Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Περὶ τοῦ εἰκονογρὰφου Πανσὲληνου (ἀπὸ Μπὰμπη)

Οκτώβριος 21, 2017

 

  • Ἡ τοιχογραφία τοῦ Πρωτάτου
  • Ὁ Πανσέληνος, ἐκπρόσωπος τῆς ὀνομαζόμενης Μακεδονικῆς Σχολῆς ἁγιογραφεῖ τόν ναό του Πρωτάτου περί τό 1290 μ.Χ. διαιρώντας τούς τοίχους του σέ τέσσερεις ὁριζόντιες ζῶνες ξεκινώντας ἀπό τήν πιό κοντινή στήν ὀροφή τέταρτη ζώνη καί κατεβαίνοντας πρός τήν πρώτη κοντά στό δάπεδο. Ἡ θεματολογία του εἶναι προσαρμοσμένη στήν ἀρχιτεκτονική του Ναοῦ (βασιλική χωρίς τροῦλλο) μοναδική ἀλλά ὁπωσδήποτε βασισμένη στά ἁγιογραφικά πρότυπα τῆς περιόδου.
    Ὁ Πανσέληνος ἁγιογράφησε τό Πρωτάτο μέ τήν τεχνική τοῦ Φρέσκου (Fresco) ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τήν ὁλοκλήρωση τῆς ἁγιογραφίας πρίν ὁ σοβάς ἐπάνω στόν ὁποῖο γίνεται ἡ ἁγιογράφηση στεγνώσει. Ξεκινοῦσε καί ὁλοκλήρωνε τήν ἁγιογράφηση κάθε μίας ζώνης ξεχωριστά.
    Ἐντυπωσιακό καί ἐνδεικτικό τῆς ἱκανότητας καί τοῦ ἁγιογραφικοῦ χαρίσματος τοῦ Πανσέληνου καί τῶν συνεργατῶν του ἀποτελεῖ τό γεγονός, ὅτι δέν ὑπῆρχε προχαραγμένο σχέδιο ἰδίως κατά τήν ἁγιογράφηση τῶν προσώπων τῶν εἰκόνων -οἱ εἰδικοί μελετητές εἰκάζουν, τήν παρουσία πρίν τήν ἁγιογράφηση ἑνός ἁπλοῦ σχεδίου, πού γινόταν λίγο νωρίτερα μέ πινέλο-.
    Στό ναό τοῦ Πρωτάτου, στήν 1η ζώνη τοῦ νότιου τοίχου τοῦ κεντρικοῦ κλίτους ὁ Πανσέληνος ἀπεικόνισε τούς στρατιωτικούς ἁγίους Θεόδωρο Τήρωνος καί Ἀρτέμιο.
    Εἶναι καταπληκτική ἡ ὁμοιότητα τοῦ προσώπου τοῦ ἁγίου Ἀρτεμίου μέ τόν Χριστό. Ἡ ὁμοιότητα αὐτή ἀπό πολλούς ἑρμηνεύεται ὡς συμβολική τῆς θέωσης τοῦ ἁγίου. Εἶναι ἐμφανέστατη ἡ ὁμοιότητα πού ἐπιλέγει νά δώσει ὁ ἁγιογράφος στήν μορφή τοῦ ἁγίου μέ τήν μορφή τοῦ Χριστοῦ πού ἁγιογραφεῖ στόν ἴδιο ναό.
  • «…Ο ουσιαστικός συμβολισμός της ζωγραφικής των Βυζαντινών κι ειδικότερα εκείνης του Πανσελήνου, είναι η δια του ρυθμού εσωτερική κίνηση του φωτός, που κατά τρόπο μυστηριώδη βρίσκει ασυνείδητα αναλογίες σε κάποιες κινήσεις της καρδιάς μας, έτσι που, χωρίς να μας αποκαλύπτεται, γίνεται αισθητή και γι’ αυτό πειστική η αλήθεια των εικονιζομένων. Αυτό δεν μου φαίνεται κατορθωτό όταν το χρώμα, οι γαρμμές, τα σχήματα, δεν βρίσκουν κάποια ισορροπία μεταξύ της προσλήψεως του φυσικού κόσμου στον οποίο ζούμε και των ποικίλων ασυνείδητων δυνάμεων που δρουν μέσα μας. Η ισορροπία αυτή είναι βέβαια επίτευγμα κάθε μεγάλης Τέχνης. Αλλά ειδικά στο Βυζάντιο και ειδικότερα στον Πανσέληνο το επίτευγμα είναι σε βαθμό εξαιρετικά υψηλό, έτσι ώστε ακόμα και σήμερα να μη δυσκολεύεται να πει κανείς ότι η ζωγραφική αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο αχειροποίητη…»
  • Ανδρέα Φωκά
    Σημειώματα με αφορμή τις τοιχογραφίες του Πρωτάτου
    Από το βιβλίο: «Η χαμένη ενότητα των πραγμάτων», εκδ. Αρμός

 

Καθημερινὴ Προσευχή τῶν Ὁσίων Πατέρων τῆς Ὄπτινα – Ῥωσσίας (ἀπὸ Μπὰμπη)

Σεπτεμβρίου 21, 2017

 

Κύριε, βοήθησέ με ν᾿ ἀντιμετωπίσω με ψυχικὴ γαλήνη ὅλα, ὅσα θὰ μοῦ φέρει ἡ σημερινὴ ἡμέρα.
Βοήθησέ με να παραδοθῶ ὁλοκληρωτικὰ στὸ ἅγιο θέλημά Σου.
Στὴν κάθε ὥρα τῆς ἡμέρας φώτιζέ με καὶ δυνάμωνέ με γιὰ τὸ κάθε τί.
Ὅποιες εἰδήσεις κι ἂν λάβω σήμερα, δίδαξέ με να τὶς δεχθῶ με ἠρεμία
καὶ μὲ τὴν ἀκλονήτη πεποίθηση ὅτι τίποτε δὲν συμβαίνει, χωρὶς να τὸ ἐπιτρέψεις Ἐσύ.
Καθοδήγησε τὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματά μου σὲ ὅλα τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια.
Στὶς ἀπρόοπτες περιστάσεις μὴ μὲ ἀφήσεις να ξεχάσω ὅτι ὅλα παραχωροῦνται ἀπὸ Σένα.
Δίδαξέ με να συμπεριφέρομαι σὲ κάθε μέλος τῆς οἰκογένειάς μου καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς συνανθρώπους μου
μὲ εὐθύτητα καὶ σύνεση, ὥστε να μὴ συγχύσω καὶ στενοχωρήσω κανένα.
Κύριε, δός μου τὴ δύναμη νὰ ὑποφέρω τὸν κόπο καὶ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ἡμέρας αὐτῆς, σὲ ὅλη τὴ διάρκειά της.
Καθοδήγησε τὴ θέλησή μου καὶ δίδαξέ με να προσεύχομαι, νὰ πιστεύω, νὰ ὑπομένω, νὰ συγχωρῶ καὶ ν᾿ ἀγαπῶ. Ἀμήν.

Ἡ θὲση τῆς Παναγὶας στὴν Ὀρθὸδοξη Ἐκκλησὶα (ἀπὸ Μπὰμπη)

Αύγουστος 16, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για παναγια

Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης

Ερώτησι: Ένας περίφημος ύμνος της Εκκλησίας μας ονομάζει την Παναγία ουρανό: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος». Θα θέλατε, π. Βασίλειε, να συζητήσουμε λίγο τη θέσι της Πλατυτέρας των Ουρανών μέσα στην Ορθόδοξή μας Εκκλησία;

Απάντησι: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος»… Θυμάμαι ένα άλλο θεοτοκίο, που λέει ότι η Παναγία είναι η «οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα», είναι αυτή που έκανε τη γη ουρανό. Και ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας λέει ότι, όταν ο Θεός δημιούργησε τα πάντα και, βλέποντάς τα, είδε και είπε ότι ήταν «καλὰ λίαν», αυτό το «καλὰ λίαν» αυτό το κάλλος και αυτή η καλοσύνη, αφορούσαν την Παναγία. Δηλαδή, ήταν όλα «καλὰ λίαν», επειδή οδηγούσαν στην Παναγία, επειδή εν τέλει θα εγεννάτο η Παναγία. Έτσι, η Παναγία είναι ο σκοπός όλης της δημιουργίας και το τέλος όλης της αναμονής της Παλαιάς Διαθήκης.

Ο Θεός δημιούργησε όλο τον κόσμο «καλὸν λίαν» και δημιούργησε στο τέλος τον άνθρωπο, για το πλάσιμο του οποίου καταβάλλει μια ιδιαίτερη προσπάθεια, κάνει μια ιδιαίτερη ενέργεια. Δεν λέγει και γεννάται, αλλά πλάθει τον άνθρωπο «ἐκ τῆς γῆς», και εμφυσά «πνοὴν ζωῆς» σ᾿ αυτόν. Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο «μοῖραν τῆς αὐτοῦ θεότητος». Κι έτσι, εμείς θα μπορούσαμε να γινώμαστε θεοί κατά χάριν, αν υπακούαμε στο θέλημα του Θεού. Εν τέλει, αφού μας έκανε αυτή τη μεγάλη δωρεά της ελευθερίας, και η ελευθερία είναι δίκοπο μαχαίρι ‒είτε πηγαίνεις επάνω δια της υπακοής, είτε καταστρέφεσαι δια της ανταρσίας και της αυτονομίας‒ εμείς ακολουθήσαμε τη φιλαυτία, και χάσαμε τον Παράδεισο, βγήκαμε έξω από τον Παράδεισο, και ζήσαμε μια ζωή βασανισμένη, χιλιετίες και αιώνες πολλούς. Και αυτό το βάσανο το ξέρουμε όλοι μας.

Γεννιέται τότε το ερώτημα πολλές φορές: Γιατί ο Θεός δεν μας έσωσε, εφ᾿ όσον μας αγαπούσε; Εμείς παρηκούσαμε του πλάσαντος, κάναμε, όπως λέμε, του κεφαλιού μας. Αλλά Αυτός, ως Θεός εύσπλαγχνος και Πατέρας, γιατί δεν μας έβαζε πάλι στον Παράδεισο; Όμως δεν υπάρχει Παράδεισος, χωρίς την ελευθερία. Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Δεν θα μπορούσε ο Χριστός να σώση τον Ιούδα;». Και απαντά ο ίδιος, και λέει ότι ο Χριστός έκανε τα πάντα, αλλά δεν ήθελε δια της βίας να σώση τον Ιούδα, γιατί δια της βίας δεν υπάρχει σωτηρία, παρά μόνο η καταστροφή του ανθρώπου.

Έτσι, λοιπόν, περιμέναμε χιλιετίες ολόκληρες, για να έρθη κάποιος άνθρωπος, ο οποίος θα καταλάβαινε τι σημαίνει αγάπη του Θεού. Αλλά, για να το καταλάβαινε αυτό, έπρεπε να ήταν καθαρός και πολύ ταπεινός. Και γεννήθηκε η Παναγία. Και νομίζω ότι αυτό το καταλαβαίνουμε μ᾿  εκείνα που λέει ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του: «Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Πριν να έρθη η πίστι, ήμαστε κλεισμένοι μέσα στον Νόμο. Ο Νόμος έγινε παιδαγωγός εις Χριστόν, αλλά ο Νόμος, οποιοσδήποτε νόμος, ήταν ανίκανος, και είναι ανίκανος να σώση και να ικανοποιήση τον άνθρωπο αληθινά.

Γι’ αυτό, όταν ήρθε το «πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ὑπὸ… νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Και το πλήρωμα του χρόνου είναι η γέννησι της Παρθένου, της γυναικός δια της οποίας έγινε άνθρωπος ο Θεός. Αυτή είναι η «κλῖμαξ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεὸς» και η «γέφυρα ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».

Αυτή, λοιπόν, η «ἐκ κοιλίας μητρός» της ηγιασμένη, ακριβώς γιατί ήταν καρπός πολλής προσευχής των γονέων της, του Ιωακείμ και της Άννης, που ζήτησαν να τους χαρίση ο Θεός ένα παιδί, και να το αφιερώσουν εξ ολοκλήρου στον Θεό, αφιερώθηκε στον Θεό από βρεφικής ηλικίας. Και ακούμε στην ακολουθία των Εισοδίων να ψάλλη η Εκκλησία ότι «τῶν ἁγίων εἰς ἅγια ἡ ἁγία καὶ ἄμωμος ἐν ἁγίῳ Πνεύματι εἰσοικίζεται». Εκεί μένει η Παρθένος επί χρόνια, εκεί τρέφεται με τροφή Αγγέλου, και, όταν φθάση σε μια ώριμη ηλικία και έχη ως μνηστήρα τον Ιωσήφ, δέχεται τον αρχαγγελικό ασπασμό, και είναι πια ικανή να πη «ναι» στο μήνυμα του Αγγέλου, να πη «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου», να δεχθή να γίνη το θέλημα του Θεού σ᾿ αὐτή. Κι από τότε και στο εξής, να γίνη εκείνη η οποία, δια της όλης υπάρξεώς της, σαρκοποιεί τον Υιό και Λόγο του Θεού. Και έτσι, γίνεται η «εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν», η βασίλισσα των Αγγέλων, και αυτή που πράγματι αξιώνεται να κάνη τη γη ουρανό.

Ερώτησι: Οι Πατέρες, μιλώντας με τη γλώσσα της θεολογίας και της θεοπνευστίας, καθόρισαν για την Πλατυτέρα των Ουρανών ότι βρίσκεται μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Τι σημαίνει αυτό;

Απάντησι: Μ᾿ αυτό που μου λέτε θυμάμαι τον ύμνο που ψάλλουμε στην εκκλησία, ότι η Παναγία είναι η «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Αυτή είναι «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν».

Θα ήθελα τώρα να έλεγα κάτι γενικά για τις γυναίκες. Όπως είπατε, η Παναγία ‒το λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς‒ είναι «μεθόριον κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως», και κανείς δεν μπορή να έρθη προς τον Θεο, παρά μόνο δι᾿ αυτής. Και είναι η δόξα της ανθρωπότητος, είναι το «μητροπάρθενον κλέος». Είναι αυτή στην οποία «πᾶσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται». Και είναι η Μητέρα μας, εκείνη η οποία μας έθρεψε και μας θήλασε με τη Χαρι και με τον Παράδεισο, ενώ η πρώτη, η Εύα, μας θήλασε με την ανταρσία, με τα πάθη και τον θάνατο.

Η Παναγία, όπως λέει η λέξι, είναι πάνω απ᾿ όλους τους  Αγίους. Και είναι πάνω απ᾿ όλους τους  Αγίους, γιατί ξεπέρασε όλους σε καθαρότητα, σε ταπείνωσι και σε υπακοή. Μπορεί να είναι μεγάλοι ο Τιμιος Πρόδρομος, ο Απόστολος Παύλος, οι άλλοι Απόστολοι, οι μεγάλοι Πατέρες, Ομολογητές και Μαρτυρες. Όμως κανείς δεν μπορεί να συγκριθή με την Παναγία. Γι᾿ αὐτό, βλέπουμε ότι το κάλλος της Παναγίας και το φως το οποίο έρχεται από την Παναγία είναι «ἔσωθεν», είναι «ὁ τῆς κοιλίας αὐτῆς καρπός». Αυτό το κάλλος που γέννησε και το φως το ανέσπερο, που είναι ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, είναι αυτό που φωτίζει όλη τη ζωη μας, τα προβλήματά μας και τις δυσκολίες μας.

Και γυρίζω πάλι σ᾿ αὐτὸ που είπα πριν από λίγο, ότι θα ήθελα να μιλήσω για τις γυναίκες. Το πώς θα τιμήσουμε τη γυναίκα, το πώς θα γίνη αυτό και πώς θα συμβή, θα το βρούμε μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, φωτισμένοι από το φως που γεννήθηκε από τη Θεοτόκο, δηλαδή από τον Θεάνθρωπο. Και βλέπουμε ότι οι γυναίκες τώρα θέλουν να πάρουν μια θέσι ένδοξη. Αλλά το πού μπορεί να φθάση η γυναίκα, το έδειξε η Παναγία με το να γίνη «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Και αν είναι μεγάλοι οι Απόστολοι και οι αρχιερείς, κανείς δεν είναι μεγαλύτερος από την Παναγία· και αν η Παναγία είναι μεγαλύτερη απ᾿ όλους τους αρχιερείς, δεν έγινε, ωστόσο, ούτε διάκος ούτε ιερέας ούτε δεσπότης. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι γυναίκες δεν γίνονται διάκοι ή ιερείς, όχι γιατί υποτιμώνται μέσα στην Εκκλησία, αλλά γιατί τιμώνται υπερτέρως.

Έτσι, αναδεικνύεται η αλήθεια που λέει ο Απόστολος Παύλος ότι όταν ασθενώ, τότε είμαι δυνατός, και όταν ταπεινώνωμαι, τότε δοξάζομαι. Και το ασθενές φύλο, μέσα στην Εκκλησία, δια της υπακοής και δια της ταπεινώσεως, την οποία εφαρμόζουν και ζουν οι Άγιοι και την οποία εφήρμοσε και ενσάρκωσε ιδιαιτέρως η Παναγία, αποδεικνύεται ισχυρό και ισχυρότερο.

Ερώτησι: π. Βασίλειε, λέμε στον ύμνο «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καθελοῦσα». Ποιό είναι αυτό «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας» ;

Απάντησι: Νομίζω ότι είναι η έχθρα μεταξύ του διαβόλου και του Θεού, της ανταρσίας και της υπακοής. Κι εμείς, με την παράβασι, ακολουθήσαμε τον διάβολο, και όχι τον Θεο. Και μας πέρασε ο λογισμός ότι θα μπορούσαμε να φθάσουμε στην αγιότητα δια της αμαρτίας, και να φθάσουμε στη θέωσι με το να υπακούσουμε στον διάβολο. Και έτσι δημιουργήθηκε όλο αυτό το χάσμα, όλος ο μεσότοιχος που μας χωρίζει από τον Θεο.

Αλλά έπρεπε να υπάρξη κάποιος άνθρωπος φωτισμένος, καθαρός, ταπεινός, πανάγιος, ο οποίος θα καταλάβαινε ότι δια της υπακοής φθάνουμε στην ελευθερία, δια της ταπεινώσεως φθάνουμε στη δόξα και, θα έλεγα, δια της παρθενίας και της ολοκληρωτικής αφοσιώσεως στον Θεό φθάνουμε στον όντως γάμο και στην ενότητα την αληθινή και ολοκληρωτική με τον Θεό.

Ερώτησι: Ερχόμενος, π. Βασίλειε, από το Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος, στην Κύπρο, που έχει αφιερώσει στην Παναγία πολλούς ναούς και πολλά μοναστήρια, πως νοιώθετε;

Απάντησι: Είναι αλήθεια ότι ήρθα στην Κύπρο, προσκεκλημένος, με μια διάθεσι να μιλήσω για την Παναγία. Και, έκπληκτος, βρέθηκα στο νησί της Παναγίας, γιατί σχεδόν όλα τα μοναστήρια σας είναι αφιερωμένα στην Παναγία, τόσες θαυματουργές εικόνες έχετε σε πολλές εκκλησίες και στα σπίτια σας εσείς, οι Κύπριοι.

Αλλά κάτι που μου έκανε πολλή εντύπωσι και ήταν μια δωρεά της Παναγίας ήταν όταν επισκέφθηκα ένα χωριό, την Ορά. Είδαμε μια πολύ μεγάλη, πετρόκτιστη και ωραία εκκλησία, και πήγαμε να προσκυνήσουμε. Ζητήσαμε, λοιπόν, να έρθη ο νεωκόρος. Προσκυνήσαμε τις εικόνες του τέμπλου και μπήκαμε μέσα στο ιερό. Βγαίνοντας έξω, είδαμε μια εικόνα της Παναγίας στον αριστερό τοίχο. Ήταν αρχαία και πάρα πολύ ωραία εικόνα. Την ώρα που προσκυνούσαμε, ο νεωκόρος, ένας ηλικιωμένος άρχοντας του χωριού, μου είπε μια φράσι, που σ᾿ αυτή ήταν όλο το νόημα και το περιεχόμενο του μυστηρίου της Παναγίας. Αυθόρμητα μου είπε: «Είναι ωραία η Βασίλισσά μας. Γεια στα χέρια εκείνου που την έκανε».

Η Βασίλισσα της Κύπρου είναι η Παναγία. Και η Παναγία είναι ωραία· και ωραία τη λένε οι Προφήτες, τη λένε οι Πατέρες, τη λένε οι ύμνοι. Και το κάλλος της Παναγίας ηράσθη, αγάπησε ο Θεός και έγινε άνθρωπος. Το κάλλος της Παναγίας είναι το κάλλος της ταπεινώσεως και της καθαρότητος. Το κάλλος αυτό είναι που σώζει τον άνθρωπο και τον κόσμο όλο. Και το κάλλος αυτό είναι «τὸ ἀληθινὸν καὶ ἐράσμιον», όπως λέει ο Μεγας Βασίλειος, είναι η ίδια η άκτιστη χάρι του Θεού, είναι η ίδια η Θεότης.

Έτσι, συγκινήθηκα ιδιαίτερα, όταν ένοιωσα αυτό το κάλλος, αυτή τη χάρι, να υπάρχη σ᾿ όλο το νησί της Παναγίας, που είναι η Κύπρος. Και συγκινείται κανείς ιδιαίτερα, όταν βλέπη πόσο ζη η Παναγία μεταξύ μας, και πόσο πράγματι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σώμα Χριστού. Όχι από ένα Προφήτη, όχι από ένα Πατέρα της Εκκλησίας, αλλά από ένα απλό άνθρωπο, χωριάτη και άρχοντα, άκουσα αυτή τη μεγάλη φράσι: «Η Βασίλισσά μας είναι ωραία». Και το κάλλος αυτό είναι που θα σώση την Κύπρο, και θα σώση τον κόσμο όλο.

*  Συνέντευξη σε ραδιοφωνικό σταθμό της Κύπρου τον Μάιο του 1989.

Ἀπὰνθισμα ἀπὸ σοφὰ λὸγια τοῦ Ἁγὶου Παϊσὶου

Ιουλίου 12, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος

«Συνετός και μυαλωμένος άνθρωπος είναι εκείνος που αντελήφθη καλώς ότι υπάρχει τέρμα της παρούσης ζωής και σπεύδει και αυτός να θέσει τέρμα εις τα σφάλματα και ελαττώματά του».

«Η εμπιστοσύνη στον Θεό είναι μια συνεχής μυστική προσευχή που φέρνει αθόρυβα τις δυνάμεις του Θεού εκεί που χρειάζονται και την ώρα που χρειάζονται»

«Να αναθέτουμε το μέλλον μας στο Θεό. Η απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό, έχει μητέρα την πίστη, με την οποία προσευχόμαστε και απολαμβάνουμε τους καρπούς της ελπίδας».

«Η πλήρης ανάθεση της ζωής μας στο Θεό, είναι μια λύτρωση από την ανασφάλεια που φέρνει η πίστη στο εγώ, και μας κάνει να χαρούμε τον παράδεισο από αυτή τη ζωή».

«Όταν, από φιλότιμο, κάνουμε τον Θεό να χαίρεται με τη ζωή μας, τότε Εκείνος δίνει άφθονες τις ευλογίες του στα φιλότιμα παιδιά του».

«Όταν αγωνίζεται με ελπίδα ο άνθρωπος, έρχεται η θεία παρηγοριά και νιώθει έντονα η ψυχή τα χάδια της αγάπης του Θεού».

«‘Όσο περισσότερο ζει κανείς την κοσμική ζωή, τόσο περισσότερο άγχος κερδίζει. Μόνο κοντά στο Χριστό κανείς ξεκουράζεται γιατί ο άνθρωπος είναι πλασμένος για το Θεό».

«Η ανώτερη χαρά βγαίνει από τη θυσία. Μόνον όταν θυσιάζεται κανείς συγγενεύει με τον Χριστό, γιατί ο Χριστός είναι θυσία».

«Ο Θεός από εμάς θέλει μόνο την προαίρεση και την αγαθή διάθεση που θα την εκδηλώνουμε με το λίγο φιλότιμο αγώνα μας και την συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας. Όλα τα άλλα μας δίνει εκείνος».

«Όποιος κουράζεται για τον πλησίον του από καθαρή αγάπη, ξεκουράζεται με την κούραση! Αυτός που αγαπάει τον εαυτό του και τεμπελιάζει, κουράζεται με το να κάθεται!» .

«Πνευματική πρόοδος υπάρχει, εκεί που υπάρχει η αίσθηση ότι όλα είναι χάλια».

«Να μην θυμάσαι τα κρύα του χειμώνα, γιατί θα κρυώνεις και τον Αύγουστο».

«Όσο ζει ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να δίνει πνευματικές εξετάσεις. Μετεξεταστέος δεν υπάρχει. Ας αγωνιστούμε να πιάσουμε έστω την πνευματική βάση για να περάσουμε στον παράδεισο».

«Μακάριοι είναι όσοι έχουν στην καρδιά τους άξονα τον Χριστό και περιστρέφονται χαρούμενοι γύρω από το άγιο όνομά του, νοερώς και αδιαλείπτως».

«Στον ουρανό δεν ανεβαίνει κανείς με το κοσμικό ανέβασμα, αλλά με το πνευματικό κατέβασμα. Μόνο έτσι, βαδίζοντας «χαμηλά», χωράει από την στενή πύλη του παραδείσου».

«Δεν μπορούν να μας συμφιλιώσουν με τον Θεό τόσο οι σωματικοί αγώνες και οι κόποι, όσο η συμπάθεια της ψυχής και η φιλανθρωπία και η προς τον πλησίον αγάπη».

«Η αγάπη μας πρέπει να είναι ίδια προς όλους. Μόνο τότε είναι αγάπη Θεού. Κάτω από αυτήν τα πάντα λυγίζουν. Δίπλα της όλα λειώνουν».

«Όταν έχουμε αυτογνωσία, τότε γίνεται η «πνευματική διάσπαση» του ατόμου μας. Έτσι απελευθερώνεται η ενέργεια και ξεπερνάμε την βαρύτητα της φύσεώς μας και διαγράφουμε πνευματική τροχιά».

«Στην εποχή μας, δυστυχώς η λογική κλόνισε την πίστη και γέμισε τις ψυχές με αμφιβολίες. Έτσι, επόμενο είναι να στερούμαστε τα θαύματα, γιατί το θαύμα ζείται και δεν εξηγείται».

«Μην έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας. Η αυτοπεποίθηση είναι εμπόδιο στη Θεία Χάρη. Όταν αναθέτουμε τα πάντα στο Θεό, αυτός «υποχρεώνεται» να μας βοηθήσει».

«Ελέγχοντας το κακό, δε βγαίνει τίποτε. Παρουσιάζοντας όμως το καλό, ελέγχεται από μόνο του το κακό. Μόνο με καλά παραδείγματα ελέγχονται όσοι έκαναν μόδα την αμαρτία!».

«Πνευματική ωριμότητα είναι να πιστέψουμε ότι δεν κάνουμε τίποτε! Μόνο μέσα στην ταπεινή κατάσταση της απογοητεύσεως από τον εαυτό μας κρύβεται η καλή πνευματική κατάσταση».

«Ο Θεός δεν επιτρέπει καμιά θλίψη και κανένα κακό, αν μέσα απ’ αυτά δεν βγει κάτι καλύτερο από αυτό που εμείς ανθρώπινα θεωρούσαμε ότι είναι το παν!».

«Η μεγαλύτερη αρρώστια είναι η υπερηφάνεια, η οποία μας μετέφερε από τον παράδεισο στη γη και από τη γη προσπαθεί να μας πάει στην κόλαση».

«Εάν θέλεις να «πιάσεις» τον Θεό, για να σε ακούσει, όταν προσευχηθείς, γύρισε το κουμπί στη ταπείνωση, γιατί σ’ αυτήν την συχνότητα εργάζεται ο Θεός».

«Δεν πρέπει να αποφεύγουμε την αμαρτία για να μην πάμε στην κόλαση, αλλά από αγάπη και φιλότιμο για να μην λυπήσουμε τον ευεργέτη μας Χριστό» .

«Εκείνος που για να πιστέψει στο Θεό ζητά θαύματα, δεν έχει αρχοντιά. Για το Θεό αυτό έχει αξία. Να αγαπήσουμε τον Θεό μόνο και μόνο επειδή είναι αγαθός».

«Οι αγνοί λογισμοί εξαγνίζουν την ψυχή μας και αχρηστεύουν τα όπλα του δαίμονος της πορνείας, διότι μέσα στο αγνό σώμα διατηρείται η αγνή ψυχή και στην οποία παραμένει η Θεία Χάρις».

«Τίποτα δεν γίνεται χωρίς την πρόνοια του Θεού, και όπου υπάρχει η πρόνοια του Θεού, σίγουρα αυτό που συμβαίνει, όσο πικρό κι αν είναι, θα φέρει ωφέλεια στην ψυχή».

«Φροντίστε να γεμίσετε τη κασέτα της καρδιά σας τώρα που είστε νέοι. Γιατί αλλιώς, όταν γεράσετε, ανάμεσα από βυζαντινή μουσική θ’ ακούγονται και μπουζούκια».

«Ο Θεός βοηθάει και δεν αδικεί!

Βλέπει πιο πέρα και τον ενδιαφέρει, σαν καλός πατέρας, να μας έχει κοντά του στον παράδεισο.

Γι’ αυτό δίνει δοκιμασίες σ’ αυτή τη ζωή».

Κυριακή των Αγίων Πάντων – του Ιωάννου Φουντούλη, αειμνήστου καθηγητού του Α.Π.Θ.- (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιουνίου 12, 2017

https://i0.wp.com/blogs.auth.gr/moschosg/files/2014/02/Fountoulis.jpg

[απόσπασμα]

Με την Κυριακή των αγίων Πάντων, κατακλείεται ο κινητός κύκλος των εορτών, που άρχισε από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου. Στο κατανυκτικό Τριώδιο και στο χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο μας παρουσίασε η Εκκλησία όλο το έργο της θείας οικονομίας, με κέντρο την μεγάλη εορτή του Πάσχα.

Είδαμε την πτώσι των πρωτοπλάστων και την ανόρθωσι του γένους μας δια της αναστάσεως του Χριστού. Χαιρετίσαμε την έλευσι του Παρακλήτου στον κόσμο και πανηγυρίσαμε την γέννησι του νέου λαού του Θεού, τον εγκαινισμό και την έκχυσι του αγίου Πνεύματος, «επί πάσαν σάρκα». Σε στενό σύνδεσμο με την εορτή αυτή ευρίσκεται η παρούσα εορτή, η σφραγίς και το τέλος της μεγάλης εορταστικής περιόδου.

Έρχεται δηλαδή σαν απόδειξις του έργου της Εκκλησίας, της ενεργείας του αγίου Πνεύματος στον κόσμο. Γιατί μας παρουσιάζει τους καρπούς της σποράς εκείνης, τον θερισμό των λευκών χωρών που εστάλησαν να θερίσουν οι απόστολοι. Και όπως παρατηρεί πολύ ωραία ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο της ημέρας: οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν την εορτή αυτή μετά την κάθοδο του αγίου Πνεύματος για να δείξουν ότι η παρουσία του παναγίου Πνεύματος δια των αποστόλων επέτυχε να αγιάση και να σοφίση το ανθρώπινο φύραμα και να αποκαταστήση τους ανθρώπους στην θέσι των αγγέλων δια του Ιησού Χριστού, είτε με την προσφορά του μαρτυρικού των αίματος, είτε με την ενάρετο πολιτεία και διαγωγή των.

Και έργο υπερφυσικό διαπράττεται. Κατεβαίνει το Πνεύμα, ο Θεός, και ανεβαίνει ο χους, ο άνθρωπος. Ανεβάζει ο Λόγος του Θεού την θεωθείσα σάρκα και έλκει μαζί της και εκείνους που θέλουν να πράξουν έργα συνδιαλλαγής με το Θεό. Οι πρίν αποξενωμένοι από τον Θεό, ενώνονται με τον Θεό και γίνονται φίλοι Του. Τα έθνη προσφέρουν την απαρχή των, τους αγίους Πάντας.
Αλλά και ένας δεύτερος λόγος προεκάλεσε την σύστασι της συλλογικής αυτής εορτής. Πολλοί άγιοι είναι γνωστοί και τιμώνται με εορτές και πανηγύρεις από την Εκκλησία. Και σε πολλούς όμως άλλους εσκήνωσε το Πνεύμα το άγιον και τους καθηγίασε. Έμειναν όμως άγνωστοι και αφανείς. Αυτούς λοιπόν τους αγνώστους της αγίους τιμά σήμερα η Εκκλησία, όσους «κατά Χριστόν επολιτεύσαντο εν Ινδοίς και Αιγυπτίοις και Άραψι και Μεσοποταμία τε και Φρυγία και τοις άνωθεν του Ευξείνου˙ έτι δε και εν πάση τη Εσπερία άχρι και αυτών των Βρεττανικών νήσων, απλώς ειπείν εν Ανατολή και Δύσει».
Και ένας τρίτος λόγος προβάλλεται από τον συναξαριστή.

Όλοι οι άγιοι όσοι χωριστά τιμώνται θα ήταν επιβεβλημένο να συναθροισθούν σε μία κοινή εορτή, για να δειχθή με αυτόν τον τρόπο, ότι όλοι μαζί για ένα Χριστό αγωνίσθηκαν, σε ένα κοινό στάδιο, το στάδιο της χριστιανικής αρετής έτρεξαν, ενός Θεού δούλοι ήσαν και από αυτόν αξίως έλαβαν τους στεφάνους της νίκης. Για να είναι έτσι η κοινή εορτή κοινή παρόρμησις στους πιστούς, που πιστεύουν στον ίδιο Χριστό και είναι δούλοι του ιδίου Θεού και αγωνίζονται όπως και όλοι εκείνοι στον στίβο του αθλήματος της κατά Χριστόν πολιτείας.

Παρόρμησις, αλλά και βεβαία ελπίς ότι την δόξα εκείνων θα κατακτήσουν και οι σημερινοί αγωνισταί και στον χορό εκείνων θα συναριθμηθούν και εκείνοι, που βαστάζουν σήμερα «το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα».1 Ότι η εορτή αυτή θα είναι αύριο και δική μας εορτή , όταν η χάρις του Θεού ευδοκήση να μας καλέση στον μακάριο κόσμο της θριαμβευούσης στον ουρανό Εκκλησίας.

Γιατί με την ελπίδα αυτή ζούν τα τέκνα της Εκκλησίας˙ ότι και αυτά που ακούουν σήμερα το «Τη σήμερον ημέρα, Κυριακή μετά την Πεντηκοστήν, την των απανταχού της οικουμένης εν Ασία , Λιβύη και Ευρώπη, Βορρά τε και Νότω, αγίων πάντων εορτήν εορτάζωμεν» κάποτε θα συνεορτάζουν και θα συνεορτάζωνται μαζί με αυτούς…

«Του Κυρίου μου πάντας υμνώ τους φίλους,
εί τις δε μέλλων εις τους πάντας εισίτω».

1. Ματθ. 20, 12.

Ψυχοσὰββατο

Ιουνίου 3, 2017

Σχετική εικόνα

Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής, λέγεται – «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο.
Είναι το δεύτερο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το πρώτο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω).
Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής:
Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών,

«οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ’ αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».

Ο Άγιος Ιωάννης ο Pώσσος και ο Όσιος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας (ἀπὸ τὸν Μπὰμπη)

Μαΐου 27, 2017

Σχετική εικόνα

Ο Γέροντας Ιάκωβος τακτικά επισκεπτόταν τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο κυρίως πηγαίνοντας για την Αθήνα για τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν: «Κάποτε,έλεγε, πήγα και βλέπω τον Άγιο ζωντανό μέσα στη λάρνακά του. Του λέω:
–Άγιε μου πώς περνούσες στη Μικρά Ασία, τι αρετές είχες και αγίασες;
Ο Άγιος μου απάντησε:
–Μέσα στην σπηλιά που ήταν στάβλος κοιμόμουνα και με τα άχυρα σκεπαζόμουνα τον χειμώνα για να μην κρυώνω. Είχα και την ταπείνωση και την πίστη.
Σε λίγο μου λέει:
-Περίμενε, πάτερ Ιάκωβε, γιατί ήρθαν τώρα δύο άνθρωποι και με παρακαλούν για ένα παιδί άρρωστο. Περίμενε να πάω να το βοηθήσω.
Ξαφνικά άδειασε η λάρνακα γιατί ο Άγιος έφυγε. Σε λίγη ώρα ξαναγύρισε, δεν τον είδα πώς γύρισε, αλλά τον είδα να τακτοποιείται μέσα στη λάρνακά του σαν ένας άνθρωπος»!

Το Ιερό λείψανο του Αγίου Ιωάννη «αλλάζει πλευρό»- θέση όπως είναι ξαπλωμένο, ενίοτε και μπροστά στον κόσμο-προσκυνητές- και ακούγεται θόρυβος από εκεί. Μάλιστα, μια από τις φορές που έγινε αυτό, το 1990, ήταν παρών και ο μακαριστός και όσιος γέροντας Ιάκωβος, ο οποίος για να καθησυχάσει τον κόσμο που τρόμαξε είπε:
«Χριστιανοί μου μη φοβάστε, ο άγιος είναι ζωντανός απλά άλλαξε πλευρό…»

Είναι περίεργο ότι ο γέροντας Ιάκωβος ένιωθε αλλιώς για τους άλλους Αγίους και αλλιώς για τον όσιο Ιωάννη το Ρώσο, τον όποιο μάλιστα καλούσε για βοήθεια μαζί με τον όσιο Δαβίδ. Όταν καλούσε και τους δύο, έδινε την εντύπωση ότι ο όσιος Ιωάννης ήτανε αναγκαίος ως νεώτερος, να τρέξει γρηγορότερα, επειδή ο όσιος Δαβίδ ήτανε γηραιός. Με τον όσιο Ιωάννη όμως δεν γινόταν επιτακτικός, όπως με τον όσιο Δαβίδ.
Ντρεπόταν ακόμη και να λειτουργήσει στο Προσκύνημα του όσιου Ιωάννη, στο Προκόπι. Του ζητούσαν:
ιερό λείψανο του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου-Ελάτε, π. Ιάκωβε, να λειτουργήσετε στον όσιο Ιωάννη.
Και κείνος απαντούσε:
–Είμαι άξιος εγώ ο χοϊκός να βρεθώ μπροστά στο θείο Ιωάννη!
Και πάντα, όταν πρόφερε το όνομα του όσιου Ιωάννη, τον οποίο συχνότερα έλεγε «θείο Ιωάννη» και «Ομολογητή», η φωνή του στις λέξεις «θείος» και «Ομολογητής» έπαιρνε μια μεγαλόπρεπη επισημότητα,λες κι έβλεπε τον άγιο μπροστά του και τον προσφωνούσε ως βασιλέα.

Τον όσιο Ιωάννη όχι μόνο τον παρακαλούσε να συντρέχει στις ανάγκες των πιστών, μα τον έβλεπε ζωντανό, έξω από τη λάρνακα του, να σπεύδει σε βοήθεια. Το 1986, ο π. Ιάκωβος διηγόταν πως ο άγιος Ιωάννης εργάζεται ζωντανός έξω από τη λάρνακα. Τον ρώτησα χαμηλόφωνα, καθώς καθόμουν δίπλα του:
-Τον είδατε σεις έξω;
Ο γέροντας συνέχισε, γιατί στη συζήτηση βρισκόσανε κι άλλοι. Το ίδιο ερώτημα, του το έκανα δυο φορές ακόμα, χαμηλόφωνα, να μην ακούσουνε οι άλλοι. Τότε αφοπλιστικά, χωρίς ν’ αλλάξει ρυθμό, απάντησε:
-Αφού τον βλέπεις το πρωί, που μαζεύεται ο Άγιος και μπαίνει στη λάρνακα του! Είναι ώρες που δε βρίσκεται στη λάρνακα!

Το θαύμα τούτο, ότι κάποτε ο Άγιος Ιωάννης δε βρίσκεται στη λάρνακα του, το έχουνε διαπιστώσει και άλλοι, όπως ο ιερέας-προϊστάμενος του Προσκυνήματος. Ο όσιος Ιωάννης αξίωνε το μακαριστό γέροντα με διαλογική συζήτηση εναργή και αφοπλιστική. Ακόμα περισσότερο, ο γέροντας έβλεπε ολόσωμο και ζωντανό τον Όσιο, με τον όποιο συζητούσε. Επιστρέφοντας από ιατρικές εξετάσεις, πέρασε, όπως πάντα, να προσκυνήσει τον όσιο Ιωάννη.

Γονάτισε στη λάρνακα του οσίου και σε λίγο είδε τον Όσιο να του λέει, καθώς τα διηγήθηκε ο ίδιος ο γέροντας:
-Έχω μια δουλειά τώρα και πρέπει να φύγω. Εσύ να μη δεχτείς να κάνεις Εσπερινό μέχρι να επιστρέψω.
Όταν γύρισε ο Άγιος, του είπε:
–Νομίζεις ότι ευλογώ όλους όσους έρχονται εδώ; Να, αυτή τη γυναίκα, που προσκύνησε τώρα με τα παιδιά της, δεν την ευλόγησα.
«Γιατί»; ρώτησε ο π. Ιάκωβος.
-Γιατί βλαστημάει τα παιδιά της!

Στις 15 Ιουλίου 1990, ημέρα Κυριακή, το πρωί, μόλις ο π. Ιάκωβος (Τσαλίκης) κατέβηκε από το κελλάκι του στο Ναό για την Θεία Λειτουργία, περιέγραφε μέσα στο ιερό με πρόσωπο εκστατικό σε Πατέρες της Μονής του όσα ο Θείος Ιωάννης ο Ρώσος «πνευματικώ τω τρόπω» του είχε πει την νύχτα που πέρασε – «ο Θεός οίδε πως» – εμπρός στην Ιερή Λάρνακα με το αδιαλώβητο σκήνος Του στο Ναό Του στο Προκόπι.
– «Νομίζουν πως κοιμάμαι, ότι είμαι νεκρός, και δεν με υπολογίζουν οι Χριστιανοί. Εγώ όμως είμαι ζωντανός. Τους πάντες βλέπω. Το σώμα μου είναι μέσα, αλλά εγώ εξέρχομαι πολλές φορές από την λάρνακά μου. Τρέχω ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους βοηθήσω. Πολύς ο πόνος. Αυτοί δε με βλέπουν. Εγώ τους βλέπω και τους ακούω τι λένε. Και πάλι μπαίνω στη λάρνακα μου. Αλλά άκουσε Πάτερ μου να σου πω. Πολλή η αμαρτία στο κόσμο, πολλή η ασέβεια και πολλή η απιστία».
Γέροντας Ιάκωβος της Εύβοιας – «Γιατί τα λες αυτά άγιέ μου»; Του απάντησα. «Δεν βλέπεις πόσος κόσμος έρχεται στη χάρη σου και σε προσκυνά»;
– «Πολλοί έρχονται, Πάτερ Ιάκωβε, αλλά λίγα είναι τα τέκνα μου», πρόσθεσε ο Όσιος και συνέχισε.
– «Για αυτό πρέπει να γίνει πόλεμος. Γιατί πολλή η αμαρτία στον κόσμο».
– «Όχι, άγιε μου» του είπα ταραγμένος. «Από μικρό παιδί όλο σε πολέμους και ταλαιπωρίες βρέθηκα. Στην Μικρά Ασία που γεννήθηκα αλλά και όταν ήλθαμε στην Ελλάδα. Ύστερα άγιε μου αν γίνει έξαφνα ο πόλεμος θα χαθούν και ψυχές πριν προφτάσουν να μετανοήσουν».
– «Πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος, πρέπει να γίνει πόλεμος», απάντησε λυπημένα με μια σταθερή φωνή ο Όσιος».

Πηγή: Από το βιβλίο «ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ Ο Μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης».

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ -ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ-

Μαΐου 25, 2017
Αποτέλεσμα εικόνας για αναληψις του κυριου

«Βλέπετε αυτή τη κοινή για μας εορτή και ευφροσύνη, την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εχάρισε με την ανάσταση και ανάληψή του στους πιστούς; Επήγασε από θλίψη.

Βλέπετε αυτή τη ζωή, μάλλον δε την αθανασία; Επιφάνηκε σε μας από θάνατο.

Βλέπετε το ουράνιο ύψος, στο οποίο ανέβηκε κατά την ανύψωσή του ο Κύριος και την υπερδεδοξασμένη δόξα που δοξάσθηκε κατά σάρκα; Το πέτυχε με τη ταπείνωση και την αδοξία. Όπως λέγει ο απόστολος γι’ αυτόν, «εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, γι’ αυτό κι’ ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνατο επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και να διακηρύξει κάθε γλώσσα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος σε δόξα Θεού Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Εάν λοιπόν ο Θεός υπερύψωσε το Χριστό του για το λόγο ότι ταπεινώθηκε, ότι ατιμάσθηκε, ότι πειράσθηκε, ότι υπέμεινε επονείδιστο σταυρό και θάνατο για χάρη μας, πως θα σώσει και θα δοξάσει και θα ανυψώσει εμάς, αν δεν επιλέξωμε τη ταπείνωση, αν δεν δείξουμε τη προς τους ομοφύλους αγάπη, αν δεν ανακτήσωμε τις ψυχές μας δια της υπομονής των πειρασμών, αν δεν ακολουθούμε δια της στενής πύλης και οδού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, τον σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αυτήν; «διότι, και ο Χριστός έπαθε για μας, αφήνοντάς μας υπογραμμό (παράδειγμα), για να παρακολουθήσουμε τα ίχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).

Η ενυπόστατος Σοφία του υψίστου Πατρός, ο προαιώνιος Λόγος, που από φιλανθρωπία ενώθηκε μ’ εμάς και μας συναναστράφηκε, ανέδειξε τώρα εμπράκτως μια εορτή πολύ ανώτερη και από αυτή την υπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τη διάβαση, της σ’ αυτόν ευρισκομένης φύσεώς μας, όχι από τα υπόγεια προς την επιφάνεια της γης, αλλά από τη γη προς τον ουρανό του ουρανού και προς τον πέρα από αυτόν θρόνο του δεσπότη των πάντων.

Σήμερα ο Κύριος όχι μόνο στάθηκε, όπως μετά την ανάσταση, στο μέσο των μαθητών του, αλλά και αποχωρίσθηκε από αυτούς και, ενώ τον έβλεπαν, αναλήφθηκε στον ουρανό και εισήλθε στ’ αληθινά άγια των αγίων «και εκάθησε στα δεξιά του Πατρός πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και από κάθε όνομα και αξίωμα, που γνωρίζεται και ονομάζεται είτε στον παρόντα είτε στον μέλλοντα αιώνα».(Εφ. 1:20)

Γιατί λοιπόν στάθηκε στο μέσο τους κι’ έπειτα τους συνόδευσε; «Τους εξήγαγε, λέγει, έξω έως τη Βηθανία», αλλά «και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24:50). Το έκαμε για να επιδείξει τον εαυτό του ολόκληρο σώο και αβλαβή, για να παρουσιάσει τα πόδια υγιή και βαδίζοντα σταθερά, αυτά που υπέστησαν τα τρυπήματα των καρφιών, τα ομοίως επί του σταυρού καρφωμένα χέρια, την ίδια τη λογχισμένη πλευρά, αν έφεραν πάνω τους, τους τύπους των πληγών, προς διαπίστωση του σωτηριώδους πάθους.

Εγώ δε νομίζω ότι δια του «στάθηκε στο μέσο των μαθητών» δεικνύεται και το ότι αυτοί στηρίχθηκαν στη πίστη προς αυτόν, με αυτή τη φανέρωση και ευλογία του. Γιατί δεν στάθηκε μόνο στο μέσο όλων αυτών, αλλά και στο μέσο της καρδιάς του καθενός, γιατί από εκείνη την ώρα οι απόστολοι του Κυρίου έγιναν σταθεροί και αμετακίνητοι.

Στάθηκε λοιπόν στο μέσο τους και τους λέγει, «ειρήνη σε σας», τούτη τη γλυκιά και σημαντική και συνηθισμένη του προσφώνηση. Την διπλή ειρήνη, προς το Θεό που είναι γέννημα της ευσέβειας και αυτή που έχουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας. Και καθώς τους είδε φοβισμένους και ταραγμένους από την ανέλπιστη και παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ότι βλέπουν πνεύμα – φάντασμα, αυτός τους ανέφερε πάλι τους διαλογισμούς της καρδιάς των, και αφού έδειξε ότι είναι αυτός ο ίδιος, πρότεινε τη διαβεβαίωση δια της εξετάσεως και ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, όχι γιατί είχε ανάγκη τροφής, αλλά για επιβεβαίωση της αναστάσεώς του.

Έφαγε δε μέρος ψητού ψαριού και μέλι από κηρύθρα, που είναι και αυτά σύμβολα του μυστηρίου του. Δηλαδή ο Λόγος του Θεού ένωσε στον εαυτό του καθ’ υπόσταση τη φύση μας, που σαν ιχθύς κολυμπούσε στην υγρότητα του ηδονικού και εμπαθούς βίου, και την καθάρισε με το απρόσιτο πυρ της Θεότητός του. Με κηρύθρα δε μελισσιού μοιάζει η φύση μας γιατί κατέχει το λογικό θησαυρό τοποθετημένο στο σώμα σαν μέλι στη κηρύθρα. Τρώγει από αυτά ευχαρίστως γιατί καθιστά φαγητό του τη σωτηρία του καθενός από τους μετέχοντας της φύσεως. Δεν τρώει ολόκληρο, αλλά μέρος «από κηρύθρα μέλι» επειδή δεν πίστευσαν όλοι και δεν το παίρνει μόνος του, αλλά προσφέρεται από τους μαθητές, γιατί του φέρνουν μόνο τους πιστεύοντες σ’ αυτόν, χωρίζοντάς τους από τους απίστους.

Κατόπιν τους υπενθύμισε τους λόγους του πριν το πάθος, που όλοι πραγματοποιήθηκαν. Τους υποσχέθηκε να τους στείλει το άγιο Πνεύμα, τους είπε να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να λάβουν δύναμη από ψηλά. Μετά τη συζήτηση ο Κύριος τους έβγαλε από το σπίτι και τους οδήγησε έως τη Βηθανία και αφού τους ευλόγησε, όπως αναφέραμε, αποχωρίσθηκε από αυτούς και ανυψώθηκε προς τον ουρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σαν όχημα και ανήλθε ενδόξως στους ουρανούς, στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός, καθιστώντας ομόθρονο το φύραμά μας.

Καθώς οι Απόστολοι δεν σταματούσαν να κοιτάζουν τον ουρανό, με τη φροντίδα των αγγέλων πληροφορούνται ότι έτσι θα έλθει πάλι από τον ουρανό και «θα τον ιδούν όλες οι φυλές της γης, να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». (Ματθ. 24: 30). Τότε οι μαθητές αφού προσκύνησαν από το Όρος των Ελαιών, από όπου αναλήφθηκε ο Κύριος, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ χαρούμενοι, αινώντας και ευλογώντας το Θεό και αναμένοντες την επιδημία του θείου Πνεύματος.

Όπως λοιπόν εκείνος έζησε και απεβίωσε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι’ εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι. Την ανάληψη όμως δεν θα πετύχουμε όλοι, αλλά μόνο εκείνοι για τους οποίους ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος, όσοι προ του θανάτου σταύρωσαν την αμαρτία δια της μετανοίας, μόνο αυτοί θα αναληφθούν μετά την κοινή ανάσταση σε νεφέλες προς συνάντηση του Κυρίου στον αέρα. (Α’ Θεσ. 4:17).

Ας έρθουμε στο υπερώο μας, στο νου μας προσευχόμενοι, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας για να πετύχουμε την επιδημία του Παρακλήτου και να προσκυνήσουμε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο».

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ Του π. Ἀλεξ. Σμέμαν (ἀπὸ Μπὰμπη)

Απρίλιος 18, 2017

Σχετική εικόνα

Το βασικό μας θέμα είναι το κήρυγμα της Ανάστασης, ή καρδιά του Χριστιανισμού. Θα ήθελα με έμφαση να τονίσω πώς δεν αναφέρομαι γενικά στην αθανασία της ψυχής μετά το χωρισμό της από το σώμα, ούτε απλά σε μια μορφή μυστικής και ασώματης ύπαρξης έντός ενός «άλλου», μυστηριώδη και νεφελώδη κόσμου. Μιλώ πολύ συγκεκριμένα για την Ανάσταση.

«Άναστήσονται οι νεκροί και έγερθησονται οι εν τοις μνημείοις και πάντες οι εν τη γή άγαλλιάσονται»! Πώς αντηχούν αυτές οι λέξεις!

Πόσο θριαμβευτικές, χαρμόσυνες και γεμάτες απαντοχή ! Πόσο ελπιδοφόρα μάς προϊδεάζουν για τα επερχόμενα, καθώς τις ακούμε αργά τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής, όταν ήδη έχει αρχίσει μέσα από το σκοτάδι και τη θλίψη του Σταυρού, του μνήματος και τών «όθονίων», να λάμπει το ολόλαμπρο φώς του επερχόμενου Πάσχα. Έτσι ακριβώς όπως μάς διαβεβαιώνει με απλότητα το αρχαιότερο χριστιανικό σύμβολο πίστεως, το αποκαλούμενο Αποστολικό Σύμβολο:

«Πιστεύω εις… σαρκός άνάστασιν».
Όταν ό Χριστός, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, εμφανίστηκε μετά την Ανάστασή Του στους έντρομους και σαστισμένους μαθητές, εκείνοι «έδόκουν πνεύμα θεωρεΐν» – νόμισαν πώς βλέπουν φάντασμα. Τους είπε:
«Τί τεταραγμένοι έστέ… εγώ ειμί- ψηλαφήσατε με και ίδετε ότι πνεύμα σάρκα και όστέα ούκ έχει καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα». Και στη συνέχεια πήρε ψάρι και ψωμί και «ενώπιον αυτών έφαγεν» (Λουκ. 24,36-43).
Οι μαθητές ξεκίνησαν από την Ιερουσαλήμ με το μήνυμα της Ανάστασης και κήρυξαν την ανάσταση των νεκρών μέχρι τις εσχατιές της γης. Κι αυτή ή πίστη, αυτή ή χαρμόσυνη αγγελία, αυτό το κήρυγμα έγινε ή χαρά και ή ζωή εκείνων που έκαναν τά λόγια τών Αποστόλων δικά τους.

Ωστόσο, για κείνη την εποχή το κήρυγμα της Ανάστασης ήταν παράλογο, ανήκουστο. Ό τότε κόσμος μπορούσε διστακτικά να δεχτεί την έννοια της αθανασίας της ψυχής, μα την ανάσταση τών σωμάτων τη θεωρούσε ολότελα γελοία.

Όταν ό απόστολος Παύλος κήρυξε την Ανάσταση στην Αθήνα, στο απόλυτο κέντρο της ελληνικής σοφίας και καλλιέργειας, οι φιλόσοφοι που τον άκουσαν γέλασαν και του είπαν: «άκουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πράξ. 17,32).

Όμως είμαι πεπεισμένος ότι ακόμα και τώρα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά τη θεμελίωση του Χριστιανισμού, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για την ανθρωπότητα να κατανοήσει αυτό το μήνυμα, να κατανοήσει το γιατί ή ίδια ή ύπαρξη του Χριστιανισμού στηρίζεται πάνω σ’ αυτήν τη διδασκαλία.

Πράγματι, το Πάσχα είναι για μάς γιορτή. Αναμφισβήτητα κάτι συμβαίνει μέσα μας όταν κάθε χρόνο ή σιωπή του δειλινού εκείνης της μέρας ραγίζει από το «Χριστός άνέστη!» και από τη μοναδική απόκριση σ’ αυτό, το «Αληθώς άνέστη!».

Όμως, αν εκείνη τη στιγμή επιχειρήσουμε να στοχαστούμε το νόημα όλων αυτών, να στοχαστούμε το αληθινό περιεχόμενο της γιορτής τού Πάσχα, την αιτία της χαράς μας και το νόημά της για μάς -για μένα-, τότε όλα γίνονται θολά και δυσνόητα.

«Ανάσταση των σωμάτων» — τί εννοούμε, αλήθεια, μ’ αυτό; Τί γίνεται μ’ αυτό το σώμα που αναλύθηκε στη γη κι επέστρεψε στο μυστηριώδη κύκλο της φύσης; Μήπως πρέπει να περιμένουμε ότι αυτά τα κόκαλα θα αναστηθούν;

Και γιατί αλήθεια, χρειαζόμαστε σώμα σ’ αυτόν το μυστικό , πνευματικό «άλλο» κόσμο; Δεν μάς δίδαξαν οι μύστες κι οι σοφοί όλων τών εποχών ότι ίσα ίσα το θετικό νόημα τού θανάτου είναι ότι μάς απελευθερώνει από τη φυλακή, όπως λένε, τού σώματος κι από τη μακρόχρονη εξάρτηση από την υλική, φυσική, σωματική ζωή, καθιστώντας τις ψυχές μας φωτεινές, άυλες, ελεύθερες, πνευματικές ;

Ίσως να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε αυτό το ερώτημα μέσα από μια νέα προοπτική, αν εξετάσουμε το νόημα του σώματος προσεκτικότερα• κι επιπλέον, όχι άφηρημένα, όχι φιλοσοφικά, άλλα θα έλεγα, πρακτικά.

Με άλλα λόγια, πρέπει να εξετάσουμε το ρόλο που το σώμα διαδραματίζει στη ζωή μας, στη δική μου ζωή.

Είναι ασφαλώς τελείως ξεκάθαρο ότι τά πάντα στο σώμα μας είναι παροδικά κι εφήμερα. Οι βιολόγοι έχουν υπολογίσει ότι όλα τά κύτταρα του σώματός μας ανανεώνονται κάθε επτά χρόνια.

Επομένως, από άποψη φυσιολογίας κάθε επτά χρόνια έχουμε καινούργιο σώμα. Κατά συνέπεια, το σώμα που στο τέλος της ζωής μου εναποτίθεται στο μνήμα ή που αναλώνεται στην πυρά δεν είναι πλέον το ίδιο σώμα με όλα τά προηγούμενα. Και σε τελευταία ανάλυση, καθένα από τά σώματά μας δεν είναι τίποτα άλλο από την ατομική μας ενσάρκωση μέσα στον κόσμο – αφενός μεν με τη μορφή της εξάρτησής μας από τον κόσμο, και αφετέρου με τη μορφή της ζωής και της δραστηριότητάς μας εντός του κόσμου.

Στην ουσία, το σώμα μου είναι ή σχέση μου με τον κόσμο, με τούς άλλους• είναι ή ζωή μου ως κοινωνία, ως αμοιβαιότητα. Καθετί ανεξαιρέτως μέσα στο σώμα, μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό , έχει δημιουργηθεί γι’ αυτήν τη σχέση, γι’ αυτήν την κοινωνία,γι’ αυτήν την έξοδο από την ατομικότητα.

Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ή αγάπη, ή υψηλότερη μορφή κοινωνίας, βρίσκει την ενσάρκωσή της στο σώμα: το σώμα είναι πού βλέπει, άκουει, αισθάνεται και με εξάγει μ’ αυτόν τον τρόπο από την εγωκεντρική μου μόνωση.

Αν ισχύουν πράγματι όλα αυτά, τότε μπορούμε να αντιτάξουμε πώς το σώμα δεν είναι ό σκοτασμός της ψυχής, άλλα μάλλον ή ελευθερία της, αφού το σώμα είναι ή ψυχή ως Αγάπη, ως κοινωνία, ως ζωή, ως κίνηση.

Κι αυτός είναι ό λόγος πού ή ψυχή, όταν χωρίζεται από το σώμα, όταν χάνει το σώμα, χάνει και την ίδια τη ζωή, πεθαίνει – έστω κι αν αυτός ό θάνατός της δεν είναι μια ολική εκμηδένιση, άλλα μια λανθάνουσα κατάσταση, κάτι σαν κοίμηση.

Κι έτσι, κάθε μορφή ύπνου -όχι μόνο ή κοίμηση τού θανάτου – είναι ένα είδος θανής για τον οργανισμό, αφού κατά τη διάρκεια τού ύπνου, αυτό ακριβώς το σώμα είναι που κοιμάται και παραμένει ανενεργό.

Και σ’ αυτήν την κατάσταση δεν συναντούμε ζωή αληθινή, άλλα ζωή που έχει ανασταλεί – δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά μόνο ύπνος. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε όταν ό Χριστιανισμός μιλάει για ανάσταση τών σωμάτων, δεν εννοεί ζωοποίηση τών οστών και τών μυών, αφού τα οστά και οι μύες και ολόκληρος ό υλικός κόσμος είναι «πουκάμισο αδειανό» -τίποτα παραπάνω από κάποια βασικά φυσικά στοιχεία, τίποτα παραπάνω τελικά από άτομα. Και στα στοιχεία αυτά δεν υπάρχει τίποτα το προσωπικό, τίποτα που να έχει αιώνια προοπτική για μένα.

Ό Χριστιανισμός μιλά για την αποκατάσταση της ζωής ως κοινωνίας. Μιλά για το πνευματικό εκείνο σώμα που ξεδιπλώθηκε στο κύλισμα της ζωής μας μέσα από την αγάπη και τις αναζητήσεις μας, μέσα από τις σχέσεις μας, μέσα από την έξοδο από τον εγωισμό μας. Δεν μιλά για τη διαιώνιση της ύλης, αλλά για την έσχατη άποπνευματοποίησή της, για την τελική μεταστοιχείωση τού κόσμου σε αληθινό σώμα -το σώμα της ζωής
και της αγάπης της ανθρωπότητας.

Ό Χριστιανισμός μιλά για την αποκατάσταση του κόσμου σε ολοκληρωτική κοινωνία με τη Ζωή.

Δεν λατρεύει τα κοιμητήρια και τις ταφόπλακες ή χριστιανική λατρεία. Το χριστιανικό κήρυγμα δεν αναφέρεται στην αποσύνθεση ενός μεμονωμένου μέρους της ύλης που χρησίμευε κάποτε ως σώμα κάποιου ανθρώπου.

Το κήρυγμα του Χριστιανισμού μιλά για την ανάσταση της ζωής στην πληρότητα και ολοκλήρωσή της «εν τω πληρώματι της αγάπης».
Αυτό το κήρυγμα είναι που αποκαλύπτει το νόημα τού Πάσχα. Μέσα σ αυτό φωλιάζει ή χαρά και ή δυναμική τού Χριστιανισμού. «Κατεπόθη ό θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορ. 15,54).

Περὶ τοῦ Ἀκαθὶστου Ὓμνου

Μαρτίου 31, 2017

Σχετική εικόνα

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος.

Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σ

ε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση.

Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.

Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου.

Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 – 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.).

Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄.

Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος».

Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό.

Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου.

Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 – 730 μ.Χ.) , ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου.

Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς».

Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο  τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 – 749 μ.Χ.) , ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου.

Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας.
Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας.
Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.