Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Κυριακὴ ΙΓ’ Λουκᾶ

26 Νοεμβρίου, 2022

Περὶ ἀκτημοσύνης καὶ μοναχικῆς ἀποταγῆς

«Ἔτι ἐν σοὶ λείπει. Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανοῖς, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Λουκ. 18, 18-27)

“Ἡ ἀποταγή… εἶναι πηγαία καί ἐγκάρδια ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου στήν προσωπική κλήση τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀδελφῶν του. Καί μ’ αὐτήν τήν ἔννοια, δέν τίθεται οὐσιαστικά κανένα θέμα στέρησης ἤ ἀνασφάλειας γιά αὐτόν πού ἑκούσια καί ὁλόκαρδα ἀποφασίζει νά κατακολουθήσει «τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ».
Ὁ μοναχός ἀποτάσσεται τόν κόσμο, γιατί ἀγαπάει τόν Χριστό καί τόν κόσμο, τόν κάθε ἄνθρωπο. Ὁ ἅγιος Μεθόδιος Ὀλύμπου… λέει διά στόματος μιᾶς παρθένου:

«Ζῶ γιά Σένα μέ ἁγνότητα καί, κρατώντας ἀναμένες λαμπάδες, Νυμφίε, Σέ ὑποδέχομαι. Ἄφησα πίσω τήν πατρίδα μου, ποθώντας τή Χάρη Σου, Θεοῦ Λόγε· λησμόνησα τή συντροφιά τῶν ἄλλων κοριτσιῶν τῆς ἡλικίας μου, ἀδιαφόρησα γιά τήν ἀντίδραση τῆς μητέρας καί τῶν συγγενῶν μου· γιατί γιά μένα Ἐσύ εἶσαι τό πᾶν, Χριστέ μου· Ἐσύ καί μόνο Ἐσύ». Σ’ αὐτό τό, «πάντα γάρ, Σύ μοι, αὐτός Σύ, Χριστέ, τυγχάνεις»,

βρίσκεται ἡ ἀπάντηση ἀναφορικά μέ τό κίνητρο τοῦ μοναχοῦ, τό περιεχόμενο καί τόν Ἀποδέκτη τῆς ἀφιερώσεώς του.
Ἡ θέση αὐτή, ἡ ἀφιέρωση δηλαδή πού ἔχει κίνητρο τήν ἀγάπη γιά τόν Χριστό, ἐνῶ γίνεται εὐκολότερα κατανοητή ἀπό τόν ἄνθρωπο, πού δέν εἶναι συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐντούτοις αὐτή ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο δέν εἶναι γιά τήν ἀντίληψή του ἔννοια καί ἀξία ἱκανοποιητικά προσεγγίσιμη καί ἀποδεκτή.

Καί αὐτό, γιατί θεωρεῖ ὅτι μέ τό νά ἀναχωρήσει κάποιος ἀπό τόν κόσμο ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι φίλαυτος καί ἀνώφελος γιά τό κοινωνικό σύνολο. Ἀλλά, ἐκεῖνος πού σκέπτεται μ’ αὐτόν τόν τρόπο δέν γνωρίζει ὅτι, στήν ἔρημο ὁ μοναχός μένει μόνος μέ τόν Θεό, τόν «Ἄλλο» καί δι’ Αὐτοῦ θεωρεῖ, σπουδάζει καί ἁγιάζει τόν ἑαυτό του καί πλατύνεται, ζώντας σέ κοινωνία μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, τούς ἀπ’ αἰῶνος, ζῶντες καί κεκοιμημένους.

Ὁμοιώνεται ἔτσι μέ τόν Κύριο πού εἶπε: «Καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ». Ὁ ἁγιασμός ἑνός μέλους εἶναι ἁγιασμός καί εὐλογία γιά ὅλο τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό γένος τῶν μοναχῶν ἔτυχε ἐξ ἀρχῆς ἰδιαίτερης θέσης τιμῆς, εὔνοιας καί σεβασμοῦ.

Ἡ μοναχική ἀποταγή ὡς θυσία τῆς ἐγκοσμιότητας ἔχει δύο ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά: Εἶναι ἑκούσια καί ἔλλογη. Ἔχει, δηλαδή, νόημα, σκοπό καί Ἀποδέκτη. Ὡς ἑκούσια κίνηση εἶναι καρπός ἐλεύθερης, ὁλοκληρωμένης καί ἐνσυνείδητης βουλητικῆς ἐνέργειας. Εἶναι τό «νυμφικό ἀντί-δωρο» πρός τόν Δωρεοδότη Νυμφίο Χριστό. Εἶναι ἡ πώληση τῶν πάντων γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ «καλοῦ μαργαρίτη».

Εἶναι ἡ ἀπολέπιση ἀπό τά «δεδομένα» τῆς ἐπίγειας ζωῆς καί ἡ οἰκείωση τῆς χριστομίμητης πτωχείας καί διαγωγῆς. Εἶναι ἡ ἀπεξάρτηση ἀπό τά «σκύβαλα» αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί ἡ προσφορά τοῦ «ἀπελεύθερου Χριστοῦ» πρός Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος μέ τό Πανάγιο Αἷμα Του ὡς λύτρο τόν ἔχει ἐξαγοράσει «ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου».
Ἡ μοναχική ἀποταγή εἶναι, ἐπίσης, ἔλλογη καί ἀποβλέπει στήν ἀπαλλαγή τῆς ψυχῆς τοῦ μοναχοῦ ἀπό τά πάθη, τά ὁποῖα μετά τήν προπατορική πτώση κατακυριεύουν καί δεσμεύουν τόν ἄνθρωπο, καθιστώντας τον δοῦλο τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Ὁ ἀββάς Ἁλώνιος λέει χαρακτηριστικά: «Ἐάν δέν γκρέμιζα τό πᾶν, δέν θά μποροῦσα νά οἰκοδομήσω τόν ἑαυτό μου».
Ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας θεωρεῖ τή γνήσια καί τέλεια ἀποταγή ἀναγκαία καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά ὅποιον ἐπιθυμεῖ νά ἀθλήσει «νομίμως» καί νά ὁλοκληρώσει τόν ἀγώνα του, ἀφήνοντας πίσω του τή μοναχική παλαίστρα, «στεφανηφορῶν» καί ἀγαλλόμενος γιά τήν ἐπιτυχία καί τήν πραγμάτωση τοῦ στόχου του. Εἰδικότερα, οἱ νηπτικοί Πατέρες τονίζουν ὅτι, ἄν δέν περάσει κανείς ἀπό τόν δίαυλο τῆς διμόρφου ἀποταγῆς, τοῦ τόπου, δηλαδή, καί τοῦ θελήματος, εἶναι ἀδύνατον νά νεκρώσει τά πάθη καί νά φθάσει στήν ἐπιτυχή ἔκβαση τοῦ «κατά Θεόν σκοποῦ».

Ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά ἀσκηθεῖ στή μοναχική ἀρρένα ὀφείλει νά ξεκινήσει τή μοναχική πορεία του ἀπό τήν ἀποταγή τῶν ἐπιγείων. Καί αὐτό, γιά νά ἀποφύγει τήν πηγή πού γεννᾶ καί τροφοδοτεῖ τή λειτουργία τῶν παθῶν. Ἀποφεύγοντας ὁ μοναχός τά αἴτια τῶν παθῶν, διακόπτει συγχρόνως καί τήν τροφοδοσία τῆς ἐφάμαρτης διαγωγῆς καί ἀντιμετωπίζει μέ ἐπιτυχία τίς προκλήσεις τῶν αἰσθήσεων καί τήν ἐνέργεια τῶν ματαίων λογισμῶν.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης λέει χαρακτηριστικά: «Κανείς δέν θά εἰσέλθει στεφανωμένος στόν οὐράνιο νυμφώνα, ἐάν δέν ἔχει κάνει τήν πρώτη, τή δεύτερη καί τήν τρίτη ἀποταγή. Τήν ἀποταγή, δηλαδή, πρῶτον ὅλων τῶν πραγμάτων καί τῶν ἀνθρώπων καί αὐτῶν τῶν γονέων του, δεύτερον τήν ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος, καί τρίτον τήν ἀποταγή τῆς κενοδοξίας, πού ἐπακολουθεῖ τήν ὑπακοή».
Ἄν, δηλαδή, κάποιος δέν ἐγκαταλείψει κάθε ἐπίγειο ἀγαθό, θά παραμείνει δέσμιος τῆς ὕλης καί τῶν συναισθημάτων του, τά ὁποῖα, σάν παλαμάρια, θά τόν κρατοῦν δεμένο στόν κόσμο τῆς φθορᾶς.

Ἄν δέν ἀπαρνηθεῖ τά θελήματά του, δέν πρόκειται ποτέ νά γνωρίσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· θά παραμένει ἔτσι ἕρμαιο τῶν ἐπιθυμιῶν καί τῶν παθῶν του. Καί τό σπουδαιότερο: Ἄν δέν ἀποτινάξει ἀπό μέσα του τό κενόδοξο φρόνημα –τό ὁποῖο συνήθως ἀκολουθεῖ, παραπλανώντας τόν νεόφυτο στή μοναχική παλαίστρα μέ τή σκέψη ὅτι, δῆθεν, εἶναι πλέον καταξιωμένος καί τέλειος– δέν θά ξεφύγει ἀπό τούς βρόχους τῶν λογισμῶν τοῦ κόσμου τῆς ματαιότητας. Ἀκόμα καί ἡ πρόδηλη καί ἐμφανής πνευματική πρόοδος δέν ἀφήνει περιθώρια στόν μοναχό νά ξεθαρρύνει καί νά βασισθεῖ στίς δυνάμεις του, πιστεύοντας τόν λογισμό του.

Γιατί, «ἐκεῖνος πού ἐξενίτευσε γιά τόν Κύριο», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, «δέν διατηρεῖ πλέον δεσμούς καί σχέσεις μέ τίποτε, γιά νά μήν φανεῖ ὅτι περιπλανᾶται καί ξενιτεύει γιά τήν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν του. Ἐκεῖνος πού ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο καί ἐξενίτευσε, ἄς μήν ἐγγίσει πλέον στόν κόσμο, διότι συνήθως τά πάθη εἶναι «φιλεπίστροφα», ἀγαποῦν, δηλαδή, νά ἐπιστρέφουν σ᾿ αὐτόν πού τά εἶχε.
Τό ἔργο, συνεπῶς, τοῦ μοναχοῦ θεμελιώνεται στή βασική ἀρχή τῆς ἀποταγῆς· γιατί αὐτή ἀποτελεῖ τό ἀγκωνάρι πού στηρίζει τό σύνολο τοῦ ἔργου τῆς πνευματικῆς του οἰκοδομῆς.

Τή μέγιστη σημασία τῆς ἀποταγῆς καί τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ μοναχοῦ ἀπό τίς βιοτικές μέριμνες καί ὅλους τούς «κατ’ ἄνθρωπον» δεσμούς καί τίς σχέσεις ἀναπτύσσει μέ πολύ εὔστοχο τρόπο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἀναφερόμενος ὁ Ἅγιος στό σχετικό χωρίο τοῦ προφήτη Ἱερεμία, λέει ὅτι δέν μπορεῖ νά σπείρει κάποιος σέ χέρσα καί ξερή γῆ, πού εἶναι γεμάτη ἀγκάθια καί τριβόλια. Πρέπει, ὁπωσδήποτε, πρῶτα νά καθαρισθεῖ καί νά ὀργωθεῖ τό χωράφι ὥστε νά γίνει κατάλληλο γιά σπορά.
Ἡ ἀποταγή ὅλων τῶν ἐπιγείων εἶναι αὐτό ἀκριβῶς τό ἔργο τοῦ ξεριζώματος ἀπό τά παρόντα, πράγμα πού κάνει ὁ μοναχός, προκειμένου νά σπείρει νέο σπόρο, ὁ ὁποῖος μέ τή συνέργεια τῆς Χάρης θά βλαστήσει καί θά καρποφορήσει «ἐν ἑκατόν».
Ὁ ἅγιος Κασσιανός ἀφιερώνει μία διδασκαλία του εἰδικά στό θέμα τῆς μοναχικῆς ἀποταγῆς, τῆς ὁποίας τή χάρη καί τούς καρπούς ἐξισώνει μέ τήν ἁγιαστική δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Στό σχετικό χωρίο, κατά τήν τέλεση μιᾶς μοναχικῆς κουρᾶς, ὁ λειτουργός ἀπευθυνόμενος στόν πρός καθιέρωση προσφερόμενο μοναχό, τονίζει τήν ἀναγκαιότητα καί τή χάρη τῆς ἀποταγῆς.

Τήν ἐξυψώνει, μάλιστα, στό ἐπίπεδο τῆς σταυροαναστάσιμης πορείας καί τῆς ὁμολογίας καί τήν θέτει ὡς ἐπιτακτική καί ἐπιβεβλημένη προϋπόθεση γιά τήν πνευματική ἀκεραιότητα καί προκοπή τοῦ μοναχοῦ:

«῾Η ἀποταγή», λέει, «δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ὁμολογία καί ὑπόσχεση ὅτι ἀναλαμβάνει κάποιος νά πορευθεῖ σταυρικά καί Χριστομίμητα, νεκρώνοντας καθετί ἐμπαθές καί ἐφήμερο, τό ὁποῖο λειτουργεῖ ἀνασταλτικά πρός αὐτή τήν πορεία. Μάθε, λοιπόν, ὅτι ἀπό σήμερα θά πρέπει νά ζεῖς ὡς νεκρός γιά τόν κόσμο, μέ τό νά ἀποταχθεῖς ὄχι μόνο τά ὑλικά καί ἐφήμερα πράγματα, ἀλλά καί κάθε θέλημα καί ἐπιθυμία σου. Νά θεωρεῖς πλέον τόν ἑαυτό σου, καθώς λέει καί ὁ ᾿Απόστολος, “νεκρό γιά τόν κόσμο, καθώς καί τόν κόσμο νεκρό γιά σένα”. ᾿

Εξέτασε, λοιπόν, τί συμβολίζει καί τί προϋποθέτει ἡ ζωή τοῦ Σταυροῦ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία θά πρέπει στό ἑξῆς νά ζεῖς. Γιατί δέν θά πρέπει πιά νά ζεῖς ἐσύ, ἀλλά “νά ζεῖ μέσα σου ὁ Χριστός”, ὁ ῾Οποῖος σταυρώθηκε γιά σένα. Πρέπει νά γνωρίζεις καλά ὅτι ὀφείλουμε ὡς μοναχοί νά προσαρμόσουμε ὅλη τή ζωή μας σύμφωνα μέ τό πρότυπο πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Χριστός, ὅταν ᾿Εκεῖνος βρισκόταν καρφωμένος στόν Σταυρό.

῞Ωστε, ὅπως λέει καί ὁ προφήτης Δαβίδ, νά καθηλώνουμε τό σαρκικό φρόνημα μέ τόν φόβο τοῦ Κυρίου. “Κάρφωσε”, λέει, “καί νέκρωσε μέ τόν φόβο σου τά μέλη τῆς σάρκας μου”. Νά μήν γίνονται, δηλαδή, τό θέλημα καί οἱ ἐπιθυμίες μας ρυθμιστές τῆς ζωῆς μας, ἀλλά αὐτά νά ὑποτάσσονται καί νά ὑπακούουν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι θά ἐκπληρώσουμε τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, πού λέει: “᾿Εκεῖνος πού δέν σηκώνει τόν σταυρό του καί δέν μέ ἀκολουθεῖ, δέν μοῦ εἶναι ἄξιος”».
Ἡ τέλεια ἀποταγή ἐκτείνεται μέχρι τήν τέλεια ἀποστροφή πάντων τῶν ἐπιγείων. Ὁ ὅσιος Βαρσανούφιος, ἐνισχύοντας κάποιον μοναχό καί ἐμπνέοντάς του τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἀποταγῆς, λέει: «Λοιπόν, ἀδελφέ, μίσησε τελείως τά ἐπίγεια, γιά νά ἀγαπήσεις τελείως τά αἰώνια. Ἀπομακρύνσου τελείως ἀπό τόν κόσμο, γιά νά προσεγγίσεις τελείως τόν Θεό καί τόν κόσμο. Ἀποστράφου μέ ἀπέχθεια τή θέση τοῦ “κατά σάρκα” υἱοῦ, γιά νά λάβεις οὐράνια υἱοθεσία. Ἀρνήσου τό θέλημά σου καί κάνε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κόψε τά δεσμά σου μέ τά φθαρτά καί δέσε τόν ἑαυτό σου μέ τά αἰώνια. Θανάτωσε τόν ἑαυτό σου καί χάρισέ του ζωή.

Λησμόνησε τόν ἑαυτό σου, μέ τά θελήματα καί τίς ἐπιθυμίες του καί γνώρισε τόν ἑαυτό σου “τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα”. Νά τώρα, μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀπέκτησες τά ἔργα τοῦ μοναχοῦ».

Στή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν πτώση ὑπάρχει ἡ λαθεμένη ἐντύπωση ὅτι ἡ ἀπόλυτη ἀποταγή εἶναι ἐν πολλοῖς ἀδύνατη καί ὑπέραθλο κατόρθωμα. Καί αὐτό, γιατί ὁ ἄνθρωπος πού σκέπτεται ἔτσι, προσδίδει στά ἐπίγεια ἀγαθά ὑπεραξία, μή μπορώντας νά ἐννοήσει τά πνευματικά καί αἰώνια.

Ὁ ἅγιος πατέρας τοῦ μοναχισμοῦ, Ἀντώνιος ὁ Μέγας, ἀποσαφηνίζει καί θέτει στή σωστή βάση του τό θέμα τοῦ νοήματος καί τῆς ἀξίας τῆς ἀποταγῆς, λέγοντας: «Νά μήν νομίσει κάποιος ὅτι ἔκανε τίποτα σπουδαῖο πού ἐγκατατέλειψε τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου. Γιατί, καί ἄν ἀκόμα εἴμαστε κάτοχοι ὁλόκληρης τῆς γῆς, ὁ πλοῦτος μας αὐτός δέν θά ἦταν κάτι σημαντικό σέ σύγκριση μέ τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Μέ τήν ἀποταγή δέν κάνει κάποιος τίποτα περισσότερο ἀπό τό νά ἀνταλλάσει τά φθαρτά μέ τά αἰώνια.

Ὁ μοναχός μοιάζει μέ τόν πραγματευτή ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δίνει ἕνα μικρό χάλκινο νόμισμα καί μ’ αὐτό ἀγοράζει πάμπολλα χρυσά. Ἀλλά καί, ἄν ἀκόμα δέν ἐγκαταλείψει κάποιος τά γήινα γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θά ἔλθει μιά μέρα πού ἔτσι καί ἀλλιῶς θά πρέπει νά τά ἀφήσει καί νά φύγει ἀπ’ αὐτόν τόν κόσμο.
Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ἐπιλογή τῆς ἀναχώρησης ἀπό τόν κόσμο καί ἡ ὁλοκληρωτική ἀφιέρωση στόν Θεό, δέν μποροῦν νά ἑρμηνευτοῦν ὡς ἄρνηση ἤ, πολύ περισσότερο, ὡς φόβος τῆς ἀντιμετώπισης τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς, οὔτε ὡς φυγοπονία.

Ἡ ἀποταγή εἶναι ἀποτέλεσμα ἔρωτα καί βίωμα πού γεννιέται εἰς ἀνταπόκρισιν ἔρωτος. «Ἔρως ἔρωτι διακρούσασθαι», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, μιλώντας γιά τή μετάνοια τῆς Πόρνης τοῦ Εὐαγγελίου· καί σημειώνει ὅτι αὐτή μπόρεσε νά ὑπερβεῖ τήν ἕλξη τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί καταστάσεων χάρη στήν ἀπεριόριστη ἀγάπη της γιά τόν Χριστό.
Ἄν, ὅμως, ἡ ἀποταγή ἔχει σαθρά θεμέλια καί φίλαυτα κριτήρια εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ μοναχός ἤ θά ἀποβάλει τό Σχῆμα ἤ θά ζήσει «καταφρονητικῶς». Σέ μιά τέτοια περίπτωση, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάνης ὁ Σιναΐτης, ἡ ἀπόφαση τῆς ἀποταγῆς θά μοιάζει μέ τό λιβάνι πού, μόλις μπεῖ στό ἀναμμένο κάρβουνο, εὐωδιάζει, ἀλλά, ὅταν περάσει λίγη ὥρα, γίνεται ἐνοχλητικός καπνός καί τέλος, κάρβουνο.
Οὔτε, πάλι, μπορεῖ κάποιος νά ἔχει ἁγιοπνευματικούς καρπούς, ὅταν ἡ ἀποταγή του εἶναι προϊόν συναισθηματικῆς φόρτισης καί ἐπιπόλαιας ἀπόφασης.

Καί αὐτό, γιατί αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἀποταγή ἐμφορεῖται ἀπό ἰδιοτέλεια καί, κατά συνέπεια, παραμένει οὐσιαστικά στείρα καί ἀνενέργητη. Ὁ ἅγιος Ἰωάνης ὁ Σιναΐτης τήν ὀνομάζει «μῦλον ὀνικόν». Δηλαδή, μυλόπετρα πού, γιά νά τή γυρίσουν, χρησιμοποιοῦν ὄνους.

Καί αὐτή ἡ πέτρα, ἀσφαλῶς, γυρίζει μονότονα καί ἀναγκαστικά. Ἔτσι, καί ἡ μοναχική ζωή γιά ἐκεῖνον πού δέν ἀποτάσσεται τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου, ὄχι ἅπαξ ἀλλά κάθε στιγμή τῆς ζωῆς του, καταντάει ἄκαρπη, ἄχαρη καί ἀνοημάτιστη ρουτίνα.

Καί αὐτό γιατί, ἐνῶ αὐτός ἔχει ἐγκαταλείψει τόν κόσμο καί κάθε τι πού ἀπολάμβανε στήν προηγούμενη ζωή του, ἐντούτοις δέν ἔχει καταφέρει νά «ἐγκλείσει» καί νά τιθασεύσει τόν λογισμό του. Ἀσκεῖται, δηλαδή, «κατά τό φαινόμενον», παραμένοντας μέν στή Μονή, ἀλλά ζώντας μακριά καί ἀπολαμβάνοντας τά ἐπίγεια μέ τό «ἀεὶ συνεῖναι τοῖς λογισμοῖς».
Ἀντίθετα, ὁ μοναχός, ζώντας «κατὰ Θεόν» «ἐν Χριστῷ», πληροῦται χάριτος καί ἐνεργείας καί παραμένει ἀνενδεής ἄλλων ἐπιγείων σχέσεων καί παρακλήσεων. «Τί ἄλλο ἔχω καί τί ἄλλο ὑπάρχει γιά μένα στόν οὐρανό, ἐκτός ἀπό Σένα; Καί τί ἄλλο θά μποροῦσε νά μέ σαγηνεύσει πάνω στή γῆ, ἐκτός ἀπό τό νά βρίσκομαι κοντά σου καί νά Σέ ἔχω δικό μου;», διερωτᾶται ὁ Ψαλμωδός. Τοῦ εἶναι ἀρκετό πού τά μάτια τῆς ψυχῆς του ἀτενίζουν «τοῦ Προσώπου Του τὸ κάλλος τὸ ἄῤῥητον».
Μέ ἄλλα λόγια, διά τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου οἱ μοναχοί ἀπεκδύονται καθετί πολύτιμο καί ἀξιότιμο, πού ἔχουν στήν κατοχή τους, τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους, καί ἀνεπιφύλακτα τά καταθέτουν στά πόδια τοῦ Χριστοῦ ὡς ταπεινή ὁλοκάρπωση καί θυσία.

Καί, «ὅπως ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ… καί ἔπαθε γιά μᾶς “ἔξω τῆς παρεμβολῆς”», ἔξω τοῦ κόσμου τούτου, ἔτσι καί οἱ μοναχοί προσπαθοῦν νά μιμηθοῦν αὐτήν τήν ὁδό. Βγαίνουν ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἔξω τῆς παρεμβολῆς, γιά νά συναντήσουν τόν Χριστό.

Αὐτό προσδίδει μιά ἐσχατολογική προοπτική στήν πορεία τῶν μοναχῶν. Δηλαδή, γρηγοροῦντες προσμένουν τόν Νυμφίο· ἕτοιμοι νά Τόν ὑποδεχθοῦν».
Ἐν τέλει, ἡ ἀποταγή καί ἡ μοναχική ξενιτεία δέν εἶναι ἐπιπόλαια, ἄλογη καί ἀνερμάτιστη ἐπιλογή ζωῆς, ἀλλά ἔλλογη ἀπόφαση καί ἀνδρεία πορεία πρός τό «καθ’ ὁμοίωσιν».

Γιά ὁρισμένους, βέβαια, αὐτή ἐξισώνεται μέ ἄστοχη καί ἐν πολλοῖς ἀκατανόητη μωρία. Ἀλλά «μωρία τοῦ Σταυροῦ» γιά ἐκείνους πού τήν ἔχουν ἐπιλέξει ἐν γνώσει, εἶναι χριστοφόρος ὁδός καί ἁγιοπνευματική μήτρα. «Τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί», λέει ὁ Ἀπόστολος.

Οἱ κατά κόσμον «μωροί», ὅπως ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Εὐλαβής, αὐτοί πού θεώρησαν «σκύβαλα» τά τοῦ «κόσμου τερπνά», «ἵνα Χριστὸν κερδήσωσι», τράφηκαν ἀπό τούς θεοτερπεῖς καρπούς τῆς ἀποταγῆς καί ἀποκαλύπτουν φιλάνθρωπα τήν ἐμπειρία τους στούς συνανθρώπους τους, ὠθώντας καθέναν νά προσαρμόσσει τά βήματά του μέ τά δικά τους, ἀκολουθώντας «τά ἴχνη τῶν ποδῶν τους» καί, μιμούμενος τό χριστοπρεπές ἦθος τους…”

Ἀπόσπασμα ἀπό τό ὑπό ἔκδοσιν βιβλίο, ” Ὅσιος Συμεών ὁ εὐλαβής, Κείμενα ἀσκητικά καί Κατηχητικά”,Ἐκδόσεις ἙΤΟΙΜΑΣΙΑ” 

Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Αἰκατερίνα

24 Νοεμβρίου, 2022

βίος τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης ἀποτελεῖ ἕνα πλούσιο πνευματικό ἐντρύφημα γιά ὅσους τιμοῦν τήν μνήμη της. Γιά σᾶς, εὐλαβέστατες ἀδελφές, ἀποτελεῖ ἕνα πλουσιώτερο ἐντρύφημα, γιατί ὁ βίος της σέ γενικές γραμμές ἐκφράζει πλήρως τήν μοναχική ζωή.

Στρέψατε τό βλέμμα σας στήν εἰκόνα πού τήν παρουσιάζει μαζί μέ τήν Βρεφοκρατοῦσα Θεοτόκο. Ἡ Ἁγία στέκεται γονατιστή μπροστά στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία τῆς παραδίδει τό δακτυλίδι τοῦ ἀρραβῶνος. Αὐτή εἶναι ἡ κυριώτερη στιγμή τῆς ζωῆς της. Εἶναι ἡ συμβολική στιγμή τῆς ἀφιερώσεως.

Πρίν ὅμως ἀπό τήν ἀφιέρωσι προηγήθηκε ἡ ἐπιθυμία καί ἡ ἀναζήτησις τοῦ καλυτέρου νυμφίου, ἡ ὁποία τήν ὡδήγησε πρός τόν Κύριο. Μετά τόν πνευματικό γάμο εἰσῆλθε στό στάδιο τοῦ μαρτυρίου καί στεφανώθηκε μέ τόν ἀμάραντο στέφανο. Αὐτή εἶναι σέ γενικές γραμμές ἡ ζωή της. Βασικά οἱ ἴδιες γραμμές ὑπάρχουν καί στή δική σας ζωή, ἐφ᾿ ὅσον ζῆτε ὅπως ἁρμόζει στήν μοναχική σας κλῆσι.

Ἡ Ἁγία εἶχε εὐγενική καταγωγή. Ἦταν πλούσια, εὐφυής, ἐξαιρετικά μορφωμένη. Εἶχε πολλά χαρίσματα. Δέν τήν ἱκανοποιοῦσε ὅμως τίποτε τό κοσμικό. Ἡ ψυχή της ἀναζητοῦσε κάτι τό τελειότερο καί ἦταν ἕτοιμη νά ἀκολουθήση ὅποιον θά τῆς ἔδειχνε τόν δρόμο γιά μιά ὑψηλότερη ζωή.

Ὁ Κύριος βλέποντας τήν καλή της προαίρεση τῆς ἔστειλε τόν κατάλληλο χειραγωγό. Μπόρεσε ἔτσι νά ἐλευθερωθῆ ἀπό τό κοσμικό σκοτάδι καί νά γνωρίση τόν Οὐράνιο Νυμφίο, τόν ὡραιότερο καί σοφώτερο ἀπ᾿ ὅλους. Ἀποφάσισε λοιπόν νά ἀφιερωθῆ στόν Κύριο, νά νυμφευθῆ μ᾿ Αὐτόν.

Μιά ψυχή νυμφεύεται τόν Κύριο ἀφοῦ προηγουμένως πάρη τήν ἀπόφασι ν᾿ ἀφοσιωθῆ ἀποκλειστικά σ᾿ Αὐτόν. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἀφιερώσεως γεννιέται ἀπό τήν σταθερή καί βεβαία πεποίθησι ὅτι ὁ Κύριος ἀποτελεῖ τήν πηγή κάθε ἀγαθοῦ.

Αὐτή ἡ πεποίθησις ἔδωσε καί σέ σᾶς, εὐλαβέστατες ἀδελφές, τήν πρώτη ὤθησι γιά νά ἐγκαταλείψετε ὅλα τά κοσμικά καί νά παραδοθῆτε στόν Κύριο. Ἀσφαλῶς αὐτό θά ἦταν τό πρῶτο σας ξεκίνημα. Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν κλήσι τήν δική σας καί τῆς Ἁγίας εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐκείνη ἔνοιωθε ἀνικανοποίητη στό κοσμικό περιβάλλον ἀλλά δέν γνώριζε ποῦ ἔπρεπε νά καταφύγη. Ἐνῶ ἐσεῖς μαζί μέ τήν δίψα γιά κάτι τελειότερο εἴχατε τήν πληροφορία γιά τό ποῦ θά τήν ἱκανοποιούσατε. Εἴχατε ἀκούσει τά λόγια: «Ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω» (Ἰωάν. ζ´ 37).

Γι᾿ αὐτό, καθώς μεγάλωνε ἡ ψυχρότης πρός τό περιβάλλον, μεγάλωνε ταυτόχρονα καί ὁ πόθος πρός τόν Κύριο. Ἡ θεία Του μορφή τυπωνόταν ἐντονώτερα στήν καρδιά σας καί φλογιζόταν ἡ ἀγάπη σας πρός Αὐτόν, ἕως ὅτου τά ἀφήσατε ὅλα, ἀπαρνηθήκατε τόν κόσμο καί Τόν ἀκολουθήσατε. Ὁ Κύριος ἴσως δέν ἔδωσε φανερή διαβεβαίωσι ὅτι σᾶς δέχεται καί ὅτι σᾶς νυμφεύεται, ὡστόσο ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια ὅτι Τόν νυμφευθήκατε καί εἶσθε πλέον νύμφες Του.

+-Θέλω λοιπόν νά στρέψω τήν προσοχή σας σ᾿ αὐτό πού προηγήθηκε πρίν ἀπό τήν εἴσοδό σας στήν μονή, καθώς καί σ᾿ αὐτό πού ἀκολούθησε μετά τήν εἴσοδό σας. Σκοπεύω ἔτσι ν᾿ ἀναζωπυρώσω τήν πρώτη σας φλόγα καί νά σᾶς συμβουλεύσω: «Ὅσο ζῆλο εἴχατε στήν ἀρχή, τόσο νά ἔχετε μέχρι τέλους».

Ὅταν μέσα στήν καρδιά ἀναμοχλεύωνται ἱερά αἰσθήματα, ἐξάπτεται ὁ ζῆλος γιά πνευματικές ἀναβάσεις. Ἡ ἐπιθυμία γιά κάτι καλύτερο, ἡ πεποίθησις στό ὅτι ὁ Κύριος χαρίζει τήν τελειότητα, ἡ βαθειά ἀγάπη πρός Αὐτόν, ἡ ἀπόφασις νά Τόν ὑπηρετήσετε, ἡ προθυμία νά θυσιάσετε κάθε τι γιά χάρι Του, πρέπει ν᾿ ἀποτελοῦν τήν χαρακτηριστική μέριμνά σας σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς σας.

Αὐτά πρέπει ν᾿ ἀποτελοῦν τήν πνοή πού θά ζωογονῆ καί θά δραστηριοποιῆ τήν ὕπαρξί σας. Αὐτά θά εἶναι γιά σᾶς ὅ,τι καί ἡ κυκλοφορία τῶν χυμῶν στό δένδρο, ὅ,τι οἱ κτύποι τῆς καρδιᾶς στόν ἄνθρωπο. Σέ ὅποιες ἔλλειψαν τά αἰσθήματα αὐτά, σ᾿ αὐτές ἔλλειψε ἡ ζωή. Καί ἐξωτερικά μπορεῖ νά διατηροῦν τήν μορφή τῆς νύμφης τοῦ Χριστοῦ, ἐσωτερικά ὅμως ἔπαυσαν νά εἶναι. Θά μποροῦσε κανείς νά πῆ σ᾿ αὐτές τίς ψυχές: «Ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καί νεκρός εἶ» (Ἀποκ. γ´ 1).

Ἀκολουθεῖ τώρα τό τρίτο βασικό χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας, τό μαρτύριο. Μετά τήν ἐκλογή τοῦ Νυμφίου καί τήν ἀφιέρωσι ἀκολούθησε τό μαρτύριο. Τό βλέπουμε ἄραγε καί στή δική σας ζωή; Ἀσφαλῶς τό βλέπουμε, μέ ἄλλη ὅμως μορφή. Ἀπό τήν στιγμή πού ὡρίμασε μέσα στήν καρδιά σας ἡ ἀπόφασις τῆς ἀφιερώσεως, ἄρχισε τό μαρτύριό σας.

Γιατί οἱ εἰδωλολάτρες βασάνιζαν τούς μάρτυρες; Διότι δέν ἤθελαν νά προσκυνήσουν ψεύτικους θεούς. Ψεύτικοι θεοί εἶναι καί τά πάθη. Γι᾿ αὐτό καί ἐκεῖνος πού δέν ὑποτάσσεται σ᾿ αὐτά, κάνει ὅ,τι καί οἱ μάρτυρες. Ἀρνεῖται δηλαδή νά προσκυνήση τά εἴδωλα.

Συνέπεια τῆς ἀρνήσεως νά ἀποδώσουν οἱ ἅγιοι λατρεία στά εἴδωλα, ὑπῆρξε τό μαρτύριο, ὁ βασανισμός τοῦ σώματος ἀπό τούς δημίους. Συνέπεια τῆς ἀρνήσεως νά ἱκανοποιηθοῦν τά πάθη εἶναι ἕνας διαρκής ἐσωτερικός πόλεμος, μιά ὀδυνηρή σταύρωσις, ἕνα ἐκούσιο μαρτύριο.

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Ἀπό τό βιβλίο ” Πρός τίς ἀδελφές μοναχές”,

Ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου

Ἡ Δεομένη Μητέρα

20 Νοεμβρίου, 2022

 


« Παναγία μας, ὅταν μεσιτεύει πρός τόν Θεόν γιά τούς Χριστιανούς, αὐτή μεσιτεύει πρός τόν Υἱόν της διά τούς υἱούς της. Παρακαλεῖ λοιπόν τόν Θεό μέ τόση παρρησία, ὅση πρέπει νά ἔχη ἡ Μητέρα πρός τόν Υἱόν. Καί παρακαλεῖ γιά τούς χριστιανούς μέ τόση ἀγάπη, ὅση μιά Μάννα γιά τά παιδιά της.

Ἀλλά ἡ δική της ἀγάπη καί ἡ παρρησία, εἶναι ἄπειρη. Τί θά ζητοῦσε ποτέ, καί θά λάμβανε ἀπό ἕναν τέτοιο Υἱό; Τί θά ζητούσαμε ἐμεῖς, καί δέν θά λαμβάναμε ἀπό μιά τέτοια Μητέρα;…

Ὀρφανοί, πού ἔχετε στερηθεῖ τούς γονεῖς σας· ξένοι, πού χάσατε τήν πατρίδα σας· ἄρρωστοι, θλιμμένοι, σκλαβωμένοι, ἁμαρτωλοί, μή λυπᾶσθε. Ἐσεῖς ἔχετε μητέρα τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Μητέρα πού σᾶς κυβερνᾶ στήν ὀρφάνια σας, πού σᾶς σκέπει στήν ξενιτειά σας, πού σᾶς τρέφει στήν πτώχεια σας, πού σᾶς δίδει τή γιατρειά στά πάθη, στίς θλίψεις τήν παρηγοριά, στή σκλαβιά τήν ἐλευθερία, στίς ἁμαρτίες τή συγχώρηση. Μή λυπᾶσθε· ἐσεῖς ἔχετε μητέρα τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Γεωργοί, πού δουλεύετε τή γῆ, τήν Παρθένον νά ἐπικαλεῖσθε, γιά νά ἔχετε εὐλογία καρποφορίας στούς κόπους σας. Νέοι, πού σπουδάζετε στά σχολεῖα, τήν Παρθένον νά ἐπικαλεῖσθε, γιά νά ἔχετε φῶς γνώσεως στή σπουδή σας.

Ἱερεῖς καί λαϊκοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, τήν Παρθένον νά ἐπικαλεῖσθε σέ ὅλες τίς ἀνάγκες, καί σωματικές καί ψυχικές, γιά νά τήν ἔχετε προστάτη σ’ αὐτή τήν ζωή, παραστάτη ἐν ὥρα θανάτου, μεσίτη ἐν ἡμέρα κρίσεως.

Χριστιανοί, μικροί καί μεγάλοι, ὅσοι λατρεύετε καί προσκυνεῖτε τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, νά τιμᾶτε καί νά εὐλαβεῖσθε τό ὄνομα τῆς Παρθένου Μαρίας, τῆς Μητέρας τοῦ Ἰησοῦ καί δικῆς μας Μητέρας.

Ἰησοῦς καί Μαρία ἄς εἶναι τυπωμένα μέσα στήν καρδιά σας· Ἰησοῦς, καί Μαρία ἄς μή λείπη ἀπό τό στόμα σας. Ἰησοῦς καί Μαρία ἄς εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῶν προσευχῶν σας.

Τό ὄνομα Ἰησοῦς καί Μαρία, ἄς εἶναι τά πρῶτα λόγια τῆς αὐγῆς, τά ὕστερα τῆς ἑσπέρας· μέ τοῦτα νά σφαλίζετε στόν ὕπνο τά μάτια σας, μέ τοῦτα πάλι νά τά ἀνοίγετε στό φῶς·

μέ τοῦτα νά μπαίνετε καί βγαίνετε ἀπό τήν Ἐκκλησία, μέ τοῦτα νά ἀρχίζετε καί νά τελειώνετε κάθε ὑπόθεση, γιά νά ἀξιωθῆτε τήν ὥρα, πού μέλλετε νά παραδώσετε τό πνεῦμα, νά ἔχετε ἀπό τό ἕνα μέρος τόν Ἰησοῦ καί ἀπό τό ἄλλο τήν Μαρία, καί μαζί μέ τόν Ἰησοῦ, καί τήν Μαρία, νά συνδοξάζεσθε στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Ἠλίας Μηνιάτης 

Κυριακή Θ΄Λουκᾶ (Μὲγας Βασὶλειος)

19 Νοεμβρίου, 2022

Γιά τὴν πλεονεξία

Εἰς τό “Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω” (Λουκ. 16, 21)

πάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί. Δηλαδή, ἢ οἱ θλίψεις βασανίζουν τίς καρδιὲς ὅπως τὸ χρυσάφι στό καμίνι, καὶ δοκιμάζουν τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἀνθεκτικότητά τους ἤ, πολλὲς φορές, οἱ εὐλογίες καὶ τὰ πλούτη τῆς ζωῆς αὐτῆς γίνονται δοκιμαστήριο καὶ πειρασμὸς γιά τοὺς περισσοτέρους.

Πράγματι, εἶναι ἐξίσου δυσκατόρθωτο νά μὴ χάσει τή δύναμή της ἡ ψυχὴ στίς μεγάλες δυσκολίες τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ νά μὴν ὑπερηφανευθεῖ στίς εὐτυχεῖς καταστάσεις.

Παράδειγμα γιά τὸ πρῶτο εἶδος τῶν πειρασμῶν εἶναι ὁ μέγας Ἰώβ. Αὐτὸς ὁ ἀκαταμάχητος ἀθλητής, σήκωσε μέ ἀκατάβλητο ψυχικὸ σθένος καὶ ἀκλόνητη γενναιότητα καρδιᾶς ὅλη τή χειμαρρώδη διαβολικὴ ἐπιθετικότητα καὶ βία ἐναντίον του, καὶ ἀναδείχθηκε τόσο ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ὅσο ἤταν μεγάλα καὶ ἀνυπέρβλητα τὰ παλαίσματα πού τοῦ παρουσίασε ὁ ἐχθρός.

Παραδείγματα τώρα γιά τοὺς πειρασμούς, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν εὐημερία, ὑπάρχουν πολλά. Ἕνα ἀπ’ αὐτὰ εἶναι καὶ ὁ ἄφρονας Πλούσιος τῆς παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ Πλούσιος αὐτός, ἐνῶ εἶχε πολλὰ πλούτη στά χέρια του, ἐπιθυμοῦσε νά ἀποκτήσει περισσότερα. Καὶ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς δέν τὸν καταδίκασε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ γιά τὴν ἀγνώμονα συμπεριφορὰ του, ἀλλὰ πάντοτε στόν ὑπάρχοντα πλοῦτο του πρόσθετε καὶ ἄλλον, μήπως τυχὸν κάποτε ἐπερχόταν κόρος στήν ψυχὴ του καὶ ὁδηγεῖτο στήν ἡμερότητα καὶ στήν ἀνθρωπιά.

Ἂς δοῦμε ὅμως τί μᾶς λέει τὸ χωρίο αὐτό: «Ἑνὸς ἀνθρώπου πλούσιου τὰ χωράφια εἴχαν μεγάλη σοδειά. Καὶ αὐτὸς ἔπεσε τότε σὲ ἀγχώδη συλλογὴ καὶ ἔλεγε: Τὶ νά κάνω;

Ποῦ νά συγκεντρώσω καὶ νά ἀποθηκεύσω τὰ εἰσοδήματά μου;». Καί, ὕστερα ἀπὸ μεγάλο ταλανισμὸ καὶ συλλογή, εἶπε: «Αὐτὸ θὰ κάνω: Θὰ γκρεμίσω τίς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ κτίσω μεγαλύτερες καὶ ἐκεῖ θὰ συγκεντρώσω ὅλα τὰ γεννήματα καὶ τὰ ἀγαθά μου».

Γιατὶ ὅμως νά ἔχουν τόση μεγάλη σοδειὰ τὰ χωράφια ἑνὸς ἀνθρώπου πού δέν ἐπρόκειτο νά κάνει κανένα καλὸ ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ πού θὰ μάζευε; Αὐτὸ ἔγινε, γιά νά φανεῖ καθαρότερα ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ καὶ νά γίνει ξεκάθαρο μέχρι ποιό σημεῖο ἐκτείνεται ἡ ἀγαθότητά Του.

Διότι ὁ Κύριος «βρέχει καὶ γιά τοὺς δικαίους καὶ γιά τοὺς ἀδίκους καὶ ἀνατέλλει τὸν ζωογόνο ἥλιο Του καὶ γιά τοὺς πονηροὺς καὶ γιά τοὺς ἀγαθούς». Ἡ ἀγαθότητα ὅμως αὐτὴ τοῦ Θεοῦ ἐπισωρεύει μεγαλύτερη κόλαση γιά τοὺς πονηρούς. Τὶ ἔκανε ὁ Θεὸς στήν περίπτωση τοῦ ἄφρονα Πλουσίου; Ἐριξε τὶς βροχὲς στή γῆ πού καλλιέργησαν τὰ χέρια τοῦ πλεονέκτη.

Ἐδωσε τὸν ἥλιο, γιά νά βλαστήσουν οἱ σπόροι καὶ νά πολλαπλασιαστοῦν οἱ καρποί μέ τὴν εὐφορία. Ὅλα λοιπὸν ὅσα προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι παρὰ πολὺ καλά. Διότι ὁ Θεὸς προσφέρει κατάλληλη γῆ, εὔκρατες καταστάσεις ἀέρων, ἄφθονα σπέρματα, τή συνεργία τῶν βοδιῶν γιά τὸ ὄργωμα τῶν χωραφιῶν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα συντελοῦν στό νά ἀκμάζει ἡ γεωργία.

Τὶ στάση κράτησε ὅμως ὁ πλούσιος αὐτὸς ἄνθρωπος ἀπέναντι σ’ ὅλα αὐτά; Μεμψιμοιρία, μισανθρωπία, ἀνελεημοσύνη, ἄρνηση κάθε προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Αὐτὰ ἀντιπαρέθεσε πρὸς ἐκεῖνα πού τοῦ παραχώρησε ὁ Εὐεργέτης του. Δέν σκέφτηκε ὅτι θὰ ‘τανε καλὸ νά διαμοιράσει τὸ πλεόνασμα στούς φτωχοὺς ἀδελφοὺς του. Δέν λογάριασε καθόλου τὴν ἐντολή πού λέει: «Μὴν ἀρνηθεῖς νά βοηθήσεις τὸν φτωχό»· καὶ «τὸ ἔλεος καὶ ἡ καλὴ διάθεση πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς, ἂς μὴ σὲ ἐγκαταλείπουν».

Ἐπίσης λησμόνησε τὴν προτροπή πού λέει: «Νά μοιράζεις τὸ ψωμί σου μ’ αὐτόν πού πεινάει». Ἔτσι, ἂν καὶ ὅλοι οἱ Προφῆτες καὶ οἱ διδάσκαλοι τὸ διαλαλοῦν, ὅμως δέν εἰσακούονταν ἀπὸ τὸν Πλούσιο. Ἀλλά, ἐνῶ οἱ ἀποθῆκες ἔσπαζαν ἀπὸ τὰ ἀποθηκευμένα ἀγαθά, ἡ ἄπληστη καρδιά του δέν χόρταινε.

Διότι, μὲ τὸ νά προσθέτει πάντοτε τὰ νέα εἰσοδήματα στά παλαιὰ καί μέ τὸ νά αὐξάνει μέ τίς ἐτήσιες συγκομιδὲς τὸν πλοῦτο του, ἔφθασε στό ἀδιέξοδο καὶ ἔπεσε σὲ ἄγχος καὶ ἀμηχανία. Ἡ πλεονεξία δηλαδὴ δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά θυσιάσει κάτι ἀπὸ τὰ παλαιὰ εἰσοδήματα καὶ ἔτσι δέν εἶχε πιὰ τή δυνατότητα νά διευθετήσει τὰ νέα, λόγῳ τοῦ μεγάλου πληθωρισμοῦ τῆς παραγωγῆς.

Γι’ αὐτὸ τὰ σχέδιά του ἤταν ἀνεφάρμοστα καὶ οἱ φροντίδες ἀνυπέρβλητες.

«Τὶ νά κάνω;». Ποιός δέν θὰ ἐλεοῦσε αὐτὸν τὸν ταλαίπωρο, ποὺ εἶχε πέσει σὲ τέτοια μέριμνα καὶ σκλαβιά; Δύστυχος καὶ ταλαίπωρος μπροστὰ στή μεγάλη σοδειά. Ἐλεεινὸς μπροστὰ στά ἀγαθὰ τοῦ παρόντος κόσμου. Ἀκόμη πιὸ ἐλεεινὸς ὅμως μπροστὰ στά προσδοκώμενα.

Ἡ γῆ δέν ἀποδίδει γιά τὸν πλούσιο εἰσοδήματα. Ἀναβλαστάνει γι’ αὐτὸν στεναγμούς. Δέν τοῦ συγκεντρώνει εὐφορία καρπῶν, ἀλλὰ μέριμνες, στενοχώριες καὶ φοβερὸ ἄγχος. Θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται παρόμοια μ’ αὐτούς πού εἶναι φτωχοί. Μήπως καὶ αὐτὸς πού πιέζεται ἀπὸ τή φτώχεια δέν βγάζει ἀπ’ τὴν καρδιά του τὴν ἴδια κραυγή; «Τὶ νά κάνω; Ποῦ νά βρῶ τροφές; Ποῦ νά βρῶ ἐνδύματα;». Τὰ ἴδια λέει καὶ ὁ Πλούσιος.

Ὀδύνη ἔχει στήν καρδιά του. Τὸν κατατρώει ἡ μέριμνα. Αὐτό πού εὐφραίνει τοὺς ἄλλους, αὐτὸ λιώνει τὸν πλεονέκτη. Διότι δέν χαίρεται πού τὸ σπίτι του εἶναι γεμάτο ἀπ’ ὅλα, ἀλλὰ κεντᾶ τὴν ψυχὴ του ὁ πλοῦτος πού ξεχειλίζει καὶ ξεχύνεται ἄφθονος. Ἡ ἔννοια του εἶναι τί θὰ τὰ κάνει ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθά. Ὁ τρόμος του εἶναι μήπως, καθὼς ξεχειλίζει ὁ πλοῦτος του, χυθεῖ πρὸς τοὺς ἔξω καὶ γίνει ἀφορμὴ νά ἐλεηθεῖ κάποιος φτωχός….

Αὐτὸ να μὴν τὸ κανεὶς ἐσύ, ἀδελφέ. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο τὸ ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή, γιά νά ἀποφύγουμε νά μοιάσουμε στόν ἄφρονα Πλούσιο. Νά μιμηθεῖς τή γῆ, ἀγαπητέ μου. Νά καρποφορήσεις ὅπως ἐκείνη. Νά μὴ φανεῖς κατώτερος ἀπὸ τὴν ἄψυχη γῆ.

Ἡ γῆ ἐκτρέφει τοὺς καρποὺς της, ὄχι γιά τή δικτή της ἀπόλαυση, ἀλλὰ γιά τή δικτή σου ἐξυπηρέτηση. Ἐσὺ ὅμως, ἂν κάνεις κάποιο καλὸ ἔργο, ἂν δείξεις ἀγάπη σ’ αὐτόν πού ἔχει ἀνάγκη, ἡ Χάρη δέν θὰ δοθεῖ σὲ κάποιον ἄλλον, ἀλλὰ ἐσένα θὰ ἐπισκιάσει.

Διότι πρέπει νά ξέρεις ὅτι, γιά κάθε φιλόστοργη καὶ ἐλεήμονα κίνησή μας πρὸς τὸν πλησίον μας, λαμβάνουμε Χάρη, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀνοιγόμαστε πρὸς τὸν ἀδελφὸ καὶ τοῦ δείχνουμε ἀγάπη. Δίνεις λ. χ. σ’ αὐτόν πού πεινᾶ. Ἐσὺ κερδίζεις μ’ αὐτό πού δίνεις, διότι παίρνεις πολλὴ Χάρη. Εἶναι ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σιταριοῦ πού, ὅταν πέσει στή γῆ, πολλαπλασιάζεται καὶ γίνεται πηγὴ πλουτισμοῦ γιά τὸν σπορέα.

Ἔτσι καὶ τὸ ψωμί πού δόθηκε στόν φτωχό, φέρνει ἐκ τῶν ὑστέρων πλούσια τὴν ὠφέλεια σ’ αὐτόν πού τὸ πρόσφερε, στόν ἐλεήμονα. Ἂς εἶναι λοιπὸν γιά σένα ἡ συγκομιδὴ τῆς γεωργικῆς σου ἐργασίας, ἀρχὴ τῆς ἐπουράνιας σπορᾶς. Διότι καὶ ἡ Γραφὴ λέει: «Σπείρετε γιά τὸν ἑαυτὸ σας δικαιοσύνη».

Γιατὶ λοιπὸν ἀδημονεῖς καὶ ἄγχεσαι; Γιατὶ πιέζεις καὶ τσακίζεις τὸν ἑαυτὸ σου, προσπαθώντας νά περικλείσεις τὸν πλοῦτο σου μέ πηλὸ καὶ πλίνθους; «Εἶναι προτιμότερο τὸ καλὸ ὄνομα ἀπὸ τὰ μεγάλα πλούτη». Ἂν ὅμως θαυμάζεις καὶ καμαρώνεις γιά τὰ χρήματα, ἐπειδὴ λαμβάνεις τιμὲς ἀπ’ αὐτά, σκέψου πόσο μεγαλύτερη δόξα σου ἐπιφέρει τὸ νά ὀνομάζεσαι πατέρας μυρίων παιδιῶν, παρὰ νά ἔχεις στό βαλάντιό σου μυρίους στατῆρες.

Τὰ χρήματα βέβαια, καὶ χωρὶς νά τὸ θέλεις, θὰ τὰ ἀφήσεις ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τή γῆ, τὴν ὑπόληψη ὅμως γιά τὰ καλὰ σου ἔργα, θὰ τὴν ἀποκομίσεις στόν Δεσπότη, ὅταν ὁλόκληρος λαὸς θὰ σταθεῖ μπροστὰ στόν κοινὸ Κριτή καὶ θὰ σὲ ὀνομάσει τροφέα του, εὐεργέτη καὶ φιλάνθρωπο….

Ὁ Πλούσιος βέβαια τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε γιά τὰ σχέδιά του τὸ γνωστὸ τέλος… Γιατὶ αὐτὸς φύλαγε τὰ παρόντα ὑλικὰ ἀγαθά, ἀγωνιοῦσε γιά τὶς ἐπερχόμενες σοδειὲς καί, ἐνῶ δέν γνώριζε ἂν θὰ ξημερώσει ἡ αὐριανὴ ἡμέρα, ἁμάρτανε ἐκ τῶν προτέρων.

Ἐχανε τὸ σήμερα γιά τὸ αὔριο. Δέν εἶχε ἔλθει ὁ φτωχὸς νά τοῦ ζητήσει κάτι, καὶ αὐτὸς προκαταβολικὰ ἐκδήλωνε τὴν ἄρνηση καὶ τὴν ἀγριότητά του. Ἀκόμη δέν εἶχε μαζέψει τοὺς καρποὺς ἀπ’ τὰ χωράφια του καὶ εἶχε τὸ κατάκριμα τῆς πλεονεξίας. Ἡ γῆ τοῦ πρόσφερε τὰ προϊόντα της ἄφθονα. Τοῦ ἔδειχνε ἤδη μέσα στήν ὀργωμένη γῆ τὸ ἄφθονο σιτάρι. Παρουσίαζε πλούσια τὰ σταφύλια πάνω στά κλήματα, τὶς ἐλιὲς νά εἶναι κατάφορτες καὶ γενικὰ ὑποσχόταν στόν Πλούσιο κάθε τρυφὴ ἀπὸ τὰ καρποφόρα δένδρα.

Ὁ Πλούσιος ὅμως ἤταν τσιγγούνης καὶ ἄκαρπος. Ἀκόμη δέν εἶχε ἀποκτήσει τὰ ἀγαθὰ καὶ τὸν ἔτρωγε τὸ σαράκι, μήπως τοῦ ζητήσουν κάτι οἱ φτωχοὶ καὶ οἱ ἀναγκεμένοι. Καὶ ὅμως πόσοι κίνδυνοι ὑπάρχουν γιά σένα, πλεονέκτη Πλούσιε, μέχρι νά φθάσουν οἱ καλλιέργειές σου στή συγκομιδὴ τῶν καρπῶν; Διότι καὶ χαλάζι μπορεῖ νά πέσει καὶ νά τὰ καταστρέψει ὅλα καὶ ὁ καύσωνας μπορεῖ νά τ’ ἁρπάξει μέσα ἀπὸ τὰ χέρια σου καὶ ἡ ἀπρόσμενη βροχὴ μπορεῖ νά καταστρέψει τοὺς καρπούς.

Δέν προσεύχεσαι λοιπὸν στόν Κύριο νά δώσει τή Χάρη Του, ὥστε νά ὁλοκληρωθεῖ ἡ δωρεά; Ἀλλὰ ἐσὺ τρέχεις γιά νά βρεῖς τρόπο νά μαζέψεις καὶ νά ἀσφαλίσεις τὰ ἀγαθὰ καὶ ἔτσι καθιστᾶς τὸν ἑαυτὸ σου ἀνάξιο νά λάβει ὅλα ὅσα ἤδη σοῦ ἔχει στείλει ὁ Θεός.

Καὶ σὺ μὲν ζεῖς μὲ τοὺς λογισμούς σου καὶ κρυφὰ συνομιλεῖς μέ τὸν ἑαυτὸ σου, τὰ λόγια σου ὅμως αὐτὰ κρίνονται στόν Οὐρανό. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἀπαντήσεις σου ἔρχονται ἀπὸ ἐκεῖ. Ποιά εἶναι ὅμως αὐτὰ πού συζητάει μέ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ὁ πλεονέκτης Πλούσιος; «Ψυχή μου», λέει, «ἔχεις πολλὰ ἀγαθά.

Ἔχεις πλούτη γιά ἀμέτρητα χρόνια. Τρῶγε, πῖνε καὶ διασκέδαζε καθημερινά». Ὢ Θεέ μου, τὶ παραλογισμὸς εἶναι αὐτός! Ἀλήθεια, Πλούσιε, ἂν εἶχες ψυχὴ χοίρου, τὶ ἄλλο καλύτερο θὰ μποροῦσες νά τῆς πεῖς; …. Ὅλα αὐτά πού ἑτοίμασες καὶ φυλᾶς, ποιός θὰ τὰ πάρει;».

Ἀλήθεια, αὐτὸς πού σὲ λίγο πρόκειται νά τὸν ἁρπάξουν ἀπ’ αὐτὴ τή ζωή οἱ ἄγγελοι, τὶ σκέπτεται; «Θὰ γκρεμίσω τίς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ κτίσω μεγαλύτερες»! Πολὺ καλὰ θὰ κάνεις, θὰ τοῦ ἔλεγα ἐγώ. Διότι τὰ ταμεῖα τῆς ἀδικίας πρέπει νά ἀφανισθοῦν.

Κατεδάφισε μέ τὰ ἴδια σου τὰ χέρια ἐκεῖνα πού ἔκτισες μέ ἄδικο καὶ ἁμαρτωλὸ τρόπο. Σπᾶσε τὰ ἀμπάρια τοῦ σιταριοῦ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κανεὶς δέν ἔλαβε παρηγορία. Ἑξαφάνισε κάθε οἴκημα πού φιλοξενοῦσε τὴν πλεονεξία… Ἂν θέλεις ἀποθῆκες, ἔχεις τὰ σπίτια τῶν φτωχῶν. «Θησαύρισε γιά τὸν ἑαυτὸ σου θησαυρούς πού ἀποθηκεύονται στούς οὐρανούς». «Ὅσα κατατίθενται ἐκεῖ οὔτε ὁ σκόρος τὰ τρώει, οὔτε σαπίζουν, οὔτε ληστεύονται»….

Ἀδελφέ μου, ποιές ἅγιες ἐντολές καταφρονεῖς, μὲ τὸ νά κλείνεις τ’ αὐτιά σου, ἐξαιτίας τῆς φιλαργυρίας καὶ τῆς πλεονεξίας; Πόση μεγάλη χάρη κι εὐγνωμοσύνη ἔπρεπε νά χρωστᾶς στόν Εὐεργέτη σου!

Πόσο ἔπρεπε νά εἶσαι χαρούμενος καὶ εὐχαριστημένος πού δέν βρίσκεσαι στή θέση νά χτυπᾶς τίς πόρτες τῶν ἄλλων, ἀλλὰ οἱ ἄλλοι χτυποῦν τή δική σου γιά βοήθεια. Παραταῦτα, εἶσαι κατσούφης καὶ ἀπλησίαστος, ἀποφεύγεις τίς συναντήσεις μήπως καὶ ἀναγκασθεῖς νά δώσεις κάτι μέ τὰ χέρια σου. Μία λέξη ξέρεις: «Δέν ἔχω. Δέν δίνῳ. Εἶμαι φτωχός»!

Πραγματικὰ εἶσαι φτωχὸς καὶ ἐνδεὴς ἀπὸ κάθε ἀγαθό. Εἶσαι φτωχὸς ἀπὸ ἀγάπη. Φτωχὸς ἀπὸ φιλανθρωπία. Φτωχὸς ἀπὸ πίστη καὶ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Φτωχὸς ἀπὸ ἐλπίδα αἰώνια….

Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου

Κυριακή Η΄ τοῦ Λουκᾶ

12 Νοεμβρίου, 2022

Ἡ Παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη

Μὲ τὴν Παραβολὴ αὐτὴ ὁ πολυέλεος Κύριος μᾶς διδάσκει νά σπλαγχνιζώμαστε τὸν πλησίον καὶ νά βοηθοῦμε ὅσο μποροῦμε τοὺς ἐνδεεῖς καὶ πτωχούς, διότι δέν ὑπάρχει σπουδαιότερη ἀρετὴ ἀπὸ αὐτή, ἐπειδὴ ὠφελοῦνται καὶ τὰ δύο μέρη. Ὁ πτωχὸς καὶ ἄπορος ὠφελεῖται σωματικῶς, λαμβάνοντας τὰ ἀναγκαῖα τῆς φύσεως, καὶ ἐκεῖνος πού τὸν ἐλεεῖ, ὠφελεῖται ψυχικῶς, πρᾶγμα πού εἶναι καλλίτερο.

Πλὴν ὅμως τὸ νόημα τῆς Παραβολῆς αὐτῆς εἶναι ὅτι ὁ Κύριος ἀναφερόταν στὸν ἑαυτὸν Του, ὅτι δηλαδὴ Ἐκεῖνος ὡς φιλάνθρωπος ἔδειξε τόση ἀπέραντη εὐσπλαγχνία καὶ ἀγαθότητα στόν πληγωμένο ἄνθρωπο. Καὶ ἀκοῦστε τὴν ἐξήγηση, ὥστε νά λάβετε πολλὴ ὠφέλεια καὶ κατάνυξη.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση κατέβαινε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται ὅραση εἰρήνης, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν εἰρηνικὴ διαγωγή, στήν Ἱεριχῶ, ἡ ὁποία εἶναι χαμηλὴ καὶ πνιγηρὰ ἀπὸ τὸν καύσωνα [Ἡ Ἱεριχῶ εἶναι ἀπὸ τὰ χαμηλώτερα μέρη τῆς γῆς, εὑρισκομένη 270 μέτρα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης], ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατέπεσε στήν ἐμπαθῆ καὶ κτηνώδη ζωή.

Καὶ δέν εἶπε κατέβη, ἀλλὰ κατέβαινε, διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση τρέχει καὶ αὐτὴ στόν κατήφορο, ὅπως τὰ ὕδατα τῶν ποταμῶν, καὶ ἔχει στόν νοῦ της μόνο τήν λάσπη καὶ τὸν βόρβορο τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὴ ἔπεσε πάνω στούς ληστές δαίμονες, οἱ ὁποῖοι τῆς ἀφήρεσαν τὸ ἔνδυμα τῆς ἀρετῆς καὶ ἔπειτα τὴν πλήγωσαν μέ ἁμαρτήματα διάφορα. Διότι οἱ δαίμονες πρῶτα μᾶς ἀπογυμνώνουν ἀπὸ τοὺς καλοὺς λογισμοὺς καὶ ἀπὸ τὴν σκέπη καὶ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ μετά μᾶς πληγώνουν μέ ἁμαρτήματα καὶ μᾶς ἀφήνουν ἔρημους τῆς Θείας χάριτος.

Εἶπε δὲ ὅτι οἱ δαίμονες ἄφησαν τὴν φύση τῶν ἀνθρώπων μισαποθαμένη, ἐπειδὴ τὸ σῶμα, ποὺ εἶναι τὸ ἥμισυ μέρος τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε θνητὸ καὶ ἀπέθανε, ἡ δὲ ψυχὴ ἔμεινε ἀθάνατος. Νά τὸ ἐξηγήσουμε καί μέ ἄλλο τρόπο: Ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν ἔμεινε ἐντελῶς ἀπεγνωσμένη, οὔτε ἐθανατώθη τελείως, ἀλλὰ τῆς ἔμεινεν ἡ ἐλπίδα στόν Χριστό, ὅτι δηλαδὴ Αὐτὸς θὰ τὴν θεραπεύσει, ὅπως καὶ ἔγινε.

Ἐπειδὴ τὸν θάνατο πού προξένησε ὁ πρῶτος Ἀδὰμ στήν ἀνθρωπότητα, τὸν θανάτωσε ὁ ἀθάνατος Κύριος. «Ἱερέα» καὶ «Λευίτη» ὀνομάζει τὸν Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν μὲν νά βοηθήσουν τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ δέν εἴχαν τή δυνατότητα, διότι οἱ πληγὲς ἦσαν ἀνίατες γιά τὴν ἀνθρώπινη δύναμη. Ὅθεν, ἀντὶ νά βοηθήσουν, ὑπεχώρησαν. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «ἀντιπαρῆλθε».

Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Ἀπόστολος λέγει: Τὸ αἷμα τῶν ταύρων καὶ τῶν τράγων στίς θυσίες δέν μποροῦσε νά συγχωρήσει ἁμαρτήματα. Τὸ δὲ «κατὰ συγκυρίαν» ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: Ὁ Νόμος ἐδόθη πρωτύτερα γιά τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦσαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νά δεχθοῦν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.

Γι’ αὐτὸ λέγει γιά τὸν ἱερέα καὶ τὸν Λευίτη «κατὰ συγκυρίαν», δηλαδὴ, δέν ἤλθαν ἐπὶ τούτου οἱ Προφῆτες γιά νά θεραπεύσουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸ ἔφερε, τὸ ἀπαιτοῦσε ἡ περίσταση. Ὁ Κύριος, ὅμως, καὶ Θεὸς μας, ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἔλεγαν ὑβριστικὰ «Σαμαρείτη», ἦλθε ἐπὶ τούτου, μὲ αὐτὸ τὸν σκοπό,νά μᾶς θεραπεύσει ὡς εὔσπλαγχνος. Καὶ ἀφοῦ ἐσαρκώθη μέ τρόπο ἀνέκφραστο, ἔγινε ἄνθρωπος, ὁ φιλάνθρωπος, ἀπὸ τὴν πολλὴ Του ἀγαθότητα.

Καὶ δέν ἄφησε τὸ κακὸ ἀθεράπευτο, ἀλλὰ ἔδεσε καλὰ τὰ τραύματα καὶ ἔβαλε λάδι καὶ κρασί, δηλαδὴ τὸν λόγο τῆς διδασκαλίας. Μὲ τὸ «ἔλαιον» ἐννοεῖ τὴν εὐσπλαγχνία, καί με τὸν οἶνον τὸ στυπτικὸ καὶ αὐστηρὸ τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν ἀκούεις τὸν Κύριο νά λέγη «Δεῦτε πρός με πάντες, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», καὶ ἄλλα ὅμοια, αὐτὰ φανερώνουν τὸ ἔλαιον, τὴν ἱλαρότητα, δηλαδὴ, καὶ τὴν εὐσπλαγχνία.

Καὶ ὅταν πάλι λέγει: «Πορεύεσθε εἰς τὸ σκότος» καὶ τὰ τοιαῦτα, φανερώνει τὸν οἶνο, δηλαδὴ τὴν αὐστηρότητα τῆς Κρίσεως. Ἀκόμη, καί μέ ἄλλο τρόπο, «ἔλαιον» νοεῖται ἡ ἀνθρώπινη διαγωγή, καὶ «οἶνος» ἡ θεϊκή. Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, λοιπὸν, ἐνεργεῖ ἄλλοτε ὡς Θεὸς καὶ ἄλλοτε ὡς ἄνθρωπος. Καὶ ὅταν μὲν ἔτρωγε, ἔπιν, ἐκοιμᾶτο καὶ ἄλλα ὅμοια ἔπραττε, ἐγνωρίζετο ὡς ἄνθρωπος.

Τοῦτο εἶναι τὸ «ἔλαιον», ἐπειδὴ δέν μετεχειρίζετο ζωὴ σκληρή καὶ ἐπίπονη. Ὅταν δὲ πάλιν νήστευε πολλὲς ἡμέρες, περιπατοῦσε στήν θάλασσα ἢ ἄλλα ὅμοια ἔκαμε, ἐγνωρίζετο Θεὸς παντοδύναμος. «Οἶνον» λοιπὸν νά ἐννοήσεις τὴν θεότητα, τὴν ὁποία δέν μποροῦσε κανεὶς νά τὴν ὑποφέρει ἄκρατη, χωρὶς τὸ ἔλαιον τῆς ἀνθρώπινής Του φύσης. Ἐπειδὴ, λοιπὸν, ὁ Κύριος μᾶς ἔσωσε ὡς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, γι’ αὐτὸ λέγει ὅτι μᾶς ἔβαλεν οἶνον καὶ ἔλαιον, μὲ τὰ ὁποῖα λυτρώνονται ὅσοι βαπτίζονται καὶ θεραπεύονται ἀπὸ τὰ ψυχικὰ τραύματα.

Καὶ πρῶτα μὲν χρίονται μέ τὸ ἔλαιον τοῦ Μύρου, ἔπειτα μεταλαμβάνουν καὶ τὸ Θεῖον Αἷμα, τὸν οἶνον δηλαδή.

Καὶ ἀνέβασε ὁ Κύριος τὴν πληγωμένη μας φύση «εἰς τὸ ἴδιον ὑποζύγιον», τὴν σήκωσε δηλαδὴ ἐπάνω Του ὁ φιλεύσπλαχνος, ἐπειδὴ μᾶς ἔκαμε μέλη Του καὶ κοινωνοὺς τοῦ Ἰδικοῦ Του σώματος καὶ μᾶς ἀνύψωσε στήν προτέρα ἀξία. «Πανδοχεῖον» ὀνόμασε τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία τοὺς δέχεται ὅλους.

Διότι ὁ παλαιὸς Νόμος τοὺς Μωαβίτες καὶ τοὺς Ἀμμωνίτες δέν τοὺς ἐδέχετο. Ἀλλὰ τώρα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέχεται κάθε ἔθνος, καὶ πόρνους καὶ τοὺς πάντες, ὅπως ἔχει γραφεῖ στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

Ἐπειδὴ ὅταν συνεστήθη ἡ Ἐκκλησία, ἔγινε δηλαδὴ τὸ «Πανδοχεῖο» ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, ἡ πίστη ξαπλώθηκε. Τότε ἔγινε καὶ ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ Χάρη ἐπληθύνετο. Λοιπὸν, ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι καὶ Διδάσκαλοι καὶ Ἀρχιερεῖς, λογίζονται ὡς πανδοχεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἔδωσε τὰ δύο δηνάρια, δηλαδὴ, τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινή Διαθήκη, ποὺ ἔχουν καὶ οἱ δύο τὴν εἰκόνα καὶ τὰ λόγια τοῦ Βασιλέως.

Αὐτὰ τὰ δύο δηνάρια ἄφησε ὁ Κύριος ὅταν ἀνέβαινε στούς Οὐρανούς, καὶ τὰ παρέδωσε στούς Ἀποστόλους Του καὶ σ’ ὅλους τοὺς Ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καὶ διδασκάλους, λέγοντας «ὁ ἐὰν προσδαπανήσεις ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοί».

Καὶ ἀληθῶς πολλὰ ξώδευσαν οἱ μακάριοι Ἀπόστολοι, καὶ πολὺ ἐκοπίασαν γιά νά σπείρουν τὴν Διδασκαλία σὲ κάθε τόπο. Ἀλλὰ καὶ οἱ κατὰ καιροὺς Διδάσκαλοι πολλὰ δαπάνησαν καὶ αὐτοὶ καὶ κοπίασαν. Καὶ τὸν μισθὸν ὅμως μέλλει νά τὸν ἀπολαύσουν πλούσιο ὅταν ἐπιστρέψει πάλι ὁ Κύριος, δηλαδὴ στήν Δευτέρα Αὐτοῦ Παρουσία καὶ ἐπάνοδο.

Τότε θὰ τοῦ εἰπεῖ κάθε ἕνας ἀπὸ αὐτούς: «Κύριε, δύο δηνάριά μοι ἔδωκας, ἰδοὺ ἄλλα δύο προσεδαπάνησα», καὶ ὁ Κύριος θὰ τοὺς εἰπεῖ: «Εὖ, δοῦλοι ἀγαθοὶ καὶ πιστοί, εἰσέλθετε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σας».

Ἀκουστε τὴν Παραβολή μέ συντομία σαφέστερα καὶ καθαρώτερα. Ὁ «Σαμαρείτης» εἶναι ὁ Χριστός πού ἐσαρκώθη ἀπὸ τὴν ὑπερευλογημένη ἀειπάρθενο Μαρία, τὴν ὑπερένδοξον Μητέρα Του, τὸ «ἴδιον κτῆνος», τὸ ζῶον Του, εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

«Οἶνος», ὁ διδασκαλικὸς λόγος, «ἔλαιον» ἡ φιλανθρωπία. Τὸ «πανδοχεῖο» εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὁ πανδοχεὺς οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ Διδάσκαλοι. «Δύο δηνάρια», ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Καινή Διαθήκη καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον. Καὶ ἐπάνοδος τοῦ Σαμαρείτου, ἡ Δευτέρα τοῦ Χριστοῦ Παρουσία καὶ ἔλευση.

Ἀφοῦ ἐτελείωσε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν θαυμάσια παραβολή, ρώτησε τὸν Νομικό: «Ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς σοῦ φαίνεται ὅτι ἔγινε ‘Πλησίον’ ἐκείνου πού ἔπεσε πάνω στούς ληστές; Καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπε: Ἐκεῖνος πού τοῦ ἔδειξε εὐσπλαγχνία. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Κύριος: Πήγαινε καὶ κάνε καὶ σὺ τὸ ἴδιο».

Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει νά γινώμαστε μιμητές Του στήν εὐσπλαγχνία καὶ τὴν συμπάθεια,νά ἐλεοῦμε τοὺς ἐνδεεῖς καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ νά τοὺς βοηθοῦμε ὅσο μποροῦμε, εἴτε καλοί εἶναι εἴτε πονηροί. Ἐπειδὴ, ὅπως ἔκαμεν Ἐκεῖνος, ὁ πανοικτίρμων καὶ πολυέλεος πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ ἐσταυρώθη καὶ ἔπαθε γιά τὴν ἀγάπη μας, ἔτσι θέλει νά συμπάσχουμε καὶ ἐμεῖς μέ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ νά τοὺς βοηθοῦμε χωρὶς προφάσεις.

Καὶ πρέπει νά ὑπακούωμε σ’ Αὐτὸν ὡς τέκνα γνήσια, ἐὰν ποθοῦμε νά γίνουμε καὶ κληρονόμοι τῆς Βασιλείας Του. Ὅταν, λοιπὸν, ἰδοῦμε τὸν ἀδελφὸ καὶ πλησίον μας νά θλίβεται ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ δίψα, καὶ νά βασανίζεται ἀπό τίς συμφορὲς καί τίς δυστυχίες καί νά εἶναι πληγωμένος καὶ πονεμένος ἀπό τίς ἀδικίες, νά μὴν τὸν παραβλέψουμε ὅπως ὁ ἱερεὺς καὶ τὸν ἀφήσουμε ἀβοήθητο, οὔτε νά ἀλλάξουμε δρόμο ὅπως ὁ Λευίτης, ἀλλὰ ἂς δείξουμε πρὸς αὐτὸν συμπάθεια καὶ καλωσύνη.

Ἂς τὸν κοιτάζουμε μέ βλέμμα εὔσπλαγχνο, ἂς ἀνοίξουμε τὰ ὦτα στούς στεναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυά του, ἂς κατεβοῦμε ἀπὸ τὸ ὑποζύγιο τῆς ὑπερηφανείας, τῆς ἀλογίας καὶ τῆς ματαιότητος. Ἂς σταλάξουμε ἔλαιο φιλανθρωπίας καὶ ἂς δέσουμε τίς πληγὲς του μέ λόγους παρηγορίας.

Ἄς τὸν ἀνεβάσουμε στό καλὸ ὑποζύγιο, νά τὸν φέρουμε στόν οἶκο μας, νά παρηγορήσουμε , κατὰ τὴν δύναμη μας, τὴν συμφορὰν του, σύμφωνα μέ τὸ παράδειγμα πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος. Καὶ ἂν δέν ἔχουμε τὰ ἀπαραίτητα πρὸς ἐξυπηρέτηση καὶ παρηγορίαν του, μὴ μᾶς φανεῖ δύσκολο καὶ βαρυνθοῦμε τὸν κόπο, ἀλλὰ ἂς τὸν πᾶμε στό πανδοχεῖο, νά παρακινήσωμε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν δύναμη νά τὸν βοηθήσουν.

Ἀκόμη ἂς παρακαλέσουμε τὸν Θεό, ἐὰν εἶναι θέλημά Του,νά τοῦ ἐλαφρώσει καὶ νά τοῦ σμικρύνει τὴν παίδευση. Καὶ ἀκόμη ἂς φροντίζουμε καὶ γιά τὴν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν καὶ πλησίον μας, διότι ὅπως εἴμεθα χρεῶστες νά τοὺς βοηθοῦμε στά σωματικά, ἔτσι πρέπει νά τοὺς νουθετοῦμε καὶ στά πνευματικὰ καὶ νά τοὺς διδάσκουμε τὰ ψυχωφελῆ καὶ σωτήρια,νά τοὺς παρακινοῦμε πρὸς βίο ἐνάρετο.

Ἔτσι γινόμαστε πρόξενοι τῆς σωτηρίας τους, καθὼς μᾶς διδάσκει καὶ ὁ Ἀπόστολος, λέγοντας: «Ἄς ἔχουμε φιλαδελφία ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλο, νά ἀγαποῦμε τὸν πλησίον, καθὼς ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἔδωκε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ λύτρον ὑπὲρ ἡμῶν».

Ἂς γίνουμε, λοιπὸν, καὶ ἐμεῖς συμπαθεῖς καὶ ἀγαθοὶ πρὸς τοὺς πλησίον καὶ ὄχι ἀμελεῖς καὶ ἄσπλαγχνοι. Καὶ ἄλλοτε ἂς τοὺς βοηθοῦμε στίς ἀνάγκες τοῦ σώματος, ἄλλοτε ἂς τοὺς διορθώνουμε καὶ ἂς τοὺς ὁδηγοῦμε στήν ὀδὸ τῆς σωτηρίας, ὥστε ἔτσι νά ἔχουμε περισσότερο μισθό…

Ἁγίου Γερμανοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Ζ΄ Κυριακή Λουκᾶ

5 Νοεμβρίου, 2022

Εἰς τὴν ἀνάστασιν τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου καὶ εἰς τὴν αἱμορροοῦσαν

                                                         (Λουκ. 8, 41-56)                                                             

…Ὅταν σηκώθηκε νά φύγει, τὸν ἠκολούθησαν πολλοί, σὰν νά περίμεναν κάποιο μεγάλο θαῦμα, ἀλλὰ καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ προσώπου πού εἶχε ἔλθει.

Ἐπίσης, ἐπειδὴ οἱ περισσότεροι ἦσαν παχύτεροι στόν νοῦ, ζητοῦσαν ὄχι τόσο τὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς ὅσο τὴν θεραπεία τοῦ σώματος, καὶ συνέρρεαν ὠθούμενοι ἄλλοι ἀπὸ τὰ παθήματά τους καὶ ἄλλοι σπεύδοντας νά γίνουν θεαταὶ τῆς διορθώσεως ξένων παθημάτων.

Αὐτοὶ ὅμως πού τὸν πλησίαζαν κυρίως γιά τοὺς λόγους καὶ τὴν διδασκαλία Του ὡς τότε, ἦσαν λίγοι. Πράγματι, γι’ αὐτὸ δέν ἄφησε νά εἰσέλθουν στήν οἰκία τοῦ Ἰάειρου παρὰ μόνον οἱ μαθηταί, καὶ πάλιν ὄχι ὅλοι, σὲ κάθε περίπτωση διδάσκοντάς μας νά ἀποφεύγωμε τὴν δόξα τῶν πολλῶν.

«Καὶ ἰδού», λέγει, «γυνὴ ἐν ῥύσει αἵματος δώδεκα ἔτη ἔχουσα, προσῆλθεν ὄπισθεν, καὶ ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. Ἔλεγε γὰρ ἐν ἑαυτῇ. Ἐὰν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, σωθήσομαι».

Γιά ποιό λόγο δέν τὸν πλησίασε μέ παρρησία; Ἐντρέπετο γιά τὴν ἀρρώστια, ἐπειδὴ νόμιζε ὅτι εἶναι ἀκάθαρτη… Πράγματι, σύμφωνα μέ τὸν νόμο, αὐτὴ ἡ ἀσθένεια ἐθεωρεῖτο πολὺ ἀκάθαρτη. Γι’ αὐτὸ προσπαθεῖ νά μὴ γίνει ἀντιληπτὴ καὶ κρύβεται. Δέν εἶχε οὔτε αὐτὴ ἀκόμη σωστὴ καὶ διαμορφωμένη γνώμη γιά τόν Κύριο.

Ἀλλιῶς δέν θὰ πίστευε πώς θὰ περνοῦσε ἀπαρατήρητη. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ πρώτη γυναῖκα πού προσέρχεται δημοσίως. Εἶχε ἀκούσει ὅτι θεραπεύει καὶ γυναῖκες, καὶ ὅτι τώρα πορεύεται πρὸς τὴν μικρὴ κόρη πού μόλις πέθανε. Δέν τὸν κάλεσε ὅμως στό σπίτι της, μολονότι ἤταν πλουσία, οὔτε προσῆλθε φανερά, ἀλλὰ μόνον ἤγγισε μέ πίστη κρυφὰ τὰ ἐνδύματά του.

Οὔτε κάν ἀμφέβαλλε οὔτε εἶπε μέσα της: Θὰ ἀπαλλαγῶ ἄραγε ἀπὸ τὴν ἀσθένειά μου; Ἢ μήπως δέν θά ἀπαλλαγῶ; Ἀλλὰ πλησίασε γεμάτη ἐλπίδες γιά τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας της. «Ἔλεγε γάρ», διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστής, «ἐν ἑαυτῇ. Ἐὰν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου του, σωθήσομαι».

Εἶδε ἀπὸ ποιά οἰκία εἶχεν ἐξέλθει, τῶν τελωνῶν, καὶ ποιοί τὸν ἀκολουθοῦσαν, ἁμαρτωλοὶ καὶ τελῶνες. Ὅλα αὐτὰ τὴν ἔκαμαν αἰσιόδοξη. Καὶ ὁ Χριστὸς δέν τὴν ἄφησε νά διαφύγει ἀπαρατήρητη, ἀλλὰ τὴν παρουσιάζει στό μέσον. (Ὁ ἅγιος φαίνεται συμπεραίνει ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτή, ἡ μετέπειτα ἁγία Βερονίκη, ἤταν πλουσία, ἀπὸ τὸν χάλκινο ἀνδριάντα πού, ὅπως διέσωσε ἡ παράδοση, ἔστησε ἀργότερα στήν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ της.)

Καὶ τὴν φανερώνει, γιά πολλοὺς λόγους. Ἂν καὶ μερικοὶ ἀναίσθητοι λέγουν ὅτι αὐτὸ τὸ ἔκαμε ἀπὸ φιλοδοξία. Γιατί, λέγει, δέν τὴν ἄφησε νά περάσει ἀπαρατήρητη; Τὶ λέγεις, μιαρὲ καὶ παμμίαρε; Αὐτὸς πού προστάσσει νά σιωποῦμε, πού ἀφήνει μύρια θαύματα νά περάσουν ἀπαρατήρητα, αὐτὸς ἀγαπᾶ τὴ δόξα;

Γιατὶ λοιπὸν τὴν παρουσιάζει στό μέσον; Πρῶτον διαλύει τὸν φόβο τῆς γυναίκας, γιά νά μὴ τὴν ἐλέγχει ἡ συνείδηση, καὶ ζεῖ μὲ ἀγωνία σὰν νά τὴν ἔχει κλέψει τὴν δωρεά τῆς ἰάσεως. Δεύτερον, τὴν διορθώνει, ἐπειδὴ εἶχε φαντασθεῖ ὅτι δέν θὰ ὑποπέσει στήν ἀντίληψή Του.

Τρίτον, ἐπιδεικνύει σὲ ὅλους τὴν πίστη της, ὥστε νά ποθήσουν καὶ οἱ ἄλλοι νά τὴν μιμηθοῦν. Ἄλλωστε τὸ ὅτι ἔδειξε πώς τὰ γνωρίζει ὅλα πολὺ καλά, ἀποτελεῖ σημεῖον ὄχι μικρότερον ἀπὸ τὴν παύση τῆς ῥοῆς τοῦ αἵματος. Ἔπειτα, μὲ τὴν στάση τῆς γυναίκας κερδίζει τὸν ἀρχισυνάγωγο, ὁ ὁποῖος ἤταν ἕτοιμος νά κλονισθεῖ στήν πίστη, καί μέ αὐτὸν τὸν τρόπο νά χάσει τὸ πᾶν.

Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι πού ἤλθαν ἔλεγαν «μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον, ὅτι τέθνηκε τὸ κοράσιον», καὶ οἱ οἰκιακοὶ τὸν περιγελοῦσαν ὅταν εἶπε ὅτι κοιμᾶται, ἤταν φυσικὸ κάτι παρόμοιο νά πάθει καὶ ὁ πατέρας.

Γι’ αὐτό, προλαβαίνοντας αὐτὴν τὴν ἀδυναμία, φέρνει στό μέσον τὴν γυναῖκα. Τὸ ὅτι ἐκεῖνος ἤταν πολὺ παχὺς στόν νοῦ, ἄκουσέ το ἀπὸ τὰ λόγια πού τοῦ ἀπευθύνει: «μὴ φοβοῦ, σύ μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται». Καὶ πράγματι, ἐπίτηδες περίμενε νά ἐπέλθει ὁ θάνατος, καὶ τότε νά παρουσιασθεῖ, ὥστε νά γίνει σαφὴς ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ βαδίζει κάπως ἀργά, καὶ παρατείνει τὴν συνομιλία του μέ τὴν γυναῖκα, γιά νά πεθάνει ἐν τῷ μεταξὺ ἡ μικρή, καὶ νά ἔλθουν οἱ ἀπεσταλμένοι νά τὸ ἀναγγείλουν καὶ νά εἰποῦν: «Μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον».

Αὐτὸ ὑπονοεῖ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ τὸ ἐπισημαίνει λέγοντας ὅτι «ἔτι λαλοῦντος αὐτοῦ, ἤλθαν οἱ ἀπὸ τῆς οἰκίας λέγοντες, τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου, μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον». Ἤθελε νά διαπιστωθεῖ ὁ θάνατος, γιά νά μὴ δημιουργηθοῦν ὑποψίες γιά τὴν ἀνάστάση.

Αὐτὸ κάνει παντοῦ. Ἔτσι ἔκαμε καὶ στήν περίπτωση τοῦ Λαζάρου, περίμενε καὶ μία καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρες. Γιά ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τὴν παρουσιάζει στό μέσον καὶ τῆς λέγει: «Θάρσει, θύγατερ». Ὅπως ἀκριβῶς εἶχεν εἰπεῖ καὶ στόν παράλυτο: «Θάρσει τέκνον». Ἐπειδὴ ἡ γυναῖκα ἤταν φοβισμένη. Γι’ αὐτὸ λέγει «Θάρσει», καὶ τὴν ἀποκαλεῖ θυγατέρα. Ἡ πίστη τὴν ἔκαμε θυγατέρα.

Καὶ ἀκολουθεῖ τὸ ἐγκώμιον «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ὁ εὐαγγελιστἠς Λουκᾶς, μάλιστα, μᾶς ἀναφέρει περισσότερα γιά τὴν γυναῖκα. Ἀφοῦ προσῆλθε, λέγει, καὶ ἔλαβε τὴν ὑγεία, δέν τὴν κάλεσε ὁ Χριστὸς ἀμέσως, ἀλλὰ πρῶτα ἐρώτησε: «τὶς ὁ ἁψάμενός μου;». Ἔπειτα, ὅταν ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι τοῦ εἴπαν: «Ἐπιστᾶτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου;» (αὐτὸ μάλιστα εἶναι πολὺ μεγάλη ἀπόδειξη τοῦ ὅτι εἶχε ἐνδυθεῖ σάρκα ἀληθινή, καὶ ὅτι εἶχε καταπατήσει ἐντελῶς τὴν ὑπερηφάνεια.

Διότι δέν τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ μακρυά, ἀλλὰ τὸν εἴχαν περικυκλώσει ἀπὸ παντοῦ). Αὐτός, λέγει, ἐπέμενε: «ἥψατό μου τις. Ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξ ἐμοῦ ἐξελθοῦσαν», ἀποκρινόμενος μέ ἁπλοϊκότερο τρόπο, σύμφωνα μέ τὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο τῶν παρευρισκομένων.

Αὐτὰ τὰ ἔλεγε γιά νά πείσει καὶ ἐκείνητή γυναίκα νά τὸ ὁμολογήσει μόνη της. Γι’ αὐτὸ καὶ δέν τὴν ἤλεγξε ἀμέσως, ὥστε ἀφοῦ ἀποδείξει ὅτι τὰ γνωρίζει ὅλα σαφῶς, νά τὴν πείσει νά τὰ ὁμολογήσει ὅλα αὐθόρμητα. Αὐτὸ θὰ τὸν βοηθοῦσε νά διακηρύξει τὴν πίστη τῆς γυναίκας, χωρὶς νά προξενήσει ἀμφιβολίες.

Εἶδες ὅτι ἡ γυναῖκα ἤταν καλλίτερη ἀπὸ τὸν ἀρχισυνάγωγο; Δέν τὸν σταμάτησε, δέν τὸν κράτησε. Μόνον μέ τὰ ἄκρα τῶν δακτύλων της τὸν ἄγγιξε, καὶ μολονότι ἦλθε ἀργότερα, ἔφυγε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν θεραπευμένη. Καὶ ἐκεῖνος μὲν ὁδήγησε τὸν ἰατρὸ στήν οἰκία του, ἐνῶ σ’ αὐτὴν ἤρκεσε μόνον ἡ ἁφή.

Ἂν καὶ ἤταν δεμένη μέ τὰ δεσμὰ τοῦ πάθους της, ἡ πίστη τῆς εἶχε ἀναπτερώσει τὸ ἠθικὸ. Καὶ πρόσεξε πῶς τὴν παρηγορεῖ μέ τὰ λόγια: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε».

Ἐὰν «Κύριος τὴν εἶχε φέρει στό μέσον γιά νά ἐπιδειχθεῖ ὁ Ἴδιος, βεβαίως δέν θὰ τὸ προσέθετε αὐτό. Ἀλλὰ τὸ εἶπε γιά νά ἐνισχύσει τὴν πίστη τοῦ ἀρχισυνάγωγου, καὶ συγχρόνως νά διακηρύξει τὴν ἀρετὴ τῆς γυναίκας, ὥστε νά τῆς προξενήσει μέ αὐτὰ τὰ λόγια εὐχαρίστηση καὶ ὠφέλεια ὄχι μικροτέρη ἀπὸ τὴν σωματικὴ ὑγεία.

Ἀπὸ τοῦτο γίνεται φανερὸ ὅτι μέ αὐτό πού ἔκαμε ἤθελε νά δοξάσει ἐκείνη, καὶ συγχρόνως νά διορθώσει τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ὄχι νά προβάλει τὸν ἑαυτὸν Του.

Διότι ὁ Ἴδιος ἔμελλε νά εἶναι ἐξ ἴσου θαυμαστὸς καὶ χωρὶς νά γίνει αὐτὸ (ἀφθονότερα ἀπὸ χιονονιφάδες ἐξεχύνοντο γύρω Του τὰ θαύματα, καὶ πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἔκαμε καὶ ἐπρόκειτο νά κάμει). Ἐνῶ ἡ γυναῖκα αὐτή, ἐὰν δέν συνέβαινε αὐτό, θὰ εἶχε φύγει ἀπαρατήρητη, ἀπεστερημένη τῶν μεγάλων αὐτῶν ἐπαίνων.

Γι’ αὐτὸ τὴν ἔφερε στό μέσον καὶ τὴν παρουσίασε ἐνώπιον ὅλων, καὶ τὴν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸν φόβο (διότι, λέγει, πλησίασε τρέμοντας) καὶ τὴν ἔκαμε νά λάβει θάρρος. Καὶ μαζί μέ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος τῆς ἔδωσε καὶ ἄλλα ἐφόδια λέγοντας: «πορεύου ἐν εἰρήνη»…

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Κυριακή Ε΄τοῦ Λουκᾶ (Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ)

30 Οκτωβρίου, 2022

«πῆρχε καὶ ἕνας φτωχός, ὀνομαζόμενος Λάζαρος, ὁ ὁποῖος ἤταν ξαπλωμένος κοντὰ στήν πύλη τοῦ πλουσίου γεμάτος πληγὲς καὶ ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλιὰ ἔρχονταν καὶ ἔγλειφαν τίς πληγὲς του».(Λουκ. 16, 19-31).

Βλέπετε τὴν πλήρη ἔλλειψη κοινωνίας τοῦ πλουσίου πρὸς τὸν φτωχὸ Λάζαρο; Ὁ πρῶτος παραχόρταινε καθημερινὰ ἀπὸ τὴν τράπεζά του πού ἤταν γεμάτη ἀπὸ παντὸς εἴδους φαγητὰ καὶ πολυτελῆ καρυκεύματα, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσει καὶ ἀπὸ τὰ εὐτελέστατα πράγματα, γιατί ποτέ δέν εἶχε χορτάσει.

Ἐκεῖνος ἔλαμπε ἀπὸ τὴν πορφύρα καὶ τὰ μεταξωτά πού φοροῦσε καὶ ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸ ἐξωραϊσμὸ τοῦ εὐρώστου σώματος, ἐνῶ ὁ Λάζαρος εἶχε καὶ τὰ ξεσχισμένα ῥάκη του γεμάτα ἀπὸ βρωμιὰ καὶ δυσωδία, γεμάτος πληγὲς καὶ περιρρεόμενος ἀπὸ πύο. Ἐκεῖνος καθόταν σὲ ψηλὸ θρόνο περικυκλωμένος ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ὑπηρετῶν, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἤταν ξαπλωμένος κάτω στό ἔδαφος κοντὰ στήν πύλη μὴ ἔχοντας κάποιον οὔτε γιά νά ἀπομακρύνει τὰ σκυλιά.

Ἀλλὰ γιά ποιὸ λόγο τὸν φτωχὸ ἀποκαλεῖ μέ τὸ ὄνομά του, ἐνῶ τόν πλούσιο τὸν ἀνέφερε χωρὶς τὸ ὄνομά του; Μποροῦμε βέβαια νά ποῦμε, ὅτι τό ὄνομα αὐτοῦ τοῦ φτωχοῦ σύμφωνα μέ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο εἶναι γραμμένο στούς οὐρανούς, ἐνῶ τοῦ πλούσιου ἐξαλείφθηκε καὶ χάθηκε ἀπό ἐκεῖ ἀκόμα καὶ ἡ μνήμη μαζί μέ τὸ ὄνομα. Γιατὶ καὶ ὁ Ψαλμωδὸς λέγει γιά τοὺς ἀνθρώπους αὐτοῦ τοῦ εἴδους· «δέν θὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους μέ τὰ χείλη μου».

Ἐπειδὴ, ὅμως, καὶ κάθε πλούσιος μπορεῖ ν’ ἀποδώσει στόν ἑαυτὸ του τὴν παραβολὴ καὶ θεωρώντας ἐκεῖνον ὡς τὸν ἑαυτὸ του, νά λάβει ἀπὸ αὐτό ἀφορμὴ μετανοίας, ὁ πλούσιος ἀναφέρθηκε χωρὶς τὸ ὄνομά του, ὥστε ἔτσι ὁ λόγος ν’ ἀφορᾶ πρὸς κάθε πλούσιο, ὁ κάθε φτωχὸς, ὅμως, δέν μπορεῖ νά θεωρήσει τὸν ἑαυτὸ του Λάζαρο, ἀκόμη καὶ ἂν βρίσκεται σὲ κατάσταση σὰν ἐκείνου· γιατί πρέπει νά περιμένει μέ ταπείνωση τή δεσποτικὴ ἀπόφαση. Γι’ αὐτὸ, λοιπὸν, ὁ φτωχὸς ἀναφέρθηκμε μέ τὸ ὄνομά του.

«Συνέβηκε ὅμως», λέγει, «νά πεθάνει ὁ φτωχὸς καὶ νά μεταφερθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους στόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ». …

«Πέθανε ὅμως», λέγει, «καὶ ὁ πλούσιος καὶ τάφηκε».Ἴσως ὁ Λάζαρος δέν ἀξιώθηκε οὔτε ταφῆς ὅταν πέθανε, ἀφοῦ δέν εἶχε κάποιον νά τὸν κηδεύσει· γι’ αὐτὸ στήν περίπτωση ἐκείνου δέν ἀνέφερε καθόλου ταφή, ἐδῶ, ὅμως, ἀναφέρεται ὅτι, πλούσιος, «πέθανε καὶ τάφηκε».

Ἀναφέρεται, ἐπίσης, καὶ γιά τὸν λόγο ὅτι ἡ φαντασία καί ἡ πολυτέλεια τῶν πλουσίων φθάνει μέχρι τὸν τάφο. Ἀλλὰ ὁ τέτοιου εἴδους τάφος τῶν τέτοιου εἴδους πλουσίων γίνεται γι’ αὐτοὺς θύρα, ἀλλοίμονο!, τοῦ Ἅδη καὶ τῶν βασάνων στά καταχθόνια.

Γιατί λέγει, τάφηκε ὁ πλούσιος «καὶ εὑρισκόμενος στόν Ἅδη, σηκώνοντας τὰ μάτια του, ἐνῶ βασανιζόταν, βλέπει τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακριὰ καὶ τὸν Λάζαρο στούς κόλπους του». Κάποτε ὁ πλούσιος ἔβλεπε τὸν Λάζαρο πεσμένο μπροστὰ στόν πυλῶνα του, πληγωμένον ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ κυλιόμενον στή σκόνη τοῦ ἐδάφους, μὴ ἔχοντας τή δύναμη οὔτε νά κινεῖται, καὶ τὸν περιφρονοῦσε, τώρα εὑρισκόμενος κάτω αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ βασανιζόμενος καὶ μὴ μπορώντας ν’ ἀποφύγει τοὺς βασανισμούς, σηκώνοντας τὰ μάτια του βλέπει τὸν Λάζαρο πάνω σὲ σκηνὲς ἀναψυχῆς νά διαμένει μέ πολλὴ ἄνεση καὶ νά ζεῖ στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, καὶ δέν προσπαθεῖ νά τὸν παραβλέπει, ἀλλὰ μᾶλλον ζητεῖ νά μὴ παραβλεφθεῖ ἀπὸ ἐκεῖνον πού προηγουμένως παραβλέφθηκε ἀπὸ αὐτόν.

Ἐκεῖ, βέβαια, πού ἤταν τόπος ἐλέους, δηλαδὴ στή γῆ, δέν τὸν ζήτησε οὔτε τὸ ἐπεδίωξε αὐτό, ἐκεῖ, ὅμως, πού ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀνελέητη, ζητεῖ μάταια τὸ ἔλεος· γιατί λέγει, «φώναξε καὶ εἶπε· πατέρα Ἀβραάμ, ἐλέησέ με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο, γιά νά βυθίσει τὸ ἄκρο τοῦ δακτύλου του στό νερὸ καὶ νά δροσίσει τή γλῶσσα μου· γιατί ὑποφέρω μέσα σ’ αὐτή τή φλόγα». Περιόρισε τὴν παράκληση στό πολὺ ἐλάχιστο, γιατί δέν εἶχε τὸ θάρρος νά ζητήσει τίποτε παραπάνω, ἔχοντας αὐτοκατάκριτη τή συνείδηση.

Φώναξε βέβαια, ἐπειδή τό μεταξὺ τους διάστημα ἤταν μεγάλο. Παρουσιάσθηκε, ἐπίσης, νά λέγει «πατέρα» τὸν Ἀβραάμ, γιά νά διδαχθοῦμε ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλούσιος ἀνῆκε στό γένος τῶν θεοσεβῶν, καὶ νά μὴ νομίζουμε ὅτι καταφλέγεται ὡς δυσσεβής. Γιατί περιζώσθηκε ἀπὸ τὴν ἄσβεστη φλόγα τοῦ πυρός ὡς ἄσπλαχνος καὶ φιλήδονος, ἂν καὶ κατὰ τὴν καταγωγὴ ἤταν συγγενὴς τοῦ Ἀβραάμ. Λέγει ὅμως, «ἐλέησέ με, γιατί ὑποφέρω, καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο», τὸν ὁποῖο αὐτὸς δέν ἐλέησε, ὅταν ὑπέφερε μπροστὰ στόν πυλῶνα· γι’ αὐτὸ καὶ δέν ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν τὴν παράκληση.

Παρακαλεῖ γιά μιά σταλαγματιὰ καὶ μιά μικρή ῥανίδα πού δροσίζει τή γλῶσσα, καί δέν τὸ πετυχαίνει. Βλέπετε τὴν ἀνταπόδοση τῆς τιμωρίας μέ τὸ παραπάνω; Γιατί ὁ κάποτε φτωχὸς Λάζαρος δέν μποροῦσε νά χορτάσει μέ τὰ ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι του, τώρα ὅμως αὐτὸς ὄχι μόνο τὸ χόρτασμα καὶ τῶν πλέον ἀκόμη εὐτελῶν πραγμάτων ἔχει στερηθεῖ, ἀλλὰ δέν ἀξιώνεται οὔτε μιᾶς μικρῆς στάλας νεροῦ. Γιατί, λέγει, «εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Ἀβραάμ, τέκνο, θυμήσου ὅτι σὺ ἀπολάμβανες τὰ ἀγαθὰ σου στή ζωή, καὶ ὁ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· τώρα, ὅμως, αὐτὸς ἀπολαμβάνει τὴν ἀναψυχὴ καὶ σὺ ὑποφέρεις».

Λυπᾶται βέβαια ὁ Ἀβραὰμ τὸν πλούσιο πού βρισκόταν στή φλόγα· γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλεῖ μέ συμπάθεια, «τέκνο». Τόν λυπᾶται ὅμως, νομίζω, ὄχι μᾶλλον γιά τὴν τιμωρία του, ἀλλὰ γιά τὴν ἀκόμη ἐνεργούμενη σ’ αὐτὸν κακία. Γιατί δέν εἶχε ἔρθει ἀκόμη σὲ συναίσθηση τῶν ἁμαρτημάτων του· δέν εἶχε ἀντιληφθεῖ ὅτι δίκαια καταφλεγόταν.

Δέν λέγει, ἐλέησέ με, γιατί ἐγώ ἄναψα αὐτὴ τή φωτιὰ γιά τὸν ἑαυτό μου, ἐγὼ θησαύρισα αὐτές τίς ὀδύνες γιά τὸν ἑαυτό μου· ἀντὶ γιά τοὺς αὐλοὺς καὶ τοὺς θορύβους καὶ τὰ σιχαμερὰ ἄσματα ἔχω τίς κραυγὲς καὶ τοὺς θρήνους καὶ τοὺς φρικωδέστατους ἤχους τοῦ πυρός πού παφλάζει ἐπάνω μου, ἀντὶ γιά τὶς εὐχάριστες ὀσμὲς τὸν ἀτμὸ τοῦ πυρός, ἀντὶ γιά τὰ περιττὰ φαγητὰ καὶ τὰ ποτὰ καὶ τὴν ἀπόλαυση ἀπὸ αὐτὰ ἔχω τή γλῶσσα πού ξηραίνεται τελείως ἀπὸ αὐτὴ τή φλόγα καὶ τὴν μέχρι σταγόνας ἔλλειψη, ἀντὶ γιά τὶς πορνικὲς πυρώσεις ὅλο τὸ σῶμα μου τὸ καταφλέγει ἡ φωτιά. Δέν εἶπε αὐτά, ἀλλὰ παραπονεῖται κλαίοντας γιά τὶς ὀδύνες μόνο.

Τί ἀπαντᾶ, λοιπὸν, πρὸς αὐτὸν ὁ Ἀβραάμ; Ἔλα κάποτε στόν ἑαυτὸ σου· ὁμολόγησε ὅτι δίκαια παραδόθηκες στή φλόγα, ἐνθυμούμενος ὅτι ἀπόλαυσες στή ζωὴ σου τὰ ἀγαθὰ σου, αὐτά πού νόμισες ὅτι εἶναι ἀγαθὰ σου, ποὺ προτίμησες ν’ ἀποκτήσεις ἀπὸ ἐκεῖνα πού προσφέρθηκαν στή διαθεσή σου, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωξες καὶ ἔλαβες, δηλαδή τά πρόσκαιρα. Γιατί προτίμησες αὐτά ἀπὸ τὰ αἰώνια.

Ὁ Λάζαρος ὅμως, λέγει, δοκίμασε τὰ ἀντίθετα κακά. Δηλαδὴ, τίς κακώσεις τοῦ σώματος· γι’ αὐτὸ τώρα αὐτός ἀπολαμβάνει αἰώνια ἀναψυχή, ἀφοῦ τότε ἔπασχε πρόσκαιρα ἀπὸ τὰ κακά, καὶ σὺ ὑποφέρεις ἀκατάπαυστα, ἀφοῦ τότε καλοπερνοῦσες καὶ ἀπολάμβανες πρόσκαιρα τίς ἠδονές.

Πῶς, ὅμως, δέν εἶπε «ἔλαβες», ἀλλ’ «ἀπέλαβες»; Γιά νά δείξει ὅτι αὐτός πού στή ζωὴ αὐτὴ εἶναι προσκολλημένος στίς ἠδονὲς καί τίς ἀπολαύσεις κι ἔχει μέ ὑπεραφθονία τὰ χρήματα καὶ τὸν πλοῦτο καὶ κάνει κατάχρηση τῆς εὐπορίας, κι ἂν ἀκόμη κατορθώσει κάτι ἀπὸ τίς ἄλλες ἀρετές, δέν θὰ λάβει μισθό· γιατὶ ἀντὶ γιά μισθὸ ἔχει τὴν τωρινὴ εὐπορία καὶ καλοπέραση, ὅπως ἐκεῖνος πού κατατρύχεται ἀπὸ τή φτώχεια καὶ τὴν ἀσθένεια καὶ τὰ ὑπομένει γενναῖα ἔχει ὡς ἀνταπόδοση τῶν πλημμελημάτων τὴν ἐδῶ κακοπάθεια τῆς σάρκας.

Ἀλλ’ «ἐκτὸς ἀπ’ ὅλα αὐτά», λέγει, «ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καὶ σὲ σᾶς ὑπάρχει μεγάλο χάσμα, γιά νά μὴ μποροῦν νά περάσουν αὐτοί πού θέλουν ἀπὸ ἐδῶ πρὸς ἐσᾶς, οὔτε νά περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ πρὸς ἐμᾶς». Βλέπετε ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀβραάμ δέν μπορεῖ, καὶ ἂν ἀκόμη θέλει, νά βοηθήσει τοὺς ἐκεῖ καταδικασμένους; Γιατὶ τὸ ἀναμεταξὺ χάσμα εἶναι ἀδιάβατο γιά ὅλους, ὥστε καὶ ὅσοι θέλουν νά περάσουν νά μὴ μποροῦν· «οὔτε οἱ ἀπὸ ἐκεῖ», λέγει, «μποροῦν νά περνοῦν πρὸς ἐμᾶς».

Φαίνεται νά βρίσκονται πιὸ μέσα ἀπὸ τή φλόγα οἱ ἄλλοι τιμωρούμενοι, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀβραὰμ λέγει «ἀπὸ ἐκεῖ», ἀλλὰ καὶ δοκιμάζουν σφοδρότερα τή φωτιά, ὥστε νά μὴ μποροῦν νά μιλοῦν καθόλου. Αὐτοὶ ἐνδεχομένως νά εἶναι ἐκεῖνοι πού στόν παρόντα κόσμο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι δέν δίνουν ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τους πλουτοῦν καί μέ ἁρπαγή, πρᾶγμα γιά τὸ ὁποῖο δέν κατηγορήθηκε ὁ πλούσιος αὐτός· γιατὶ δέν κατακρίνεται ὡς ἅρπαγας καὶ ἄδικος, ἀλλὰ μόνο ὡς ἄσπλαχνος καὶ φιλήδονος. Πρὸς αὐτὸν λέγει ὁ Ἀβραὰμ ὅτι, ἐπειδὴ προτίμησες τὸν ἀπολαυστικὸ καὶ ἄνετο καὶ πρόσκαιρο βίο ἀντὶ γιά τὸν ἐγκρατή, τώρα δίκαια σὲ κυρίευσε ὀδύνη καὶ θλίψη καὶ στενοχώρια.

Ἐπειδὴ ὅμως καὶ πρὸς τοὺς φτωχοὺς δέν εἶχες καμμιά κοινωνία μέ τὴν ἐλεημοσύνη, οὔτε ἀπέκτησες φίλους ἀπὸ τὸν μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, οὔτε ἔδωσες τὸ περίσσευμά σου πρὸς ἀναπλήρωση τοῦ ὑστερήματος ἐκείνων, ἀλλ’ ἔμεινες ἐντελῶς ἀκοινώνητος πρὸς τοὺς ἁγίους, ἀπομακρυσμένος ἀπὸ αὐτοὺς, ὅπως εἶναι ἀπομακρυσμένη ἀπὸ τὴν ἀρετὴ ἡ κακία, γι’ αὐτὸ τώρα ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς πού ἔχουμε ζήσει μέ ἀρετὴ καὶ σ’ ἐσᾶς πού ἔχετε ζήσει μέ κακία ὑπάρχει μεγάλο καὶ ἀδιάβατο χάσμα, ὥστε νά μὴ μποροῦμε ποτέ νά μεταβοῦμε ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλο.

Παριστάνει βέβαια μέ αὐτὰ τὸ ἀτελείωτο καὶ ἀμετάθετο τόσο τῆς κόλασης τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅσο καὶ τῆς ἄνεσης τῶν δικαίων.

Ἀλλ’ ὁ πλούσιος, ὄντας ἀνόητος, οὔτε ἔτσι σωφρονίσθηκε, οὔτε σταμάτησε τὴν κακία, οὔτε κατέκρινε τὸν ἑαυτὸ του, ἀλλ’ ἐπιχειρεῖ ἀκόμη νά δικαιώνει τὸν ἑαυτὸ του καί, σὰν νά μὴ τὸν εἶχε κανεὶς βεβαιώσει προηγουμένως γιά τὸν τόπο αὐτὸν τῶν βασάνων, λέγει, «σὲ παρακαλῶ, λοιπόν, στεῖλε τὸν Λάζαρο στόν πατρικό μου οἶκο (γιατὶ ἔχω πέντε ἀδελφούς), γιά νά τοὺς διαβεβαιώσει, ὥστε νά μὴ ἔρθουν καὶ αὐτοὶ στόν τόπο αὐτὸν τῶν βασάνων».

Δείχνει δηλαδὴ ὅτι, ἂν εἶχε καὶ αὐτὸς ἕνα μάρτυρα προηγουμένως, δέν θὰ ἔκανε ἐκεῖνα, γιά τὰ ὁποῖα καταδικάσθηκε στή γέεννα. Ὅταν, ὅμως, ὁ Ἀβραὰμ εἶπε, «ἔχουν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, ἂς ἀκούσουν αὐτοὺς» (γιατὶ ὁ Μωϋσῆς σὰν ἐκπρόσωπος τοῦ Θεοῦ λέγει στήν ᾠδή, «ἔχει ἀνάψει φωτιὰ ἀπὸ τὸν θυμό μου, θὰ φθάσει ἡ φλόγα μέχρι τὰ βάθη τοῦ Ἅδη»· ἐνῶ ὁ Ἠσαΐας, συμφωνώντας μέ τοὺς ἄλλους προφῆτες, λέγει· «θὰ κατακαοῦν οἱ ἄνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ συγχρόνως καὶ δέν θὰ ὑπάρχει κανεὶς νά σταματήσει τή φωτιά»)· λέγοντας αὐτὰ ὁ Ἀβραάμ, ἐκεῖνος πάλι ἀντιλέγοντας λέγει· «ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς πάει πρὸς αὐτούς, θὰ μετανοήσουν». Τὶ ἀπαντᾶ, λοιπὸν, πάλι σ’ αὐτὸ ὁ Ἀβραάμ;

«Ἂν δέν ἀκοῦν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, οὔτε, ἂν ἀναστηθεῖ κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ πιστέψουν», σὰν νά τοῦ ἔλεγε ἀκριβῶς αὐτό, ὅτι, ἐπειδὴ πρὶν πεθάνεις δέν ἐνδιαφερόσουν καθόλου γιά τοὺς μωσαϊκοὺς καὶ προφητικοὺς λόγους, κι ἂν ἀκόμη ἔβλεπες νεκρὸ ἀναστημένο, δέν ἐπρόκειτο νά ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τή σπατάλη καὶ τὴν ἀσπλαγχνία πιστεύοντας σ’ ἐκεῖνον. Γι’ αὐτὸ τώρα, ποὺ ἔχεις περικυκλωθεῖ δίκαια ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς γέεννας ἀντιμετωπίζεις ἀνελέητους καὶ ἀκατάπαυστους τοὺς φρικτοὺς πόνους.

Ὁ πλούσιος, λοιπὸν, ἐκεῖνος, ἀδελφοί, ἔχοντας τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους κανένας δέν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, φαινόταν νά ἔχει κάποια πρόφαση, ἐμεῖς ὅμως μαζὶ μ’ ἐκείνους ἀκοῦμε καὶ Ἐκεῖνον πού ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς γιά χάρη μας, νά λέγει· «μὴ θησαυρίζετε γιά τοὺς ἑαυτοὺς σας θησαυροὺς πάνω στή γῆ, ἀλλὰ θησαυρίζετε θησαυροὺς γιά τὸν οὐρανό»· ἐπίσης, «σ’ ὁποῖον σοῦ ζητεῖ νά δίνεις, καὶ αὐτόν πού θέλει νά δανεισθεῖ ἀπὸ σένα μὴ τὸν διώξεις»· καὶ, «δῶστε ἀπὸ αὐτά πού ἔχετε ἐλεημοσύνη, καὶ νά ὅλα θὰ εἶναι καθαρὰ γιά σᾶς».

Ἐάν, ὅμως, κάποιος τρώγει καὶ πίνει μαζί μέ μέθυσους, καὶ πρὸς τοὺς φτωχοὺς εἶναι σκληρὸς καὶ ἄσπλαχνος, «θὰ ἔρθει», λέγει ὁ Κύριος, «σὲ ἡμέρα πού δέν τὴν περιμένει καὶ σὲ ὤρα πού δέν τή γνωρίζει, καὶ θὰ τὸν ξεχωρίσει καὶ θὰ τὸν τοποθετήσει στή μερίδα τῶν ἀπίστων».

Ἀφοῦ, λοιπὸν, δέν σᾶς μένει καμμιά πρόφαση, ἐπειδὴ «κανενὸς ἡ ζωὴ δέν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῶν ὑπαρχόντων του», ὅποιος ἔχει κάτι πού τοῦ περισσεύει ἂς τὸ δίνει σὲ ἐκείνους πού δέν ἔχουν, εἰσαγόμενος μέ αὐτὸν τὸν τρόπο στόν κλῆρο τοῦ πατέρα τῶν σωζομένων Ἀβραάμ, ἐνῶ οἱ φτωχοὶ νά μιμοῦνται τὴν καρτερία τοῦ Λαζάρου, κερδίζοντας μέ τὴν ὑπομονὴ τους τίς ψυχὲς τους.

Μέ τὴν ταπείνωσή τους, ἄς ἀποκτήσουν μόνοι τους τούς κόλπους ἐκείνους τοῦ Ἀβραάμ, ἀπὸ τοὺς ὁποίους «ἔχει ἀποδράσει κάθε ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός», καὶ ἐπικρατεῖ χαρά, ἀπόλαυση καὶ θυμηδία ἔνθεη καὶ ἀτελείωτη. Γι’ αὐτὸ, μάλιστα, ὁ Χριστὸς μᾶς φανέρωσε τὰ ἐκεῖ μ’ αὐτή τὴν παραβολή, ὥστε, ἀφοῦ βελτιωθοῦμε μέ τή μετάνοια, νά μᾶς καταστήσει ἀξίους ἐκείνων τῶν αἰωνίων ἀπολαύσεων, ἀπαλλάσσοντάς μας ἀπὸ τὰ βάσανα πού ἐπιφυλάσσονται ἐκεῖ· γιατὶ λέγει, «αὐτός πού γνώρισε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου του καὶ δέν τὸ ἔπραξε, θὰ δεχθεῖ μεγάλη τιμωρία».

Ἀφοῦ μᾶς εἶπε αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια καί μᾶς διεβεβαίωσε Ἐκεῖνος πού ἔπαθε, τάφηκε, ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς καί ἀνέβηκε στούς οὐρανούς. Ἀνέδειξε, ὅμως, πολυάριθμο πλῆθος Μαρτύρων τῆς παρουσίας Του καί τῆς ἀλήθειας τῶν ὅσων κηρύχθηκαν ἀπὸ Αὐτόν,…

…Ἄς δείχνουμε ὑπακοὴ στήν Αὐτοαλήθεια ζῶντας μέ τρόπο θεάρεστο,… ὥστε νά ποθήσουμε, καί μέ ἔργα μέχρι τέλους νά ἐπιζητήσουμε τὴν μακαριότητα πού ἐπιφυλάσσεται στούς οὐρανοὺς γιά ἐκείνους πού ἔζησαν ἐδῶ μέ τρόπο θεοφιλῆ.

Αὐτὴ τή μακαριότητα εἴθε νά ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς μέ τή χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμὴ καὶ προσκύνηση μαζί μέ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Η Παναγία: Σκέπη τοῦ κόσμου

28 Οκτωβρίου, 2022

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Κάθε φορά πού γιορτάζουμε τή μνήμη τῆς Παναγίας μᾶς διακατέχει ἱερή χαρά καί δυναμωμένη ἐλπίδα καί, γεμάτοι ἀπό εὐγνωμοσύνη καί θαυμασμό γιά τή χάρη Της ἀναφωνοῦμε ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας: «πόθεν μοι τοῦτο;» καί, μιμούμενοι τήν Ἐλισάβετ, εὐλογοῦμε τήν ἁγία Παρθένο, τήν αἰτία τῆς σωτηρίας μας, τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἐνεργεῖ σέ μᾶς τότε τό μυστήριο τοῦ πνευματικοῦ νόμου πού μᾶς δίδαξε ὁ μέγας Ἀπόστολος: «ἡμεῖς δέ οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τά ὑπό τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν» (Α´ Κορ. β´ 12). Στό δέ κέντρο τῆς λογικῆς λατρείας μας, ἀμέσως μετά

 τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων, κράζομεν εὐχαρίστως: «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας ἀχράντου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας».

Ἄν καί ἡ κάθε ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματος τῆς Παναγίας γεννᾶ μέσα μας τέτοια χαρά καί λυτρωτική παράκληση καί ἄν τέτοια ἔμπνευση πίστεως καί ἀγάπης Θεοῦ ἐπισκιάζει τήν Ἐκκλησία ὅταν πανηγυρίζει τή δόξα Της, πῶς νά κατανοήσουμε μιά φαινομενική ἀδιαφορία τοῦ Κυρίου πρός τή Μητέρα Του, ὅταν λέγει: «τί ἐμοί καί σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» (Ἰωάν. β´ 4), ἤ, «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἤ οἱ ἀδελφοί μου» (Μαρκ. γ´ 33);

Πῶς εἶναι δυνατό νά περιφρονήσει τή Μητέρα Του Ἐκεῖνος πού ἔδωσε τήν ἐντολή: «τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου· καί ὁ κακολογῶν πατέρα ἤ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω» (Μαρκ. ζ´ 10);

Πῶς εἶναι δυνατό νά παραβεῖ τήν ἴδια τήν ἐντολή Του Ἐκεῖνος πού εἶπε: «ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι» (Λουκ. κα´ 33);

Ἀκόμα καί ὅταν κρεμόταν πάνω στό σταυρό μέσα σέ ἀπερίγραπτη ὀδύνη καί ἀγωνία γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου καί ἡ ζωή Του αἰωρεῖτο μεταξύ τοῦ οὐρανίου θρόνου τοῦ Πατρός Του καί τῶν καταχθονίων, ἡ μέριμνά Του γιά τήν ἁγία Μητέρα Του δέν ἔσβησε, ἀλλά μέ στοργή ἐμπιστεύθηκε τήν προστασία Της στόν ἀγαπημένο μαθητή Του: «ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰωάν. ιθ´ 26). Ἑπομένως τό ρῆμα Του ὅτι δέν «ἦλθε καταλῦσαι τόν νόμον ἤ τούς προφήτας… ἀλλά πληρῶσαι» (Ματθ. ε´ 17) μένει ἀληθινό καί ἀπαράβατο.

Γιατί ὅμως οἱ λόγοι «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ Μου ἤ οἱ ἀδελφοί Μου»; Γιά τούς κατά τό νόμο μόνο ἀδελφούς Του τό καταλαβαίνουμε. «Οὐδέ γάρ οἱ ἀδελφοί Αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς Αὐτόν» (Ἰωάν. ζ´ 5). Ἐκείνη τήν ἐποχή, πρίν τήν Πεντηκοστή, ἀκόμη καί οἱ πρόκριτοι τῶν μαθητῶν δέν γνώριζαν τί νά ζητήσουν (βλ. Ματθ. κ´ 22). Ἀλλά γιά τήν ἀδιαφορία πρός τήν γνήσια Μητέρα Του, ἀπό τήν ὁποία γεννήθηκε ἀληθινά καί μέ θαυμαστό καί ἀνερμήνευτο τρόπο —«τήν γάρ γενεάν Αὐτοῦ τίς διηγήσεται;» (Ἡσ. νγ´ 7-8)— πῶς νά τήν ἐννοήσουμε;

Καί ἄν λίγο πρίν ἀνέλθει πάνω στό σταυρό ὁ Κύριος μποροῦσε νά λέγει μέ παρρησία: «ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καί ἐν Ἐμοί οὐκ ἔχει οὐδέν» (Ἰωάν. ιδ´ 30), εἶναι φανερό πώς εἶχε ἐκπληρώσει τά πάντα ἀναμάρτητα.

Ποιό μυστήριο ἄραγε κρύβει ἡ φαινομενική ἀντίφαση τῶν λόγων τούτων τοῦ Κυρίου;

Ἄς ἐξετάσουμε προσεκτικά τίς δύο περιπτώσεις πού ἀναφέραμε στήν ἀρχή: «τί ἐμοί καί σοί, γύναι;» καί «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἤ οἱ ἀδελφοί μου;».

Ἐγένετο κάποιος γάμος στήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου παρευρέθηκαν ἡ ἁγία Παρθένος καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς μέ τούς μαθητές Του. Ὅταν τελείωσε τό κρασί, ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου τό ἀνέφερε στόν Υἱόν Της, προτρέποντάς Τον τρόπον τινά νά θαυματουργήσει. Τότε «λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· τί ἐμοί καί σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου». Ἡ ἁγία Παρθένος δέν ἀπελπίζεται, ἀλλά δέχεται ταπεινά τήν ἄρνηση τοῦ Υἱοῦ Της νά ἐκπληρώσει τήν ἐπιθυμία Της καί μέ πίστη συμβουλεύει τούς διακόνους: «ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε».

Ὁ δέ Κύριος ἐν συνεχείᾳ τελεῖ τό θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος σέ οἶνο. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ταπεινή ἀποδοχή τῆς ἀρνήσεως τοῦ Υἱοῦ νά ἐκπληρώσει τό ἀνθρώπινο θέλημα τῆς κατά σάρκα Μητέρας Του ἐπισπεύδει, σάν θυσία εὐάρεστη ἐνώπιόν Του, τόν ἐρχομό τῆς ὥρας κατά τήν ὁποία θά φανερωθεῖ ἡ δόξα Του. Καί τότε ἀκριβῶς «ἐποίησε τήν ἀρχήν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καί ἐφανέρωσε τήν δόξαν αὐτοῦ, καί ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν οἱ μαθηταί αὐτοῦ» (Ἰωάν. β´ 11).

Στήν δεύτερη περίπτωση βλέπουμε τόν Κύριο Ἰησοῦ νά εἶναι περιστοιχισμένος ἀπό τόν ὄχλο καί νά τούς διδάσκει. Τότε ἦλθαν ἡ Μητέρα Του καί οἱ ἀδελφοί Του νά Τόν πάρουν, φοβούμενοι μήπως Τόν φονεύσουν οἱ ἐχθροί Του. Ὁ Κύριος ὅμως, ὁ Ὁποῖος ἀπό 12 ἐτῶν εἶπε στούς κατά σάρκα γονεῖς Του «οὐκ ἤδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ Πατρός μου δεῖ εἶναι με»; (Λουκ. β´ 49) ἀρνεῖται νά ὑπακούσει καί λέγει: «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καί τίνες εἰσίν οἱ ἀδελφοί μου; καί ἐκτείνας τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπί τούς μαθητάς αὐτοῦ ἔφη· ἰδού ἡ μήτηρ μου καί οἱ ἀδελφοί μου· ὅστις γάρ ἄν ποιήσῃ τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ ἐστιν» (Ματθ. ιβ´ 48-50).

Ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, νά ἀρνεῖται ὁ Χριστός τούς κατά τό νόμο ἀδελφούς Του εἶναι κατανοητό, διότι δέν ἦσαν ἀκόμη ἀδελφοί Του καί κατά τό πνεῦμα. Ἡ Παναγία Μητέρα Του ὅμως, καί πρίν νά ποιήσει τό σημεῖο τῆς Κανᾶ γιά νά φανερώσει τή δόξα Του καί νά πιστεύσουν οἱ μαθητές Του, ὅταν ἦταν ἀκόμη στή φάτνη ὁ Ἰησοῦς καί ἀναγνωρίζετο ἀπό τούς ποιμένες ὡς ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου καί δωδεκαετής κατέπληττε μέ τή θεία σοφία Του τούς διδασκάλους τοῦ Ἰσραήλ, εἶχε τέτοια πίστη στόν Υἱό Της, ὥστε ἡ Γραφή μᾶς λέει: «ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τά ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β´ 19 καί β´ 51).

Ἑπομένως οἱ αἰνιγματικοί λόγοι τῆς ἄρνησης ἀποτελοῦν περισσότερο ἔπαινο γιά τήν Παναγία παρά μομφή, ὑπονοώντας ὅτι Αὐτή εἶναι «ἕν Πνεῦμα» (Α´ Κορ. στ´ 17) μέ τόν Υἱό Της.

Γιατί ὅμως ὁ Κύριος, ὁ ἄμωμος τηρητής τῆς σχετικῆς μέ τούς γονεῖς ἐντολῆς ἀρνεῖται;

Πρόκειται, ἀδελφοί, γιά ἕνα μεγάλο πνευματικό νόμο. Τό νόμο τῆς ὑποταγῆς τοῦ ἀνθρωπίνου θελήματος στό θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Λίγο πρίν τήν ἄρνηση στή Μητέρα καί τούς ἀδελφούς Του ὁ Κύριος μέ τή δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐξέφρασε τούς φοβερούς λόγους: «εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναῖκα καί τά τέκνα καί τούς ἀδελφούς καί τάς ἀδελφάς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι» (Λουκ. ιδ´ 26).

Ἄν ὁ Κύριος ὑπάκουε στήν προτροπή τῶν οἰκείων Του καί ἐγκατέλειπε ἀπό φόβο τό ἔργο τῆς διδαχῆς, ὁ ἐχθρός θά στεροῦσε ἀπ᾿ Αὐτόν τό δικαίωμα νά προφέρει αὐτούς τούς λόγους. Κάνοντας ὅμως «βρῶμα» Του (Ἰωάν. δ´ 34) τό θέλημα καί τό ἔργο τοῦ πέμψαντος Αὐτόν Πατρός, ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει στό ἀνθρώπινο θέλημα τῆς Μητέρας καί τῶν ἀδελφῶν, καί ὁ λόγος Του παρέμεινε «ἐν ἐξουσίᾳ καί δυνάμει» (Λουκ. δ´ 32-36) καί ἐνεργεῖ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος.

Γιά τήν ἴδια τέλεια παράδοση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Παρθένος κρίθηκε ἄξια νά γίνει Μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» (Λουκ. α´ 38). Ὅμως γιά τή δόξα τοῦ Υἱοῦ Της ἐκένωσε πλήρως τό θέλημά Της σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Της. Τό πλήρωμα τῆς κενώσεώς Της προηγήθηκε τῶν «μεγαλείων» τά ὁποῖα «ἐποίησεν αὐτῇ ὁ δυνατός» (πρβλ. Λουκ. α´ 49).

Στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας ὁ Κύριος εἶπε «γενηθήτω» καί «τά πάντα ἐγένοντο».

Στήν ἀρχή τῆς ἀναδημιουργίας ἡ ἁγία Παρθένος εἶπε «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» καί ἀνακαινίσθηκε ἡ κτίση.

Καί «νῦν», ἀδελφοί μου, μέ τήν ἴδια παράδοση στό τέλειο καί ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἄς εἴπωμεν κατά τό ὑπόδειγμα τῆς Μητέρας τοῦ Οὐρανοῦ: «γένοιτο, Κύριε, τό θέλημά σου ἐφ᾿ ἡμᾶς» , ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά γεννηθοῦμε «οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδέ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδέ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ᾿ ἐκ Θεοῦ» (Ἰωάν. α´ 13), «ἄνωθεν» (Ἰωάν. γ´ 3) καί νά εἰσέλθουμε στήν οὐράνια βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπου ἡ Παναγία παρίσταται ὡς βασίλισσα ἐκ δεξιῶν (Ψαλμ. μδ´ 10) τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, διαφυλάττουσα καί σκέπουσα ὅλους ὅσους πιστεύουν καί ἀκολουθοῦν τόν ἠγαπημένον Υἱόν Της. Ἀμήν.

 Ἱερομόναχος ΖΑΧΑΡΙΑΣ  ΖΑΧΑΡΟΥ

Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος

25 Οκτωβρίου, 2022

Ἅγιος πού ὑμνεῖται καί τιμᾶται ἑξαιρέτως ἀπό ἐμᾶς, ἀνάμεσα στούς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐντόπιος καί συμπολίτης μας πολιοῦχος, τό μέγα θαῦμα τῆς οἰκουμένης, τό μέγα ὡράϊσμα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ θαυματουργός καί μυροβλήτης Δημήτριος.

Μέγας φωστήρας ἀνάμεσα σέ περίλαμπρα ἄστρα πού μόνος του κρατεῖ μέσα του μαζεμένα ὅλων τά χαρίσματα, ὅπως σύν Θεῷ θά ἀποδείξουμε, ὁ ἅγιος Δημήτριος μόνος του δικαιοῦται νά καρπώνεται ὅλες μαζί τίς εὐφημίες πού ὀφείλονται σέ ὅλους.

Παρόλο πού δέν ἐπαρκοῦμε νά ποῦμε λόγο γιά τόν μεγαλομάρτυρα ἐν τούτοις ὁ πόθος μᾶς πιέζει νά μιλήσουμε κατά δύναμη καί ὁ καιρός ζητεῖ τόν ἐπίκαιρο λόγο καί τό χρέος ἐπιβάλλει νά θαυμάζουμε μέ τό λόγο τό ὑπερλόγο μεγαλεῖο του μάρτυρος.

Ἦταν σχεδόν ὅλα μαζί ἀπό τή παιδική ἡλικία, στήλη στερεά καί ἀκαθαίρετη κάθε καλοῦ, ἄγαλμα ζωντανό καί αὐτοκινούμενο κάθε ἀρετῆς, ἑστία καί συστοιχία θείων καί ἀνθρωπίνων χαρίτων, βίβλος ζωντανή καί λαλοῦσα πρός δόξα καί διδασκαλία τοῦ ἀνωτέρου, ἐλαιά καρπερή, δένδρο φυτευμένο κοντά στά ρεύματα τῶν ὑδάτων τοῦ Πνεύματος.

Μόνο πού τό μέν ψαλμικό δένδρο «δίδει τό καρπό στό καιρό του», αὐτός ὅμως εἶχε καί ἔχει κάθε ἐποχή καιρό ἀνθοφορίας καί καρποφορίας μαζί, καί οὔτε τό ἄνθος οὔτε ὁ καρπός θά πέσουν καί θά μεταδίδονται σέ ὅσους προσέρχονται μέ πίστη, χωρίς ποτέ νά ἐκλείπουν.

Παρέχει δέ ἀμείωτα καί ἀκατάπαυστα στούς προσερχομένους τό πλῆθος, θά λέγαμε, τῶν χαρίτων, γι’ αὐτό μοιάζει μέ φωτοφόρο δένδρο, ἀφοῦ μεταδίδει ἀσταμάτητα τούς καρπούς σάν ἀκτίνες καί παρέχει κατά κόρο στούς προσερχομένους τά κάλλιστα καί θειότατα, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι πάντοτε γεμάτος ἀπό τέτοια ἀγαθά, σάν ἥλιος παντοειδοῦς εὐεργεσίας ἤ ἀστείρευτη πηγή χαρίτων ἤ πέλαγος θαυμάτων ἀνεξάντλητο ἤ ἄβυσσος ἀνεκδιήγητος ὁρατῶν καί ἀοράτων ἀγαθῶν.

Ἦταν λοιπόν ἁπαλός νεανίας, πολύ ὡραῖος στήν ὄψη, ὄχι μόνο κατά τόν ἐξωτερικό καί αἰσθητό ἄνθρωπο, ἀλλά πολύ περισσότερο κατά τόν ἐσωτερικό καί μή βλεπόμενο. Πραγματικά, δέν καταδέχθηκε ποτέ νά κυριεύσει τό νοῦ του κάτι ἀπρεπές οὔτε βάδισε σέ πράξη ἀντίθετη πρός τό Θεῖο θέλημα, φυλάγοντας ἀμίαντη τήν βαπτισματική  Θεία χάρη.

Καί στό ἄνθος τῆς νεότητος ἀποδέχθηκε τήν ὡραιότητα τῆς παρθενίας, πράττοντας τά πάντα, ὥστε νά εἶναι παρθένος καί στό σῶμα καί στή ψυχή καί νά ἔχει μέ αὐτό τό τρόπο τή πολιτεία στούς οὐρανούς καί νά βαδίζει ἐφάμιλλα πρός τούς ἀσωμάτους, ἄν καί βρισκόταν ἀκόμα στό σῶμα.

Πρίν ἀπό ὅλες ὅμως τίς ἀρετές, εἶχε τή σπουδή τῆς σοφίας, ὥστε ζώντας μέσα στή σύνεση καί τήν καθαρότητα ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του, νά φέρει ἀπό τή νεότητα τήν ἐπαινουμένη γεροντική πολιά, ὅπως λέγει ὁ Σολομών: «ἄσπρα μαλλιά εἶναι στούς ἀνθρώπους ἡ σύνεση καί γεροντική ἡλικία ὁ ἀκηλίδωτος βίος». (Σοφ.Σολ.4, 9).

Ἦταν καί δάσκαλος καί ἀπόστολος ὁ πάγκαλος, καί κανείς δέν μποροῦσε νά ἀντισταθεῖ στοῦ Δημητρίου «τή σοφία καί τό Πνεῦμα, μέ τό ὁποῖο μιλοῦσε» εἰδικά πρός ἐκείνους πού πολεμοῦσαν τόν Χριστό, εἶχε τό λόγο του ὡς κατάλληλο ἐργαλεῖο.

Ἐγώ καί τή στρατιωτική στολή καί τό δακτυλίδι στό χέρι καί τό ὑπατικό ἐπώμιο, τό ὁποῖο φοροῦσε ὁ Μάρτυρας, ὅταν ἔλαβε τό βαθμό ἀπό τόν τότε βασιλέα (Γαλέριο Μαξιμιανό), θεωρῶ ὅτι ὑπῆρξαν σύμβολα τοῦ διδασκαλικοῦ καί καθοδηγητικοῦ ἀξιώματος, πού τοῦ δόθηκε μυστικά ἀπό τόν ἀληθινό βασιλέα Χριστό. Γι’ αὐτό καί, ἀργότερα, ἡ Θεία χάρη θαυματούργησε πλούσια μέ τίς εὐχές του.

 Ἀλλά ὁ ἀπό τήν ἀρχή ἀπατεών διάβολος προετοίμασε πρόωρα τό θάνατο τοῦ Μάρτυρα. Μόλις εἶδε τό ἀποτέλεσμα τῶν συμβόλων ἐκείνων, μή μπορώντας νά ὑποφέρει, ἐρεθίζει τούς ὑπηρέτες τῆς πλάνης ἐναντίον τοῦ ἀντιπάλου τῆς πλάνης.

Αὐτοί, ἀφοῦ συνέλαβαν τόν διώκτη τῆς ἀπάτης τόν προσάγουν στό βασιλέα τῆς ἀπάτης, τόν Μαξιμιανό καί ἔτσι ὁ Δημήτριος κατέρχεται πρός τό στάδιο τοῦ μαρτυρίου, ὁ ἀπό παιδί γεμάτος ἄρρητα χαρίσματα, ὁ σέ ὅλα σοφός καί δίκαιος.

Γνωρίζω ὅτι ποθεῖτε νά μάθετε τό τρόπο τῆς κρατήσεως, πού καί πώς ἀναζητήθηκε καί συνελήφθηκε. Ὑπάρχει μία στοά, ὑπόγεια στό ναό τῆς Ἀειπαρθένου καί Θεομήτορος, πού ὀνομάζεται Καταφυγή. Σύμφωνα μέ παλαιό ἔθιμο σέ αὐτό τό σημεῖο ξεκινοῦν κάθε χρόνο τήν πανήγυρη τοῦ μεγαλομάρτυρος καί ἀπό ἐκεῖ ἀνερχόμενοι διά τῆς λεωφόρου μέ ὕμνους πρός αὐτόν ἀνεβαίνουν σέ αὐτό τό σημεῖο καί ὁλοκληρώνουν τή γιορτή.

Ὅταν λοιπόν ἐπικρατοῦσε ἡ ἀσέβεια –ἐπειδή ἡ λατρεία τῆς εὐσεβείας δέν μποροῦσε νά ἀσκῆται ἐλεύθερα– ὁ Μάρτυρας πήγαινε σέ ἐκεῖνα τά ὑπόγεια, μετέδιδε στούς φοιτητές τήν οὐράνια διδασκαλία καί παρουσίαζε τή θρησκεία τῶν Χριστιανῶν καί τελοῦσε ἄφοβα τή λατρεία της, στούς καταφεύγοντας σέ αὐτόν, ὡς γαλήνιο λιμένα τῆς εὐσεβείας.

Καί ἔτσι ὁ θειότατος Μάρτυρας ἦταν τότε καταφυγή ὅλων ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν νά εὐσεβοῦν, ἀπό αὐτό δέ καί ὁ τόπος ὀνομάσθηκε Καταφυγή.

Οἱ διορισμένοι διῶκτες, ὅταν γνώρισαν ὅτι ὁ Μάρτυρας ἐκεῖ δίδασκε τό λαό, ἐξεμάνησαν πολύ περισσότερο, ἐπειδή εἶδαν τό συγκεντρωμένο πλῆθος νά προσέχει στούς λόγους τοῦ Δημητρίου σάν φωνές τοῦ Θεοῦ, ὁρμοῦν ἐναντίον του ὡς διδασκάλου.

Τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν διά μέσου αὐτῆς τῆς λεωφόρου καί τόν παρουσιάζουν στόν Μαξιμιανό πού κάπου ἐδῶ διέμενε καί παρακολουθοῦσε μέ πολλή ἡδονή τίς ἀνθρωποκτονίες τοῦ Λυαίου. Διατάσσει νά κρατηθεῖ ἐδῶ κατάκλειστος ὁ Ἅγιος, ὅπου καί ὑπέστη τό μαρτύριο. Ἡ φροντίδα τοῦ ἀρχέκακου Διαβόλου ἦταν νά φύγει τό ταχύτερο τότε ἀπό τούς ἀνθρώπους ὁ Δημήτριος, διότι δέν τόν ὑπέφερε. Καί γνωρίζετε τήν κάθειρξη τοῦ Δημητρίου καί τήν προφητεία πρός τόν Νέστορα γιά τήν νίκη τοῦ κατά τοῦ Λυαίου, καί τό μαρτύριο.

Ὅταν δέ παρατάθηκε ἡ παραμονή τοῦ μάρτυρα στή φυλακή, ὁ ἀρχέκακος ὄφις δέν ὑπέφερε ζωντανό τόν Μάρτυρα καί ὑποδυόμενος τόν σκορπιό προσπάθησε νά τόν θανατώσει, ἀλλά ἡ ἐνοικοῦσα Χάρη τόν ἔσωσε.

Θέλοντας δέ παραδίδεται καί φυλακίζεται καί κρατεῖται στά χέρια τῶν δημίων καί ὑποφέρει τούς βασανισμούς τῶν κακούργων, μιμούμενος τόν παθόντα γιά μᾶς Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Γι’ αὐτό καί ὅταν ἐπῆλθαν οἱ αἱμοχαρεῖς λογχοφόροι μέ ἐντολή τοῦ τυράννου, τούς δέχεται μέ ἀνοιχτές ἀγκάλες γιά νά κτυπηθεῖ σέ αὐτές μέ τό τελικό κτύπημα, μᾶλλον κτυπήματα πού διαπερνοῦσαν τά πάντα, σπλάχνα ὀστᾶ σάρκες καί τίς δυό πλευρές.

Καί ἀπό τήν περίσσεια καί ὑπερβολή τοῦ ἔρωτά του πρός τόν Χριστό, ἔλαβε Χάρη τό σῶμα του νά γίνει πηγή μύρων. Ἔτσι καί ὅταν ἔπαυσε νά χύνεται ἀπό τό σῶμα του τό αἷμα του, ἀντί αἵματος, ἐξέβλυσε μύρο, πρός δόξαν Χριστοῦ, τόν Ὁποῖο αὐτός διά τῆς ζωῆς καί διά τοῦ θανάτου, ἀλλά καί μετά τόν θάνατο, ἐδόξασε καί θά δοξάζει.

Καί ὅλη ἡ πόλη συμφιλιώθηκε μέ τόν Θεό διά τοῦ θανάτου του, διότι διέλυσε τό πλήρωμα τῆς ἀσέβειας καί ὅλα τά δεινά λύθηκαν, ἀφοῦ ὑπερασπίσθηκε ὁ Δημήτριος τήν εὐσέβεια. Ναοί μεγαλοπρεπεῖς καί περικαλλεῖς εἶναι οἰκοδομημένοι στόν σκοτεινό ἐκεῖνο τόν κρυφό τόπο καί ὅλη ἡ πόλη καυχᾶται γιά τό μαρτύριό του.

Καί ἡ κρήνη τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό μαρτυρικό του σῶμα, εἶναι γεμάτο μύρα καί θαύματα καί ἰάματα καί τό θαυμαστότερο ἀπό αὐτά εἶναι ὅτι, ἄν καί τρέχει συνεχῶς, ἡ πηγή αὐτή μένει ἀστείρευτη. Καί ὅσα τρυπήματα ἔγιναν στό σῶμα ἀπό τούς λογχιστές, τόσες πηγές ἀναδείχθηκαν.

Ὁ μεγάλος αὐτός μάρτυρας Δημήτριος, πού ἀντιστάθηκε στούς πειραστές τῆς εὐσέβειας, ἀφοῦ εὐχήθηκε πρός τό Κύριο ὑπέρ δημίων του, ἄλλοι σταμάτησαν τή κακία, ἄλλοι μετενόησαν καί πίσευσαν στόν Χριστό, ἔτσι ὥστε σήμερα νά μήν ὑπάρχει στή πόλη μας κανένα ἀπομεινάρι ἐκείνης τῆς δυσσεβείας.

Ἀλλά ἐπικρατεῖ ἡ εὐσέβεια καί ἡ πλούσια προστασία τοῦ Ἁγίου μέ τίς ἀδιάκοπες πρεσβεῖες του πρός τόν Θεό.

Καί ἐμεῖς ἄς λαμπρήνουμε περισσότερο τήν πανήγυρη, ζητώντας ἀπό τό Τριαδικό Θεό διά τῆς πρεσβείας του, νά ἀξιωθοῦμε τῆς αἰωνίας πανηγύρεως τῶν πολιτῶν τοῦ οὐρανοῦ.

 ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Περὶ τῆς παραβολῆς τοῦ σπορὲως (Ἃγιος Ἰωὰννης Χρυσὸστομος)

16 Οκτωβρίου, 2022

δοὺ βγῆκε λέει, αὐτός πού σπέρνει γιά νά σπείρη. Ἀπὸ ποῦ βγῆκε αὐτὸς πού εἶναι παρών σ’ ὅλα τὰ μέρη, αὐτὸς πού τὰ γεμίζει ὅλα; Καὶ πῶς βγῆκε;

Ὄχι τοπικὰ ἀλλὰ κατὰ τή σχετική μέ ἐμᾶς οἰκονομία του, ἔγινε πλησιέστερός μας μὲ τὴν ἔνδυση τῆς σάρκας. Ἐπειδὴ δέν μπορούσαμε νά μποῦμε ἐμεῖς, καθὼς μᾶς ἔκλειναν τὴν εἴσοδο τὰ ἁμαρτήματά μας, βγαίνει Ἐκεῖνος σ’ ἐμᾶς. Καί μέ ποιό σκοπὸ βγῆκε;

Γιά νά καταστρέψη τή γεμάτη ἀπὸ ἀγκάθια γῆ καὶ νά τιμωρήση τοὺς γεωργούς; Καθόλου· ἀλλὰ νά καλλιεργήση καὶ νά φροντίση καὶ νά σπείρη τὸν λόγο τῆς εὐσεβείας.

Σπόρο ἐδῶ ἐννοεῖ τή διδασκαλία· χωράφι τίς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· σπορέα τὸν ἑαυτὸ του.

Καὶ ποία ἡ τύχη τοῦ σπόρου τούτου; Τὰ τρία μέρη χάνονται, μένει τὸ ἕνα. Κι ὅπως ἔσπερνε, μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε κοντὰ στόν δρόμο. Κι ἤρθαν τὰ πουλιὰ καὶ τὸν ἔφαγαν. Δέν εἶπε ὅτι αὐτὸς ἔριξε τὸν σπόρο ἀλλὰ ἔπεσε.

Μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε στήν πέτρα, ὅπου δέν εἶχε χῶμα πολύ· φύτρωσε ἀμέσως ἐπειδὴ δέν εἶχε βάθος ἡ γῆ· τὸ χτύπησε ὁ ἥλιος πού βγῆκε καὶ ἐπειδὴ δέν εἶχε ῥίζα ξεράθηκε. Ἄλλο μέρος ἔπεσε στ’ ἀγκάθια ἀλλὰ τ’ ἀγκάθια ψήλωσαν καὶ ἔπνιξαν τὰ φυτά.

Ἄλλο μέρος ἔπεσε στή καλὴ γῆ κι ἔδωσε καρπὸ στά ἑκατό, καὶ στά ἐξήντα καὶ στά τριάντα. Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἂς ἀκούη.

Τὸ τέταρτο ἔμεινε μόνο κι ὄχι ἴσο μέ τ’ ἄλλα ἀλλὰ κι ἐδῶ μέ μεγάλη διαφορά. Τὰ ἔλεγε αὐτὰ δείχνοντας ὅτι πλούσια μιλοῦσε σ’ ὅλους.

Κι ὅπως αὐτός πού σπέρνει δὲ χωρίζει τὸ χωράφι πού ἁπλώνεται μπροστὰ του ἀλλὰ ἁπλὰ καὶ χωρὶς νά κάνη διάκριση ῥίχνει τὸν σπόρο, ἔτσι κι αὐτὸς δέν ξεχωρίζει πλούσιο καὶ φτωχό, σοφὸ καὶ ἄσοφο, ὀκνηρὸ καὶ ἐνεργητικό, γενναῖο καὶ δειλό· μιλοῦσε σ’ ὅλους, ἐκπληρώνοντας τὴν ἀποστολὴ Του, ἂν καὶ γνωρίζη τί θὰ συμβεῖ. Θέλει νά ἔχει τὸ δικαίωμα νά πῆ· «τὶ ἔπρεπε νά κάνω πού δέν τὸ ἔκαμα;».

Καὶ οἱ προφῆτες παρομοιάζουν τὸν λαό μέ ἀμπέλι. «Ἀπόχτησε ἀμπέλι ὁ ἀγαπητός», γράφει. Καὶ «μεταφύτεψε ἀμπέλι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο».

Ὁ Χριστὸς μιλάει γιά σπόρο, γιά νά φανερώση τί πρᾶγμα; Ὅτι τώρα θὰ εἶναι γρήγορη ἡ ὑπακοὴ κι εὐκολώτερη καὶ θὰ δώση ἀμέσως τὸν καρπὸ της. Κι ὅταν ἀκούσετε ὅτι βγῆκε αὐτός πού σπέρνει γιά νά σπείρη, μὴ τὸ θεωρήσετε τοῦτο ταυτολογία.

Γιατὶ αὐτός πού σπέρνει βγαίνει πολλὲς φορὲς καὶ γιά ἄλλη ἐργασία, νά συμπληρώση, νά κάψη τὰ ἄχρηστα χόρτα, νά βγάλη τ’ ἀγκάθια, νά φροντίζη γιά κάτι ἄλλο. Αὐτὸς ὅμως βγῆκε γιά νά σπείρη.

Πέστε μου τώρα, πῶς χάθηκε ὁ περισσότερος σπόρος. Ὄχι ἀπὸ ἀφορμὴ αὐτόν πού ἔσπειρε, ἀλλὰ ἀπὸ ἀφορμὴ τή γῆ πού δέχτηκε τή σπορά, δηλαδὴ, τὴν ψυχή πού δέν ἄκουσε. Καὶ γιατὶ δὲν λέει, ὅτι ἄλλο σπόρο δέχτηκαν οἱ ὀκνηροὶ καὶ τὸν χάλασαν, ἄλλον οἱ πλούσιοι καὶ τὸν ἔπνιξαν κι ἄλλον οἱ ἀδιάφοροι καὶ τὸν πρόδωσαν;

Δὲν θέλει νά τοὺς χτυπήση δυνατά, γιά νά μὴν τοὺς ὁδηγήση στή ἀπόγνωση ἀλλὰ ἀφήνει τὸν ἔλεγχο στή συνείδηση τῶν ἀκροατῶν. Καὶ δέν τὸ ἔπαθε αὐτὸ ὁ σπόρος μονάχα ἀλλὰ καὶ τὸ δίχτυ. Γιατὶ πολλὰ ἄχρηστα ἔφερε κι αὐτό.

Καὶ τοὺς λέει αὐτὴ τὴν παραβολὴ προαλείφοντας καὶ προετοιμάζοντας τοὺς μαθητὰς νά μὴν ἀπογοητεύωνται, ἀκόμα κι ἂν χάνωνται περισσότεροι ἀπ’ ὅσους δέχονται τὸν λόγο. Αὐτὸ ἔγινε καὶ στόν Δεσπότη Χριστό· κι αὐτός πού ἐγνώριζε ἀπὸ πρῶτα ὅτι αὐτὰ θὰ γίνουν, δέν ἀρνήθηκε τή σπορά.

Καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ σπορὰ πάνω στ’ ἀγκάθια καὶ στήν πέτρα καὶ στόν δρόμο; Βέβαια εἶναι ἀδικαιολόγητη στήν περίπτωση τοῦ πραγματικοῦ σπόρου καὶ τῆς γῆς. Στίς ψυχὲς ὅμως καὶ τή διδασκαλία, γίνεται αὐτὸ ἀφορμή γιά πολὺν ἔπαινο.

Σωστὰ μπορεῖς νά κατηγορήσης τὸν γεωργό πού σπέρνει ἔτσι. Γιατὶ δέν πρόκειται ἡ πέτρα νά γίνη γῆ, καὶ ὁ δρόμος νά μὴν εἶναι δρόμος καὶ τὰ ἀγκάθια ἀγκάθια. Στίς λογικὲς ὅμως ὑπάρξεις δὲν γίνεται ἔτσι. Εἶναι δυνατὸ ἡ πέτρα ν’ ἀλλάξη καὶ νά γίνη εὔφορη γῆ, κι ὁ δρόμος νά μὴν πατιέται πιά, μήτε νά εἶναι ἀνοιχτὸς σ’ ὅλους τοὺς περαστικοὺς ἀλλὰ νά γίνη χωράφι γόνιμο καὶ τ’ ἀγκάθια νά ἑξαφανιστοῦν καὶ οἱ σπόροι νά ἔχουν μεγάλη ἄνεση.

Ἂν δέν ἤταν αὐτὸ σωστό, δὲν θὰ ἔσπερνε Ἐκεῖνος. Κι ἂν δέν ἔγινε σ’ ὅλους μεταβολή, δέν ἐξαρτᾶται ἀπ’ Αὐτόν πού ἔσπειρε ἀλλ’ ἀπ’ αὐτούς πού δὲ θέλησαν ν’ ἀλλάξουν. Ἐκεῖνος ἔκαμε τὸ δικὸ Του ἔργο. Ἂν αὐτοὶ τὸ πρόδωσαν, δέν ἔχει εὐθύνη αὐτός πού ἔδειξε τόση φιλανθρωπία.

Προσέξτε σεῖς ὅτι δέν εἶναι ἕνας ὁ δρόμος τῆς καταστροφῆς ἀλλὰ πολλοὶ καὶ διάφοροι μεταξὺ τους. Οἱ ἄνθρωποι πού παρομοιάζονται μέ δρόμο εἶναι οἱ βάναυσοι καὶ οἱ ὀκνηροὶ καὶ οἱ ἀδιάφοροι· μὲ τὴν πέτρα οἱ πιὸ ἀσθενικοὶ μόνο.

Τὰ πετρώδη μέρη πού δέχτηκαν τὸν σπόρο εἶναι αὐτοί πού ἀκοῦν τὸν λόγο καὶ τὸν δέχονται ἀμέσως μέ χαρά, δὲν ῥιζώνει ὅμως μέσα τους βαθιὰ ἀλλὰ εἶναι προσωρινός. Κι ὅταν ἔρθη θλίψη ἢ διωγμὸς, σκανδαλίζονται ἀμέσως. Σὲ καθέναν πού ἀκούει τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ δέν τὸν κατανοεῖ ἔρχεται ὁ πονηρὸς κι ἁρπάζει τὸν σπόρο ἀπὸ τὴν καρδία του.

Αὐτὸς εἶναι ὁ σπόρος πού ἔπεσε στόν δρόμο. Οὔτε εἶναι ἴσο νά ἀπομαραθεῖ ἡ διδασκαλία χωρὶς νά τὴν πειράζη εἴτε νά τὴν κλονίζει κανένας καὶ νά τὸ πάθη αὐτὸ ἐπειδὴ ἀπειλοῦνται δοκιμασίες. Αὐτοὶ πάλι πού μοιάζουν μέ τ’ ἀγκάθια εἶναι πολὺ πιὸ ἀσυγχώρητοι ἀπ’ τοὺς ἄλλους.

Γιά νά μὴν πάθωμε κάτι ἀπ’ αὐτὰ ἂς σκεπάσωμε μέ τὴν προθυμία μας τοὺς λόγους καί μέ τὴν ἀδιακόπη μνήμη. Κι ἂν τοὺς ἁρπάζη ὁ διάβολος, στόν χέρι μας εἶναι νά μὴν τοὺς ἁρπάζη· κι ἂν ξηραίνωνται οἱ σπόροι, δὲν γίνεται αὐτὸ ἀπὸ τή ζέστη –γιατὶ δέν εἶπε ὅτι ξεράθηκαν ἀπὸ τή ζέστη, ἀλλὰ ἐπειδὴ δέν εἴχαν ῥίζα· κι ἂν πνίγεται ὁ λόγος, δὲν γίνεται ἀπὸ τ’ ἀγκάθια ἀλλὰ ἀπ’ αὐτούς πού ἀφήνουν τ’ ἀγκάθια νά μεγαλώσουν.

Εἶναι δυνατό, ἂν θέλης, νά ἐμποδίσης τή βλαβερὴ αὐτή βλάστηση καὶ νά χρησιμοποιήσης τὸν πλοῦτο σου ὅπως πρέπει. Γι’ αὐτὸ δέν εἶπε, ἡ ζωὴ αὐτὴ ἀλλὰ ἡ φροντίδα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Οὔτε ὁ πλοῦτος ἀλλὰ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου.

Ἀφοῦ ἀνάφερε τοὺς τρόπους τῆς ἀπωλείας, θέτει ὕστερα τὴν καλὴ γῆ· δὲ μᾶς ἀφήνει ἔτσι στήν ἀπόγνωση ἀλλὰ μᾶς δίνει τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας καὶ δείχνει ὅτι εἶναι δυνατὸ ἀπὸ ὅσα εἶπε νά γυρίσωμε σ’ αὐτήν.

Ἀλλὰ πάλι μ’ ὅλο πού ἡ γῆ εἶναι καλή, ἕνας ὁ σπορέας καὶ ὁ σπόρος ὁ ἴδιος, γιατὶ ἄλλος ἀποδίδει στά ἑκατό, ἄλλος στά ἐξήντα κι ἄλλος στά τριάντα; Ἐδῶ πάλι ἡ διαφορὰ βρίσκεται στή φύση τῆς γῆς. Ὅπου ὑπάρχει καλὴ γῆ, εἶναι σ’ αὐτὴ κι ἡ διαφορὰ πολλή. Βλέπετε ὅτι δέν εἶναι αἴτιος ὁ γεωργός, οὔτε ὁ σπόρος ἀλλὰ ἡ γῆ, ποὺ δέχεται τὸ σπόρο· ὄχι ἀνάλογα μέ τή φύση ἀλλά μέ τή γνώμη.

Ἂς ἀκοῦμε αὐτὰ κι ἂς περιτειχίζωμε τὸν ἑαυτὸ μας, δίνοντας προσοχὴ στή διδασκαλία κι ἀφήνοντας τίς ῥίζες νά πάνε βαθιὰ καὶ καθαρίζοντας τὸν ἑαυτὸ μας ἀπ’ ὅλα τὰ βιοτικά. Ἂν ὅμως ἄλλα κάνωμε κι ἄλλα παραμελοῦμε, δέν κερδίζομε τίποτα· κι ἂν δέν χανόμαστε ἔτσι, χανόμαστε ἀλλιώτικα.

Τὶ διαφορὰ ὑπάρχει ἂν χαθοῦμε ὄχι ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου ἀλλὰ ἀπὸ ὀκνηρία, κι ἂν καταστραφοῦμε ὄχι ἀπὸ ὀκνηρία ἀλλὰ ἀπὸ ἀνανδρεία; Κι ὁ γεωργὸς εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς χάση τὸ σπόρο του, ἴδια λυπᾶται.

Ἂς μὴν παρηγορούμαστε λοιπόν, ἐπειδὴ δέν χανόμαστε μέ ὅλους μαζὶ τοὺς τρόπους· ἂς λυπούμαστε μ’ ὁποῖον τρόπο κι ἂν χανόμαστε κι ἂς κάψωμε τὰ ἀγκάθια, γιατὶ πνίγουν τὸν λόγο.

Ἔχοντας αὐτὸ στόν νοῦ μας, ἂς ἀποφύγωμε τὴν τρυφή, ἂς ἀσκήσωμε τὸ μέτρο μ’ ἐπιμέλεια, γιά νά ἀπολαύσωμε καὶ τή σωματική ὑγεία καὶ νά ἐπιτύχωμε τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, ἀφοῦ ἁπαλλάξωμε τὴν ψυχὴ μας ἀπὸ κάθε ἀδυναμία μέ τή χάρη καὶ τή φιλαθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα κι ἡ δύναμη στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου