Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Ἁγὶου Πορφυρὶου…(ἀπὸ Μπὰμπη)

2 Δεκεμβρίου, 2020

«…Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές αγάπες, μέσα απ’ τις οποίες φθάνομε στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό. Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν τη χάρη τους, μας διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο τους. Μας μιλούν για την αγάπη του Θεού. Σκορπούν το άρωμα τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς και δικαίους.
Για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. «Χοντρές» ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει. Ο χριστιανός, έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μες στην ποίηση. Την αγάπη ποιητικές καρδιές την ενστερνίζονται, τη βάζουν μέσα στην καρδιά τους, την αγκαλιάζουν, τη νιώθουν βαθιά.
Να εκμεταλλεύεσθε τις ωραίες στιγμές. Οι ωραίες στιγμές προδιαθέτουν την ψυχή σε προσευχή, την καθιστούν λεπτή, ευγενική, ποιητική. Ξυπνήστε το πρωί, να δείτε τον βασιλιά ήλιο να βγαίνει ολοπόρφυρος απ’ το πέλαγος. Όταν σας ενθουσιάζει ένα ωραίο τοπίο, ένα εκκλησάκι, κάτι ωραίο, να μη μένετε εκεί, να πηγαίνετε πέραν αυτού, να προχωρείτε σε δοξολογία για όλα τα ωραία, για να ζείτε τον μόνον Ωραίον. Όλα είναι άγια, και η θάλασσα και το μπάνιο και το φαγητό. Όλα να τα χαίρεσθε. Όλα μας πλουτίζουν, όλα μας οδηγούν στη μεγάλη Αγάπη, όλα μας οδηγούν στον Χριστό.
Να παρατηρείτε όσα έφτιαξε ο άνθρωπος, τα σπίτια, τα κτίρια, μεγάλα ή μικρά, τις πόλεις, τα χωριά, τους ανθρώπους, τον πολιτισμό τους. Να ρωτάτε, να ολοκληρώνετε τις γνώσεις σας για το καθετί, να μη στέκεστε αδιάφοροι. Αυτό σας βοηθάει σε βαθύτερη μελέτη των θαυμάσιων του Θεού. Γίνονται όλα ευκαιρίες να συνδεόμαστε με όλα και με όλους. Γίνονται αιτίες ευχαριστίας και δεήσεως στον Κύριο του παντός. Να ζείτε μέσα σε όλα, στη φύση, στα πάντα. Η φύση είναι το μυστικό Ευαγγέλιο. Όταν, όμως, δεν έχει κανείς εσωτερική χάρη, δεν τον ωφελεί η φύση. Η φύση μάς ξυπνάει, αλλά δεν μπορεί να μας πάει στον Παράδεισο.

Βίος καὶ Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου

Ἒλεγε ὁ Ἃγιος Πορφύριος…

2 Δεκεμβρίου, 2020

1. Κάνε το σταυρό σου και περιφρόνησε το διάβολο.
Άφησέ τον αυτόν, μου έλεγε ο π. Πορφύριος για το διάβολο. Μην του δίνεις σημασία. Όσο του δίνεις σημασία, τόσο περισσότερο σε πλησιάζει. Αν θέλεις να τον διώξεις, να τον απομακρύνεις από κοντά σου, πάψε να του δίνεις σημασία. Περιφρόνησέ τον.

Μόνο η περιφρόνηση του αξίζει. Από τη στιγμή που θα αρχίσει να την εισπράττει, θα αρχίσει και θα υποχωρεί. Μέχρι που, τελικά, θα τραπεί σε φυγή. Η περιφρόνηση αποτελεί το δεύτερο όπλο, μετά τον Τίμιο Σταυρό, κατά του διαβόλου! Και τον μεν Τίμιο Σταυρό τον φοβάται και, κυριολεκτικά, τον τρέμει και τρέπεται σε άτακτη φυγή.

Την δε περιφρόνηση δεν την αντέχει. Γιατί είναι υπερόπτης και σκάει από το κακό του! Εξάλλου, αυτή η υπεροψία ήταν αιτία να εκπέσει και να γίνει αυτό που έγινε. Εισέπραξε την τιμωρία του…

2. Άλλο το κόμπλεξ, άλλο η ταπείνωση, άλλο η μελαγχολία.
Μου έλεγε ο Γέροντας μια μέρα: « Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του. Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση· άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια. Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία. Του απάντησα: Παραδέχομαι, ότι μερικοί χριστιανοί, από σφάλματα δικά τους ή των άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια χειρότερη αρρώστια, την υπερηφάνεια. Και οι μέν θρησκευτικές ενοχές, κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζούν μακριά από τον Χριστό, δεν φεύγει».

3. Να φυλαχθείς από το άγχος.
Ανάπηρη κοπέλα, ζήτησε την ευλογία του Γέροντα και τις συμβουλές του, για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, ζώντας πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο Γέροντας την ευλόγησε και της είπε μεταξύ άλλων: « Προ πάντων να φυλαχθείς από το άγχος. Το άγχος είναι ασθένεια της ψυχής και δεν εξαρτάται από υλικές ελλείψεις. Μπορεί ένας υγιής άνθρωπος να έχει πολλά εκατομμύρια στην Τράπεζα και να ζεί μέσα στο άγχος. Το άγχος καταπολεμείται με την εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού και τον καλόν αγώνα».

4. Να μην κατακρίνουμε, διότι ο Θεός θα επιτρέψει να πέσουμε κι εμείς στις ίδιες αμαρτίες.
Μου έλεγε: « Έτσι, μια νοικοκυρά σ’ ένα χωριό, την ώρα που άναβε φωτιά στο φούρνο της για να ψήσει ψωμί, ευχήθηκε να μπορούσε να σουβλίσει και να κάψει ζωντανή στο φούρνο της μια κοπέλα απο γειτονικό χωριό, που έμεινε έγκυος με κάποιο άγνωστο. Σε λίγα χρόνια, όταν ο άνδρας της ξενιτεύτηκε, έμεινε κι εκείνη έγκυος με κάποιο συγχωριανό της». Και κατέληξε: « Γι’ αυτό ο Θεός μας συμβουλεύει να μήν καταρώμεθα κανένα, ούτε τον εχθρό μας, και να ευλογούμε όλους, ακόμη και τους εχθρούς μας».

5. Να μην καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε.
«Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε. Με την καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί· με την κατανόηση και τη βοήθεια θα σωθεί. Τον αμαρτωλό πρέπει να τον αντικρίζουμε με αγάπη και με σεβασμό στην ελευθερία του. Όταν ένα οικογενειακό μας πρόσωπο ρίχνει ένα βάζο από το τραπέζι και το σπάει συνήθως οργιζόμαστε. Αν εκείνη τη στιγμή, την κρίσιμη, με μια κίνηση ψυχικής ανύψωσής μας, δείξουμε κατανόηση και δικαιολογήσουμε τη ζημιά, κερδίσαμε τη ψυχή μας και τη ψυχή του αδελφού μας. Κι αυτή είναι όλη η πνευματική ζωή μας: μια κίνηση ανύψωσής μας, μέσα στις δοκιμασίες των θλίψεων, από την αγανάκτηση του εγωισμού στην κατανόηση της αγάπης».

6. Δεν είναι όλοι παλιάνθρωποι, που κάνουν εγκλήματα.
« Δεν είναι, βρέ, όλοι φονιάδες, ούτε όλοι παλιάνθρωποι που κάνουν εγκλήματα, αλλ’ είναι ατείχιστοι, δεν αγωνίζονται, δεν εξομολογούνται, δεν μεταλαμβάνουν, δεν προσεύχονται, δεν προσπαθούν. Κι είναι καλές ψυχές, αλλά μένουν έτσι, ξέφραγα αμπέλια, όπως λέει η λαϊκή έκφραση. Και τους πιάνει και τους σηκώνει το κακό. Και τους βάνει να κάνουνε φόνο και να κάνουν τόσα και μετά, μετά από λίγο μετανοιώνουνε, στενοχωριούνται, υποφέρουνε, νιώθουν σαν να’ ναι στην κόλαση».

7. Με την κατάκριση σπρώχνουμε τον αδελφό μας πιο χαμηλά.
«Όταν ο αδελφός μας σφάλλει, εμείς πρέπει να βαστάξουμε τον πειρασμό του. Η αληθινή αγάπη μας εμπνέει να κάνουμε θυσίες χάριν του πλησίον. Όπως ο Χριστός, όταν τον σταύρωναν, παρακαλούσε τον ουράνιο Πατέρα του να συγχωρήσει τους σταυρωτές του, διότι δεν ήξεραν τί κάνουν. Χωρίς θυσία, με την κατάκριση μας, σπρώχνουμε τον αδελφό μας που αμάρτησε, να πέσει πιο χαμηλά, ενώ με τη σιωπηλή θυσία της αγάπης μας και τη μυστική προσευχή μας για εκείνον, ξυπνάμε τη συνείδησή του, που σηκώνεται και τον κατηγορεί κι έτσι μετανοεί και διορθώνεται».

8. Ψυχολογικές δυσκολίες.
«Όταν σου κάνει κλοιό ο σατανάς και σε πιέζει, μη μένεις ακίνητος, όπως μερικοί που μελαγχολούν και σκέπτονται επί ώρες, σαν να τους απασχολούν πολύ σοβαρά προβλήματα, ενώ δεν συμβαίνει τίποτε απ’ αυτά απλώς τους έχει καθηλώσει ο σατανάς. Να έχεις ετοιμότητα αντιδράσεως, να αντιστέκεσαι, να αποκρούεις την πολιορκία του σατανά, όπως ένας άνθρωπος που τον πιάνουν κάποιοι κακοποιοί και τον καθηλώνουν και τότε εκείνος κάνει μια απότομη κίνηση και τινάζοντας τα χέρια του, τους πετά από δω κι από κει, ξεφεύγει το σφίξιμό τους και στρέφεται πρός την άλλη κατεύθυνση, πρός τον Χριστό, που τον ελευθερώνει».

(Γέροντος Πορφυρίου Ιερομονάχου, «Ανθολόγιο Συμβουλών», εκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι – Αττικής).

Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας

29 Νοεμβρίου, 2020

Κυριακή του Λουκᾶ ΙΓ΄

Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας

Περί τοῦ ἐπερωτήσαντος τόν Ἰησοῦν, Κεφάλαιον ΙΗ΄

«Τὸν ρώτησε κάποιος ἀπὸ τοῦς ἄρχοντες· Δάσκαλε ἀγαθέ, μὲ τί πράξεις θὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Δὲν εἶναι κανένας ἀγαθὸς παρὰ μόνο ὁ Θεός. Τίς ἐντολὲς τὶς γνωρίζεις.
Μὴ μοιχέψης, μή φονεύσης, μήν κλέψης, μήν ψευδομαρτυρήσης. Νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα καὶ τή μητέρα σου. Κι ἐκείνος εἶπε· αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴ νεότητά μου.
Ὅταν τ’ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε· Ἕνα σοῦ ἀπομένει μονάχα· πούλησε ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχοὺς· ἔτσι θ’ ἀποχτήσης θησαυρὸ στὸν οὐρανό. Κί ἔλα, ἀκολούθησέ με. Ἐκεῖνος ὕστερ’ ἀπ’αὐτὸ ἔπεσε σὲ λύπη, γιατὶ ἦταν πολύ πλούσιος».
Μερικοὶ ἔχουν τή γνώμη ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν πανοῦργος καὶ τάχα ζητοῦσε νὰ παγιδέψη μὲ τοὺς λόγους του τὸν Ἰησοῦ.
Δὲ φαίνεται νὰ εἶναι αὐτό· μᾶλλον ἦταν φιλάργυρος. Γιατὶ κι ὁ Χριστὸς μ’ αὐτὸ τὸ νόημα τὸν κατηγόρησε. Γιατὶ ὁ Μᾶρκος λέει, ὅτι ἔτρεξε καὶ γονατιστὸς παρακαλοῦσε τὸν Ἰησοῦ κι ὅ,τι ὁ Ἰησοῦς βλέποντάς τον ἔνιωσε συμπάθεια γι’ αὐτόν. Ἀγαποῦσε ὅμως τὰ χρήματα.
Πλησιάζει λοιπὸν τὸν Ἰησοῦ ἐπιθυμῶντας νὰ μάθη γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, καὶ τοῦτο σὰν φιλοχρήματος· καμμιὰ ψυχὴ δὲν ἀγαπᾶ τὴ ζωὴ τόσο, ὅσο ὁ φιλοχρήματος ἄνθρωπος.
Νόμισε λοιπὸν ὅτι ὁ Ἰησοῦς θὰ τοῦ ἔδειχνε ἕνα τρόπο,νὰ ζῆ στὸν αἰῶνα καὶ νὰ χαίρεται τὴν κατοχὴ τῶν χρημάτων του.
Κι ὅταν ὁ Κύριος εἶπε ὅτι τὸ χάσιμό τους ἴσα ἴσα προξενεῖ τὴν αἰώνια ζωή, φεύγει σὰν νὰ ἤθελε νὰ κατηγορήση τὸν ἑαυτὸ του γιὰ τὴν ἐρώτηση καὶ τὸν Ἰησοῦ γιὰ τὴν ἀπάντηση. Αὐτὸς γιὰ νὰ ἔχη πολὺν καιρὸ τὰ χρήματα, εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή.
Ἄν ἦταν νὰ ἔχανε τὰ χρήματα, τί τοῦ χρειαζόταν ἡ αἰώνια ζωή, ἀφοῦ ὅπως ἐνόμιζε ἔμελλε νὰ ζῆ φτωχός; Πλησιάζει λοιπὸν τὸ Χριστὸ σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο, καὶ δάσκαλο. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος, δείχνοντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸν πλησιάζουν σὰν νὰ ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος εἶπε· Κανένας δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ ὁ Θεὸς μονάχα.
Ἀφοῦ μὲ εἶπες ἀγαθὸ τοῦ λέει, γιατὶ πρόσθεσες τὸ «δάσκαλε;» Φαίνεται ὅτι μὲ θεωρεῖς σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς πολλοὺς.Ἄν εἶναι αὐτὸ, τότε δὲν εἶμαι ἀγαθὸς, γιατὶ κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ἀγαθὸς κατὰ ἐξουσία, παρὰ ὁ Θεὸς μονάχα.
Ὥστε ἄν θέλης νὰ μὲ προσφωνῆς ἀγαθό, νὰ μὲ προσφωνῆς μὲ τὴν πίστη ὅτι εἶμαι Θεός καὶ μὴ μὲ πλησιάζεις σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο Ἄν θεωρῆς κοινό ἄνθρωπο νὰ μὴ μὲ καλῆς μήτε ἀγαθό. Γιατὶ πραγματικά ἀγαθὸς καὶ πηγὴ ἀγαθότητος, κι ἀρχὴ τῆς αὐτοαγαθότητος εἶναι ὁ Θεὸς.
Οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα κι ἄν εἴμαστε ἀγαθοί, δὲν εἴμαστε κατὰ ἐξουσία ἀλλὰ κατὰ μετοχὴ κι ἔχομε ἀγαθότηταυ σύμμεικτη καὶ μεταβλητή.
Γνωρίζεις τίς ἐντολές. Μὴ μοιχέψης, μὴ φονεύσης, μὴ ψευδομαρτυρήσης καί τά λοιπά. Ὁ νόμος διορθώνει πρῶτα αὐτά, στὰ ὁποῖα πιὸ εὔκολα γλιστροῦμε κι ἔπειτα ἐκεῖνα ὅπου δὲν πέφτουν πολλοὶ οὔτε πολλὲς φορὲς. Στήν πρώτη περίπτωση εἶναι μοιχεία, ἐπειδή ἡ φωτιά εἶναι ζωική κι ἐσωτερική, κι ὁ φόνος, ἐπειδή ὁ θυμὸς εἷναι μεγάλο θηρίο. Ἡ κλοπή ὅμως εἶναι σφάλμα πιὸ ἐλαφρὸ καί σπάνια συμβαίνει νὰ πέφτωμε στὴν ψευδομαρτυρία. Γι’ αὐτό διορθώνει πρῶτα ἐκεῖνα, ἐπειδὴ εὔκολα γλιστροῦμε σ’ αὐτὰ κι εἶναι ἐξ ἄλλου πιό βαριὰ.
Ἐνῶ τὰ δεύτερα τὴν κλοπή καὶ τὴν ψευδομαρτυρία, τὰ θέτει σὲ δεύτερη μοῖρα, ἐπειδὴ καὶ πιὸ σπάνια τὰ συναντοῦμε καὶ εἶναι πιὸ ἐλαφρὰ.
Καὶ τὴν ἁμαρτία πρὸς τοὺς γονεῖς, ἄν κι εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα, ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει ὅμως συχνὰ, γιατὶ δὲ δείχνουν συχνὰ οἱ πολλοὶ τέτοια ψυχὴ θηρίου, ὥστε νὰ παραφέρωνται πρὸς τοὺς γονεῖς ἀλλὰ πολὺ σπάνια καὶ σὲ μικρὸ βαθμὸ, τὴν ἁμαρτία πρὸς τοὺς γονεῖς τὴ θέτει ὑστερ’ αὐτά. Κι ὅταν ὁ νέος εἶπε ὅτι εἶχε φυλάξει τὶς ἐντολὲς ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν μικρός, τοῦ ὑποβάλλει τὴν ἀκτημοσύνη, ποὺ εἶναι τό κεφάλαιο ὅλων. Πρόσεξε νόμους ἀληθινὰ χριστιανικῆς πολιτείας.
Ὅλα ὅσα ἔχεις, λέει, πούλησέ τα. Ἄν μείνη κάτι, γίνεσαι δοῦλος σ’ αὐτό. Καὶ μοίρασέ τα ὄχι σὲ πλούσιους συγγενεῖς ἀλλὰ στοὺς φτωχοὺς. Νομίζω κι ἡ λέξη «μοίρασε» δηλώνει μ’ ἔμφαση ὅτι τὸ σκόρπισμα τῶν χρημάτων πρέπει νὰ γίνεται μὲ σύνεση κι ὄχι ὅπως τύχη. Κι ἐπειδὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀκτημοσύνη πρέπει νὰ συνδυάζεται στὸν ἄνθρωπο κι ὅλη ἡ ἄλλη ἀρετὴ, γι’ αὐτὸ εἶπε· Κι ἔλα, ἀκολούθησέ με.
Δηλαδή· καί σ’ ὅλα τ’ ἄλλα γίνε μαθητής μου καὶ πάντα νὰ μ’ ἀκολουθῆς ὄχι μονάχα σήμερα κι αὔριο ὄχι. Καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε τὸ θησαυρὸ τῶν οὐρανῶν, ἐπειδὴ ἦταν φιλοχρήματος· ἀλλὰ ὁ ἄρχοντας δὲν ἔδωσε προσοχή, ἐπειδὴ ἦταν δοῦλος τῶν χρημάτων.
Γι’ αὐτὸ λυπήθηκε, ὅταν ἄκουσε νὰ τὸν συμβουλεύη νὰ στερηθῆ τὰ χρήματά του, ὅταν ἐκεῖνος καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ γι’ αὐτὸ τὴν ἐπιθυμεῖ, γιὰ νὰ ζῆ ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερο μέσα στὴν περιουσία του, παντοτ­ινά. Κι ἡ λύπη του, φανερώνει ἄνθρωπο μ’ εὐγνωμοσύνη κι ὄχι πανοῦργο.
Κανένας ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους δὲν ἔνιωθε λύπη ποτέ, ἀντίθετα, ἐρεθίζονταν περισσότερο. Καὶ δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὁ μεγάλος Φωστῆρας τῆς οἰκουμένης,ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ χρυσῆ γλῶσσα, παραδέχτηκε ὅτι ὁ νέος τοῦτος ἐπιθυμοῦσε πραγματική, αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν ἀγαποῦσε βέβαια, κατεχόταν ὅμως ἀπὸ μεγαλύτερο πάθος,τὴ φιλαργυρία.Ἔχει ὅμως τὴ χάρη του κι αὐτὸ ποὺ τώρα πρόσθεσα, ὅτι σὰν φιλοχρήματος ἐπιθυμοῦσε τὴν αἰώνια ζωή.
« Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ποὺ ἔγινε περίλυπος εἶπε· Πόσο δύσκολα αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ περάσουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πιό δύσκολο νὰ περάση τὸ παλαμάρι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ βελονιοῦ παρά νὰ μπῆ ὁ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Κι ὅσοι ἄκουσαν ρώτησαν· Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ στὸ Θεὸ. Κι ὁ Πέτρος πρόσθεσε· Νὰ ἐμεῖς, ποῦ τὰ ἀφήσαμε ὅλα. Κι ἐκεῖνος εἶπε· Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι δὲν εἶναι κανένας ποὺ ἄφησε γιὰ χάρη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ σπίτι,ἤ γονεῖς,ἤ ἀδελφοὺς, ἤ γυναῖκα, ἤ παιδιὰ καὶ δὲ θ’ ἀπολαύση πολλαπλάσια καὶ στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ στὴν αἰωνιότητα».
Ἑπειδὴ λυπήθηκε ὁ πλούσιος, ὅταν ἄκουσε τὴ στέρηση τῶν ὑπαρχόντων του, λέει ὁ Κύριος μὲ θαυμαστικὸ τρόπο· Πόσο δύσκολα θὰ μποῦν οἱ πλούσιοι στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Δὲν εἶναι ὅτι τοὺς εἶναι ἀδύνατο νὰ μποῦν ἀλλὰ δύσκολο. Δὲν εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθοῦν οἱ πλούσιοι. Γιατὶ μπορεῖ νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ χρήματα καὶ νὰ ἐπιτύχουν τὰ οὐράνια.
Τοῦτο ὅμως εἶναι δύσκολο, γιατὶ στὸ χρῆμα κολλοῦν περισσότερο καὶ δύσκολα ἀποσπᾶται ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιάστηκε ἀπ’ αὐτό- λίγο πιὸ κάτω τὸ παρουσιάζει καὶ σὰν ἀδύνατο, γιατὶ λέει ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάση παλαμάρι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ βελονιοῦ παρὰ νὰ σωθῆ ὁ πλούσιος.
Τί μποροῦμε νὰ ποῦμε; Πρῶτα ὅτι ἀληθινὰ ἔτσι εἶναι· ἀδύνατο νὰ σωθῆ κάποιος, ἄν εἶναι πλούσιος. Μὴ μοῦ πῆς ὅτι ὁ τάδε, ἄν κι ἦταν πλούσιος, ἔδινε τ’ ἀγαθὰ του καὶ σώθηκε. Δὲ σώθηκε ἐνῶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ ἀφοῦ ἔγινε φτωχὸς ἤ σώθηκε ἐπειδῆ ἦταν οἰκονόμος καὶ ὄχι πλούσιος.
Ἄλλο οἰκονόμος καὶ ἄλλο πλούσιος. Πλούσιος εἶναι αὐτὸς ποῦ διατηρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, οἰκονόμος αὐτὸς ποὺ τὸν δέχθηκε γιὰ χάρη τῶν ἄλλων. Ὥστε κι ἄν ἀκόμα αὐτὸς σώθηκε, δὲ σώθηκε ἐνῶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε ἤ ἀφοῦ ἔχασε ὅλα ὅσα εἶχε ἤ ἀφοῦ σὰν οἰκονόμος τὰ διαχειρίστηκε σωστά. Ὕστερα πρόσεξε καὶ τοῦτο· ὅτι ὁ πλούσιος εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθῆ καὶ δύσκολο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει χρήματα.
Σὰ νὰ λέη· Αὐτὸς ποὺ κυριεύεται ἀπὸ τὰ χρήματα κι εἶναι ὑποταχτικός τους καὶ δεσμώτης τους δὲ θὰ σωθῆ. Αὐτὸς ὅμως ποῦ κρατεῖ τὰ χρήματα, δηλαδὴ ποὺ εἶναι κύριός τους καὶ τὰ ἐξουσιάζει χωρὶς νὰ ἐξουσιάζεται ἀπ’ αὐτὰ, θά σωθῆ δύσκολα ἐξ αἰτίας τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν κάνωμε κατάχρηση σ’ ὅ,τι ἔχομε. Ὥσπου ἔχουμε χρήματα προσπαθεῖ ὁ διάβολος νὰ μᾶς ὑποτάξη γιὰ νὰ χρησιμοποιήσωμε κάποτε τὰ χρήματά μας ἀντίθετα μὲ τὸν κανόνα καὶ τὸ νόμο τὴς οἰκονομίας κι εἶναι δύσκολο νὰ ξεφύγης τὶς παγίδες του.
Γι’ αὐτὸ εἶναι καλὴ ἡ ἀκτημοσύη καὶ σχεδὸν ἀνεπίδεχτη ἀπὸ πειρασμοὺς. Καὶ εἴπανε, λέει, ὅσοι ἄκουσαν· Ποιός λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους, εἶναι δυνατὰ στὸ Θεό. Ὅποιοι ἔχουν τὸ ἀνθρώπινο φρόνημα, δηλαδὴ ὅποιοι σέρνονται κάτω, κι ἐπιθυμοῦν τὰ γήινα ἀδύνατο νὰ σωθοῦν, ὅπως εἴπαμε, κοντὰ στὸ Θεὸ ὅμως, ὅταν ἔχη δηλαδὴ κάποιος σύμβουλο τὸ Θεὸ καὶ τὴν δίκαιη κρίση του καὶ πάρη σὰν ὁδηγοὺς τὶς ἐντολὲς γιὰ τὴν ἀκτημοσύνη καὶ ζητήση τὴ βοήθεια ἐκείνου, γίνεται τοῦτο δυνατό. Εἶναι στὴν ἐξουσία μας νὰ θελήσωμε τὸ ἀγαθὸ, ἔργο τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι ἡ ἐπιτέλσή του.
Καὶ διαφορετικὰ, ἄν ξεπερνῶντας κάθε ἀνθρώπινη μικροψυχία, ποὺ δημιουργεῖ ὁ πλοῦτος θελήσωμε νὰ τοὺς κάνωμε φίλους μας τραβῶντας τους ἀπὸ τὸν ἄδικο πλοῦτο, θὰ σωθοῦμε, καὶ θὰ μᾶς προπέμψουν στὶς αἰώνιες κατοικίες. Εἶναι βέβαια καλύτερο νὰ τὰ ἐγκαταλείψουμε ὅλα, κι ἄν ὄχι ὅλα, νὰ κάνωμε τουλάχιστο μετόχους τοὺς φτωχοὺς καὶ ἔτσι γίνεται δυνατὸ τὸ ἀντίθετο.
Εἶναι ἀδύνατο νὰ σωθῆ αὐτὸς ποὺ δὲν τ’ ἄφησε ὅλα, ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ προεξνεῖ ἀνάλογη ὠφέλεια καὶ ἡ μερικὴ μετάδοση. Γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος ρωτᾶ· Νὰ ἐμεῖς ποὺ τ’ ἀφήσαμε ὅλα, καὶ ρωτᾶ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του μονάχα ἀλλὰ γιὰ παρηγοριὰ ὅλων τῶν φτωχῶν.
Γιὰ νὰ μὴ γίνουν οἱ πλούσιοι μόνο αἰσιόδοξοι ποὺ θὰ ἐπιτύχουν πολλὰ, ἐπειδὴ καὶ πολλὰ περιφρόνησαν καὶ ἀπογοητευθοῦν οἱ φτωχοί, ἐπειδὴ στερήθηκαν λίγα καὶ γι’ αὐτὸ περιμένουν μικρὴ ἀμοιβή, ρωτᾶ ὁ Πέτρος κι ἀκούει ὅτι καὶ τὴν παροῦσα καὶ τὴ μέλλουσα ζωὴ θὰ ἔχη σὰν ἀμοιβή του, καθένας ποὺ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ καταφρονύση ὁποιοδήποτε μέρος ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του κι ἄς εἶναι λίγα. Μὴν προσέξεις τοῦτο, ὅτι εἶναι λίγα ἀλλὰ ὅτι αὐτὰ τὰ λίγα ἦταν ὁλόκληρη ζωή γι’ αὐτὸν κι ὅπως ἐσὺ ἐλπίζεις ὅτι θὰ ζοῦσες μέσα στὰ πολλὰ καὶ στὰ μεγάλα ἔτσι κι αὐτὸς περίμενε ὅτι θὰ ζοῦσε στὰ λιγα καὶ στὰ μικρά.
Δὲν λέγω τὸ ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔχει λίγα, ἔχει στενώτερο δεσμὸ μ’αὐτὰ. Εἶναι φανερὸ τοῦτο ἀπὸ τοὺς πατέρες, ποὺ ὅταν ἔχουν ἔνα παιδί, δείχνου ἰσχυρότερο τὸ σύνδεσμό τους μ’ αὐτὸ παρὰ μὲ τὰ περισσότερα.
Ἔτσι κι ὁ φτωχὸς νιώθει μεγαλύτερη προσκόλληση στὸ ἕνα σπίτι καὶ στὸ ἕνα χωράφι ἀπὸ ὅ,τι σὺ στὰ πολλὰ. Ἄν δὲν εἶναι ἔτσι ἀλλὰ ὁ βαθμὸς τῆς συνδέσεως εἶναι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ὁ ἴδιος, γι’ αὐτὸ ἴση εἶναι καὶ ἡ περιφρόνηση.
Ἀπὸ δῶ λοιπὸν καὶ στὴν παροῦσα ζωή, παίρνουν στὸ πολλαπλάσιο τὶς ἀμοιβὲς, ὅπως οἱ ἴδιοι οἱ ἀπόστολοι. Καλύβι περιφρόνησε ὁ καθένας καὶ τώρα ἔχουν λαμπρότάτους ναοὺς καὶ χωράφια καὶ εἰσοδήματα καὶ πολλὲς γυναῖκες δεμένες μαζὶ τους ὄχι μὲ συζυγία ἀλλὰ μὲ θερμὴ πίστη, καὶ γενικὰ ὅλα τὰ ἄλλα.
Καὶ στὴν μέλλουσα ζωὴ θὰ λάβουν στὸ πολλαπλάσιο ὄχι τέτοια χωράφια καὶ σωματικὲς ἀνταμοιβὲς ἀλλὰ ζωὴ αἰώνιον.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2012/11/blog-post_7937.html#ixzz6fAfkh3zl

Κυριακή Θ’ Λουκά: Η παραβολή του Άφρονος Πλουσίου († Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom)

22 Νοεμβρίου, 2020

(Λουκ. ιβ΄16-21)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ τέλος τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι μιὰ προειδοποιήση γιὰ κάτι ποὺ ὅλοι μας θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε συνειδητοποιήσει, – ὅτι ὁ θάνατος εἶναι δίπλα μας, ὅτι πολλά, πάρα πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουμε θὰ χαθοῦν μ’ ἐμᾶς ἐπειδὴ εἶναι περιττὰ, θνητά.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ προειδοποιήση τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πόσο κοντὰ εἶναι ὁ θάνατος θὰ μᾶς τρομοκρατοῦσε καὶ θὰ μᾶς στεροῦσε ἀπὸ τὴν δημιουργική μας δύναμη;
Ὄχι, ἀντίθετα· οἱ Πατέρες συνήθιζαν νὰ λένε, «νὰ ἔχουμε συνεχῆ μνήμη θανάτου» ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο καὶ νὰ ζοῦμε κάτω ἀπὸ τὴν σκιά του, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπειδὴ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ γνώση ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι σύντομη, ὅτι μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ τελειώσει, μπορεῖ νὰ δώσει στὴν κάθε στιγμὴ τὸ τελικό της νόημα, καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τὴν αἴσθηση ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό, ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε ὅπως θὰ ζούσαμε γνωρίζοντας ὅτι ἀνὰ πάσα στιγμὴ ὁ θάνατος μᾶς ὑπερβαίνει, ἡ ζωή μας θὰ εἶναι μιὰ ζωὴ θριαμβευτική.
Ἄν μοναχὰ εἴχαμε συνεχῶς αὐτὸ κατὰ νοῦ, θὰ ζούσαμε τόσο βαθιά, τόσο ἔντονα. Ἄν γνωρίζαμε ὅτι τὰ λόγια ποὺ τώρα σᾶς λέω ἦταν τὰ τελευταῖα, πόσο διαφορετικὰ θὰ τὰ ἔλεγα, καὶ πόσο διαφοτετικὰ θὰ τ’ ἀκούγατε!

Ἄν ἐπρόκειτο νὰ νοιώσουμε ὅτι τὸ πρόσωπο ποὺ μιλούσαμε μπορεῖ νὰ εἶναι νεκρὸ σὲ λίγα λεπτά, πόσο προσεκτικοὶ θὰ εἴμασταν ὥστε τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις μας θὰ ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα ὅλης μας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας, ὁ θρίαμβος σὲ ὅ,τι ἄριστο καὶ ὑψηλὸ χαρακτηρίζει τὶς σχέσεις μας.

Ὁ λόγος ποὺ ζοῦμε τὸσο ἄσχημα, ποὺ λέμε τόσα πολλὰ κούφια λόγια, λόγια χωρὶς ζωή, ποὺ διαπράτουμε τόσες πράξεις ποὺ ἀργότερα καῖνε σὰν πληγὲς τὴν ψυχή μας, εἶναι ὅτι ζοῦμε σὰν νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωὴ μονάχα ἕνα πρόχειρο σχέδιο τῆς ζωῆς ποὺ θὰ ζοῦμε μιὰν ἡμέρα, ὅταν θὰ ἔχουμε χρόνο νὰ διαμορφώσουμε τὸ σχέδιο στὴν τελικὴ ἱστορία.
Ἀλλὰ δὲν λειτουργοῦν ἔτσι τὰ πράγματα· ἔρχεται ὁ θάνατος καὶ τὸ σχέδιο μένει ἀδούλευτο, ἁπλῶς μουτζουρωμένο, καὶ αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μιὰ θλίψη γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σπουδαῖο, ἀλλὰ ποὺ ἀποδείχτηκε ἐπιπόλαιο καὶ ἀσήμαντο.

Γι’ αὐτὸ μιλάει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὄχι γιὰ τὸ ὅτι θὰ πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο, ἀλλὰ γνωρίζοντας ὅτι μπορεῖ νὰ ἔλθει ὁποιαδήποτε στιγμή, κάθε στιγμή πρέπει νὰ εἶναι τέλεια, κάθε λόγος πρέπει νὰ εἶναι λόγος ζωῆς, γεμάτος ἀπὸ πνεῦμα, νὰ ταιριάζει στὴν αἰωνιότητα. Καὶ κάθε μας πράξη σὲ σχέση μὲ μᾶς θὰ εἶναι τέτοια ποὺ θὰ γεννᾶ ζωὴ καὶ θὰ ἐκφράζει τὴν πληρότητα, τὸ μέγεθος, τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐλάβειας ποὺ θὰ πρέπει νὰ νοιώθουμε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ γιὰ τὸ κάθε τι.
Ἄς τὸ σκεφτοῦμε, καὶ τότε ἄν μποροῦμε νὰ ἐνεργήσουμε σύμφωνα μ’ αὐτὸ, κάθε λόγος καὶ πράξη μας θ’ ἀποκτήσει τὴν διάσταση τῆς αἰωνιότητας καὶ θὰ λάμψει στὸ φῶς της. Ἀμήν.

Εις τα Εισοδια της Θεοτόκου (Προκλου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως)

21 Νοεμβρίου, 2020

Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως

Νά πάλι ἑορτή

Νά πάλι πανηγύρι.

Νά πάλι χαρούμενο ἀναψοκέρι γιά τήν μητέρα τοῦ Κυρίου.

Νά ἡ προπόρευσις τῆς ἀψεγάδιαστης νύμφης.

Νά τό πρῶτο ξεπροβόδισμα τῆς βασιλίσσης.

Νά τό σίγουρο σημάδι γιά τήν δόξα πού τήν περιμένει.

Νά προάγγελος τῆς χάριτος πού πρόκειται νά τήν ἐπισκιάση.

Νά γνώρισμα, πού φαίνεται ἀπό μακρυά, τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος.

Διότι ἐκεῖ πού ὁ ἱερέας εἰσερχόμενος ὄχι πολλές φορές, ἀλλά μόνον μία φορά τόν χρόνο, τελεῖ τίς μυστικές λατρεῖες, ἐκεῖ γιά νά παραμένη μόνιμα ὁδηγεῖται ἀπό τούς γονεῖς της οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύονται ἔτσι λειτουργοί τῆς χάριτος.

Ποιός γνώρισε παρόμοια περίπτωσι στό παρελθόν; Ποιός εἶδε ἤ ἄκουσε τώρα ἤ ἀπό παληά κορίτσι νά ὁδηγεῖται βαθειά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, αὐτά πού, παρά λίγο θά ἦταν ἀπλησίαστα καί γιά τούς ἄνδρες, καί σ᾽ αὐτά νά μένη καί νά τρέφεται; Ἄραγε δέν εἶναι αὐτό τρανή ἀπόδειξις τῶν ἀσυνήθιστα μεγάλων θαυμασίων πού θά τῆς γίνουν μελλοντικά; Ἄραγε δέν εἶναι σημάδι ξεκάθαρο; Ἄραγε δέν εἶναι σίγουρη ἀπόδειξις;

Ἄς μᾶς δείξουν ὅσοι κακολογοῦν ἐναντίον της, καί ἐνῶ βλέπουν εἶναι σάν νά μή βλέπουν: Ποῦ τά εἶδαν αὐτά, δηλ. κόρη καί μάλιστα μόλις τριῶν ἐτῶν, πού γεννήθηκε μέ θεία ὑπόσχεσι, νά προσφέρεται ὡς δῶρο τέλειο καί γιά νά ζήση ἐκεῖ, καί νά συνοδεύεται ἀπό τούς πλουσίους τοῦ λαοῦ, νά ὁδηγεῖται μέ λαμπάδες, καί νά παραλαμβάνεται ἀπό τά γνώριμα χέρια τῶν ἱερέων καί τῶν προφητῶν; Γιατί δέν θέλησαν νά ἔρθουν στά καλά τους; Γιατί, ἐνῶ ἔβλεπαν τά πρῶτα σημάδια, δέν πίστεψαν στά κατοπινά; Γιατί ἐνῶ προϊδεάσθηκαν ἀπό τά παράξενα καί διαφορετικά, δέν ἀποδέχθηκαν τά ὅσα ἔγιναν μετά;

Διότι, ὅσα ἔγιναν στήν ἀρχή γύρω ἀπό αὐτήν, δέν ἦσαν συμπτωματικά καί τυχαῖα, ἀλλ᾽ ὅλα ἦταν προμηνύματα γιά ὅσα θά γίνονταν στή συνέχεια.

Ἐπί τέλους ἄς μᾶς ποῦν τίς ματαιοπονίες τους αὐτοί πού θεωροῦνται σοφοί. Γιατί ἡ θυγατέρα καμμιᾶς ἀπό τίς στεῖρες πού γέννησαν δέν ὁδηγήθηκε στά ἅγια τῶν ἁγίων καί δέν παραλήφθηκε ἀπό τούς προφήτας;

Σίγουρα, αὐτοί πού λεπτολογοῦν πάνω σ᾽ αὐτά, τίποτα δέν εἶχαν νά ποῦν, ὅπως (δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτα) καί οἱ μεταγενέστεροι ὁμόφρονές τους γιά τόν υἱό ἐκείνης, ἀλλ᾽ ἁπλῶς σήκωναν τούς ὤμους μέ τήν ἀπορία· «Ἄραγε τί θά γίνη αὐτό τό παιδί;» Τίποτε ἀπολύτως δέν εἶχαν νά ποῦν.

Σίγουρα μποροῦν νά πορεύωνται τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας ὅσοι ἔχουν πλανεμένη πίστι, καί εἶναι ἐλεύθεροι νά πέφτουν στόν λάκκο πού μόνοι τους ἔσκαψαν.

Ὅμως ἐμεῖς, ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἱερεῖς καί ἄρχοντες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, τεχνῖτες καί γεωργοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐλᾶτε νά συγκεντρωθοῦμε πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου καί, κατ᾽ οἰκονομίαν, νά παρακολουθήσωμε ὅσα θαυμαστά τῆς ἔγιναν. Πῶς δηλ. προσφέρεται σήμερα ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ καθ᾽ ὅλα ἱερή, στό ναό τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται. Πῶς ὁ προφήτης αὐτήν τήν δέχεται μέσα στό ναό καί τήν εἰσάγει στά ἄδυτα, χωρίς ἀντίρρησι, χωρίς νά πῆ στούς γονεῖς της·

Δέν τό κάνω αὐτό τό πρωτόφαντο τόλμημα καί νά φέρω ἕνα κορίτσι νά ζῆ συνέχεια στά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου μόνον σέ ἐμένα μία φορά τό χρόνο μοῦ δόθηκε ἡ ἐντολή νά μπαίνω. Ὁ προφήτης ἐκεῖνος τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶπε, ἀλλά τή δέχεται μέ προθυμία, ὡσάν νά προγνώριζε αὐτό πού θά γινόταν, ἐξ ἄλλου προφήτης ἦταν, σίγουρα ἐπειδή τήν περίμενε καί τήν ἀνέμενε, ὅπως τόν υἱό της μετά ἀπό αὐτήν ὁ Συμεών.

Ἔπειτα, ἀφοῦ χαιρέτησε βιαστικά τήν μητέρα, καί κρατώντας ἀπό τά χέρια τήν κόρη τήν προσφώνησε μέ αὐτά τά λόγια· Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;

Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά τοῦ εἶπα·

Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν πονεμένων ψυχῶν.

Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;

Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;

Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;

Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;

Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;

Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε, ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα ζῶα.

Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.

Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό.

Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας.

Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα. Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες, καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.

Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά παρακάτω·

Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια, πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο.

Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.

Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε· Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.

Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·

Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.

Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.

Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.

Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.

Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.

Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.

Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.

Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.

Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.

Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.

Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.

Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.

Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο, καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία.

Ἔμεινε λοιπόν αὐτή στά ἐσώτερα ἅγια τῶν ἁγίων, τρεφομένη ἀπό ἄγγελο μέ τροφή ἀμβροσίας καί ποτιζομένη μέ θεῖο νέκταρ, μέχρι τήν εἴσοδό της στήν ἐφηβεία. Καί τότε, μέ θεῖο νεῦμα καί μέ τή γνώμη τῶν ἱερέων δίνεται γι᾽ αὐτήν κλῆρος, καί μέ κλῆρο παίρνει τήν ἁγία αὐτή Παρθένο ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος καί κατ᾽ οἰκονομίαν τήν παραλαμβάνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερέων του, γιά νά ξεγελασθῆ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, γιά νά μήν προσβάλη τήν καθαρή κόρη ὡς παρθένο, ἀλλά νά τήν προσπεράση ὡς μνηστευμένη.

Βρισκόταν λοιπόν ἡ πεντακάθαρη στό σπίτι τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ φυλασσόμενη γιά τόν ἀρχιτέκτονα Θεό, μέχρις ὅτου πραγματοποιήθηκε σ᾽ αὐτήν τό πρίν ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες κρυφό καί ἅγιο μυστήριο, καί ἀπό αὐτήν ὁ Θεός ἔγινε ὅμοιος μέ τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλης πραγματείας καί εὐκαιρίας, πού ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ καιρός θά γίνη ὁ ἀναγκαῖος λόγος. Τώρα στό προκείμενο πάλι, νά ἐπανέλθη ὁ λόγος καί, μέρα πού εἶναι, νά δοξολογηθοῦν σήμερα τά εἰσόδια.

Πήγαινε λοιπόν, ὦ Δέποινα Θεομῆτορ, πήγαινε στήν κληρωμένη θέσι σου, καί βάδιζε κοντά στόν Κύριο νά χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι, νά τρέφεσαι καί νά ἐλπίζης, περιμένοντας ἀπό μέρα σέ μέρα, τόν ἐρχομό μέσα σου τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τήν ἐπισκίασι τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, καί τή σύλληψι τοῦ υἱοῦ σου, σύμφωνα μέ τήν προσφώνησι πού σοῦ ἔκανε ὁ Γαβριήλ.

Καί νά χαρίσης, σέ ὅσους τελοῦν τήν ἑορτή σου, τήν βοήθειά σου, τήν σκέπη σου καί τήν προστασία σου, σώζωντάς τους πάντοτε, μέ τίς ἱκεσίες σου, ἀπό κάθε ἀνάγκη καί κινδύνους, ἀρρώστιες καί δοκιμασίες καί διάφορες συμφορές, καί ἀπό τή μέλλουσα ἀπειλή τοῦ υἱοῦ σου.

Ὡς μητέρα τοῦ Δεσπότου καί τελεία δόσις τῶν ἐπιθυμητῶν, κατάταξέ τους σέ τόπους φωτός, εὐφροσύνης καί εἰρήνης. Νά γίνουν ἄλαλα τά πονηρά χείλη πού κακολογοῦν μέ ὑπερηφάνεια καί περιφρόνησι ἐσένα τή δίκαιη. Νά ἐκμηδενισθῆ ἡ παρουσία τους μέσα στήν πόλι σου, νά ντραποῦν καί νά σβήσουν, καί νά καταλάβουν ὅτι τό ὄνομά σου εἶναι Δέσποινα καί ὅτι ἐσύ εἶσαι ἡ μόνη Θεόνυμφος Θεοτόκος.

Ἐμεῖς ἐσένα μέ πίστι σέ εὐλογοῦμε, μέ πόθο σέ δοξολογοῦμε καί μέ φόβο σέ προσκυνοῦμε, πάντοτε ἐσένα μεγαλύνοντες καί μέ σεβασμό μακαρίζοντες.

Διότι πράγματι εἶναι μακάριος ὁ πατέρας σου ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἡ μητέρα σου ἀπό τίς γυναῖκες.

Μακάριο τό σπίτι σου

Μακάριοι οἱ γνωστοί σου

Μακάριοι ὅσοι σέ εἴδανε

Μακάριοι ὅσοι σοῦ μίλησαν

Μακάριοι οἱ τόποι σου

Μακάριος ὁ ναός στόν ὁποῖο σέ ἀφιερώσανε,

Μακάριος ὁ Ζαχαρίας πού σέ ἀγκάλιασε.

Μακάριο τό κρεββάτι σου.

Μακάριος ὁ τάφος σου.

Διότι ἐσύ εἶσαι ἡ τιμή ὅσων σέ τιμοῦν καί βραβεῖο τῶν βραβείων καί κορυφή τῶν κορυφῶν, ἡ μόνη θεία δροσιά τοῦ ἐσωτερικοῦ μου καύσωνος, ἡ θεοστάλακτη δροσιά τῆς ξεραμένης μου καρδιᾶς, τῆς μαύρης μου ψυχῆς ἡ φωτεινότατη λαμπάδα, ὁ ὁδηγός τῆς πορείας μου, ἡ δύναμις τῆς ἀσθενείας μου, τό ντύσιμο τῆς γυμνότητός μου, ὁ πλοῦτος τῆς πτωχείας μου, ἡ θεραπεία τῶν ἀγιάτρευτων πληγῶν, τό σκούπισμα τῶν δακρύων, τό σταμάτημα τῶν στεναγμῶν, ἡ μεταστροφή τῶν συμφορῶν, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν πόνων, τό λύσιμο τῶν δεσμῶν, ἡ μόνη ἐλπίδα κατά τῆς πικρίας.

Εἰσάκουσε τίς προσευχές μου, συμπόνεσε τούς στεναγμούς μου, ἐλέησέ με μαλακώνοντας ἀπό τά δάκρυά μου, λυπήσου με ὡς μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου καί ἠρέμησε τήν τρικυμία μου.

Ἱκανοποίησέ μου τή μεγάλη ἐπιθυμία καί κατάταξέ με μαζί μέ τή σύζυγό μου καί δική σου δούλη, στήν γῆ τῶν πράων, στίς σκηνές τῶν δικαίων, στό χορό τῶν ἁγίων.

 Καί ἀξίωσέ με, ἐσύ πού εἶσαι ἡ προστασία ὅλων, ἡ χαρά καί ἡ λαμπρή εὐθυμία ὅλων, νά χαιρόμαστε μέσα σέ αὐτή, σέ παρακαλῶ, τή χαρά, τήν πραγματικά ἀνέκφραστη πού προέρχεται ἀπό τό Θεό καί βασιλέα τόν γεννημένο ἀπό σένα, καί στόν ἄφθαρτό σου νυμφῶνα καί στήν ἀτελείωτη καί ἀπέραντη βασιλεία σου.

Πράγματι, Δέσποινα, καί δική μου καταφυγή, ἡ ζωή καί ἡ βοήθειά μου, τό ὅπλο καί τό καμάρι μου, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δύναμίς μου, δῶσε μαζί μέ αὐτήν νά ἀπολαύσω τίς ἀνεκδιήγητες καί ἀκατάληπτες δωρεές στήν ἐπουράνιο διαμονή. Διότι ἔχεις μαζί μέ τήν θέλησι καί τόν τρόπο, ὡς μητέρα τοῦ Ὑψίστου, καί γι᾽ αὐτό τολμῶ νά τό ζητήσω.

Μή λοιπόν γίνει νά στερηθῶ, πανάχραντε καί κυρία Δέσποινα, αὐτό πού περιμένω, ἀλλά νά τό πετύχω αὐτό, Θεόνυμφε, πού εἶσαι ὁλονῶν προσδοκία καί ἀναμονή, ἐσύ πού, μέ τρόπο πού ξεπερνάει τή λογική, γέννησες τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί Δεσπότη, στόν ὁποῖο ταιριάζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνημα, μαζί μέ τόν χωρίς ἀρχή Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Η´ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ ( Τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου)

15 Νοεμβρίου, 2020
Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ
«Διδάσκαλε, τί ποιήσας, ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»
σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, προβάλλει μὲ σαφήνεια μπροστά μας «τὸ κεφάλαιο, τὴν βάση τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν», τὴν καρδιὰ καὶ τὴν οὐσία τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τὴν κορυφαία ἀρετὴ τῆς ἀγάπης. Τῆς διπλῆς ἀγάπης, αὐτῆς πρὸς τὸν Δημιουργὸ καὶ Σωτήρα μας Θεό, καὶ αὐτῆς πρὸς τὸν ἀδελφό μας, τὸν κάθε ἀδελφὸ καὶ πλησίον μας.
Ταυτόχρονα ὅμως μᾶς παρουσιάζει φανερά, μέσα ἀπὸ τὸν παραβολικὸ τοῦ Κυρίου μας λόγο, τὴν ἄμετρη θεία εὐσπλαγχνία πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, ποὺ περιέπεσε στοὺς δαίμονες ληστὲς στὴν ὁδὸ τοῦ βίου καὶ τραυματίστηκε θανάσιμα ἡ ψυχή του.
Ἀλλά, ἂς ἰδοῦμε τὴν περικοπὴ ἀπὸ τὴν ἀρχή.Κάποτε, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς δίδασκε τοὺς μαθητές Του, ἀπευθυνόμενος ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα, ἀποκαλύπτοντάς τους βαθειὲς ἀλήθειες τῆς Πίστης.
Τότε, κάποιος νομοδιδάσκαλος Ἰουδαῖος, ὁ ὁποῖος, ὅπως διαφαίνεται, θεωροῦσε σοφὸ καὶ πολύξερο τὸν ἑαυτό του, παρεμβαίνει καὶ ζητεῖ νὰ δοκιμάσει καί, ἂν μπορέσει, νὰ παγιδεύσει μὲ λόγους τὸν ἀληθινὸ καὶ Μέγα Διδάσκαλο, τὸν Χριστό, ἐρωτώντας τον:
«Δάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάνω, τί νὰ τηρήσω, γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή»;
ὁ Κύριος ἀμέσως τὸν παραπέμπει στὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ νομικὸς νὰ δώσει τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημά του. Κι αὐτὸ πανσόφως τὸ ἔκανε ὁ Κύριος, γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν ἦταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο
— ὅπως τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι, κι ὅπως ἀσφαλῶς θὰ νόμιζε ὁ νομικὸς αὐτός —,
ἀλλὰ τηροῦσε τὸν Νόμο, τὸν ὁποῖο «οὐκ ἦλθε καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι», δηλαδὴ νὰ τὸν συμπληρώσει καὶ νὰ τὸν ἀναγάγει σὲ ὕψιστη τελειότητα.
Καὶ ὀρθότατα ὁ νομικὸς ἀπάντησε πὼς ἡ καίρια προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία μας εἶναι ἡ τήρηση τῆς διπλῆς ἀγάπης, αὐτῆς πρὸς τὸν Θεό, μὲ ὅλη τὴν ψυχή, τὴν ἰσχὺ καὶ τὴ διάνοιά μας, καὶ αὐτῆς πρὸς τὸν πλησίον μας, ποὺ νὰ εἶναι τοὐλάχιστον ἴση μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας.
Καὶ ὁ Χριστός μας ἐπικρότησε τὴν ἀπάντησή του, λέγοντας: «Σωστὰ ἀπάντησες.
νὰ κάνεις καὶ θὰ ἀξιωθεῖς τὴν αἰώνια ζωή»
. Αὐτὸς ὅμως, δυσαρεστημένος τελικὰ ποὺ ἀπέτυχε τὸν σκοπό του, καὶ θέλοντας νὰ ‘ξελασπώσει’ ἀπὸ τὴν παγίδα στὴν ὁποία ὁ ἴδιος ἔπεσε, ἐρωτώντας κάτι τοῦ ὁποίου γνώριζε τὴν ἀπάντηση, ἐρωτᾶ καὶ πάλιν, «καί, ποιός εἶναι ὁ πλησίον μου;», γιὰ νὰ λάβει ὡς ἀπάντηση τὴν ἔξοχη παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, ποὺ σήμερα ἀκούσαμε.
Γιὰ νὰ καταλήξει ὁ Κύριος: «πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως». Δηλ. πήγαινε, καὶ κάνε καὶ σὺ τὸ ἴδιο. Ὄχι ὅ,τι ἔκαμε ὁ ἱερέας, ποὺ εἶδε τὸν δυστυχὴ Σαμαρείτη πεσμένο κάτω, πληγωμένο, αἱμόφυρτο, «ἡμιθανῆ», καὶ τὸν προσπέρασε ἀδιάφορα!
ὅ,τι ἔκανε καὶ ὁ Λευΐτης  —καὶ τοῦτος ἐκπρόσωπος τῶν ἀφιερωμένων στὴν ὑπηρεσία τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ—, ποὺ τὸν περιεργάστηκε ἀσυμπάθητα καὶ τράβηξε ἀνέμελος τὸν δρόμο του.
Ἀλλὰ ὅ,τι ἔκανε ποιός; Ἕνας ἄγνωστος, ἕνας ἀλλοεθνής, ἕνας Σαμαρείτης πρὸς Ἰουδαῖο, παρότι μεταξύ τους ὑπῆρχε ἀπέχθεια καὶ μίσος καὶ οὔτε κἂν ἀντάλλασσαν ἕνα ἁπλὸ χαιρετισμό.
Ἡ ἐντολὴ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, ἀδελφοί, «πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», ἀπευθύνεται διαχρονικὰ πρὸς ὅλους, κατεξοχὴν ἐμᾶς τοὺς χριστιανούς. Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός μας πρέπει νὰ κατευθύνεται σὲ κάθε ἐμπερίστατο συνάνθρωπό μας.
Τι ἔκαμε ὅμως ἀκριβῶς ὁ καλὸς Σαμαρείτης, ποὺ πρέπει νὰ μιμηθοῦμε; Βλέποντας τὸν δυστυχισμένο συνάνθρωπό του πεσμένο στὸν δρόμο, ἀμέσως τὸν συμπόνεσε.
Ἔτρεξε, ἔσκυψε ἐπάνω του, ἔπλυνε τὶς πληγές, ἔδεσε τὰ τραύματά του, τὸν φόρτωσε στὸ ζῶο του, τὸν μετέφερε στὸ πανδοχεῖο, τὸν φρόντισε, πλήρωσε ἀκόμη γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴ φροντίδα του καὶ ὑποσχέθηκε στὸν ξενοδόχο πὼς θὰ ξαναπερνοῦσε γιὰ νὰ καταβάλει ὅσα τυχὸν θὰ δαπανοῦσε ἐπιπλέον γιὰ τὴ θεραπεία του.
Οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι τυχαῖοι, δὲν εἶναι ὄμορφες καὶ συγκινητικὲς ἱστοριοῦλες. Μᾶς καθοδηγοῦν ἐπακριβῶς στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Καὶ τούτη ἡ σπουδαία παραβολή, τί μᾶς διδάσκει γιὰ τὸ χρέος τῆς ἀγάπης;Πρῶτον, ἡ ἀγάπη μας νὰ ἐκφράζεται ἔμπρακτα, κι ὄχι μόνο μὲ λόγια. «Ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρὰ ἐστί», τονίζει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος. Κι ὁ ἀπόστολος τῆς ἀγάπης Ἰωάννης, «τεκνία, μὴ ἀγαπῶμεν λόγῳ, μηδὲ γλώσσῃ, ἀλλ᾽ ἐν ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ»
. Ἡ ἀγάπη νὰ μεταφράζεται σὲ συγκεκριμένες πράξεις: Ὁ φτωχὸς θέλει βοήθεια, ὁ πεινασμένος ψωμί, ὁ γυμνὸς ἔνδυμα, ὁ φυλακισμένος ἐπίσκεψη, ὁ ἄρρω-στος παρηγορία καὶ συμπαράσταση.Δεύτερο, ἡ ἀγάπη μας νὰ ἐκδηλώνεται ἄμεσα. Ὅσο πιεστικότερη ἡ ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, τόσο ταχύτερη νὰ εἶναι ἡ ἀνταπόκρισή μας. Καὶ συχνά, ὅταν ἀντιληφθοῦμε τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀδελφοῦ μας, δὲν πρέπει νὰ περιμένουμε νὰ ἔρθει ὁ ἴδιος νὰ μᾶς ζητήσει βοήθεια. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ ἀπὸ ἀξιοπρέπεια δὲν βγαίνουν στοὺς δρόμους νὰ ζητήσουν ἐλεημοσύνη.Τρίτον, ἡ ἀγάπη μας νὰ εἶναι ὅσο γίνεται τελειότερη, ὁλοκληρωμένη. Δὲν ἀρκεῖ συχνὰ κάτι νὰ δώσουμε στὸν ἄλλο, γιὰ νὰ τὸν ‘‘ξεφορτωθοῦμε’’. Τὸ ἐνδιαφέρον μας νὰ εἶναι πηγαῖο καὶ ἔντονο καὶ ἡ προσφορά μας ὄχι ἕνα μπάλωμα, μὰ πραγματικὴ ἀνακούφιση.Τέταρτον, ἡ ἀγάπη μας πρέπει νὰ δραστηριοποιεῖται ἄφοβα. Νὰ μὴν μᾶς ἀνακόπτουν τὰ τυχὸν πικρόχολα σχόλια ἢ οἱ εἰρωνεῖες καὶ κατηγορίες, ποὺ κάποιοι ὄχι σπάνια ἐκτοξεύουν ἀβασάνιστα.
Ὅποιος ἀγαπᾶ κατὰ Θεόν, ἀψηφᾶ τὰ πάντα καὶ ἐνεργεῖ μὲ ὁδηγὸ καὶ βοηθὸ τὸν Θεό.Τέλος, ἡ ἀγάπη μας νὰ εἶναι ἀνιδιοτελής, χωρὶς ὑστεροβουλίες. «Ἡ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Βασικὸ γνώρισμα τῆς γνήσιας ἀγάπης εἶναι ἡ μὲ ἀνιδιοτέλεια, ἀφάνεια καὶ ταπείνωση ἔκφρασή της. Ἡ ὅποια ἐπίδειξη στὴν ἀγαθοεργία μας, μᾶς στερεῖ τὸν οὐράνιο μισθό της.Νὰ παρεμβάλουμε ἐδῶ μία σύντομη διήγηση ἀπὸ τὸ σπουδαῖο βιβλίο ποὺ λέγεται Γεροντικόν, καὶ τὸ ὁποῖο συνιστᾶται νὰ τὸ διαβάζουμε, γιατὶ εἶναι πολὺ ψυχωφελές. Ἡ διήγηση τούτη μᾶς δείχνει πῶς ἐφάρμοσε αὐτὴν τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθωνας, μεγάλος Αἰγύπτιος ἀσκητὴς τοῦ 5ου αἰώνα. Πήγαινε, λέει, κάποτε στὴν Ἀλεξάνδρεια νὰ πωλήσει τὸ μικρό του ἐργόχειρο, κάτι ζεμπίλια καὶ καλαθάκια ποὺ εἶχε πλέξει, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὸ λιτό του φαγητό, λίγο δηλαδὴ παξιμάδι. Ἐκεῖ πηγαίνοντας, βρίσκει παραπεταμένο στὸν δρόμο ἕνα λεπρό. -Ποῦ πηγαίνεις; ἐρωτᾶ ὁ λεπρὸς τὸν Γέροντα.
-Στὴν πόλη νὰ πωλήσω τὸ ἐργόχειρό μου. -Κάνε ἀγάπη, τοῦ λέει ὁ ἄρρωστος, καὶ πάρε με κι ἐμένα ἐκεῖ ποὺ πᾶς. Τὸν ὑποβάστασε τότε ὁ Ἀββᾶς καὶ τὸν πῆρε μαζί του στὴν πόλη. Κι ὅταν πώλησε ἐκεῖ ἕνα σκεῦος, τὸν ρωτάει ὁ λεπρός: -Πόσα τὸ πώλησες; -Τόσα, τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας. -Ἀγόρασέ μου, παρακαλῶ, μιὰ πίττα νὰ φάω, ποὺ εἶμαι πεινασμένος. Καὶ τοῦ ἀγόρασε. Κι ὅ,τι πωλοῦσε, ὁ ἄρρωστος τοῦ ζητοῦσε κάθε φορὰ καὶ κάτι νὰ τοῦ ἀγοράσει, μέχρι ποὺ πώλησε ὅλα τὰ καλαθάκια του καὶ ξόδεψε ὅλες τὶς εἰσπράξεις του γιὰ τὸν λεπρό. Καί, ὅταν ἦταν νὰ ἐπιστρέψει στὸ καλύβι του, τὸν παρακάλεσε ὁ ἄρρωστος νὰ τὸν μεταφέρει ξανὰ ἐκεῖ ποὺ τὸν βρῆκε. Μὲ πολλὴ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη ὁ Ἀγάθωνας τὸν φορτώθηκε ξανὰ καὶ τὸν πῆρε στὸ μέρος ποὺ τὸν εἶχε πρωτοβρεῖ.
Καὶ ἀκούει νὰ τοῦ λέει: «Εὐλογημένος νὰ εἶσαι Ἀγάθων ἀπὸ τὸν Κύριο στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ!», καὶ χάθηκε ἀπὸ μπροστά του! Ἦταν ἄγγελος Κυρίου, ποὺ στάληκε νὰ δοκιμάσει τὴ μεγάλη του ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη! Νὰ θυμηθοῦμε ἐδῶ καὶ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Παύλου· «Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· διὰ ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες Ἀγγέλους» (Ἑβρ. 13,2). Δηλαδὴ νὰ παραμένει σ᾽ ἐσᾶς ἡ φιλαδελφία καὶ νὰ μὴν παραλείπετε νὰ ἐφαρμόζετε τὴ φιλοξενία. Διότι διαμέσου της ὁρισμένοι φιλοξένησαν ἀγγέλους, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν.Ἀδελφοί μου, ὁ καλὸς Σαμαρείτης τῆς παραβολῆς, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ τὴν ἀγάπη μας, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε κι ἀναστήθηκε χάριν μας, καὶ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία, τὸ μέγα τοῦτο πνευματικὸ πανδοχεῖο καὶ ἰατρεῖο, γιὰ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ ἤμασταν πεσμένοι καὶ πληγωμένοι ἀπὸ τοὺς νοητοὺς ληστές, τοὺς δαίμονες.
Κι ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ ἔπραξε ἀπὸ μόνη τὴν ἀγάπη Του. Κι αὐτὴ ζητᾶ ἀπὸ ἐμᾶς. Ν’ ἀκολουθοῦμε τ’ ἀχνάρια Του· νὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι».
Καὶ νὰ διακονοῦμε ὅσο καὶ ὅπως μπορεῖ ὁ καθένας τὸν πλησίον μας, τοὺς συνανθρώπους μας, ποὺ δὲν εἶναι ξένοι καὶ ἄγνωστοι, ἀλλὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μας. Γιὰ νὰ ἀκούσουμε ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως:
«Ἐφ᾽ ὅσον κάνατε τὸ καλὸ σ᾽ ἕναν ἐλάχιστο ἀδελφό μου, σ᾽ ἐμένα τὸ κάνατε. Εἰσέλθετε στὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου σας!» Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε Ἰησοῦ!

Από Μπαμπη…

14 Νοεμβρίου, 2020

Τί περισσότερο θέλεις;

(Ένα από τα ωραιότερα δείγματα χρυσοστομικού λόγου.Εδώ ο Χριστός μιλά με το στόμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

«Εγώ είμαι πατέρας σου,εγώ αδελφός,εγώ νυμφίος,εγώ οικία,εγώ τροφή,εγώ ένδυμα,εγώ ρίζα,εγώ θεμέλιο• κάθε τι που θέλεις είμαι για σένα εγώ, για να μην έχεις ανάγκη από τίποτε

.Εγώ και θα σε υπηρετήσω•διότι ήλθα να διακονήσω,όχι να διακονηθώ.
Εγώ είμαι και φίλος σου και μέλος του σώματός σου και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μητέρα,όλα είμαι εγώ.

Αρκεί να είσαι φίλος μου.Εγώ έγινα πτωχός για σένα και περιπλανώμενος για σένα•ανέβηκα στον Σταυρό για σένα

•κατέβηκα στον Τάφο για σένα.
Επάνω στον ουρανό παρακαλώ για σένα τον Πατέρα,κάτω στην γη στάλθηκα πρεσβευτής από τον Πατέρα για σένα.

Εσύ είσαι για μένα τα πάντα:και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος του Σώματός μου.
Τί περισσότερο θέλεις;»

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ε´Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. ιϚ´ 19-31)

1 Νοεμβρίου, 2020
Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ                                                                          «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος»
Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, μᾶςπαραθέτει μία θαυμάσια παραβολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἸησοῦΧριστοῦ.Καὶ σ᾽ αὐτὴ τὴν παραβολὴ προβάλλουν τρία μεγάλα θέματα, ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου: Ὁ πλοῦτος καὶ ἡ χρήσητου, ἡ πτωχεία καὶ ἡ ἀντιμετώπισή της, καὶ τὸ χρέος τῆς ἐλεημοσύνης.
Καί, ἡ διαχείριση τῶν τρόπων τούτων ζωῆς, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν κατάληξη τῆς παραβολῆς, καθορίζει τὴ μετὰ θάνατον, τὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὴ σωτηρία του, ἤ, ἀλίμονο, τὴν αἰώνια ἀπώλειά του.Ἡ τροφὴ καὶ τὸ ἔνδυμα ἀποτελοῦν ἀναμφίβολα δύο ἀπὸ τὶς βασικώτερες ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ τροφὴ γιὰ τὴν αὔξηση καὶ συντήρηση τοῦ σώματος, καὶ τὸ ἔνδυμα γιὰ τὴν κάλυψη τῆς γυμνότητάς του καὶ τὴν προφύλαξή του ἀπὸ τὶς ποικίλες καιρικὲς συνθῆκες.
Γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν εὔλογα οἱ ἄνθρωποι ἀγωνιζόμαστε στὸν καθημερινὸ τῆς ζωῆς ἀγώνα. Σ᾽ αὐτὸ τὸν ἀγώνα ὅμως ὑποκρύβεται πάντοτε ἕνας κίνδυνος: ἡ κάλυψη τῶν δύο αὐτῶν φυσικῶν ἀναγκῶν νὰ μεταβληθεῖ σὲ πάθος, σὲ αὐτοσκοπό. Ἡ ἀνάγκη δηλαδὴ τῆς ἐνδυμασίας νὰ καταλήξει σὲ πάθος πολυτελοῦς ἔνδυσης ποὺ προκαλεῖ, σὲ χλιδὴ ποὺ διαφθείρει, σὲ ματαιοδοξία βδελυκτὴ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἡ ἀνάγκη λήψης τροφῆς, νὰ μεταβληθεῖ σὲ κοιλιοδουλία καὶ κολακεία τῆς σάρκας, μὲ ὅλα τὰ φοβερὰ παρεπόμενα βλαβερὰ γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ πάθη.
Τὸν κίνδυνο τοῦτο μᾶς ἐπισημαίνει ἔντονα καὶ τόσο παραστατικὰ ὁ Κύριος στὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, ποὺ μόλις ἀκούσαμε.
Ἂς ἐξετάσουμε, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὸ πρῶτο θέμα, αὐτὸ τοῦ πλούτου καὶ τῆς χρήσης του. «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος», λέγει, ἀρχίζοντας τὴν παραβολὴ ὁ Κύριος.
Ἀντίθετα μὲ ὅ,τι κάνει γιὰ τὸν πτωχὸ Λάζαρο, ἀπαξιώνει νὰ ἀναφέρει κἂν τὸ ὄνομα τοῦ πλουσίου, ἐνῶ μᾶς περιγράφει μὲ ζωηρὰ χρώματα τὴ ματαιόδοξη καὶ φιλήδονη ἐπὶ γῆς ζωή του.
Ἀπαγγέλλει τὸ φοβερὸ κατηγορητήριό του καὶ τὸν παρουσιάζει βαριὰ τιμωρούμενο στὴ μεταθανάτια ζωή. Γιατί ὅμως; Ἐπειδὴ ἦταν πλούσιος; Καί, μήπως ὁ πλοῦτος καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ εἶναι πράγματα καθεαυτὰ ἀπαράδεκτα καὶ κατακριτέα ἀπὸ τὸν Θεό; Ἀσφαλῶς ὄχι, ἀδελφοί! Τὸ πρόβλημα, ἀπὸ πνευματικῆς πλευρᾶς, δὲν ἔγκειται στὴν ὕπαρξη τοῦ νόμιμα ἀποκτηθέντος πλούτου, ἀλλὰ στὴ διαχείρισή του.
Ὅπως καὶ ἕνα μαχαίρι, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ νὰ κόψει κάποιος ψωμὶ ἢ νὰ ἐνεργήσει κάτι ἄλλο καλὸ καί, ἀντίθετα, νὰ μαχαιρώσει καὶ φονεύσει μὲ αὐτὸ ἕναν ἄνθρωπο.
Ὁ Κύριος δίνει σὲ μερικοὺς πολὺ πλοῦτο, σὲ ἄλλους λιγότερο, καὶ ἀναμένει ἀπὸ τὸν καθένα πῶς θὰ τὸν διαχειρισθεῖ: γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, τὸ καλὸ τῶν ἄλλων καὶ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ἢ γιὰ τὸ νομιζόμενο καλὸ τοῦ ἑαυτούλη του, γιὰ νὰ τὸν σπαταλήσει σὲ ἡδονὲς καὶ φαγοπότια, σὰν τὸν πλούσιο τῆς σημερινῆς παραβολῆς;
Γιατί, πρέπει ἐδῶ νὰ τονίσουμε, πὼς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε -πρέπει νὰ εἴμαστε- οἱ καλοὶ οἰκονόμοι, δηλ. διαχειριστὲς τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, εἴτε ὑλικῶν, εἴτε πνευματικῶν, καὶ οὐδέποτε νὰ τὰ οἰκειοποιούμαστε, οὔτε νὰ τὰ ἀπολυτοποιοῦμε, οὔτε καὶ νὰ δένεται σ᾽ αὐτὰ ἡ καρδία μας.
«Τί ἔχεις, ὅπερ οὐκ ἔλαβες;», ἄνθρωπε, ἐπισημαίνει θεόπνευστα καὶ ὁ θεηγόρος Παῦλος· «εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, ἵνα τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών»; (Α´ Κορ. 4, 7). Καὶ ἀλλοῦ θὰ εἰπεῖ ὁ Κύριος: «ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. 6, 21). Ὁ πλούσιος πρέπει νὰ προσέξει πολλαπλᾶ τὴ ζωή του, γιὰ νὰ μὴν καταλήξει δέσμιος τοῦ πλούτου, ὅπως ἔπαθε καὶ ὁ σημερινὸς πλούσιος.
Διέγραψε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴ ζωή του καὶ ζοῦσε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του: Ντυνόταν μὲ πορφύρα καὶ βύσσο —τὰ πιὸ ἀκριβὰ δηλαδὴ καὶ βαρύτιμα ἐνδύματα τῆς ἐποχῆς— καὶ εὐφραινόταν «καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς».
Ὄχι κάθε τόσο, τέλος πάντων, μὰ κάθε ἡμέρα! Οἱ φυσιολογικὲς ἀνάγκες τῆς τροφῆς καὶ τοῦ ἐνδύματος εἶχαν τελείως διαστραφεῖ καὶ εἶχαν κυριέψει τὴν καρδιά του σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ δὲν αἰσθανόταν τὴν ἐλεεινὴ καὶ ἄθλια κατάσταση τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.
Ἂς ἰδοῦμε καὶ τὸ ἄλλο θέμα τῆς παραβολῆς μας: Τῆς πτωχείας καὶ τῆς ἀντιμετώπισής της.
Ὁ Κύριος μᾶς δίνει ἀνάγλυφα ἀποτυπωμένη καὶ τοῦ Λαζάρου τὴν εἰκόνα: Ρακένδυτος, ἄρρωστος, πληγιασμένος καὶ παραπεταμένος στὴν ἐξώπορτα τοῦ μεγάρου τοῦ πλουσίου. Καὶ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῶν λουκουλλείων γευμάτων τοῦ ἀσπλάχνου πλουσίου, ποὺ τοῦ πετοῦσαν ποῦ καὶ ποῦ, σὰν νὰ ἦταν ἄψυχο ζῶο, οἱ ὑπηρέτες τοῦ σπιτιοῦ.
Καὶ ὅμως!
Ὁ φαινομενικὰ ἀξιοθρήνητος Λάζαρος ἦταν πάμπλουτος σὲ ἀρετές: Ἔδειχνε ἀπέραντη ὑπομονή· δεχόταν, σὰν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν πτωχεία καὶ τὴν πείνα καὶ τὴν ἀρρώστεια, καὶ δὲν γόγγυζε. Καί, τελικά, αὐτὸς ἀποδείχθηκε ὁ ἀληθινὰ πλούσιος.
Γιὰ τὴν ὑπομονὴ στὶς δοκιμασίες τῆς πρόσκαιρης τούτης ζωῆς κληρονόμησε πλοῦτο ἄφθαρτο καὶ ζωὴ αἰώνιο. Ἀντίθετα ὁ πλούσιος, ποὺ ἀπόλαυσε ἁμαρτωλὰ καὶ μὲ ἀχαριστία στὸν Θεὸ τὰ ἀγαθὰ τοῦ βίου τούτου, τώρα φλογίζεται αἰώνια στὰ βάσανα τῆς κόλασης, καὶ ἐπιθυμεῖ μία σταγόνα νεροῦ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Λαζάρου, νὰ σβήσει τὴ φοβερή του δίψα. Διψάει, δηλαδή, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ· γιατὶ κόλαση εἶναι ὁ φοβερὸς χωρισμὸς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀπὸ τὴ δροσοβόλο Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν κοινωνία τὴν αἰώνια μαζί Του!
Ἂς ἀφήσουμε ὅμως τὸν πλούσιο καὶ τὸν πτωχὸ Λάζαρο τῆς παραβολῆς, κι ἂς ἔλθουμε στὴν ἐποχή μας. Πολὺ φοβοῦμαι πώς, ὄχι μόνο οἱ πλούσιοι, ἀλλά, λίγο πολύ, ὅλοι μας πάσχουμε ἀπὸ τὴ διπλὴ ἀρρώστεια τοῦ πλουσίου τῆς παραβολῆς: τὴν ἐπιδεικτικὴ πολυτέλεια καὶ τὴν ἀκόρεστη κοιλιοδουλία.
Κατάντησε η κοινωνία μας μία κοινωνία πολυτέλειας, σπατάλης, ἐπίδειξης. Ὁ ἄνθρωπος σήμερα ντύνεται ἤ, ἀναλόγως, γδύνεται!, ὄχι γιατὶ τὸ ἐπιβάλλει ἔτσι ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ ἡ θεοποιημένη μόδα. Γιατὶ ἔτσι ἀποφασίζουν σκοτεινὰ καὶ πανίσχυρα οἰκονομικὰ ξένα κέντρα καὶ συμφέροντα.
Χρόνος καὶ χρῆμα ξοδεύονται ἄφθονα στοὺς νεοειδωλολατρικοὺς ναοὺς τῆς ἐποχῆς, τὰ λεγόμενα «ἰνστιτοῦτα καλλονῆς», «αἰσθητικῆς», καὶ ὅ,τι παρόμοιο. Μὰ καὶ στὴ λατρεία τῆς κοιλιᾶς δὲν ὑστεροῦμε: Χρῆμα καὶ χρόνος ἄφθονα ξοδεύονται καὶ πάλιν, γιὰ νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε ὅ,τι σπάνιο, ὅ,τι πολυτελές.
Περιουσίες ὁλόκληρες ξοδεύονται συχνὰ γιὰ τὴν κοιλιὰ καὶ τὶς ἄλλες αἰσχρὲς ἡδονές, ποὺ ἀναπότρεπτα συνδέονται μὲ τὰ φαγοπότια. Βάκχος καὶ Ἀφροδίτη λατρεύονταν καὶ λατρεύονται πάντα -ἀλίμονο!- μαζί. Κι ὅλ᾽ αὐτά, πότε; Ὅταν στὸν κόσμο ὅλο, στὴν Ἀφρική, τὴν Ἀσία, καὶ συχνότατα ὄχι πολὺ μακρυά μας, δίπλα μας, χιλιάδες ἄνθρωποι πεθαίνουν καθημερινὰ ἀπὸ τὴν πείνα.
Ὅταν ἑκατομμύρια παιδιὰ ὑποσιτίζονται καὶ πεινοῦν καὶ ζοῦν κάτω ἀπὸ ἄθλιες συνθῆκες. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι οἱ σύγχρονοι Λάζαροι. Καὶ στέκονται κοντά μας, ἀνάμεσά μας. Φθάνει νὰ ἔχουμε ἀνοιχτὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς νὰ τοὺς ἰδοῦμε!
Μήπως δὲν εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ ἔλθει ἡ οἰκονομικὴ τούτη σύγχρονη κρίση; Ναί, ἦλθε ὡς παιδαγωγικὴ τιμωρία τῆς πνευματικῆς μας κρίσης, τῆς ἀπομάκρυνσής μας ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὸ ἅγιο θέλημά Του.
Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, ἂς διώξουμε μακρυά μας τὴν πολυτέλεια, τὴν κοιλιοδουλία. Νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ ζήσουμε μὲ μετάνοια, νὰ ἐκζητήσουμε τὸν Θεό πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα. Ἀσφαλῶς, καὶ θὰ φᾶμε καὶ θὰ πιοῦμε καὶ θὰ ντυθοῦμε, ἀλλὰ μὲ μέτρο, ἁπλᾶ καὶ λιτά, ὅσο γίνεται.
«Ἔχοντες τροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα», μᾶς παραγγέλλει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καί, ταυτόχρονα, γιὰ νὰ καταλήξουμε στὸ τρίτο μας θέμα, νὰ ἀνοίξουμε τὰ σπλάχνα μας πρὸς βοήθεια τοῦ πλησίον μας, τοῦ κάθε ἐμπερίστατου καὶ πονεμένου ἀδελφοῦ μας, ὅπως καὶ ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας· «ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός» (Β´ Κορ. 9, 7).
Ὅπως ἔζησαν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Ὅπως ἔζησαν καὶ οἱ ἅγιοι Γαλακτίων καὶ Ἐπιστήμη, τῶν ὁποίων σήμερα τελοῦμε τὴ μνήμη, ποὺ σκόρπισαν ἀφθονοπάροχα στοὺς πτωχοὺς τὴν περιουσία τους, ὑπέμειναν ποικίλα βασανιστήρια γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀξιώθηκαν αἰώνιας δόξας στοὺς οὐρανούς.
Ἂν ἔτσι ζοῦμε, μὲ ἀγάπη ἀληθινὴ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον μας, μὲ μετάνοια, μὲ ἐλεημοσύνη καὶ ἐλεήμονα καρδία, θὰ ἔλθει ἀναμφίβολα καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Γιατὶ εἶναι «ἐλεήμων καὶ μετανοεῖ ἐπὶ κακίαις ἀνθρώπων». Καὶ θὰ εὐλογήσει καὶ τὴν παρούσα μας πρόσκαιρη ζωή, καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως τῆς ἱλαρῆς καὶ γλυκείας του ἐκείνης φωνῆς: «Ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἐνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε· εἰσέλθετε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ὑμῶν». Ἀμήν!
Γένοιτο, Κύριε Ἰησοῦ!

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ, στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ΣΤ´ (ἕκτης) Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. 8, 26-39)

25 Οκτωβρίου, 2020
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Ἡ Ἁγία Γραφή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ὁμοιάζει μὲ ἕνα ἀνεξάντλητο ὀρυχεῖο πολυτίμων λίθων καὶ μετάλλων. Ὅσο κανεὶς τὴν ἀνασκαλίζει, τὴ μελετάει δηλαδὴ μὲ πίστη καὶ πόθο καὶ προσευχή, τόσο καὶ ἐκβάλλει, ὄχι γήινους θησαυρούς, ποὺ ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἀλλὰ ἀνεκτίμητο πνευματικὸ πλοῦτο, ποὺ τρέφει τὸ πνεῦμα καὶ ἁγιάζει τὴν ψυχή μας.
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἐκ πρώτης ὄψεως μᾶς ἐξιστορεῖ ἕνα μεγάλο θαῦμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴ θεραπεία δηλαδὴ ἑνὸς δαιμονιζομένου ἄνδρα στὴν περιοχὴ τῶν Γαδείρων ἢ Γεργεσηνῶν τῆς Παλαιστίνης.
Μελετώντας την ὅμως βαθύτερα, βλέπουμε νὰ προκύπτουν ποικίλα ψυχοτρόφα διδάγματα.Πρῶτο σπουδαῖο θέμα, ποὺ τίθεται ἐδῶ, εἶναι ἕνα, ποὺ περιτρέχει καὶ ὅλη τὴν Καινὴ Διαθήκη, αὐτὸ τῆς ὑπάρξεως τῶν δαιμόνων, καθὼς καὶ δαιμονιζομένων ἀνθρώπων.
Ἕνα θέμα, ποὺ συχνὰ δυστυχῶς στὶς ἡμέρες μας, θελητὰ ἢ καὶ ἀθέλητα, περιθωριοποιεῖται ἢ ἀποσιωπᾶται ἢ καὶ διαστρεβλώνεται.
Ἡ ὕπαρξη τῶν δαιμόνων, τῶν πονηρῶν δηλαδὴ πνευμάτων, τῶν ἐκπεσόντων αὐτῶν ἀγγέλων, ὡς πνευματικῶν ὑπάρξεων καὶ ὄχι ὡς μιᾶς ἀόριστης ἰδέας τοῦ κακοῦ, εἶναι δόγμα πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ συχνότατα συναντᾶται ξεκάθαρα σὲ ὅλη τὴν Ἁγία Γραφή.
Καὶ ὄχι μόνο ἡ ὕπαρξή τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότητα ἐπηρείας τους στοὺς ἀνθρώπους σὲ ποικίλο βαθμό:
Ἀπὸ ἁπλὴ πειρασμική τους ἐνέργεια σ᾽ ἐμᾶς, μέχρι καί, ἀλίμονο, τὴν πλήρη κατοχὴ κάποιων ἀνθρώπων ἀπ᾽ αὐτούς! Παράλληλα, ὅμως, τονίζεται ἐμφαντικὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη -τὴν ἐποχὴ πλέον τῆς Χάριτος- ἡ ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἐπάνω στοὺς δαίμονες («εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» [Α´ Ἰω. 3, 8]),
καθὼς καὶ ἡ ἐξουσία ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε πιστό, νὰ τοὺς πολεμεῖ καὶ κατατροπώνει, μὲ τὴ Χάρη καὶ δύναμή Του: «ἰδού, δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ (τοῦ διαβόλου δηλαδή), καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ» (Λουκ. 10,19) .
 Ἐδῶ, νὰ ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα: Πρῶτον, ἐπάνω σὲ ποιούς βρίσκει ἔδαφος νὰ τοὺς κυριαρχήσει ὁ διάβολος; Σὲ ὅσους εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, τὴν Ἐκκλησία.
Σὲ ὅσους βρεῖ βυθισμένους στὰ πάθη, σὲ ὅσους δὲν προσεύχονται, δὲν μετανοοῦν, δὲν ἐξομολογοῦνται καί, μάλιστα, δὲν κοινωνοῦν ἀξίως τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Καὶ δεύτερο, νὰ ποῦμε πὼς μόνο ὁ Χριστός, ἡ Χάρη Του, ποὺ ἐνεργεῖ μέσα στὰ Μυστήρια, ἡ Χάρη, ποὺ ἔδωσε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς Του καὶ σὲ ἁγίους ἀνθρώπους, μπορεῖ νὰ ἐκδιώξει τοὺς δαίμονες ἀπὸ δαιμονιζομένους.Δεύτερο θέμα, σχετικὸ πρὸς αὐτό, εἶναι καὶ τὸ ποῦ ζητοῦν νὰ πᾶνε οἱ δαίμονες, φοβισμένοι ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ.
Ζητοῦν νὰ μποῦνε μέσα στοὺς χοίρους, δηλαδὴ νὰ τοὺς δαιμονίσουν! Αὐτὸ δείχνει, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἐξουσιαστὴς τῶν πάντων, ἀλλά, σεβόμενος τὴν ἐλευθερία ὅλων τῶν λογικῶν Του πλασμάτων, ἐπιτρέπει μία ἐλευθερία ἀκόμη καὶ στὸν διάβολο (γιὰ νὰ εἶναι ἀναπολόγητος τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως), ἀλλὰ πάντοτε περιορισμένη, ἐλεγχόμενη δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία Του, ὥστε μὲ τοὺς πειρασμοὺς νὰ δοκιμάζεται ἡ ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἑκούσια ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό.
Διαφορετικά, ἂν δηλαδὴ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἕνας δρόμος χωρὶς ἐμπόδια, πειρασμοὺς καὶ θλίψεις, δὲν θὰ εἶχε νόημα, κι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀπέβαινε ἔτσι, ὄχι ἕνα ἐλεύθερο λογικὸ πλάσμα, ἀλλά, λίγο-πολύ, ἕνα ρομπότ! Ζητοῦν λοιπὸν ἄδεια οἱ δαίμονες, νὰ μποῦν στοὺς χοίρους. Καὶ ὁ Κύριος τὸ ἐπιτρέπει.
Κατ’ ἀρχήν, ὡς τιμωρία τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, διότι ἐξέτρεφαν χοίρους, παρὰ τὴ ρητὴ ἀπαγόρευση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου.
Καὶ γνωρίζουμε πὼς ὁ Χριστός, μὲ τὴν πανσοφία Του, τηροῦσε τὶς διατάξεις τοῦ Νόμου, ὥστε νὰ μὴ δώσει ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ στοὺς Ἰουδαίους.
Καὶ οἱ χοῖροι, ὅταν μπήκανε μέσα τους τὰ δαιμόνια, πέσανε ἀπὸ ἕνα γκρεμὸ ἐκεῖ κοντὰ στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν. Τὸ πνευματικὸ ἐν προκειμένῳ συμπέρασμα, ἀδελφοί, εἶναι τὸ ἑξῆς:
Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας παρομοιάζουν μὲ χοίρους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦνε ἀμετανόητοι, σὰν σὲ ἄλλη λάσπη, μέσα στὸν βόρβορο καὶ τὴ δυσωδία τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας. Αὐτοί, γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν, ἐπιτρέπει συχνὰ ὁ Κύριος νὰ δαιμονισθοῦν.
Γιατί, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὁ διάβολος, σὲ ἄνθρωπο βυθισμένο στὰ πάθη, βρίσκει ἔδαφος νὰ εἰσέλθει. Καὶ τὸ φοβερὸ ἀποτέλεσμα, ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια, εἶναι ὁ θάνατος, εἴτε ὁ σωματικός, εἴτε, τὸ φοβερώτερο, ὁ πνευματικὸς καὶ αἰώνιος!
Τρίτο θέμα τῆς σημερινῆς περικοπῆς, εἶναι μία μεγάλη ἁμαρτία, ποὺ προβάλλει στὸ πρόσωπο τῶν Γεργεσηνῶν (ἢ Γαδαρηνῶν): αὐτὴ τῆς ἀχαριστίας.
Οἱ παραβάτες αὐτοὶ τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, βλέποντας μὲ τὰ μάτια τους, τόσο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας ἐκείνου τοῦ δύστυχου δαιμονιζομένου, ποὺ ἦταν τὸ φόβητρο τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ κι αὐτὸ τῆς δίκαιης τιμωρίας τους ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τὸν πνιγμὸ τῶν χοίρων, ἀντὶ νὰ ἔλθουν σὲ συναίσθηση, σὲ μετάνοια, γεμάτοι ἀπὸ ἕνα ἐμπαθὴ καὶ ἐνοχικὸ φόβο, ζητοῦν ἀπὸ τὸν Χριστὸ -τὸν Εὐεργέτη τους στὴν οὐσία- νὰ φύγει, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν τόπο τους.
Καὶ ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς Ἰησοῦς, ὑπακούοντας, φεύγει. Τί διδασκόμαστε ἀπ’ αὐτό; Ὁ Κύριος, ὡς παντογνώστης, ἂν καὶ προγνώριζε τὴν ἀχαριστία καὶ ἀμετανοησία τῶν Γαδαρηνῶν, θαυματούργησε γιὰ τὴν ὠφέλεια καὶ σωτηρία τους.
Τοὺς ἔκαμε καλό. Μὰ δὲν ζήτησε, δὲν ἀπαίτησε ἀνταμοιβὴ καὶ εὐχαριστία. Κι ἐμεῖς, ὡς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, πρέπει πάντοτε, μὲ ὅποιο τρόπο μπορεῖ ὁ καθένας, νὰ βοηθοῦμε καὶ ὠφελοῦμε τὸν πλησίον μας: μὲ τὴν καλὴ συμβουλή μας, μὲ τὴν ἠθικὴ ἢ ὑλικὴ συμπαράστασή μας, ἀνάλογα μὲ τὴν περίσταση.
Ἡ εὐεργεσία τοῦ πλησίον εἶναι ὁ καρπὸς τῆς κορυφαίας ἀρετῆς τῆς ἀγάπης. Ἀλλά, ποτὲ νὰ μὴν ἀχρειώσουμε τὴν ἐλεημοσύνη μας, ζητώντας ἀνταπόδοση, καὶ νὰ σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὴν ἀχαριστία ὅσων εὐεργετήσαμε. Γιατί, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἡ ἀχαριστία τούτη τῶν εὐεργετηθέντων ἀποβαίνει εὐεργεσία τῶν ἰδίων τῶν εὐεργετῶν ἀπὸ τὸν Κύριο, καὶ ὁ μισθός τους στοὺς οὐρανοὺς πολλαπλασιάζεται.Ἀδελφοί, ἀναχωρώντας ἀπὸ τὴν σημερινὴ ἁγία τούτη Σύναξη, ἂς κρατήσουμε, μαζὶ μὲ τὰ πιὸ πάνω, κι αὐτό, ποὺ παρήγγειλε ὁ Χριστὸς στὸν θεραπευμένο Γαδαρηνό:
«Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός».
Αὐτὴ ἡ παραγγελία τοῦ Κυρίου ἀφορᾶ κι ἐμᾶς. Τὸν πνευματικὸ καρπό, ποὺ δρέπουμε στὴν Ἐκκλησία, στὴν πνευματική μας ζωή, νὰ τὸν διηγούμαστε, νὰ τὸν ἐξαγγέλλουμε στὸ δικό μας οἰκογενειακό, ἐργασιακό, σχολικό, κοινωνικὸ περιβάλλον. Ὡς χριστιανοί, ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε, μὲ λόγο καὶ ἔργο, «μάρτυρες» τοῦ Χριστοῦ, «ὁμολογητὲς» τοῦ ὀνόματός Του. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι μία ταπεινὴ μέν, ἀλλὰ ξεκάθαρη μαρτυρία Χριστοῦ. Ὅπως καὶ ὁ δαιμονιζόμενος, ὁ ὁποῖος «ἀπῆλθε, καθ᾽ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».
Ἂν ἔτσι ζοῦμε, ἐν Χριστῷ, κι ἔτσι ὀρθὰ τὸν ὁμολογοῦμε, θὰ ἀξιωθοῦμε τῆς χοροστασίας τῶν δικαίων καὶ ἀγγέλων, καὶ τοῦ θεϊκοῦ ἐπαίνου ἐνώπιόν τους, κατὰ τὴν ἀψευδή Του ὑπόσχεση:
«πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ» (Λουκ.12,8).
Αὐτῆς τῆς ὁμολογιακῆς βιοτῆς καὶ τῆς γλυκείας Σου φωνῆς, τῆς καλούσης τοὺς δικαίους στὴν αἰώνια ζωή, ἀξίωσον ἡμᾶς, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ. Ἀμήν!    

Περί του Αγίου και Ευαγγελιστου Λουκα-Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ-

17 Οκτωβρίου, 2020

Ὁμιλία στὸν ἔνδοξο ἀπόστολο καὶ εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ 
Λουκᾶς ὁ ἔνδοξος ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐαγγελιστὴς συνεκάλεσε τὴν παροῦσα λαμπρὴ ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη σήμερα, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, στὴν ἁγία μνήμη του.
Καὶ συνάθροισε ἐμᾶς, τὸ πιστὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, στὸν παλαιό του τοῦτο καὶ εὐλογημένο ναό, γιὰ νὰ τὸν τιμήσουμε κατὰ χρέος, κατὰ τὸ Γραφικό·
 «ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν», καὶ νὰ δοξάσουμε συνάμα τὸν Θεό, «τὸν ἐνδοξαζόμενον ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ»
.Στὴν περίφημη ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀπευθυνόμενος στοὺς μαθητές Του, τοὺς εἶπε· «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ φῶς τοῦ κόσμου», καί, «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Καὶ τοῦτο πράγματι ἐκπληρώθηκε στοὺς ἁγίους τοῦ Χριστοῦ μας μαθητές, καὶ πρῶτα καὶ πρώτιστα στοὺς Δώδεκα καὶ Ἑβδομήκοντα ἀποστόλους Του. Τοῦτο ἐκπληρώθηκε μὲ κάθε ἰδιαιτερότητα καὶ στὸ ἅγιο πρόσωπο τοῦ φωτωνύμου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ
. Φωτωνύμου, καθὼς τὸ ὄνομά του παράγεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ lux-lucis, ποὺ σημαίνει φῶς , καὶ ἑλληνικοποιήθηκε, ὅπως καὶ ἄλλαξε νικὰ ὀνόματα, μὲ τὴν κατάληξη-ᾶς. Λουκᾶς λοιπὸν ἑρμηνεύεται Φωτεινός. Καὶ τὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς Χάριτος, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔλαβε ὁ θεηγόρος Λουκᾶς, δὲν τὸ ἔκρυψε «ὑπὸ τὸν μόδιον» τῆςσιγῆς, τῆςἀφάνειας, τῆςἀπραξίας τῶν καλῶν ἔργων, ἀλλὰ τήρησε ἄσβεστη τὴ λαμπάδα τῆς Πίστεως μέχρι τέλους καὶ τὸ μετέδωσε ἀφθονοπάροχα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους στοὺς ἐσκοτισμένους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀπιστία συνανθρώπους του, ὅπως θὰ ἰδοῦμε στὴ συνέχεια.
Ἐπίγεια πατρίδα τοῦ ἐπιγείου τούτου ἀγγέλου καὶ οὐρανίου ἀνθρώπου ὑπῆρξε ἡ περίλαμπρη μεγαλόπολη κα ὶπρωτεύουσα τῆς ἀνατολικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, Ἀντιόχεια ἡ Μεγάλη, ὅπου γεννήθηκε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας. Πιθανότατα ὑπῆρξε γόνος οἰκογένειας πλουσίων καὶ εὐγενῶν ἐθνικῶν.
Νοῦς μεγάλος καὶ μεγάλη καρδιά, μὲ ἄπλετη δίψαν ὰγνωρίσει τὴν ἀλήθεια καὶ συνάμα νὰ διακονήσει τὸν συνάνθρωπό του, ἀφιερώθηκε ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας στὴν ἀναζήτηση τῆς σοφίας καὶ τὴ μελέτη τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν.
Ἡ μεγάλη του αὐτὴ ἔφεση γιὰ γνώση τὸν ὁδήγησε σὲ πολυάριθμα ταξίδια στὶς παραμεσόγειες χῶρες, καὶ τὸν κατέστησε πολύγλωσσο (γνώριζε ἄριστα τὴν ἑλληνική, τὴν ἑβραϊκὴ καὶ τὴν ἀραμαϊκὴ) καὶ διαπρεπὴ στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ τὴ ζωγραφικὴ τεχνη.
Ὁ μεγάλος τοῦτος νοῦς καὶ πολυτάλαντος ἄνθρωπος ἀγκιστρεύθηκε τέλος ἀπὸ τὸν Μεγάλο Ἁλιέα τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καί, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, συγκαταλέχθηκε στὴ χορεία τῶν Ἑβδομήκοντα μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Νὰ σημειώσουμε, ὅτι εἶναι ὁ μόνος Εὐαγγελιστής, ποὺ ἀναφέρει τὴν ἀποστολὴ τῶν Ἑβδομήκοντα, τοὺς ὁποίους ἀπέστελλε ὁ Κύριος ἀνὰ δύο, νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιο σὲ πόλεις καὶ χωριὰ τῆς Συροπαλαιστίνης. Τὸν καιρὸ τοῦ Δεσποτικοῦ Πάθους βρισκόταν στὰ Ἱεροσόλυμα, ἐνῶ τὸ πρωὶ τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα πορεύονταν μὲ τὸν Κλεόπα σκυθρωποὶ πρὸς τὸ χωριὸ Ἐμμαούς, ὅπου ἀξιώθηκαν ἀπὸ τοὺς πρώτους νὰ ἰδοῦν τὸν ἀναστάντα Ἰησοῦν καὶ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου. Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παραμένει γιὰ ἕνα διάστημα στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει ἀργότερα στὴν πατρίδα του Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ θὰ συναντήσει τὸν κορυφαῖο ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο περὶ τὸ ἔτος 50, μὲ τὸν ὁποῖο συνδέεται διὰ βίου καὶ καθίσταται συνοδός του μέχρι τὸ ἔνδοξο μαρτύριό του στὴ Ρώμη.
Κατὰ τὴ 2η ἀποστολική του περιοδεία, ὁ Παῦλος ἔχει καὶ τὸν Λουκᾶ στὴ συνοδία του ἀπὸ τὴν Τρωάδα μέχρι καὶ τοὺς Φιλίππους, ὅπου τὸν ἐγκαθιστᾶ, γιὰ νὰ ἑδραιώσει τὴ νεοσύστατη τοπικὴ Ἐκκλησία. Ἀφοῦ παραμένει γιὰ ἀρκετὰ ἔτη στὴ Μακεδονία ὁ Λουκᾶς, κατὰ τὴν 3η ἀποστολική του περιοδεία ὁ Παῦλος (περὶ τὸ 58), ἐπισκεπτόμενος ξανὰ τὴν περιοχή, τὸν ἀποστέλλει στὴν Κόρινθο γιὰ ἱεραποστολικὴ διακονία. Κι ὅταν ὁ Παῦλος συλλαμβάνεται στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Λουκᾶς δὲν τὸν ἐγκαταλείπει, ἀλλὰ τὸν συνοδεύει καθόλο ἐκεῖνο τὸ περιπετειῶδες ταξίδι μέχρι τὴ Ρώμη, ὅπου παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Καίσαρος καὶ παραμένει φυλακισμένος.
Ἐκεῖ στὴν κοσμοκράτειρα Ρώμη, σύμφωνα μὲ μία ἀρχαία παράδοση, κατὰ τὴ διετὴ φυλάκιση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, συγγράφει ὁ Λουκᾶς, μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Παύλου, τόσο τὸ Εὐαγγέλιό του, ὅσο καὶ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.
  Βιβλία θεόπνευστα, ποὺ ἀφιέρωσε στὸν ἡγεμόνα τῆς Ἀχαΐας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος εἶχε πρόσφατα τότε ἀσπασθεῖ τὸν Χριστιανισμό. Βιβλία, γιὰ τὰ ὁποῖα κατέστησε ὀφειλέτες ὅλους τοὺς πιστοὺς μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, νὰ τὸν εὐγνωμονοῦν καὶ εὐχαριστοῦν. Καὶ στὸ μὲν Εὐαγγέλιό του, ὁ Λουκᾶς μᾶς διασώζει, ὄχι μόνο μοναδικὲς λεπτομέρειες καὶ ἱστορικὲς ἀναφορές, ποὺ δὲν καταγράφονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους Εὐαγγελιστές, ἀλλὰ καὶ σημαίνοντα θεῖα γεγονότα, ὅπως τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἀλλὰ καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι γι᾽ αὐτό, ποὺ στὸ ὡραιότατο ἐκεῖνο τροπάριο στὰ Ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀπόψε, ψάλλουμε:
«Χαῖρε, ὁ μόνος γράψας ἡμῖν, τό, Χαῖρε, χαίρων τῆς Ἁγνῆς εὐαγγέλιον, καὶ ταύτην Κυριοτόκον εἰπόντα τὸν Βαπτιστήν, ἐκ γαστρός, οὗ γράφεις καὶ τὴν σύλληψιν». Μᾶς περιγράφει λοιπὸν ὁ Λουκᾶς στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιό του μὲ ἰδιάζουσες λεπτομέρειες τὸν ὅλο πανάγιο ἐπὶ γῆς βίο τοῦ Κυρίου, ἀπὸ τὴν ἄσπορο σύλληψή Του
«ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου» μέχρι καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἔνδοξη ἀνάληψή του, τονίζοντας ἰδιαιτέρως τὴ φιλευσπλαγχνία καὶ φιλανθρωπία Του πρὸς τὸ ἁμαρτωλὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸ ὁποῖο ἦλθε γιὰ νὰ σώσει.
Στὸ δὲ ἱστορικότατο βιβλίο τῶν Πράξεων, ἀφοῦ διηγηθεῖ τὰ γεγονότα τῆς ἵδρυσης τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἀρχικῆς διάδοσης τοῦ Χριστιανισμοῦ στὶς περιοχὲς τῆς Συρίας καὶ Παλαιστίνης μὲ τὸ θεοφόρο κήρυγμα καὶ τὰ θαύματα τῶν ἀποστόλων, μάλιστα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀφηγεῖται στὴ συνέχεια τοὺς ἀποστολικοὺς ἄθλους τοῦ διδασκάλου του Παύλου γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἐθνῶν, μέχρι τὴν πρώτη φυλάκισή του στὴ Ρώμη.Κατὰ τοὺς φοβεροὺς διωγμοὺς τοῦ Νέρωνος, ποὺ ἐπακολούθησαν τὴν ἀποφυλάκιση τοῦ Παύλου καὶ τὶς ἐκ νέου περιοδεῖες του μὲ τὸν Λουκᾶ, ὁ τελευταῖος παραμένει πιστὸς κοντά του στὴ νέα του φυλάκιση, ὅταν οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει («Λουκᾶς ἐστι μόνος μετ᾽ ἐμοῦ» [Β´ Τιμ. 4,11]), καὶ παρευρίσκεται πιθανότατα καὶ στὸ μαρτύριό του στὴ Ρώμη (περὶ τὸ ἔτος 68).
Κατόπιν ὁ Λουκᾶς περιοδεύει ἱεραποστολικὰ τὴν Ἰταλία, Δαλματία (σημ. Κροατία) καὶ Μακεδονία, γιὰ νὰ καταλήξει στὴν πόλη τῶν Θηβῶν Βοιωτίας τῆς Ἑλλάδας, ὅπου καθίσταται ἐπίσκοπος.
Ἐκεῖ, χειροτονεῖ πρεσβυτέρους καὶ διακόνους, ἀνεγείρει ναοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύει μὲ τὴν προσευχή του πάθη ποικίλα τῶν ἀνθρώπων, ψυχικὰ καὶ σωματικά.
Σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν, κατὰ τὴ μαρτυρία πρώιμων χριστιανῶν συγγραφέων (ὅπως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου), συλλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸν ἔγδαραν ζωντανό, τὸν σταύρωσαν σὲ μιὰ ἐλιά, ὅπου παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος.
Ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση, εἶναι στὸ σημερινὸ παλαιὸ κοιμητήριο τῶν Θηβῶν (ἀνατολικὰ τῆς πόλεως), ὅπου ὁ ναὸς τιμᾶται στὸ ὄνομά του καὶ μέσα στὸν ὁποῖο εὑρίσκεται ἡ ἀρχαία ρωμαϊκὴ λάρνακα (σαρκοφάγος), ὅπου εἶχε ἐναποτεθεῖ τὸ ἅγιό του σκῆνος.
Πολυάριθμα θαύματα ἐπιτέλεσε ὁ ἀπόστολος, μάλιστα μέσῳ ἑνὸς θαυματουργοῦ ὑγροῦ, τὸ ὁποῖο ἀνέβλυζε ἀπὸ τὸν τάφο του καὶ τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν τὰ Συναξάρια ὡς κολλύρια, καὶ θεράπευε ἰδιαίτερα τὶς ὀφθαλμικὲς ἀσθένειες ὅσων χρίονταν μ᾽ αὐτὸ μὲ πίστη. Ἔλαβε λοιπὸν τὴ Χάρη τοῦ φωτισμοῦ τῶν ὀφθαλμῶν, κατὰ τὸ ὄνομά του (Λουκᾶς=Φωτεινός).
Ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς λάρνακάς του ἐνεργεῖ  ἰάσεις μέχρι καὶ τὶς μέρες μας.Στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 357, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος, υἱὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀπέστειλε τὸν τότε δοῦκα τῆς Αἰγύπτου καὶ μετέπειτα μεγαλομάρτυρα Ἀρτέμιο, γιὰ νὰ μετακομίσει ἀποστολικὰ λείψανα, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν στὴ συνέχεια κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τοῦ περίφημου ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴν Κωνσταντινούπολη. Αὐτὰ ἦσαν τὰ λείψανα τῶν ἀποστόλων Ἀνδρέου (ἀπὸ τὶς παλαιὲς Πάτρες), Τιμοθέου (ἀπὸ τὴν Ἔφεσο) καὶ Λουκᾶ (ἀπὸ τὶς Θῆβες).
Τὸ 1204, μὲ τὴν πτώση τῆς Βασιλεύουσας στοὺς σταυροφόρους τῆς Δ´ Σταυροφορίας, μεταξὺ τῶν πλείστων ὅσων ἁρπαγέντων ἁγίων λειψάνων καὶ λοιπῶν τιμαλφῶν, ἦσαν καὶ τὰ τίμια λείψανα τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, τὰ ὁποῖα, σχεδὸν στὸ σύνολό τους (μεταξύ τους καὶ ἡ ἁγία του κάρα), κατέληξαν στὴν Πάδοβα τῆς Ἰταλίας, ὅπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στὸν ναὸ Santa Justina στὸ κέντρο τῆς πόλεως.
Τὴν ἁγία του δεξιά, ἄφθαρτη, εὐωδιάζουσα, θερμὴ καὶ θαυματουργή, ἀξιώθηκα νὰ προσκυνήσω στὴ Μονὴ Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου τώρα ἀποθησαυρίζεται.
Ἀναφέραμε στὴν ἀρχή, πὼς ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς διέπρεψε καὶ στὴ ζωγραφικὴ τέχνη, ὡς ἁγιογράφος.
Ἀρχαιότατη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρει, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἀγιογράφος καὶ ὅτι φιλοτέχνησε κυρόχυτη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου (στὴν τεχνικὴ αὐτὴ ζωγραφικῆς τῶν ἑλληνιστικῶν-ρωμαϊκῶν χρόνων, τὰ χρώματα διαλύονται μὲ κερί), ἐνόσῳ ἀκόμη ἐκείνη ζοῦσε. Ὅταν τὴν ἀντίκρυσε ἡ Παναγία μας, εἶπε:
« Ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη δι᾽ ἐμοῦ μετ᾽ αὐτῆς!»
Οἱ σχετικὲς παραδόσεις ἀποδίδουν στὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ἄλλοτε περισσότερες, κι ἄλλοτε τρεῖς μόνο εἰκόνες τῆς Θεοτόκου Βρεφοκρατούσης:
Αὐτές, ποὺ βρίσκονται στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου στὴν Πελοπόννησο, στὴ Μονὴ Παναγίας τοῦ Σουμελᾶ στὸν Πόντο καὶ στὴ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου. Ἔτσι, καθιερώθηκε στὴν Ἐκκλησία ἡ ἁγία τούτη παράδοση τῆς εἰκονογραφικῆς ἀπόδοσης τῶν μορφῶν τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, καὶ ἡ τιμητική τους προσκύνηση.Καὶ βεβαίως οἱ πανηγύρεις τῶν ἁγίων τελοῦνται, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὄχι μόνο γιὰ νὰ τοὺς τιμοῦμε μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικές, καὶ μὲ τὶς  προσφορές μας σὲ κερὶ καὶ λάδι καὶ ἄρτους καὶ θυμιάματα, πράγματα ποὺ ἔχομε ἱερὸ χρέος νὰ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ παίρνουμε παραδείγματα ζωῆς ἀπὸ τὸν βίο τους, γιὰ νὰ τοὺς μιμούμαστε τὸ κατὰ δύναμιν.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ διαβάζουμε καὶ διηγούμαστε στὶς μνῆμες τους τοὺς βίους τους, ποὺ τοὺς προβάλλει καὶ ὑμνολογικὰ ἡ Ἐκκλησία μας. Ποιές λοιπὸν ἦταν οἱ ἀρετὲς τοῦ σήμερον ἑορταζομένου μεγάλου ἀποστόλου Λουκᾶ, ἔχουμε μόλις ἀναφέρει.
Ἡ θερμή του πίστη στὸν Θεό, ὁ ἱεραποστολικός του ζῆλος, ἡ ἐλπίδα, ἡ ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα καὶ πλεῖστες ἄλλες, ἰδιαίτερα ὅμως, ἡ κορυφαία καὶ θεώνυμη ἀγάπη, ἡ διπλὴ ἀγάπη, στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ σπούδασε τὴ φιλάνθρωπη ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς καὶ θεράπευε δωρεάν, ἀναργύρως, τοὺς ἀνθρώπους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ περιῆλθε τόσους τόπους καὶ χῶρες, γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου τοὺς ἐσκοτισμένους στὴν ἀπιστία συνανθρώπους του. Καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ τούτη εἶναι γεμάτα τὰ γραπτὰ ἔργα του.
Καί, δὲν νοεῖται ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, χωρὶς ἀγάπη στὸν πλησίον μας, στὸν κάθε συνάνθρωπό μας. Καὶ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἀσφαλῶς μόνο λόγια· εἶναι κατεξοχὴν ἔργα!
Μὲ ὅποιο τρόπο μποροῦμε, ἐπιβάλλεται κι ἐμεῖς νὰ τὴν ἐξασκοῦμε, ἀπαλύνοντας τὸν πόνο καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν πλησίον μας. Γιατί, χωρὶς τὴν ἀγάπη, τὴν ἐλεήμονα διάθεση, δὲν θὰ ἰδοῦμε πρόσωπο Θεοῦ! Φθάνει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κρίσεως:
Ἐκεῖ ἰδιαίτερα μᾶς ζητεῖται λόγος γιὰ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης στοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἂν τὰ πράξαμε ἢ ὄχι!Ἂς παρακαλέσουμε θερμὰ τὸν Κύριο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μᾶς δωρήσει καὶ νὰ ἐπαυξήσει μέσα μας τούτη τὴ μέγιστη ἀρετὴ τῆς ἀγάπης, μὲ τὶς ἰκεσίες τοῦ ἀγαπημένου Του μαθητῆ, ἐνδόξου ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τοῦ ὁποίου τὴν ἑορτὴ πανηγυρίζουμε, καὶ ὅλων  τῶν ἁγίων, καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει μὲ τὸ ἔλεός του τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν!