄψεως μᾶς ἐξιστορεῖ τὰ σχετικὰ μὲ ἕνα θαῦμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,  αὐτὸ δηλαδὴ τῆς θεραπείας τῶν δύο δαιμονιζομένων ἀνδρῶν στὴν περιοχὴ τῶν Γεργεσηνῶν στὴν Παλαιστίνη .
Μελετώντας την ὅμως βαθύτερα, βλέπουμε νὰ προκύπτουν ποικίλα σημαίνοντα πνευματικὰ θέματα καὶ ψυχοτρόφα διδάγματα.
Ἕνα σπουδαῖο ζήτημα, ποὺ τονίζεται ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ περιτρέχει ὅλη τὴν Ἁγία Γραφὴ -ἰδιαίτερα τὴν Καινὴ Διαθήκη-, εἶναι αὐτὸ τῆς ὑπάρξεως τῶν δαιμόνων, καθὼς καὶ δαιμονιζομένων ἀνθρώπων. Ἕνα θέμα, ποὺ συχνὰ δυστυχῶς στὶς μέρες μας, θελητὰ ἢ ἀθέλητα, περιθωριοποιεῖται καὶ ἀποσιωπᾶται.
Ἡ ὕπαρξη τῶν δαιμόνων, τῶν πονηρῶν δηλαδὴ πνευμάτων, τῶν ἐκπεσόντων αὐτῶν ἀγγέλων, ὡς συγκεκριμένων πνευματικῶν ὑπάρξεων καὶ ὄχι ὡς μιᾶς ἀόριστης ἰδέας τοῦ κακοῦ, εἶναι δόγμα Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ πηγάζει σαφέστατα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν ὅλη Ἱερὰ Παράδοσή μας καὶ ἀπαντᾶται συχνότατα σ᾽ αὐτές.
Κι ὄχι μόνο ἡ ὕπαρξή τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότητα ἐπηρείας τους στοὺς ἀνθρώπους σὲ ποικίλο βαθμό, ἀπὸ ἁπλῆ πειρασμική τους ἐνέργεια, μέχρι, ἀλίμονο, καὶ τὴν πλήρη κατοχὴ κάποιων ἀνθρώπων ἀπ᾽ αὐτούς. Ἀλλά, δόγμα Πίστεως ἀποτελεῖ ταυτόγχρονα -κι αὐτὸ τονίζεται ἐμφαντικὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη- ἡ ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἐπάνω στοὺς δαίμονες («εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου»[Α´ Ἰω. 3, 8]· «ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα» [Λουκ. 10, 18]), καθὼς καὶ ἡ ἐξουσία ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριός μας στοὺς μαθητές Του, ὅπως καὶ στοὺς διαδόχους τους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε πραγματικὰ πιστὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας,
νὰ τοὺς πολεμεῖ καὶ κατατροπώνει μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὸν ἐν Χριστῷ ἀγῶνα του («ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ» [Λουκ. 10,19]).
Δεύτερο θέμα, σχετικὸ πρὸς τοῦτο, εἶναι τὸ ὅτι οἱ δαίμονες, φοβισμένοι ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ,  ζητοῦν τὴν ἄδειά Του γιὰ τὸ ποῦ νὰ πᾶνε, ἐξερχόμενοι τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τὸ ποῦ ζητοῦν νὰ πᾶνε! Ζητοῦν νὰ πᾶνε μέσα στοὺς χοίρους, δηλ. νὰ τοὺς δαιμονίσουν!
Ἂς ἐξετάσουμε τὸ πρῶτο σκέλος τοῦ θέματος:
Ἡ ἐκζήτηση ἀπὸ τὸ πλῆθος ἐκεῖνο τῶν δαιμόνων τῆς ἄδειας τοῦ Δεσπότου, νὰ τοὺς ἐπιτρέψει αὐτὸ ποὺ ζήτησαν, καὶ ποὺ τελικὰ τὸ ἀποδέχθηκε -θὰ δοῦμε τοὺς λόγους πιὸ κάτω-, φανερώνει ὅτι ὁ Κύριος, ὡς ἐξουσιαστὴς τῶν ἁπάντων, ἀλλὰ καὶ σεβόμενος τὴν ἐλευθερία ὅλων τῶν λογικῶν Του πλασμάτων, ἐπιτρέπει καὶ μία ἐλευθερία ἀκόμη καὶ στὸν διάβολο -γιὰ νὰ εἶναι ἀναπολόγητος ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως-,
ἀλλὰ πάντοτε περιορισμένη, ἐλεγχόμενη δηλ. ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία Του, ὥστε μὲ τοὺς διαβολικοὺς πειρασμοὺς νὰ δοκιμάζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀναδεικνύεται ἡ ἑκούσια ἀγάπη του πρὸς τὸν Πλάστη καὶ Λυτρωτή του.
Διαφορετικά, ἂν ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἦταν ἕνας δρόμος χωρὶς ἐμπόδια, πειρασμοὺς καὶ θλίψεις, δὲν θὰ εἶχε νόημα ἡ ζωή, κι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀπέβαινε ἔτσι, ὄχι ἕνα λογικὸ ἐλεύθερο πλάσμα, μὲ τὴ δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξὺ ἀρετῆς καὶ ἁμαρτίας, ἀλλά, λίγο πολύ, ἕνα ρομπότ!
Νὰ μνημονεύσουμε ἐδῶ τὸ σχετικὸ βαρυσήμαντο ἀπόφθεγμα τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου: «Οὐδεὶς ἀπείραστος δυνήσεται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Ἔπαρον γάρ, φησί, τοὺς πειρασμούς, καὶ οὐδεὶς ὁ σῳζόμενος.» Ζητοῦν λοιπὸν ἄδεια οἱ δαίμονες νὰ μποῦν στοὺς χοίρους. Καὶ ὁ Κύριος τὸ ἐπιτρέπει. Καταρχήν, ὡς τιμωρία τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, διότι ἐξέτρεφαν χοίρους, παρὰ τὴ ρητὴ ἀπαγόρευση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου (Λευϊτ. 11, 7). Καὶ γνωρίζουμε πὼς ὁ Χριστὸς μὲ τὴν πανσοφία του τηροῦσε τὸν Νόμο, ὡς Νομοδότης -ἂν καὶ τὸν ἀναθεώρησε καὶ συμπλήρωσε-, ὥστε νὰ μὴ δώσει ἀφορμὴ στοὺς Ἰουδαίους, ποὺ πάντοτε τὴ ζητοῦσαν, γιὰ νὰ κατηγορήσουν ἀπὸ φθόνο καὶ ἀπιστία τὸν Ἀναμάρτητο. Καὶ οἱ χοῖροι, ὅταν μπῆκαν μέσα τους τὰ δαιμόνια, πέσανε ἀπὸ ἕνα γκρεμὸ ἐκεῖ κοντὰ στὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας καὶ πνίγηκαν.
Ποιό τὸ πνευματικὸ συμπέρασμα, ἐν προκειμένῳ; Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, στὶς θεόπνευστες ἀναγωγικές τους ἑρμηνεῖες, παρομοιάζουν μὲ χοίρους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ζοῦν, σὰν μέσα σὲ ἄλλη λάσπη, στὸ βόρβορο καὶ τὴ δυσωδία τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας.
Ποὺ ἔχουν στραμμένα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς συνεχῶς στὰ κάτω, στὰ γήινα, ὅπως ὁ χοῖρος ἔχει τὸ κεφάλι πάντα στραμμένο στὴ γῆ.
Σ᾽ αὐτοὺς ἐπιτρέπει πολλὲς φορὲς ὁ Κύριος, γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν καὶ νὰ μετανοήσουν, νὰ δαιμονισθοῦν. Διότι ὁ διάβολος βρίσκει πρόσφορο ἔδαφος καὶ ἀφορμὴ νὰ εἰσέλθει σὲ ἄνθρωπο βυθισμένο στὰ πάθη. Ἀλλά, τὸ θλιβερὸ ἀποτέλεσμα, ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια, εἶναι τὸ βύθισμα στὴ λίμνη, δηλ. ὁ θάνατος, εἴτε ὁ σωματικός, εἴτε, τὸ δεινότερο, ὁ πνευματικὸς καὶ αἰώνιος!
Ἕνα τρίτο σημαντικὸ ζήτημα, ποὺ τίθεται στὴ σημερινὴ περικοπή, εἶναι μία μεγάλη ἁμαρτία, ποὺ προβάλλει στὸ πρόσωπο τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς τῶν Γεργεσηνῶν, αὐτὴ τῆς ἀχαριστίας.
Οἱ παραβάτες αὐτοὶ τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, βλέποντας μὲ τὰ μάτια τους, τόσο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν δύο δαιμονιζομένων ἐκείνων συμπατριωτῶν τους, ὅσο κι αὐτὸ τῆς δίκαιης τιμωρίας τους ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τὸν πνιγμὸ τῶν χοίρων, ἀντὶ νὰ ἔλθουν σὲ συναίσθηση, σὲ μετάνοια, γεμᾶτοι ἀπὸ ἕνα ἐμπαθὴ καὶ ἁμαρτωλὸ φόβο, ζητοῦν ἀπὸ τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος ὑπῆρξε στὴν πραγματικότητα Εὐεργέτης τους, νὰ φύγει, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν περιοχή τους.
Καὶ ὁ πάντοτε «πρᾶος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» Ἰησοῦς, ὑπακούοντας φεύγει. Ὁ Κύριος λοιπόν, ἂν καὶ προγνώριζε, ὡς Παντογνώστης, τὴν ἀχαριστία καὶ ἀμετανοησία τῶν Γεργεσηνῶν, θαυματούργησε γιὰ τὴν ὠφέλεια καὶ σωτηρία τους.
Τί διδασκόμαστε ἀπ᾽ αὐτά; Πρέπει κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, ὡς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, στοιχῶντας στὸ ἅγιο παράδειγμά Του, πάντοτε καὶ μὲ ὅποιο τρόπο μπορεῖ ὁ καθένας, νὰ εὐεργετοῦμε καὶ ὠφελοῦμε τὸν πλησίον μας: Ἕνα μὲ τὴν καλή μας συμβουλή, ἄλλο μὲ τὴν ἠθική μας συμπαράσταση, ἄλλον μὲ τὴν οἰκονομική μας βοήθεια, ἀναλόγως μὲ τὴν ἑκάστοτε καὶ τὴν ἑκάστου περίσταση.
Ἡ ἐλεημοσύνη καὶ εὐεργεσία τοῦ πλησίον εἶναι μεγάλη ἀρετή. Εἶναι ὁ καρπὸς τῆς κορυφαίας ἀρετῆς τῆς ἀγάπης, εἶναι «πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη», κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο (Γαλ. 5, 6). Ἀλλά, ἂς μὴ ἀχρειώσουμε τὴν εὐεργεσία μας, ζητῶντας ἀνταπόδοση ἢ νὰ σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὴν ἀχαριστία τῶν εὐεργετηθέντων ἀπὸ ἐμᾶς.
Γιατί, αὐτὴ ἡ ἀχαριστία, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἀποβαίνει εὐεργεσία τῶν ἰδίων τῶν εὐεργετῶν καὶ ὁ μισθός τους ἀπὸ τὸν Κύριο πολλαπλασιάζεται. Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ ἀθάνατα λόγια τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου, «ἂς μὴ ἀποκάμουμε, ἐνεργῶντας τὰ καλὰ ἔργα· γιατί, ἂν ἀντέξουμε μέχρι τὸ τέλος, θὰ θερίσουμε στὸν κατάλληλο καιρὸ (τοὺς καρποὺς τῶν ἔργων μας). Ἑπομένως, λοιπόν, ὅσο ἔχουμε καιρό, ἂς ἐργαζόμαστε τὸ καλὸ πρὸς ὅλους, μάλιστα πρὸς τοὺς ὁμόπιστους ἀδελφούς μας» (Γαλ. 6, 9-10).
Ὥστε, ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Δίκαιος Κριτής, γιὰ νὰ ἀνταποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του, νὰ ἀξιωθοῦμε ν᾽ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς τὴ μακαρία καὶ εὐλογημένη ἐκείνη του φωνή, «ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε (τὸ ὅποιο καλὸ) ἐνὶ τῶν ἀδελφῶν μου τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.
Εἰσέλθετε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ὑμῶν» (πρβλ. Ματθ. 25, 40· 21). Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ Ἁγίῳ, στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Γ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Ματθ. 6, 22-33)

11 Ιουλίου, 2021
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
«Μὴ μεριμνήσητε, λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν;… Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοί μου ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς περίφημης Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Στὴ σωτηριωδέστατη αὐτὴ ὁμιλία-διδασκαλία Του, ποὺ συνοψίζει ἄριστα τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῶν Χριστιανῶν, ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐξεφώνησε τὸν ‘‘Δεκάλογο’’ τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος, δηλαδὴ τοὺς Μακαρισμούς, προχώρησε καὶ στὶς ἐπὶ μέρους πρακτικώτερες ἐντολές Του, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὀφείλουν νὰ προσαρμόσουν τὴ ζωή τους ὅσοι τὸν πιστεύουν ὡς τὸν σαρκωθέντα Μεσσία καὶ Λυτρωτή, ὅσοι ἐντάσσονται στὴν Ἐκκλησία Του.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ὁμίλησε γιὰ τὶς ἀρετὲς τῆς σωφροσύνης καὶ ἁγνότητας, τῆς εἰλικρίνειας, τῆς ἀγάπης καὶ συγχωρητικότητας -μάλιστα τῶν ἐχθρῶν μας-, τῆς ἐλεημόσυνης, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας, κατέληξε, μὲ τὴ σημερινὴ περικοπή, στὶς σημαντικὲς ἀρετὲς τῆς ἀφιλοχρηματίας καὶ ἀμεριμνησίας, ποὺ πρέπει νὰ χαρακτηρίζουν τὴ ζωὴ τῶν γνησίων δούλων Του.
Καί, μόλις συνέστησε στοὺς μαθητές Του νὰ μὴ θησαυρίζουν γήινους θησαυρούς, ποὺ ὑπόκεινται στὴν καταστροφὴ καὶ τὴν κλοπή, τοὺς ὁποίους, καὶ μὴ θέλοντας, μὲ τὸν θάνατο ἐγκαταλείπουν στὴ γῆ, ἀλλὰ νὰ θησαυρίζουν μὲ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴν ἐνάρετη ζωὴ θησαυρούς, ποὺ θὰ τοὺς συνοδεύσουν στὴν αἰωνιότητα, προχωρεῖ σὲ ἕνα σχετικὸ παράδειγμα, μὲ βαθὺ πνευματικὸ νόημα:
αὐτὸ τοῦ φωτὸς καὶ τῶν ματιῶν.
Ὅταν τὰ μάτια μας εἶναι ὑγιῆ, τότε καὶ τὸ σῶμα, ὁ ὑλικός μας ἄνθρωπος, βλέπει, ζεῖ στὸ φῶς. Ἀλλ᾽ ὅταν αὐτὰ τυφλωθοῦν, τότε ὁ ἄνθρωπος βυθίζεται στὸ σκοτάδι. Παρόμοια, ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ζῆ μέσα στὸ φῶς τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὸ φῶς τῆς Χάριτος, τότε ἔχει διάκριση, τότε γνωρίζει νὰ διαχειρίζεται τὰ χαρίσματά του καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, ὄχι ὡς αὐτοσκοπό, ἀλλὰ μέσα στὰ ὅρια τοῦ Θείου θελήματος, πρὸς δόξαν Θεοῦ, πρὸς οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς σωτηρία του.
Ἀντίθετα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος λησμονήσει τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἀπορρίψει ἀπὸ τὴ ζωή του, εἴτε ἐνσυνείδητα, εἴτε ἀσυνείδητα, τότε ταυτόχρονα τυφλώνεται ὁ νοῦς, τὸ διακριτικὸ μέρος τῆς ψυχῆς του, καὶ πλέον βαδίζει στὸ σκοτάδι: ἀπολυτοποιεῖ τὰ τοῦ κόσμου τούτου καὶ βυθίζεται σταδιακὰ στὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Καί, ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια καὶ διόρθωση, ὁδηγεῖται -ἀλίμονο- στὴν αἰώνια ἀπώλεια!
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς κρούει τὸν κώδωνα τοῦ ἐπικρεμάμενου κινδύνου: Κανεὶς δὲν μπορεῖ ταυτόχρονα νὰ δοῦλος καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ, δηλαδὴ τοῦ χρήματος!
Ἀλλά, ὁ πάνσοφος καὶ καρδιογνώστης Ἰατρὸς δὲν μένει ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ στὴ συνέχεια χτυπᾶ τὴν ἀρρώστεια στὴ ρίζα της: Στηλιτεύει ἐντονώτατα -μὲ τὸν ἁπλούστερο καὶ ἐποπτικώτερο τρόπο- τὸ πάθος τῆς μάταιας, τῆς ὑπέρμετρης, τῆς ἀγχώδους μέριμνας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου.
Καὶ φέρει τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἄψυχη φύση, τῶν πουλιῶν καὶ τῶν φυτῶν, ποὺ ἡ Πατρικὴ Πρόνοια τοῦ Δημιουργοῦ τὰ τρέφει, τὰ ἐνδύει, τὰ αὐξάνει, χωρὶς αὐτὰ νὰ μεριμνοῦν ἐναγώνια, χωρὶς νὰ κοπιάζουν.
Τὰ μηνύματα αὐτὰ τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἀσφαλῶς διαχρονικά, μάλιστα καίρια καὶ ζωτικὰ γιὰ τὴν ὑλόφρονα ἐποχή μας. Κύρια ἔκφραση τῆς ὑλώδους νοοτροπίας τῶν καιρῶν μας, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι ἡ ἀκόρεστη ἐπιθυμία νὰ αὐξήσουμε τὴν εὐμάρεια καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά μας.
Καὶ ἡ συνεχὴς αὐτὴ προσπάθεια ποὺ καταβάλλουμε γιὰ ἱκανοποίηση τῆς πλεονεκτικῆς μας αὐτῆς ἐπιθυμίας γεννᾶ καὶ αὐξάνει συνεχῶς μέσα μας τὸ ἄγχος.
Ἂν ἀναλογισθοῦμε καλὰ τὸ σοβαρὸ τοῦτο πάθος, ἀβίαστα συμπεραίνουμε πώς: Καταρχήν, συνιστᾶ στὴν οὐσία ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἔλλειψη πίστης στὴν Πατρικὴ Πρόνοια καὶ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· ὕστερα, ἐπιφέρει καταστροφὴ τῆς ἀνθρωπιᾶς μας (ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ὅλα τὰ μετέρχεται γιὰ νὰ φθάσει στὸν σκοπό του), ἀφανίζει τὴ χαρὰ ἀπὸ τὴ ζωή μας, διώχνει συχνὰ καὶ τὸν ὕπνο μας.
Καί, περιττὸ νὰ ποῦμε, πὼς ἡ μάταια μέριμνα τοῦ πλουτισμοῦ πολεμεῖ καὶ πτωχοὺς καὶ πλουσίους, καὶ μικροὺς καὶ μεγάλους…
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ ἀγχώδης μέριμνα γιὰ τὰ βιοτικὰ ἀποτελεῖ σοβαρὸ πάθος, ποὺ μᾶς ἀποστερεῖ ἀπὸ τὴν ἀμεριμνησία καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία μας. Συνιστᾶ ἁμαρτία, ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τόσο ἐπίμονα μᾶς παραγγέλλει σήμερα: «Μὴ μεριμνᾶτε».
Ὄχι  ἀσφαλῶς νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ κάθε προσπάθεια καὶ νὰ ἀναμένουμε μοιρολατρικὰ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει τὰ πάντα, ἀφοῦ τὸ ἁγνὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα εἶναι γνώρισμα χριστιανικό. Ἀλλά, ὅ,τι κάνουμε, νὰ γίνεται μὲ ὅρια καὶ μέτρο, μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας πάντοτε ζωντανὴ τὴν αἴσθηση, ὅτι «τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παράγει», φεύγει -ὅπως κι ἐμεῖς φεύγουμε-, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ ἔχει τὴ μέριμνά μας.
Καὶ πρώτιστο μέλημα καὶ ἔγνοια μας καὶ κριτήριο τῶν πράξεών μας πρέπει νὰ ἀποτελεῖ πάντοτε ἡ ἐκζήτηση τῆς αἰώνιας βασιλείας, μὲ λόγια καὶ ἔργα: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα (τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας) προστεθήσεται ὑμῖν».
Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε!        

Γιά τούς Ἁγίους

27 Ιουνίου, 2021

«Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, τούς δέ δοξάζοντάς με δοξάσω, λέγει ὁ Κύριος »

Θεός δοξάζεται μέ τούς Ἁγίους Του καί οἱ Ἅγιοι δοξάζονται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δόξα πού δίνει ὁ Θεός στούς Ἁγίους εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τόν Ἅγιο ὅπως εἶναι, ἀπό τήν εὐλάβεια καί τό φόβο θά ἔπεφταν καταγῆς, γιατί ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη τή δόξα τῆς οὐράνιας ἐμφανίσεως.

Μήν θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὁ Κύριος ἀγάπησε τόσο τό πλάσμα Του, ὥστε ἔδωσε Ἅγιο Πνεῦμα μ᾽ ἀφθονία στόν ἄνθρωπο, καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τό Θεό.

Γιατί, λοιπόν, ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τόσο τόν ἄνθρωπο; Γιατί εἶναι ἡ Αὐτοαγάπη καί ἡ ἀγάπη αὐτή γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Κύριο, τό Δημιουργό του, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα γεμίζει μέ τή χάρη Του ὅλο τόν ἄνθρωπο: καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.

Ὁ Κύριος ἔδωσε στούς Ἁγίους τή χάρη Του κι ἐκεῖνοι Τόν ἀγάπησαν καί προσκολλήθηκαν ὁλοκληρωτικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ τήν ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί τήν ὀμορφιά του.

Κι ἄν ἔτσι γίνεται στή γῆ, τότε στόν οὐρανό οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀκόμα πιό πολύ ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο μέ τήν ἀγάπη. Κι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἀνείπωτα γλυκειά καί ἐκχύνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα κι ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις μ᾽ αὐτήν τρέφονται.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους εἶναι ἀγάπη.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγαλύνεται ὁ Κύριος στούς οὐρανούς. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουν οἱ Ἅγιοι τό Θεό καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζει ὁ Κύριος τούς Ἁγίους καί αὐτή ἡ δόξα δέν ἔχει τέλος.

Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά μακριά εἶναι ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ᾽ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς οὐρανούς τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί στή γῆ εἶναι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ζῆ στήν Ἐκκλησία μας, Αὐτό ἐνεργεῖ στά μυστήρια, Αὐτό πνέει στήν Ἁγία Γραφή, Αὐτό ζῆ στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τούς πάντες, καί γι᾽ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι κοντά μας. Κι ὅταν προσευχώμαστε σ᾽ αὐτούς, τότε ἀκοῦνε αὐτοί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τίς προσευχές, κι οἱ ψυχές μας αἰσθάνονται τήν πρεσβεία τους γιά χάρη μας.

Πόσο εὐτυχισμένοι καί καλότυχοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ζωή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εὐφραίνονται οἱ ψυχές μας.

Πρέπει ὅμως νά φυλᾶμε μέ σύνεση τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀρκεῖ κι ἕνας ἄσκοπος λογισμός γιά νά ἐγκαταλείψη τήν ψυχή, καί τότε στερούμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐξαφανίζεται ἡ παρρησία ἀπό τήν προσευχή, χάνεται καί ἡ σίγουρη ἐλπίδα πώς θά λάβουμε αὐτό πού ἐπιζητοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι ζοῦν σ᾽ ἄλλο κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας.

Ζώντας στή γῆ διδάχτηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὅποιος ἀπέκτησε στή γῆ τήν ἀγάπη διαβαίνει μαζί της στήν αἰώνια ζωή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπου ἡ ἀγάπη αὐξάνει ὡσότου γίνη τέλεια. Κι ἄν στή γῆ ἡ ἀγάπη δέν μπορῆ νά λησμονήση τόν ἀδελφό, πολύ περισσότερο στούς οὐρανούς οἱ Ἅγιοι δέν μᾶς λησμονοῦν καί δέονται γιά μᾶς.

Ὁ Κύριος χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους, κι αὐτοί μᾶς ἀγαποῦν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων γνωρίζουν τόν Κύριο καί τήν ἀγαθοσύνη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί καίγονται πνευματικά ἀπό ἀγάπη γιά τό λαό. Ὅσο ζοῦσαν στή γῆ, δέν μποροῦσαν ν᾽ ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, χωρίς πόνο στήν καρδιά, κι ἔχυναν δάκρυα στήν προσευχή τους γι᾽ αὐτούς.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐξέλεξε γιά νά προσεύχωνται γιά ὅλο τό κόσμο καί τούς ἔδωσε πηγές δακρύων. Τό Ἅγιο Πνεῦμα σκορπίζει στούς ἐκλεκτούς Του τόσο μεγάλη ἀγάπη, ὥστε οἱ ψυχές καίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί νά δοῦν τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Οἱ Ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλο τό κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάναμε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι᾽ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στό Θεό γιά μᾶς.

Οἱ Ἅγιοι χαίρονται γιά τή μετάνοιά μας καί στενοχωριοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό Θεό κι ἐξομοιώνωνται ἔτσι μέ τά ἄλογα ζῶα. Λυποῦνται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν στή γῆ χωρίς νά ξέρουν πώς, ἄν ἀγαποῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, θά ὑπῆρχε ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία.

Κι ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει χαρά καί ἀγαλλίαση πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι ἔτσι ὅπου καί νά στραφῆ τό βλέμμα, τά πάντα εἶναι ἀγαπημένα κι ἡ ψυχή ἀπορεῖ καί ἀναρωτιέται «γιατί νοιώθω τόσο καλά», καί δοξολογεῖ τό Θεό.

Νά ἐπικαλεῖστε μέ πίστη τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. αὐτοί ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ξέρουν καί τούς διαλογισμούς μας.

Καί μή θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν Ἁγίων ζῆ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ᾽ ὅλο τόν κόσμο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ Ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ Ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας.

Οἱ Ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τό Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σ᾽ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν.

Ὁ πάτερ Ρωμανός, ὁ γυιός τοῦ πάτερ Δοσιθέου, μοῦ διηγόταν πώς ὅταν ἦταν ἀκόμα στόν κόσμο πολύ νέος, ἔτυχε νά διαβῆ σ᾽ ἐποχή χειμώνα τό Δόν. Ξαφνικά ράγισαν οἱ πάγοι τοῦ ποταμοῦ καί τ᾽ ἄλογό του ἔπεσε μέσα στήν τρύπα πού ἄνοιξε καί σέ λίγο ὅλο τό ἕλκηθρο καί τό ἄλογο βυθίζονταν στούς πάγους.

Αὐτός, μικρό παιδί, φώναξε: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθησέ με νά σύρω ἔξω τό ἕλκηθρο» καί τραβώντας τά χαλινάρια εἶδε ἀμέσως ἕλκηθρο καί ἄλογο ἔξω ἀπό τούς πάγους.

Κι ὁ πάτερ Ματθαῖος, πού ἦταν συγχωριανός μου, ὅταν ἦταν παιδί ἔβοσκε, σάν τόν προφήτη Δαβίδ, τά πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάστημα ἴσα μέ πρόβατο. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἐργαζόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κάμπου. Ξαφνικά βλέπει νά ὁρμοῦν λύκοι καταπάνω στό Μίσα – ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ πάτερ Ματθαῖος κατά κόσμον – κι ὁ μικρός Μίσα ἄφησε κραυγή: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθα με».

Καί μόλις φώναξε, οἱ λύκοι γύρισαν πίσω καί δέν ἔκαμαν κακό οὔτε σ᾽ αὐτόν οὔτε στά πρόβατα. Καί γιά πολύν καιρό γελοῦσαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας κι ἔλεγαν: «Ὁ Μίσα ἐτρόμαξε φοβερά ἀπό τούς λύκους, ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόλας τόν γλύτωσε».

Κι ὅλοι μας ξέρομε πλῆθος περιπτώσεων, πού οἱ Ἅγιοι ἔρχονται παρευθύς νά βοηθήσουν. Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι, λοιπόν, φανερό πώς ἀκούγονται οἱ προσευχές μας στούς οὐρανούς.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι ὅμοιοι μ᾽ ἐμᾶς. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς εἶχαν μεγάλες ἁμαρτίες, ἀλλά μέ τήν μετάνοια πέτυχαν τήν Οὐράνια Βασιλεία. Κι ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σ᾽ αὐτήν, μέ τή μετάνοια ἔρχονται πού μᾶς χάρισε ὁ Ἐλεήμων Κύριος μέ τά πάθη Του.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ζοῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες καί Πατριάρχες, πού κράτησαν μέ ἀνδρεία καί παρέδωσαν τήν πίστη τους. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Προφῆτες, πού ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί μέ τό λόγο τους καλοῦσαν τό λαό πρός τό Θεό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, πού πέθαναν γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ μάρτυρες, πού ἔδωσαν μέ χαρά τή ζωή τους ἀπό τήν ἀγάπη γιά τό Χριστό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, μιμητές τοῦ Κυρίου, πού βάσταξαν τά βάρη τῶν πνευματικῶν τους προβάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές καί οἱ κατά Χριστόν σαλοί, πού νίκησαν μέ τήν ἄσκηση τόν κόσμο. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ Δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί κατανίκησαν τά πάθη.

Πρός τά ἐκεῖ, σ᾽ ἐκείνη τή θεσπέσια ἅγια Σύναξη, πού συγκάλεσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἑλκύεται ἡ ψυχή μου. Ἀλλά ἀλίμονο σέ μένα! Ἀφοῦ δέν ἔχω ταπείνωση, ὁ Κύριος δέν μοῦ δίνει δύναμη γιά τήν ἄθληση, καί τό ἀσθενικό μου πνεῦμα σβύνει σάν μικρό κερί, ἐνῶ τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων ἔκαιγε σάν φλόγα φωτιᾶς, κι ὄχι μόνο δέν τό ἔσβυνε ὁ ἄνεμος τῶν πειρασμῶν, ἀλλά ἄναβε ἀκόμα περισσότερο.

Περπατοῦσαν στή γῆ καί τά χέρια τους ἐργάζονταν, ἀλλά τό πνεῦμα τους ἔμενε πάντα κοντά στό Θεό κι ὁ νοῦς τους δέν ἤθελε ν᾽ ἀποσπασθῆ ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γιά χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν ὅλες τίς θλίψεις στή γῆ καί δέν φοβόνταν κανένα πόνο, κι ἔτσι δόξαζαν τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό κι ὁ Κύριος τούς ἀγάπησε καί τούς δόξασε καί τούς χάρισε τήν αἰώνια Βασιλεία μαζί Του.

Ἅγιος ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ  ὁ Ἀθωνίτης

Ἡ Γνώση τοῦ Θεοῦ

20 Ιουνίου, 2021

Ἅγιος Σιλουανός ὁ Αθωνίτης”

Πατέρας μᾶς ἀγάπησε τόσο, πού μᾶς ἔδωσε τόν Υἱό Του. ᾿Αλλά καί ὁ ῎Ιδιος ὁ Υἱός θέλησε καί ἐνσαρκώθηκε κι ἔζησε μαζί μας στή γῆ. Κι οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι καί ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων εἶδαν τόν Κύριο κατά σάρκα, ἀλλά δέν τόν ἐγνώρισαν ὅλοι ὡς Κύριο. Σ᾿ ἐμένα δέ, τόν γεμάτον ἁμαρτίες, δόθηκε ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα νά γνωρίσω πώς ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναι Θεός.
῾Ο Κύριος ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο καί ἐμφανίζεται σ᾿ αὐτόν, ὅπως ὁ ῎Ιδιος εὐδοκεῖ. Καί ἡ ψυχή, ὅταν δῆ τόν Κύριο, εὐφραίνεται ταπεινά γιά τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Δεσπότη καί δέν μπορεῖ πιά ν᾿ ἀγαπήση τίποτε ἄλλο τόσο, ὅπως ἀγαπᾶ τόν Δημιουργό της. Κι ἄν ἀκόμα ὅλα τά βλέπη κι ὅλους τούς ἀγαπᾶ, ὅμως πάνω ἀπ᾿ ὅλους θά ἀγαπᾶ τόν Κύριο.
῾Η ψυχή γνωρίζει αὐτή τήν ἀγάπη, δέν μπορεῖ ὅμως νά τήν μεταδώση μέ λόγια, γιατί γνωρίζεται μόνο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
῾Η ψυχή ξαφνικά βλέπει τόν Κύριο καί Τόν ἀναγνωρίζει.
Ποιός θά μποροῦσε νά περιγράψη αὐτή τή χαρά καί ἀγαλλίαση;
Μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα γεμίζει ὅλο τόν ἄνθρωπο. Καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.
῎Ετσι γνωρίζεται ὁ Θεός καί στόν οὐρανό καί στή γῆ.
῾Ο Κύριος μοῦ ἔδωσε κατά τό ἄμετρο ἔλεός Του κι ἐμέ τοῦ ἁμαρτωλοῦ αὐτή τή χάρη, γιά να γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό καί νά στραφοῦν πρός Αὐτόν.
Γράφω στό ὄνομα τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ.
Ναί, τήν ἀλήθεια.
Μάρτυράς μου ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος.
῾Ο Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ σάν παιδιά Του καί ἡ ἀγάπη Του εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τῆς μάνας. Γιατί ἡ μάνα μπορεῖ νά λησμονήση τό παιδί της, ἐνῶ ὁ Κύριος ποτέ δέν μᾶς λησμονεῖ. Κι ἄν ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος δέν ἔδινε τό ῞Αγιο Πνεῦμα στόν ὀρθόδοξο λαό καί τούς μεγάλους μας ποιμενάρχες, δέν θά μπορούσαμε νά γνωρίσωμε πόσο πολύ μᾶς ἀγαπᾶ.
῎Ας εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος καί ἡ μεγάλη Του εὐσπλαγχνία πού δίνει σ᾿ ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς τή χάρη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Πλούσιοι καί βασιλιάδες δέν γνωρίζουν τόν Κύριο, ἀλλά ἐμεῖς οἱ φτωχοί μοναχοί καί βοσκοί γνωρίζομε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
Γιά νά γνωρίση κανείς τόν Κύριο δέν χρειάζεται νά εἶναι πλούσιος ἤ ἐπιστήμονας, ἀλλά χρειάζεται νά εἶναι ὑπάκουος, ἐγκρατής, νά ἔχη πνεῦμα ταπεινό καί ν᾿ ἀγαπᾶ τόν πλησίον. ῾Ο Κύριος θ᾿ ἀγαπήση μιά τέτοια ψυχή, θά τῆς φανερώση ὁ ῎Ιδιος τόν ῾Εαυτό Του καί θά τήν διδάξη τή θεία ἀγάπη καί ταπείνωση καί θά τῆς δώση κάθε τι ὠφέλιμο γιά νά βρῆ ἀνάπαυση κοντά στόν Θεό.
῞Οσα κι ἄν μάθουμε, εἶναι πάρα ταῦτα ἀδύνατο νά γνωρίσωμε τόν Κύριο, ἄν δέν ζήσωμε σύμφωνα μέ τίς ἐντολές Του. Γιατί ὁ Κύριος δέν γνωρίζεται μέ τήν ἐπιστήμη, ἀλλά μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.

Πολλοί φιλόσοφοι καί ἐπιστήμονες ἔφτασαν μέχρι τήν πίστη στήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν ἐγνώρισαν τόν Θεό. Κι ἐμεῖς οἱ μοναχοί μελετοῦμε μέρα καί νύχτα τόν νόμο τοῦ Κυρίου, ἀλλά δέν ἐγνώρισαν ὅλοι τόν Θεό – ἀπέχομε πολύ ἀπ᾿ αὐτό – παρότι ὅλοι πιστεύουν.
῎Αλλο νά πιστεύης πώς ὑπάρχει Θεός κι ἄλλο νά γνωρίζης τόν Θεό.
Νά τό μυστήριο.῾Υπάρχουν ψυχές πού γνώρισαν τόν Κύριο.

Ὑπάρχουν ψυχές πού δέν Τόν γνώρισαν, ἀλλά πιστεύουν.  Ὑπάρχουν ὅμως καί ἄλλες, πού οὔτε Τόν γνώρισαν οὔτε πιστεύουν – κι ἀνάμεσά τους ὑπάρχουν ἀκόμα ἐπιστήμονες καί διανοούμενοι.
῾Η ἀπιστία προέρχεται ἀπό τήν ὑπερηφάνεια.

῾Ο ὑπερήφανος ἰσχυρίζεται πώς θά γνωρίση τά πάντα μέ τό νοῦ του καί τήν ἐπιστήμη, ἀλλά ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ παραμένει ἀνέφικτη γι᾿ αὐτόν, γιατί ὁ Θεός γνωρίζεται μόνο μέ ἀποκάλυψη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Ο Κύριος ἀποκαλύπτεται στίς ταπεινές ψυχές.

Σ᾿ αὐτές δείχνει ὁ Κύριος τά ἔργα Του, πού εἶναι ἀκατάληπτα γιά τό νοῦ μας. Μέ τό φυσικό μας νοῦ μποροῦμε νά γνωρίσωμε μόνο τά γήϊνα πράγματα, κι αὐτά μερικῶς, ἐνῶ ὁ Θεός καί ὅλα τά οὐράνια γνωρίζονται μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
Μερικοί μοχθοῦν ὅλη τή ζωή τους γιά νά μάθουν τί ὑπάρχει στόν ἥλιο ἤ στή σελήνη ἤ κάτι παρόμοιο, ἀλλ᾿ αὐτά δέν ὠφελοῦν τήν ψυχή.

῎Αν ὅμως προσπαθούσαμε νά γνωρίσωμε τί ὑπάρχει μέσα στήν ἀνθρώπινη καρδιά, τότε θά βλέπαμε στήν ψυχή τοῦ ἁγίου τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί στήν ψυχή τοῦ ἁμαρτωλοῦ σκοτάδι καί κόλαση. Κι εἶναι ὠφέλιμο νά τό ξέρωμε, γιατί θά εἴμαστε αἰώνια εἴτε στή Βασιλεία εἴτε στή κόλαση.
῾Ο νωθρός στή προσευχή ἐξετάζει μέ περιέργεια πάντα, ὅσα βλέπει στή γῆ καί στόν οὐρανό, ἀλλά δέν γνωρίζει ποιός εἶναι ὁ Κύριος οὔτε προσπαθεῖ νά τό μάθη καί ὅταν ἀκούη διδασκαλία γιά τόν Θεό λέει·
“Μά πῶς εἶναι δυνατό νά γνωρίσωμε τόν Θεό;

Καί σύ ἀπό πού Τόν γνωρίζεις;”
Θά σοῦ πῶ. Μαρτυρεῖ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. Αὐτό γνωρίζει καί μᾶς διδάσκει.
“᾿Αλλά μήπως τό Πνεῦμα εἶναι ὁρατό;”
Οἱ ᾿Απόστολοι Τό εἶδαν νά κατεβαίνη σέ πύρινες γλῶσσες κι ἐμεῖς Τό αἰσθανόμαστε μέσα μας. Εἶναι γλυκύτερο ἀπό κάθε τι γήϊνο.

Αὐτό γεύονταν οἱ Προφῆτες καί μιλοῦσαν στόν λαό κι ὁ λαός τούς πρόσεχε. Οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι πῆραν ῞Αγιο Πνεῦμα καί κήρυξαν σωτηρία στόν κόσμο χωρίς νά φοβοῦνται τίποτε, γιατί τό ῞Αγιο Πνεῦμα τούς ἐνίσχυε. ῾Ο ᾿Απόστολος ᾿Ανδρέας εἶπε στό ἡγεμόνα τῶν Πατρῶν πού τόν ἀπειλοῦσε πώς θά τόν σταυρώση, ἄν ἐξακολουθῆ νά κηρύττη·
“῎Αν φοβόμουν τόν Σταυρό, δέν θά τόν ἐκήρυττα”.
Τό ἴδιο καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ᾿Απόστολοι καί μετά οἱ μάρτυρες καί ὕστερα οἱ ἅγιοι ἀσκητές πήγαιναν χαρούμενοι στό μαρτύριο καί τά πάθη.

Κι ὅλα αὐτά, γιατί τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ἀγαθό καί γλυκύ, ἔλκει τήν ψυχή στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου κι ἔτσι ἡ ψυχή δέν φοβᾶται τά βασανιστήρια, ἕνεκα τῆς γλυκύτητας τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
Πολλοί ἅγιοι μάρτυρες γνώρισαν μέσα στά βασανιστήρια τόν Κύριο καί τή βοήθειά Του. Πολλοί μοναχοί ἀντέχουν σέ μεγάλη ἄσκηση καί σέ πολλούς κόπους γιά χάρη τοῦ Κυρίου.

Κι αὐτοί γνώρισαν τόν Κύριο καί παλαίβουν γιά νά νικήσουν τά πάθη καί προσεύχονται γιά ὅλη τήν οἰκουμένη καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τούς ἐμπνέει τήν ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς. Γιατί ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τούς ἐχθρούς, αὐτός δέν γνώρισε ἀκόμη ὅλο τόν πλοῦτο τῆς χάρης τοῦ Κυρίου, ὁ ῾Οποῖος πέθανε στό Σταυρό γιά τούς ἐχθρούς καί μᾶς ἔδωσε τόν ῾Εαυτό Του ὡς πρότυπο καί μᾶς ἔδωσε τήν ἐντολή ν᾿ ἀγαποῦμε τούς ἐχθρούς.
῾Ο Κύριος εἶναι ἀγάπη. Καί μᾶς ἔδωσε ἐντολή ν᾿ ἀγαποῦμε ἀλλήλους καί ν᾿ ἀγαπούμε τούς ἐχθρούς. Καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα μᾶς διδάσκει αὐτη τήν ἀγάπη.
Ψυχή πού δέν γνώρισε τό ῞Αγιο Πνεῦμα δέν καταλαβαίνει πῶς εἶναι δυνατό ν᾿ ἀγαπᾶς τούς ἐχθρούς καί δέν τό δέχεται αὐτό. ῾Ο Κύριος ὅμως σπλαγχνίζεται τούς πάντες κι ὅποιος θέλει νά εἶναι μέ τόν Κύριο ὀφείλει ν᾿ ἀγαπᾶ τούς ἐχθρούς.
῞Οποιος γνώρισε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γίνεται ὅμοιος μέ τόν Κύριο, ὅπως εἶπε ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Θεολόγος.“῞Ομοιοι Αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα Αὐτόν καθώς ἐστιν” καί θά βλέπωμε τή δόξα Του.
Λές πώς πολλοί ἄνθρωποι πάσχουν ἀπό πολλές δυστυχίες καί ἀπό κακούς ἀνθρώπους.

Σέ παρακαλῶ ὅμως, ταπείνωσε τόν ἑαυτό σου κάτω ἀπό τό ἰσχυρό χέρι τοῦ Θεοῦ καί τότε ἡ χάρη θά σέ διδάξη καί θά ἐπιθυμῆς καί σύ ὁ ἴδιος νά πάσχης γιά τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Νά τί θά σέ διδάξη τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο γνωρίσαμε ἐμεῖς στήν ᾿Εκκλησία.
῞Οποιος ὅμως κατηγορεῖ τούς κακούς ἀνθρώπους, ἀντί νά προσεύχεται γι᾿ αὐτούς, αὐτός δέν θά γνωρίση τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
῎Αν θέλης νά μάθης πόσο μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος, μίσησε τίς ἁμαρτίες καί τούς κακούς λογισμούς καί προσευχήσου ἔνθερμα μέρα καί νύχτα καί θά σοῦ δώση ὁ Κύριος τή χάρη Του καί θά γνωρίσης μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα τόν Κύριο καί μετά θάνατον, ὅταν θά πᾶς στόν παράδεισο, θ᾿ ἀναγνωρίσης κι ἐκεῖ μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα τόν Κύριο, ὅπως τόν γνώρισες στή γῆ.
Καί στόν οὐρανό καί στή γῆ ὁ Κύριος γνωρίζεται μόνο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα καί ὄχι μέ τήν ἐπιστήμη. Καί τά παιδιά πού δέν σπούδασαν καθόλου γνωρίζουν τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. ῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Βαπτιστής βρικόταν ἀκόμα στήν κοιλιά τῆς μητέρας του ὅταν αἰσθάνθηκε τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου.

῾Ο Συμεών ὁ Στυλίτης ὁ Θαυμαστορείτης ἦταν ἑφτά χρονῶν, ὅταν Τοῦ φανερώθηκε ὁ Κύριος καί Τόν ἐγνώρισε. ῾Ο ῞Οσιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ βρισκόταν σέ ὥριμη ἡλικία ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ἐμφανίστηκε κατά τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας. Κι ὁ Συμεών ὁ Θεοδόχος ἐγνώρισε τόν Κύριο στά βαθειά γηρατειά του καί Τόν δέχτηκε στά χέρια του.
῎Ετσι ὁ Κύριος προσαρμόζεται μ᾿ ἐμᾶς, γιά νά παρηγορήση κάθε ψυχή ὅσο τό δυνατόν περισσότερο.
῾Η ἀγάπη τοῦ Κυρίου δέν γνωρίζεται ἀλλιῶς, παρά μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.

Καί εἰρηνική ψυχή, πού κρατᾶ καθαρή τή συνείδηση, ἀπό τή θεωρία τῆς δημιουργίας γνωρίζει τόν Θεό, γιατί αὐτός ἔκτισε τόν οὐρανό καί τή γῆ. Κι αὐτό εἶναι, παρότι μικρό ακόμη, ἔργο τῆς χάρης. Χωρίς ὅμως τή χάρη δέν μπορεῖ ὁ νοῦς μᾶς νά γνωρίση τόν Θεό, ἀλλά σύρεται πάντα πρός τή γῆ, πρός τόν πλοῦτο, πρός τή δόξα, πρός τίς ἡδονές.
῞Οπως ἡ ἀγάπη τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καί τά πάθη Του ὑπῆρξαν τόσο μεγάλα, πού δέν μποροῦμε νά τά καταλάβωμε, γιατί ἀγαποῦμε λίγο τόν Κύριο. ῞Οποιος ὅμως ἀγαπᾶ περισσότερο, αὐτός μπορεῖ νά καταλάβη βαθύτερα καί τά πάθη τοῦ Κυρίου. ῾Υπάρχει ἀγάπη μικρή, ὑπάρχει μέση, ὑπάρχει καί ἡ τέλεια ἀγάπη. Κι ὅσο τελειότερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο τελειότερη ἡ γνώση.
Γενικῶς καθένας μας μπορεῖ νά κρίνη γιά τόν Θεό κατά τό μέτρο τῆς χάρης τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος πού ἐγνώρισε. Γιατί πῶς εἶναι δυνατόν νά σκεφτώμαστε καί νά κρίνωμε γιά πράγματα πού δέν εἴδαμε ἤ γιά τό ὁποῖα δέν ἀκούσαμε καί δέν ξέραμε;

Νά, οἱ ῞Αγιοι λέγουν πώς εἶδαν τόν Θεό. ᾿Αλλά ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι πού λέγουν πώς δέν ὑπάρχει Θεός. Εἶναι φανερό πώς μιλοῦν ἔτσι, γιατί δέν γνώρισαν τόν Θεό. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει καθόλου πώς ὁ Θεός δέν ὑπάρχει.
Οἱ ῞Αγιοι μιλοῦν γιά πράγματα πού πραγματικά εἶδαν καί γνωρίζουν.

Δέν μιλοῦν γιά κάτι πού δέν εἶδαν. Δέν λέγουν, ἐπί παραδείγματι, πώς εἶδαν ἕνα ἄλογο ἕνα χιλιόμετρο μῆκος ἤ ἕνα πλοῖο δέκα χιλιομέτρων, πού δέν ὑπάρχουν. Κι ἐγώ νομίζω πώς, ἄν δέν ὑπῆρχε Θεός, δέν θά μιλοῦσαν κἄν γι᾿ Αὐτόν στή γῆ. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως θέλουν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τό δικό τους θέλημα, καί γι᾿ αὐτό λένε πώς δέν ὑπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας ἔτσι μᾶλλον πώς ὑπάρχει.
Καί τῶν ἐθνικῶν ἡ ψυχή αἰσθανόταν πώς ὑπάρχει ὁ Θεός, ἄν καί δέν ἤξεραν νά λατρεύουν τόν ἀληθινό Θεό. Τό ῞Αγιο Πνεῦμα ὅμως δίδαξε τούς ἅγιους Προφῆτες, ἔπειτα τούς ᾿Αποστόλους, κατόπι τούς ἅγιους Πατέρες καί τούς ἐπισκόπους μας κι ἔτσι ἔφτασε μέχρι ἐμᾶς ἡ ἀληθινή πίστη. Καί ἐμεῖς γνωρίσαμε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα, καί ὅταν Τόν γνωρίσαμε, τότε στερεώθηκε σ᾿ Αὐτόν ἡ ψυχή μας.
Γνωρίσατε λαοί, πώς κτισθήκαμε γιά νά δοξάσωμε τόν οὐράνιο Θεό καί μήν προσκολλᾶσθε στή γῆ, γιατί ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας καί μᾶς ἀγαπᾶ σάν πολυπόθητα παιδιά Του.
῾Ο ᾿Ελεήμων Κύριος ἔδωκε τό ῞Αγιο Πνεῦμα στή γῆ καί στό ῞Αγιο Πνεῦμα στερεώθηκε ἡ ἁγία ᾿Εκκλησία.
Τό ῞Αγιο Πνεῦμα μᾶς ἀπεκάλυψε ὄχι μόνο τά ἐπίγεια, ἀλλά καί τά ἐπουράνια.

Μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γνωρίσαμε τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. ῾Η ἀγάπη τοῦ Κυρίου εἶναι φλογερή. Γεμάτοι ἀπό ἀγάπη οἱ ἅγιοι ᾿Απόστολοι διέτρεξαν ὅλη τήν οἰκουμένη καί διψοῦσε τό πνεῦμα τούς, νά γνωρίσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τόν Κύριο.
Τό ῞Αγιο Πνεῦμα χαροποιοῦσε τούς ἀγαπημένους τοῦ Θεοῦ Προφῆτες κι ὁ λόγος τούς ἦταν δυνατός καί εὐχάριστος, γιατί κάθε ψυχή ἐπιθυμεῖ ν᾿ ἀκούση τό λόγο τοῦ Κυρίου.
῎Ω θαῦμα! ῾Ο Κύριος δέν μέ παρέβλεψε, ἐμέ τόν τόσο μεγάλο ἁμαρτωλό, ἀλλά μοῦ ἔδωσε νά Τόν γνωρίσω μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
῞Ω Πνεῦμα ῞Αγιο, Μεγάλε Βασιλιά! Τί νά σοῦ ἀνταποδώσω ἐγώ, ἡ ἁμαρτωλή γῆ; ᾿Εσύ μοῦ ἀπεκάλυψες ἕνα ἀκατάληπτο μυστήριο. ᾿Εσύ μοῦ ἔδωσες νά γνωρίσω τόν Κτίστη μου. ᾿Εσύ μοῦ ἔδωσες νά γνωρίσω πόσο ἄμετρη εἶναι ἡ ἀγάπη Του γιά μᾶς.
῾Ο Κύριος εἶπε.“οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς”. Καί βλέπομε πώς πραγματικά δέν μᾶς ἐγκατέλειψε, ἀλλά μᾶς ἔδωσε τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
Τό ῞Αγιο Πνεῦμα δίνει ἀοράτως στήν ψυχή τή γνώση. Στό ῞Αγιο Πνεῦμα βρίσκει ἡ ψυχή τήν ανάπαυση. Τό ῞Αγιο Πνεῦμα εὐφραίνει τήν καρδιά καί τῆς δίνει χαρά ἐπί γῆς. Πόση ἄραγε θά εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίαση στούς οὐρανούς; ᾿

Εμεῖς γνωρίσαμε μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐκεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θά εἶναι τέλεια. ῞Ω, ἐγώ ὁ ἀδύναμος ἄνθρωπος! ᾿Εγνώρισα μόνο στήν τελειότητά της τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν μπορῶ νά τήν ἀποκτήσω καί καθημερινά θρινεῖ ἡ ψυχή μου καί συνεχῶς σκέφτομαι. “ἀκόμη δέν ἔλαβε ἡ ψυχή μου αὐτό πού ποθεῖ”.
῞Οταν τό ῞Αγιο Πνεῦμα ἐπεφοίτησε στούς ᾿Αποστόλους, τότε ἔμαθαν μέ τήν πείρα τους τί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο.
“Τεκνία μου, οὕς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν ὑμῖν”, λέγει ὁ ᾿Απόστολος (Γαλ. δ´ 19).
Πόσο εὐτυχής θά ἤμουν ἄν ὅλοι οἱ λαοί ἐγνώριζαν τόν Κύριο!
Κύριε, δῶσε Σύ ὁ ῎Ιδιος, νά Σέ γνωρίσουν μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα, ὅπως ἔδωσες στούς ᾿Αποστόλους τό ῞Αγιο Πνεῦμα καί Σέ γνώρισαν, δῶσε ἔτσι καί σ᾿ ὅλο τόν κόσμο νά Σέ γνωρίση μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.

Περὶ τῆς ἐορτῆς τῆς Ἀναληψεως τοῦ Κυρὶου

10 Ιουνίου, 2021

του Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης

+Διονυσίου

από το βιβλίο «Ο λόγος του Θεού», τ. Β΄

Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μεγάλη Δεσποτική εορτή της Αναλήψεως του Ιησού Χριστού. Για την ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, δηλαδή στο «Πιστεύω», ότι όταν τελείωσε το έργο της θείας οικονομίας, ο Ιησούς Χριστός αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Θεού Πατέρα.

Να τα λόγια του ιερού Συμβόλου, που τα ακούμε στη θεία Λειτουργία: «Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός».

Αλλά ποιά είναι η σημασία της Αναλήψεως του Ιησού Χριστού για την πίστη μας; Γιατί όλα τα θεία γεγονότα, όσα δηλαδή έκανε και κάνει ο Θεός για τη σωτηρία μας, έχουν πάντα μια πολύ βαθειά σημασία και φανερώνουν τη βουλή του Θεού, σύμφωνα με την οποία γίνονται όσα γίνονται στο κόσμο.

Όσα η βουλή του Θεού έκανε και κάνει για τη σωτηρίας μας, η Εκκλησία τα ονομάζει «μυστήριο της θείας οικονομίας». Ποιά είναι λοιπόν στο μυστήριο της θείας οικονομίας η σημασία της θείας Αναλήψεως; Γιατί δηλαδή η Εκκλησία εορτάζει την Ανάληψη του Ιησού Χριστού και τί σημασία έχει αυτή η εορτή για την πίστη μας;

Γιατί όλες οι εορτές της Εκκλησίας αναφέρονται στα ιερά πρόσωπα και γεγονότα του μυστηρίου της θείας οικονομίας. Μυστήριο της θείας οικονομίας είναι όσα έκαμε και κάνει η ανερμήνευτη βουλή του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου και του άνθρωπου.

Για τη σημασία της θείας Αναλήψεως μας ομιλεί η Εκκλησία. Γιατί η Εκκλησία είναι στους πιστούς ο δάσκαλος της θείας αλήθειας. Η Εκκλησία μας ερμηνεύει τις θείες Γραφές και η Εκκλησία κάθε φορά, ως δάσκαλος και μητέρα μάς οδηγεί στο δρόμο της σωτηρίας.

Όχι μόνο στο θείο κήρυγμα και στην υμνολογία, δηλαδή στα τροπάρια κάθε εορτής, η Εκκλησία εξηγεί στους χριστιανούς και τους διδάσκει τις αλήθειες της πίστεως. Θα περιοριστούμε λοιπόν σε δύο από τα πιό γνωστά τροπάρια της εορτής της Αναλήψεως, για να δούμε ποιά είναι η σημασία της μεγάλης αυτής Δεσποτικής εορτής.

Πρώτο είναι το Απολυτίκιο. Λέγεται έτσι, γιατί ψάλλεται στην Απόλυση του Εσπερινού. Σε κάθε εορτή ο αντιπροσωπευτικός ύμνος είναι το Απολυτίκιο, ένα τροπάριο σύντομο, που όλοι σχεδόν οι πιστοί το ξέρουν και το ψάλλουν. Να λοιπόν το Απολυτίκιο της εορτής της Αναλήψεως.

«Ανελήφθης εν δόξη, Χριστέ ο Θεός ημών χαροποιήσας τους μαθητάς τη επαγγελία του Άγιου Πνεύματος. Βεβαιωθέντων αυτών διά της ευλογίας, ότι συ ει ο Υιός του Θεού ο Λυτρωτής του κόσμου».

Με δικά μας λόγια αυτό το τροπάριο θέλει να πει· «Ανα­λήφθηκες με δόξα, Χριστέ ο Θεός μας, αφού πρώτα χαροποίησες τους μαθητές με την υπόσχεση πως θα στείλεις το Άγιο Πνεύμα κι αφού εκείνοι, με την ευλογία που τους έδωσες βεβαιώθηκαν ότι συ είσαι ο Υιός του Θεού, ο Λυτρωτής του κόσμου».

Το δεύτερο τροπάριο της εορτής της Αναλήψεως, που το ακούμε στη θεία Λειτουργία, είναι το Κοντάκιο. Λέγεται έτσι, γιατί «εν κοντώ», δηλαδή σε λίγα λόγια και σύντομα ομιλεί πάντα για την υπόθεση της κάθε εορτής. Να λοιπόν το Κοντάκιο της εορτής της Αναλήψεως.

«Την υπέρ ημών πληρώσας οικονομίαν, και τα επί γης ενώσας τοις ουρανίοις, ανελήφθης, Χριστέ ο Θεός ημών ουδαμόθεν χωριζόμενος, αλλά μένων αδιάστατος και βιών τοις αγαπώσί σε· Εγώ ειμί μεθ’ υμών και ουδείς καθ’ υμών».

Εξηγούμε κι αυτό το τροπάριο στη δική μας γλώσσα·«Αφού τέλειωσες όσα ήταν να γίνουν για τη σωτηρία μας κι αφού ένωσες τα επίγεια με τα ουράνια, αναλήφθηκες με δόξα, Χριστέ ο Θεός μας.

Καθόλου όμως δεν χωρίστηκες από μας, αλλά μένεις μαζί μ’ εκείνους που σε αγαπούν και τους βεβαιώνεις ότι εγώ είμαι μαζί σας και κανένας δεν μπορεί να σας βλάψει».

Αυτά τα δύο τροπάρια, μαζί με όλα τα άλλα βέβαια που ψάλλουμε σήμερα, μας εξηγούν και μας λένε τι είναι η εορτή της Αναλήψεως.

Μας λένε πρώτα ποιός είναι αυτός που αναλήφθηκε, πως και πότε αναλήφθηκε και γιατί αναλήφθηκε. Αυτός που αναλήφθηκε είναι ο Χριστός ο Λυτρωτής του κόσμου. Αναλήφθηκε, όταν με τη διδασκαλία του, με τα θαύματα του, με το σταυρικό θάνατο και την Ανάστασή του, τέλειωσε το έργο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου. Αναλήφθηκε με δόξα, έδωσε την υπόσχεση πως θα στείλει το Άγιο Πνεύμα και βεβαίωσε πως πάντα είναι μαζί μας, όταν τον πιστεύουμε και τον αγαπάμε.

Ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι Θεός, πήρε πάνω του την ανθρώπινη φύση κι έγινε Θεός και άνθρωπος, Θεάνθρωπος, και ως Θεάνθρωπος αναλήφθηκε στους ουρανούς. Η ανάληψη δηλαδή είναι το ανέβασμα του ανθρώπου στους ουρανούς.

Εκεί τώρα ο Θεάνθρωπος Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου κάθεται στα δεξιά του Θεού Πατέρα και «εντυγχάνει υπέρ ημών», δηλαδή είναι κοντά και μαζί με όλους, που τον πιστεύουν και τον αγαπούν. Και ευλογεί όλους εμάς, όπως τον είδαν οι Απόστολοι να τους ευλογεί και να αναλαμβάνεται στους ουρανούς. Αμήν.

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΝ

6 Ιουνίου, 2021

ΑΓΙΟΥ ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΜΑΣΕΙΑΣ

tyflou

Μόλις ἀκούσαμε τὸν «υἱὸ τῆς βροντῆς», τὸν Ἰωάννη, ἢ μᾶλλον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ἀπὸ ἁλιέα καὶ χειροτέχνη τὸν ἔκαμε συγγραφέα καὶ κήρυκα Θείων ὄντως καὶ ὑψηλῶν ὑποθέσεων, νὰ μᾶς ἐκθέτει τὸ θαῦμα τῆς σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ἀναβλέψεως τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Στὸ προηγούμενο κεφάλαιο ἀνέλυσε τὴν πολλὴ καὶ ἐκτεταμένη διάλεξη τοῦ Κυρίου, μὲ τὴν ὁποία καθωδηγοῦσε τὸν ἀπειθῆ καὶ δύστροπο ἑβραϊκὸ λαὸ στὴ θεογνωσία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἀπομακρύνοντας τὸν νοῦ τους ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς μοναρχίας· τοὺς ἄνοιγε τὴν πόρτα γιὰ νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν νομικὴ παράδοση στὴ Χάρη, ὁδηγώντας τους ὁμαλά ἀπὸ τὴν Παλαιὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπως κάποτε ἀπὸ τὴν ἔρημο πρὸς τὴν πλούσια καὶ εὔφορη γῆ.

Ἀλλὰ, ἂν καὶ φανέρωνε ποικιλοτρόπως καὶ τὴν δικὴ του προΰπαρξη, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει προαιώνια καὶ βρίσκεται πάντοτε σὲ συνάφεια μὲ τὸν Πατέρα, καὶ φώναζε μὲ σαφήνεια στὰ ὦτα τῶν κωφῶν: «Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμι», ἐκεῖνοι δὲν ἀντιλήφθηκαν τὴ δύναμη τοῦ λόγου, οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο δὲν παρεδέχθηκαν, ἔλεγξαν μὲ κάποια ἐπιστημονικὴ ἀντίρρηση· ἀλλὰ ἀντὶ γιά λόγια πῆραν πέτρες καὶ ἐνῶ βρίσκονταν ἀκόμη μακριὰ ἀπὸ τὸ σταυρό, γύμναζαν τὰ φονικά τους χέρια γιὰ τὴ δολοφονία.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πάντοτε προέκρινε τὴν μακροθυμία ἐμπρὸς στὸν ὑβριστὴ καὶ βλάσφημο λαό, ἀπέφυγε τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ὀχλαγωγία τους· ἀπέδρασε, ὄχι ὅμως μὲ τρόπο ταπεινό, ἀλλὰ θεϊκό· στάθηκε μεταξύ τους, τόσο κοντὰ ὥστε νὰ τὸν φθάνουν μὲ τὰ χέρια τους, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔβλεπαν, καὶ ἐνῶ ἄγγιζε τοὺς ἐξοργισμένους, δὲν φαινόταν.

Εἶχαν μείνει τότε ἐμβρόντητοι, φονεύοντας μὲ τὴν προαίρεση, χωρὶς ὅμως νὰ βρίσκουν τρόπο νὰ ἐκτονώσουν τὴν ὀργή τους· ὅμοιοι μὲ τοὺς ἄπειρους κυνηγούς, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν φοβίσουν καὶ διώξουν τὸ κυνήγι παράκαιρα καὶ ἔτσι τὸ ἐλάφι βρεῖ διέξοδο σὲ κάποιο δάσος καὶ διαφύγει κρυφά, περιπλανιῶνται χωρὶς λόγο στὴν κοιλάδα περιφέροντας τὰ δίκτυα ἄσκοπα, τραβώντας μαζί τους καὶ τὰ σκυλιὰ χωρίς ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ δέ, ἂν καὶ κατὰ τὰ ἄλλα εἶμαι ἀχρεῖος, δὲν λησμόνησα πὼς εἶμαι δοῦλος καὶ ὀφείλω νὰ ἐξεγερθῶ κατὰ τῶν ὑβριστῶν ὑποστηρίζοντας τὸν Δεσπότη μου.

Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ φωνάξω στοὺς Ἑβραίους σὰν νὰ εἶναι σήμερα παρόντες καὶ ἔχουν καταληφθεῖ ἀπὸ μανία: Λιθοβολεῖτε, ἀχάριστοι, τὸν Εὐεργέτη; Καὶ ποιὸς σᾶς ξεδίψασε κάποτε ἀπὸ μιά πέτρα; Πετᾶτε πέτρες σ’ αὐτὸν πού νομοθέτησε τὴ ζωή σας μὲ τὶς λίθινες πλάκες; Στὸ λίθο τὸν ἐκλεκτὸ καὶ πολύτιμο πού προφήτευσε ὁ Ἠσαΐας; Στὸ λίθο τὸν νοητὸ πού ἀποσχίσθηκε ἀπὸ τὸν ἀπότομο βράχο χωρὶς ἀνθρώπινο χέρι, ὅπως ὁ θεσπέσιος Δανιὴλ σᾶς δίδαξε;

Λιθοβολεῖτε τὸν «λίθον τὸν ἀκρογωνιαῖον», ὁ ὁποῖος συνένωσε τήν Καινή καὶ τήν Παλαιά Διαθήκη; Καὶ ἂν ἐσεῖς δὲν πιστέψετε, «δυνατὸς ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραὰμ»·δηλαδὴ νὰ συνάξει στὸν Χριστὸ λαὸ περιούσιο, τοὺς ἀπερίτμητους ἐθνικούς.

Αὐτὴ τὴν ἐπαγγελία δέχθηκε καὶ ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε ὅτι «εὐλογηθήσονται ἐν σοί πάντα τὰ ἔθνη»· διότι βλέποντας ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀπόρρητη πρόγνωσή του τὸ μέλλον, χάρισε στὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεως ὡς τέκνα ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπρόκειτο στὸ μέλλον νὰ πιστέψουν.Ἐπειδὴ προέβλεπε τὴν ἐπανάσταση τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ καὶ τοὺς λίθους ποὺ θὰ σήκωναν ἐναντίον του τὰ ψευδώνυμα τέκνα του, τὰ εἶχε συμπεριλάβει στοὺς ἀποκηρυγμένους.

Καὶ ἐπειδὴ κηρύττοντάς τους τὴν ἀλήθεια, δὲν τοὺς ἔπειθε νὰ εὐσεβοῦν, ἐνῶ ἦταν παρών, κρύφθηκε καὶ ἐνῶ βρισκόταν μπροστά στά μάτια τους, ἐξαφανίσθηκε, ὥστε μὲ αὐτὴ τὴ θαυματουργία του νὰ τοὺς κάνει νὰ ἀποδεχθοῦν καί νά ὁμολογήσουν ὅτι, πράγματι, ἦταν ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ παλαιότερος.

Ἔτσι παρελογίζονταν οἱ ἀνόητοι Ἑβραῖοι, καὶ ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας σὰν σοφὸς καὶ ἐπιμελής γιατρός, ἀφοῦ τὸ πάθος δὲν ὑποχώρησε μὲ τὴν πρώτη ἐπέμβαση, μεταχειρίζεται ἄλλο τρόπο θεραπείας.

Θέλει νὰ θεραπεύσει αὐτούς πού ἦταν διανοητικά τυφλοί διὰ μέσου ἑνὸς σωματικά τυφλοῦ ποὺ ἔτυχε νὰ βρίσκεται ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος δὲν τυφλώθηκε ἀπὸ κάποια ἀρρώστεια, ἀλλὰ εἶχε ἔλθει ἔτσι στὴ ζωή, ἀπὸ λάθος τῆς φύσεως. Βλέποντας, λοιπόν, αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο στάθηκε, ἕτοιμος νὰ τὸν θεραπεύσει μὲ τρόπο ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ καὶ τέχνη.

Ἐπειδὴ ἡ ἰατρικὴ καὶ ἡ θεραπευτική της ἀσχολεῖται μὲ τὰ νοσήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται, ὅταν ἤδη ἡ φύση ἔχει φέρει στὸ φῶς ἕναν ἄρτιο ὀργανισμό, καὶ μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα ἀρρωσταίνουν, δὲν ἀσχολεῖται ὅμως μὲ τὴν θεραπεία μιᾶς σωματικῆς βλάβης ἡ ὁποία ἔχει γεννηθεῖ μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ οὔτε ὅλα τὰ νοσήματα ποὺ συμβαίνουν ἀργότερα μπορεῖ νὰ θεραπεύσει. Καὶ τὸ μαρτυροῦν αὐτὸ οἱ ἀκρωτηριασμένοι ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων κανείς γιατρός δέν μπόρεσε να ἀποκαταστήσει τὴ στέρηση τῶν μελῶν.

Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ οἱ μαθητές βλέποντας ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε δοκιμάσει τὴ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες ἀπόλαυση τοῦ φωτός, καὶ συμπονώντας τον γιὰ τὸ πάθημα προσπαθοῦσαν νὰ ἀνακαλύψουν τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς κάκωσης· ρώτησαν λοιπὸν τὸν Κύριο μὲ ἁπλότητα, γιὰ νὰ μάθουν ἐὰν ἀπὸ δικὴ του ἁμαρτία ἢ ἀπὸ εὐθύνη τῶν γονέων του ἦλθε ἔτσι στὴ ζωή.

Καὶ τὰ δύο ὅμως σκέλη τῆς ἐρώτησης ἔχουν κάτι τὸ ἐπιλήψιμο· διότι δὲν θὰ κατεκρινόταν ἐξαιτίας τῶν γονέων του, ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ ἄλλον ἀντ’ ἄλλου· οὔτε βέβαια πλήρωνε γιὰ δικὰ του ἁμαρτήματα, ἀφοῦ γεννήθηκε ἔτσι τυφλός. Ἐπειδὴ κανεὶς δὲν ἁμαρτάνει πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση. Ἡ ἐρώτηση λοιπὸν δὲν ἦταν τόσο ἐπιτυχής. Νὰ δοῦμε ὅμως πῶς ἀποκρίθηκε ἡ Ἀλήθεια, ὁ Κύριός μας, στὴν ἐρώτηση.

Αὐτὸ τὸ πάθος, μαθηταί μου, λέγει, δὲν προῆλθε ἀπὸ ἁμαρτίες, ἀλλὰ ἀποτελεῖ πρόγευση μελλοντικῆς οἰκονομίας, ὥστε αὐτὸς ποὺ θεωρεῖται κοινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐνεργήσει ὑπεράνθρωπα καὶ ὁ Κτίστης τῶν ὅλων, μετὰ τὴν πρώτη δημιουργία νὰ βρεῖ ἀφορμὴ γιὰ νέα. Ἔτσι ἀπὸ τὸ μερικὸ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὸ γενικὸ καὶ ὁ σκληρὸς καὶ δύστροπος λαὸς νὰ πεισθεῖ νὰ τὸν προσκυνάει ἀντὶ νὰ τὸν πετροβολεῖ.

 Ἂς φωτισθοῦν λοιπὸν μάτια ποὺ δὲν βλέπουν, γιὰ νὰ λάμψει στὶς ψυχὲς τῶν ἀσύνετων ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ἂς γίνει αὐτὸ τὸ παράδοξο, νὰ πλασθοῦν μάτια, γιὰ νὰ μάθουν οἱ ἐπαναστάτες ὅτι ὁ λεγόμενος υἱὸς τοῦ Ἰωσήφ, ἐὰν πράγματι εἶχε πατέρα τὸν ξυλουργό, θὰ μποροῦσε μὲν νὰ διορθώσει ἕνα σπασμένο σκαμνὶ ἢ νὰ κολλήσει τὰ ξύλα ποὺ ξεκόλλησαν ἢ νὰ στερεώσει κάποια σπασμένη δοκὸ.

Δέν θὰ μποροῦσε ὅμως ἄλλος, ἐκτός ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐξουσία πάνω στὴ φύση, νὰ φτιάξει ἕνα μέλος ἀνθρώπου καὶ μάλιστα τὸ ὀμορφότερο, τά μάτια, τά ὁποῖα δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴ φύση μὲ τὸν πιὸ προσεκτικὸ καὶ πολύπλοκο τρόπο.

Καὶ ἐὰν κάποιος θελήσει νὰ ἐρευνήσει μὲ προσοχὴ τὰ ἀνθρώπινα μέλη, ἰδιαίτερα σ’ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ σώματος θὰ διαπιστώσει τὴν παντοδύναμη καὶ πολυποίκιλη σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τίμησε τὴ μικρὴ περιοχὴ ποὺ καταλαμβάνει αὐτὸ τὸ μέλος, τόσο περίτεχνα. Διότι πέρα ἀπ’ ὅλα τὰ ἄλλα, αὐτὸ τὸ μέλος τὸ διακρίνει μία ἰδιαίτερη χάρη·καὶ εἶναι ἁπαλώτατο καὶ ἄσαρκο, θὰ ἔλεγε κανείς, συνδυάζοντας τὸ τρυφερὸ μὲ τὸ στερεὸ καὶ τὸ μαλακὸ μὲ τὸ σκληρό.

Εἶναι διανθισμένο καὶ μὲ διάφορα χρώματα· τὸ κέντρο του εἶναι ζωγραφισμένο μαῦρο· διασπᾶ ὅμως τὴν μονοχρωμία ἕνας συνδυασμὸς ἀπὸ ποικιλόχρωμους ὁμόκεντρους κύκλους ποὺ τὸ περιβάλλει· ὥστε τὸ κεντρικὸ τμῆμα ἔχει καὶ τὸ βαθύτερο χρῶμα, ἐνῶ ἡ περιφέρεια προχωρεῖ βαθμιαίως πρὸς μία ξανθότερη ἀπόχρωση. Αὐτοὺς τοὺς κύκλους τοὺς περιβάλλει ἕνας λευκός χιτώνας γυαλιστερὸς καὶ λαμπερός, ποὺ ἔχει ὅμως καὶ κάτι γιὰ νὰ μειώνει τὴ λευκότητα, μοιάζει δὲ μὲ κρύσταλλο καθαρό. Τὸ κόκκινο βρίσκεται στὴν ἄκρη, ἐκεῖ ποὺ ἀναβλύζει τὸ δάκρυ, ὥστε νὰ δίνει χάρη στὸ λευκὸ καὶ στὸ μαῦρο.

Ἐπίσης, εἶναι ἐσωτερικά, τόσο λεῖος καὶ διαφανής καὶ ὁμοιογενὴς ὡς πρὸς τὴν πυκνότητα, ὥστε νὰ δημιουργεῖ εἴδωλα τῶν μορφῶν ποὺ βρίσκονται ἐμπρός του καὶ νὰ ἀποτυπώνει σὰν ἀκριβὴς καθρέπτης τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν συνομιλητῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κεντρικὸς κύκλος ὀνομάζεται κόρη, ἀφοῦ στὸ μάτι ποὺ βλέπει τὸν ἀπέναντί του σχηματίζεται ἀνθρώπινη μορφή.

Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν σ’ αὐτὸν ποὺ βλέπει σὲ καθρέπτη νὰ μὴν δεῖ μέσα στὸ ὑλικὸ τὰ δικὰ του χαρακτηριστικά, ἔτσι καὶ σ’ ἐκεῖνον ποὺ βλέπει κατὰ πρόσωπο ἕναν ἄνθρωπο εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σχηματίσει στὸ μάτι τὴ μορφή του. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν καθὼς βλέπονται μεταξύ τους γίνονται ὁ ἕνας καθρέπτης τοῦ ἄλλου.

Ἀξιοθαύμαστο κτίσμα λοιπὸν τό μάτι. Αὐτό μοῦ ἀποκαλύπτει τὸν Θεό, ἐξετάζοντας μὲ ἀκρίβεια ὅλη τὴν κτίση καταδείχνοντας ἀπὸ τὰ ἔργα τὸν τεχνίτη. Αὐτὸ ἀπὸ τὰ ὁρατὰ ἐξηγεῖ τὰ ἀόρατα. Μὲ αὐτὸ γνώρισα τὸν ἥλιο καὶ ἔμαθα τὴ διακόσμηση τοῦ οὐρανοῦ, ζωγράφησα τὴν ὀμορφιὰ τῶν ἀστεριῶν, τὴν ὑπόσταση τῆς γῆς, τὴ φύση τῆς θάλασσας, τῶν σπόρων τὴ διαφορά, τῶν φυτῶν τὴν ποικιλία καὶ τῶν χρωμάτων τὴ διαφορετικὴ χροιά· τοῦ σκότους τὴν κατήφεια καὶ τοῦ φωτὸς τὴ λαμπρότητα, καὶ ὅλα γενικά ὅσα ὁ Θεὸς ἔκτισε ἐπαινώντας τα ὡς «καλὰ λίαν».

Ὥστε, ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν τά μάτια, ἡ κτίση θὰ γήρασκε, χωρὶς νὰ τήν ἔχει δεῖ κανείς, ἀφοῦ κανείς δὲν θὰ ἔβλεπε καὶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπάρχει μέσα της.

Ἐξ αἰτίας λοιπὸν αὐτῆς τῆς θαυμαστῆς λειτουργίας τῆς ὁράσεως κτίστηκαν καὶ τώρα ἐξ ἀρχῆς μάτια, ὥστε νὰ ἀπομακρύνουμε ἐμεῖς τὶς μικροπρεπεῖς σκέψεις μας, σχετικά μέ τή Θεανθρώπινη ὑπόσταση τοῦ Κυρίου, ἀποβάλλοντας ἀπὸ τὴν ψυχὴ, μὲ τὴ μεγαλειώδη αὐτὴ ἐνέργεια, κάθε ταπεινὴ καὶ γήινη ἀντίληψη γιά Ἐκεῖνον. Γιά νὰ μάθουμε, ἐπίσης,ὅτι τὸ μακάριο φῶς καὶ κάλλος τῆς Θεότητας τὸ δέχθηκε ἕνα πήλινο σκεῦος, διακονώντας ὅπως ὁ λύχνος διακονεῖ τὸ φῶς.

Πραγματοποιεῖ δὲ ὁ Κύριος μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὴ θεραπεία καὶ δὲν χρησιμοποιεῖ τὸ λόγο μόνο γιὰ νὰ ἐνεργήσει, αὐτὸς ποὺ μὲ πρόσταγμα μόνον δημιούργησε ὅλο τὸν κόσμο καὶ μὲ δύο μικρὲς λέξεις θεράπευσε τὸν παράλυτο. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ στόμα καὶ μὲ τὰ χέρια καὶ μὲ πολλὴ φροντίδα θεραπεύει τὴν τυφλότητα, ὥστε ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του νὰ προξενήσει στοὺς ἄπιστους τὴ βεβαία πίστη.

Ἔφτυσε στὸ ἔδαφος καὶ ἔφτιαξε λάσπη, χρησιμοποιώντας καὶ τὴ γῆ γιὰ τὴ θεραπεία, ὥστε νὰ δείξει πὼς μὲ ἐκεῖνο τὸ χῶμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε πλασθεῖ ἀρχικά ὁλόκληρο τὸ σῶμα δημιουργεῖται τώρα καὶ τὸ μέρος αὐτὸ ποὺ λείπει. Τὸ ἀναμιγνύει δὲ μὲ σάλιο καὶ κολλᾶ ἔτσι τοὺς διάχυτους κόκκους, ὥστε νὰ ἔχουν συνοχή, γιὰ νὰ μᾶς δείξει φανερὰ ὅτι μὲ τὴ δύναμη τοῦ στόματός του ὁ Θεός-Λόγος κατώρθωσε τὰ πάντα. Ἐπειδὴ «τῷ λόγω Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πάσα ἡ δύναμις αὐτῶν».

Ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο θεραπεύει μὲ φτύμα: γιὰ νὰ συνεφέρει σέ κατάνυξη καὶ φόβο αὐτοὺς ποὺ λίγο ἀργότερα πρόκειται νὰ τὸν βρίζουν φτύνοντάς τον. Καὶ ὅμως δὲν μείωσε τὸ θράσος τῶν μαινομένων, ἀλλὰ ὑπέμεινε ἐμπτυσμοὺς πολλοὺς ἐκεῖνος ποὺ τὰ κατώρθωσε ὅλα αὐτὰ μὲ τὸ φτύμα. Μὲ τὴν πρώτη αὐτὴ λοιπὸν ἐνέργεια φανερώνει τὴ δημιουργική του δύναμη. Καὶ προστάζοντας τὸν τυφλὸ νὰ πλυθεῖ στοῦ Σιλωὰμ τὴν κολυμβήθρα μᾶς ὑποδεικνύει τὴ σωτηρία διὰ τοῦ ὕδατος, τὴν ὁποία χάρισε ὁ ἀπεσταλμένος (Σιλωὰμ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος).

Διότι τότε μόνο βλέπουμε ἀληθινά, ὅταν βγοῦμε ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο νερό τοῦ βαπτίσματος. Τότε μᾶς λαμπρύνει τὸ φῶς τῆς χάριτος, ὅταν ἡ δύναμη αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ἀποπλύνει τὴν ἀκαθαρσία καὶ τὶς κηλίδες τῶν ἁμαρτιῶν. Καὶ ὅλοι ὅσοι μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Σιλωὰμ βαπτιζόμαστε, βλέπουμε τὸ πνευματικὸ φῶς «τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον».

Ὢ τοῦ θαύματος καὶ τῆς μεγάλης εὐεργεσίας! Ἔφυγε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα ὁ πρὸ ὀλίγου τυφλός, στολισμένος στὸ πρόσωπο μὲ τὴν προσθήκη τῶν ματιῶν, βλέποντας καθαρὰ ττόν ἥλιο. Μὲ ἔκπληξη εἶδαν οἱ γείτονες καὶ οἱ γνωστοὶ τὸ γεγονός. Θορυβήθηκαν ἀπὸ τὸν πρωτοφανῆ τρόπο τῆς θεραπείας.

Περιφερόταν στὴν πόλη ὁ ἄνθρωπος βλέποντας, γιὰ νὰ βλέπεται ἀπὸ ὅλους τὸ πρωτάκουστο καὶ παράδοξο ἔργο Ἐκείνου ποὺ γεννήθηκε στὴ Βηθλεέμ, τοῦ μικροῦ βρέφους τὸ ὁποῖο στὴ φάτνη τυλίχθηκε μὲ σπάργανα. Ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ποὺ ἔκαναν τοὺς Ἰουδαίους νὰ ἀπιστοῦν στὴν Θεότητα.

Ὤ, σεῖς, λοιπόν, ἀνόητοι καὶ παχυκάρδιοι, βάλετε στὸ νοῦ σας ὅλους τούς ἀνθρώπους τῶν αἰώνων. Ἀρχίστε ἀπ’ τὸν Ἀδὰμ καὶ ἐρευνῆστε ὅλους τούς μεταγενεστέρους. Βρίσκετε νὰ ἔγινε σὲ κάποιον ἄλλο αὐτὸ πού συνέβηκε τώρα; Ὑπάρχει στὸν κόσμο παράδειγμα παρόμοιας θεραπείας; Ἀλλὰ σεῖς ἐπιμένετε νὰ διασύρετε τὸν Κύριό μου καὶ τὸν ἀποκαλεῖτε τέκνο τοῦ ξυλουργοῦ –«οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός;»- τοῦ ὁποίου γνωρίζετε τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὴν κατοικία.

Ἀπαριθμῆστε ὅλα τὰ ταπεινά, φιλονικῆστε, ὑποτιμῆστε τον, ὅσο θέλετε. Ἂν ὅμως τίποτε παρόμοιο δὲν ἔγινε ποτὲ ἀπὸ ἄνθρωπο, οὔτε ὁ κόσμος γνώρισε ἄλλο περιστατικό, τότε ἀνοίξτε τὰ μάτια σας καὶ ἀντικρύστε τὴν ἀλήθεια, κατακρίνοντας τὴν ἄγνοιά σας. Νιφθῆτε καὶ σεῖς στὸν Σιλωὰμ γιὰ νὰ μὴν πεθάνετε τυφλοί.

Ἀλλὰ ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται, καθόλου δὲν συνῆλθαν. Οὔτε μὲ τὰ λόγια θέλησαν νὰ μάθουν, οὔτε ἡ πράξη τοὺς δίδαξε, οὔτε τὰ θαύματα τοὺς προξένησαν σεβασμό. Ἀντίθετα, ἀπὸ τὴν ὑπερήφανη ἀχαριστία τους ἐπιχειροῦσαν μὲ μύριους τρόπους ὅλα νὰ τὰ ἐξαφανίσουν καὶ νὰ τὰ διασύρουν. Ἀλλὰ ἡ κακουργία ἀντιστρεφόταν κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ τους.

Διότι ὅσο ἀπιστοῦσαν καὶ μὲ τὶς ἐρωτήσεις τους προσπαθοῦσαν νὰ ἀνατρέψουν τὰ γεγονότα, τόσο περισσότερο ἐπιβεβαιωνόταν ἡ ἀλήθεια. Ἔπαθαν ὅ,τι καὶ τὰ θηρία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πληγώθηκαν ἀπὸ κάποιον, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἔχει εἰσχωρήσει βαθειὰ στὰ σπλάγχνα τους τὸ μαχαίρι, ὁρμοῦν ἐξαγριωμένα στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ἀποτελειώνοντας μόνα τους τὴν σφαγή.

Τὴν ἐριστικότητά τους τὴν ἔδειξαν ἀρχικά ψάχνοντας νά ἐπιβεβαιώσουν κατά πόσον τοὺς παρουσιάσθηκε ὁ ἴδιος ὁ τυφλὸς ἢ ἄλλος ἀντὶ γιὰ ἐκεῖνον. Γι’ αὐτὸ σαφῶς τοὺς διεβεβαίωνε ὁ ἄνθρωπος ἐξηγώντας τους καὶ τὴ διαδικασία τῆς θεραπείας, ὅτι δηλαδὴ, τὸ φάρμακο τῆς τυφλώσεως ἦταν ὁ πηλός, μὲ τὸν ὁποῖο τὸν ἔχρισε ὁ Ἰησοῦς· καὶ ὅτι, ὅταν ἐξέπλυνε τὸν πηλὸ στὴν κολυμβήθρα, βρῆκε τὸ φῶς του. Αὐτὰ περιεργάζονταν οἱ γείτονες καὶ τὰ ἔμαθαν, τὰ ἀναζητοῦσαν καὶ οἱ Φαρισαῖοι, ἀλλά αὐτοί δὲν πείθονταν.

Δεύτερο τέχνασμα μὲ τὸ ὁποῖο ἀποπειράθηκαν νὰ διαστρεβλώσουν τὸ γεγονὸς ἦταν ἡ προσπάθειά τους νὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν ἦταν ὁ Χριστὸς ἐκεῖνος ποὺ τὸν θεράπευσε. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος ἀνεκήρυττε τὸν Σωτήρα καὶ μὲ τὴν ὁμολογία τοῦ κηρύγματος ἀνταπέδιδε τὴ χάρη διαφημίζοντας τὸν εὐεργέτη, ἐκεῖνοι τοῦ ἔκλειναν τὸ στόμα καὶ μὲ τὸ μυαλὸ ζαλισμένο, ἐπειδὴ δέν εἶχαν τί νὰ κάνουν, ἐπανέρχονται πάλι στὴν ἴδια συζήτηση. Περιεργάζονται ἐὰν ἦταν τυφλὸς ἐκ γενετῆς, ἀναζητοῦν τοὺς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐξετάζουν καθετί μὲ ἀκρίβεια, ὄχι γιὰ νὰ βεβαιώσουν τὸ γεγονός, ἀλλὰ γιὰ νὰ βροῦν κάποια ἀφορμὴ νὰ διαψεύσουν τὸ θαῦμα· καὶ ἔτσι, κατασκευάζοντας κάποια ψεύτικη σκευωρία νὰ ἀνατρέψουν τὴν ὁρμητικότητα τοῦ πλήθους ποὺ πίστευσε.

Τί ὑπερβολὴ κακίας! Νὰ πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ διασύρουν, ἀντὶ νὰ προσκυνοῦν τὸν εὐεργέτη· ἀντὶ νὰ θαυμάζουν τὴν δύναμί του, προσπαθοῦν νὰ παρουσιάσουν σὰν ἀσήμαντα τὰ γεγονότα. Πεισθῆτε καὶ ἀπὸ τοὺς γονεῖς, Φαρισαῖοι, γιὰ τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε τυφλός. Τρέξτε πάλι στὸν τυφλὸ καὶ δεύτερη καὶ τρίτη φορά, γιὰ νὰ σᾶς ἀποκαλύψει ἐκεῖνος τὴν κακία καὶ τὴν ἐπιβουλὴ ποὺ κρύβουν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα.

Ἀλλὰ σεῖς ὅταν δοκιμάσετε τὴν πρώτη ἀπογοήτευσι, προχωρεῖτε στὴ δεύτερη· ὅταν δοκιμάσετε τὴ δεύτερη, στὴν τρίτη, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀκολουθεῖτε τὴν πορεία τῆς κακούργου ἀλεποῦς. Εἶστε ἀπὸ παντοῦ περικυκλωμένοι μὲ τὰ δίκτυα τῆς ἀληθείας.

Ἀδυνατεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε τὸ θαῦμα, δὲν ὑπάρχει ἄλλη διέξοδος. Παρ’ ὅλα αὐτά δὲν ἀμελεῖτε μὲ κάθε τρόπο νὰ περιπλέκετε τὸ πράγμα, ὑφαίνοντας ἱστὸ ἀράχνης μὲ ὅλη σας τὴν τέχνη· ἀνίσχυρη ὅμως καὶ ἀνώφελη εἶναι ἡ ἐπιβουλή σας. Προγονικὴ ἡ ἀρρώστια σας. Ἀπίστων πατέρων ὅμοια τέκνα.

 Ἔτσι ἀντιμετώπιζαν κι ἐκεῖνοι τὰ θαύματα τῆς Αἰγύπτου. Σώζονταν ἀπὸ πολέμους παράδοξα καὶ ἀνέλπιστα καὶ ἀπιστοῦσαν σ’ αὐτὸν ποὺ χάριζε τὴν σωτηρία. Τρέφονταν μὲ ὑπερφυσικές τροφὲς καὶ ἦσαν πιὸ ἀχάριστοι κι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λιμοκτονοῦν. Ὑποδέχονταν τὸ μάννα ποὺ τοὺς ἀποστελλόταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ποθοῦσαν τὴ δυσωδία τῶν σκόρδων καὶ τῶν κρεμμυδιῶν τῆς Αἰγύπτου.

Μὲ στήλη νεφέλης σκεπάζονταν τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ μὴ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὸ κάψιμο τοῦ ἥλιου καὶ μὲ στήλη φωτεινὴ φωτίζονταν τὴ νύκτα, ἀπολαμβάνοντας ἄλλο, νέο φωστήρα ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σελήνη. Καὶ σὰν νὰ μὴν εἶχαν εὐεργετηθεῖ μὲ καμμιά θεϊκὴ ἐνέργεια, ὅταν ὁ Μωϋσῆς εἶχε ἀνεβεῖ στὸ ὅρος γιὰ νὰ τοῦ δοθεῖ ὁ νόμος καὶ καθυστεροῦσε νὰ ἐπιστρέψει, αὐτοὶ ζητοῦσαν καὶ εὕρισκαν νέους καὶ ἀνύπαρκτους θεούς.

Εἶστε ὄντως κληρονόμοι τῆς ἀχαριστίας τους· καὶ τὸν νόμο δὲν ἀγαπήσατε, καὶ τὴν χάρη μισεῖτε. Σᾶς χρειάζεται ράβδος, φτιαγμένη ὄχι ἀπὸ καρυδιά, γιὰ ἐπιστασία, ἀλλὰ ἀπὸ σίδηρο. Βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἂν καὶ τὸν εἶδε τὸ φῶς, αὐτὸς βρίσκεται στὸ σκοτάδι μέχρι τέτοια ἡλικία. Δὲν ξέρει τί εἶναι ἡ δημιουργία καὶ ὁδηγεῖται ἀπὸ ξένα μάτια. Κάθε μέρα κάθεται μπροστά στὸ ναὸ φανερώνοντας τὴν συμφορά του, γιὰ νὰ προσελκύσει πολλοὺς σὲ ἐλεημοσύνη καὶ ἔχει ὅλη τὴν πόλι μάρτυρα τοῦ πάθους του.

Σὲ μιά στιγμὴ τὸν βλέπετε νὰ θεραπεύεται καὶ νὰ βρίσκει το φῶς του, ὄχι μὲ συνδυασμὸ διαφόρων φαρμάκων, οὔτε μὲ χρῆση χειρουργικῶν ἐργαλείων, ἀλλὰ μόνο μὲ λάσπη κι αὐτὴ ἀπὸ φτύμα. Καὶ πῶς δὲν θαμπωνόσαστε, δὲν ἐκφράζετε τήν ἔκπλξή σας, δὲν πέφτετε στὴ γῆ νὰ προσκυνήσετε, ἀπό σεβασμό στὴ θεϊκὴ ἐνέργεια, αὐτὸν πού ἀπὸ τὴ γῆ ἔπλασε τά μάτια;

Ἀντίθετα, σεῖς κινδυνεύετε νὰ διαρραγῆτε ἀπὸ τὸν φθόνο καὶ ζηλεύετε τὸν Θεὸ σὰν ἀντίζηλο, σὰν νά εἴσαστε σεῖς δημιουργοὶ τοῦ Δημιουργοῦ· ζηλεύετε σὰν κοινὸ ἄνθρωπο τὸν Θεάνθρωπο. Διαβάζετε τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅσα γράφθηκαν ἐκεῖ γιὰ νὰ οἰκονομήσουν τὸ λαό, καὶ ὅσα διδάσκουν γιά τούς βασιλεῖς καὶ τήν ἱστορία τους καὶ παραδέχεσθε ὅσα γράφουν γιὰ τὸν καθένα.

Ὅτι, για παράδειγμα, τὸν Μωϋσῆ λίγο ἔλειψε νὰ τὸν ἐκλάβουν ὡς Θεὸ καὶ τὸν Ἐλισσαῖο τὸν ὑπερεθαύμαζαν, καθώς καὶ τὸ δάσκαλό του τὸν Ἠλία πολὺ τὸν ἐξυμνοῦσαν· τιμᾶτε ὡς ἀγγέλους ὅλους τούς ἁγίους κάθε γενεᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ πραγματοποίησαν τὰ μεγάλα καὶ πασίγνωστα θαύματα. Σὲ τίποτε δὲν ἀμφισβητεῖτε τοὺς ἀρχαίους, οὔτε ἀπιστεῖτε στὶς διηγήσεις τῶν πατέρων σας, μολονότι οἱ ἄνθρωποι ἐκ φύσεως δίδουν λιγότερη πίστη στὴν ἀκοή.

Αὐτὸ ὅμως ποὺ συνέβηκε στὶς ἡμέρες σας μὲ τά μάτια ἐκείνου καὶ τὸ εἴδατε μὲ τά δικά σας μάτια, καί μπορεῖτε μὲ τὰ δάκτυλα νὰ τὸ ψηλαφήσετε καὶ νὰ ἀκούσετε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἐξιστόρησή του, αὐτὸ μὲ τόση ἀπιστία καὶ ἀχαριστία κακότροπα τὸ ἐπιβουλεύεσθε, καταπατώντας τὶς προφητεῖες καὶ προσπαθώντας νὰ διαψεύσετε τὴν ἐκπλήρωσή τους.

Ἀφοῦ ὅσα βλέπουμε τώρα νὰ πραγματοποιοῦνται, εἶχε προφθάσει ὁ Ἠσαΐας νὰ μᾶς τὰ διδάξει λέγοντας: «Ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν κρίσιν ἀναταποδίδωσι καὶ ἀνταποδώσει, αὐτὸς ἥξει καὶ σώσει ἡμᾶς. τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν, καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται. τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανὴ δὲ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων» (τότε θὰ πηδᾶ σάν ἐλάφι ὁ κουτσὸς καὶ θὰ γίνει τρανὴ ἡ γλώσσα τῶν κωφαλάλων).

Αὐτὰ δὲν εἶναι λόγια τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰωάννη οὔτε κάποιου ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ὑποπτεύεσθε, ὥστε νὰ ἀπιστήσετε στὴν ἀλήθεια ὑποθέτοντας ὅτι χαρίζονται στὸν Κύριο καὶ κάνουν διαφήμιση.

Εἶναι λόγια τῆς δικῆς σας προφητείας ‒ἐὰν βέβαια ἀναγνωρίζετε τοὺς Προφῆτες σας‒ καὶ μάλιστα τὸν μεγαλύτερο ἀπὸ τοὺς Προφῆτες καὶ διδασκάλους τοῦ Νόμου.

«Τῷ δὲ Θεῶ δόξα, κράτος, τιμὴ καί προσκύνηση νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Ἀμὴν.

Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ

30 Μαΐου, 2021

π.Ἀλέξανδρος Σμέμαν

18[1]

Τέσσερις ἑβδομάδες μετὰ τὸ Πάσχα τὸ εὐαγγέλιο πού διαβάζεται στὶς ἐκκλησίες εἶναι ἡ ἀφήγηση τοῦ εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη γιὰ τὴν ἐκπληκτικὴ συζήτηση τοῦ Χριστοῦ μὲ μιὰ Σαμαρείτισσα. Σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς σταματᾶ σ’ ἕνα πηγάδι κοντὰ στὴν πόλη Σιχάρ. ἐνῶ οἱ μαθητὲς Του πᾶνε στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Μιὰ γυναίκα ἔρχεται στὸ πηγάδι γιὰ νὰ πάρει νερό, καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ζητεῖ νὰ πιεῖ. Ἀρχίζουν μιὰ συζήτηση, καὶ κάποια στιγμὴ ἡ γυναίκα ἐρωτᾶ τὸν Χριστό, οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτω προσεκύνησαν καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν (Ἰωάν. 4, 20).

Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀφορᾶ μιὰ πολύχρονη ἀντιδικία μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν, πού εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο Ἰουδαϊσμό. Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τὸ θρησκευτικὸ κέντρο ἦταν ἡ Ἱερουσαλήμ· γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες ἕνα βουνὸ στὴ Σαμάρεια. Εἶναι σαφὲς πώς ἦταν μιὰ διαμάχη γιὰ τὰ ἐξωτερικά, τελετουργικὰ χαρακτηριστικά τῆς θρησκείας.

Ἀπαντώντας της ὁ Χριστὸς τῆς λέει: «γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν. ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν». (Ἰωάν. 4, 21-24).

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς οἱ στίχοι αὐτοὶ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη εἶναι κρίσιμοι στὴν κατανόηση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὰ τὰ λόγια ἐκφράζουν καὶ αἰώνια διακηρύσσουν μιὰ γνήσια θρησκευτικὴ ἐπανάσταση, μιὰ ἐπανάσταση στὴν ἔννοια τῆς θρησκείας· σ’ αὐτὲς τὶς λίγες γραμμὲς βλέπουμε τὴ γέννηση τοῦ Χριστιανισμοῦ.

“Ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Ἡ θρησκεία μέχρι τότε καὶ γιὰ αἰῶνες ἀποτελεῖτο ἀπὸ κανόνες, νόμους καὶ διατάξεις, καὶ ἔτσι ἡ τήρηση τῆς θρησκείας συνίστατο ἀποκλειστικὰ ἀπὸ μιὰ τυφλή, ἀναντίρρητη ὑποταγὴ σ’ αὐτοὺς τοὺς κανόνες. Ὄχι σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀλλά στὰ Ἱεροσόλυμα· ὄχι ἐδῶ, ἀλλά ἐκεῖ· ὄχι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀλλά μ’ ἐκεῖνον.

Ἔτσι προσφέροντας στὸν Θεὸ χιλιάδες τέτοιες συνταγές, οἱ ἄνθρωποι προστατεύονταν ἀπό τούς μπελάδες, ἀπὸ τὸ φόβο καὶ ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἀναζήτηση. Εἶχαν κατασκευάσει ἕνα κλουβὶ στὸ ὁποῖο τὸ καθετί ἦταν προσεκτικὰ καὶ σαφῶς καθορισμένο καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ἀπαίτηση ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ τήρησή του. Ὅλα αὐτὰ τώρα σβήνονται καὶ ἀνατρέπονται μὲ λίγες λέξεις.

Ἡ προσκύνηση δὲν γίνεται σ’ αὐτὸ τὸ βουνό, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, ἄλλα “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Μ’ ἄλλα λόγια ὄχι μὲ φόβο καὶ στὰ τυφλά, ὄχι μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια, ἀλλά μὲ γνώση καὶ ἐλευθερία, μὲ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ καὶ ἀγάπη, ὅπως ἡ ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ γιὰ τὸν πατέρα του.

Τώρα στὸ κέντρο τῆς θρησκείας, στὴν καρδιά της, δὲν βρίσκεται ὁ νόμος, ἡ ὑποταγή, ἡ συνταγή, ἀλλά ἡ ἀλήθεια: “γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν”, εἶπε ὁ Χριστός, “καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” (Ἰωάν. 8, 32). Στὴν καρδιὰ της τώρα βρίσκεται ἡ διαδικασία τῆς ἀναζήτησης: “ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε” (Ματθ. 7, 7). Ὄχι καθησυχασμός, ἀλλά δίψα: “μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην” (Ματθ. 5, 6).

Ὄχι δουλεία, ἀλλά ἐλευθερία: “οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος” (Ἰωάν. 15, 15). Ὄχι φιλονομία ἀλλά ἀγάπη: “ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν” (Μάτθ. 9, 13)· “ἐντολήν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους” (Ἰωάν. 13, 34).

Φυσικὰ στὴν Ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ξέχασαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ ἐπέστρεψαν στὴ θρησκεία τοῦ φόβου καὶ τῆς τυπολατρίας, στὴ διαμάχη γιὰ τὸ βουνὸ καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀπ’ ἔξω δὲ ὁ Χριστιανισμὸς πολὺ συχνὰ φαίνετει νὰ εἶναι μόνο νόμοι καὶ συνταγές.

Δὲν πρέπει ὅμως νὰ κριθεῖ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά, οὔτε ἀπὸ τὶς ἧττες καὶ τὶς παραμορφώσεις, ἀλλά ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ θεία φώτιση. Πρέπει νὰ κριθεῖ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν πού δέχθηκαν σοβαρὰ καὶ χωρὶς καμιὰ ἐπιφύλαξη αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια, καὶ πού ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τους ἔχει γίνει μιὰ συνεχὴς πτήση ἀγάπης, ἐλευθερίας, χαρᾶς καὶ πνευματικῆς μεταμόρφωσης.

Παρ’ ὅλες τὶς ἱστορικὲς πτώσεις καὶ ἀποτυχίες του, ὁ Χριστιανισμὸς ποτὲ δὲν ἔσβησε αὐτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο, καὶ γι’αὐτὸ κρίνεται μὲ βάση αὐτά. Ἡ ἀντιθρησκευτικὴ προπαγάνδα, μὲ πολὺ πιὸ τραγικὰ ἀποτελέσματα, μὲ τὸ τυφλὸ μίσος της πρὸς τὴ θρησκεία, ἀγνοεῖ αὐτὰ τὰ λόγια σὰν νὰ μὴν εἰπώθηκαν ποτέ, καὶ γιὰ νὰ ξεμπερδέψει μὲ τὴ θρησκεία μὲ τὴ μεγαλύτερη εὐκολία, τὴν ἐξισώνει μὲ τὰ ἐξωτερικὰ χαρακτηριστικά, τὶς προλήψεις καὶ τὸ φόβο.

Ὁ Χριστιανισμὸς ὅμως κατεξοχὴν εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ἡ διδασκαλία Του, τὸ εὐαγγέλιο. Τὸ εὐαγγέλιο ἀφηγεῖται πώς οἱ ἄνθρωποι προτίμησαν τὴ δική τους γνώμη, τὴ δική τους ἰδεολογία, τὸ δικό τους νόμο ἀπὸ τὸ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, καὶ πόσο ἀφόρητη ἦταν αὐτή ἡ πρόσκληση γιὰ ἀπελευθέρωση.

Ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων πού ἀπέρριψαν Αὐτὸν πού τοὺς κάλεσε νὰ ζήσουν “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, βρίσκεται ὁλόκληρο τὸ νόημα τοῦ εὐαγγελίου. Ἔτσι τὸ ἴδιο τὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει μιὰ ἐξήγηση γιὰ τὸ μίσος ἐνάντια στὸν Χριστό, τὸ ἴδιο μίσος πού σήμερα ἀναγκάζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ψεύδονται, νὰ συκοφαντοῦν καὶ σιωπηλὰ νὰ Τὸν ἀγνοοῦν.

Ἀκόμη καὶ τώρα ἡ ἀπειλή πού θέτει ὁ Χριστιανισμὸς σὲ κάθε ἰδεολογία εἶναι αὐτὸ τὸ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Αὐτὰ τὰ λόγια εἶναι μιὰ αἰώνια χειρονομία περιφρόνησης κάθε εἰδώλου, θρησκευτικοῦ ἢ ἰδεολογικοῦ· ὅσο δὲ αὐτὲς οἱ λέξεις δὲν ἔχουν ἐντελῶς ξερριζωθεῖ ἀπὸ τὴ μνήμη, ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν θὰ δεχθεῖ ὁλοκληρωτικὰ μιὰ διδασκαλία πού τὸν σκλαβώνει στὴν ὕλη καὶ πού τὸν μετατρέπει σὲ ἕναν ὀδοντωτὸ τροχὸ μίας ἀπρόσωπης πορείας, σὲ ἕναν ὑπηρέτη μιᾶς ἀπρόσωπης συλλογικότητας. Ὅταν λοιπὸν οἱ ὀπαδοὶ τέτοιων ἰδεολογιῶν προσβάλλουν τὴ θρησκεία μὲ τὴ δικαιολογία πώς ξερριζώνουν τὴν πρόληψη, αὐτὸ γίνεται μόνο γιὰ ἐπίδειξη.

Ὄχι, ἡ θρησκεία ὡς πρόληψη, ὡς νόμος, ὡς δουλεία τοὺς εἶναι ἀκόμη χρήσιμη, ἐπειδὴ ἐπαληθεύει τὰ ἐπιχειρήματά τους. Αὐτὸ πού τοὺς φοβίζει περισσότερο ἀπὸ καθετί ἄλλο στὸν κόσμο, εἶναι μήπως κάποιος ἀνακαλύψει τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς πίστεως, αὐτὰ τὰ ἐκπληκτικὰ καὶ ἀπελευθερωτικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Ἡ δύναμη βρίσκεται τώρα μὲ τὸ πλευρὸ τῆς στρατευμένης ἀθεΐας.

Ἡ πίστη ἔχει φιμωθεῖ. Καὶ μόνο αὐτὸ ὅμως ἀποδεικνύει τὴ δύναμή της. Ἡ φωνὴ της εἶναι φιμωμένη ἀκριβῶς ἐπειδὴ μέσα στὰ βάθη της συντηρεῖ ἀκόμη τὴ διδασκαλία τοῦ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, πού σημαίνει πώς δίχως τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, πώς τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἰσχυρότερα ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο πάνω στὴ γῆ.

Ἡ συζήτηση πού ἄρχισε δίπλα ἀπὸ τὸ πηγάδι ἐκεῖνο τὸ ζεστὸ μεσημέρι ἀκόμη συνεχίζεται, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποτὲ δὲν θὰ σταματήσουν νὰ ψάχνουν, νὰ ἀναζητοῦν, νὰ διψοῦν καὶ νὰ ἀνακαλύπτουν ξανὰ καὶ ξανὰ πώς αὐτὴ ἡ δίψα, αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση, αὐτή ἡ πνευματικὴ πείνα δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο μὲ τὸ Θεό, πού εἶναι Πνεῦμα καὶ Ἀλήθεια, Ἀγάπη καὶ Ἐλευθερία, αἰώνια Ζωὴ καὶ πληρότητα τῶν πάντων.

Ἀπό τό βιβλίο:ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

ἐκδ. Ἀκρίτας

ΣΤΗΝ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ (Ρωμανὸς Μελωδὸς)

30 Μαΐου, 2021

Ἀπὸδοση στην νὲα Ἐλληνικὴ ἀπο τον  Ἀρχιμ. Ἀνανία Κουστένη,

         Προοίμιον

Ὅταν ὁ Κύριος ἦρθε στὸ πηγάδι,

ἡ Σαμαρείτις τὸν Σπλαχνικὸ παρακαλοῦσε:

«Δῶσε μου τὸ νερὸ τῆς πίστεως,

καὶ θὰ βαπτισθῶ στῆς κολυμπήθρας τὰ νάματα

καὶ θὰ λάβω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία».

                               Οἶκοι

Α΄ Τὰ χαρίσματα, ψυχή μου, πού σοῦ δόθηκαν, μὴν τὰ

παρατήσης δίχως καλλιέργεια,

γιὰ νὰ μὴν τραβήξης τὴν ντροπὴ τῆς τεμπελιᾶς

στὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ θὰ κρίνη ὁ Θεὸς τὴν οἰκουμένη.

Γιατί τότε ἐρχόμενος ἀμέσως θὰ σὲ κρίνη ἀπαιτητικά.

Θὰ κάνη τὸ λογαριασμὸ καὶ θὰ σὲ φορολογήση μὲ βάση

ὅσο κέρδισες καὶ ὄχι ὅσο ἔλαβες.

Γιατί παίρνει μὲ τόκο τὸ δάνειο ἀπ’ τὸν καθένα.

Ψυχή μου, μὴν τεμπελιάζης, ψυχή μου, γίνε ἔμπορος,

ψυχή μου, δῶσε καὶ πάρε,

γιὰ νὰ σοῦ δώση σὰν ἔρθη ὁ βασιλιάς σου ἀνταμοιβή,

γιὰ τὴ φιλότιμη προσπάθεια καὶ τὸν κόπο,

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

β΄ Δὲν σοῦ πρέπει νὰ ἔχης, ψυχή μου, καὶ ὅσα ἔχεις καὶ

βαστᾶς

τὰ χρωστᾶς στὴ Χάρι Ἐκείνου πού σοῦ τάδωκε. Μὴν

παραμελῆς, λοιπόν, νὰ διαμοιράζης

τὰ καλά σου σὲ ὅσους τὰ ζητοῦνε, ὅπως τὰ διέδωσε

κάποτε ἡ Σαμαρείτις.

Γιατί ἐνῶ ἄντλησε μόνη πρόσφερε καὶ στοὺς ἄλλουτς ἀπὸ

αὐτὸ ποὺ ἔλαβε.

Κανεὶς δὲν τῆς ἐγύρευε καὶ σ’ ὅλους δῶρο πρόσφερνε

ἁπλόχερα ἀπ’ τὸ χάρισμα.

Διψᾶ καὶ ὁλόγυρα σκορπίζει, δίχως νὰ πιῆ ποτίζει.

Ἀκόμα δὲν καλογεύτηκε καὶ σὰν μεθυσμένη στοὺς

συμπατριῶτες της φωνάζει:

«Ἐλᾶτε καὶ δεῖτε νερὸ ποὺ εὑρῆκα. Μήπως Αὐτὸς εἶναι

πράγματι

Ἐκεῖνος ποὺ δίνει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία;»

γ΄ Ἀπὸ τ’ ἀθάνατα νερὰ λοιπόν, ἀπ’ τὰ ὁποῖα ἡ πιστὴ

Σαμαρείτις

χόρτασε καθὼς τὰ βρῆκε, τώρα ἐμεῖς μὲ λαχτάρα

ἀφοῦ ἤπιαμε ἂς ψάξουμε καλὰ ὅλες τὶς φλέβες τους.

Λιγάκι δὲ καὶ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου νὰ μελετήσουμε,

βλέποντας τὸ Φῶς, τὸν Χριστό, τὸ Νερὸ ποὺ τότε ἤπιε ἡ

Σαμαρείτις,

καὶ πῶς αὐτὴ ἀπὸ νερὸ ἄλλο νερὸ ἐπρόσφερε,

καὶ γιὰ ποιὸ λόγο τότε δὲν ἔδωκε νερὸ στὸν Ἰησοῦ ποὺ

δίψαγε καὶ ποιὸ ἦταν τὸ ἐμπόδιο.

Γιατί ὅλα αὐτὰ τὰ μεγαλεῖα ἡ Ἁγία Γραφὴ περιέχει

καὶ προσφέρει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

δ΄ Τί, λοιπόν, μᾶς διδάσκει ἡ Βίβλος; Ὁ Χριστός, λέει,

πού δίνει

τὴ ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία

ἐπειδὴ κουράστηκε καθότανε κοντὰ στὸ πηγάδι τῆς

Σαμάρειας.

Καὶ τὸ λιοπύρι ἔκαιγε, γιατί ἐμεσημέριαζε, καθὼς ἡ

Βίβλος γράφει.

Ἔτσι καταμεσήμερο ἔφτασεν ὁ Μεσσίας γιὰ νὰ φωτίση

τῆς νύχτας τὰ παιδιά.

Ἔπιασε τὸ πηγάδι ἡ Πηγὴ τῆς ἀγάπης ὄχι γιὰ νὰ πιῆ

ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεπλύνη.

Ὄντας Πηγὴ ἀθάνατου Νεροῦ στ’ αὐλάκι τῆς ταλαίπωρης

ἀνθρωπότητος παρουσιάστηκε σὰν

ἀναγκεμένος.

Κουράζεται ποὺ περπατᾶ Αὐτὸς ποὺ βάδισε στὴ θάλασσα

χωρὶς κόπο,

Ἐκεῖνος ποὺ προσφέρει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ἐ΄ Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Εὔσπλαχνος βρισκόταν, ὅπως εἶπα, στὸ

πηγάδι

νὰ καὶ μία γυναίκα ἀπ’ τὴ Σαμάρεια ποὺ στὸν ὦμο τὴ

στάμνα της

ἐπῆρε καὶ ἦρθε βγαίνοντας ἀπ’ τὴν Συχάρ, τὴν πατρίδα

της.

Καὶ ποιὸς δὲν καλοτυχίζει τὴν ἔξοδο ἐκείνης καὶ τὴν

εἴσοδο;

Βγῆκε κριματισμένη καὶ μπῆκε σφραγισμένη σὰν

καθαρὴ ἐκκλησιά.

Ἐβγῆκε κι ἐρούφηξε τὴ ζωὴ σὰν τὸ σφουγγάρι.

Βγῆκε νερὸ νὰ πάρη κι ἐμπῆκε κουβαλώντας τὸν Θεό.

Καὶ ποιὸς δὲ μακαρίζει

ἐτούτη τὴ γυναίκα; ἢ καλλίτερα ποιὸς δὲν σέβεται αὐτὴ

τὴν ἐθνική, ποὺ τὸ βάπτισμα

ἔλαβε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία;

στ΄ Ἦρθε, λοιπόν, στὸν Χριστὸ ἡ ἁγιασμένη κι ἐφέρθηκε μὲ

φρονιμάδα.

Καθὼς εἶδε δηλαδὴ τὸν Κύριο κατάκοιτο καὶ διψασμένο

καὶ νὰ λέει: «Γυναίκα, δῶσε μου νὰ πιῶ», δὲν φέρθηκε

μ’ ἀγένεια,

μὰ ἔπιασε κουβέντα καὶ εἶπε: «Καὶ πῶς ἐσύ μοῦ ζήτησες

νερὸ ὄντας Ἰουδαῖος;»

Τοῦ θύμισε τὴ θρησκευτικὴ διαφορά, κι ὕστερα τὸ πιοτὸ

μὲ φρονιμάδα τοῦ ἔταξε.

Δὲν τοῦπε δηλαδή: «Δὲν δίνω σὲ Σένα τὸν ἀλλόφυλο νερό»,

ἀλλ’ εἶπε: «Πῶς ἐζήτησες;» Ὅπως κάποτε στὸν Ἄγγελο

ἀποκρίθηκεν ἡ Θεοτόκος:

«Πῶς θὰ συμβῆ αὐτό, πῶς Ἐκεῖνος ποὺ μάνα δὲν ἔχει

ἐμένα μητέρα θὰ κάνη,

Αὐτὸς ποὺ προσφέρει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία;»

ζ΄ Ἔχω τὴ γνώμη πὼς δύο εἰκόνες ἡ Σαμαρείτις

ἐζωγράφισε,

στὴ Συχὰρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Μαρίας.

Γι’ αὐτὸ ἂς μὴν τὴν προσπεράσουμε, γιατί χαρὰ προσφέρει.

Ἂς πῆ λοιπὸν ἡ γυναίκα καὶ πάλι στὸ Δημιουργό: «Πῶς

μοῦ ἐζήτησες;

Ἄν σοῦ δώσω θὰ πιῆς, καὶ πίνοντας θ’ ἀφήσης τὸ

Ἰουδαϊκὸ δόγμα,

καὶ θὰ σὲ φέρω στὴ δική μου πίστι ἀπ’ τὸ νερὸ ποὺ

γύρεψες.»

Πόσο μ’ ἀρέσουνε τὰ λόγια της Σαμαρείτιδας,

ἐξεικονίζουνε

τὴν κολυμπήθρα στὸ πηγάδι, ἀπ’ τὴν ὁποία κάνει δούλη

Του τὴ γυναίκα

Ἐκεῖνος ποὺ παρέχει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ἡ΄ «Τώρα ἄκουσέ με, γυναίκα», ἔλεγεν ὁ Ἰησοῦς:

«τί προσφέρω ἂν ἤξερες, καὶ ποιὸς εἰν’ Αὐτὸς πού σοῦ

εἶπε

‘δῶσε μου νερό’, ἐσὺ θὰ Τοῦ ζητοῦσες ἀληθινὸ νερό,

γιατί Αὐτὸς προσφέρει ἀθάνατο νερό.» Ἀπάντησε σὲ

τοῦτα αὐτὴ μ’ ἀμφιβολία:

«Δὲν ἔχεις δοχεῖο νὰ βγάλης νερό, κι εἶν’ βαθὺ τὸ

πηγάδι, κι ἀπὸ ποῦ θὰ βρῆς τὸ νερὸ πού μοῦ

λές;

Μήπως εἶσαι μεγαλύτερος ἢ πιὸ καλὸς ἀπ’ τὸν πατέρα

μας τὸν Ἰακώβ;

Γιατί αὐτὸς μᾶς ἔδωκε παλιὰ ἐτοῦτο τὸ πηγάδι. :Καὶ

πῶς τώρα Ἐσὺ λές:

‘μπορῶ νὰ σοῦ δώσω νερὰ ἀθάνατα ποὺ δὲν στερεύουν

καὶ δίνουν

σὲ ὅποιον τὰ ζητάει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία’;»

θ΄ «Δὲν ἐκατάλαβες καλά, γυναίκα, αὐτὸ ποὺ λέω· δὲν

ἔφτασες ἐκεῖ ποὺ θέλω·

γι’ αὐτὸ σκύψε ν’ ἀκούσης κι ἄνοιξέ μου τὸν νοῦ σου

μέσα γιὰ νὰ μπῶ καὶ νὰ μείνω, ἀφοῦ αὐτὸ μ’ εὐχαριστεῖ·

γιατί ἀπ’ τὸ νερὸ αὐτὸ αὐτὸς ποὺ πίνει κάθε μέρα θὰ

διψάση ξανά,

ὅμως τὸ Νερὸ ποὺ θὰ δώσω Ἐγὼ σ’ ὅσους διαθέτουν

πίστι φλογερὴ σίγουρα θὰ τοὺς ξεδιψάση.

Ἀφοῦ ὅσοι τὸ πίνουν θὰ τρέξη ἀπὸ μέσα τους

πηγὴ ἀθάνατου νεροῦ ποὺ θὰ πηδᾶ καὶ θ’ ἀναβρύζη τὴν

αἰώνια ζωή.

Αὐτὸ τὸ νερὸ βέβαια παλιὰ στὴν ἔρημο οἱ Ἑβραῖοι τὸ

δοκίμασαν

ἀλλὰ δὲ βρήκανε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ι΄ Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια πρὸς τὴ δίψα ἔφτασε ἡ Σαμαρείτις

χωρὶς νὰ καταλάβη.

κι ἄλλαξε ἡ τάξι τῶν πραγμάτων. Γιατί αὐτὴ ποὺ λίγο

πρὶν ἐπρόσφερνε νερὸ

τώρα διψοῦσε κι Αὐτὸς ποὺ πρωτοδίψασε τώρα ποτίζει.

Καὶ πέφτει μπρὸς στὰ πόδια Του ἡ γυναίκα καὶ λέει:

«Δῶσε μου, Κύριε, αὐτὸ τὸ νερό,

γιὰ νὰ μὴν ἔρχομαι πιὰ σ’ αὐτὸ τὸ πηγάδι, πού μοῦ ’δωκεν

ὁ Ἰακώβ.

Αὐτὰ ποὺ γέρασαν νὰ φύγουν καὶ τὰ καινούργια ν’

ἀνθίσουν.

Τὰ πρόσκαιρα ἂς πάρουν πόδι. Γιατί ἦρθε πράγματι ἡ

ὥρα τοῦ Νεροῦ ποὺ διαθέτεις.

Αὐτὸ ἂς ἀναβρύζη κι ἂς ποτίζη ἐμένα κι ὅσους μὲ πίστι

θερμὴ

ζητᾶνε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ια΄ «Ἄφθονα νερὰ καθάρια, ἐὰν θέλης νὰ σοῦ δώσω,

πήγαινε, φώναξε τὸν ἄντρα σου. Δὲν μιμοῦμαι τὸν τρόπο

σου,

δὲν θὰ σοῦ πῶ: ‘Σαμαρείτιδα εἶσαι καὶ πῶς νερὸ

ἐγύρεψες;’

Δὲν σὲ ταλαιπωρῶ μὲ τὴ δίψα, ἀφοῦ ἐγὼ πρὸς τὴ δίψα

μὲ τὴ δίψα μου σὲ ἔφερα.

Παράστησα τὸ διψασμένο κι ὅτι ἀπόκαμα γιὰ νερὸ γιὰ

νὰ σὲ κάμω νὰ διψάσης.

Πήγαινε τὸ λοιπόν, φώναξε τὸν ἄντρα σου κι ἔλα.»

Καὶ ἡ γυναίκα εἶπε: «Ἀλοίμονο δὲν ἔχω ἄντρα.» Κι

ὁ Πλάστης πρὸς ἐκείνη:

«Σίγουρα δὲν ἔχεις; Γιατί εἶχες πέντε, καὶ τὸν ἕκτο θὰ

ἀφήσης

γιὰ νὰ κερδίσης

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ιβ΄ Ὢ τί σοφοὶ ὑπαινιγμοί, τί ταιριαστὰ χαρακτηριστικά.

Ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν πίστι τῆς

ἁγιασμένης

ἐξεικονίζονται μὲ χρώματα ζωντανά, ἁπαλαίωτα.

Δηλαδὴ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἡ γυναίκα μὲ τοὺς πολλοὺς

ἄντρες ἀρνήθηκε τὸν ἄντρα,

ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία ποὺ σὰν ἄντρες εἶχε τοὺς πολλοὺς

θεοὺς τοὺς ἀρνήθηκε καὶ τοὺς ἄφησε

καὶ ἐμνηστεύθηκε μὲ τὸ βάπτισμα τὸν Ἕνα Θεό.

Ἡ Σαμαρείτις πέντε ἄντρες ἀπόχτησε καὶ τὸν ἕκτο

παράνομο εἶχε. Ἡ δὲ Ἐκκκλησία τοὺς πέντε

ἄντρες

τῆς ἀσεβείας τώρα ἄφησε τὸν ἕκτο μὲ τὸ βάπτισμα

Ἐσένα παίρνει,

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ιγ΄ Ἂς μισήσουμε τὰ εἴδη τῆς εἰδωλολατρίας.

Ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἔλαβε Νυμφίο τὸν Χριστὸ τὴν

ἀποστρέφεται

καὶ τὴν ἀπαρνιέται γιατί εἶναι μισητή, κι ἔτσι

ἀποχτάει ρίζα γλυκειά.

Καὶ ἴσως ρωτήσει κάποιος: «Ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ πέντε

εἴδη τῆς εἰδωλολατρίας;»

Ἡ εἰδωλολατρικὴ πλάνη εἶναι πολλῶν εἰδῶν καὶ ἔχει

πέντε κέρατα:

τὴν ἀσέβεια, τὴν ἀκολασία καὶ τὴν πορνεία,

κι ἀκόμα τὴν ἀσπλαχνία καὶ τὴν παιδοκτονία, ὅπως μᾶς

λέει καὶ ὁ Δαβίδ:

«Ἐθυσίασαν στοὺς δαίμονες γιοὺς καὶ θυγατέρες

καὶ δὲ βρήκανε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ιδ΄ Ἀρνήθηκε λοιπὸν τὰ τόσο μεγάλα κακὰ ἡ Ἐκκλησία ποὺ

μνηστεύθηκε

κι ἀπὸ ’κει πέρα τρέχει στῆς κολυμπήθρας τὸ πηγάδι,

καὶ ἀπαρνιέται τὰ παλιά, ὅπως ἔκανε τότε ἡ Σαμαρείτις.

Δηλαδή, δὲν ἔκρυψε τίποτα αὐτὴ ἀπὸ Κεῖνον ποὺ ξέρει τὰ

πάντα ἀκόμα καὶ πρὶν νὰ γίνουν,

μονάχα εἶπε: «Δὲν ἔχω». Δὲν εἶπε φυσικά· «Δὲν εἶχα»,

καὶ νομίζω πὼς ἐννοοῦσε τὸ ἑξῆς:

«Κι ἂν εἶχα προηγουμένως ἄντρες, τώρα δὲν θέλω νὰ ἔχω

ἐκείνους τοὺς ὁποίους εἶχα, γιατί τώρα Ἐσένα ἔχω

ἐξουσιαστή, ποὺ μὲ ἐσήκωσες καὶ μ’ ἔβγαλες

ἀπὸ τὴ λάσπη τῶν κακῶν μου, γιατί μὲ πίστι ἄντλησα

γιὰ νὰ λάβω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ιε΄ Καθὼς ἡ ἁγιασμένη κατανόησε τοῦ Σωτήρα τὴν ἀξία,

ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τῆς φανέρωσε, λαχταροῦσε περισσότερο

νὰ μάθη καλὰ τί καὶ Ποιὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ κάθεται

κοντὰ στὸ πηγάδι.

Καὶ πιθανὸν μὲ τὸ δίκιο της τέτοιες σκέψεις νὰ ἔκανε:

«Εἶναι ἄραγε Θεὸς ἢ ἄνθρωπος Αὐτὸς πού βλέπω;

Οὐράνιος ἢ γήινος;

Γιατί νὰ καὶ τὰ δύο μοῦ τὰ γνωρίζει μὲ τὸν Ἕνα

Θεάνθρωπο,

πού διψάει μαζὶ καὶ ποτίζει, ποὺ μαθαίνει καὶ προφητεύει

καὶ πάλι μὲ καλεῖ κοντά Του

τὴν παράνομη, καὶ μοῦ φανερώνει ὅλα τὰ σφάλματα,

γιὰ νὰ λάβω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ιστ΄ Εἶναι λοιπὸν οὐράνιος καὶ φέρνει ἐπίγεια φύση;

Ἂν λοιπὸν εἶναι Θεάνθρωπος, σὲ μένα σὰν ἄνθρωπος

παρουσιάστηκε,

κι ἐνῶ σὰν ἄνθρωπος δίψασε, σὰν Θεὸς μὲ ποτίζει καὶ

μοῦ προφητεύει.

Γιατί στὸν οὐρανὸ δὲν ἤτανε σὰν ἄνθρωπος γιὰ νὰ ξέρη

τὴ ζωή μου κι ὅλα νὰ τὰ θυμᾶται,

ἀφοῦ αὐτὸ ’ναι γνώρισμα τοῦ Ἀόρατου ποὺ τώρα Τὸν

ἔχω μπροστά μου, νὰ μοῦ δείξη καὶ νὰ μὲ

ἐλέγξη.

Αὐτὸς εἶναι σὲ θέσι νὰ ξέρη ἐμένα καὶ νὰ φανερώση ποιὰ

εἶμαι.

Αὐτοῦ θὰ πάρω τὴ σοφία, Αὐτοῦ θὰ ρουφήξω τὴ γνῶσι,

μ’ Αὐτοῦ τὰ λόγια θὰ πλύνω

ὅλων τῶν σφαλμάτων μου τὴν ἀσχήμια ὥστε μὲ καθαρὴ

ψυχὴ

ν’ ἀποκτήσω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ιζ΄ Υἱὲ ἀνθρώπου καθὼς σὲ βλέπω, Υἱὲ Θεοῦ καθὼς Σὲ

νοιώθω,

Ἐσὺ τὸ νοῦ φώτισέ μου, καὶ μάθε μου

Ποιὸς εἶσαι;» εὐγενικὰ παρακαλοῦσε τὸ Χριστὸ ἡ

Σαμαρείτις:

«Νὰ καθαρὰ Σὲ βλέπω καὶ μὲ τὴν πίστι Σὲ αἰσθάνομαι

καὶ νὰ μὴ μοῦ τὸ κρύψης.

Μήπως λοιπὸν εἶσαι Σὺ ὁ Χριστός, τὸν Ὁποῖο

προανήγγειλαν οἱ προφῆτες πώς θὰ ἔρθη;

Ἂν εἶσαι Σύ, καθὼς εἶπαν, πὲς το μου καθαρά.

Διαπιστώνω σίγουρα ὅτι ὄντως ξέρεις τὰ ὅσα ἔπραξα,

καθὼς καὶ τῆς καρδιᾶς μου

ὅλα τὰ μυστικά. Καὶ γι’ αὐτὸ μ’ ὅλη μου τὴν ψυχὴ

παρακαλῶ,

γιὰ νὰ πάρω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ιη΄ Κι ὅταν διάβασεν ὁ Παντογνώστης τὰ λόγια τῆς

συνετῆς γυναίκας

καὶ τὴν πίστι τῆς καρδιᾶς, αὐτοστιγμῆς ἀπάντησε

σ’ αὐτήν: «Αὐτόν, ποὺ ἀποκαλεῖς Μεσσία, αὐτὸν ποὺ οἱ

προφῆτες προεῖπαν ὅτι τώρα ἔρχεται, Αὐτὸν βλέπεις

μπροστά σου καὶ τὴ λαλιὰ Του ἀκοῦς.

Ἐγὼ εἶμαι ποὺ βλέπεις, Ἐγὼ εἶμαι ποὺ μ’ ἔχεις στὴ

μέση τῆς καρδιᾶς σου.

Ἐγὼ ἦρθα ποὺ λαχτάραγα κοντά μου νὰ σὲ φέρω νὰ σωθῆς.

Τώρα διαλάλησε σὲ ὅλους ὅσους θέλουν νὰ σωθοῦνε μέσα

στὴν πόλη τῆς Συχάρ,

στοὺς συγγενεῖς καὶ συμπατριῶτες σου, κι ἐλᾶτε ’δῶ

ὅλοι μαζὶ

ὅσοι διψᾶτε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ιθ΄ Τώρα, γυναίκα, λευτερώθηκες ἀπ’ τοῦ κακοῦ τὸ λάκκο

τὸν ἀβάσταχτο.

Ἐγώ, ὁ Ὁποῖος δὲν ἔχω οὔτε κουβὰ νὰ βγάλω νερό, τὴν

καρδιά σου καθάρισα

δίχως νερὸ καὶ ξελαμπικάρισα τὸν νοῦ σου καὶ νερὸ δὲ

χρειάστηκα.

Τόθελα καὶ σ’ ἔκαμα κατοικία μου καὶ σοῦ φανέρωσα

Ποιὸς εἶμαι καὶ νερὸ δὲν ἤπια.»

Πάνω στὴν ὥρα ποὺ λεγόντουσαν καὶ συνέβαιναν αὐτὰ

ἔφτασαν οἱ μαθητές.

Γιατί δὲν ἦσαν, ὅπως λέει ἡ γραφή, στὸ πηγάδι ἐνῶ

γινόντουσαν τὰ παραπάνω,

ἀλλὰ ἦρθαν τὸ κατόπιν καὶ καθὼς τὰ πληροφορήθηκαν

μὲ θαυμασμὸ ἐφώναξαν:

«Ὢ τῆς φιλανθρωπίας τῆς ἀνείπωτης, καταδέχτηκε

καὶ κατέβηκε τὴ γυναίκα νὰ βοηθήση,

Ἐκεῖνος ποὺ παρέχει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

κ΄ Ἐνίσχυσι καὶ δύναμι ἐπῆρε ἡ Σαμαρείτις καὶ τρέχει

στοὺς Σαμαρεῖτες

ἀφοῦ ἄφησε τὴ στάμνα κι ἔλαβε στοὺς ὤμους

τῆς καρδιᾶς της Ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει τὶς καρδιὲς καὶ

τὶς ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων.

Καὶ καθὼς ἔφτασε στὴν πόλι ἐδιαλάλησε παντοῦ μὲ

τέτοια λόγια:

«Γέροντες καὶ παιδιά, νεαροὶ καὶ κορίτσια, στὸ πηγάδι

τρέξτε γρήγορα.

Ξεχείλισε τὸ νερὸ καὶ ἄφθονο χύνεται γιὰ ὅλους.

Ἐκεῖ εὑρῆκα ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸν λέω

ἄνθρωπο, γιατί ἔχει ἔργα Θεοῦ,

ὅλα τὰ προλέγει καὶ τὰ προφητεύει, Αὐτὸς ποὺ θέλει

ὅλους νὰ σώση

καὶ παρέχει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

κα΄ Δὲν εἶπαν ἀπολύτως τίποτα οἱ ἀπόστολοι τοῦ Σωτῆρος

πού βρῆκαν νὰ συνομιλῆ μὲ τὴ γυναίκα Ἐκεῖνον ποὺ

ἦρθε

κι ἐγεννήθηκε στὴ γῆ ἀπ’ τὴν Παρθένο ἀπὸ μέριμνα

στοργικὴ παρακινούμενος.

Γιατί ἐνῶ ἐπῆγαν τρόφιμα γιὰ νὰ φέρουν, Τὸν βρῆκαν

φαγητὸ ὑπερφυσικὸ

νὰ δίνη σ’ ὅσους τὸ ζητοῦν, τροφὴ π’ ἀθανάτους τούς

κάνει. Κι ἀπάντησε στοὺς ἀποστόλους:

«Δικό μου φαγητὸ ποὺ μὲ χορταίνει εἶναι νὰ κάμνω

πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου.

Γι’ αὐτὸ τρώω φαγητὸ Ἐγὼ ποὺ σεῖς δὲν τὸ γνωρίζετε,

τὸ ὁποῖο ὅσοι τρῶνε

τοὺς προσφέρει τέλεια ζωὴ καὶ πίστι ἀναφαίρετη

πού δίνει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

κβ΄ Συγκεντρώθηκε κοντὰ στὸν Πλάστη ὁ λαός τῆς

Σαμάρειας,

ἄφησε τὰ σπίτια του κι ἔγινε μὲ τὴν πίστι

σὰν σπίτια Ἐκείνου ποὺ εἶπε στὶς θεόπνευστες Γραφές:

«Θὰ κατοικήσω μέσα τους καὶ θὰ περπατήσω ἀνάμεσά

τους», καθὼς εἶναι γραμμένο.

Σὲ τέτοια σπίτια, στοὺς πιστούς, ποὺ ἄφησαν τὰ πάντα,

γονεῖς, χωράφια κι ὅ,τι ἄλλο ἀγαπημένο,

Θεὸς τους θά ’μαι καὶ Σωτήρας ἀπ’ τὶς παγίδες τοῦ κακοῦ.

Κι αὐτοὶ θὰ μοῦ εἶναι λαὸς ἁγιασμένος καὶ θὰ προσφέρουν

κατοικία

στὴν ἄναρχη κι ἀχώριστη Ἁγία Τριάδα, ποὺ

πλουσιοπάροχα

πηγάζει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο, Ρωμανοῦ Μελωδοῦ «Ὕμνοι»,

ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ Ἀρχιμ. Ἀνανία Κουστένη, τ. Α΄

Περὶ τῆς ἐορτῆς τῆς Μεσοπεντηκοστῆς

26 Μαΐου, 2021
SearchCulture.gr | Μεσοπεντηκοστή

Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή, με την οποία θα ασχοληθούμε τώρα. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξί της.
Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ αυτή και περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη Δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής.
Και όμως κάποτε η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξη την Έκθεσι της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου για να ιδή το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολι, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορος Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903).
Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωϊ της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτιο για να μεταβή στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία.
Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγει την βασιλείαν υμών» και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτιο. Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητος.
Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασί της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράτασι του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους. Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής;
Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό.
Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτασίμων ημερών.
Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:
«Πάρεστιν η μεσότης ημερών,
των εκ σωτηρίου αρχομένων εγέρσεως
Πεντηκοστή δε τη θεία σφραγιζομένων,
και λάμπει τας λαμπρότητας
αμφοτέρωθεν έχουσα
και ενούσα τας δύο
και παρείναι την δόξαν προφαίνουσα
της δεσποτικής αναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή να έχη δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ ενός και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος αφ ετέρου, και «προφαίνει» την δόξαν της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθή μετά από 15 ημέρες.
Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας».
Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθή ο Χριστός σαν Μεσσίας – μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». «Δια ταύτην την αιτίαν την παρούσαν εορτήν εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες τον Μεσσίαν τε ανυμνούμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο.
Σ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που εξελέγη για την ημέρα αυτή (Ιω. 7, 14-30). Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει.
Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρά αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς η δεν είναι; Είναι η διδασκαλία του Ιησού εκ Θεού η δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού η κατασκευάσασα τον κόσμον. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής.
Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία.
Εκλέγομε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ’ ήχου:
Μεσούσης της εορτής
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
έλεγον οι Ιουδαίοι•
Πως ούτος οίδε γράμματα, μη μεμαθηκώς;
αγνοούντες ότι συ ει η Σοφία
η κατασκευάσασα τον κόσμον.
Δόξα σοι».

Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «Της εορτής μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, που έλαβε χώραν μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή.
Αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράσι του Κυρίου.«Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω.ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος» (Ιω. 7, 37-38). Και σχολιάζει ο Ευαγγελιστής.
«Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν» (Ιω. 7, 39).
Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή.
Ταίριαζαν εξ άλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθή πιο παραστατική εικόνα για να δειχθή ο χαρακτήρ του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που εδρόσισε το πρόσωπο της γης.
Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον, που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.
«Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος» (Ιω. 7, 38). «Και γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στην Σαμαρείτιδα (Ιω. 4, 14). Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος.
Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίησι και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαιρέτους ύμνους. Διαλέγομε τρεις, τους πιο χαρακτηριστικούς:
Το κάθισμα του πλ. δ’ ήχου προς το «Την Σοφίαν και Λόγον», που ψάλλεται μετά την γ’ ωδή του κανόνος στην ακολουθία του όρθρου:
«Της σοφίας το ύδωρ και της ζωής
αναβρύζων τω κόσμω, πάντας, Σωτήρ,
καλείς του αρύσασθαι
σωτηρίας τα νάματα•
τον γαρ θείον νόμον σου
δεχόμενος άνθρωπος,
εν αυτώ σβεννύει
της πλάνης τους άνθρακας.
Όθεν εις αιώνας
ου διψήσει, ου λήξει
του κόρου σου δέσποτα, βασιλεύ επουράνιε.
Δια τούτο δοξάζομεν
το κράτος σου, Χριστέ ο Θεός,
των πταισμάτων άφεσιν αιτούμενοι
καταπέμψαι πλουσίως
τοις δούλοις σου».

Το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής, το πρώτο του πλ. δ’ και το δεύτερο του δ’ ήχου:
«Μεσούσης της εορτής
διψώσάν μου την ψυχήν
ευσεβείας πότισον νάματα•
ότι πάσι, Σωτήρ εβόησας•
Ο διψών ερχέσθω προς με και πινέτω.
Η πηγή της ζωής, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι».


«Της εορτής της νομικής μεσαζούσης
ο των απάντων ποιητής και δεσπότης
προς τους παρόντας έλεγες, Χριστέ ο Θεός•
Δεύτε και αρύσασθαι ύδωρ αθανασίας.
Όθεν σοι προσπίπτομεν και πιστώς εκβοώμεν•
Τους οικτιρμούς σου δώρησαι ημίν,
συ γαρ υπάρχεις πηγή της ζωής ημών».


Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:

«Ο τον κρατήρα έχων
των ακενώτων δωρεών,
δος μοι αρύσασθαι ύδωρ
εις άφεσιν αμαρτιών•
ότι συνέχομαι δίψη,
εύσπλαγχνε μόνε οικτίρμον».

Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής.
Η έλλειψις ιστορικού υποβάθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακενώτου ύδατος.
Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περιφήμους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανηγέρθησαν, κατήντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής η του αγίου Πνεύματος η της αγίας Τριάδος η των Εισοδίων η της Κοιμήσεως της Θεοτόκου η και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.
________________________
Ο μακαρίτης Λειτουργιολόγος Ιωάννης Φουντούλης έγραψε κάπου (Λογική Λατρεία, έκδοση β΄ της Α.Δ. 1984, σελ 108-114) ότι η εορτή της του Θεού Σοφίας της Κωνσταντινούπολης ήταν η Μεσοπεντηκοστή.