Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Κυριακή των Αγίων Πάντων – του Ιωάννου Φουντούλη, αειμνήστου καθηγητού του Α.Π.Θ.- (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουνίου 12, 2017

https://i0.wp.com/blogs.auth.gr/moschosg/files/2014/02/Fountoulis.jpg

[απόσπασμα]

Με την Κυριακή των αγίων Πάντων, κατακλείεται ο κινητός κύκλος των εορτών, που άρχισε από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου. Στο κατανυκτικό Τριώδιο και στο χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο μας παρουσίασε η Εκκλησία όλο το έργο της θείας οικονομίας, με κέντρο την μεγάλη εορτή του Πάσχα.

Είδαμε την πτώσι των πρωτοπλάστων και την ανόρθωσι του γένους μας δια της αναστάσεως του Χριστού. Χαιρετίσαμε την έλευσι του Παρακλήτου στον κόσμο και πανηγυρίσαμε την γέννησι του νέου λαού του Θεού, τον εγκαινισμό και την έκχυσι του αγίου Πνεύματος, «επί πάσαν σάρκα». Σε στενό σύνδεσμο με την εορτή αυτή ευρίσκεται η παρούσα εορτή, η σφραγίς και το τέλος της μεγάλης εορταστικής περιόδου.

Έρχεται δηλαδή σαν απόδειξις του έργου της Εκκλησίας, της ενεργείας του αγίου Πνεύματος στον κόσμο. Γιατί μας παρουσιάζει τους καρπούς της σποράς εκείνης, τον θερισμό των λευκών χωρών που εστάλησαν να θερίσουν οι απόστολοι. Και όπως παρατηρεί πολύ ωραία ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο της ημέρας: οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν την εορτή αυτή μετά την κάθοδο του αγίου Πνεύματος για να δείξουν ότι η παρουσία του παναγίου Πνεύματος δια των αποστόλων επέτυχε να αγιάση και να σοφίση το ανθρώπινο φύραμα και να αποκαταστήση τους ανθρώπους στην θέσι των αγγέλων δια του Ιησού Χριστού, είτε με την προσφορά του μαρτυρικού των αίματος, είτε με την ενάρετο πολιτεία και διαγωγή των.

Και έργο υπερφυσικό διαπράττεται. Κατεβαίνει το Πνεύμα, ο Θεός, και ανεβαίνει ο χους, ο άνθρωπος. Ανεβάζει ο Λόγος του Θεού την θεωθείσα σάρκα και έλκει μαζί της και εκείνους που θέλουν να πράξουν έργα συνδιαλλαγής με το Θεό. Οι πρίν αποξενωμένοι από τον Θεό, ενώνονται με τον Θεό και γίνονται φίλοι Του. Τα έθνη προσφέρουν την απαρχή των, τους αγίους Πάντας.
Αλλά και ένας δεύτερος λόγος προεκάλεσε την σύστασι της συλλογικής αυτής εορτής. Πολλοί άγιοι είναι γνωστοί και τιμώνται με εορτές και πανηγύρεις από την Εκκλησία. Και σε πολλούς όμως άλλους εσκήνωσε το Πνεύμα το άγιον και τους καθηγίασε. Έμειναν όμως άγνωστοι και αφανείς. Αυτούς λοιπόν τους αγνώστους της αγίους τιμά σήμερα η Εκκλησία, όσους «κατά Χριστόν επολιτεύσαντο εν Ινδοίς και Αιγυπτίοις και Άραψι και Μεσοποταμία τε και Φρυγία και τοις άνωθεν του Ευξείνου˙ έτι δε και εν πάση τη Εσπερία άχρι και αυτών των Βρεττανικών νήσων, απλώς ειπείν εν Ανατολή και Δύσει».
Και ένας τρίτος λόγος προβάλλεται από τον συναξαριστή.

Όλοι οι άγιοι όσοι χωριστά τιμώνται θα ήταν επιβεβλημένο να συναθροισθούν σε μία κοινή εορτή, για να δειχθή με αυτόν τον τρόπο, ότι όλοι μαζί για ένα Χριστό αγωνίσθηκαν, σε ένα κοινό στάδιο, το στάδιο της χριστιανικής αρετής έτρεξαν, ενός Θεού δούλοι ήσαν και από αυτόν αξίως έλαβαν τους στεφάνους της νίκης. Για να είναι έτσι η κοινή εορτή κοινή παρόρμησις στους πιστούς, που πιστεύουν στον ίδιο Χριστό και είναι δούλοι του ιδίου Θεού και αγωνίζονται όπως και όλοι εκείνοι στον στίβο του αθλήματος της κατά Χριστόν πολιτείας.

Παρόρμησις, αλλά και βεβαία ελπίς ότι την δόξα εκείνων θα κατακτήσουν και οι σημερινοί αγωνισταί και στον χορό εκείνων θα συναριθμηθούν και εκείνοι, που βαστάζουν σήμερα «το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα».1 Ότι η εορτή αυτή θα είναι αύριο και δική μας εορτή , όταν η χάρις του Θεού ευδοκήση να μας καλέση στον μακάριο κόσμο της θριαμβευούσης στον ουρανό Εκκλησίας.

Γιατί με την ελπίδα αυτή ζούν τα τέκνα της Εκκλησίας˙ ότι και αυτά που ακούουν σήμερα το «Τη σήμερον ημέρα, Κυριακή μετά την Πεντηκοστήν, την των απανταχού της οικουμένης εν Ασία , Λιβύη και Ευρώπη, Βορρά τε και Νότω, αγίων πάντων εορτήν εορτάζωμεν» κάποτε θα συνεορτάζουν και θα συνεορτάζωνται μαζί με αυτούς…

«Του Κυρίου μου πάντας υμνώ τους φίλους,
εί τις δε μέλλων εις τους πάντας εισίτω».

1. Ματθ. 20, 12.

Ψυχοσὰββατο

Ιουνίου 3, 2017

Σχετική εικόνα

Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής, λέγεται – «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο.
Είναι το δεύτερο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το πρώτο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω).
Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής:
Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών,

«οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ’ αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».

Ο Άγιος Ιωάννης ο Pώσσος και ο Όσιος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας (ἀπὸ τὸν Μπὰμπη)

Μαΐου 27, 2017

Σχετική εικόνα

Ο Γέροντας Ιάκωβος τακτικά επισκεπτόταν τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο κυρίως πηγαίνοντας για την Αθήνα για τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν: «Κάποτε,έλεγε, πήγα και βλέπω τον Άγιο ζωντανό μέσα στη λάρνακά του. Του λέω:
–Άγιε μου πώς περνούσες στη Μικρά Ασία, τι αρετές είχες και αγίασες;
Ο Άγιος μου απάντησε:
–Μέσα στην σπηλιά που ήταν στάβλος κοιμόμουνα και με τα άχυρα σκεπαζόμουνα τον χειμώνα για να μην κρυώνω. Είχα και την ταπείνωση και την πίστη.
Σε λίγο μου λέει:
-Περίμενε, πάτερ Ιάκωβε, γιατί ήρθαν τώρα δύο άνθρωποι και με παρακαλούν για ένα παιδί άρρωστο. Περίμενε να πάω να το βοηθήσω.
Ξαφνικά άδειασε η λάρνακα γιατί ο Άγιος έφυγε. Σε λίγη ώρα ξαναγύρισε, δεν τον είδα πώς γύρισε, αλλά τον είδα να τακτοποιείται μέσα στη λάρνακά του σαν ένας άνθρωπος»!

Το Ιερό λείψανο του Αγίου Ιωάννη «αλλάζει πλευρό»- θέση όπως είναι ξαπλωμένο, ενίοτε και μπροστά στον κόσμο-προσκυνητές- και ακούγεται θόρυβος από εκεί. Μάλιστα, μια από τις φορές που έγινε αυτό, το 1990, ήταν παρών και ο μακαριστός και όσιος γέροντας Ιάκωβος, ο οποίος για να καθησυχάσει τον κόσμο που τρόμαξε είπε:
«Χριστιανοί μου μη φοβάστε, ο άγιος είναι ζωντανός απλά άλλαξε πλευρό…»

Είναι περίεργο ότι ο γέροντας Ιάκωβος ένιωθε αλλιώς για τους άλλους Αγίους και αλλιώς για τον όσιο Ιωάννη το Ρώσο, τον όποιο μάλιστα καλούσε για βοήθεια μαζί με τον όσιο Δαβίδ. Όταν καλούσε και τους δύο, έδινε την εντύπωση ότι ο όσιος Ιωάννης ήτανε αναγκαίος ως νεώτερος, να τρέξει γρηγορότερα, επειδή ο όσιος Δαβίδ ήτανε γηραιός. Με τον όσιο Ιωάννη όμως δεν γινόταν επιτακτικός, όπως με τον όσιο Δαβίδ.
Ντρεπόταν ακόμη και να λειτουργήσει στο Προσκύνημα του όσιου Ιωάννη, στο Προκόπι. Του ζητούσαν:
ιερό λείψανο του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου-Ελάτε, π. Ιάκωβε, να λειτουργήσετε στον όσιο Ιωάννη.
Και κείνος απαντούσε:
–Είμαι άξιος εγώ ο χοϊκός να βρεθώ μπροστά στο θείο Ιωάννη!
Και πάντα, όταν πρόφερε το όνομα του όσιου Ιωάννη, τον οποίο συχνότερα έλεγε «θείο Ιωάννη» και «Ομολογητή», η φωνή του στις λέξεις «θείος» και «Ομολογητής» έπαιρνε μια μεγαλόπρεπη επισημότητα,λες κι έβλεπε τον άγιο μπροστά του και τον προσφωνούσε ως βασιλέα.

Τον όσιο Ιωάννη όχι μόνο τον παρακαλούσε να συντρέχει στις ανάγκες των πιστών, μα τον έβλεπε ζωντανό, έξω από τη λάρνακα του, να σπεύδει σε βοήθεια. Το 1986, ο π. Ιάκωβος διηγόταν πως ο άγιος Ιωάννης εργάζεται ζωντανός έξω από τη λάρνακα. Τον ρώτησα χαμηλόφωνα, καθώς καθόμουν δίπλα του:
-Τον είδατε σεις έξω;
Ο γέροντας συνέχισε, γιατί στη συζήτηση βρισκόσανε κι άλλοι. Το ίδιο ερώτημα, του το έκανα δυο φορές ακόμα, χαμηλόφωνα, να μην ακούσουνε οι άλλοι. Τότε αφοπλιστικά, χωρίς ν’ αλλάξει ρυθμό, απάντησε:
-Αφού τον βλέπεις το πρωί, που μαζεύεται ο Άγιος και μπαίνει στη λάρνακα του! Είναι ώρες που δε βρίσκεται στη λάρνακα!

Το θαύμα τούτο, ότι κάποτε ο Άγιος Ιωάννης δε βρίσκεται στη λάρνακα του, το έχουνε διαπιστώσει και άλλοι, όπως ο ιερέας-προϊστάμενος του Προσκυνήματος. Ο όσιος Ιωάννης αξίωνε το μακαριστό γέροντα με διαλογική συζήτηση εναργή και αφοπλιστική. Ακόμα περισσότερο, ο γέροντας έβλεπε ολόσωμο και ζωντανό τον Όσιο, με τον όποιο συζητούσε. Επιστρέφοντας από ιατρικές εξετάσεις, πέρασε, όπως πάντα, να προσκυνήσει τον όσιο Ιωάννη.

Γονάτισε στη λάρνακα του οσίου και σε λίγο είδε τον Όσιο να του λέει, καθώς τα διηγήθηκε ο ίδιος ο γέροντας:
-Έχω μια δουλειά τώρα και πρέπει να φύγω. Εσύ να μη δεχτείς να κάνεις Εσπερινό μέχρι να επιστρέψω.
Όταν γύρισε ο Άγιος, του είπε:
–Νομίζεις ότι ευλογώ όλους όσους έρχονται εδώ; Να, αυτή τη γυναίκα, που προσκύνησε τώρα με τα παιδιά της, δεν την ευλόγησα.
«Γιατί»; ρώτησε ο π. Ιάκωβος.
-Γιατί βλαστημάει τα παιδιά της!

Στις 15 Ιουλίου 1990, ημέρα Κυριακή, το πρωί, μόλις ο π. Ιάκωβος (Τσαλίκης) κατέβηκε από το κελλάκι του στο Ναό για την Θεία Λειτουργία, περιέγραφε μέσα στο ιερό με πρόσωπο εκστατικό σε Πατέρες της Μονής του όσα ο Θείος Ιωάννης ο Ρώσος «πνευματικώ τω τρόπω» του είχε πει την νύχτα που πέρασε – «ο Θεός οίδε πως» – εμπρός στην Ιερή Λάρνακα με το αδιαλώβητο σκήνος Του στο Ναό Του στο Προκόπι.
– «Νομίζουν πως κοιμάμαι, ότι είμαι νεκρός, και δεν με υπολογίζουν οι Χριστιανοί. Εγώ όμως είμαι ζωντανός. Τους πάντες βλέπω. Το σώμα μου είναι μέσα, αλλά εγώ εξέρχομαι πολλές φορές από την λάρνακά μου. Τρέχω ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους βοηθήσω. Πολύς ο πόνος. Αυτοί δε με βλέπουν. Εγώ τους βλέπω και τους ακούω τι λένε. Και πάλι μπαίνω στη λάρνακα μου. Αλλά άκουσε Πάτερ μου να σου πω. Πολλή η αμαρτία στο κόσμο, πολλή η ασέβεια και πολλή η απιστία».
Γέροντας Ιάκωβος της Εύβοιας – «Γιατί τα λες αυτά άγιέ μου»; Του απάντησα. «Δεν βλέπεις πόσος κόσμος έρχεται στη χάρη σου και σε προσκυνά»;
– «Πολλοί έρχονται, Πάτερ Ιάκωβε, αλλά λίγα είναι τα τέκνα μου», πρόσθεσε ο Όσιος και συνέχισε.
– «Για αυτό πρέπει να γίνει πόλεμος. Γιατί πολλή η αμαρτία στον κόσμο».
– «Όχι, άγιε μου» του είπα ταραγμένος. «Από μικρό παιδί όλο σε πολέμους και ταλαιπωρίες βρέθηκα. Στην Μικρά Ασία που γεννήθηκα αλλά και όταν ήλθαμε στην Ελλάδα. Ύστερα άγιε μου αν γίνει έξαφνα ο πόλεμος θα χαθούν και ψυχές πριν προφτάσουν να μετανοήσουν».
– «Πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος», απάντησε λυπημένα με μια σταθερή φωνή ο Όσιος».

Πηγή: Από το βιβλίο «ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ Ο Μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης».

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ -ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ-

Μαΐου 25, 2017
Αποτέλεσμα εικόνας για αναληψις του κυριου

«Βλέπετε αυτή τη κοινή για μας εορτή και ευφροσύνη, την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εχάρισε με την ανάσταση και ανάληψή του στους πιστούς; Επήγασε από θλίψη.

Βλέπετε αυτή τη ζωή, μάλλον δε την αθανασία; Επιφάνηκε σε μας από θάνατο.

Βλέπετε το ουράνιο ύψος, στο οποίο ανέβηκε κατά την ανύψωσή του ο Κύριος και την υπερδεδοξασμένη δόξα που δοξάσθηκε κατά σάρκα; Το πέτυχε με τη ταπείνωση και την αδοξία. Όπως λέγει ο απόστολος γι’ αυτόν, «εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, γι’ αυτό κι’ ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνατο επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και να διακηρύξει κάθε γλώσσα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος σε δόξα Θεού Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Εάν λοιπόν ο Θεός υπερύψωσε το Χριστό του για το λόγο ότι ταπεινώθηκε, ότι ατιμάσθηκε, ότι πειράσθηκε, ότι υπέμεινε επονείδιστο σταυρό και θάνατο για χάρη μας, πως θα σώσει και θα δοξάσει και θα ανυψώσει εμάς, αν δεν επιλέξωμε τη ταπείνωση, αν δεν δείξουμε τη προς τους ομοφύλους αγάπη, αν δεν ανακτήσωμε τις ψυχές μας δια της υπομονής των πειρασμών, αν δεν ακολουθούμε δια της στενής πύλης και οδού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, τον σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αυτήν; «διότι, και ο Χριστός έπαθε για μας, αφήνοντάς μας υπογραμμό (παράδειγμα), για να παρακολουθήσουμε τα ίχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).

Η ενυπόστατος Σοφία του υψίστου Πατρός, ο προαιώνιος Λόγος, που από φιλανθρωπία ενώθηκε μ’ εμάς και μας συναναστράφηκε, ανέδειξε τώρα εμπράκτως μια εορτή πολύ ανώτερη και από αυτή την υπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τη διάβαση, της σ’ αυτόν ευρισκομένης φύσεώς μας, όχι από τα υπόγεια προς την επιφάνεια της γης, αλλά από τη γη προς τον ουρανό του ουρανού και προς τον πέρα από αυτόν θρόνο του δεσπότη των πάντων.

Σήμερα ο Κύριος όχι μόνο στάθηκε, όπως μετά την ανάσταση, στο μέσο των μαθητών του, αλλά και αποχωρίσθηκε από αυτούς και, ενώ τον έβλεπαν, αναλήφθηκε στον ουρανό και εισήλθε στ’ αληθινά άγια των αγίων «και εκάθησε στα δεξιά του Πατρός πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και από κάθε όνομα και αξίωμα, που γνωρίζεται και ονομάζεται είτε στον παρόντα είτε στον μέλλοντα αιώνα».(Εφ. 1:20)

Γιατί λοιπόν στάθηκε στο μέσο τους κι’ έπειτα τους συνόδευσε; «Τους εξήγαγε, λέγει, έξω έως τη Βηθανία», αλλά «και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24:50). Το έκαμε για να επιδείξει τον εαυτό του ολόκληρο σώο και αβλαβή, για να παρουσιάσει τα πόδια υγιή και βαδίζοντα σταθερά, αυτά που υπέστησαν τα τρυπήματα των καρφιών, τα ομοίως επί του σταυρού καρφωμένα χέρια, την ίδια τη λογχισμένη πλευρά, αν έφεραν πάνω τους, τους τύπους των πληγών, προς διαπίστωση του σωτηριώδους πάθους.

Εγώ δε νομίζω ότι δια του «στάθηκε στο μέσο των μαθητών» δεικνύεται και το ότι αυτοί στηρίχθηκαν στη πίστη προς αυτόν, με αυτή τη φανέρωση και ευλογία του. Γιατί δεν στάθηκε μόνο στο μέσο όλων αυτών, αλλά και στο μέσο της καρδιάς του καθενός, γιατί από εκείνη την ώρα οι απόστολοι του Κυρίου έγιναν σταθεροί και αμετακίνητοι.

Στάθηκε λοιπόν στο μέσο τους και τους λέγει, «ειρήνη σε σας», τούτη τη γλυκιά και σημαντική και συνηθισμένη του προσφώνηση. Την διπλή ειρήνη, προς το Θεό που είναι γέννημα της ευσέβειας και αυτή που έχουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας. Και καθώς τους είδε φοβισμένους και ταραγμένους από την ανέλπιστη και παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ότι βλέπουν πνεύμα – φάντασμα, αυτός τους ανέφερε πάλι τους διαλογισμούς της καρδιάς των, και αφού έδειξε ότι είναι αυτός ο ίδιος, πρότεινε τη διαβεβαίωση δια της εξετάσεως και ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, όχι γιατί είχε ανάγκη τροφής, αλλά για επιβεβαίωση της αναστάσεώς του.

Έφαγε δε μέρος ψητού ψαριού και μέλι από κηρύθρα, που είναι και αυτά σύμβολα του μυστηρίου του. Δηλαδή ο Λόγος του Θεού ένωσε στον εαυτό του καθ’ υπόσταση τη φύση μας, που σαν ιχθύς κολυμπούσε στην υγρότητα του ηδονικού και εμπαθούς βίου, και την καθάρισε με το απρόσιτο πυρ της Θεότητός του. Με κηρύθρα δε μελισσιού μοιάζει η φύση μας γιατί κατέχει το λογικό θησαυρό τοποθετημένο στο σώμα σαν μέλι στη κηρύθρα. Τρώγει από αυτά ευχαρίστως γιατί καθιστά φαγητό του τη σωτηρία του καθενός από τους μετέχοντας της φύσεως. Δεν τρώει ολόκληρο, αλλά μέρος «από κηρύθρα μέλι» επειδή δεν πίστευσαν όλοι και δεν το παίρνει μόνος του, αλλά προσφέρεται από τους μαθητές, γιατί του φέρνουν μόνο τους πιστεύοντες σ’ αυτόν, χωρίζοντάς τους από τους απίστους.

Κατόπιν τους υπενθύμισε τους λόγους του πριν το πάθος, που όλοι πραγματοποιήθηκαν. Τους υποσχέθηκε να τους στείλει το άγιο Πνεύμα, τους είπε να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να λάβουν δύναμη από ψηλά. Μετά τη συζήτηση ο Κύριος τους έβγαλε από το σπίτι και τους οδήγησε έως τη Βηθανία και αφού τους ευλόγησε, όπως αναφέραμε, αποχωρίσθηκε από αυτούς και ανυψώθηκε προς τον ουρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σαν όχημα και ανήλθε ενδόξως στους ουρανούς, στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός, καθιστώντας ομόθρονο το φύραμά μας.

Καθώς οι Απόστολοι δεν σταματούσαν να κοιτάζουν τον ουρανό, με τη φροντίδα των αγγέλων πληροφορούνται ότι έτσι θα έλθει πάλι από τον ουρανό και «θα τον ιδούν όλες οι φυλές της γης, να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». (Ματθ. 24: 30). Τότε οι μαθητές αφού προσκύνησαν από το Όρος των Ελαιών, από όπου αναλήφθηκε ο Κύριος, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ χαρούμενοι, αινώντας και ευλογώντας το Θεό και αναμένοντες την επιδημία του θείου Πνεύματος.

Όπως λοιπόν εκείνος έζησε και απεβίωσε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι’ εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι. Την ανάληψη όμως δεν θα πετύχουμε όλοι, αλλά μόνο εκείνοι για τους οποίους ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος, όσοι προ του θανάτου σταύρωσαν την αμαρτία δια της μετανοίας, μόνο αυτοί θα αναληφθούν μετά την κοινή ανάσταση σε νεφέλες προς συνάντηση του Κυρίου στον αέρα. (Α’ Θεσ. 4:17).

Ας έρθουμε στο υπερώο μας, στο νου μας προσευχόμενοι, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας για να πετύχουμε την επιδημία του Παρακλήτου και να προσκυνήσουμε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο».

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ Του π. Ἀλεξ. Σμέμαν (ἀπὸ Μπὰμπη)

Απρίλιος 18, 2017

Σχετική εικόνα

Το βασικό μας θέμα είναι το κήρυγμα της Ανάστασης, ή καρδιά του Χριστιανισμού. Θα ήθελα με έμφαση να τονίσω πώς δεν αναφέρομαι γενικά στην αθανασία της ψυχής μετά το χωρισμό της από το σώμα, ούτε απλά σε μια μορφή μυστικής και ασώματης ύπαρξης έντός ενός «άλλου», μυστηριώδη και νεφελώδη κόσμου. Μιλώ πολύ συγκεκριμένα για την Ανάσταση.

«Άναστήσονται οι νεκροί και έγερθησονται οι εν τοις μνημείοις και πάντες οι εν τη γή άγαλλιάσονται»! Πώς αντηχούν αυτές οι λέξεις!

Πόσο θριαμβευτικές, χαρμόσυνες και γεμάτες απαντοχή ! Πόσο ελπιδοφόρα μάς προϊδεάζουν για τα επερχόμενα, καθώς τις ακούμε αργά τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής, όταν ήδη έχει αρχίσει μέσα από το σκοτάδι και τη θλίψη του Σταυρού, του μνήματος και τών «όθονίων», να λάμπει το ολόλαμπρο φώς του επερχόμενου Πάσχα. Έτσι ακριβώς όπως μάς διαβεβαιώνει με απλότητα το αρχαιότερο χριστιανικό σύμβολο πίστεως, το αποκαλούμενο Αποστολικό Σύμβολο:

«Πιστεύω εις… σαρκός άνάστασιν».
Όταν ό Χριστός, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, εμφανίστηκε μετά την Ανάστασή Του στους έντρομους και σαστισμένους μαθητές, εκείνοι «έδόκουν πνεύμα θεωρεΐν» – νόμισαν πώς βλέπουν φάντασμα. Τους είπε:
«Τί τεταραγμένοι έστέ… εγώ ειμί- ψηλαφήσατε με και ίδετε ότι πνεύμα σάρκα και όστέα ούκ έχει καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα». Και στη συνέχεια πήρε ψάρι και ψωμί και «ενώπιον αυτών έφαγεν» (Λουκ. 24,36-43).
Οι μαθητές ξεκίνησαν από την Ιερουσαλήμ με το μήνυμα της Ανάστασης και κήρυξαν την ανάσταση των νεκρών μέχρι τις εσχατιές της γης. Κι αυτή ή πίστη, αυτή ή χαρμόσυνη αγγελία, αυτό το κήρυγμα έγινε ή χαρά και ή ζωή εκείνων που έκαναν τά λόγια τών Αποστόλων δικά τους.

Ωστόσο, για κείνη την εποχή το κήρυγμα της Ανάστασης ήταν παράλογο, ανήκουστο. Ό τότε κόσμος μπορούσε διστακτικά να δεχτεί την έννοια της αθανασίας της ψυχής, μα την ανάσταση τών σωμάτων τη θεωρούσε ολότελα γελοία.

Όταν ό απόστολος Παύλος κήρυξε την Ανάσταση στην Αθήνα, στο απόλυτο κέντρο της ελληνικής σοφίας και καλλιέργειας, οι φιλόσοφοι που τον άκουσαν γέλασαν και του είπαν: «άκουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πράξ. 17,32).

Όμως είμαι πεπεισμένος ότι ακόμα και τώρα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά τη θεμελίωση του Χριστιανισμού, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για την ανθρωπότητα να κατανοήσει αυτό το μήνυμα, να κατανοήσει το γιατί ή ίδια ή ύπαρξη του Χριστιανισμού στηρίζεται πάνω σ’ αυτήν τη διδασκαλία.

Πράγματι, το Πάσχα είναι για μάς γιορτή. Αναμφισβήτητα κάτι συμβαίνει μέσα μας όταν κάθε χρόνο ή σιωπή του δειλινού εκείνης της μέρας ραγίζει από το «Χριστός άνέστη!» και από τη μοναδική απόκριση σ’ αυτό, το «Αληθώς άνέστη!».

Όμως, αν εκείνη τη στιγμή επιχειρήσουμε να στοχαστούμε το νόημα όλων αυτών, να στοχαστούμε το αληθινό περιεχόμενο της γιορτής τού Πάσχα, την αιτία της χαράς μας και το νόημά της για μάς -για μένα-, τότε όλα γίνονται θολά και δυσνόητα.

«Ανάσταση των σωμάτων» — τί εννοούμε, αλήθεια, μ’ αυτό; Τί γίνεται μ’ αυτό το σώμα που αναλύθηκε στη γη κι επέστρεψε στο μυστηριώδη κύκλο της φύσης; Μήπως πρέπει να περιμένουμε ότι αυτά τα κόκαλα θα αναστηθούν;

Και γιατί αλήθεια, χρειαζόμαστε σώμα σ’ αυτόν το μυστικό , πνευματικό «άλλο» κόσμο; Δεν μάς δίδαξαν οι μύστες κι οι σοφοί όλων τών εποχών ότι ίσα ίσα το θετικό νόημα τού θανάτου είναι ότι μάς απελευθερώνει από τη φυλακή, όπως λένε, τού σώματος κι από τη μακρόχρονη εξάρτηση από την υλική, φυσική, σωματική ζωή, καθιστώντας τις ψυχές μας φωτεινές, άυλες, ελεύθερες, πνευματικές ;

Ίσως να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε αυτό το ερώτημα μέσα από μια νέα προοπτική, αν εξετάσουμε το νόημα του σώματος προσεκτικότερα• κι επιπλέον, όχι άφηρημένα, όχι φιλοσοφικά, άλλα θα έλεγα, πρακτικά.

Με άλλα λόγια, πρέπει να εξετάσουμε το ρόλο που το σώμα διαδραματίζει στη ζωή μας, στη δική μου ζωή.

Είναι ασφαλώς τελείως ξεκάθαρο ότι τά πάντα στο σώμα μας είναι παροδικά κι εφήμερα. Οι βιολόγοι έχουν υπολογίσει ότι όλα τά κύτταρα του σώματός μας ανανεώνονται κάθε επτά χρόνια.

Επομένως, από άποψη φυσιολογίας κάθε επτά χρόνια έχουμε καινούργιο σώμα. Κατά συνέπεια, το σώμα που στο τέλος της ζωής μου εναποτίθεται στο μνήμα ή που αναλώνεται στην πυρά δεν είναι πλέον το ίδιο σώμα με όλα τά προηγούμενα. Και σε τελευταία ανάλυση, καθένα από τά σώματά μας δεν είναι τίποτα άλλο από την ατομική μας ενσάρκωση μέσα στον κόσμο – αφενός μεν με τη μορφή της εξάρτησής μας από τον κόσμο, και αφετέρου με τη μορφή της ζωής και της δραστηριότητάς μας εντός του κόσμου.

Στην ουσία, το σώμα μου είναι ή σχέση μου με τον κόσμο, με τούς άλλους• είναι ή ζωή μου ως κοινωνία, ως αμοιβαιότητα. Καθετί ανεξαιρέτως μέσα στο σώμα, μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό , έχει δημιουργηθεί γι’ αυτήν τη σχέση, γι’ αυτήν την κοινωνία,γι’ αυτήν την έξοδο από την ατομικότητα.

Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ή αγάπη, ή υψηλότερη μορφή κοινωνίας, βρίσκει την ενσάρκωσή της στο σώμα: το σώμα είναι πού βλέπει, άκουει, αισθάνεται και με εξάγει μ’ αυτόν τον τρόπο από την εγωκεντρική μου μόνωση.

Αν ισχύουν πράγματι όλα αυτά, τότε μπορούμε να αντιτάξουμε πώς το σώμα δεν είναι ό σκοτασμός της ψυχής, άλλα μάλλον ή ελευθερία της, αφού το σώμα είναι ή ψυχή ως Αγάπη, ως κοινωνία, ως ζωή, ως κίνηση.

Κι αυτός είναι ό λόγος πού ή ψυχή, όταν χωρίζεται από το σώμα, όταν χάνει το σώμα, χάνει και την ίδια τη ζωή, πεθαίνει – έστω κι αν αυτός ό θάνατός της δεν είναι μια ολική εκμηδένιση, άλλα μια λανθάνουσα κατάσταση, κάτι σαν κοίμηση.

Κι έτσι, κάθε μορφή ύπνου -όχι μόνο ή κοίμηση τού θανάτου – είναι ένα είδος θανής για τον οργανισμό, αφού κατά τη διάρκεια τού ύπνου, αυτό ακριβώς το σώμα είναι που κοιμάται και παραμένει ανενεργό.

Και σ’ αυτήν την κατάσταση δεν συναντούμε ζωή αληθινή, άλλα ζωή που έχει ανασταλεί – δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά μόνο ύπνος. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε όταν ό Χριστιανισμός μιλάει για ανάσταση τών σωμάτων, δεν εννοεί ζωοποίηση τών οστών και τών μυών, αφού τα οστά και οι μύες και ολόκληρος ό υλικός κόσμος είναι «πουκάμισο αδειανό» -τίποτα παραπάνω από κάποια βασικά φυσικά στοιχεία, τίποτα παραπάνω τελικά από άτομα. Και στα στοιχεία αυτά δεν υπάρχει τίποτα το προσωπικό, τίποτα που να έχει αιώνια προοπτική για μένα.

Ό Χριστιανισμός μιλά για την αποκατάσταση της ζωής ως κοινωνίας. Μιλά για το πνευματικό εκείνο σώμα που ξεδιπλώθηκε στο κύλισμα της ζωής μας μέσα από την αγάπη και τις αναζητήσεις μας, μέσα από τις σχέσεις μας, μέσα από την έξοδο από τον εγωισμό μας. Δεν μιλά για τη διαιώνιση της ύλης, αλλά για την έσχατη άποπνευματοποίησή της, για την τελική μεταστοιχείωση τού κόσμου σε αληθινό σώμα -το σώμα της ζωής
και της αγάπης της ανθρωπότητας.

Ό Χριστιανισμός μιλά για την αποκατάσταση του κόσμου σε ολοκληρωτική κοινωνία με τη Ζωή.

Δεν λατρεύει τα κοιμητήρια και τις ταφόπλακες ή χριστιανική λατρεία. Το χριστιανικό κήρυγμα δεν αναφέρεται στην αποσύνθεση ενός μεμονωμένου μέρους της ύλης που χρησίμευε κάποτε ως σώμα κάποιου ανθρώπου.

Το κήρυγμα του Χριστιανισμού μιλά για την ανάσταση της ζωής στην πληρότητα και ολοκλήρωσή της «εν τω πληρώματι της αγάπης».
Αυτό το κήρυγμα είναι που αποκαλύπτει το νόημα τού Πάσχα. Μέσα σ αυτό φωλιάζει ή χαρά και ή δυναμική τού Χριστιανισμού. «Κατεπόθη ό θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορ. 15,54).

Περὶ τοῦ Ἀκαθὶστου Ὓμνου

Μαρτίου 31, 2017

Σχετική εικόνα

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος.

Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σ

ε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση.

Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.

Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου.

Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 – 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.).

Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄.

Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος».

Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό.

Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου.

Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 – 730 μ.Χ.) , ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου.

Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς».

Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο  τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 – 749 μ.Χ.) , ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου.

Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας.
Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας.
Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ -Περὶ ἀγάπης, ἐλπίδος καὶ πίστεως- (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαρτίου 27, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ιωάννης της κλίμακος

Νυνί δε λοιπὸν – ὕστερα ἀπὸ ὅλα τὰ προηγούμενα – μένει τὰ τρία ταῦτα – τὰ ὁποῖα σφίγγουν καὶ διατηροῦν τὸν σύνδεσμο ὅλων – πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· μείζων δὲ πάντων ἡ ἀγάπη» (πρβλ. Α´ Κορ. ιγ´ 13), διότι καὶ ὁ Θεὸς ἀγάπη ὀνομάζεται (πρβλ. Α´ Ἰωάν. δ´ 16). Ἐγὼ ὅμως τὴν μία τὴν βλέπω σὰν ἀκτίνα, τὴν ἄλλη σὰν φῶς καὶ τὴν Τρίτη σὰν ἡλιακὸ δίσκο, καὶ ὅλες μαζὶ σὰν ἕνα φωτεινὸ ἀπαύγασμα καὶ μία καὶ τὴν αὐτὴν λαμπρότητα.

Ἡ μία, ἡ πίστις, δύναται νὰ ἐπιτελέση τὰ πάντα. Ἡ ἄλλη, ἡ ἐλπίς, περικυκλώνει μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν καταισχύνει τὸν ἐλπίζοντα. Καὶ ἡ Τρίτη, ἡ ἀγάπη, δὲν πέφτει ποτὲ ἀπὸ τὸ ὕψος της οὔτε σταματᾶ ἀπὸ τὸ τρέξιμό της οὔτε ἐπιτρέπει σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἐπλήγωσε μὲ τὰ βέλη της νὰ ἠρεμήση ἀπὸ τὴν «μακαρίαν μανίαν» ποὺ τοῦ ἐπροξένησε.

2. Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ὁμιλῆ γιὰ τὴν ἀγάπη εἶναι σὰν νὰ ἐπιχειρῆ νὰ ὁμιλῆ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεόν. Ἡ ἀνάπτυξις ὅμως ὁμιλίας περὶ Θεοῦ εἶναι πράγμα ἐπισφαλὲς καὶ ἐπικίνδυνο σὲ ὅσους δὲν προσέχουν. Γιὰ τὴν ἀγάπη γνωρίζουν νὰ ὁμιλοῦν οἱ Ἄγγελοι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ τῆς θείας ἐλλάμψεώς τους. Ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, καὶ ὅποιος προσπαθεῖ νὰ δώσῃ ὁρισμὸ τοῦ Θεοῦ ὁμοιάζει μὲ τυφλὸ ποὺ μετρᾶ στὴν ἄβυσσο τοὺς κόκκους τῆς ἄμμου.

3. Ἡ ἀγάπη, ὡς πρὸς τὴν ποιότητά της εἶναι ὁμοίωσις μὲ τὸν Θεόν, ὅσο βέβαια εἶναι δυνατὸν στοὺς ἀνθρώπους. Ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειά της, μέθη τῆς ψυχῆς. Ὡς πρὸς δὲ τὶς ἰδιότητές της, πηγὴ πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.

4. Ἡ ἀγάπη κυρίως εἶναι ἡ ἀπόρριψις κάθε ἐχθρικῆς καὶ ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ᾿ ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τὸ κακόν» (Α´ Κορ. ιγ´ 5). Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀπάθεια καὶ ἡ υἱοθεσία μόνο στὴν ὀνομασία διαφέρουν. Ὅπως ταυτίζεται ἡ ἐνέργεια στὸ φῶς, στὴν φωτιὰ καὶ στὴν φλόγα, ἔτσι νὰ σκέπτεσαι ὅτι συμβαίνει καὶ σ᾿ αὐτές. Ὅσο ποσὸν ἀγάπης λείπει, τόσο ποσὸν φόβου ὑπάρχει. Διότι ὅποιος δὲν ἔχει φόβο ἢ εἶναι γεμάτος ἀπὸ ἀγάπη ἢ εἶναι νεκρωμένος ψυχικά.

5. Δὲν εἶναι ἀπρεπὲς ἐὰν ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα γιὰ τὸν πόθο καὶ τὸν φόβο καὶ τὴν ἐπιμέλεια καὶ τὸν ζῆλο καὶ τὴν δουλεία καὶ τὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ.

Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε τέτοιο πόθο πρὸς τὸν Θεόν, ὡσὰν αὐτὸν ποὺ ἔχει ὁ μανιώδης ἐραστὴς πρὸς τὴν ἐρωμένη του.

Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ ἐφοβήθηκε τὸν Κύριον, ὅσο οἱ ὑπόδικοι τὸν δικαστή.

Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ ἔδειξε τόση ἐπιμέλεια καὶ φροντίδα στὰ πνευματικά, ὅσο οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι στὸν κύριό τους.

Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ ἔδειξε τόση ζηλοτυπία γιὰ τὶς ἀρετές, ὅση οἱ σύζυγοι ποὺ προσέχουν ζηλότυπα τὶς γυναῖκες τους.

Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ἵσταται ἐμπρὸς στὸν Κύριον ὅπως οἱ ὑπηρέτες ἐμπρὸς στὸν βασιλέα.

Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ συνεχῶς νὰ περιποιῆται καὶ νὰ ἀναπαύη τὸν Κύριον ὅπως ἔτυχε νὰ περιποιηθῇ καὶ νὰ ἀναπαύση (σεβαστούς) ἀνθρώπους.

Δὲν προσκολλᾶται τόσο πολὺ ἡ μητέρα στὸ βρέφος ποὺ θηλάζει, ὅσο ὁ υἱὸς τῆς ἀγάπης στὸν Κύριον.

6. Ὁ πραγματικὸς ἐραστὴς φέρνει πάντοτε στὸν νοῦ του τὸ πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου του καὶ τὸ ἐναγκαλίζεται μυστικὰ μὲ ἡδονή. Αὐτὸς ποτέ, οὔτε καὶ στὸν ὕπνο του δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάση, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ βλέπει τὸ ποθητὸ πρόσωπο καὶ συνομιλεῖ μαζί του. Ἔτσι συμβαίνει στὸν σωματικὸ ἔρωτα. Ἔτσι συμβαίνει καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἂν καὶ ἔχουν σῶμα εἶναι ἀσώματοι (καὶ ἀσκοῦν τὸν πνευματικὸ ἔρωτα).

7. Κάποιος ποὺ ἐκτυπήθηκε ἀπὸ αὐτὸ τὸ βέλος ἔλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του – πράγμα ποὺ μὲ κάνει νὰ θαυμάζω – : «Ἐγὼ καθεύδω» ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς φύσεως, «ἡ δὲ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» ἀπὸ τὸ πλῆθος τοῦ ἔρωτος (πρβλ. Ἆσμα ε´ 2).

8. Πρέπει νὰ σημειώσης καὶ τοῦτο, ὡς ἀφωσιωμένε φίλε, ὅτι ἀφοῦ ἡ ψυχὴ σὰν ἄλλη ἔλαφος ἐξοντώση τὰ δηλητηριώδη ἑρπετὰ τῶν παθῶν, τότε «ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει πρὸς Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ´ 3), διότι πληγώνεται σὰν μὲ δηλητήριο ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς ἀγάπης (1).

9. Ἐκεῖνο ποὺ προξενεῖ ἡ πείνα εἶναι κάτι ποὺ δὲν φαίνεται καὶ δὲν ἐκδηλώνεται. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ προξενεῖ ἡ δίψα εἶναι κάτι τὸ ἔντονο καὶ φανερὸ ποὺ κάνει ἔκδηλο σὲ ὅλους τὸν ἐσωτερικὸ φλογισμό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἐπόθει τὸν Θεὸν ἔλεγε: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα» (Ψαλμ. μα´ 3).

10. Ἐὰν τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαποῦμε γνήσια, μᾶς μεταβάλλη ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὴν παρουσία του καὶ μᾶς κάνη φαιδροὺς καὶ χαρωποὺς καὶ χωρὶς λύπη, τί δὲν θὰ προξενῆ ἄραγε τὸ πρόσωπο τοῦ Δεσπότου, ὅταν ἐπισκέπτεται μυστικὰ τὴν καθαρὴ ψυχή;

11. Ὁ φόβος, ὅταν εἰσχωρήσῃ πραγματικὰ σὲ μία ψυχή, λυώνει καὶ κατατρώγει τὰ ρυπαρὰ πάθη τῆς σαρκός. «Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου», λέγει σχετικὰ ὁ Ψαλμῳδὸς (Ψαλμ. ριη´ 120). Ἐνῷ ἡ ὁσία ἀγάπη, ἄλλους συνηθίζει νὰ τοὺς κατατρώγη, ὅπως εἶπε ὁ σοφός: «Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἐκαρδίωσας»· δηλαδὴ «μᾶς ἐπλήγωσες στὴν καρδιά» (Ἆσμα δ´ 9). Ἄλλους τοὺς κάνει ὡρισμένες φορὲς νὰ ἀγάλλωνται καὶ νὰ λάμπουν ἀπὸ χαρά, ὅπως πάλι ἀναφέρεται στὴν Γραφή: «Ἐπ᾿ αὐτῷ ἤλπισεν ἡ καρδία μου καὶ ἐβοηθήθην καὶ ἀνέθαλεν ἡ σάρξ μου» (Ψαλμ. κζ´ 7). Καί· «Καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει» (Παρ. ιε´ 13).

Ὅταν λοιπὸν ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος συγχωνευθῇ κάπως μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε καὶ ἐξωτερικὰ στὸ σῶμα του σὰν σὲ καθρέπτη δείχνει τὴν ἐσωτερικὴ λαμπρότητα τῆς ψυχῆς. Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐδοξάσθη καὶ ἐκεῖνος ὁ θεόπτης, ὁ Μωϋσῆς. Ὅσοι κατέκτησαν τὴν ἰσάγγελη αὐτὴ βαθμίδα, ξεχνοῦν πολλὲς φορὲς τὴν σωματικὴ τροφή. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν τὴν ἐπιθυμοῦν καὶ τόσο συχνά, πράγμα ὄχι ἀπίστευτο, ἀφοῦ συμβαίνει καὶ ὁ μὴ κατὰ Θεὸν πόθος νὰ κόβη πολλὲς φορὲς τὴν ἐπιθυμία τοῦ φαγητοῦ.

Αὐτῶν ποὺ ἔφθασαν πλέον σὲ τέτοια ἀφθαρσία νομίζω ὅτι καὶ τὸ σῶμα τους δὲν θὰ ἀσθενῆ τόσο εὔκολα. Διότι κατὰ κάποιον τρόπο ἐξαγνίσθηκε πλέον καὶ ἀφθαρτοποιήθηκε. Ἡ φλόγα δηλαδὴ τῆς ἁγνότητος ἔσβησε τὴν φλόγα τῶν σαρκικῶν παθῶν καὶ ἀσθενειῶν. Νομίζω ἀκόμη ὅτι καὶ τὸ φαγητὸ ποὺ τρώγουν δὲν τοὺς προξενεῖ καμμία εὐχαρίστησι. Διότι ὅπως οἱ ὑπόγειες φλέβες τοῦ νεροῦ ποτίζουν μυστικὰ τὶς ρίζες τῶν φυτῶν, ἔτσι καὶ τὶς ψυχὲς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τὶς τρέφει μυστικὰ τὸ οὐράνιο πῦρ.

12. Ἡ αὔξησις τοῦ φόβου εἶναι ἀρχὴ τῆς ἀγάπης. Καὶ τὸ τέλος τῆς ἁγνείας εἶναι προϋπόθεσις τῆς θεολογίας. Ἐκεῖνος ποὺ ἕνωσε τελείως τὶς αἰσθήσεις του μὲ τὸν Θεόν, μυσταγωγεῖται στὴν θεολογία ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεόν. Ἐὰν ὅμως οἱ αἰσθήσεις δὲν ἔχουν ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεόν, εἶναι δύσκολο καὶ ἐπικίνδυνο νὰ θεολογῆ κανείς (2).

13. Ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, σὲ ἐκεῖνον ποὺ θὰ κατοικήση, θὰ χαρίση τελεία ἁγνότητα καὶ καθαρότητα, νεκρώνοντας τὸν θάνατο, (δηλαδὴ τὰ πάθη ποὺ νεκρώνουν τὴν ψυχή). Μετὰ ἀπὸ τὴν νέκρωσι αὐτή, ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ φωτίζεται καὶ γίνεται γνώστης τῆς θεολογίας. (Ὁ ἁγνὸς γνωρίζει τὸν Ἁγνόν), ἐφ᾿ ὅσον «ὁ Λόγος Κυρίου, δηλαδὴ ὁ Υἱὸς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἁγνός (ἐστι) διαμένων εἰς αἰώνα αἰῶνος» (πρβλ. Ψαλμ. ια´ 7, ιη´ 10). Καὶ ὅποιος δὲν ἐγνώρισε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν Θεόν, ὁμιλεῖ περὶ Θεοῦ «στοχαστικῶς».

14. Ἡ ἁγνεία ἀνέδειξε θεολόγο τὸν μαθητή (3), ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἁγνεία του αὐτὴ ἀξιώθηκε νὰ κηρύξη καὶ νὰ στερεώση τὰ δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

15. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Κύριον, ἔχει προηγουμένως ἀγαπήσει τὸν ἀδελφό του. Τὸ δεύτερο ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπόδειξις τοῦ πρώτου. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πλησίον του, ποτὲ δὲν θὰ ἀνεχθῇ ἀνθρώπους ποὺ καταλαλοῦν. Θὰ φύγῃ δὲ μακρυὰ ἀπὸ αὐτοὺς σὰν ἀπὸ φωτιά. Ἐκεῖνος ποὺ λέγει ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Κύριον καὶ συγχρόνως ὀργίζεται κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁμοιάζει μὲ ἐκεῖνον ποὺ τρέχει στὸν ὕπνο του!

16. Ἡ δύναμις τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἐλπίς, διότι μὲ αὐτὴν περιμένομε τὸν μισθὸ τῆς ἀγάπης. Ἡ ἐλπὶς εἶναι «ἀδήλου πλούτου πλοῦτος», (δηλαδὴ πλοῦτος ἑνὸς πλούτου ποὺ δὲν φαίνεται). Ἡ ἐλπὶς εἶναι ἀσφαλὴς ἀπόκτησις θησαυροῦ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόκτησί του. Αὐτὴ εἶναι ἀνάπαυσις καὶ ἀνακούφισις ἀπὸ τοὺς κόπους. Αὐτὴ εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ φονεύει τὴν ἀπόγνωσι. Αὐτὴ εἰκονίζει ἐμπρός μας τὰ πράγματα ποὺ εὑρίσκονται μακρυά. Ἔλλειψις τῆς ἐλπίδος σημαίνει ἀφανισμὸς τῆς ἀγάπης. Σ᾿ αὐτὴν εἶναι δεμένοι οἱ πόνοι, σ᾿ αὐτὴν εἶναι κρεμασμένοι οἱ κόποι, αὐτὴν περικυκλώνει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

17. Ὁ εὔελπις μοναχὸς εἶναι σφάκτης τῆς ἀκηδίας, τὴν ὁποία κατανικᾶ μὲ τὴν μάχαιρα τῆς ἐλπίδος. Ἡ ἐλπὶς γεννᾶται ἀπὸ τὴν γεῦσι καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν δώρων τοῦ Κυρίου. Διότι αὐτὸς ποὺ δὲν τὰ ἐγεύθηκε, ἔχει δισταγμούς. Τὴν ἐλπίδα τὴν ἐξαφανίζει ὁ θυμός, διότι ὅπως λέγει ἡ Γραφή, «ἡ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε´ 5), ἐνῷ «ἀνὴρ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων» (Πάρμ. ια´ 25).

18. Ἡ ἀγάπη χορηγεῖ τὴν χάρι τῆς προφητείας, ἡ ἀγάπη παρέχει τὴν δύναμι τῆς θαυματουργίας, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἄβυσσος τῆς θείας ἐλλάμψεως, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ θεϊκοῦ πυρὸς – ὅσο περισσότερο πῦρ ἀναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει ἐκεῖνον ποὺ διψᾶ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ στάσις καὶ ἡ ἑδραίωσις τῶν Ἀγγέλων, ἡ πρόοδος εἰς τοὺς αἰῶνες ὅλων τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ.

«Ἀνάγγειλέ μας, ὦ σὺ ἡ ὡραία ἀνάμεσα στὶς ἀρετές, ποῦ βόσκεις τὰ πρόβατά σου; Ποῦ κατασκηνώνεις τὸ μεσημέρι;» (πρβλ. Ἆσμα α´ 7). «Φώτισον ἡμᾶς, πότισον ἡμᾶς, ὁδήγησον ἡμᾶς, χειραγώγησον ἡμᾶς». Ἐπιθυμοῦμε πιὰ νὰ ἀνεβοῦμε κοντά σου. Διότι ἐσὺ κυριαρχεῖς σὲ ὅλα. Τώρα μοῦ ἐπλήγωσες τὴν καρδία καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἀνθέξω στὴν φλόγα σου.

Γι᾿ αὐτὸ θὰ σὲ ὑμνήσω καὶ θὰ προχωρήσω: Ἐσὺ κυριαρχεῖς ἐπάνω στὴν δύναμι τῆς θαλάσσης, ἐσὺ καταπραΰνεις καὶ νεκρώνεις τὴν ταραχὴ τῶν κυμάτων της. Ἐσὺ ταπεινώνεις καὶ καταρρίπτεις ὡς τραυματία τὸν ὑπερήφανο λογισμό. Μὲ τὸν ἰσχυρό σου βραχίονα διασκορπίζεις τοὺς ἐχθρούς σου (πρβλ. Ψαλμ. πη´ 10-11) καὶ ἀναδεικνύεις ἀνικήτους τους ἰδικούς σου ἐραστὰς.

» Καὶ βιάζομαι νὰ μάθω πῶς σὲ εἶδε ὁ Ἰακὼβ ἐπάνω στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακος. Ἐρωτῶ νὰ μάθω γι᾿ αὐτὴν τὴν ἀνάβασι. Πές μου, πῶς ἦταν ὁ τρόπος καὶ ἡ σύνθεσις στὴν διάταξι τῶν βαθμίδων; Τῶν βαθμίδων τῆς ἀναβάσεως ἐκείνης, τὴν ὁποία ἔβαλε στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδία του νὰ ἐπιχειρήση ὁ ἐραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ´ 6).

Διψῶ ἀκόμη νὰ μάθω, ποιὸς ἦταν ὁ ἀριθμὸς τῶν βαθμίδων, καὶ πόσος χρόνος ἐχρειαζόταν γιὰ τὴν ἀνάβασι. Διότι τοὺς μὲν χειραγωγοὺς τῆς ἀναβάσεως, (τοὺς Ἀγγέλους δηλαδή), τοὺς ἀνήγγειλε αὐτὸς ποὺ σὲ εἶδε καὶ ἐπάλαιψε μαζί σου (4), ἀλλὰ γιὰ τίποτε ἄλλο δὲν θέλησε ἢ μᾶλλον δὲν κατώρθωσε νὰ μᾶς διαφωτίση».

Ἐκείνη δὲ -ἂν καὶ θεωρῶ καλύτερο νὰ εἰπῶ Ἐκεῖνος (5)- ἡ βασίλισσα, σὰν νὰ ἔσκυψε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἔλεγε στὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς μου:

«Ἐάν, ὦ ἐραστά, δὲν λυθῆς ἀπὸ τὴν παχύτητα τοῦ σώματος, δὲν θὰ μπορέσης νὰ γνωρίσης τὸ κάλλος τοῦ προσώπου μου. Ἡ κλίμαξ ἂς σὲ διδάσκη τὴν πνευματικὴ σύνθεσι τῶν ἐπὶ μέρους ἀρετῶν. Στὴν κορυφὴ δὲ αὐτῆς τῆς κλίμακος εἶμαι στηριγμένη ἐγώ, καθὼς τὸ εἶπε ὁ μεγάλος μύστης μου, (ὁ Ἀπόστολος Παῦλος): «Νυνὶ δὲ μένει τὰ τρία ταῦτα· πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· μείζων δὲ πάντων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´ 13).

———-

1. Γιὰ τὴν κατανόησι τῆς φράσεως αὐτῆς πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι σύμφωνα μὲ μία λανθασμένη ἀντίληψι τῶν ἀρχαίων (βλέπε σχόλιο 1, λόγου ΚΕ´) ἡ ἔλαφος κατατρώγει τοὺς ὄφεις, τὸ δὲ δηλητήριό τους μέσα στὸν ὀργανισμό της δημιουργεῖ φλόγωσι καὶ ἀφόρητη δίψα, ὥστε νὰ ἐπιποθῇ «ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων». Ἐδῶ χαρακτηρίζεται ὡς ἔλαφος ἡ ψυχὴ ποὺ ἀνέβηκε στὶς βαθμίδες τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς ἀπαθείας καὶ προχωρεῖ τώρα γεμάτη δίψα καὶ θεῖο πόθο πρὸς τὴν κορυφὴ τῆς ἀγάπης.

2. Ἐὰν δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν καταστῆ ἡγιασμένο δοχεῖο τῆς Χάριτος, δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ θεολόγος. «Πᾶσα προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου -παρατηρεῖ σύγχρονος θεολόγος- ὅπως γίνῃ μέτοχος τῆς θεολογίας αὐτοδυνάμως, ἐν τῇ αὐταρκείᾳ τῆς ἐκπεσούσης αὐτοῦ φύσεως καὶ τῶν διεσπασμένων καὶ φύσει ἄλλωστε περιωρισμένων αὐτοῦ δυνατοτήτων εἶναι ἀνέφικτος. . . [Καὶ ἀντὶ θεολογίας ἔχομεν τότε] τὸν περὶ Θεοῦ θνητὸν ἀνθρώπινον λόγον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κυοφορεῖται ἐν πολλοῖς τὸ σκάνδαλον μιᾶς ἁμαρτανούσης θεολογίας, ἡ ὁποία ἀντὶ τῆς ζωῆς εἶναι φορεὺς τοῦ θανάτου» (Κ. Μουρατίδης, «Κοινωνία» ΙΖ´ 2, σελ. 59).

3. Ἐννοεῖ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Εὐαγγελιστή.

4. Πρόκειται γιὰ τὸν πατριάρχη Ἰακώβ. Τὸ περιστατικὸ τῆς πάλης του μὲ τὸν Θεὸν περιγράφεται στὴν Γένεσι, λβ´ 24-31.

5. «Ἐκεῖνος», δηλαδὴ ὁ Θεός, ἐφ᾿ ὅσον «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» (Α´ Ἰωάν. δ´ 16)

Ἡ Παναγία κατά τον Ἃγιο Νικόλαο Καβάσιλα -ἀπὸ Μπὰμπη-

Μαρτίου 25, 2017

Σχετική εικόνα

[απόσπασμα]

Η Παναγία ο πρώτος και τέλειος άνθρωπος

Η Παναγία καταγόταν από την αγία ρίζα του Ιωακείμ και της Άννας. Η γέννησή της δεν ήταν απλά μόνο «φύσεως τόκος», αλλά και καρπός της ενάρετης ζωής και της δύναμης της προσευχής των γονιών της.

Ο Ιωακείμ και η Άννα υπερείχαν στην αρετή από όλους τους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης και ξεχώριζαν για την ακρίβεια της τήρησης του θελήματος του Θεού, με αποτέλεσμα να γίνουν οι πιο αγαπητοί στο Θεό, «θεοφιλείς» και οικείοι σ’ Αυτόν.

Ήταν πιστοί τηρητές του νόμου, δίκαιοι με ένθερμο ζήλο προς κάθε αγαθό, γι’ αυτό ο Θεός έλυσε τη στειρότητα της φύσεώς τους και εισάκουσε το αίτημα των προσευχών τους.

Για τη μεγάλη αρετή τους αξιώθηκαν από το Θεό να φέρουν τον τελειότερο καρπό του νόμου, το θησαυρό της χάριτος, την Παρθένο Μαρία και με τον τρόπο αυτό έγιναν συνεργοί Θεού στο έργο της θείας Οικονομίας. Η Παναγία ήταν το δώρο του Θεού που τιμούσε τους αγώνες τους για τη βίωση της αληθινής ζωής, ήταν η φανέρωση της αγιότητάς τους.
Η αγία αυτή καταβολή της Παναγίας αποτελεί για τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα τη βάση και την αφετηρία της πνευματικής πορείας της.

Η Παναγία, θυγατέρα σωφρόνων γονέων που τελειώθηκαν στην προσευχή και την άσκηση, ήταν εύλογο να παρέμενε πάναγνη και πανάρετη. Η αγιότητά της προετοιμαζόταν από τους ευσεβείς γονείς της σ’ όλη τη διάρκεια του επίγειου βίου τους. Η Παναγία ως άνθρωπος κληρονόμησε από τους γονείς της την αγιότητα και την καθαρότητα.

Αυτές τις κληρονομικές καταβολές χρησιμοποιώντας στη ζωή της τελειοποίησε την αγιότητα των γονιών της και έφτασε στο σημείο να ανα­δειχθεί ο «πρώτος άνθρωπος» της δημιουργίας.
Ο πρώτος άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό προικισμένος με το νου, τη θέληση, το αυτεξούσιο και πολλά άλλα χαρίσματα. Αξιοποιώντας τα χαρίσματα αυτά της «κατ’ εικόνα» Θεού δημιουργίας του, ο άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει μ’ έναν θαυμαστό τρόπο που θα ξεχώριζε ως το τελειότερο και ωραιότερο δημιούργημα της κτίσης.

Τα στοιχεία που συνθέτουν τον αληθινό άνθρωπο και προσδιορίζουν τον ξεχωριστό τρόπο της ζωής του είναι το ν’ αγαπά το Θεό με καθαρό τρόπο, να ζει έλλογα, να κυριαρχεί στα πάθη του και να είναι άγευστος από την πίκρα της αμαρτίας.

Η δύναμη αυτή του ανθρώπου να νικά κάθε αμαρτία δεν σημαίνει απόλυτη ελευθερία από τους πειρασμούς, όπως συμβαίνει στο Θεό. Σημαίνει όμως πως η διάπραξή της δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου αλλά στην ελευθερία της γνώμης, στην προαίρεσή του. Χωρίς την ελευθερία αυτή ο άνθρωπος χάνει την ταυτότητά του, εξισώνεται με τα άλογα ζώα και δεν είναι υπεύθυνος ούτε για την επιβράβευση, ούτε για την τιμωρία των πράξεών του.

Γι’ αυτό αν στο νου, στη θέληση και στο αυτεξούσιο βρίσκεται το «είναι» του ανθρώπου, στη σωστή χρήση αυτών έγκειται το «ευ είναι», η δυνατότητα να ζει κανείς χωρίς ν’ αμαρτάνει στη ζωή του. Επομένως ο Θεός από την αρχή της δημιουργίας έβαλε μέσα στη φύση του ανθρώπου τη δύναμη ν’ αντιστέκεται και να νικά την αμαρτία. Στην αρχή βέβαια του έδωσε τη δυνατότητα να μετατρέπει τη δύναμη αυτή σε ενέργεια με τη δική του προσπάθεια και τους δικούς του κόπους, ώστε να γίνει από μόνος του «οίκοθεν» αγαθός.

Στη συνέχεια, θα σταματούσαν οι κόποι του, θα έμενε αναμάρτητος και εδραιωμένος στο καλό με τη χάρη του Θεού χωρίς τους αγώνες του. Ζώντας ο άνθρωπος με αυτή την καθαρότητα και διατηρώντας αμόλυντη την εικόνα του Θεού μέσα του, θα μπορούσε να αποκαλύψει τον ίδιο το Θεό στον κόσμο: «μόνος γαρ άνθρωπος του Θεού την εικόνα κομίζων, αν αυτός καθαρός, όπερ εστί, φανή, προσγεγραμμένον έχων νόθον ουδέν, αληθώς δείξαι δύναιτ’ αν αυτόν τον Θεόν».

Με την πτώση όμως ο άνθρωπος άλλαξε την πορεία της ζωής του, γιατί κατολίσθησε στην πολύμορφη αμαρτία. Η δύναμη κατά της αμαρτίας, που υπήρχε στη φύση του, έμενε ανενέργητη. Κανένας άνθρωπος δεν ήταν καθαρός και φαινόταν ότι το κακό βρισκόταν στην ίδια τη φύση του. Με αποτέλεσμα η φυσική ωραιότητα του ανθρώπου παρέμενε κρυμμένη μέσα σε αναρίθμητα ανθρώπινα σώματα και ο αληθινός άνθρωπος δεν είχε φανερωθεί ακόμη.
Μόνο η Παναγία, αν και ήταν μέτοχος του προπατορικού αμαρτήματος κληρονομώντας όπως όλοι οι άνθρωποι την ευαισθησία και την ροπή προς το κακό, αντιστάθηκε από την αρχή ως το τέλος σε κάθε κακία.

Αγωνίστηκε χωρίς να λάβει επιπλέον βοήθεια από το Θεό και χωρίς να έχει κανένα ξεχωριστό προνόμιο, αλλά μόνο ως άνθρωπος που ήταν, χρησιμοποίησε τη δύναμη και τα όπλα του «κατ’ εικόνα» που δώρισε ο Θεός στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία του. Με την αγάπη της στο Θεό, τη ρωμαλεότητα της σκέψης της, τη σταθερότητα της θέλησής της και τη μεγαλειώδη σωφροσύνη της νίκησε κάθε αμαρ­τία.

Το πιο θαυμαστό γεγονός είναι ότι η Παναγία δεν ζούσε μέσα στην τρυφή του Παραδείσου, όπως ο Αδάμ, ούτε μέσα στη χάρη των μυστηρίων, όπως οι άνθρωποι μετά την έλευση του Χριστού. Κατάφερε όμως «εν μεσημβρία κακών», στον τόπο της καταδίκης που κανένας δεν μπορούσε να αντισταθεί στο κακό, αξιοποιώντας μόνο τα κοινά χαρίσματα του «κατ’ εικόνα», να ξεφύγει την κοινή αρρώστια της αμαρτίας.

Με τον τρόπο αυτό διαφύλαξε την ανθρώπινη φύση ανόθευτη «παντός αλλο­τρίου» και απέδωσε στο Θεό αμόλυντη την ωραιότητα που χάρισε στον άνθρωπο. Γι’ αυτό η Παναγία απ’ όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών ήταν η μόνη και η πρώτη που φανέρωσε τον αληθινό άνθρωπο, καθαρό και ακέραιο όπως είχε δημιουργηθεί από τα χέρια του Θεού. Αποκάλυψε το πρωτόκτιστο κάλλος του και τη δύναμη που είχε μέσα του να νικά την αμαρτία:

«και ούτως εν τω κόσμω τούτω καθάπερ εν τω παραδείσω, καθαρόν και ολόκληρον τον άνθρωπον έδειξε και οίος την αρχήν επλάσθη και οίον αυτόν μένειν εχρήν και οποίος αν ην έπειτα περί της ευγενείας ηγωνισμένος».
Το μεγαλείο της Παναγίας έγκειται στο ότι δεν ήταν μόνο ο πρώτος άνθρωπος αλλά και ο τέλειος, γιατί πραγματοποίησε το σκοπό για τον οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος. Σκοπός του ήταν να ενωθεί με το Θεό, αφού πρώτα με τη δική του προσπάθεια νικούσε την αμαρτία. Η Παναγία διατήρησε αμόλυντη την ανθρώπινη φύση από κάθε αμαρτία και αξιώθηκε να γίνει η μητέρα του Θεού, Θεοτόκος.

Ολόκληρος ο βίος της Παναγίας ήταν μια πορεία προς την τελειότητα, «καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Αυτόν τον «καθ’ ομοίωσιν» Θεού άνθρωπο, εκπροσωπεί η Παναγία. Για το λόγο αυτό ο ιερός συγγραφέας τονίζει πως η Θεοτόκος αποτελούσε τον κανόνα και το πρότυπο για τη δημιουργία του ανθρώπου.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με τελικό σκοπό τη θέωση έχοντας ως πρότυπό Του την Παναγία, γιατί ήταν η μόνη που ανέδειξε την τέλεια ανθρώπινη φύση. Τον δημιούργησε έτσι, ώστε να μπορέσει να πάρει αργότερα από τους ανθρώπους τη Μητέρα Του, όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου. Άλλωστε για να μπορέσει να γίνει δυνατή η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, έπρεπε η κάθε φύση να παρουσιαστεί μόνη της και χωριστά από την άλλη. Ο Θεός φανερώθηκε, όπως ήταν δυνατόν σ’ Αυτόν να φανερωθεί, και η Παναγία φανέρωσε την ανθρώπινη φύση.

Επομένως για την έλευση του Χριστού ήταν ανάγκη να υπάρξει κάποιος άνθρωπος, που θα υλοποιούσε το σκοπό τον οποίο έθεσε ο Θεός από την αρχή της δημιουργίας του. Να υπάρξει εκείνος ο άνθρωπος που θα μπορούσε να αμαρτήσει, αλλά με τη δική του δύναμη, την προθυμία και το ζήλο του θα νικούσε την αμαρτία και θα ζούσε χωρίς την πικρή γεύση της.

Ζώντας χωρίς την αμαρτία θα φανέρωνε τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός ήθελε να ζει ο άνθρωπος στη γη. Σ’ αυτή την τελειότητα όμως είχε φτάσει μόνο η Παναγία που με τη ζωή της αποκάλυψε το μεγαλείο του δημιουργού. Φανέρωσε την άφατη σοφία Του και την απέραντη φιλανθρωπία Του, αποδίδοντας σ’ Αυτόν την πρέπουσα τιμή και δόξα.

…..

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως του π. Αλέξανδρου Σμέμαν (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαρτίου 20, 2017

Σχετική εικόνα

Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου της τρίτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο του ναού, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού.

Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μία προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό.

Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής, μας υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ, για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.

Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ᾿ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κήρυγμά Του ήταν μία κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης.

Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον κτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος.

Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα, που σκοπεύει στο βάθος της συνειδήσεως: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλοσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ᾿ αυτόν τον κόσμο;

Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ᾿ αυτό το ερώτημα, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια.

Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θελήσεως, χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ᾿ αυτό το φόνο.

Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνειδήσεως, της δειλής του αρνήσεως να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας;

Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος;

Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»;

Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πούν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές, μας είπαν να «εξουδετερώσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν;

Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό, κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο που τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!»

Έχουν όμως και γι᾿ αυτό μία εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας, που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι᾿ αυτό, βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει…;

Έτσι κάθε συμπαίκτης σ᾿ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον».

Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, η μάλλον της ψευδοκαλωσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη.

Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,… αράτω τον σταυρόν αυτού καθ᾿ ημέραν και ακολουθείτω μοί» (Λουκ. 9, 23).

Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μία επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας.

Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, η δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο η δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό η ψεύτικο, καλό η κακό.

Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ᾿ όλα το να ζείς αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζείς μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.

Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται η να εξορίζεται.

Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξεως, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες δε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, η τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει;

Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μας λέει, σε τι μας καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από την οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους.

Ο Χριστός είπε, «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωάν. 9, 39). Σ᾿ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης, δικάζεται ο καθένας μας.

Από το βιβλίο «Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»

Ἁγίου Γρηγορίου του Παλαμᾶ -Ὁμιλία περὶ τῆς κατὰ σάρκα τοῦ Κυρίου Οἰκονομίας- ἀπὸ Μπὰμπη-

Μαρτίου 13, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος γρηγοριος παλαμας

Σχετικὰ μὲ τὴ συγκαταβατικὴ ἐνσάρκωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ὅσα προσφέρθηκαν ἐξαιτίας τῆς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐμπιστεύτηκαν ἀληθινὰ καὶ σχετικὰ μὲ τὴν αἰτία ποὺ ὁ Θεός, ἂν καὶ μποροῦσε νὰ ἐλευθερώσει μὲ ποικίλους ἄλλους τρόπους τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ στὸ διάβολο, προτίμησε νὰ χρησιμοποιήσει αὐτὴ τὴ συγκαταβατικὴ τακτική.

Μποροῦσε, ὁπωσδήποτε, ὁ προαιώνιος καὶ ἀπεριόριστος καὶ παντοκράτορας Λόγος καὶ παντοδύναμος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ περιβληθεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύση, νὰ ἀπαλλάξει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ὑποτέλεια στὸ θάνατο καὶ τὴν ὑποδούλωση στὸ διάβολο, γιατὶ ὅλα ὑπακούουν στὶς ἐντολές του καὶ τὸ καθετὶ ἐξαρτιέται ἀπὸ τὴ θεϊκὴ ἐξουσία του, ὅλα ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐνεργεῖ καί, σύμφωνά με τὸν Ἰώβ, τίποτε δὲ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὶς δυνατότητές του, ἄλλωστε, ἀπέναντι στὴν ἀπόλυτη ὑπεροχὴ τοῦ δημιουργοῦ, ἡ δύναμη ἀντίστασης τῶν δημιουργημάτων χρεοκοπεῖ, κανένα δὲν εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὸν Παντοκράτορα.

Ὅμως, αὐτὴ ἡ τακτικὴ σωτηρίας, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἡ πιὸ προσαρμοσμένη στὴ δική μας φύση, τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας κι ἀκόμα ἦταν ἡ πιὸ ἀντάξια του Θεοῦ ποὺ τὴν ἐφάρμοζε μία καὶ χαρακτηριζόταν ἀπὸ τὸ στοιχεῖο τῆς δικαιοσύνης, χωρὶς τὸ ὁποῖο καμιὰ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ δὲν πραγματοποιεῖται. «Δίκαιος γὰρ ὁ Θεός, καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησε, καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτῷ», ὅπως λέει κι ὁ ψαλμῳδὸς Προφήτης.

Ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειψε τὸ Θεὸ πρῶτος καί, κατὰ συνέπεια, δίκαια ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸ Θεό· τότε κατέφυγε, μὲ τὴ θέλησή του, στὸν ἀρχηγὸ τῆς κακίας, ποὺ τὸν εἶχε παρασύρει μὲ τὶς δόλιες ἀντίθεες συμβουλές του, δίκαια, πάλι, κατὰ συνέπεια, παραδόθηκε σ᾿ αὐτόν, ἔτσι εἰσχώρησε στὸν κόσμο ὁ θάνατος, ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ φθόνου τοῦ πονηροῦ καὶ μὲ τὴν ἄδεια, τὴ δίκαιη, τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ θάνατος, ἐξαιτίας τῆς ὑπερβάλλουσας κακότητας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κακίας διπλασιάστηκε, κοντὰ σὲ κεῖνον ποὺ προσκολλήθηκε στὴν ἀνθρώπινη φύση, προστέθηκε κι ὁ ἄλλος ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ διάβολος βίαια τὸν προξενεῖ.

Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ ὑποταγὴ στὸ διάβολο καὶ ἡ παράδοση στὸ θάνατο ἐπῆλθε ὡς δίκαιη συνέπεια, ἔπρεπε καὶ ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀνθρώπινου γένους στὴν ἐλευθερία καὶ τὴ ζωὴ νὰ συντελεστεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ πάλι ὡς δίκαιη συνέπεια. Καὶ δὲν ἦταν μόνο ἡ παράδοση τοῦ ἀνθρώπου στὸ φθονερὸ ἐχθρό του, ποὺ πρόκυψε ὡς συνέπεια τῆς θείας δικαιοσύνης, ἦταν καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, ποὺ ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπεδίωξε ἄδικα νὰ ἐξουσιάζει καὶ νὰ μὴν ὑπακούει πουθενὰ καὶ νὰ καταπιέζει, βρισκόμενος σὲ διάσταση μὲ τὴ δικαιοσύνη, χρησιμοποίησε τὴ δύναμή του ἐνάντια στὸν ἄνθρωπο.

Ὁ Θεός, λοιπόν, θεώρησε ὅτι προεῖχε νὰ νικηθεῖ πρῶτα ὁ διάβολος μὲ τὴ δικαιοσύνη, μὲ τὴν ὁποία ἔχει ἀνοιχτὴ διαμάχη, καὶ κατόπιν νὰ νικηθεῖ μὲ τὴ θεϊκὴ ὑπεροχή, δηλαδὴ μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴ μέλλουσα κρίση. Γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σωστὴ σειρά, νὰ προηγεῖται ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τὴ δύναμη, αὐτὸ ἁρμόζει ἀληθινὰ στὴ θεϊκὴ ἀγαθὴ διακυβέρνηση τοῦ κόσμου, ὄχι στὴν καταπιεστικὴ ἐπιβολή: νὰ ἀκολουθεῖ ἡ δύναμη, ἀφοῦ πρῶτα ἐπιβληθεῖ ἡ δικαιοσύνη.

Καί, ὅπως ὁ διάβολος, ὁ παμπάλαιος φονιὰς τοῦ ἀνθρώπου, ξεσηκώθηκε ἐναντίον μας ἀπὸ φθόνο καὶ μίσος, ἔτσι κι ὁ ζωοδότης μπῆκε στὴ μάχη μὲ τὸ μέρος μιᾶς ἀπὸ ἄπειρη ἀγαθότητα κι ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὅπως ἐκεῖνος, χωρὶς νὰ τοῦ ἔχει παρασχεθεῖ τὸ δικαίωμα, ἔβαλε σκοπό του νὰ καταστρέψει τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι ὁ πλάστης, ἔχοντας ἀντίθετα, κάθε δικαίωμα, ἀποφάσισε νὰ σώσει τὸ δημιούργημά του. Καὶ ὅπως ἐκεῖνος πέτυχε μὲ τὴν ἀδικία καὶ τὴ δολιότητα νὰ καταγάγει νίκη καὶ νὰ γκρεμίσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ θεοδώρητο ἀξίωμά του, ἔτσι κι ὁ ἐλευθερωτὴς μὲ δικαιοσύνη καὶ σοφὸ σχέδιο ἐπέφερε τὴν πανωλεθρία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κακίας καὶ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου.

Λοιπόν, ὁ Θεὸς ἀπέφευγε νὰ χρησιμοποιήσει, πράγμα ποὺ μποροῦσε, τὴ δύναμη, ὥσπου νὰ προχωρήσει στὴν ἀπόδοση τῆς δικαιοσύνης, πράγμα ποὺ ἦταν ἀναγκαῖο. Ἔτσι ἄλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα ἡ δύναμη τῆς δικαιοσύνης, ἀφοῦ προτιμήθηκε ὡς τακτικὴ ἀπὸ τὸν παντοδύναμο ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τὸν νικήσει. Ἀπ᾿ αὐτὸ μάλιστα θά ῾πρεπε καὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ παραδειγματιστοῦν, ὥστε νὰ ζοῦν μὲ δικαιοσύνη τὴν ἐπίγεια ζωή τους, ὥστε στὴν αἰώνια ζωὴ τῆς ἀθανασίας ν᾿ ἀναλάβουν τὴ δύναμη καὶ νὰ μὴ τὴ χάσουν ποτέ.

Κι ἀκόμα ἔπρεπε ὁ διάβολος ποὺ τότε νίκησε τὸν ἄνθρωπο, νὰ νικηθεῖ ἀπὸ τὴ νικημένη ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ κατατροπωθεῖ αὐτὸς ποὺ μὲ τόση πανουργία παγίδευσε τὸν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ χρειαζόταν ἀπαραίτητα νὰ ὑπάρξει ἕνας ἄνθρωπος ἀναμάρτητος. Ὅμως κάτι τέτοιο ἦταν ἀδύνατο. «Οὐδεὶς γάρ, λέει ἡ Γραφή, ἀναμάρτητος, οὐδ᾿ ἂν μία ἡμέρα ἡ ζωὴ αὐτοῦ» καὶ «τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν;»

Μονάχα ὁ Θεός, κανένας ἄλλος, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀναμάρτητος. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Θεὸς Λόγος, ὁ γεννημένος ἀπὸ τὸ Θεὸ εὐθὺς ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ τῆς ὕπαρξής του, καὶ πάντοτε ἑνωμένος μ᾿ Αὐτὸν (δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξει ἡ νὰ ἐννοηθεῖ ποτὲ Θεὸς στερημένος λόγου) καὶ οὐδέποτε διαχωρισμένος ἀπ᾿ Αὐτόν, ὁ ἕνας ὑπαρκτὸς Θεὸς (τὸ ἀντιφέγγισμα τοῦ ἥλιου δὲν εἶναι ἄλλον φῶς διαφορετικὸ ἀπ᾿ τὸν ἥλιο καὶ οἱ ἡλιακὲς ἀκτίνες δὲν εἶναι ἄλλοι ἥλιοι), γὶ αὐτό, λοιπόν, ὁ μόνος ἀναμάρτητος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καθίσταται γιὸς ἀνθρώπου, χωρὶς βέβαια, νὰ ἀλλάζει τίποτε ὡς πρὸς τὴ θεότητά του, μένοντας, ὅμως, ἀκηλίδωτος ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινή του ἰδιότητα.

«Ὅς, ὅπως προφήτευσε ὁ Ἡσαΐας, ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ». Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ κεῖνος ποὺ δὲ «συνελήφθη ἐν ἀνομίαις» καὶ δὲν «ἐκυήθη ἐν ἁμαρτίαις» καθὼς διαπιστώνει, μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἢ μᾶλλον γιὰ ὁλόκληρο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ὁ Δαβὶδ στοὺς Ψαλμούς. Γιατὶ ἡ ἐπανάσταση τῆς σάρκας ἔχει ὡς αὐτόματη συνέπεια τὴν καταδίκη ποὺ εἶναι καὶ λέγεται φθορά.

Αὐτὴ ἡ ἐπανάσταση ἂν καὶ δὲ γίνεται μὲ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν καὶ φανερὰ βρίσκεται σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς νόμους τῆς νόησης καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τιθασεύεται ἀπὸ τοὺς ἐνάρετους καὶ προσανατολίζεται μόνο πρὸς τὸν τομέα δημιουργίας παιδιῶν, ἔτσι ἢ ἀλλιῶς σπρώχνει τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴ φθορὰ καὶ δὲν εἶναι παρὰ ἔφεση γιὰ ἱκανοποίηση τῶν παθῶν αὐτοῦ ποὺ δὲ συνειδητοποίησε τὴν τιμὴ ποὺ ἀξιώθηκε ἡ φύση μας ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἐξομοιώθηκε μὲ τὰ κτήνη.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲ γεννήθηκε, ἁπλῶς Θεὸς ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ Παρθένο ἐπίλεκτη καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ βρώμικους σαρκικοὺς λογισμούς, σύμφωνα μὲ τοὺς προφῆτες, γεννήθηκε ἀπὸ Παρθένο στὴ μήτρα τῆς ὁποίας ἐπέφερε τὴ σύλληψη ὄχι κάποια σαρκικὴ ὄρεξη, ἀλλ᾿ ὁ ἐρχομὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ ποὺ συνέβηκε ἦταν ἡ ὑποδοχὴ καὶ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ οὐράνιου χαρμόσυνου μηνύματος, ὄχι ὑπόκυψη καὶ δοκιμὴ στὴ γεμάτη πάθος σαρκικὴ ἐπιθυμία.

Μακριὰ ἀπὸ κάθε τέτοια ἐμπειρία, ἡ σύλληψη ἔγινε μέσα στὴν πνευματικὴ εὐφροσύνη καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεό. «Ἰδοὺ γὰρ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου», ἀπάντησε ἡ ἄσπιλη Παρθένος στὸν ἄγγελο ποὺ τῆς ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς χαρᾶς, συνέλαβε καὶ γέννησε. Προκειμένου ἔτσι ὁ νικητὴς τοῦ διαβόλου, ὄντας ἄνθρωπος – θεάνθρωπος νὰ κατάγεται, βέβαια, ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος, νὰ μὴ μετέχει ὅμως στὴν κληρονομούμενη ἁμαρτία. Αὐτὸς μόνος ἀπ᾿ ὅλους τους ἀνθρώπους νὰ συλληφθεῖ χωρὶς νὰ συντρέχει τὸ γεγονὸς τῆς παρακοῆς, μόνος αὐτὸς νὰ μπεῖ στὴ μήτρα τῆς μητέρας τοῦ χωρὶς νὰ μεσολαβήσει ἡ ἐμπαθὴς ἡδονὴ τῆς σάρκας καὶ οἱ βρώμικες ἐπιθυμίες ποὺ χαρακτηρίζουν τὴ μιασμένη ἀπὸ τὴν παρακοὴ ἀνθρώπινη φύση.

Προκειμένου ἔτσι ὁ Χριστὸς νὰ ὑπάρξει τέλεια ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε μόλυνση ποὺ μεταδίδεται στοὺς ἀπογόνους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἔχει καμιὰ ἀνάγκη κάθαρσης ὁ ἴδιος, καὶ νὰ δέχεται τὰ πάντα μὲ σοφία γιὰ χάρη μας. Καὶ ἔτσι νὰ γίνει ὁ ὁλοκληρωτικὰ νέος Ἄνθρωπος καὶ νὰ παραμείνει νέος πραγματικὰ κι ἀταλάντευτα, χωρὶς καθόλου νὰ παλιώνει πάλι, καὶ νὰ ἀνοικοδομήσει, προσφερόμενος ὁ ἴδιος ὡς θεμέλιο καὶ ὡς ὄργανο, τὸν παλαιὸ Ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν διατηρήσει πάντα νέο, μιὰ καὶ μπορεῖ νὰ διώξει μακριὰ κάθε στοιχεῖο παλιὸ καὶ φθαρμένο.

Γιατὶ καὶ κεῖνος, ὁ πρῶτος Ἄνθρωπος δημιουργήθηκε καταρχὴν πεντακάθαρος καὶ ἦταν νέος ὡσότου μὲ τὴ θέλησή του ἀκολούθησε τὸ διάβολο καὶ ἐκτράπηκε στὶς σαρκικὲς ἡδονὲς καὶ ξέπεσε μὲς τὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παλιωθεῖ καὶ νὰ κατρακυλήσει στὴν παραφθορὰ τῆς φυσικῆς του κατάστασης.

Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κυβερνήτης τοῦ κόσμου δὲν ἀνακαινίζει τὸν ἄνθρωπο, παράδοξα, μόνο με κάποια ἐξωτερικὴ ἐνέργειά του, ἀλλὰ τὸν προσλαμβάνει καὶ τὸν ἀγκαλιάζει. Κ

αὶ δὲν ἀνορθώνει μόνο καὶ ξαναστεριώνει τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ καὶ τὴν περιβάλλεται μὲ τρόπο ἀπερίγραπτο καὶ ἑνώνεται καὶ ταυτίζεται μαζί της, καὶ γεννιέται συγχρόνως Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ἀπὸ γυναίκα βέβαια, ὥστε νὰ πάρει πίσω τῆς φύση του ποὺ ὁ ἴδιος ἔπλασε κι ὁ πονηρὸς μὲ τὴ συμβουλή του τοῦ ἔκλεψε, παρθένο ὅμως, γιὰ νὰ καταστήσει τὸν ἄνθρωπο νέο, γιατὶ ἂν γεννιόταν μὲ σπέρμα ἀνδρός, θὰ ἔφερνε τὴν κληρονομιὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ δὲ θὰ ἦταν καινούριος ἄνθρωπος, δὲ θὰ ἦταν ὁ ἀρχηγὸς καὶ χορηγὸς τῆς ζωῆς ἐκείνης ποὺ ποτὲ δὲν παλιώνει, δὲ θὰ κατάφερνε, ἂν ἀνῆκε στὴν παλιὰ ξεπεσμένη κατάσταση, νὰ προσλάβει ὁλόκληρη τὴ διαφανῆ θεότητα καὶ νὰ καταστήσει τὴ σάρκα ἀνεξάντλητη πηγὴ ἁγιασμοῦ τόσο, ὥστε νὰ ξεπλύνει καὶ νὰ καθαρίσει πλέρια τὸ μολυσμὸ τῶν προπατόρων καὶ νὰ ἐπαρκέσει γιὰ τὸν ἐξαγιασμὸ καὶ ὅλων τῶν ἐπιγόνων.

Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς, οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, νικημένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη του γιὰ μᾶς, θέλησε νὰ μᾶς σώσει καὶ νὰ μᾶς ἀναπλάσει, μὲ τὸ νὰ γεννηθεῖ τέλειος ἄνθρωπος ὅπως καὶ μεῖς, μένοντας ὅμως συγχρόνως ἀναλλοίωτα Θεός».