Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Περί της αυτής -Αγ.Γρ.Νυσσης (από Μπαμπη)

10 Ιανουαρίου, 2020

Άγ. Γρηγόριος Νύσσης
(ήταν μεταξύ άλλων και σπουδαίος ποιητής)

Περί της αυτής

Τροχός τίς εστίν άστάτως πεπηγμένος,
Ό μικρός ούτος καί πολύτροπος βίος.
Άνω κινείται, καί περισπάται κάτω
Ουχ ίσταται γαρ, καν δοκή πεπηγέναι.
Φεύγων κρατείται, καί μένων άποτρέχει.
Σκιρτά δε πολλά, καί το φεύγειν ουκ έχει.
Έλκει, καθέλκει τη κινήσει την στάσιν.
Ως ουδέν είναι τον βίον διαγραφών,
Ή καπνόν, ή όνειρον,ή άνθος χλόης.

(Ρ.G., τόμ. 37, 787)

Μετάφραση
‘Η ανθρώπινη ζωή

Μια ρόδα π’ άτσαλα την έχουν στήσει
ετούτη ή σύντομη καί πολυδαίδαλη ζωή.
Έκεί πού τείνει προς τα πάνω, κατρακυλά στα χαμηλά-
κι αν φαίνεται πώς στέριωσε δεν μένει ωστόσο σταθερή
Θαρρείς πώς φεύγει κι είναι στάσιμη, θαρρείς πώς στέκει κι όμως τρέχει.
Κάνει άλματα συχνά, μα δεν μπορεί να ξεκολλήσει.
Σέρνει καί παρασέρνει αυτοκινούμενη τη στασιμότητα.
Ένα διάγραμμα του τίποτα ή ζωή,
Καπνός ή κι όνειρο ή κι ένα αγριολούλουδο.

…από Παντελή…

7 Ιανουαρίου, 2020
  1. …ας προπορεύεται του νέου χρόνου ο ΑΓ. Πρόδρομος

    Γράφει ο Γ. Βαρθαλίτης

    Στις ημέρες μας οι αγιολογική ποίηση έχει φυράνει. Τους λόγους, νομίζω, τους ξέρουμε. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει όμως πόσο φτωχαίνει τη σημερινή τέχνη του λόγου και πόσο στενεύει τους ορίζοντές μας η απουσία αυτής της θεματικής.

    Αξιοσημείωτη εξαίρεση ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, Παραθέτω εμπνευσμένους στίχους του για τον Πρόδρομο:

    Θρῆνος καὶ μέλος καὶ οὐαί, τρυγόνι τῆς ἐρήμου.
    Μήτε στὰ γένια μου πουλιά, μήτε κλαδιὰ στὸ στῆθος.
    Μαῦρος ὁ σκοῦρκος μοναχά, δαγκώνει τ’ ὄνειρό μου
    καὶ ποῦ κρίνος τῆς θάλασσας, ποῦ μιὰ σταγόνα ὕπνος.

    …..

    Παντερμογιάννη ἀνείπωτε, ποὺ εἶναι ἡ σιγή σου λάδι.
    Φωτιὰ ἀπ’ τὸ σκότος τοῦ κορμιοῦ κι ἀπ’ τὴν ψυχὴ λιβάνι,
    σκότεινες ρίζες τῆς φωνῆς κι ἡ γλώσσα μου ὅ,τι χάνει
    σοῦ φέρνω– χάδι μου ἔναστρο· τὴν πίσσα, τὸ σκοτάδι.

    ….

    Τρυγόνι ὡραῖο κι ἡδύλαλο καὶ λύχνε ἀπ’ τὸν πηλό μου
    δέσε στὴν ἅγια φλόγα σου, σπασμένο, τὸ φτερό μου.
    Γιατί ’ναι φλόγα σταφυλή, στὸ κλῆμα κρεμασμένη
    ποὺ βγάζει μυστικὸ κρασὶ νὰ πίνουν δικασμένοι.

    Δεῖξε μου μὲ τὸ χέρι σου· κέρωσε τὴν ψυχή μου
    μὲ θρῆνο, μέλος καὶ οὐαί, τρυγόνι τῆς ἐρήμου.

Το γυμνό σώμα του Ιησού (από Μπαμπη)

7 Ιανουαρίου, 2020

 

Οἱ ἱστορίες τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ εἶναι δραματικὰ κηρύγματα σὲ ποιητικὴ μορφή. Ὅλα τὰ κοντάκια τοῦ μεγίστου τῶν ὑμνογράφων διακρίνονται γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ παραστατικότητα. Διαβάζοντας τὰ κοντάκια γιὰ τὴ Βάπτιση παρατηρῶ ὅτι στέκεται στὸ θέμα τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια στὸ γυμνὸ σῶμα τὸ ὁποῖο γίνεται ἀντικείμενο παρατήρησης ἀπὸ τὸν Ἰωάννη. Γράφει χαρακτηριστικὰ σὲ ἕναν ὕμνο «Εἰς τὰ Ἅγια Θεοφάνεια» πὼς ὁ Ἰωάννης «ἠτένιζε βλέπων εὐλαβῶς μέλη γυμνούμενα».*

Στὴν Καινὴ Διαθήκη δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὸ γυμνὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ στὴ Βάπτιση. Ἀλλὰ εἶναι θέμα τῆς συμβολικῆς γλώσσας τῆς Ἐκκλησίας, στὴ λατρεία, τὴν ποίηση καὶ τὴ ζωγραφική. Καὶ πραγματικὰ εἶναι καταπληκτικὸ ὅτι υἱοθετήθηκε ἡ παράσταση τοῦ γυμνοῦ ἐνήλικου Ἰησοῦ ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα.

Στὴ Βάπτισμα στὸν Ἰορδάνη ἔχουμε μία συγκλονιστικὴ δημόσια ἐμπειρία, τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ: ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίζεται σὰν ἕνα περιστέρι ἐπάνω στὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἀκούγεται καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Πατέρα ποὺ βεβαιώνει τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ταυτόχρονα, κατὰ μίμηση τοῦ Βαπτίσματος, καθιερώνεται μία πράξη εἰσόδου στὴ χριστιανικὴ κοινότητα. Τὸ μυστήριο αὐτὸ μαζὶ μὲ τὴν Εὐχαριστία ποὺ ἱδρύεται μὲ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο εἶναι οἱ δύο ἄξονες ὅλης τῆς λατρείας καὶ τῆς θεολογίας ποὺ ἀναπτύχθηκε στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Θὰ ἔλεγα μίας δραματουργίας ποὺ ἔχει στὸ κέντρο της τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ἑπομένως, ἡ ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ στὴ Βάπτιση εἶναι κρίσιμη ὡς πρὸς τὰ μηνύματα ποὺ μεταφέρει στὸν θεατή της. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς δίνει τὴν ἐντολὴ στοὺς μαθητές του νὰ βαπτίσουν ὅλα τὰ ἔθνη, ἐνῶ σὲ ἐπίπεδο ἀτομικὸ σημαίνει τὴ διάβαση ἀπὸ ἕναν παλαιὸ κόσμο σὲ ἕναν ἄλλο, νέο κόσμο. Γιὰ τοῦτο τὸ σῶμα ὀφείλει νὰ θαφτεῖ ὁλόκληρο μέσα στὸ νερὸ καὶ νὰ πεθάνει, ὥστε νὰ ξαναγεννηθεῖ πλῆρες. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος συντάσσεται σὲ ἕνα νέο βίο, γίνεται παιδὶ τοῦ Θεοῦ, συμμετέχοντας μὲ τὸ βάπτισμα στὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ νερὸ εἶναι ἡ μήτρα τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία θα βγεῖ γυμνὸς ὡς ἀθῶο βρέφος ὁ βαπτισμένος. Μάλιστα, στοὺς πρώτους αἰῶνες ὁ Ἰησοῦς παριστανόταν σὰν παιδάκι, εἰκονισμὸς ποὺ παραπέμπει στὴ γέννηση τοῦ νέου ἀνθρώπου. Εἶναι ἕνα μυστήριο ποὺ γίνεται μόνο μία φορὰ καὶ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν οὐράνια μετάληψη, κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, καὶ τὸν μοναδικὸ θἀνατο ποὺ ὑπέστη ὁ Ἰησοῦς, θὰ μᾶς πεῖ ὁ σοφὸς ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός.

Γιὰ τὸ εἰκονογραφικὸ θέμα τῆς Βάπτισης μᾶς πληροφορεῖ ὁ Οὐσπένσκυ πὼς οἱ περισσότερες εἰκόνες παριστάνουν τὸν Ἰησοῦ ἐνώπιον τοῦ Ἰωάννου γυμνό, ἐνῶ ἐλάχιστες τὸν δείχνουν μὲ ἕνα περίζωμα στὴ μέση. Ὁ Οὐσπέσνκυ θὰ μᾶς πεῖ ὅτι ἡ γυμνότητα τονίζει τὴν κένωση τῆς Θεότητος. Καὶ συσχετίζει τὸ γυμνὸ σῶμα μὲ τὸν Ἀδάμ: ἐνδύει τὸν Ἀδὰμ καὶ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα μὲ ἔνδυμα ἀφθαρσίας καὶ δόξας (The Meaning of Icons, St Vladimir’s Seminary Press, 1982, σ. 164-5). Ἐξάλλου, ἡ γυμνότητα εἶναι καὶ ἕνα βιβλικὸ σύμβολο τῆς ἀρχέγονης ἀθωότητας στὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, ἄρα ἡ ἀπεικόνιση τοῦ γυμνοῦ σώματος δηλώνει τὴ μεταμορφωτικὴ δύναμη τοῦ Βαπτίσματος μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ ἀρχαῖο κάλλος, ὅπου δὲν χωράει ὁ φόβος τοῦ ἄλλου, καὶ τὸ βλέμμα δὲν εἶναι ἐπικίνδυνο.

Ἡ σημασία, λοιπόν, τῆς γυμνότητας τοῦ κορμιοῦ τοῦ Ἰησοῦ μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ μόνο στὸ πλαίσιο τοῦ ἀνθρωπίνου δράματος ποὺ ἔχει ἀφετηρία τὴν ἱστορία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸν παράδεισο. Καὶ σὲ αὐτὸ τὸ δράμα τὰ νερὰ παίζουν κυρίαρχο ρόλο, ἀφοῦ ἁγιάζονται καὶ μεταποιοῦνται ἀπὸ στοιχεῖα καταστροφῆς σὲ ἰάματα καὶ πηγὴ αἰώνιας ζωῆς. Μέσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ποιητικὴ μποροῦμε μὲ ἕναν ἐξαίσιο τρόπο νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ. Αὐτὸ ποὺ ἔχασε μὲ δόλο ὁ προπάτορας, δηλαδὴ τὴ «θεοΰφαντο στολή», θὰ τὸ προσφέρει ἀπὸ ἀγάπη ὁ «Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης», ὅπως θὰ πεῖ ὁ Ρωμανός, σὲ αὐτὴ τὴν κορυφαία στιγμὴ τοῦ βίου του, ὅταν γυμνώνεται καὶ βαπτίζεται.

Ἡ συσχέτιση αὐτὴ εἶναι δεδομένη τὸν 6ο αἰώνα, ὅταν δημιουργεῖ ὁ Ρωμανός, ὁ ὁποῖος ἐμπλέκει τὸν Ἀδὰμ στὰ σχετικὰ κοντάκια. Bέβαια, ήδη νωρίτερα ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα εἰκονίζονται γυμνοὶ πρὸ τῆς πτώσεως, ὅπως καὶ ὁρισμένες ἄλλες μορφές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, π.χ. ὁ Ἰωνᾶς καὶ ὁ Δανιὴλ στὴν πρωτοχριστιανικὴ τέχνη. Εἰδικὰ ὁ πρωτόπλαστος ἄνθρωπος ἦταν «γυμνὸς τῇ ἁπλότητι», κατὰ τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο. Δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ χρησιμοποιήσει τέχνες γιὰ νὰ ζήσει. Εἶχε τὸ ἔνδυμα τοῦ κατ᾽ εἰκόνα, ποὺ ἦταν ἐλεύθερο ἀπὸ τὴν ἀλογία, τὴ φύση καὶ τὴν ἀλλοίωση. Τὸ θεοΰφαντο ἔνδυμα μὲ τὴν πτώση μετατράπηκε σὲ δερμάτινους χιτῶνες, καὶ μὲ αὐτοὺς ἔντυσε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο τῆς πτώσης (Γέν. 3, 21), ὥστε νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ὁ θάνατος. Ἀπὸ τότε ἡ ἐπιβίωση ἀντικατέστησε τὴ ζωὴ ποὺ ἀντλοῦσε ἐνέργεια ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅμως, σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὑπάρχει καὶ τὸ κλειδὶ γιὰ τὴ σωτηρία ἀφοῦ μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν κατάσταση θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστὸς προσφέροντας στὸν ἄνθρωπο τὴ δυνατότητα νὰ φθάσει στὸν προορισμὸ γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε: νὰ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό, δηλαδὴ νὰ ζῆ ἐν Χριστῷ. Τὸ βάπτισμα εἶναι ἡ βάση καὶ ἡ άφετηρία γιὰ τὴν ἐπανεύρεση τῆς ὄντως ζωῆς.

Στὸν ἐκπληκτικὸ ὕμνο τοῦ Ρωμανοῦ «Εἰς τὰ ἅγια Θεοφάνεια», ποὺ ἔχω μπροστά μου, ὁ Ἰωάννης ἐμφανίζεται ταραγμένος ἀπὸ φόβο, εἶναι ἐριστικὸς ἀπορώντας πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βαπτίσει τὸ φῶς.

Στὴν ἀρχὴ τοῦ ὕμνου ὁ Θεὸς ἀπευθύνεται ἀγαπητικὰ στὸν Ἀδὰμ λέγοντάς του νὰ μὴ ντρέπεται πλέον, δίνοντας ἔμφαση στὸ θέμα τῆς γυμνότητας:

«Ποῦ εἶσαι, Ἀδάμ; Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα μὴ μοῦ κρύβεσαι.
Θέλω νὰ σὲ βλέπω.
Καὶ ἂν εἶσαι γυμνός, κι ἂν εἶσαι φτωχὸς νὰ μὴ ντραπῆς,
γιατὶ ὅμοιος ἔγινα μὲ σένα.

Ἀπ᾽ τὴν πολλὴ ἀγάπη μου ἐλύγισα ὡς Εὔσπλαχνος ποὺ εἶμαι καὶ ἦρθα πρὸς τὸ πλάσμα μου
ἁπλώνοντας τὰ χέρια, γιὰ νὰ σὲ ἀγκαλιάσω.
Λοιπὸν μὴ μὲ ντραπῆς, ἀφοῦ γιὰ σένα τὸ γυμνὸ
γυμνώνομαι καὶ βαφτίζομαι».

Στὴ συνέχεια ὁ Ἰησοῦς προσπαθεῖ νὰ πείσει τὸν Ἰωάννη:

Καθὼς εἶδ᾽ ὁ Παντογνώστης τοῦ Προδρόμου τὸ φόβο τοῦ ἀπάντησε:
«Σωστά, Ἰωάννη, σωστὰ μὲ φοβήθηκες.
Ὅμως ἄσε τώρα, γιατὶ ἔτσι πρέπει, νὰ τελειώσω αὐτὰ ποὺ ἀποφάσισα.
Ἄσε τώρα καὶ ἀμέσως ἀπόδιωξε αὐτὴ τὴ δειλία.
Μοῦ χρωστᾶς ὑπηρεσία καὶ τώρα πρέπει ἐσὺ αὐτὴν νὰ ἐκτελέσης.
Ἐγὼ τὸ Γαβριὴλ τότε ἀπόστειλα
καὶ ὑπηρέτησε καλῶς στὴ γέννησί σου.
Φέρε μου κι ἐσὺ σὰν ἄγγελο τὸ χέρι σου,
γιὰ νὰ βαφτίση
τὸ Φῶς τὸ Ἀπρόσιτο.

Μὴ διστάσης, βάφτισέ με. Τὸ δεξί σου χέρι μονάχα δάνεισέ μου.
Κατοικῶ στὴν ψυχή σου κι ὅλον σὲ κατέχω.
Πῶς λοιπὸν τὴν παλάμη σου δὲν μοῦ δανείζεις;
Μέσα κι ἔξω σου εἶμαι, γιατί μ᾽ ἀποφεύγεις;
Στάσου καὶ κράτα
τὸ Φῶς τὸ Ἀπρόσιτο.

Στὸ τέλος ὁ Ἰωάννης πείθεται ἁπλώνει τὴν παλάμη του, χειροθετεῖ τὸν Χριστὸ καὶ λέει μὲ παραληρηματικὴ ἔξαρση στοὺς παρόντες:

«Τὴ θεληματικὴ βροχὴ στὸν Ἰορδάνη βλέπετε.
Τὸ χείμαρρο τῆς χαρᾶς, ὅπως λέει ἡ Γραφή, στὶς διασταυρώσεις
τῶν νερῶν ἀντικρύζετε, στὸ ποτάμι θάλασσα μεγάλη.

Νά, ἀπ᾽ τὰ πόδια στὸ Κεφάλι προχωράω.
Δὲν πατάω πιὰ στὴ γῆ ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν οὐρανό, γιατὶ αὐτὰ ποὺ κάνω εἶναι οὐράνια.
Μᾶλλον δὲ καὶ τὰ οὐράνια ξεπέρασαν. Ἀφοῦ αὐτὰ βαστὰνε,
μὰ δὲν βλέπουν Αὐτὸν ποὺ βαστᾶνε. Ἐγὼ ὅμως τώρα βλέπω καὶ βαφτίζω.
Εὐφραίνου, οὐρανέ, καὶ σκἰρτα γῆ.
Ἁγιασθῆτε πηγὲς τῶν νερῶν.
Γιατὶ ἐφάνηκε καὶ ὅλα μὲ εὐλογίες τὰ ἐγέμισε,
ὅλους τοὺς φωτίζει
τὸ Φῶς τὸ Ἀπρόσιτο».

Σὲ μία ἀκόμη σύνθεση «Εἰς τὸν Πρόδρομον, εἰς τὸ Βάπτισμα καὶ εἰς Ἀδάμ», ὁ Ρωμανὸς ἐπισημαίνει μὲ ἀκρίβεια τὸ θέμα τῆς γυμνότητας τῶν πρωτοπλάστων, τονίζοντας ὅτι ἡ γύμνωση ἦρθε μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ: ἔφαγε μὲ τὴ θέλησή του, ἀλλὰ ἄθελά του ξεγυμνώθηκε. Καὶ μετὰ τὸν εἶδε ὁ «φύσει συμπαθής» καὶ τοῦ λέει: «Ἂν καὶ εἶσαι καὶ γυμνὸς καὶ ἀνάπηρος, σὲ δέχομαι, ἔλα σὲ μένα˙ ποὺ φάνηκα καὶ φώτισα τὰ πάντα» («Γυμνωθέντα καὶ πηρὸν δέχομαί σε˙ δεῦρο πρός με τὸν φανέντα καὶ φωτίσαντα πάντα»).

Αὐτὸ τὸ «σὲ δέχομαι», ὅπως εἶσαι, εἶναι τὸ μεγάλο μήνυμα αὐτῆς τῆς ἱστορίας. Ἕνα μήνυμα ἀπόλυτα αἰσιόδοξο καὶ παρηγορητικό.

*Τὰ μεταφρασμένα ἀποσπάσματα εἶναι ἀπὸ τὴν ἔκδοση: ΡΩΜΑΝΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ, Ὕμνοι. Ἀπόδοση: Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2003.

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας εἰς τά Ἅγια Φῶτα Ἁγίου  Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

6 Ιανουαρίου, 2020

Μέ τήν γέννησιν λοιπόν ἔχομεν προεορτάσει τά πρέποντα καί ἐγώ ὁ ὁποῖος προεξάρχω εἰς τήν ἑορτήν καί σεῖς καί ὅλα τά ἐγκόσμια καί τά ὑπερκόσμια ὄντα. Ἔχομεν τρέξει μαζί μέ τόν ἀστέρα καί ἔχομεν προσκυνήσει μαζί μέ τούς μάγους, (Ματθ. 2, 10), ἔχομεν φωτισθῆ μαζί μέ τούς ποιμένας (Λουκ. 2, 7) καί ἔχομεν δοξάσει μαζί μέ τούς ἀγγέλους, τόν ἔχομεν δεχθῆ εἰς τάς ἀγκάλας μας μαζί μέ τόν Συμεών (Λουκ. 2, 13 ἑ). Καί τόν ἔχομεν δοξολογήσει μαζί μέ τήν ἀξιοσέβαστον καί σώφρονα ἐκείνην Ἄννα (Λουκᾶ. 2, 36 ἑ ).

Καί ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἦλθε κατά τρόπον ξένον πρός τήν φύσιν του εἰς τόν ἰδικόν του τόπον, διότι ἐδόξασε τόν ξένον. Τώρα δέ πρόκειται δι᾿ ἄλλην πρᾶξιν τοῦ Χριστοῦ καί δι᾿ ἄλλο μυστήριον.

Δέν ἠμπορῶ νά συγκρατήσω τήν χαράν μου. Νιώθω νά γεμίζω ἀπό Θεόν. Λίγο ἀκόμη καί θά ἀρχίσω νά κηρύσσω τήν εὐχάριστον ἀγγελίαν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, ἔστω καί ἄν δέν εἶμαι πρόδρομος, πάντως θά τό κάμω ἀπό τήν ἐρημίαν. Ὁ Χριστός φωτίζεται, ἄς φωτισθῶμεν μαζί του.

 Ὁ Χριστός βαπτίζεται, ἄς κατέβωμεν μαζί του (εἰς τόν ποταμόν) διά νά ἀνέβωμεν καί μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς βαπτίζεται. Θά πρέπει νά προσέξωμεν μόνον τό βάπτισμα ἤ καί ὅλα τά ἄλλα; Δηλαδή ποῖος ἦτο, ἀπό ποῖον ἐβαπτίσθη καί πότε ἐβαπτίσθη; Ὅτι ἦτο καθαρός, ὅτι ἐβαπτίσθη ἀπό τόν Ἰωάννην καί ὅτι μετά ἤρχισε τά θαύματα;

Διά νά μάθωμεν τί καί διά νά διαπαιδαγωγηθῶμεν εἰς τί; Ὅτι α) πρέπει νά καθαριζώμεθα προηγουμένως, β) νά εἴμεθα ταπεινόφρονες καί γ) νά κηρύσσωμεν μόνον ὅταν εἴμεθα ὁλοκληρωμένοι κατά τήν πνευματικήν καί σωματικήν ἡλικίαν. Τό πρῶτον (πρέπει νά τό εἴπωμεν) πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σκοπεύουν νά βαπτισθοῦν, ἐνῶ δέν ἔχουν προηγουμένως προετοιμασθῆ καί ἐνῶ δέν παρέχουν ἐγγυήσεις μέ τήν συνήθειάν των νά πράττουν τό καλόν, ὅτι ἡ λύτρωσίς των θά παραμείνῃ σταθερά.

Διότι ἐάν τό χάρισμα (διότι πράγματι εἶναι χάρισμα) παρέχει ἄφεσιν τῶν παρελθόντων, τότε εἶναι περισσότερον ταιριαστόν πρός τήν εὐσέβειαν τό νά μήν ξαναγυρίσωμεν εἰς ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔχομεν ἐμέσει. Τό δεύτερον ἀναφέρεται εἰς εκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπερηφανεύονται ἔναντι τῶν ἱερέων, ἄν εἶναι κάπως ἀνώτεροι ἀπό αὐτούς.

Τό τρίτον δέ πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι βασίζονται εἰς τόν νεανικόν των ἐνθουσιασμόν καί νομίζουν ὅτι ἡ κάθε περίστασις εἶναι κατάλληλος διά διδασκαλίαν ἤ κατάληψιν τῆς πρωτοκαθεδρίας.

Ὁ Ἰησοῦς ὑποβάλλεται εἰς κάθαρσιν καί σύ τήν περιφρονεῖς; (Καθαρίζεται) ὑπό τοῦ Ἰωάννου, καί σύ ἐπαναστατεῖς ἐναντίον τοῦ κήρυκός σου; Καθαρίζεται ὅταν εἶναι ἤδη τριάκοντα ἐτῶν, καί σύ προτοῦ κἄν βγάλῃς γένεια διδάσκεις τούς γέροντας ἤ τοὐλάχιστον νομίζεις ὅτι τούς διδάσκεις, ἐνῷ οὔτε ἡ ἡλικία οὔτε καί, ἐνδεχομένως, ἡ συμπεριφορά σου σέ κάνουν ἄξιον σεβασμοῦ; Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν δέ ἔρχονται εἰς τήν γλῶσσαν τά παραδείγματα τοῦ Δανιήλ καί τῶν ἄλλων νέων κριτῶν, ἐπειδή καθένας ὁ ὁποῖος ἀδικεῖ, εὔκολα βρίσκει δικαιολογίας.

Δέν ἀποτελεῖ ὅμως νόμον τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνο τό ὁποῖον εἶναι κάτι σπάνιον, ὅπως τήν ἄνοιξιν δέν τήν φέρει ἕνα μόνον χελιδόνι, ὅπως δέν κάνει καί μία μόνον γραμμή τόν γεωμέτρην, ἤ ἕνα μόνον ταξίδι τόν ναυτικόν.
Ὁ Ἰωάννης ὅμως βαπτίζει καί ἔρχεται νά βαπτισθῇ ὁ Ἰησοῦς, διά νά ἁγιάσῃ μέν ἐνδεχομένως καί τόν βαπτιστήν, ὅπως εἶναι δέ καταφανές, διά νά θάψῃ μέσα εἰς τό ὕδωρ ὅλον τόν παλαιόν Ἀδάμ καί νά ἁγιάσῃ πρίν ἀπ᾿ αὐτούς καί χάριν αὐτῶν τόν Ἰορδάνην. Ὅπως δέ ὁ ἴδιος ἦταν πνεῦμα καί σάρξ, ἔτσι δίδει τήν πνευματικήν ὁλοκλήρωσιν μέ Πνεῦμα καί ὕδωρ.

Ὁ βαπτιστής δέν δέχεται καί ὁ Ἰησοῦς ἀγωνίζεται (νά τόν πείσῃ). «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκην νά βαπτισθῶ ἀπό σένα» λέγει ὁ λύχνος εἰς τόν Ἥλιον, ἡ φωνή εἰς τόν Λόγον, ὁ φίλος εἰς τόν Νυμφίον, ὁ ἀνώτερος ἀπό κάθε ἄλλο γέννημα γυναικός (Ματθ. 11, 11) εἰς τόν Πρωτότοκον ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας (Κολ. 1, 15), ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐσκίρτησεν ἐνῶ εὑρίσκετο μέσα εἰς τήν κοιλίαν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπροσκυνήθη μέσα εἰς τήν κοιλίαν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προέτρεξε καί ὁ ὁποῖος θά προτρέξῃ εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐφάνη καί θά φανῇ.

«Ἐγώ ἔχω ἀνάγκην νά βαπτισθῶ ἀπό σένα» – πρόσθεσε καί «δι᾿ ἐσέ» (διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἐπρόκειτο νά βαπτισθῇ μέ τό μαρτύριον) ἤ, ὅπως ὁ Πέτρος, τό ὅτι θά καθαρίσῃς ὄχι μόνον τούς πόδας – «καί σύ ἔρχεσαι πρός ἐμέ; » (Ματθ. 3, 14). Καί τοῦτο εἶναι προφητικόν. Διότι ἐγνώριζεν ὅτι ὅπως μετά τόν Ἡρώδην ἐπρόκειτο νά καταληφθῇ ἀπό μανίαν ὁ Πιλᾶτος, ἔτσι καί μετά ἀπ᾿ αὐτόν, ὁ ὁποῖος θά ἔφευγε προηγουμένως, θά ἀκολουθοῦσε ὁ Ἰησοῦς. Τί δέ λέγει ὁ Ἰησοῦς; «Ἄφησε τώρα τάς ἀντιρρήσεις» (Ματθ. 3, 15), διότι αὐτό ἀπαιτοῦσε τό θεῖον σχέδιον. Διότι ἐγνώριζεν ὅτι μετ᾿ ὀλίγον ἐπρόκειτο νά βαπτίσῃ αὐτός τόν βαπτιστήν.

Τί δέ εἶναι τό φτυάρι (Ματθ. 3, 12); Ἡ κάθαρσις. Τί εἶναι δέ τό πῦρ (Ματθ. 3, 10); Τό κάψιμον κάθε ἀνοήτου πράγματος καί ἡ ἀναζωπύρωσις τοῦ πνεύματος. Τί εἶναι δέ ἡ ἀξίνη; Τό κόψιμον τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἔχει γεμίσει μέ ἀκαθαρσίας, ἔχει καταστῆ ἀθεράπευτος. Τί εἶναι δέ ἡ μάχαιρα (Ματθ. 10, 34); Ἡ τομή τήν ὁποίαν κάνει ὁ Λόγος καί ἡ ὁποία ξεχωρίζει τό κακόν ἀπό τό καλόν καί τόν πιστόν ἀπό τόν ἄπιστον καί ἡ ὁποία κάνει τόν υἱόν καί τήν θυγατέρα καί τήν νύμφην νά ἐπαναστατοῦν κατά τοῦ πατρός καί τῆς μητρός καί τῆς πενθερᾶς (Ματθ. 10, 35), καί τά νέα καί πρόσφατα (νά ἐπαναστατοῦν) κατά τῶν παλαιῶν τά ὁποῖα εἶναι σκιώδη.

Τί εἶναι δέ τό κορδόνι τοῦ ὑποδήματος (Ματθ. 3, 11), τό ὁποῖον δέν ἠμπορεῖς νά λύσῃς σύ ὁ ὁποῖος βαπτίζεις τόν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἔζησες εἰς τήν ἐρημίαν μέ νηστείαν, ὁ νέος Ἠλίας, ὁ ὁποῖος εἶσαι κάτι ἀνώτερον καί ἀπό προφήτην (Ματθ. 11, 9), ἐφόσον εἶδες καί ἐκεῖνον τόν ὁποῖον εἶχες προφητεύσει καί ὁ ὁποῖος συνδέεις τήν Παλαιάν μέ τήν Καινήν Διαθήκην; Τί εἶναι τοῦτο;

Ἐνδεχομένως ὁ λόγος περί τῆς ἐλεύσεως εἰς τήν γῆν καί περί τῆς σαρκός, τοῦ ὁποίου καί τό ἐλάχιστον ἀκόμη τμῆμα εἶναι ἀδύνατον νά γίνῃ κατανοητόν, ὄχι μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκόμη σαρκικόν φρόνημα καί εἶναι ἀκόμη νήπια εἰς τόν Χριστιανισμόν, ἀλλά καί εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαθέτουν τό Πνεῦμα τοῦ Ἰωάννου.
Ἀλλά καί ἀνεβαίνει ἀπό τό ὕδωρ ὁ Ἰησοῦς. Ἀνεβάζει δέ μαζί του καί τόν κόσμον καί βλέπει νά σχίζωνται οἱ οὐρανοί, τούς ὁποίους ὁ Ἀδάμ εἶχε κλείσει διά τόν ἑαυτόν του καί διά τούς ἀπογόνους του, ὅπως εἶχε κλείσει καί μέ τήν μάχαιραν τοῦ πυρός τόν Παράδεισον (Γεν. 3, 24).

Καί τό Πνεῦμα μαρτυρεῖ τήν Θεότητα (διότι τό ὅμοιον σπεύδει πρός τό ὅμοιον) καί ἡ φωνή ἀπό τούς οὐρανούς (Ματθ. 3, 17) (διότι ἀπ᾿ ἐκεῖ προερχόταν ἐκεῖνος διά τόν ὁποῖον ἐδίδετο ἡ μαρτυρία). Ἐμφανίζεται δέ ὡσάν περιστέρι (Λουκ. 3, 22) (διότι τιμᾷ τό σῶμα, ἀφοῦ καί αὐτό γίνεται Θεός μέ τήν θέωσιν, ὅταν αὐτή θεωρῆται ἀπό τήν πλευράν τοῦ σώματος) καί λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι ἀπό πολύ παλαιά συνηθισμένο νά φέρῃ τήν εὐχάριστον ἀγγελίαν τῆς παύσεως τοῦ κατακλυσμοῦ τό περιστέρι (Γεν. 8, 10 ἑ).

Ἐάν δέ κρίνῃς τήν θεότητα μέ ὄγκους καί μέ σταθμά, καί διά τόν λόγον αὐτόν σοῦ φαίνεται μικρόν τό Πνεῦμα, ἐπειδή παρουσιάζεται μέ μορφήν περιστεριοῦ, ὦ ἀνόητε καί μικρόψυχε διά τά πιό μεγάλα, εἶναι καιρός νά δυσφημίσῃς καί τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή παρομοιάζεται μέ ἕνα σπειρί ἀπό σινάπι (Ματθ. 13, 31 ἑ), καί νά ὑπερυψώνῃς τόν διάβολον πιό πολύ ἀπό τήν μεγαλειότητα τοῦ Ἰησοῦ, ἐπειδή αὐτός μέν ὀνομάζεται βουνό μέγα (Ζαχ. 4, 7) καί Λεβιάθαν καί βασιλεύς ὅσων εὑρίσκονται εἰς τά ὕδατα ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς ὀνομάζεται ἀρνίον (Ἰω. 1, 29) καί μαργαρίτης (Ματθ. 13, 46) καί σταγών καί ἄλλα παρόμοια.
Ἐπειδή δέ σήμερα πανηγυρίζομεν τό βάπτισμα καί πρέπει νά κακοπαθήσωμεν ὀλίγον πρός χάριν ἐκείνου ὁ ὁποῖος πρός χάριν μας ἔγινεν ὅπως ἐμεῖς καί ἐβαπτίσθη καί ἐσταυρώθη, ἄς ἐξετάσωμεν φιλοσοφικά κάτι σχετικόν μέ τήν διαφοράν τῶν βαπτισμάτων, διά νά φύγωμεν ἀπ᾿ ἐδῶ καθαρισμένοι.

Ὁ Μωϋσῆς ἐβάπτισεν εἰς τό ὕδωρ καί πρίν ἀπ᾿ αὐτό εἰς τήν νεφέλην καί εἰς τήν θάλασσαν (Ἐξ. 14, 23). Αὐτό δέ ἀποτελοῦσε σύμβολον, ὅπως πιστεύει καί ὁ Παῦλος. Ἡ θάλασσα τοῦ νεροῦ, ἡ νεφέλη τοῦ Πνεύματος, τό μάννα τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, καί τό ὕδωρ, τό ὁποῖον ἔπιναν, τοῦ οὐρανίου ποτοῦ (Α´ Κορ. 10, 1 ἑ). Καί ὁ Ἰωάννης ἐβάπτισεν, ἀλλά ὄχι τελείως ἰουδαϊκά, ἐπειδή δέν ἐβάπτισεν μόνον εἰς τό ὕδωρ ἀλλά καί εἰς τήν μετάνοιαν. Ὄχι ὅμως καί ὁλότελα πνευματικά, ἐπειδή δέν προσθέτει καί τό «εἰς τό Πνεῦμα».

Βαπτίζει καί ὁ Ἰησοῦς, ἀλλά εἰς τό Πνεῦμα. Αὐτό εἶναι ἡ τελειότης. Καί πῶς δέν εἶναι Θεός, διά νά γίνω καί λίγο παράτολμος, ἐκεῖνος ἀπό τόν ὁποῖον θά γίνῃς καί σύ Θεός; Γνωρίζω καί τέταρτον βάπτισμα, τό βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ αἵματος, εἰς τό ὁποῖον ἐβαπτίσθη καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καί τό ὁποῖον εἶναι πολύ πιό ἀξιοσέβαστον ἀπό τά ἄλλα, καθόσον δέν μολύνεται ἀπό μεταγενέστερα ἁμαρτήματα.

Γνωρίζω καί πέμπτον ἀκόμη, τό βάπτισμα τῶν δακρύων, τό ὁποῖον εἶναι ἀκόμη πιό ἐπίπονον, ὅπως «ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βρέχει κάθε νύκτα τό κρεββάτι καί τά στρώματά του μέ δάκρυα» (Ψαλ. 6, 7), τοῦ ὁποίου «αἱ πληγαί τῆς κακίας μυρίζουν ἄσχημα καί ἔχουν σαπίσει» (Ψαλ. 37, 6), ὁ ὁποῖος «πενθεῖ καί βαδίζει μέ σκυμμένο κεφάλι» (Αὐτόθι 7) καί ὁ ὁποῖος μιμεῖται τήν ἐπιστροφήν τοῦ Μανασσῆ καί τήν ταπείνωσιν τῶν κατοίκων τῆς Νινευΐ, ἡ ὁποία τούς ἐξησφάλισε τήν συγχώρησιν ( Ἰων. 3, 5), ὁ ὁποῖος, ἀκόμη, λέγει αὐτά τά ὁποῖα εἶπεν ὁ τελώνης εἰς τόν ναόν καί ἐκέρδισε τήν συγχώρησιν ἀντί διά τόν καυχησιάρην φαρισαῖον (Λουκ. 18, 13 ἑ), καί ὁ ὁποῖος σκύβει μέ ταπείνωσιν, ὅπως ἡ Χαναναία (Ματθ. 15, 22 ἑ), καί ζητεῖ νά τόν εὐσπλαχνισθοῦν καί νά τοῦ δώσουν ὡς τροφήν ψίχουλα, τήν τροφήν δηλαδή τήν ὁποίαν τρώγει ὁ σκύλος ὅταν εἶναι πολύ πεινασμένος.
Ἐγώ μέν λοιπόν (ἐπειδή ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῶον εὐμετάβλητον καί μεταβλητῆς φύσεως) καί τοῦτο τό δέχομαι μέ προθυμίαν, καί προσκυνῶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τό ἔδωσε, καί τό δίδω καί εἰς τούς ἄλλους, καί προσφέρω φιλανθρωπίαν ἔναντι τῆς φιλανθρωπίας ἡ ὁποία μοῦ προσφέρεται.

Διότι γνωρίζω ὅτι καί ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος ἀδύνατος, καί ὅτι μέ ὅποιο μέτρο θά κρίνω μέ τό ἴδιο θά κριθῶ (Ματθ. 7, 2). Σύ δέ τί λέγεις καί τί νόμους βγάζεις, ὦ νέε φαρισαῖε, ὁ ὁποῖος εἶσαι καθαρός μέν ὡς πρός τό ὄνομα ἀλλά ὄχι καί ὡς πρός τήν ψυχικήν διάθεσιν, καί ὁ ὁποῖος, ἐνῶ εἶσαι τό ἴδιο ἀδύνατος μέ τούς ἄλλους, διακηρύσσεις μέ ἔπαρσιν τάς δοξασίας τοῦ Νοβάτου; Δέν δέχεσαι τήν μετάνοιαν;

Δέν συγκινεῖσαι μέ τούς ὀδυρμούς; Δέν χύνεις οὔτε ἕνα δάκρυ; Μακάρι νά μήν συναντήσῃς οὔτε σύ τέτοιον κριτήν. Δέν σέβεσαι τήν φιλανθρωπίαν τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος πῆρε τάς ἀδυναμίας μας καί ἐσήκωσε τάς ἀσθενείας μας (Πρβλ. Ἠσ. 53, 4), ὁ ὁποῖος ἦλθε ὄχι διά τούς δικαίους, ἀλλά διά νά μετανοήσουν οἱ ἁμαρτωλοί (Λουκ. 5, 32), ὁ ὁποῖος «θέλει τήν εὐσπλαγνίαν περισσότερον ἀπό τήν θυσίαν» (Ὠσ. 6, 6), ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ τά ἁμαρτήματα ἑβδομήντα ἑπτά φοράς (Ματθ. 18, 22);

Πόσο ἀξιομακάριστη θά ἦταν ἡ ὑψηλοφροσύνη σου, ἄν ἦταν καθαρότης καί ὄχι ἀνόητη κενοδοξία, ἡ ὁποία θέτει νόμους ἀνωτέρους ἀπό τάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καί ἀντικαθιστᾷ τήν μετάνοιαν μέ τήν ἀπόγνωσιν. Διότι τό ἴδιο κακά εἶναι καί ἡ χωρίς σωφροσύνην συγχώρησις καί ἡ χωρίς συγχώρησιν καταδίκη, ἐπειδή ἡ μέν πρώτη ἀφήνει τελείως ἐλεύθερα τά χαλινάρια ἐνῶ ἡ δευτέρα προκαλεῖ ἀπόγνωσιν μέ τήν σκληρότητά της.

Δεῖξέ μου τήν καθαρότητά σου, καί τότε θά δεχθῶ νά ὑπερηφανεύεσαι. Τώρα ὅμως φοβοῦμαι μήπως, ἐνῶ εἶσαι γεμᾶτος ἀπό πληγάς, βάλης μέσα ἐκεῖνο τό ὁποῖον παραμένει ἀθεράπευτον. Οὔτε δέχεσαι μετανοημένον τόν Δαβίδ, ὁ ὁποῖος μέ τήν μετάνοιάν του διετήρησε τό προφητικόν του χάρισμα; Οὔτε τόν Πέτρον τόν μεγάλον, ὁ ὁποῖος ἔπαθε κάτι ἀνθρώπινον κατά τήν διάρκειαν τοῦ σωτηρίου πάθους (Ματθ. 26, 70); Ὁ Ἰησοῦς δέ τόν ἐδέχθη καί μέ τήν τριπλῆν ἐρώτησιν καί τήν τριπλῆν ὁμολογίαν ἐθεράπευσε τήν τριπλῆν ἄρνησιν (Ἰω. 21, 15-17).

Ἤ δέν δέχεσαι οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐτελειοποιήθη μέ τό αἷμα του; Καί αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς σκληρότητός σου. Οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος παρενόμησεν εἰς τήν Κόρινθον (Α´ Κορ. 5, 1-13); Ὁ Παῦλος δέ ὑπέδειξεν ὡς ποινήν τήν ἀγάπην, ἐπειδή εἶδε τήν διόρθωσιν καί τό αἴτιον τῆς διορθώσεως, «διά νά μήν χαθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχεν ἁμαρτήσει ἀπό τήν ὑπερβολικήν ἐπιτίμησιν» (Β´ Κορ. 2, 7).

Οὔτε ἐπιτρέπεις εἰς τάς νέας χήρας νά ὑπανδρεύωνται, ἐπειδή ἡ ἡλικία των εἶναι εὔκολον νά παρεκκλίνῃ πρός τήν ἁμαρτίαν; Αὐτό ὅμως τό ἐτόλμησεν ὁ Παῦλος (Α´ Τιμ. 5, 14), τοῦ ὁποίου σύ γίνεσαι διδάσκαλος, ὡσάν νά εἶχες ἀναβῆ μέχρι τόν τέταρτον οὐρανόν καί εἰς ἄλλον Παράδεισον, ὡσάν νά εἶχες ἀκούσει πιό ἀπόρρητα πράγματα, καί νά εἶχες ὁδηγήσει εἰς τό Εὐαγγέλιον μεγαλύτερον ἀριθμόν ἀνθρώπων.
Ἀλλά αὐτά δέν γίνονται μετά τό βάπτισμα, λέγει κάποιος. Ποία εἶναι ἡ ἀπόδειξις διά τοῦτο; Ἤ παρουσίαζε ἀποδείξεις, ἤ μήν κατακρίνῃς. Ἐάν δέ τό πρᾶγμα εἶναι ἀμφίβολον, ἄς ὑπερισχύῃ ἡ ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπον.

Ἀλλά ὁ Νοβᾶτος, λέγει, δέν ἐδέχθη ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχαν πέσει κατά τήν διάρκειαν τοῦ διωγμοῦ. Καί τί εἶναι αὐτό; Ἐάν μέν δέν εἶχαν μετανοήσει, τότε εἶχε δίκαιον, διότι οὔτε ἐγώ δέχομαι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέν μετανοοῦν, ἤ δέν μετανοοῦν ὅσο πρέπει, καί δέν παρουσιάζουν ὡς ἀντάλλαγμα διά τό κακόν τήν διόρθωσιν, καί ὅταν τούς δεχθῶ, τούς τοποθετῶ εἰς τήν ἀνάλογον θέσιν. Ἄν ὅμως δέν δέχεται ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν λυώσει ἀπό τά δάκρυα, δέν θά τόν μιμηθῶ.

Καί διατί θά πρέπει νά ἀποτελέσῃ νόμον δι᾿ ἐμέ ἡ μισανθρωπία τοῦ Νοβάτου, ὁ ὁποῖος τήν μέν πλεονεξίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δευτέραν εἰδωλολατρίαν (Ἐφ. 5, 5), δέν τήν κατεδίκασε, ἐνῶ κατεδίκασε τόσον σκληρά τήν πορνεία, ὡσάν νά ἦτο ἄσαρκος καί ἀσώματος; Τί λέγετε; Σᾶς πείθομεν μέ τούς λόγους αὐτούς; Ἐμπρός, ἐλᾶτε μαζί μέ μᾶς, τούς ἀνθρώπους! Ἄς δοξολογήσωμεν μαζί τόν Κύριον.

Ἄς μήν τολμήσῃ κανείς ἀπό σᾶς νά εἴπῃ, ἔστω καί ἄν ἔχῃ πολύ μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τόν ἑαυτόν του· «μή μέ ἀγγίσῃς διότι εἶμαι καθαρός» (Ἠσ. 65, 5), ἤ «καί ποῖος εἶναι ὅπως εἶμαι ἐγώ; ». Δῶστε καί σέ μᾶς ἀπό τήν λαμπρότητά σας. Ἀλλά δέν σᾶς πείθομεν; Τότε θά κλάψωμεν πρός χάριν σας. Αὐτοί μέν λοιπόν, ἄν μέν θέλουν, ἄς ἀκολουθήσουν τόν δρόμον μας καί τόν δρόμον τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέ δέν θέλουν, τότε ἄς ἀκολουθήσουν τόν δρόμον των.

Ἴσως εἰς ἐκεῖνον νά βαπτισθοῦν ἀπό τήν φωτίαν, τό τελευταῖον βάπτισμα καί τό πιό ἐπίπονον καί πιό μακροχρόνιον, τό ὁποῖον κατακαίει τήν ὕλην, ὡσάν χόρτον, καί ἐξαφανίζει τήν ματαιοδοξίαν κάθε κακίας.
Ἐμεῖς δέ ἄς τιμήσωμεν σήμερα τό βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ καί ἄς τό ἑορτάσωμεν σωστά μέ τό νά εὐφραινώμεθα πνευματικά καί ὄχι νά περιποιούμεθα τήν κοιλίαν μας. Θά εὐφρανθοῦμεν δέ μέ ποῖον τρόπον; «Λουσθῆτε διά νά καθαρισθῆτε» (Ἠσ. 1, 16).

Ἄν μέν εἶσθε κόκκινοι ἀπό τήν ἁμαρτίαν καί ὀλιγώτερον κόκκινοι ἀπό τό αἷμα, τότε νά γίνετε λευκοί ὅπως τό χιόνι. Ἄν δέ εἶσθε κόκκινοι καί ἄνθρωποι γεμᾶτοι ἀπό αἵματα, τότε ἄς φθάσετε ἔστω καί τήν λευκότητα τοῦ μαλλιοῦ.

Πάντως καθαρισθῆτε καί φροντίζετε νά καθαρίζεσθε, ἐπειδή μέ τίποτε ἄλλο δέν χαίρεται τόσον πολύ ὁ Θεός, ὅσο μέ τήν διόρθωσιν καί τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, χάριν τοῦ ὁποίου ἔχουν λεχθῆ τά πάντα καί ἔχουν δοθῆ ὅλα τά μυστήρια, διά νά γίνετε φωτεινά ἀστέρια διά τόν κόσμον (Φιλιπ. 2, 15) καί δύναμις ζωτική διά τούς ἄλλους ἀνθρώπους.

Διά νά παρουσιασθῆτε ὡσάν τέλεια φῶτα εἰς τό μεγάλο φῶς, καί νά μυηθῆτε εἰς τήν φωταγωγίαν ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό ἐκεῖ, παίρνοντες φῶς καθαρώτερον καί δυνατότερον ἀπό τήν Τριάδα, τῆς ὁποίας σήμερα ἔχετε ὑποδεχθῆ τήν μίαν αὐγήν ἀπό τήν Θεότητα, εἰς τό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, εἰς τόν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ ἐξουσία εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Μεγάλου Βασιλείου

25 Δεκεμβρίου, 2019

… Τί νὰ σοῦ κάνω ἄνθρωπέ μου; Ἐνῶ ὁ Θεὸς κατοικοῦσε στὰ ὕψη, δὲν προσπάθησες νὰ τὸν συναντήσεις· ὅταν συγκατατέθηκε νὰ κατεβεῖ σὲ σένα καὶ μὲ σάρκα νὰ σοῦ ὁμιλεῖ, δὲν τὸν παραδέχτηκες, ἀλλά ψάχνεις νὰ βρεῖς τὸν τρόπο πῶς θὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν Θεό.

Νὰ ξέρεις ὅτι γι’ αὐτόν τὸν λόγο ὁ Θεὸς ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα, ἐπειδὴ ἔπρεπε αὐτή ἡ καταραμένη σάρκα νὰ ἁγιασθεῖ, αὐτή πού ἐξασθένησε νὰ ἐνδυναμωθεῖ, αὐτή πού ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ συμφιλιωθεῖ μ’ αὐτόν, αὐτή πού διώχτηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο νὰ ἀνεβεῖ στὸν οὐρανό.

Ποιὸς εἶναι ὁ χῶρος ὅπου πραγματοποιεῖται τὸ σωτήριο αὐτό σχέδιο; Τὸ σῶμα τῆς ἁγίας Παρθένου. Ποιὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα τῆς γεννήσεως; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου, πού κάλυψε τὴ Θεοτόκο. Μᾶλλον ἄκουσε αὐτά τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου πού λένε: «Ἡ μητέρα του ἡ Μαρία ἀρραβωνιάστηκε μὲ τὸν Ἰωσήφ. Προτοῦ ὅμως νὰ συνευρεθοῦν ἔμεινε ἔγκυος μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁίου Πνεύματος». Ἐνῶ ἦταν παρθένος καὶ ἀρραβωνιασμένη μὲ κάποιον, κρίθηκε κατάλληλη νὰ διακονήσει τὸ μυστήριο τῆς Θείας οἰκονομίας, ὥστε καὶ ἡ παρθενία νὰ τιμηθεῖ καὶ ὁ γάμος νὰ μὴν ἐξευτελιστεῖ.

Ἡ παρθενία διαλέχτηκε σὰν κατάλληλη γιὰ ἁγιασμό, μὲ τὴ μνηστεία συμπεριλήφθηκαν τὰ στοιχεῖα τοῦ γάμου. Συγχρόνως γιὰ νὰ εἶναι καὶ ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀνάλογος μάρτυρας τῆς ἁγνότητας τῆς Μαρίας καὶ γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐκτεθειμένος στοὺς συκοφάντες, ὅτι τάχα αὐτή βεβήλωσε τὴν παρθενία, τὸν εἶχε μνηστήρα φύλακα τῆς ζωῆς της.

Ἔχω καὶ κάποιον ἄλλο λόγο νὰ πῶ ἐφάμιλλο μ’ αὐτούς πού εἰπώθηκαν, ὅτι ὁ κατάλληλος γιὰ τὴν ἔνανθρωπιση τοῦ Κυρίου χρόνος, ἀπὸ παλιὰ ὁρισμένος καὶ διαταγμένος πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχή τοῦ κόσμου, ἐκείνη τὴ στιγμὴ εἶχε φτάσει· τότε ἔπρεπε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου νὰ δώσουν ὑπόσταση σὲ ἐκείνη τὴ θεοφόρο σάρκα.

Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε σὲ ἐκείνη τὴ γενιὰ τῶν ἀνθρώπων κάποια ἰσότιμη στὴν καθαρότητα μὲ τὴ Μαρία, ὥστε νὰ ὑποδεχτεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος −εἶχε βέβαια ἐξασφαλισθεῖ προηγουμένως μὲ τὴ μνηστεία− διαλέχτηκε ἡ μακαρία Παρθένος χωρὶς νὰ βλαφτεῖ κάτι ἀπὸ τὴν παρθενία της ἐξαιτίας τῆς μνηστείας της.

Ἔχει διατυπώσει κάποιος ἀπό τούς παλιοὺς κι ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι γιὰ νὰ ξεγελαστεῖ ὁ ἄρχοντας τοῦ κακοῦ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, δηλαδὴ ὁ Διάβολος, ἀπὸ τὴν παρθενία τῆς Μαρίας, γι’ αὐτό ἐπινοήθηκε ἡ μνηστεία τοῦ Ἰωσήφ. Γιατί τὸ πρόσχημα τῆς μνηστείας γύρω ἀπὸ τὴν Παρθένο ἐπινοήθηκε κατὰ κάποιο τρόπο γιὰ τὴν ἔπαρση τοῦ πονηροῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ παλιὰ παρακολουθοῦσε τὶς παρθένες ἀπὸ τότε πού ἄκουσε τὸν Προφήτη νὰ λέει:

«Νά, ἡ παρθένος θὰ συλλάβει μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο καὶ θὰ γεννήσει γιό». Ξεγελάστηκε λοιπὸν μὲ τὴ μνηστεία ὁ ἐχθρός τῆς παρθενίας. Γιατί γνώριζε τὴν καταστροφὴ τῆς ἐξουσίας του, πού ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ μὲ τὴ σαρκικὴ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου.

«Προτοῦ ὅμως συνευρεθοῦν, ἔμεινε ἔγκυος μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καὶ τὰ δύο, δηλαδὴ καὶ τὴν κύηση καὶ τὴν αἰτία της, διαπίστωσε ὁ Ἰωσὴφ ὅτι προέρχονταν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐπειδὴ φοβήθηκε νὰ θεωρεῖται ἄνδρας τέτοιας γυναίκας «ἀποφάσισε νὰ διαλύσει τὸν ἀρραβώνα χωρὶς τὴν ἐπίσημη διαδικασία», χωρὶς νὰ τολμήσει νὰ κάνει γνωστὰ τὰ σχετικὰ μ’ αὐτήν τὴν ὑπόθεση. Ἐπειδὴ ἦταν δίκαιος, τοῦ ἀποκαλύφθηκαν τὰ μυστήρια.

«Ὅταν ὅμως κατέληξε σ’ αὐτήν τὴ σκέψη, τοῦ ἐμφανίσθηκε στὸν ὕπνο του ἕνας ἄγγελος σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοῦ εἶπε- “Μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, τὴ γυναίκα σου. Οὔτε νὰ βάλεις στὸ μυαλό σου τὴ σκέψη, ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ ἀστήρικτες ὑπόνοιες νὰ συγκαλύψεις τὴν ἁμαρτία. Ὀνομάστηκες δίκαιος καὶ δὲν ταιριάζει σὲ δίκαιο ἄνθρωπο μὲ τὴ σιωπή του νὰ σκεπάζει τὶς ἁμαρτίες. Μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, τὴ γυναίκα σου”». Ἀπέδειξε ὁ Ἰωσὴφ πώς δὲν ἀγανακτοῦσε οὔτε ἔνιωθε ἀποτροπιασμό, ἀλλά ὅτι σεβόταν τὴ Μαριάμ, ἐπειδὴ ἦταν πλήρης ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα. «Γιατί τὸ παιδὶ πού περιμένει προέρχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα».

Ἀπ’ αὐτό τὸ γεγονὸς γίνεται ὁλοφάνερο ὅτι ἡ σύσταση τῆς σάρκας τοῦ Κυρίου δὲν ἦταν ὅμοια μὲ τὴν κοινὴ φύση τῆς σάρκας. Γιατί ἀμέσως τὸ ἔμβρυο ἦταν τέλειο κατὰ σάρκα καὶ δὲν σχηματίστηκε μὲ διαδοχικὰ στάδια, ὅπως τὸ δηλώνουν οἱ σημασίες τῶν λέξεων. Δὲν εἰπώθηκε «αὐτό πού κυοφορήθηκε», ἀλλά «αὐτό πού γεννήθηκε». Ἐπειδὴ ἡ σάρκα διαμορφώθηκε ἀπὸ ἁγιωσύνη, ἦταν ἄξια νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴ θεότητα τοῦ Μονογενῆ.

«Θὰ γεννήσει γιὸ καὶ θὰ τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα Ἰησοῦς». Ἔχουμε παρατηρήσει ὅτι ὅπου μπαίνουν ἐπίτηδες ὀνόματα, αὐτά ὑποδηλώνουν τὴ φύση πού κρύβεται πίσω τους, ὅπως παραδείγματος χάριν τὰ ὀνόματα Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰσραήλ. Γι’ αὐτό καὶ τώρα ὀνομάζεται Ἰησοῦς, δηλαδὴ «Σωτηρία τοῦ λαοῦ».

Ἤδη τὸ προκαθορισμένο πρὶν ἀπὸ αἰῶνες μυστήριο καὶ τὸ ὁποῖο ἀπὸ παλιὰ διακηρύχθηκε, πραγματοποιοῦνταν. «Νά, ἡ παρθένος θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει γιὸ καὶ θὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ, πού σημαίνει, Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας». Καὶ ἡ παλιὰ γνωστὴ ὀνομασία ὁλόκληρου τοῦ μυστηρίου ἔχει τὴν ἑρμηνεία της, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσα στοὺς ἄνθρωπους, ἐπειδὴ ἑρμηνεύεται, λέει, τὸ Ἐμμανουὴλ «Ὃ Θεὸς εἶναι μαζί μας».

Κανεὶς λοιπὸν νὰ μὴν ἀλλάξει γνώμη ἐξαιτίας τῶν ἰουδαϊκῶν ὕβρεων, οἱ ὁποῖες λένε ὅτι ὁ προφήτης ὀνόμασε τὴ Μαριὰμ νεάνιδα κι ὄχι παρθένο. Λένε: «Νά, ἡ νεάνιδα θὰ μείνει ἔγκυος».

Πρῶτα βέβαια αὐτό πού ἔδωσε ὁ Κύριος ὡς σημεῖο εἶναι τὸ πιὸ παράδοξο ἀπ’ ὅλα, δηλαδὴ αὐτό πού ὄντας κοινὸ νὰ θεωρεῖται πώς εἶναι παραδεκτὸ ἀπ’ ὅλη τὴ φύση. Γιατί τί λέει ὁ Προφήτης; «Μίλησε ὁ Κύριος καὶ πάλι στὸν Ἀχαζ καὶ εἶπε: “Γιὰ νὰ πιστέψεις αὐτά πού εἶπα, ζήτησε νὰ γίνει κάποιο σημεῖο ἀπὸ τὸν Κύριο τὸν θεό σου ἡ στὰ βάθη τῆς γῆς ἡ στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ”.

Ἀπάντησε ὁ “Ἄχαζ: “Δὲν πρόκειται ἐγώ νὰ ζητήσω κάτι τέτοιο καὶ δὲν θὰ βάλω σὲ πειρασμὸ τὸν Κύριο”». Ἔπειτα ἀπὸ μερικὰ ἄλλα λέγει: «Γι’ αὐτό θὰ δώσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος σὲ σᾶς σημεῖο, δηλαδὴ μεγάλο καὶ καταπληκτικὸ θαῦμα. Νά, ἡ παρθένος θὰ συλλάβει».

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Ἄχαζ δὲν ζήτησε νὰ γίνει σημεῖο βαθιὰ στὴ γῆ ἡ ψηλὰ στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι αὐτός πού κατέβηκε στὰ βάθη τῆς γῆς εἶναι ὁ ἴδιος πού ἀνέβηκε πάνω ἀπό τούς οὐρανούς, γι’ αὐτό ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔδωσε σημεῖο, ἕνα σημεῖο κάπως παράδοξο καὶ ἀλλόκοτο καὶ πάρα πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοινὴ φύση, δηλαδὴ ἡ ἴδια γυναίκα νὰ εἶναι καὶ παρθένος καὶ μητέρα καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὸν ἁγιασμὸ τῆς παρθενίας καὶ νὰ κληρονομεῖ τὴν εὐλογία τῆς τεκνογονίας.

Ἂν μερικοὶ ἀπό τούς μεταφραστὲς τῆς ἑβραϊκῆς γλώσσας μετὲφρασαν γράφοντας ἀντὶ τὴ λέξη παρθένος τὴ λέξη νεάνιδα, αὐτό δὲν βλάπτει καθόλου τὴ μετάφραση τῆς Γραφῆς.

Γιατί συναντήσαμε μὲ τὴν ἐπαφή μας μὲ τὴ Γραφὴ πολλὲς φορὲς νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἡ λέξη νεάνιδα ἀντὶ παρθένος, ὅπως παραδείγματος χάριν στὸ Δευτερονόμιο πού λέει:

«Ἂν ἕνας ἄνδρας συναντήσει μιὰ παρθένο, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μνηστευμένη, καὶ τὴν βιάσει ἀφοῦ κοιμηθεῖ μαζί της καὶ ἀνακαλυφθεῖ αὐτός πού διέπραξε αὐτό τὸ ἀδίκημα, θὰ δώσει αὐτός ὁ ἄνθρωπος στὸν πατέρα τῆς νεαρῆς πενήντα ἀργυρά δίδραχμα».

5. «Ὅταν ξύπνησε, πῆρε σπίτι του τὴ γυναίκα του». Καὶ παρόλο πού ἔνιωθε τὴν κατάλληλη διάθεση καὶ στοργὴ καὶ κάθε φροντίδα πού μᾶς ἐπιβάλλει ἡ συγκατοίκηση, ἀφοῦ τὴ θεωροῦσε γυναίκα του, ἀπεῖχε ἀπὸ τὰ συζυγικά του καθήκοντα

. Λέει ἡ Γραφή: «Καὶ δὲν εἶχε συζυγικὲς σχέσεις μαζί της, ὡσότου γέννησε τὸν Υἱό της, τὸν πρωτότοκο». Αὐτό δημιουργεῖ ἤδη τὴν ὑπόνοια, ὅτι μετὰ τὴν καθαρὴ διαδικασία τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἴσως ἡ Μαρία δὲν ἀρνήθηκε νὰ ἐκτελέσει τὰ νόμιμα συζυγικά της καθήκοντα. Ἂν καὶ δὲν βλάπτεται καθόλου ὁ εὐλαβής λόγος

—γιατί ἡ παρθενία ἦταν ἀναγκαία μέχρι νὰ ἐξυπηρετηθεῖ τὸ σχέδιο τῆς Θείας οἰκονομίας, ἐνῶ τὰ παραπέρα εἶναι ἄσχετα μὲ τὴν πορεία τοῦ μυστηρίου—,

ὅμως ἐπειδὴ οἱ φιλόχριστοι δὲν ἀνέχονται νὰ ἀκοῦν ὅτι κάποτε σταμάτησε ἡ Θεοτόκος νὰ εἶναι παρθένος, ἐγώ θεωρῶ αὐτές τὶς ἀποδείξεις πειστικές.

Σχετικὰ μὲ τὸ χωρίο πού λέει ὅτι: «Δὲν εἶχε συζυγικὲς σχέσεις μαζί της, ὡσότου γέννησε τὸν Υἱό της», ἡ λέξη «ὡσότου» σὲ πολλὲς περιστάσεις φαίνεται πώς ὑποδηλώνει κάποιον χρονικὸ περιορισμό, στὴν πραγματικότητα ὅμως δείχνει κάτι ἀόριστο.

Παρόμοιο εἶναι κι αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος: «Κι ἐγώ θὰ εἶμαι μαζί σας πάντα, ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου». Ὁ Κύριος βέβαια δὲν ἐπρόκειτο μετὰ ἀπ’ αὐτήν τὴ ζωὴ νὰ μὴ βρίσκεται μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους.

Ἐδῶ ἡ ὕποσχεση τοῦ παρόντος δηλώνει τὸ αἰώνιο, δὲν εἶναι διαγραφὴ τοῦ μέλλοντος. Μὲ τὴν ἴδια σημασία ἰσχυρίζομαι ὅτι καὶ σ’ αὐτό τὸ σημεῖο χρησιμοποιήθηκε τὸ «ὡσότου».

Ἐπειδὴ ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἡ λέξη «πρωτότοκος», δὲν πρέπει καθόλου νὰ συνδέεται ἡ λέξη πρωτότοκος μὲ μεταγενέστερα παιδιά, γιατί πρωτότοκος ὀνομάζεται αὐτός πού πρῶτος διανοίγει τὴ μήτρα. Μᾶς διδάσκει ἐπὶ πλέον καὶ ἡ ἱστορία τοῦ Ζαχαρία, ὅτι ἡ Μαρία ἦταν παρθένος γιὰ ὅλη της τὴ ζωή.

Ὑπάρχει μιὰ πληροφορία, πού ἔφτασε σὲ μᾶς μὲ τὴν παράδοση, πού λέει ὅτι ἐπειδὴ ὁ Ζαχαρίας στὸν προορισμένο γιὰ τὶς παρθένες χῶρο τοῦ ναοῦ τοποθέτησε τὴ Μαριὰμ μετὰ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτό σκοτώθηκε ἄγρια μεταξύ του ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου, ἀφοῦ κατηγορήθηκε ἀπὸ τὸν λαό, ὅτι μ’ αὐτή τὴν πράξη του κατασκεύασε τὴ γνωστὴ παράδοξη καὶ πολυσυζητημένη ἄποψη, πού ἔλεγε ὅτι γέννησε ἡ παρθένος χωρὶς νὰ καταστρέψει τὴν παρθενία της.

Ἀπὸ την σοφὶα τοῦ Ἁγὶου Πορφυρὶου

2 Δεκεμβρίου, 2019
Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος πορφυριος
ΜΗΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΙΣ ΚΑΝΕΝΑΝ

Μὴν ταπεινώσεις κανέναν ἄνθρωπο μὲ τὰ λόγια σου ἢ μὲ τὴν συμπεριφορά σου, γιὰ νὰ φανεῖς ἐσὺ ὁ νικητὴς καὶ ὁ συνάνθρωπός σου ἐξευτελισμένος στὰ μάτια ἄλλου συνανθρώπου σου.

Αὐτὸ ποτὲ νὰ μὴν τὸ κάνεις!
………………………………………………………………………………………………………………………………………………

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ…

– Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ στέλνει καλὴ δύναμη. Ἡ καλὴ δύναμη πάει πλούσια, ἀλλὰ ἁπαλά, σὰν «θροῦς», ὅπως τὸ γράφει στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Μπορεῖς νὰ μάθεις νὰ στέλνεις, εἶναι τέχνη.
– Ἄχ, μάθετέ το μου!
– Μαθαίνεται αὐτό;
……………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Μπορεῖ ὁ ἄλλος νὰ σὲ μισεῖ, ἀλλὰ νὰ σοῦ μιλάει μὲ καλὸ τρόπο ἐξωτερικά, νὰ σοῦ λέει καλὰ λόγια, νὰ σὲ παροτρύνει νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία. Δὲν πιάνει ὅμως ὁ λόγος του, γιατὶ ἡ κακὴ δύναμη ἐξαπολύεται, τοῦ ξεφεύγει…

Φθεῦμα λαθραῖον κενὸν οὐ πορεύσεται (= Ὁ κρυφὸς λόγος δὲν πορεύεται ἄπρακτος)
……………………………………………………………………………………………………………………………………………..

 

ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΕ. Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ ΠΟΛΥ

Ὁ Γέροντας, καθισμένος κάτω ἀπὸ ἕνα πεῦκο, ἕνα καλοκαιρινὸ ἀπόγευμα, μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὴν ἀπεριόριστη ἐμπιστοσύνη ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ: «Ξέρετε, αὐτὸ ποὺ λέει ἡ Γραφή “καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν ἠριθμημέναι εἰσί”, εἶναι πραγματικότητα. Ἔτσι εἶναι.

Τίποτε στὴ ζωή μας δὲν εἶναι τυχαῖο. Ὁ Θεὸς φροντίζει ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς πιὸ μικρὲς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας. Δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ μᾶς, δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν κόσμο. Μᾶς ἀγαπᾶ πολύ, μᾶς ἔχει στὸ νοῦ του κάθε στιγμὴ καὶ μᾶς προστατεύει. Πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ καὶ νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε».

………………………………………………………………………………………………………………………………………………
ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΣΑΚΩΘΕΙΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ— Οὔτε μιὰ φορὰ δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἀκούσουν τὰ παιδιά σας νὰ τσακώνεστε, ἤ, ἔστω, νὰ ὑψώνετε τὸν τόνο τῆς φωνῆς σας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον.

— Μὰ εἶναι δυνατὸ αὐτό, Γέροντα;

— Καὶ βέβαια εἶναι. Καὶ μάλιστα ἔτσι, ὅπως σᾶς τὸ λέω: οὔτε μιὰ φορά!

…………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Ἀνάλογα μὲ τοὺς πειρασμούς, εἶναι καὶ τὰ στεφάνια. Γι’ αὐτὸ κι οἱ μεγαλομάρτυρες τιμοῦνται μὲ ἰδιαίτερο σεβασμό. Ὁ σωστὰ σκεπτόμενος ἄνθρωπος δὲν ἀγανακτεῖ γιὰ τὸν πειρασμὸ ποὺ τοῦ παραχώρησε ὁ Κύριος, ἀλλὰ χαίρεται κι εὐχαριστεῖ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ γίνεται

…………………………………………………………………………………………………………………………………………….
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΑΚΟΗ
Μοῦ ἔλεγε ὁ Παππούλης:“Ὅσο πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιὸ πολὺ στενοχωριέται καὶ ταλαιπωρεῖται ἀπὸ διάφορα πράγματα.  Πρέπει νὰ πηγαίνουμε στὸν πνευματικόι μας ὅταν ἔχουμε κάτι ποὺ μᾶς βασανίζει”.
“Νὰ ἐξομολογεῖσαι τακτικὰ καὶ καλά, γιατὶ καὶ Πατριάρχης νὰ εἶσαι, ἂν δὲν ἐξομολογεῖσαι, δὲν σώζεσαι”, μοῦ εἶπε μιὰ ἄλλη φορά.
Ἔλεγε ώς, μὲ τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως ὅ,τι εἶναι πεσμένο χάμω ἀνορθώνεται. Μᾶς εἶπε κάποτε τὴ συγκινητικὴ περίπτωση ἑνὸς μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε πάει μικρὸς στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ εἶχε πολλὰ χαρίσματα, ποὺ τὸν ἔκαμναν νὰ νιώθει ὅτι ζοῦσε μέσα στὸν παράδεισο.
Μιὰ ἡμέρα δὲν ἔκανε ὑπακοὴ σὲ κάτι, ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντάς του, καὶ τοῦ ἔφυγε τότε ὅλη αὐτὴ ἡ χαριτωμένη κατάσταση. Ὅταν γύρισε ὁ Γέροντάς του κι ἔκανε ἐξομολόγηση καὶ διαβάστηκε ἡ συγχωρητικὴ εὐχή, ἀμέσως ἐπανῆλθε ἡ κατάσταση ἐκείνη τῆς χάριτος, τὴν ὁποία εἶχε ἀπολέσει.
Ὁ Γέρων Πορφύριος τόνιζε πάντοτε ὅτι, ὅταν εἴμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅταν συμμετέχουμε στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἴμαστε μέσα στὸν παράδεισο. Καὶ ὅτι, ὅσο πιὸ πολὺ συμμετέχουμε στὰ Μυστήρια, τόσο πιὸ πολὺ εἴμαστε στὴν αἰώνια ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε μᾶς θύμιζε τὴ ρήση τοῦ Κυρίου μας: “Ὁ πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον”.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………….

ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΩΝ

Τὸ νὰ τρῶμε καὶ νὰ πίνουμε ἀπ’ ὅλα ὅσα μᾶς παραθέτουν, εὐχαριστώντας τὸν Θεό, δὲν εἶναι καθόλου ἀντίθετο μὲ τὴν πνευματικὴ γνώση· γιατὶ ὅλα τὰ δημιουργήματα εἶναι πολὺ καλά. Τὸ νὰ ἀπέχουμε ὅμως εὐχαρίστως ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ εὐχάριστα φαγητά, αὐτὸ εἶναι δεῖγμα μεγαλύτερης πνευματικῆς διακρίσεως καὶ γνώσεως. Ὡστόσο, δὲν θὰ καταφρονήσουμε εὐχαρίστως τὰ εὐχάριστα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἂν μὲ ὅλη μας τὴν πνευματικὴ αἴσθηση καὶ μὲ πληροφορία καρδιᾶς δὲν γευθοῦμε τὴ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν τὸ σῶμα εἶναι βαρὺ ἀπὸ πολλὰ φαγητά, κάνει τὸ νοῦ δειλὸ καὶ δυσκίνητο· ἐνῶ ὅταν ἀτονεῖ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, κάνει τὸ θεωρητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς νὰ γίνεται σκυθρωπὸ καὶ νὰ ἀποφεύγει τοὺς λόγους.

Πρέπει λοιπὸν νὰ κανονίζουμε τὶς τροφὲς ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση τοῦ σώματος, ὥστε, ὅταν εἶναι ὑγιές, νὰ χαλιναγωγεῖται ὅπως πρέπει, καὶ ὅταν εἶναι ἄρρωστο, νὰ περιθάλπεται μὲ μέτρο. Γιατὶ δὲν πρέπει νὰ ἀτονεῖ στὸ σῶμα ὁ ἀγωνιστής, ἀλλὰ νὰ ἔχει τὴν ἀπαραίτητη ἀντοχὴ γιὰ τὸν ἀγώνα, ὥστε καὶ οἱ σωματικοὶ κόποι νὰ συμβάλλουν ἀνάλογα στὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς.
Ὅταν ἡ κενοδοξία μᾶς φλογίζει πολὺ νὰ ἐπιδειχτοῦμε, βρίσκοντας ἀφορμὴ τὴν ἐπίσκεψη ἀδελφῶν ἢ ξένων, καλὸ εἶναι κατὰ τὸ χρόνο αὐτὸ νὰ ἀφήνουμε τὴ συνηθισμένη [αὐστηρὴ] δίαιτά μας. Ἔτσι θὰ διώξουμε τὸ δαίμονα τῆς κενοδοξίας ἄπρακτο, καὶ θὰ τὸν κάνουμε νὰ πενθεῖ περισσότερο γιὰ τὴν ἐπίθεση ποὺ μᾶς ἔκανε, καὶ ἄριστα θὰ ἐκπληρώσουμε τὸ νόμο τῆς ἀγάπης, καὶ μὲ τὴ συγκατάβαση δὲν θὰ φανερώσουμε τὸ μυστικὸ τῆς ἐγκράτειας.
 ……………………………………………………………………………………………………………………………………….
 Συχνὰ οἱ προσκυνητὲς ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν Γέροντα νὰ προσευχηθεῖ γιὰ ἐκείνους καὶ γιὰ ἀγαπημένα τους πρόσωπα καὶ πάντοτε ὁ Γέροντας ὑποσχόταν πὼς θὰ τὸ πράξει. Μοῦ γεννήθηκε ἡ ἀπορία: Πῶς μπορεῖ ὁ Γέροντας νὰ θυμᾶται ἑκατοντάδες ὀνόματα; Μιὰ μέρα ποὺ μιλούσαμε γιὰ τὴν προσευχή, στρέφεται ξαφνικὰ καὶ μοῦ λέει:- Θὰ μὲ ρωτήσεις ἴσως, πῶς θυμᾶμαι στὴν προσευχή μου τόσα ὀνόματα. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος. Λέω, Κύριε, ἐλέησον τὸν Γιῶργο, τὸ Νίκο, τὴ Μαρία, τὴν Κατερίνα – ὅσα ὀνόματα θυμᾶμαι – καὶ ὅλους ὅσους μοῦ παρήγγειλαν νὰ προσεύχομαι γι’ αὐτοὺς καὶ ξέχασα τὰ ὀνόματά τους. Κι ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν εἶναι πατὴρ Πορφύριος νὰ ξεχνᾶ, ἀλλὰ θυμᾶται ὅλα τὰ ὀνόματα, ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἐλεεῖ ὅλους.
Θαύμασα τὴ θεία φώτισή του καὶ ρώτησα:
– Καὶ τί λέτε, Γέροντα, γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους στὴν προσευχή σας;
Κι ὁ Γέροντας, μὲ τὸν πιὸ φυσικὸ τρόπο, μοῦ ἀπάντησε:
– Ἔ, νά! Λέω πρῶτα, Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με.
– Ἐλέησόν με, λέτε; Μὰ αὐτοὶ σᾶς ζήτησαν νὰ προσευχηθεῖτε γιὰ κείνους, ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀντέτεινα μὲ ἀπορία.
Κι ὁ Γέροντας, γιὰ ἄλλη μιὰ φοά, μὲ κατέλαβε ἐξ ἀπροόπτου, λέγοντας:
– Καλά, ἐσὺ δὲν ξέρεις ὅτι, ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἐλεήσει ἐμένα, δὲν ἐλεεῖ οὔτε ἐσένα; Δὲν ξέρεις ὅτι ἐσὺ καὶ ἐγὼ εἴμαστε ἕνα;Ἁπλά λόγια, ἀλλὰ μὲ πολὺ, πάρα πολὺ μεγάλο βάθος. Τόσο βάθος, ὥστε ὁ Γέροντας σὲ ἄλλη συζήτηση νὰ πεῖ, ὅτι σ’ αὐτὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἑνότητός μας μὲ τὸν ἄλλον κρύβεται τὸ μυστικὸ τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Ἀργότερα, διαβάζοντας φιλοπατερικὰ βιβλία, ἔβλεπα ἐκεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη πρὸς τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὸν προσωπικό μας ἁγιασμό. Θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ π. Πορφυρίου, ὅταν διάβαζα τὴ βιογραφία τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, ποὺ ἔλεγε: “Ἀπόκτησε τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ μέσα σου καὶ χιλιάδες ἄνθρωποι θὰ σωθοῦν γύρω σου”. Καὶ μήπως αὐτὸ δὲν συνέβαινε στὸν π. Πορφύριο; Ὅσο γιὰ ἐκεῖνο τὸ ἐκπληκτικὸ “ἐγὼ κι ἐσὺ εἴμαστε ἕνα”, πιστεύω ὅτι ἰσχύει, δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ, γιὰ τὸν Γέροντα, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ ζωή του πραγματοποίησε τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου “ἵνα πάντες ἓν ὦσι”.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
 Ὁ π. Πορφύριος, ἂν καὶ λυπόταν, δὲ θύμωνε ὅταν ἔβλεπε νὰ τὸν ἐπισκέπτονται ψυχὲς νωθρές, ὀκνηρές, ἐγωκεντρικές, ἀνέτοιμες. Ἦταν ἀπεριόριστα ἀνεκτικὸς καὶ συγκαταβατικὸς στὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι γιὰ νὰ τὶς δικαιολογήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ κεντρίσει τὸ φιλότιμό μας νὰ τὶς πολεμήσουμε.
Γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει στὸν πόλεμο αὐτό, προσέφευγε στὴ χρήση τῶν χαρισμάτων του, ποὺ γέμιζαν τὴν ψυχὴ τῶν ἐπισκεπτῶν μὲ ἔκπληξη καὶ δέος. Μερικὲς φορὲς ἱκανοποιοῦσε, μὲ τρόπο θαυματουργικό, αἰτήματα τῶν προσκυνητῶν, ἀλλὰ ποτὲ χωρὶς βαθύτερη πνευματικὴ ἀναφορά. Δὲν ἀπέβλεπε νὰ γίνει προσωρινὰ ἀρεστός, ἀλλὰ μονίμως χρήσιμος. Καὶ ὄντως, θὰ ἀδικοῦσε τοὺς προσκυνητές, ἂν περιοριζόταν στὸ νὰ τοὺς λύσει τὰ πρόσκαιρα προβλήματά τους, κρατώντας γι’ αὐτοὺς κλειστὴ τὴν πόρτα τοῦ παραδείσου, ὅπου δὲν ὑπάρχουν πλέον προβλήματα.
Ὅταν ὅμως ἔβλεπε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν δυνατότητες γι’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ ἀναφορὰ στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, ἐξαιτίας ἐγωιστικῶν ἀντιστάσεων, δὲ χρησιμοποιοῦσε τὰ χαρίσματά του, γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνει τὴ θέση τῶν ἐπισκεπτῶν μὲ δωρεές, ποὺ τοὺς προσφέρθηκαν καὶ τὶς ἄφησαν ἀναξιοποίητες. Περίμενε νὰ καμφθοῦν οἱ ἀντιστάσεις. Σιωποῦσε τότε, ἀλλὰ δὲν ἀδιαφοροῦσε γι’ αὐτούς. Τοὺς βοηθοῦσε μὲ τὴν προσευχή του, ποὺ ἦταν πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἀπὸ τὰ λόγια του. Δὲν ἄφηνε κανέναν ἀβοήθητο, ἔστω κι ἂν παρεξηγοῦσαν πολλοὶ τὴν σιωπή του. Ἄλλοτε ἡ σιωπή του εἶχε τὴν αἰτία της στοὺς παροξυσμοὺς τῶν πολλῶν ἀσθενειῶν του, ἄλλοτε στὴν ἔλλειψη ἐσωτερικῆς πληροφορίας γιὰ τὸ πρακτέο κι ἄλλοτε σὲ αἰτίες, ποὺ μόνο ὁ Θεὸς κι ἐκεῖνος γνώριζαν.

 “Δὲν μπορῶ, νὰ σοῦ μιλήσω…” 

Πῆγα στὸν Γέροντα Πορφύριο καὶ ὅταν μπῆκα στὸ κελί του, τὸν εἶδα ξαπλωμένο καὶ ἄρρωστο στὸ κρεβάτι του. Μὲ ρώτησε:
– Τί θέλεις, παιδί μου;
Κι ἐγὼ τοῦ ἀπάντησα:
– Γέροντα, ἔχω ἕνα πρόβλημα καὶ θέλω νὰ σᾶς συμβουλευτῶ, γιὰ νὰ μοῦ πεῖτε τί νὰ κάνω.
Τότε ὁ Γέροντας ἔκανε τὸ ἑξῆς: Μέσα στὸ κελί του εἶχε ἕναν παπαγάλο, ὁ ὁποῖος πετοῦσε ἀπὸ ἔπιπλο σὲ ἔπιπλο. Σ’ ἕνα τραπέζι πάνω ἦταν τὸ κλουβί του. Ἔκανε μιὰ κίνηση τοῦ χεριοῦ του ὁ Γέροντας καὶ φωνάζοντας: “Ἔ, μπὲς στὸ κλουβί σου!”, ὁ παπαγάλος μπῆκε μέσα στὸ κλουβὶ καὶ μᾶς κοιτοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ. Τότε γύρισε πρὸς ἐμένα ὁ Γέροντας καὶ μὲ τόνο κάπως αὐστηρὸ στὴ φωνή του μοῦ εἶπε:
– Εἶδες, παιδάκι μου; Ὁ παπαγάλος, ὅταν τοῦ εἶπα νὰ μπεῖ στὸ κλουβί, ἔκανε ὑπακοὴ καὶ μπῆκε. Ἐσὺ ὅμως δὲν ἔχεις διάθεση νὰ ὑπακούσεις σὲ ὅ,τι καὶ νὰ σοῦ πῶ, γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ τίποτε ἀπολύτως.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………
ΝΑ ΑΓΑΠΑΜΕ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Γιὰ νὰ διατηρήσουμε τὴν ἑνότητά μας, θὰ πρέπει νὰ κάνουμε ὑπακοὴ στὴν Ἐκκλησία, στοὺς ἐπισκόπους της. Ὑπακούοντας στὴν Ἐκκλησία, ὑπακούουμε στὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Ὁ Χριστὸς θέλει νὰ γίνουμε μία ποίμνη μὲ ἕναν ποιμένα. Νὰ πονᾶμε γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Νὰ τὴν ἀγαπᾶμε πολύ. Νὰ μὴ δεχόμαστε νὰ κατακρίνουν τοὺς ἀντιπροσώπους της.
Στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ πνεῦμα ποὺ ἔμαθα ἦταν ὀρθόδοξο, βαθύ, ἅγιο, σιωπηλό, χωρὶς ἔριδες, χωρὶς καυγάδες καὶ χωρὶς κατακρίσεις. Νὰ μὴν πιστεύουμε τοὺς ἱεροκατηγόρους. Καὶ μὲ τὰ μάτια μας νὰ δοῦμε κάτι ἀρνητικὸ νὰ γίνεται ἀπὸ κάποιον ἱερωμένο, νὰ μὴν τὸ πιστεύουμε, οὔτε νὰ τὸ σκεφτόμαστε, οὔτε νὰ τὸ μεταφέρουμε. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ λαϊκὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο. Ὅλοι εἴμαστε Ἐκκλησία.
Ὅσοι κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὰ λάθη τῶν ἐκροσώπων της, μὲ σκοπὸ δῆθεν νὰ βοηθήσουν γιὰ τὴ διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αὐτοὶ δὲν ἀγαποῦν τὴν Ἐκκλησία, οὔτε βέβαια τὸν Χριστό. Τότε ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ὅταν μὲ τὴν προσευχή μας ἀγκαλιάζουμε κάθε μέλος της καὶ κάνουμε ὅ,τι κάνει ὁ Χριστός. Θυσιαζόμαστε, ἀγρυπνοῦμε, κάνουμε τὸ πᾶν, ὅπως Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὔκ ἠπείλει». (Βίος καὶ Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 196)
……………………………………………………………………………………………………………………………………………..
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ
 — Ἀκούω πολλοὺς νὰ λένε γιὰ κορεσμό. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ λέγεται, διότι κόρος γιὰ τὸν χριστιανὸ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει. Μέχρι τὴν τελευταία του στιγμὴ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἐργάζεται. Βλέπω τὸν ἑαυτό μου. Τί περιμένω ἐγὼ τώρα σὲ αὐτὴ τὴν ἡλικία ποὺ εἶμαι; Ἀλλὰ πρέπει νὰ κινοῦμαι, γιὰ νὰ δημιουργῶ ἔστω καὶ λίγο στὴν ζωή. Ἐσὺ πρέπει νὰ βρίσκεσαι στὴν δουλειά σου.
— Γέροντα, τί νὰ τὰ κάνω τὰ χρήματα; Μοῦ δημιουργοῦν ἀγωνία μεγάλη, τοῦ λέω.
— Νὰ τὰ δώσεις σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, δηλαδὴ ἐλεημοσύνη, μοῦ ἀπαντᾶ.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………….
 «Ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ, ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται, ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι ἂς ποῦμε: Ἐδῶ νερό, ἐκεῖ φωτιά. Εἶμαι ἐλεύθερος νὰ διαλέξω. Βάζω τὸ χέρι μου στὸ νερό δροσίζομαι. Τὸ βάζω στὴ φωτιά, καίγομαι» (Ἀνθ. Συμβουλῶν)
…………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Δὲν πρέπει νὰ χαϊδεύουμε τὸ ἕνα παιδὶ μπροστὰ στὸ ἄλλο. Ζηλεύουν.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………….
 Νὰ προσεύχεσαι χωρὶς ἀγωνία, ἤρεμα, μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη καὶ στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Μὴν κουρασθεῖς νὰ προσεύχεσαι!
…………………………………………………………………………………………………………………………………………….
 Ὁ Γέροντας ἐξαγιαζόταν ἀγαπώντας. Μιὰ μέρα μοῦ εἶπε: «Ὅταν ἀγαποῦμε τὸν Χριστό, τὰ ἁμαρτωλά μας πάθη ὑποχωροῦν μόνα τους, χάνουν τὴ δύναμή τους μπροστὰ στὴ δύναμη τῆς ἀγάπης. Ὅταν ξημερώσει καὶ φωτίσει τὸ δωμάτιό μας ὁ ἥλιος, τὸ σκοτάδι φεύγει, δὲν μπορεῖ νὰ μείνει.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Ἐγὼ θὰ προσευχηθῶ. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Πρέπει ἡ προσευχή μου νὰ βρίσκει ἀπὸ σᾶς μιὰν ἀνταπόκριση. Γιατὶ ὁ Θεός, ποὺ θέλει νὰ στείλει τὴ Χάρη Του σ’ ἐμᾶς, πρέπει νὰ βρεῖ τὴν ἀγκαλιά μας ἀνοιχτή, ὥστε νὰ δεχτεῖ τὴ Χάρη Του. Καὶ εἴτε μᾶς θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια μας, εἴτε ἐπιτρέψει νὰ συνεχιστεῖ ἡ δοκιμασία τῆς ἀσθένειάς μας, ἡ ἐνέργειά Του θὰ εἶναι γιὰ τὸ ψυχικό μας ὄφελος.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………

«Tὸ μέγα ὅπλο γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων μας εἶναι ἡ ἐπιείκεια. Τὸ ἔλεος, τὸ ὁποῖο μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει κι ἐμεῖς μὲ τὴ σειρά μας νὰ τὸ δίνουμε ὡς ἀντίδωρο στοὺς ἄλλους. Ἂν χρειαστεῖ νὰ πεῖτε σὲ κάποιον ὅτι ψεύδεται, μὴν τοῦ πεῖτε ὅτι λέει ψέματα, διότι εἶναι φυσικὸ νὰ πληγωθεῖ καὶ ν’ ἀντιδράσει. Πέστε του ὅτι δὲν τὰ λέει μὲ ἀκρίβεια…» (Ἀνθολόγιο συμβουλῶν, σελ. 53)
…………………………………………………………………………………………………………………………………………….

«Δὲν θέλω μὲ τὸ φόβο τοῦ θανάτου νὰ πλησιάσεις τὸν Θεό. Θέλω μὲ τὴν πολλὴ ἀγάπη πρὸς Αὐτὸν νὰ τὸ κάνεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀνώτερο, παιδί μου».
……………………………………………………………………………………………………………………………………………..

«Ὅσο πιὸ ἐπιθετικὸ εἶναι ἕνα παιδί, τόσο πιὸ εὐαίσθητο εἶναι»
……………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ὁ άνθρωπος ποὺ ἔχει δώσει τὴν καρδιά του στὸν Χριστὸ δὲν ὑποφέρει, ὅσες δυσκολίες καὶ νὰ συμβοῦν. Χαίρεται, εἶναι γεμάτος ἐσωτερική χαρά. Εἶναι δραστήριος, προσεκτικός. Δὲν κάνει λάθη, ζημιές. Τὸ μυαλό, τὰ χέρια, τὰ πόδια, ὅλα κινοῦνται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. (Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 211)
……………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Ὅποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητής!
Ἡ ψυχή του Χριστιανοῦ πρέπει νὰ εἶναι λεπτή, ὅλο νὰ πετάει, νὰ ζεῖ μές στὰ ὄνειρα. Νὰ πετάει μὲς στ’ ἄπειρο, μὲς στ’ ἄστρα, μὲς στὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, μὲς στὴ σιωπή.
Ὅποιος θέλει νὰ γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητής. Αὐτὸ εἶναι. Πρέπει νὰ πονάεις. Ν’ ἀγαπάεις καὶ νὰ πονάεις. Νὰ πονάεις γι’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάεις.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Tὸ ἐσωτερικό μας μπέρδεμα…
Τὸ «μπέρδεμα», ὅπως συνήθιζε νὰ λέει ὁ Γέρων Πορφύριος, συμβαίνει μόνο ὅταν δὲν ἐφαρμόζουμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς, λόγω τοῦ ἐγωισμοῦ μας, θεωροῦμε σωστὰ καὶ πρέποντα στὴ δεδομένη περίπτωση.
(Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, σελ. 219)

………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Να προσεύχεσθε για την κάθαρση κάθε ανθρώπου, για να μιμηθείτε τον αγγελικό τρόπο στη ζωή σας. Οι άγγελοι δεν προσεύχονται για τον εαυτό τους. Εγώ έτσι προσεύχομαι για τους ανθρώπους, για την Εκκλησία, για το Σώμα της Εκκλησίας. Την ώρα που προσεύχεσθε για την Εκκλησία, απαλλάσσεσθε κι απ’ τα πάθη. Την ώρα που δοξολογείτε, απαλύνεται η ψυχούλα σας και αγιάζεται υπό της θείας χάριτος. Αυτή την τέχνη θέλω να μάθεται.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Όταν προσεύχεσαι, μή προσεύχεσαι μόνο για τον εαυτό σου. Λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», θα αισθάνεσαι δίπλα σου όλη την αδελφότητά σου, όλη την Εκκλησία εις την κάθε γωνιά της γης, στρατευομένη, ζώσα, Ορθόδοξον Εκκλησίαν μας.
Αλλά και την θριαμβεύουσα και τελειωμένη Εκκλησία μας. Όλοι είμαστε ένα ενώπιον του Θεού. Και όσοι θα ζήσουν μετά από μας, στη συντέλεια των αιώνων.
(Ανθολόγιο συμβουλών Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 381)
…………………………………………………………..……………………………………………………………………………………
ΠΗΓΗ///////////WWW.porphyrios.net
 

ΩΦΕΛΙΜΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ‏

 • Ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι ταραγμένη, θολώνει τὸ λογικὸ καὶ δὲ βλέπει καθαρά. Μόνο, ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι ἤρεμη, φωτίζει τὸ λογικό, γιὰ νὰ βλέπει καθαρὰ τὴν αἰτία κάθε πράγματος.

• Ἡ ψυχὴ εἶναι πολὺ βαθιὰ καὶ μόνο ὁ Θεὸς τὴ γνωρίζει.
• Γιατί νὰ κυνηγᾶμε τὰ σκοτάδια; Νά, θὰ ἀνάψουμε τὸ φῶς καὶ τὰ σκοτάδια θὰ φύγουν μόνα τους. Θὰ ἀφήσουμε νὰ κατοικήσει σ᾿ ὅλη τὴν ψυχή μας ὁ Χριστὸς καὶ τὰ δαιμόνια θὰ φύγουν μόνα τους.
• Ὅταν ἔρθει μέσα μας ὁ Χριστός, τότε ζοῦμε μόνο τὸ καλό, τὴν ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Τὸ κακό, ἡ ἁμαρτία, τὸ μίσος ἐξαφανίζονται μόνα τους, δὲν μποροῦν, δὲν ἔχουν θέση, νὰ μείνουν.
• Νὰ μὴν ἐνδιαφέρεσαι ἂν σὲ ἀγαποῦν, ἀλλὰ ἂν ἐσὺ ἀγαπᾶς τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Μόνο ἔτσι γεμίζει ἡ ψυχή.
• Στὴν ψυχή, ποὺ ὅλος ὁ χῶρος της εἶναι κατειλημμένος ἀπὸ τὸ Χριστό, δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ καὶ νὰ κατοικήσει ὁ διάβολος, ὅσο κι ἂν προσπαθήσει, διότι δὲν χωράει, δὲν ὑπάρχει κενὴ θέση γι᾿ αὐτόν.
• Ὁ σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ καταδικάζουμε τὸ κακό, ἀλλὰ νὰ τὸ διορθώνουμε. Μὲ τὴν καταδίκη ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ χαθεῖ, μὲ τὴν κατανόηση καὶ βοήθεια θὰ σωθεῖ.
• Τὸ κακὸ ἀρχίζει ἀπὸ τὶς κακὲς σκέψεις. Ὅταν πικραίνεσαι καὶ ἀγανακτεῖς, ἔστω μόνο μὲ τὴ σκέψη, χαλᾶς τὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα. Ἐμποδίζεις τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργήσει καὶ ἐπιτρέπεις στὸ διάβολο νὰ μεγαλώσει τὸ κακό. Ἐσὺ πάντοτε νὰ προσεύχεσαι, νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ συγχωρεῖς, διώχνοντας ἀπὸ μέσα σου κάθε κακὸ λογισμό.

• Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ πρέπει ν᾿ ἀγαπήσει τὸ Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήσει τὸ Χριστό, ἀπαλλάσσεται ἀπ᾿ τὸ διάβολο, ἀπὸ τὴν κόλαση καὶ ἀπὸ τὸ θάνατο.
• Νὰ προσεύχεσαι χωρὶς ἀγωνία, ἤρεμα, μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
• Δὲν πρέπει νὰ πολεμᾶτε τὰ παιδιά σας, ἀλλὰ τὸν σατανᾶ ποὺ πολεμᾶ τὰ παιδιά σας. Νὰ τοὺς λέτε λίγα λόγια καὶ νὰ κάνετε πολλὴ προσευχή.
• Ἡ προσευχὴ κάνει θαύματα. Δὲν πρέπει ἡ μητέρα νὰ ἀρκεῖται στὸ αἰσθητὸ χάδι στὸ παιδί της, ἀλλὰ νὰ ἀσκεῖται στὸ πνευματικὸ χάδι τῆς προσευχῆς.
• Ἡ σωτηρία τοῦ παιδιοῦ σας περνάει μέσα ἀπὸ τὸν ἐξαγιασμὸ τὸ δικό σας.
• Ὁ ἁγιασμὸς δὲν εἶναι ἀκατόρθωτο πράγμα, εἶναι μάλιστα εὔκολος, φθάνει ἐσεῖς νὰ ἀποκτήσετε ταπείνωση καὶ ἀγάπη.
• Ἂν θέλεις μπορεῖς νὰ ἁγιάσεις καὶ μέσα στὴν Ομόνοια.
• Νὰ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες σου. Κι ὁ Θεός, ἐπειδὴ θὰ τὸν παρακαλᾶς πονεμένος καὶ ταπεινωμένος, θὰ σοῦ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες σου καὶ θὰ σὲ κάνει καλὰ καὶ στὸ σῶμα.
• Ὅταν προσεύχεσαι, νὰ ξεχνᾶς τὴν σωματική σου ἀῤῥώστια, νὰ τὴν ἀποδέχεσαι σὰν κανόνα, σὰν ἐπιτίμιο, γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου. Γιὰ τὰ παραπέρα μὴν ἀνησυχεῖς, ἄφησέ τα στὸ Θεὸ κι ὁ Θεὸς ξέρει τὴ δουλειά Του.
• Οἱ ἀσθένειες μᾶς βγάζουν σὲ καλό, ὅταν τὶς ὑπομένουμε ἀγόγγυστα, παρακαλώντας τὸ Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ δοξάζοντας τὸ ὄνομά Του.
• Η μεγάλη λύπη καὶ ἡ στενοχώρια δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, εἶναι παγίδα τοῦ διαβόλου.
• Νὰ γεμίσεις τὴν ψυχή σου μὲ Χριστό, μὲ θεῖο ἔρωτα, μὲ χαρά. Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ θὰ σὲ γιατρέψει.
• Ὁ Θεὸς φροντίζει ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς πιὸ μικρὲς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας. Δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ μᾶς, δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν κόσμο.
• Ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει πολύ, μᾶς ἔχει στὸ νοῦ Του κάθε στιγμὴ καὶ μᾶς προστατεύει. Πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ καὶ νὰ μὴ φοβούμαστε τίποτε.

• Μόνο ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, μόνο ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη μας, ποὺ θυσιάζεται μυστικὰ γιὰ τοὺς ἄλλους, μπορεῖ νὰ σώσει καὶ τοὺς ἄλλους καὶ μᾶς.
• Ἡ ἀγάπη χρειάζεται θυσίες. Νὰ θυσιάζουμε ταπεινὰ κάτι δικὸ μας, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι τοῦ Θεοῦ.
• Εὐτυχία μέσα στὸ γάμο ὑπάρχει, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μία προϋπόθεση: νὰ ἔχουν ἀποκτήσει οἱ σύζυγοι πνευματικὴ περιουσία, ἀγαπώντας τὸ Χριστὸ καὶ τηρώντας τὶς ἐντολές Του. Ἔτσι θὰ φτάσουν νὰ ἀγαπιοῦνται ἀληθινὰ μεταξύ τους καὶ νὰ εἶναι εὐτυχισμένοι.
• Εἶναι προτιμότερο νὰ ἀποτύχεις σὰν λαϊκός, παρὰ σὰν μοναχός.
• Ὁ ὀρθόδοξος ἀσκητισμὸς δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὰ μοναστήρια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κόσμο.
• Πολλοὶ λένε ὅτι ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι δυσάρεστη καὶ δύσκολη, ἐγὼ λέω ὅτι εἶναι εὐχάριστη καὶ εὔκολη, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ δυὸ προϋποθέσεις: ταπείνωση καὶ ἀγάπη.
• Ἂν ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅλοι καὶ ὅλα ἀλλάζουν, ἔλα ὅμως ποὺ γιὰ νὰ ἔρθει, χρειάζεται πρῶτα νὰ ταπεινωθοῦμε!
• Μπορεῖ κάποιος νὰ μιλάει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ νὰ εἶναι ὑπερήφανος κι ἄλλος νὰ μιλάει γιὰ τὶς ἀρετές του καὶ νὰ εἶναι ταπεινός.
• Νὰ εἴμαστε ταπεινοί, ἀλλὰ νὰ μὴν ταπεινολογοῦμε. Ἡ ταπεινολογία εἶναι παγίδα τοῦ διαβόλου, ποὺ φέρνει τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀδράνεια, ἐνῶ ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση φέρνει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
• Δὲ γίνεται κανεὶς χριστιανὸς μὲ τὴν τεμπελιά, χρειάζεται δουλειά, πολλὴ δουλειά.
• Τὸ πᾶν εἶναι νὰ ἀγαπήσει ὁ ἄνθρωπος τὸ Χριστὸ καὶ ὅλα τὰ προβλήματα τακτοποιοῦνται.
• Καὶ τώρα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θέλει νὰ μπεῖ στίς ψυχὲς μας, ὅπως καὶ τότε, ἀλλά σέβεται τὴν ἐλευθερία μας, δὲ θέλει νὰ τὴν παραβιάσει. Περιμένει νὰ τοῦ ἀνοίξουμε μόνοι μας τὴν πόρτα καὶ τότε θὰ μπεῖ στὴν ψυχή μας καὶ θὰ τὴν μεταμορφώσει. Ὅταν ἔρθει καὶ κατοικήσει σ᾿ ὅλο τὸ χῶρο τῆς ψυχῆς μας ὁ Χριστός, τότε φεύγουν ὅλα τὰ προβλήματα, ὅλες οἱ πλάνες, ὅλες οἱ στενοχώριες. Τότε φεύγει καὶ ἡ ἀμαρτία.

Λόγος στά Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου (Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως)

21 Νοεμβρίου, 2019

Νά πάλι ἑορτή

Νά πάλι πανηγύρι.

Νά πάλι χαρούμενο ἀναψοκέρι γιά τήν μητέρα τοῦ Κυρίου.

Νά ἡ προπόρευσις τῆς ἀψεγάδιαστης νύμφης.

Νά τό πρῶτο ξεπροβόδισμα τῆς βασιλίσσης.

Νά τό σίγουρο σημάδι γιά τήν δόξα πού τήν περιμένει.

Νά προάγγελος τῆς χάριτος πού πρόκειται νά τήν ἐπισκιάση.

Νά γνώρισμα, πού φαίνεται ἀπό μακρυά, τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος.

Διότι ἐκεῖ πού ὁ ἱερέας εἰσερχόμενος ὄχι πολλές φορές, ἀλλά μόνον μία φορά τόν χρόνο, τελεῖ τίς μυστικές λατρεῖες, ἐκεῖ γιά νά παραμένη μόνιμα ὁδηγεῖται ἀπό τούς γονεῖς της οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύονται ἔτσι λειτουργοί τῆς χάριτος.

Ποιός γνώρισε παρόμοια περίπτωσι στό παρελθόν; Ποιός εἶδε ἤ ἄκουσε τώρα ἤ ἀπό παληά κορίτσι νά ὁδηγεῖται βαθειά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, αὐτά πού, παρά λίγο θά ἦταν ἀπλησίαστα καί γιά τούς ἄνδρες, καί σ᾽ αὐτά νά μένη καί νά τρέφεται; Ἄραγε δέν εἶναι αὐτό τρανή ἀπόδειξις τῶν ἀσυνήθιστα μεγάλων θαυμασίων πού θά τῆς γίνουν μελλοντικά; Ἄραγε δέν εἶναι σημάδι ξεκάθαρο; Ἄραγε δέν εἶναι σίγουρη ἀπόδειξις;

Ἄς μᾶς δείξουν ὅσοι κακολογοῦν ἐναντίον της, καί ἐνῶ βλέπουν εἶναι σάν νά μή βλέπουν: Ποῦ τά εἶδαν αὐτά, δηλ. κόρη καί μάλιστα μόλις τριῶν ἐτῶν, πού γεννήθηκε μέ θεία ὑπόσχεσι, νά προσφέρεται ὡς δῶρο τέλειο καί γιά νά ζήση ἐκεῖ, καί νά συνοδεύεται ἀπό τούς πλουσίους τοῦ λαοῦ, νά ὁδηγεῖται μέ λαμπάδες, καί νά παραλαμβάνεται ἀπό τά γνώριμα χέρια τῶν ἱερέων καί τῶν προφητῶν; Γιατί δέν θέλησαν νά ἔρθουν στά καλά τους; Γιατί, ἐνῶ ἔβλεπαν τά πρῶτα σημάδια, δέν πίστεψαν στά κατοπινά; Γιατί ἐνῶ προϊδεάσθηκαν ἀπό τά παράξενα καί διαφορετικά, δέν ἀποδέχθηκαν τά ὅσα ἔγιναν μετά;

Διότι, ὅσα ἔγιναν στήν ἀρχή γύρω ἀπό αὐτήν, δέν ἦσαν συμπτωματικά καί τυχαῖα, ἀλλ᾽ ὅλα ἦταν προμηνύματα γιά ὅσα θά γίνονταν στή συνέχεια.

Ἐπί τέλους ἄς μᾶς ποῦν τίς ματαιοπονίες τους αὐτοί πού θεωροῦνται σοφοί. Γιατί ἡ θυγατέρα καμμιᾶς ἀπό τίς στεῖρες πού γέννησαν δέν ὁδηγήθηκε στά ἅγια τῶν ἁγίων καί δέν παραλήφθηκε ἀπό τούς προφήτας;

Σίγουρα, αὐτοί πού λεπτολογοῦν πάνω σ᾽ αὐτά, τίποτα δέν εἶχαν νά ποῦν, ὅπως (δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτα) καί οἱ μεταγενέστεροι ὁμόφρονές τους γιά τόν υἱό ἐκείνης, ἀλλ᾽ ἁπλῶς σήκωναν τούς ὤμους μέ τήν ἀπορία· «Ἄραγε τί θά γίνη αὐτό τό παιδί;» Τίποτε ἀπολύτως δέν εἶχαν νά ποῦν.

Σίγουρα μποροῦν νά πορεύωνται τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας ὅσοι ἔχουν πλανεμένη πίστι, καί εἶναι ἐλεύθεροι νά πέφτουν στόν λάκκο πού μόνοι τους ἔσκαψαν.

Ὅμως ἐμεῖς, ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἱερεῖς καί ἄρχοντες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, τεχνῖτες καί γεωργοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐλᾶτε νά συγκεντρωθοῦμε πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου καί, κατ᾽ οἰκονομίαν, νά παρακολουθήσωμε ὅσα θαυμαστά τῆς ἔγιναν. Πῶς δηλ. προσφέρεται σήμερα ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ καθ᾽ ὅλα ἱερή, στό ναό τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται. Πῶς ὁ προφήτης αὐτήν τήν δέχεται μέσα στό ναό καί τήν εἰσάγει στά ἄδυτα, χωρίς ἀντίρρησι, χωρίς νά πῆ στούς γονεῖς της·

Δέν τό κάνω αὐτό τό πρωτόφαντο τόλμημα καί νά φέρω ἕνα κορίτσι νά ζῆ συνέχεια στά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου μόνον σέ ἐμένα μία φορά τό χρόνο μοῦ δόθηκε ἡ ἐντολή νά μπαίνω. Ὁ προφήτης ἐκεῖνος τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶπε, ἀλλά τή δέχεται μέ προθυμία, ὡσάν νά προγνώριζε αὐτό πού θά γινόταν, ἐξ ἄλλου προφήτης ἦταν, σίγουρα ἐπειδή τήν περίμενε καί τήν ἀνέμενε, ὅπως τόν υἱό της μετά ἀπό αὐτήν ὁ Συμεών.

Ἔπειτα, ἀφοῦ χαιρέτησε βιαστικά τήν μητέρα, καί κρατώντας ἀπό τά χέρια τήν κόρη τήν προσφώνησε μέ αὐτά τά λόγια· Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;

Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά τοῦ εἶπα·

Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν πονεμένων ψυχῶν.

Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;

Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;

Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;

Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;

Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;

Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε, ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα ζῶα.

Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.

Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό.

Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας.

Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα. Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες, καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.

Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά παρακάτω·

Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια, πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο.

Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.

Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε· Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.

Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·

Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.

Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.

Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.

Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.

Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.

Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.

Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.

Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.

Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.

Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.

Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.

Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.

Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο, καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία.

Ἔμεινε λοιπόν αὐτή στά ἐσώτερα ἅγια τῶν ἁγίων, τρεφομένη ἀπό ἄγγελο μέ τροφή ἀμβροσίας καί ποτιζομένη μέ θεῖο νέκταρ, μέχρι τήν εἴσοδό της στήν ἐφηβεία. Καί τότε, μέ θεῖο νεῦμα καί μέ τή γνώμη τῶν ἱερέων δίνεται γι᾽ αὐτήν κλῆρος, καί μέ κλῆρο παίρνει τήν ἁγία αὐτή Παρθένο ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος καί κατ᾽ οἰκονομίαν τήν παραλαμβάνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερέων του, γιά νά ξεγελασθῆ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, γιά νά μήν προσβάλη τήν καθαρή κόρη ὡς παρθένο, ἀλλά νά τήν προσπεράση ὡς μνηστευμένη.

Βρισκόταν λοιπόν ἡ πεντακάθαρη στό σπίτι τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ φυλασσόμενη γιά τόν ἀρχιτέκτονα Θεό, μέχρις ὅτου πραγματοποιήθηκε σ᾽ αὐτήν τό πρίν ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες κρυφό καί ἅγιο μυστήριο, καί ἀπό αὐτήν ὁ Θεός ἔγινε ὅμοιος μέ τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλης πραγματείας καί εὐκαιρίας, πού ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ καιρός θά γίνη ὁ ἀναγκαῖος λόγος. Τώρα στό προκείμενο πάλι, νά ἐπανέλθη ὁ λόγος καί, μέρα πού εἶναι, νά δοξολογηθοῦν σήμερα τά εἰσόδια.

Πήγαινε λοιπόν, ὦ Δέποινα Θεομῆτορ, πήγαινε στήν κληρωμένη θέσι σου, καί βάδιζε κοντά στόν Κύριο νά χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι, νά τρέφεσαι καί νά ἐλπίζης, περιμένοντας ἀπό μέρα σέ μέρα, τόν ἐρχομό μέσα σου τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τήν ἐπισκίασι τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, καί τή σύλληψι τοῦ υἱοῦ σου, σύμφωνα μέ τήν προσφώνησι πού σοῦ ἔκανε ὁ Γαβριήλ.

Καί νά χαρίσης, σέ ὅσους τελοῦν τήν ἑορτή σου, τήν βοήθειά σου, τήν σκέπη σου καί τήν προστασία σου, σώζωντάς τους πάντοτε, μέ τίς ἱκεσίες σου, ἀπό κάθε ἀνάγκη καί κινδύνους, ἀρρώστιες καί δοκιμασίες καί διάφορες συμφορές, καί ἀπό τή μέλλουσα ἀπειλή τοῦ υἱοῦ σου.

Ὡς μητέρα τοῦ Δεσπότου καί τελεία δόσις τῶν ἐπιθυμητῶν, κατάταξέ τους σέ τόπους φωτός, εὐφροσύνης καί εἰρήνης. Νά γίνουν ἄλαλα τά πονηρά χείλη πού κακολογοῦν μέ ὑπερηφάνεια καί περιφρόνησι ἐσένα τή δίκαιη. Νά ἐκμηδενισθῆ ἡ παρουσία τους μέσα στήν πόλι σου, νά ντραποῦν καί νά σβήσουν, καί νά καταλάβουν ὅτι τό ὄνομά σου εἶναι Δέσποινα καί ὅτι ἐσύ εἶσαι ἡ μόνη Θεόνυμφος Θεοτόκος.

Ἐμεῖς ἐσένα μέ πίστι σέ εὐλογοῦμε, μέ πόθο σέ δοξολογοῦμε καί μέ φόβο σέ προσκυνοῦμε, πάντοτε ἐσένα μεγαλύνοντες καί μέ σεβασμό μακαρίζοντες.

Διότι πράγματι εἶναι μακάριος ὁ πατέρας σου ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἡ μητέρα σου ἀπό τίς γυναῖκες.

Μακάριο τό σπίτι σου

Μακάριοι οἱ γνωστοί σου

Μακάριοι ὅσοι σέ εἴδανε

Μακάριοι ὅσοι σοῦ μίλησαν

Μακάριοι οἱ τόποι σου

Μακάριος ὁ ναός στόν ὁποῖο σέ ἀφιερώσανε,

Μακάριος ὁ Ζαχαρίας πού σέ ἀγκάλιασε.

Μακάριο τό κρεββάτι σου.

Μακάριος ὁ τάφος σου.

Διότι ἐσύ εἶσαι ἡ τιμή ὅσων σέ τιμοῦν καί βραβεῖο τῶν βραβείων καί κορυφή τῶν κορυφῶν, ἡ μόνη θεία δροσιά τοῦ ἐσωτερικοῦ μου καύσωνος, ἡ θεοστάλακτη δροσιά τῆς ξεραμένης μου καρδιᾶς, τῆς μαύρης μου ψυχῆς ἡ φωτεινότατη λαμπάδα, ὁ ὁδηγός τῆς πορείας μου, ἡ δύναμις τῆς ἀσθενείας μου, τό ντύσιμο τῆς γυμνότητός μου, ὁ πλοῦτος τῆς πτωχείας μου, ἡ θεραπεία τῶν ἀγιάτρευτων πληγῶν, τό σκούπισμα τῶν δακρύων, τό σταμάτημα τῶν στεναγμῶν, ἡ μεταστροφή τῶν συμφορῶν, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν πόνων, τό λύσιμο τῶν δεσμῶν, ἡ μόνη ἐλπίδα κατά τῆς πικρίας.

Εἰσάκουσε τίς προσευχές μου, συμπόνεσε τούς στεναγμούς μου, ἐλέησέ με μαλακώνοντας ἀπό τά δάκρυά μου, λυπήσου με ὡς μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου καί ἠρέμησε τήν τρικυμία μου.

Ἱκανοποίησέ μου τή μεγάλη ἐπιθυμία καί κατάταξέ με μαζί μέ τή σύζυγό μου καί δική σου δούλη, στήν γῆ τῶν πράων, στίς σκηνές τῶν δικαίων, στό χορό τῶν ἁγίων.

 Καί ἀξίωσέ με, ἐσύ πού εἶσαι ἡ προστασία ὅλων, ἡ χαρά καί ἡ λαμπρή εὐθυμία ὅλων, νά χαιρόμαστε μέσα σέ αὐτή, σέ παρακαλῶ, τή χαρά, τήν πραγματικά ἀνέκφραστη πού προέρχεται ἀπό τό Θεό καί βασιλέα τόν γεννημένο ἀπό σένα, καί στόν ἄφθαρτό σου νυμφῶνα καί στήν ἀτελείωτη καί ἀπέραντη βασιλεία σου.

Πράγματι, Δέσποινα, καί δική μου καταφυγή, ἡ ζωή καί ἡ βοήθειά μου, τό ὅπλο καί τό καμάρι μου, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δύναμίς μου, δῶσε μαζί μέ αὐτήν νά ἀπολαύσω τίς ἀνεκδιήγητες καί ἀκατάληπτες δωρεές στήν ἐπουράνιο διαμονή. Διότι ἔχεις μαζί μέ τήν θέλησι καί τόν τρόπο, ὡς μητέρα τοῦ Ὑψίστου, καί γι᾽ αὐτό τολμῶ νά τό ζητήσω.

Μή λοιπόν γίνει νά στερηθῶ, πανάχραντε καί κυρία Δέσποινα, αὐτό πού περιμένω, ἀλλά νά τό πετύχω αὐτό, Θεόνυμφε, πού εἶσαι ὁλονῶν προσδοκία καί ἀναμονή, ἐσύ πού, μέ τρόπο πού ξεπερνάει τή λογική, γέννησες τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί Δεσπότη, στόν ὁποῖο ταιριάζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνημα, μαζί μέ τόν χωρίς ἀρχή Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.Εἰς τὸ Γεννὲσιον τῆς Θεοτὸκου

8 Σεπτεμβρίου, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για το γενέθλιο της θεοτόκου πατερικοι λογοι

Ελάτε όλα τα έθνη, κάθε ανθρώπινη γενιά, και κάθε γλώσσα, και κάθε ηλικία, και κάθε αξίωμα, να γιορτάσουμε με αγαλλίαση τη γέννηση της χαράς όλου του κόσμου. Γιατί αν οι ειδωλολάτρες τιμούσαν με κάθε τρόπο γεννήσεις θεών, με παραμύθια που παίρνουν το μυαλό και σκοτεινιάζουν την αλήθεια, κι αν ακόμα προσφέροντας ό,τι είχαν και δεν είχαν τιμούσαν γενέθλια βασιλιάδων, που τους τυραννούσαν σ’ όλη τους τη ζωή, πόσο περισσότερο πρέπει εμείς να τιμούμε τη γέννηση της Θεοτόκου, που μεταμόρφωσε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, που άλλαξε τη λύπη της πρώτης μας μάνας, της Εύας, σε χαρά; Εκείνη άκουσε την απόφαση του Θεού:

«Με πόνους να γεννάς τα παιδιά σου». Αυτή: «Χαρά σου, ολόχαρη». Εκείνη: «Στον άνδρα σου η υποταγή σου». Αυτή: «Ο Κύριος μαζί σου». Τι άλλο λοιπόν από λόγο να προσφέρουμε στη Μάνα του Λόγου; Όλη η κτίση ας γιορτάσει μαζί μας κι ας δοξολογήσει την αγιασμένη γέννηση της Παναγίας.

….. Σήμερα ανοίγονται οι πύλες της στειρώσεως, και παρουσιάζεται θεϊκή, παρθενική πύλη, που από μέσα της θα περάσει και θα μπει στην οικουμένη «σωματικά» ο Θεός, που βρίσκεται πέρα απ’ όλα τα όντα, όπως λέει ο Παύλος, ο ακροατής των ανέκφραστων μυστικών.

…Σήμερα από τη γήινη φύση έφτιαξε ουρανό πάνω στη γη, εκείνος που άλλοτε παλιά έπηξε μέσα από τα νερά το στερέωμα και το ανέβασε στα ύψη….. Το άναρχο φως, που έχει την προαιώνια ύπαρξή του από άναρχο φως, το άϋλο και ασώματο, παίρνει σώμα από γυναίκα και «σα νυμφίος βγαίνει από νυφική παστάδα», και, μ’ όλο που είναι Θεός, γίνεται έπειτα άνθρωπος της γης.

Σα «γίγαντας» θα τρέξει με χαρά το δρόμο της δικής μας ζωής, και μέσα από τα πάθη θα προχωρήσει για να πεθάνει και να δέσει τον ισχυρό, το διάβολο, και να του αρπάξει την περιουσία, την ανθρώπινη φύση μας, και να ξαναφέρει στην ουράνια γη το χαμένο πρόβατο.

..Σήμερα χτίζεται η πύλη που κοιτάει στην Ανατολή, απ’ όπου ο Χριστός «θα μπει και θα βγει», αφήνοντάς την κλεισμένη· στην πύλη αυτή ο Χριστός είναι «η πόρτα των προβάτων». «Ανατολή» είναι το όνομα Εκείνου, που μας οδήγησε κοντά στον αρχίφωτο Πατέρα.

Σήμερα φύσηξαν χαράς πνοές, προμηνύματα της Χαράς όλου του κόσμου. Ας χαμογελάει πάνω ο ουρανός, κι ας πηδάει απ’ τη χαρά της κάτω η γη, ας πάλλεται η θάλασσα του κόσμου. Μέσα της γεννιέται το στρείδι, που με την αστραπή του Θεού απ’ τα ουράνια θα συλλάβει στα σπλάχνα του, και θα γεννήσει το πολύτιμο μαργαριτάρι, το Χριστό.

Απ’ αυτό το στρείδι θα βγει ο «δοξασμένος βασιλιάς», ντυμένος την πορφύρα της σάρκας, που αφού επισκεφθεί τους αιχμαλώτους θα διακηρύξει την απελευθέρωσή τους. Ας πηδάει απ’ τη χαρά της η φύση· γεννιέται η προβατίνα, που απ’ αυτήν ο τσοπάνης θα ντύσει το πρόβατο, και θα ξεσχίσει το ρούχο της παλιάς θανατικής καταδίκης μας.

Ας χορεύουν οι παρθένες, αφού γεννήθηκε όπως είπε ο Ησαΐας παρθένος, που θα «συλλάβει στην κοιλιά της και θα γεννήσει γιο, που θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ», που σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας». «Ο Θεός είναι μαζί μας», μάθετέ το καλά Νεστόριοι κι αναγνωρίστε τον χαμό σας. «Είν’ ο Θεός μαζί μας»! Όχι άγγελος, όχι απεσταλμένος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος θάρθει και θα μας σώσει.

….Σήμερα ο «γιος του μαραγκού», ο παντεχνίτης Λόγος του Θεού, που χάρη σ’ Αυτόν ο Πατέρας έφτιαξε τα πάντα, ο δυνατός βραχίονας του μεγάλου Θεού, έχοντας, με το Άγιο Πνεύμα σα δάχτυλό του, ακονίσει το στομωμένο σκεπάρνι της φύσεως, έφτιαξε για τον εαυτό του έμψυχη σκάλα, που η βάση της στηρίζεται πάνω στη γη και το κεφάλι της ακουμπάει στον ουρανό, που πάνω της αναπαύεται ο Θεός, που τον τύπο της αντίκρισε ο Ιακώβ.

Απ’ αυτή αφού κατέβηκε, χωρίς να μετακινηθεί από τη θέση του ο Θεός, πιο σωστά αφού ταπεινώθηκε, «φανερώθηκε πάνω στη γη» και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους. Αυτά όλα λοιπόν σημαίνουν η κατάβαση, η συγκαταβατική ταπείνωση, η πολιτεία πάνω στη γη, την πιο βαθιά γνώση, που δόθηκε στους ανθρώπους της γης. Πάνω στη γη στηρίχθηκε η νοητή σκάλα, η Παρθένος· γιατί γεννήθηκε από τη γη· και η κεφαλή της φθάνει στον ουρανό. …. Σήμερα αρχίζει η σωτηρία του κόσμου.

«Δοξολογήστε τον Κύριο όλη η γη, τραγουδήστε και χορέψτε και παίξτε τα όργανα»! Φωνάξτε δυνατά, φωνάξτε, μη φοβάστε, για χάρη μας γεννήθηκε η Μητέρα του Θεού στην άγια Προβατική Πύλη, απ’ όπου καταδέχθηκε να γεννηθεί ο Αμνός του Θεού που πήρε πάνω του την αμαρτία του κόσμου.

Η αρχή της Ινδίκτου και αρχή μετανοίας

31 Αυγούστου, 2019
Αποτέλεσμα εικόνας για λογος στη αρχη ινδικτου

 

Η αρχή της Ινδίκτου πρέπει να συμβαδίζει με το τέλος της αυτοκριτικής μας και την αρχή της μετανοίας μας…!

Είμαστε σίγουροι ότι οι περισσότεροι, εντός και εκτός Εκκλησίας, αγνοούν ότι η 1η Σεπτεμβρίου είναι η αρχή του εκκλησιαστικού έτους γα την Εκκλησία μας. Λίγοι γνωρίζουν πραγματικά ότι «Πρωτοχρονιά» για την Εκκλησία μας, είναι η 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, όπου λέγεται «Αρχή της Ινδίκτου». Ο Σ. Ευστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τα έξης σχετικά και κατατοπιστικά για την Ίνδικτο:

«Λέξις λατινική (indictio) ορισμόν σημαίνουσα καθ’ όν κατά δεκαπενταετή περίοδο πληρώνονταν εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), όταν διέταξε την γενική των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφή και την είσπραξη των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγινε επισήμως η χρήση της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α’ Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. «Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι’ ανθρώπους νέε».

Η Ινδικτιώνα λοιπόν, είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.. Στο διαδίκτυο μπορείς να βρεις και άλλα απαραίτητα στοιχεία που δείχνουν την ιστορική εξέλιξη και την εκκλησιαστικοποίηση της κοσμικής αυτής περιόδου: Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη.

Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ’ αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας. Αργότερα, το 462 μ. Χ., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια.

Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό. Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον».

Τέλος ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ανακεφαλαιώνει τα παραπάνω και οριστικοποιεί τους 3 λόγους που η Εκκλησία εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου:

«Πρώτον,

επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκή, ήτοι λατινική γλώσσα, θέλει να πει ο ορισμός.

Kαι δεύτερον

εορτάζει ταύτη η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινή ημέρα, πήγε ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγή των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίο του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄).

Eίναι δε και τρίτη αιτία,

διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμηση της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομε εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήσει τον νέον χρόνο, και χαρίσει τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτο από όλα τα σωματικά αγαθά.

Για να φωτίσει τας διανοίας μας, εις το να περάσουμε όλον τον χρόνο καθαρώς και με αγαθή συνείδηση, και εις το να ευαρεστήσουμε τω Θεώ, με την φύλαξη των εντολών του και ούτω να τύχουμε των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».

Πέρα από την παράθεση της απαραίτητης ιστορικής γνώσης για την αρχή της Ινδίκτου, πιο μεγάλη σημασία έχει τον τρόπο που ο κάθε ένας πιστός θα εορτάσει αυτό το γεγονός, στην προσωπική του ζωή. Έχουμε ξαναπεί ότι η Εκκλησία μας ότι εορτάζει και προβάλλει, γίνεται πάντα με σκοπό την σωτηρία μας. Αυτή η σωτηρία όμως δεν προέρχεται μαγικά, αλλά εκτός από την απαραίτητη θεία Χάρη που στέλνει ο Τριαδικός μας Θεός μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και τις Ιερές της Ακολουθίες, χρειάζεται και εκ μέρος μας μια απαραίτητη αυτοκριτική.

Η 31η Αυγούστου (τελευταία μέρα του Εκκλησιαστικού έτους) και 1η Σεπτεμβρίου (πρώτη μέρα του Εκκλησιαστικού έτους) είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να προβούμε στην απαραίτητη αυτοκριτική μας, για το πώς περάσαμε όλη αυτή την εκκλησιαστική χρονιά που φεύγει. Τι κάναμε σωστά; Που υστερήσαμε; Τι λάθη και σφάλματα έγιναν και πρέπει να διορθωθούν και να αποφευχθούν κατά την νέα Εκκλησιαστική χρονιά που μόλις ήρθε; Ποιους πικράναμε και στεναχωρήσαμε;

Ποιους αδικήσαμε; Τι μπορούσαμε να κάνουμε και δεν το πράξαμε; Πόσο εφαρμόσαμε τον Ευαγγελικό λόγο και τις εντολές Του Θεού στη ζωή μας; Πόσο και που σπαταλήσαμε το χρόνο άσκοπα ή μόνο για προσωπική μας ευχαρίστηση χωρίς να ν μοιραστούμε με τον αδελφό μας, ιδιαίτερα αυτόν που είχε ιδιαίτερη ανάγκη π.χ. όπως επίσκεψη σε ασθενή ή σε φυλακισμένο ή σε αναξιοπαθούντα κτλ.;

Αλλοίμονο αν ο χρόνος και τα έτη περνούν και εμείς δεν συνειδητοποιούμε σε πιο επίπεδο είμαστε και δεν φροντίζουμε να ετοιμαζόμαστε να πάμε εκεί που μας θέλει ο Θεός. Τι νόημα έχει να εορτάζουμε κάτι επιφανειακά και δεν μεταμορφώνεται εσωτερικά με την καλή αλλοίωση της θείας χάριτος όλη η ύπαρξή μας;

Γι αυτό αδελφοί μου καλό θα είναι, αν όχι κάθε βράδυ, αν όχι κάθε εβδομάδα, αν όχι κάθε μήνα, τουλάχιστον κάθε χρόνο να κάνουμε την αυτοκριτική μας, ώστε η αρχή κάθε εκκλησιαστικού έτους, να ταυτίζεται και με την αρχή της μετανοίας μας, με την αρχή του νέου ανακαινισμένου ευατού μας, που πνευματικά είναι βελτιωμένος από την χρονιά που έφυγε ή τουλάχιστον να έχει πάρει την απόφαση έστω να γίνει καλύτερος…

Ευχόμαστε από καρδιάς σε κάθε αναγνώστη, καλή, ευλογημένη και καρποφόρα νέα Εκκλησιαστική χρονιά!

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ: Ὁμιλία στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

14 Αυγούστου, 2019
Αποτέλεσμα εικόνας για πατερικοι λογοι στην κοιμηση της θεοτοκου Εκτύπωση
Ἄν ὁ θανατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καί ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπό ἐγκώμια (Παρμ. 10,7), πόσο μᾶλλον τή μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διά τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλος ὁ ἁγιασμός στούς ἁγίους, δηλ. τή μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καί Θεομήτορος, πρέπει νά τήν ἐπιτελοῦμε μέ τίς μεγαλύτερες εὐφημίες;

Αὐτό πράττουμε ἑορτάζοντας τήν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἤ μεταστάσεώς της (μεταβιώσεως), πού ἄν καί μέ αὐτή εἶναι λίγο κατώτερη ἀπό τούς ἀγγέλους, ὅμως ξεπέρασε σέ ἀσύγκριτο βαθμό καί τούς ἀγγέλους καί τούς ἀρχαγγέλους καί ὅλες τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις μέ τήν ἐγγύτητά της πρός τόν Θεό καί μέ τά ἀπό παλαιά γραμμένα καί πραγματοποιηθέντα σ’ αὐτή θαυμάσια.

Ὁ θάνατός της εἶναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σέ οὐράνια καί ἀθάνατη ζωή, καί ἡ μνήμη τούτου εἶναι χαρμόσυνη ἑορτή καί παγκόσμια πανήγυρις, πού ὄχι μόνο ἀνανεώνει τή μνήμη τῶν θαυμασίων τῆς Θεομήτορος, ἀλλά καί προσθέτει τήν κοινή καί παράδοξη συνάθροιση τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ἀπό κάθε μέρος τῆς γῆς γιά τήν πανίερη κηδεία της, μέ θεολήπτους καί θεοφάντορας ὕμνους, μέ τίς ἀγγελικές ἐπιστασίες καί χοροστασίες καί λειτουργίες γι’ αὐτήν.

Οἱ Ἀπόστολοι προπέμπουν, ἀκολουθοῦν, συμπράττουν καί συνεργοῦν μέ ὅλη τή δύναμη μαζί μέ ἐκεί­νους πού ἐγκωμιάζουν τό ζω­αρχικό καί θεοδόχο ἐκεῖνο σῶμα, τό σωστικό φάρμακο τοῦ γένους μας, τό σεμνολόγημα ὅλης τῆς κτίσεως.

Ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Σαβαώθ καί Υἱός αὐτῆς τῆς ἀειπάρθενης, εἶναι ἀοράτως παρών καί ἀποδίδει στή μητέρα τήν ἐξόδιο τιμή. Σέ αὐτοῦ τά χέρια ἐναπέθεσε καί τό θεοφόρο πνεῦμα της, διά τοῦ ὁποίου ἔπειτα ἀπό λίγο μεταθέτει καί τό συνδεδεμένο πρός ἐκεῖνο σῶμα σέ χῶρο ἀείζωο καί οὐράνιο.

Διότι μόνο αὐτή, βρισκόμενη ἀνάμεσα στόν Θεό καί σ’ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, τόν μέν Θεό κατέστησε υἱόν ἀνθρώπου, τούς δέ ἀνθρώπους ἔκανε υἱούς Θεοῦ, οὐρανώσασα τή γῆ καί θεώσασα τό γένος. Καί μόνο αὐτή ἀπ’ ὅλες τίς γυναῖκες ἀναδείχθηκε μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐκ φύσεως πάνω ἀπό κάθε φύση· ὑπῆρξε βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου καί ὑπερκοσμίου κτίσματος μέ τόν ἄφραστο τόκο της.

Τώρα ἔχοντας καί τόν οὐρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ὡς ταιριαστό της βασίλειο, στόν ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπό τή γῆ, στάθηκε καί στά δεξιά τοῦ παμβασιλέως «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη πεποικιλμένη», μέ διάχρυσο ἱματισμό ντυμένη καί στολισμένη, ὅπως λέγει ὁ προφήτης (Ψαλμ. 44,10). Διάχρυσος ἱματισμός σημαίνει ὅτι τό θεαυγές σῶμα της ἦταν στολισμένο μέ τίς παντοειδεῖς ἀρετές.

Διότι μόνο αὐτή κατέχει τώρα μαζί μέ τό θεοδόξαστο σῶμα καί μέ τόν Υἱό, τόν οὐράνιο χῶρο. Δέν μποροῦσε πραγματικά γῆ καί τάφος καί θάνατος νά κρατεῖ ἕως τό τέλος τό ζωαρχικό καί θεοδόχο σῶμα της καί ἀγαπητό ἐνδιαίτημα τοῦ οὐρανοῦ καί τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν.

Ἀποδεικτικό γιά τούς μαθητές στοιχεῖο περί τῆς ἀναστάσεώς της ἀπό τούς νεκρούς γίνονται τά σινδόνια καί τά ἐντάφια, πού μόνα ἀπέμειναν στόν τάφο καί βρέθηκαν ἀπό ἐκείνους πού ἦλθαν νά τή ζητήσουν, ὅπως συνέβη προηγούμενα μέ τόν Υἱό καί δεσπότη.

Δέν χρειάσθηκε νά μείνει καί αὐτή ἐπίσης γιά λίγο πάνω στή γῆ, ὅπως ὁ Υἱός της καί Θεός, γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε ἀμέσως πρός τόν ὑπερουράνιο χῶρο ἀπό τόν τάφο.

Μέ τήν ἀνάληψή της ἡ Θεομήτωρ συνῆψε τά κάτω μέ τά ἄνω καί περιέλαβε τό πᾶν μέ τά γύρω της θαυμάσια, ὥστε καί τό ὅτι εἶναι ἐλαττωμένη πολύ λίγο ἀπό τούς ἀγγέλους, γευόμενη τόν θάνατο, αὐξάνει τήν ὑπεροχή της σέ ὅλα.

Καί ἔτσι εἶναι ἡ μόνη ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες καί ἀπό ὅλους τούς ἀρίστους πού διαιτᾶται μέ τό σῶμα στόν οὐρανό μαζί μέ τόν Υἱό καί Θεό.

Ἡ Θεομήτωρ εἶναι ὁ τόπος ὅλων τῶν χαρίτων καί πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας καί εἰκόνα κάθε ἀγαθοῦ καί κάθε χρηστότητος, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη πού ἀξιώθηκε ὅλα μαζί ἀνεξαίρετα τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος καί μάλιστα ἡ μόνη πού ἔλαβε παράδοξα στά σπλάχνα της Ἐκεῖνον στόν ὁποῖο βρίσκονται οἱ θησαυροί ὅλων τῶν χαρισμάτων.

Τώρα δέ μέ τόν θάνατό της προχώρησε ἀπό ἐδῶ πρός τήν ἀθανασία καί δίκαια μετέστη καί εἶναι συγκάτοικος μέ τόν Υἱό στά ὑπερουράνια σκηνώματα καί ἀπό ἐκεῖ ἐπιστατεῖ μέ τίς ἀκοίμητες πρός αὐτόν πρεσβεῖες ἐξιλεώνοντας αὐτόν πρός ὅλους μας.

Εἶναι τόσο πολύ πλησιέστερη ἀπό τούς πλησιάζοντας τόν Θεό, ὄχι μόνο ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό αὐτές τίς ἀγγελικές ἱεραρχίες. Γι’ αὐτές τίς ἀγγελικές ἀνώτατες ταξιαρχίες ὁ Ἠσαΐας γράφει «τά Σεραφίμ στέκονταν γύρω του» (Ἠσ. 6,2) καί ὁ Δαβίδ λέγει «παρέστη ἡ βασίλισσα στά δεξιά σου» (Ψαλμ. 44,10).

Βλέπετε τή διαφορά τῆς στάσεως; Ἀπό αὐτή μπορεῖτε νά καταλάβετε καί τή διαφορά της, κατά τήν ἀξία τῆς τάξεως. Διότι τά Σεραφίμ ἦταν γύρω ἀπό τόν Θεό, πλησίον δέ στόν Ἴδιο μόνο ἡ παμβασίλισσα καί μάλιστα στά δεξιά του.

Αὐτή εἶναι φωτός φαιδροτέρα, παραδείσων θείων εὐανθεστέρα, κόσμου παντός ὁρατοῦ καί ἀοράτου κοσμιωτέρα. Γι’ αὐτό, ὅπου κάθισε ὁ Χριστός στόν οὐρανό, δηλ. στά δεξιά τῆς μεγαλοσύνης, ἐκεῖ στέκεται καί αὐτή τώρα πού ἀνέβηκε ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό.

Ποιός δέν γνωρίζει ὅτι ἡ Παρθενομήτωρ εἶναι ἐκείνη ἡ βάτος πού ἦταν ἀναμμένη ἀλλά δέν καταφλεγόταν (Ἐξ. 3,2); Καί αὐτή ἡ λαβίδα, πού πῆρε τό Σεραφίμ, τόν ἄνθρακα ἀπό τό θυσιαστήριο (Ψαλμ. 6,6), πού συνέλαβε δηλαδή ἀπυρπολήτως τό θεῖο πῦρ καί κανείς ἄλλος δέν θά μποροῦσε νά ἔλθει πρός τόν Θεό.

Ἑπομένως, μόνη αὐτή εἶναι μεθόριο τῆς κτιστῆς καί τῆς ἄκτιστης φύσεως. Καί κανείς ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά προσεγγίσει τόν Θεό, εἰμή δι’ αὐτῆς πού εἶναι ἀληθινά ἡ θεαυγής λυχνία πού καταυγάζει· «ὁ Θεός γάρ ἐν μέσῳ αὐτῆς, καί οὐ σαλευθήσεται», δηλ. στό μέσον εἶναι ὁ Θεός καί δέν κλονίζεται, λέγει ὁ προφήτης (Ψαλμ. 45,6).

Ποιός θά ἀγαποῦσε τόν Υἱό καί Θεό περισσότερο ἀπό τή Μητέρα, ἡ ὁποία ὄχι μόνο μονογενῆ τόν γέννησε μέ ἄρρητο τρόπο, ἀλλά καί μόνη της αὐτή χωρίς ἀνδρική ἕνωση, ὥστε νά εἶναι τό φίλτρο διπλάσιο (μή μοιραζόμενο μέ ἄλλο πρόσωπο).

Ὅπως λοιπόν μόνο δι’ αὐτῆς ὁ Υἱός ἐπεδήμησε πρός ἐμᾶς, φανε­ρώθηκε καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους, ἐνῶ πρίν ἦταν ἀθέατος, ἔτσι καί στόν μελλοντικό ἀτελεύτητο αἰώνα κάθε πρόοδος καί ἀποκάλυψη θείων μυστηρίων χωρίς Αὐτή θά εἶναι ἀδύνατος.

Διά μέσου τῆς Θεομήτορος θά ὑμνοῦν τόν Θεό γιατί αὐτή εἶναι ἡ αἰτία, ἡ προστάτιδα καί πρόξενος τῶν αἰωνίων. Αὐτή εἶναι θέμα τῶν προφητῶν, ἀρχή τῶν Ἀποστόλων, ἑδραίωμα τῶν μαρτύρων, κρηπίδα τῶν διδασκάλων, ἡ ρίζα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν, ἡ κορυφή καί τελείωση κάθε ἁγίου.

Ὤ Παρθένε θεία καί τώρα οὐρανία, πῶς νά περιγράψω ὅλες σου τίς ἀρετές; Πῶς νά σέ δοξάσω, τόν θησαυρό τῆς δόξας; Ἐσένα καί ἡ μνήμη μόνο ἁγιάζει αὐτόν πού τή χρησιμοποιεῖ.

Μετάδωσε λοιπόν πλούσια τά χαρίσματά σου σέ ὅλο τόν λαό σου, Δέσποινα, δῶσε τή λύση τῶν δεινῶν μας· μετάτρεψε ὅλα πρός τό καλύτερο μέ τή δύναμή σου, δίδοντας στό σῶμα καί στήν ψυχή μας ἄφθονη τή χάρη σου γιά νά δοξάζουμε τόν προαιώνιο Λόγο πού σαρκώθηκε ἀπό σένα γιά μᾶς, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτε­λεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.

——————–

Πηγή: Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγος ΛΖ΄, εἰς τήν πάνσεπτον κοίμησιν τῆς πανυπεράγνου δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 151, 460-472. Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 10 (Θεσ/νίκη: «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»). Ἀποσπάσματα].