Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Απόδοση.

13 Αυγούστου, 2022

Αμέσως ύστερα, ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο καΐκι, και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη.

Αφού τους διέλυσε, ανέβηκε μόνος του στο βουνό να προσευχηθεί.

Όταν βράδιασε ήταν μόνος του εκεί.

Στο μεταξύ το καΐκι βρισκόταν κιόλας στη μέση της λίμνης και το παίδευαν τα κύματα, γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος. Κατά τα ξημερώματα, ήρθε ο Ιησούς κοντά τους περπατώντας πάνω στη λίμνη.

Οι μαθητές, όταν τον είδαν να περπατάει πάνω στη λίμνη, τρόμαξαν• έλεγαν πως είναι φάντασμα κι έβαλαν τις φωνές από το φόβο τους.

Αμέσως όμως ο Ιησούς τους μίλησε και τους είπε: «Θάρρος! Εγώ είμαι• μη φοβάστε».

Ο Πέτρος του αποκρίθηκε: «Κύριε, αν πράγματι είσαι εσύ, δώσε μου εντολή να έρθω κοντά σου, περπατώντας στα νερά».

Κι εκείνος του είπε: «Έλα».

Κατέβηκε τότε από το πλοίο ο Πέτρος κι άρχισε να περπατάει πάνω στα νερά για να πάει στον Ιησού. Βλέποντας όμως τον ισχυρό άνεμο φοβήθηκε, κι άρχισε να καταποντίζεται• έβαλε τότε τις φωνές: «Κύριε, σώσε με!».

Αμέσως ο Ιησούς άπλωσε το χέρι, τον έπιασε και του λέει: «Ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίεψε η αμφιβολία;». Και μόλις ανέβηκε στο καΐκι κόπασε ο άνεμος.

Τότε όσοι ήταν στο καΐκι ήρθαν και τον προσκύνησαν λέγοντας: «Αληθινά, είσαι ο Υιός του Θεού!». Αφού διασχίσανε τη λίμνη, ήρθαν στην περιοχή της Γεννησαρέτ.
____________________________________________________________

Το Ευαγγέλιο αναφέρεται στην κατάπαυση της τρικυμίας η οποία βασάνιζε το πλοίο στο οποίο βρισκόταν οι Μαθητές. Και αυτή η κατάπαυση έγινε με την θαυματουργική ενέργεια του Χριστού.

Ο Χριστός, μετά το θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων, ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθή, ενώ στο πλοίο οι Μαθητές υπέφεραν από τα κύματα.

Σε αυτήν την δύσκολη στιγμή ο Χριστός ήλθε περπατώντας πάνω στα κύματα και πρώτα θεράπευσε την ολιγοπιστία του Πέτρου και μετά κατέπαυσε τον άνεμο με αποτέλεσμα να ηρεμήσουν οι υπόλοιποι Μαθητές.

Αν διαβάσουμε προσεκτικά την περικοπή αυτή θα δούμε πολλούς τρόπους με τους οποίους μας βοηθά ο Χριστός, αλλά και εμείς ανταποκρινόμαστε διαφοροτρόπως στην Χάρη Του. Πάντως για να γίνη συνάντηση, πρέπει να υπάρχη συντονισμός.

Ο Χριστός κινείται με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο προς εμάς. Άλλοτε αποσύρεται από την ζωή μας, αναστέλλει την Χάρη Του και μας αφήνει να δοκιμασθούμε, ώστε έτσι να καταλάβουμε και την αδυναμία μας και να εκφρασθή και η ελευθερία μας.

Υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις στην ζωή μας που φαίνεται ότι τα προβλήματα είναι πολλά και είμαστε μόνοι, εγκαταλελειμμένοι και από αυτόν τον Ίδιο τον Θεό.

Άλλοτε ο Χριστός έρχεται μέσα στα κύματα της ζωής μας, στους πειρασμούς που μας βασανίζουν και μας ζητά να βγούμε από το πλοίο της ζωής μας, να βγούμε, δηλαδή, από την φιλαυτία και τον εγωϊσμό μας και να βαδίσουμε πάνω στα κύματα γιατί εκεί θα δοκιμασθή η πίστη μας.

Όμως εμείς ολιγοπιστούμε, δεν έχουμε την ψυχική ανδρεία να βγούμε από το καταφύγιο του εαυτού μας, και κλεινόμαστε μέσα στην φυλακή του εγώ μας.

Και άλλοτε ο Χριστός εισέρχεται μέσα στο πλοίο της ζωής μας και τότε έρχεται μεγάλη γαλήνη και ειρήνη. Ο Χριστός χρησιμοποιεί και τους τρεις τρόπους για να μας βοηθήση και να μας σώση.

Αλλά και εμείς ανταποκρινόμαστε διαφορετικά σε κάθε κίνηση του Χριστού. Άλλοτε απογοητευόμαστε από την φαινομενική απομάκρυνση του Χριστού και χάνουμε το θάρρος μας η στρεφόμαστε εναντίον Του, χωρίς να καταλαβαίνουμε την σημασία αυτής της παιδαγωγικής ενεργείας του Χριστού.

Άλλοτε, ενώ Εκείνος μας καλεί να βγούμε από τον εαυτό μας, από τα πάθη μας και να ελευθερωθούμε από την δουλεία τους, εμείς δυσανασχετούμε και διαμαρτυρόμαστε.

Λέμε: «Γιατί Θεέ μας ενοχλείς; Άφησε μας στην ησυχία μας. Δεν θέλουμε να σε ακολουθήσουμε». Και άλλοτε τον αφήνουμε να έλθη μέσα στο πλοίο της ζωής μας και της οικογενείας μας, οπότε δοκιμάζουμε την ευεργετική παρουσία Του.

Πολλούς τρόπους χρησιμοποιεί ο Χριστός για να μας θεραπεύση, αλλά και εμείς χρησιμοποιούμε πολλούς τρόπους για να τον αποδεχθούμε η να τον αρνηθούμε.

Το ευτύχημα θα είναι να συντονιζόμαστε πάντοτε στον τρόπο που χρησιμοποιεί κάθε φορά ο Χριστός για να μας βοηθήση, αν υπομένουμε στην σιωπή Του, αν ανταποκρινόμαστε στην κλήση του για έξοδο από την φυλακή των παθών και αν ανοίγουμε την καρδιά μας για να Τον δεχθούμε μέσα σε αυτήν.

Γιατί, αν Εκείνος προτιμά την σιωπή και εμείς θέλουμε λόγο, αν Εκείνος ενδιαφέρεται για την ελευθέρωσή μας από τα πάθη και εμείς αρεσκόμαστε στην ζωή των παθών, αν Εκείνος θέλη να έλθη στην καρδιά μας και εμείς του το αρνούμαστε, τότε δεν μπορεί να γίνη η συνάντηση.

Κάθε συνάντηση, και η συνάντηση με τον Θεό, πρέπει να έχη το στοιχείο του συντονισμού. Διαφορετικά ο Θεός θα θεωρήται απροσπέλαστος και άγνωστος.

Μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμόρφωσης

5 Αυγούστου, 2022

 MetropolitanAnthonyBloom 

Ὑπάρχουν στιγμὲς τῆς πνευματικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς πιὸ συνηθισμένης καθημερινῆς ζωῆς τόσο ὡραῖες, τόσο ὑπέροχες ποὺ νὰ μᾶς κάνουν νὰ θέλουμε τὸ χρόνο, τὴ ζωή, τὴν αἰωνιότητα νὰ σταματήσουν ἐκεῖ ὥστε τίποτα ἄλλο νὰ μὴν ξανασυμβεῖ ποτέ.

Αὐτὸ εἶχαν νιώσει οἱ Ἀπόστολοι ποὺ ὁ Χριστὸς εἶχε πάρει μαζί Του πάνω στὸ ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης, αὐτὸ ἤθελε νὰ ἐκφράσει ὁ Πέτρος ὅταν ἔλεγε: «Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ εἴμαστε ἐδῶ, ἂς κτίσουμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία κι ἂς μείνουμε ἐδῶ μέσα στὶς ἀκτίνες τοῦ ἄυλου αὐτοῦ, θεϊκοῦ φωτός, τυλιγμένοι μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὑπέροχη εἰρήνη».

Οὔτε ὁ Πέτρος ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι δὲν πρόσεξαν τότε κάτι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀργότερα μετέδωσαν σὲ ἄλλους, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε (φάνηκε μέσα στὴ λάμψη τῆς αἰώνιας δόξας) τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας Τοῦ μιλοῦσαν σχετικὰ μὲ τὸ ταξίδι Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ Σταύρωσή Του.

 Ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης βλέπουμε ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς ἦταν ἱκανοὶ νὰ ξεχωρίζουν τὰ λαμπρὰ καὶ θαυμάσια πράγματα παραβλέποντας πολὺ συχνὰ τί τίμημα εἶχαν αὐτὰ γιὰ τὸ Χριστό.

Ὁ Ἅγ. Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μιλώντας σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ εἶχε πεῖ: «Ζήτησε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ,τιδήποτε σοῦ χρειάζεται, νὰ θυμᾶσαι ὅμως τὴν τιμὴ ποὺ Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἱκανοποιεῖ τὰ αἰτήματά σου».

Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ πεῖ: «Μὴ ζητήσεις κάτι ἀνάξιο τῆς θυσιασμένης θεϊκῆς ἀγάπης, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ».

Ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ ἀπόστολοι, ὅταν ζοῦμε τὶς καλύτερές μας στιγμὲς εὐχόμαστε ὁ χρόνος νὰ σταθεῖ καὶ νὰ μπορέσουμε νὰ παραμείνουμε γιὰ πάντα, σὲ τί; Στὴν ξεγνοιασιά, νὰ μπορέσουμε νὰ ξεχάσουμε γιὰ πάντα ὅτι φοβερὰ πράγματα συμβαίνουν κάποτε στὶς δικές μας ζωὲς καὶ τὶς ζωὲς τῶν ἄλλων, ὅτι ὑπάρχουν καταστάσεις ὅπως ἡ μοναξιά, ἡ ἀρρώστια καὶ ὁ φόβος, ὅτι ὑπάρχουν φρίκες ὅλων τῶν εἰδῶν. Θέλουμε νὰ μποῦμε στὴ θαυμαστὴ εἰρήνη τοῦ μεταμορφωμένου κόσμου ποὺ ὅλοι προσδοκοῦμε μὰ ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη ἀποκαλυφθεῖ, δὲν ἔχει γίνει πραγματικότητα, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ πιστεύουμε καὶ τὸν ὁποῖο σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ ζήσουμε στὸ μεγάλο καὶ θαυματουργό του βάθος.

Πρέπει ὅμως νὰ θυμούμαστε ὅτι μιὰ τέτοια ἐμπειρία μᾶς δωρίζεται γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ μπάσουμε τὴν ἀκτινοβολία αὐτὴ τῆς Μεταμόρφωσης μέσα στὸ σκοτεινό, κρύο, θλιμμένο κόσμο.

Ὅταν ὁ Μωυσῆς στάθηκε ἀπέναντι στὸ Θεὸ πάνω στὸ ὄρος Σινᾶ καὶ φωτίστηκε ἀπὸ τὴ Δόξα Του εἶχε τόσο πολὺ ἀπορροφηθεῖ μέσα στὸ φῶς ὥστε ὅταν κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴν ἀντέχουν τὴ λάμψη τοῦ προσώπου του.

Τέτοιοι ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς ὑστέρα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ἑνὸς οὐράνιου ἤ ἐπίγειου μεταμορφωτικοῦ θαύματος. Αὐτὸ ποὺ συνέβηκε στοὺς ἀποστόλους καὶ στὸ Μωυσῆ θὰ πρέπει νὰ συμβεῖ καὶ σ’ ἐμᾶς.

Ὁ Μωυσῆς δὲν παρέμεινε στὸ ὄρος γιὰ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸ Θεό, ὅπως μιλᾶ κανεὶς σὲ κάποιο φίλο του, γιὰ νὰ ἐντρυφᾶ συνεχῶς στὴ θεϊκὴ δόξα, ἀλλὰ οὔτε καὶ στοὺς ἀποστόλους δὲν ἐπιτράπηκε νὰ παραμείνουν στὸ ἔνδοξο ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης.

Ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε: « Ἄγωμεν ἐντεῦθεν». Κατέβηκαν λοιπὸν στὰ πεδινά, στὴν πεδιάδα τῆς Παλαιστίνης κι ἐκεῖ συνάντησαν αὐτὸ τὸ ὁποῖο μᾶς περιγράφεται: τὴν ἀπαρηγόρητη θλίψη τῶν γονιῶν καὶ τῶν γνωστῶν τοῦ παιδιοῦ τὸ ὁποῖο ὑπέφερε ἀπὸ μία ἀνίατη ἀρρώστια καὶ κάτι ἴσως ἀκόμη χειρότερο, τὴ θλιβερὴ διαπίστωση ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στοὺς ὁποίους ὁ πατέρας εἶχε στραφεῖ ἦταν ἀνίκανοι νὰ βοηθήσουν.

Ὁ Χριστὸς μόνο μπόρεσε νὰ βοηθήσει κι ἔκανε τὸ παιδὶ καλά. Ὅταν οἱ μαθητὲς Τὸν ρώτησαν γιατί οἱ ἴδιοι δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ κάνουν ὁ Χριστὸς ἀπάντησε: «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ».

Συμβαίνει κάποτε νὰ ἀξιωνόμαστε τὴν ἐμπειρία ἑνὸς μεταμορφωμένου κόσμου, τὴν ἐμπειρία τῆς εἰσόδου στὸν κόσμο ἑνὸς στοιχείου θαυμαστοῦ, θεϊκοῦ· τὴν ἐμπειρία αὐτὴ ὀφείλουμε νὰ τὴ συντηρήσουμε σὰν ἕνα πολύτιμο δῶρο κι ἔπειτα νὰ βγοῦμε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὴ μοιραστοῦμε μὲ τοὺς ἄλλους. Θὰ μπορέσουμε ὅμως νὰ τὴ μεταδώσουμε μόνο ἂν ἐπωμιστοῦμε τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς.

Ἡ νηστεία δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἁπλῶς ἡ φυσικὴ νηστεία ἀλλὰ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὁτιδήποτε ἔχει γιὰ κέντρο τοὺς ἑαυτούς μας, ἀπὸ τὴν κάθε αὐτοαγάπη, τὸν κάθε ἐγωισμό, τὴν κάθε πνευματικὴ καὶ συναισθηματικὴ ἀπληστία, τὴν κάθε ἐπιθυμία γιὰ κατοχὴ ἤ γιὰ ἀνεξέλεγκτη ἐλευθερία.

Αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ πετύχουμε μόνο ἂν προσευχόμαστε, καὶ πιὸ πέρα ἀπὸ αὐτὸ ὄχι ἂν ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνουμε τὶς λέξεις μιᾶς προσευχῆς ἀλλὰ ἂν βιάζουμε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ εἰσχωροῦν στὸ πνεῦμα καὶ τὶς σκέψεις τῶν ἁγίων, ἂν προσπαθοῦμε μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας μέσα σ’ αὐτὸ τὸ συννεφιασμένο, σκοτεινό, ὀρφανεμένο κόσμο νὰ παραμένουμε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ζωντανὸ Θεὸ ποὺ εἶναι φῶς, χαρὰ καὶ ζωή.

Ἂς μελετήσουμε τὴ Μεταμόρφωση. Ἂς ἀναλογιστοῦμε τὶς στιγμὲς ἤ τὶς περιόδους τῶν ζωῶν μας στὶς ὁποῖες εἴχαμε ζήσει σ’ ἕνα μεταμορφωμένο κόσμο, στὶς ὁποῖες τὸ κάθε τί μέσα καὶ γύρω μας φωτιζόταν ἀληθινὰ ἀπὸ θεϊκὸ φῶς. Μὲ τὸ φῶς αὐτὸ ἂς πλησιάσουμε τὸ κάθε πρόσωπο, ὅλες τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς: ἂς τοὺς προσφέρουμε τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπό το βιβλίο:Ἡμέρα Κυρίου,

 ἐκδόσεις Ἀκρίτας

Τί ἐστι καρδία ἐλεήμων; (ἀπὸ Μπὰμπη)

5 Αυγούστου, 2022

Του Αγίου Ισαάκ του Σύρου

«Καρδία ἐλεήμων ἐστὶ καῦσις
ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως,
ὑπὲρ ἀνθρώπων
καὶ τῶν ὀρνέων
καὶ τῶν ζώων
καὶ τῶν δαιμόνων
καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος.
Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν καὶ τῆς θεωρίας
ῥέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα.
Καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης
καὶ συνεχούσης τὴν καρδίαν
καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας
σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ
καὶ οὐ δύναται βαστάσαι ἢ ἀκοῦσαι ἢ ἰδεῖν
βλάβην τινὰ ἢ λύπην μικρὰν
ἐν τῇ κτίσει γινομένην.
Διὰ τούτο
ὑπὲρ τῶν ἀλόγων
καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας
καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτῶν
ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει
τοῦ φυλαχθῆναι αὐτοὺς καὶ ἱλασθῆναι αὐτούς.
Ὁμοίως καὶ ὑπὲρ φύσεως τῶν ἑρπετῶν
ἐκ τῆς πολλῆς ἐλεημοσύνης
τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ
ἀμέτρως κατὰ τὴν ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ».

Ζ΄ Κυριακή τοῦ Ματθαίου

30 Ιουλίου, 2022

 

Ἡ θεραπεία των δύο τυφλών 

(Ματθ. θ΄ 27-35)

α΄. Γιατὶ τάχα τοὺς σέρνει μαζί του ἐνῶ φωνάζουν; Πάλι ἐδῶ θέλει νὰ μᾶς διδάξη νὰ ἀποφεύγωμε τὴ δόξα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἦταν κοντὰ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδηγεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύση μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους.  Κι αὐτὸ εἶναι φανερὸ ἀπὸ ὅ,τι τοὺς εἶπε, νὰ μὴν ποῦν τίποτα σὲ κανένα.  Καὶ δὲν εἶναι μικρὴ αὐτὴ ἡ κατηγορία ποὺ δέχωνται οἱ Ἰουδαῖοι, ὅταν οἱ τυφλοὶ μὲ χωρὶς μάτια ἀπὸ τὴν ἀκοὴ μονάχα δέχωνται τὴν πίστη, ἐνῶ ἐκεῖνοι ἄν καὶ βλέπουν τὰ θαύματα κι ἔχουν μάρτυρα γιὰ ὅσα γίνονται τὴν ὅραση, τὰ ὁλότελα ἀντίθετα κάνουν. 

Προσέξετε καὶ τὴν προθυμία τῶν τυφλῶν καὶ ἀπὸ τὶς κραυγὲς κι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ συνάντηση. Οὔτε δηλαδὴ πλησίασαν μόνο ἀλλὰ καὶ φώναζαν δυνατὰ καὶ τίποτα δὲν ἤθελα παρὰ εὐσπλαχνία. Τὸν ἀποκαλοῦσαν Γιὸ τοῦ Δαυΐδ, γιατὶ τὸ ὄνομα τοὺς φαινόταν τιμητικό.  Σὲ πολλὲς περιπτώσεις καὶ οἱ προφῆτες ἔτσι καλοῦσαν τοὺς βασιλιάδες, ποὺ ἤθελαν νὰ τιμήσουν καὶ νὰ τοὺς παρουσιάσουν μεγάλους.  Κι ὅταν τοὺς ὡδήγησε στὸ σπίτι, τοὺς ἀπευθύνει δεύτερη ἐρώτηση.

 Σὲ πολλὲς περιπτώσεις φρόντιζε νὰ κάνη τὶς θεραπείες του, ἀφοῦ τὸν ἱκέτευαν, γιὰ νὰ μὴ νομίση κανένας ὅτι ἀπὸ φιλοδοξία ἔτρεχε νὰ θαυματοποιῆ.  Κι ὄχι γι’  αὐτὸ μονάχα ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη πὼς ἦσαν ἄξιοι γιὰ τὴ θεραπεία καὶ γιὰ νὰ μὴ λένε ὅτι ἀφοῦ ἀπὸ εὐσπλαχνία ἔσωζε, ἔπρεπε νὰ σωθοῦν ὅλοι. Ἔχει καὶ ἡ φιλανθρωπία τὴ δικαιολογία της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστη ἐκείνων ποὺ σώζονται.

Δὲ γυρεύει ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τὴν πίστη μόνο γι’ αὐτό, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν ἀποκάλεσαν Γιὸ του Δαυΐδ, θέλοντας νὰ τοὺς ὁδηγήση ἀκόμα ψηλότερα καὶ διδάσκοντάς τους νὰ φαντάζωνται γιὰ ἐκεῖνον αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε τοὺς λέει·  Πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάμω αὐτό; Δὲν τοὺς εἶπε·  πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου, ὅτι μπορῶ νὰ προσευχηθῶ ἀλλὰ ὅτι ἐγὼ μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό.  Κι ἐκεῖνοι Ναί, Κύριε, τοῦ λένε. Δὲν τὸν ἀποκαλοῦν πιὰ Γιὸ τοῦ Δαυΐδ ἀλλὰ ἀνεβαίνουν ψηλότερα καὶ ὁμολογοῦν πὼς εἶναι Κύριος.

  Καὶ τότε αὐτὸς βάζει τὸ χέρι ἀπάνω τους λέγοντας. Ἄς γίνῃ κατὰ τὴν πίστη σας. Αὐτὸ τὸ κάνει γιὰ νὰ ἐνισχύση τὴν πίστη τους καὶ νὰ δείξη πὼς συμμετέχουν στὸ θαῦμα, καὶ δείχνοντας ὅτι τὰ λόγια του δὲν ἦσαν γιὰ νὰ τοὺς κολακέψουν. Οὔτε εἶπε· ἄς ἀνοίξουν τὰ μάτια σας. Ἄς σᾶς γίνη κατὰ τὴν πίστη σας. Αὐτὸ σὲ πολλοὺς ἀπὸ ὅσους τὸν ἐπλησίασαν τὸ εἶπε, ἀπὸ φροντίδα νὰ τονίση τὴν πίστη ποὺ ἔβλεπε στὴν ψυχὴ τους πρὶν ἀπὸ τὴν θεραπεία τοῦ σώματος.

Ἔτσι καὶ σ’ ἐκείνους θὰ ἔδινε περισσότερη τιμὴ καὶ ἄλλους θὰ τοὺς ἔκανε πιὸ πρόθυμους. Ἔτσι καὶ στὸν παραλυτικό. Προτοῦ συσφίξη τὶς ἀρθρώσεις σηκώνει τὴν ψυχή του ποὺ ἦταν πεσμένη λέγοντας· θάρρος παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου. Καὶ τὴ μικρὴ κόρη, ἀφοῦ ἀνάστησε, τὴν ἐκράτησε καὶ μὲ τὸ φαγητὸ τῆς ἔμαθε τὸν εὐεργέτη της. Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου ἔκαμε τὸ ἴδιο, ἐξαρτῶντας τα ὅλα ἀπὸ τὴν πίστη. Ἀλλὰ καὶ τοὺς μαθητάς του γιὰ νὰ τοὺς γλυτώσει ἀπὸ τὴν τρικυμία, τοὺς ἐλευθέρωσε πρῶτα ἀπὸ τὴν ὀλιγοπιστία.

Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ. Καὶ πρὶν ἀκόμα ἐκεῖνοι φωνάξουν, ἐγνώριζε τὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς τους. Γιὰ νὰ δημιουργήση ὅμως καὶ σ’ ἄλλους τὴν ἴδια προθυμία, τοὺς φανερώνει καὶ στοὺς ἄλλους, δείχοντας μὲ τὴ θεραπεία τὴν κρυμμένη πίστη τους.

Μετὰ τὴ θεραπεία τοὺς προστάζει νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν τίποτα κι ὄχι ἁπλᾶ ἀλλὰ πολὺ ἔντονα. Τοὺς μίλησε ὁ Ἰησοῦς αὐστηρὰ καὶ τοὺς εἶπε· Προσέξετε, νὰ μὴ μάθη κανείς. Αὐτοὶ ὅμως βγῆκαν καὶ διέδωσαν τὴ φήμη σ’ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή. Ἐκεῖνοι δὲν κρατήθηκαν ἀλλὰ ἔγιναν κήρυκες κι εὐαγγελισταί του καὶ δὲν ἐκράτησαν τὴ διαταγὴ νὰ φυλάξουν κρυφὸ τὸ θαῦμα.

 Κι ἄν ἄλλη φορὰ λέγει Πήγαινε καὶ νὰ διηγιέσαι τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖνο ἀντίθετο μὲ τοῦτο, ἀλλὰ ὁλότελα σύμφωνο.  Μᾶς μαθαίνει νὰ μὴ λέμε τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτὸ μας καὶ νὰ ἐμποδίζωμε ὅσους θέλουν νὰ μᾶς ἐγκωμιάζουν. Ἄν ὅμως ἡ δόξα ἀποδιδόταν στὸ Θεό, ὄχι μόνο νὰ μὴν ἐμποδίζωμε ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν νὰ γίνεται αὐτό.

Ὅταν αὐτοὶ ἔβγαιναν, λέει, νὰ καὶ τοῦ φέρνουν ἕνα μουγγό, δαιμονισμένο. Δὲν ἦταν φυσικὴ ἀσθένεια ἀλλὰ δαιμονικὴ ἐπιβουλὴ, γι’ αὐτὸ καὶ χρειάζεται νὰ τὸν φέρουν ἄλλοι. Ἀφοῦ ἦταν ἄλαλος δὲν μποροῦσε νὰ  παρακαλέση ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτὸ του, οὔτε ἄλλους νὰ παρακαλέση ἀφοῦ ὁ δαίμονας εἶχε δέσει τὴ γλῶσσα καὶ μαζὶ μὲ τὴ γλῶσσα εἶχε δεσμεύσει καὶ τὴν ψυχή. Γιὰ τοῦτο ἀπ’ αὐτὸν δὲν ζητεῖ πίστη, ἀλλὰ τὸν θεραπεύει ἀμέσως.Ὅταν βγῆκε ὁ δαίμονας, μίλησε ὁ μουγγός.

Ἐκδήλωσαν τὸ θαυμασμό τους οἱ ἄνθρωποι· ποτὲ δὲν ξαναέγινε ἔτσι στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό. Αὐτὸ ποὺ πιὸ πολὺ τάραζε τοὺς Φαρισαίους ἦταν ὅτι τὸν ἐθεωροῦσαν πρῶτο ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς παλιούς. Καὶ τὸν θεωροῦσαν πρῶτο ὄχι γιατὶ θεράπευσε ἀλλὰ γιατὶ θεράπευσε εὔκολα, γρήγορα, ἄπειρες κι ἀνίατες ἀρρώστιες. Ὁ λαὸς ἔτσι σκεφτόταν.

β΄. Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ὁλότελ’ ἀντίθετα. Ὄχι μόνο διαβάλλουν ὅσα ἔγιναν, ἀλλὰ δὲν ντρέπονται νὰ ἀντιφάσκουν στὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι εἶναι ἡ πονηρία. Τί ἰσχυρίζονται; Στὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων βγάζει τοὺς δαίμονες. Ὑπάρχει πιὸ ἀνόητη σκέψη ἀπ’ αὐτή; Γιατὶ βέβαια ὅπως λέει πιὸ πέρα εἶναι ἀντιφατικὸ ἕνας δαίμονας νὰ διώχνη ἄλλον.

Συνηθίζει ἐκεῖνος νὰ διοργανώνη τὰ δικά του, ὄχι νὰ τὰ διαλύη. Ἐξ ἄλλου αὐτὸς δὲν ἔβγαζε μονάχα δαίμονα ἀλλὰ καὶ λεπροὺς ἐκαθάρισε καὶ νεκροὺς ἀνάστησε καὶ θάλασσα κόπασε καὶ ἁμαρτίες συγχώρησε καὶ τὴ βασιλεία ἐκήρυξε καὶ στὸν Πατέρα ὡδήγησε.  Αὐτὰ οὔτε θὰ ἀποφάσιζε οὔτε θὰ μποροῦσε ποτὲ ἕνας δαίμονας νὰ τὰ πραγματοποιήση. 

Γιατὶ οἱ δαίμονες ὀδηγοῦν στὰ εἴδωλα κι ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ μᾶς πρασύρουν ν’ ἀπιστοῦμε στὴ μέλλουσα ζωή. Ὁ δαίμονος εὐεργετεῖ, ὅταν ὑβρίζεται, ἀφοῦ κι ὅταν δὲν ὑβρίζεται βλάπτει ἐκείνους ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν καὶ τὸν τιμοῦν. Ὁ Χριστὸς ὅμως κάνει τὸ ἀντίθετο. Ὕστερ’ ἀπὸ τὶς ὕβρεις καὶ τὶς κακολογίες ἐρχόταν λέγει, στὶς πόλεις ὅλες μὲ τὴ σειρὰ καὶ τὰ χωριά, μιλῶντας στὶς συναγωγές τους, κηρύσσοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε πάθος. 

 Κι ὄχι μόνο δὲν τοὺς ἐτιμώρησε γιὰ τὴν ἀναισθησία τους ἀλλὰ μήτε κἄν τοὺς ἐμάλλωσε. Τὸν ἴδιο καιρὸ καὶ τὴν πραότητά του ἔδειχνε καὶ μ’ αὐτὴ φανέρωνε τὴν κακολογία. Τὸν ἴδιο καιρὸ ἤθελε μὲ τὰ θαύματα ποὺ θ’ ἀκολουθοῦσαν νὰ δώση ἰσχυρότερη ἀπόδειξη καὶ τότε νὰ ἐπιφέρη καὶ τὸν ἔλεγχο μὲ τοὺς λόγους του. Πήγαινε λοιπὸν μὲ τὴ σειρὰ καὶ στὶς πόλεις καὶ στὰ χωριά καὶ στὶς συναγωγές τους. Καὶ μᾶς διδάσκει ἔτσι ν’ ἀμείβωμε ὅσους μᾶς κακολογοῦν, ὄχι μὲ δικές μας κακολογίες ἀλλὰ μὲ πιὸ μεγάλες εὐεργεσίες.

Γιατὶ ἄν εὐεργετῆς τοὺς ὁμοδούλους σου ὅ,τι κι ἄν σοῦ κάνουν, ὄχι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ τὸ Θεό, μὴ σταματήσης νὰ εὐεργετῆς, γιὰ νὰ εἶναι μεγαλύτερος ὁ μισθός σου. Γιατὶ αὐτὸς που παύει νὰ εὐεργετῆ, ὅταν τὸν κακολογήσουν δείχνει ὅτι εὐεργετοῦσε γιὰ τὸν ἔπαινό του κι ὄχι τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς διδάσκοντάς μας ὅτι ἀπὸ καλωσύνη μονάχα προχωροῦσε στὸ ἔργο του, δὲν περίμενε νἀρθοῦν μόνο κοντά του, οἱ ἄρρωστοι ἀλλὰ καὶ αὐτὸς πήγαινε ἀμέσως σ’ αὐτούς. Καὶ τοὺς πήγαινε δυὸ μέγιστα ἀγαθά, ἕνα τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας κι ἄλλο τὴ θεραπεία ὅλων τῶν ἀσθενειῶν. Καὶ δὲν περιφρονοῦσε καμμιὰ πόλη καὶ δὲν προσπερνοῦνε κανέναν χωριό, ἀλλὰ ἐπισκεπτόταν κάθε τόπο. Δὲ σταματᾶ ἐδῶ, ἀλλὰ προσθέτει κι ἄλλη φροντίδα.

Ὅταν εἶδε, λέει, τὸν κόσμο τοὺς λυπήθηκε ποὺ ἦσαν ταλαιπωρημένοι κι ἀπορριγμένοι σὰν πρόβατα ποὺ δὲν εἶχαν βοσκό. Καὶ παρατηρεῖ στοὺς μαθητάς του· εἶναι πολὺς ὁ θερισμὸς ἀλλὰ λίγοι οἱ ἐργάτες. Παρακαλέστε λοιπόν τὸν Κύριο τοῦ θερισμοῦ νὰ βγάλη κι ἄλλους ἐργάτες στὸν θερισμό του. Προσέξετε πάλι τὴν ἔλλειψη κενοδοξίας.

Γιὰ νὰ μὴν προσελκύση ὅλους στὸν ἑαυτό του, στέλνει τους μαθητάς, ἄν κι ὄχι μόνο γι’ αὐτό. Θέλει καὶ νὰ τοὺς ἀσκήση καὶ προπονημένους μέσα στὴν παλαίστρα τῆς Παλαιστίνης νὰ τοὺς ἀποδώση στοὺς ἀγῶνες τῆς οἰκουμένης. Γι’ αὐτὸ κι ὁρίζει τὴν προπόνηση μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες, ὅπως ταιριάζε στὴν ἱκανότητά τους, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν εὐκολότερα τοὺς ἀγῶνες ποὺ θὰ ἐπακολουθήσουν. Σὰν ἀδύνατους νεοσσοὺς ποὺ τοὺς προετοιμάζουν οἱ γονεῖς τους γιὰ νὰ πετάξουν. Κι ἀμέσως τοὺς κάνει θεραπευτάς σωμάτων, φυλάγοντας γι’ ἀργότερα τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς ποὺ προηγεῖται. Καὶ προσέξετε πῶς δείχνει εὔκολο κι ἀπαραίτητο τὸ πρᾶγμα. Λέει ὅτι ὁ θερισμὸς εἶναι πολύς, ἀλλὰ οἱ ἐργάτες λίγοι.

Δὲν σᾶς στέλλω στὴ σπορά, λέει, ἀλλὰ στὸ θερισμό. Τὸ ἔλεγε ἀλλοιῶς στὸν Ἰωάννη. Ἄλλοι ἔχουν κοπιάσει καὶ σεῖς καρπωθήκατε τοὺς κόπους τους. Αὐτὰ τὰ ἔλεγε, γιὰ νὰ ἡσυχάση τὸ πνεῦμα τους καὶ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνη καὶ νὰ δείξη ὅτι ἔφτασε ὁ μεγαλύτερος κόπος. Τρέχει κι ἐδῶ ἀπὸ φιλανθρωπία, ὄχι γι’ ἀμοιβή. Τοὺς λυπήθηκε ἐπειδὴ ἦσαν ταλαιπωρημένοι κι ἀπορριγμένοι σὰν πρόβατα ποὺ  δὲν  εἶχαν  βοσκό.

Αὐτὴ ἡ κατηγορία ἀπευθύνεται στοὺς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, γιατὶ ἄν καὶ ποιμένες, ἐφέρονταν σὰν λύκοι. Ὄχι μονάχα δὲν βοήθησαν τὸν κόσμο ἀλλὰ κατάστρεφαν καὶ τὴν προκοπή του. Ἐνῶ λοιπὸν ὁ κόσμος ἐθαύμαζαν κι ἔλεγαν ποτὲ δὲ θὰ ξανάγινε αὐτὸ στὸν Ἰσραηλιτικό λαό, αὐτοὶ ἔλεγαν τ’ ἀντίθετα, ὅτι στὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων βγάζει τὰ δαιμόνια.

                                                                                                                                                                                                                                                                   Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Στ΄ Κυριακή τοῦ Ματθαίου

23 Ιουλίου, 2022

Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ

(Ματθ θ, 1-8)

«Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ πλοῖο πέρασε διὰ μέσου τῆς λίμνης στὸ ἀπέναντι μέρος καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη. Καὶ νὰ ἔφεραν σ’ αὐτὸν ἕνα παραλυτικὸ πάνω στὸ κρεβάτι. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, εἶπε στὸν παραλυτικό· Ἔχε θάρρος, παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου»

Δική του πόλη ὀνομάζει ἐδῶ τὴν Καπερναούμ. Ἡ Βηθλεὲμ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, ἡ Ναζαρὲτ τὸν μεγάλωσε, ἡ Καπερναοὺμ τὸν εἶχε μόνιμο κάτοικό της. Ὁ παραλυτικὸς ἐδῶ εἶναι ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἐκεῖνος ἦταν κατάκοιτος στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς ἦταν στὴν Καπερναούμ. Ἐκεῖνος ἦταν ἄρρωστος τριάντα ὀκτὼ χρόνια· γι’ αὐτὸν ἐδῶ δὲ λέγεται τίποτα τέτοιο. Ἐκεῖνος δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν προστατέψει, αὐτὸς ὅμως εἶχε αὐτοὺς ποὺ τὸν φρόντιζαν, ποὺ τὸν σήκωσαν κιόλας καὶ τὸν ἔφεραν. Καὶ σ’ αὐτὸν λέει, «παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου» σ’ ἐκεῖνον, «θέλεις νὰ βρεῖς τὴν ὑγεία σου»;

Κι ἐκεῖνον τὸν θεράπευσε τὸ Σάββατο, αὐτὸν ὅμως ὄχι. Γιατί βέβαια θὰ τὸν κατηγοροῦσαν ἂν τὸ ἔκανε· καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι σ’ αὐτὸν σιώπησαν, σ’ ἐκεῖνον ὅμως ἐπιτέθηκαν καὶ τὸν καταδίωκαν. Αὐτὰ τὰ εἶπα ὄχι χωρὶς λόγο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανένας πὼς ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ σχημάτισε τὴν ὑποψία πὼς ἦταν ὁ ἴδιος παραλυτικός.

Ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Κυρίου. Γιατί καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ ἀπέφυγε τὸν κόσμο· κι ὅταν τὸν ἔδιωξαν οἱ Γαδαρηνοί, δὲν ἀντιστάθηκε. Ἔφυγε καὶ μόνο ποὺ δὲν πῆγε μακρυά. Καὶ πέρασε ἀφοῦ ξαναμπῆκε στὸ πλοῖο, ἐνῶ μποροῦσε νὰ πάει περπατώντας. Δὲν ἤθελε νὰ πραγματοποιεῖ πάντα θαύματα, ὥστε νὰ μὴν καταστρέψει τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.

Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν γράφει ὅτι τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸν Κύριο. Οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, ὅτι ἀφοῦ ἄνοιξαν καὶ τὴ σκεπὴ τὸν κατέβασαν. Κι ἔβαλαν μπροστὰ στὸ Χριστὸ τὸν ἄρρωστο χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν τίποτα ἀλλὰ ἀφήνοντάς τα ὅλα στὴ διάθεσή του. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔργου του ὁ Χριστὸς πήγαινε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο, καὶ δὲ ζητοῦσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ ὅσους τὸν πλησίαζαν.

Ἐδῶ καὶ τὸν πλησίασαν καὶ φανέρωσαν τὴν πίστη τους. Ὅταν εἶδε, γράφει, τὴν πίστη τους, δηλ. ἐκείνων ποὺ ἄνοιξαν τὴ σκεπή. Δὲν γυρεύει παντοῦ τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους μονάχα, π.χ. ὅταν παραφέρονται ἢ τὰ ἔχουν χαμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐδῶ φαίνεται, πὼς ἡ πίστη ἦταν καὶ τοῦ ἀρρώστου· δὲ θὰ δεχόταν νὰ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ σκεπή, ἂν δὲν πίστευε.

Ἀφοῦ αὐτοὶ ἔδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αὐτὸς τὴ δύναμή του, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες μὲ πλήρη ἐξουσία, καὶ μὲ ὅλη του τὴ συμπεριφορὰ δείχνοντας ὅτι εἶναι ἰσότιμος μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως τὸ ἔδειξε αὐτὸ μὲ τὴ διδασκαλία του, ὅταν τοὺς μιλοῦσε σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἐξουσία· μὲ τὸν λεπρό, ὅταν εἶπε θέλω, καθαρίσου· μὲ τὸν ἑκατόνταρχο, ποὺ τὸν θαύμασε καὶ τὸν ἀνέβασε ψηλότερα ἀπ’ ὅλους· μὲ τὴ θάλασσα, ὅταν τὴν ὑπόταξε μὲ τὸ λόγο μόνο· μὲ τοὺς δαίμονες, ὅταν τὸν παραδέχονταν ὡς κριτή, καὶ τοὺς ἔδιωξε μὲ πολλὴ ἐξουσία. 

Ἐδῶ πάλι μὲ ἄλλο ἀνώτερο τρόπο τοὺς ἴδιους τοὺς ἐχθροὺς ἀναγκάζει νὰ παραδεχτοῦν τὴν ἰσοτιμία καὶ μὲ τὸ στόμα τους τὸ κάνει φανερό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος φανερώνει ὅτι δὲν ἀγαποῦσε τὶς τιμὲς -ἦταν πολλοὶ θεατὲς ποὺ ἔκλειναν τὴν εἴσοδο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ ψηλὰ – δὲν βιάστηκε νὰ θεραπεύσει ἀμέσως τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ὁρατὸ ἀλλὰ παίρνει τὴν ἀφορμὴ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ θεραπεύει τὸ ἀόρατο πρῶτα, τὴ ψυχή, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες.

Τοῦτο τὸν ἄρρωστο τὸν ἔσωζε, στὸν ἴδιο ὅμως δὲν προξενοῦσε μεγάλη δόξα. Ἐκεῖνοι κινημένοι ἀπὸ πονηρία καὶ θέλοντας νὰ ἐπιτεθοῦν ἔκαναν τὸ θαῦμα νὰ λάμψει παρὰ τὴ θέλησή τους. Γιατί ἔτσι ὅπως ἦταν ἐκεῖνος ἐφευρετικός, χρησιμοποίησε τὸ φθόνο τους γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ θαύματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι ἔλεγαν «Αὐτὸς βλασφημεῖ· ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός;». 

Ἂς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος. «Ἄραγε διέλυσε τὴν ὑποψία;». Καὶ βέβαια ἂν δὲν ἦταν ἴσος μὲ τὸν Πατέρα ἔπρεπε νὰ πεῖ· Γιατί μοῦ ἀποδίδετε δύναμη ποὺ δὲν μοῦ ταιριάζει; Πολὺ ἀπέχω ἐγὼ ἀπὸ τὴ δύναμη αὐτή. Τώρα ὅμως δὲν εἶπε κάτι τέτοιο. Ἴσα -ἴσα βεβαίωσε καὶ ἐπικύρωσε τὸ ἀντίθετο καὶ μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὸ θαῦμα.

 Ἐπειδὴ ἡ περιαυτολογία φαινόταν ὅτι στενοχωροῦσε τοὺς ἀκροατές, μὲ τὸ στόμα τῶν ἄλλων βεβαιώνει ὅ,τι τὸν ἀφορᾶ. Καὶ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κάνει ὄχι μόνο μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ πλῆθος τῆς σοφίας του.

Μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων του ἐπιβεβαιώθηκε, ὅταν εἶπε «θέλω, καθαρίσου» καὶ ὅταν εἶπε, «οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἑβραίους δὲ βρῆκα τόση πίστη». Μὲ τὸ στόμα τῶν ἔχθρων του τώρα. Ἐπειδὴ εἶπαν κανένας δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός, συμπλήρωσε: «Γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ ἀκοῦστε».

Γυρίζει τότε καὶ λέει στὸν παράλυτο. Σήκω πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. Κι ὄχι ἐδῶ μονάχα ἀλλὰ κι σὲ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲ σὲ λιθοβολοῦμε γιὰ μία καλή σου πράξη, ἀλλὰ γιὰ τὴ βλασφημία σου κι ὅτι ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θεό, οὔτε ἐκεῖ δὲν ἀνέτρεψε τὴ γνώμη αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐπικύρωσε λέγοντας·

«Ἂν δὲν κάνω τὰ ἔργα τοῦ πατέρα μου, μὴ μὲ πιστεύετε· ἂν ὅμως τὰ ἐκτελῶ, κι ἂν δὲν πιστεύετε σὲ μένα, πιστέψτε στὰ ἔργα.

Ἐδῶ ὡστόσο παρουσιάζει κι ἄλλο σημάδι τῆς θεότητάς του -ὄχι μικρὸ – καὶ τῆς ἰσοτιμίας μὲ τὸν Πατέρα. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων ἀνήκει μόνο στὸ Θεό. Αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνο τὰ ἁμαρτήματα συγχωρεῖ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ κάνει κάτι ἄλλο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τοῦ Θεοῦ· ἀποκαλύπτει τὰ μυστικὰ ποὺ εἶναι κρυμμένα στὴν καρδιά. Δὲν εἶχαν ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ σκέφτηκαν.

Μερικοὶ γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους· Αὐτὸς βλασφημεῖ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἤξερε τὶς σκέψεις τους εἶπε· «Γιατί κάνετε μὲ τὸ νοῦ σας πονηρὲς σκέψεις;». Ὅτι μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει νὰ γνωρίζει τὰ μυστικά, ἄκουσε τί λέει ὁ προφήτης· «Σὺ μόνος ἀπ’ ὅλους γνωρίζεις τὶς καρδιές»· καὶ πάλι· «σὺ ὁ Θεὸς ποὺ ἐξετάζεις τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο».

Καὶ ὁ Ἱερεμίας λέει· «Βαθύτερη ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ποιὸς θὰ τὸν κατανοήσει;»

Καὶ τοῦτο· «ὁ ἄνθρωπος κοιτάζει τὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά». Καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀνήκει στὸ Θεὸ νὰ γνωρίζει τὴ ψυχή. Ἀποδεικνύοντας λοιπὸν ὅτι εἶναι Θεὸς ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ φανερώνει αὐτὰ ποὺ συλλογίζονταν. Γιατί αὐτοὶ ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὸν κόσμο, δὲν τολμοῦσαν νὰ διατυπώσουν μπροστὰ σ’ ὅλους τὴ γνώμη τους. Κι ἐδῶ δείχνει πολλὴ πραότητα.

Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στὴν καρδιὰ σας πονηρὲς σκέψεις; Καὶ βέβαια, ἂν ἔπρεπε κάποιος ν’ ἀγανακτήσει, αὐτὸς ἦταν ὁ ἄρρωστος, ἐπειδὴ εἶχε ξεγελαστεῖ. Μποροῦσε νὰ πεῖ· «γιὰ ἄλλο ἦρθα νὰ μὲ θεραπεύσεις κι ἄλλο σὺ διορθώνεις; Ἀπὸ ποῦ εἶναι φανερὸ ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μου;». Τώρα ὡστόσο αὐτὸς τίποτα τέτοιο δὲ λέει ἀλλὰ παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὴ διάκριση ἐκείνου ποὺ τὸν θεραπεύει. 

Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ὑπερβολικοὶ καὶ φθονεροὶ καθὼς εἶναι, ὑπονομεύουν τὴ φιλάνθρωπη δράση τῶν ἄλλων. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐπιπλήττει βέβαια ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴν ἐπιείκεια. Ἂν δὲν σᾶς φαίνεται πιστευτὸ τὸ πρῶτο καὶ νομίζετε εἶναι μεγάλα λόγια ὅ,τι εἶπα, ὁρίστε προσθέτω σ’ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα· θ’ ἀποκαλύψω τὰ μυστικά σας. Κι ἄλλο πάλι ἔπειτα ἀπ’ αὐτό. Τὸ ὅτι θὰ σφίξω τὶς ἀρθρώσεις τοῦ παραλυτικοῦ.

Κι ὅταν μίλησε στὸν παράλυτο δὲν φανέρωσε καθαρὰ τὴν ἐξουσία του μὲ τοὺς λόγους του. Δὲν εἶπε «συγχωρῶ τὶς ἁμαρτίες σου», ἀλλὰ «συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Κι ὅταν αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα τὴν ἐξουσία του, λέγοντας·

«Καὶ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ». Βλέπετε πόσο ἤθελε νὰ θεωρεῖται ἴσος μὲ τὸν πατέρα; Οὔτε εἶπε ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὅτι τοῦ ἔδωσε ἐξουσία, ἀλλὰ ὅτι ἔχει ἐξουσία, καὶ δὲν τὸ λέει αὐτὸ γιὰ ἐπίδειξη ἀλλὰ «γιὰ νὰ σᾶς πείσω», λέγει, «ὅτι δὲ βλασφημῶ κάνοντας τὸν ἑαυτό μου ἴσο μὲ τὸ Θεό».

Παντοῦ θέλει νὰ δίνει ἀποδείξεις σαφεῖς, ἀναντίρρητες, ὅπως ὅταν λέει· «Πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα». Κι ὅταν δείχνει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου νὰ ὑπηρετεῖ. Κι ὅταν ἐπιτρέπει νὰ κατακρημνιστοῦν οἱ χοῖροι. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ.

Τὴ σύσφιξη τῶν ἀρθρώσεων τὴν κάνει ἀπόδειξη τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων. Καὶ τὸ σήκωμα τοῦ κρεβατιοῦ ἀπόδειξη τῆς σύσφιξης. Ὥστε νὰ μὴ νομισθεῖ ὅτι εἶναι φαντασία αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ παρὰ ἀφοῦ τοὺς ρώτησε· «Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πεῖς συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ πεῖς σήκωσε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι τὸ ἑξῆς.

«Τί σᾶς φαίνεται εὐκολότερο νὰ σφίξετε χαλαρωμένες ἀρθρώσεις ἢ νὰ συγχωρήσετε ἁμαρτίες; Φανερὸ ὅτι νὰ σφίξετε τὶς ἀρθρώσεις». Ὅσο ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἕνα εἶναι ἀόρατο καὶ τὸ ἄλλο φανερό, γι’ αὐτὸ προσθέτω καὶ τὸ κατώτερο ἀλλὰ φανερότερο. 

Ἔτσι τὸ μεγαλύτερο κι ἀόρατο νὰ λάβει μ’ αὐτὸ τὴν ἀπόδειξη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα φανέρωνε προκαταβολικὰ μὲ τὰ ἔργα του αὐτὸ ποὺ ὁ Ἰωάννης εἶχε πεῖ, ὅτι αὐτὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.

Ἀφοῦ τὸν θεράπευσε, τὸν στέλνει στὸ σπίτι. Καὶ πάλι ἐδῶ δείχνει μετριοφροσύνη κι ὅτι δὲν ἦταν φαντασία ὅ,τι εἶχε γίνει. Τοὺς μάρτυρες τῆς ἀρρώστιας, τοὺς κάνει καὶ τῆς ὑγείας μάρτυρες. Ἐγὼ θὰ ἤθελα, λέει, μὲ τὴ δική σου ἀσθένεια, νὰ θεραπεύσω κι αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς ἐνῶ τὸ πνεῦμα τους νοσεῖ.

 Ἐπειδὴ ὅμως δὲ θέλουν πήγαινε στὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοὺς δικούς σου. Βλέπετε πῶς δείχνει ὅτι εἶναι δημιουργὸς καὶ ψυχῆς καὶ σωμάτων; Τοῦ καθενὸς ἀπ’ αὐτὰ θεραπεύει τὴν παράλυση καὶ κάνει φανερὸ τὸ ἀόρατο ἀπὸ τὸ ὁρατό. Σέρνονται ὅμως ἀκόμα στὴ γῆ. «Ὅταν εἶδε ὁ κόσμος θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους». Τοὺς ἐμπόδιζε ἡ σάρκα.

Αὐτὸς ὅμως δὲν τοὺς κατηγόρησε ἀλλὰ προχωρεῖ ἀνεβάζοντάς τους μὲ τὰ ἔργα 

καὶ κάνοντας ψηλὸ τὸ φρόνημά τους. 

Ἐπὶ τέλους δὲν ἦταν μικρὸ νὰ θεωρεῖσαι πὼς εἶσαι μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὅτι ἔρχεσαι ἀπὸ τὸ Θεό. Ἂν εἶχαν ἀποκτήσει γι’ αὐτὰ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ βεβαιότητα, προχωρώντας θὰ καταλάβαιναν, ὅτι ἦταν καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ συνέλαβαν ὅμως αὐτὰ καθαρὰ γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάσουν. 

Ἔλεγαν πάλι· αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πῶς εἶναι αὐτὸς ἀπὸ τὸ Θεό; Καὶ συνεχῶς ἔλεγαν τὰ ἴδια, σὰν προκαλύμματα τῶν παθῶν τους. Τὸ ἴδιο κάνουν πολλοὶ καὶ τώρα, παρόλο ποὺ νομίζουν ὅτι ὑπερασπίζουν τὸ Θεό, ἱκανοποιοῦν δικά τους πάθη, ἐνῶ πρέπει σ’ ὅλα νὰ εἴμαστε μετριοπαθεῖς.

Πρέπει λοιπὸν νὰ θεραπεύουμε τὸ πάθος μὲ μετριοπάθεια. Γιατί αὐτὸς ποὺ γίνεται καλύτερος ἀπὸ φόβο ἀνθρώπων, γρήγορα θὰ γυρίσει πάλι στὴν κακία. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ ἀφεθοῦν τὰ ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μιὰ προθεσμία γιὰ μετάνοια.

Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς λοιπὸν μετάνιωσαν κι ἔγιναν σπουδαῖοι ἀπὸ κακοὶ ποὺ ἦσαν ὅπως ὁ Παῦλος, ὁ τελώνης, ὁ ληστής. Αὐτοὶ ἦσαν ζιζάνια, ἔγιναν ὅμως σιτάρι μεστωμένο. Στοὺς σπόρους φαίνεται τοῦτο δύσκολο· εἶναι ὅμως εὔκολο καὶ κατορθωτὸ σχετικὰ μὲ τὴ θέληση· δὲν ἔχει αὐτὴ δεθεῖ μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους ἀλλὰ ἔχει τιμηθεῖ μὲ ἐλευθερία.

Ὅταν συναντήσεις λοιπὸν ἐχθρό της ἀλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερέ τον στὴν ἀρετὴ δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ἀκατηγόρητο, γίνε προστάτης καὶ κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο γιὰ διόρθωση ὅπως κάνουν οἱ ἄριστοι γιατροί. Οὔτε αὐτοὶ δὲν θεραπεύουν μὲ ἕνα τρόπο μόνο· ὅταν δοῦν ὅτι δὲν ὑποχωρεῖ ἡ πληγὴ μὲ τὸ πρῶτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι ἔπειτα τρίτο. Κάνουν ἐγχειρήσεις, χρησιμοποιοῦν ἐπιδέσμους.

Καὶ σὺ λοιπὸν ποὺ εἶσαι γιατρὸς τῶν ψυχῶν, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικὸ τρόπο κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβεις μισθὸ καὶ τῆς δικῆς σου καὶ τῆς ὠφέλειας τῶν ἄλλων. Πράξε τα ὅλα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι θὰ δοξαστεῖς καὶ σύ. «Θὰ δοξάσω», λέει, «ὅποιους μὲ δοξάσουν. Κι ὅποιοι μὲ περιφρονοῦν θὰ τοὺς περιφρονήσω».

Ἂς τὰ πράττουμε λοιπὸν ὅλα γιὰ τὴ δόξα του, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ τὸ μακάριο τέλος. Αὐτὸ μακάρι ὅλοι μας νὰ τὸ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δική του ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.                                                                                                                                                                                                                                                             Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ, Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (απο Μπαμπη)

11 Ιουλίου, 2022

Του π. Ανανία Κουστένη

Ὁ Γέροντας Παΐσιος, παιδάκι μικρό, ποὺ μόλις ἄρχισε νὰ διαβάζει, καθὼς ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα διάβαζε κάθε μέρα καὶ τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια! Τὸ Τετραβάγγελο. Ποῦ εὕρισκε χρόνο; Πότε προλάβαινε; Πῶς μποροῦσε; Πῶς τὸ ἔκανε; Κι ὅμως γινότανε καὶ συνέβαινε. Γιατὶ μέσα ἀπ’ τὰ Εὐαγγέλια μᾶς μιλάει ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός! Βλέπουμε τὸν Βίο καὶ τὴν Πολιτεία Του, τὴ διδασκαλία Του τὴν οὐράνια καὶ σωστική, τὰ Ἄχραντα Πάθη, τὴν Ἁγία Του Ἀνάσταση καὶ τὴν τρισένδοξη Ἀνάληψή Του, ποὺ ἀποθέωσε τὸν ἄνθρωπο μ’ ἐκείνη. Τὸν ἀνέβασε στὸν οὐρανό. Καὶ τὸν ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. 

Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔλεγε: «Ἡ χειρότερη ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀχαριστία. Κι ὁ χειρότερος ἄνθρωπος εἶν’ ὁ ἀχάριστος». Ὁ ἀχάριστος στὸν Θεό, τὸν πανευεργέτη του! Ὁ ἀχάριστος στὴν Παναγίτσα, τὴν μετὰ Θεὸν Θεόν. Ἀχάριστοι στοὺς Ἁγίους. Ἀχάριστοι σ’ ὅλους τοὺς εὐεργέτες. Ἀχάριστοι καὶ στὴν Κτίση καὶ τὴ Δημιουργία, τὴν ὁποίαν ἔφτειαξε ὁ Θεός! Καὶ ἀποτελεῖ τὸ περιβάλλον μας καὶ μᾶς ἔχει καὶ μᾶς φροντίζει καὶ μ’ αὐτήν. Καὶ μᾶς διακονεῖ ἡ Δημιουργία. Μᾶς ὑπηρετοῦν ὅλα, τὰ ἔμψυχα καὶ τὰ ἄψυχα καὶ πᾶσα πνοὴ καὶ κτίσις. Καὶ θά ’πρεπε, θά ’πρεπε ἡ ψυχή μας κι ἡ καρδιά μας νὰ βγάνει εὐγνωμοσύνη, νὰ βγάνει εὐχαριστία, νὰ βγάνει Δοξολογία. 

Ὁ Γέροντας Παΐσιος, ἀκόμη καὶ στὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, ποὺ πονοῦσε ἀφόρητα καὶ ἀβάσταχτα γιὰ ἄνθρωπο, ἀπ’ τὸν καρκῖνο ποὺ εἶχε, ἀντὶ νὰ οὐρλιάζει ἀπὸ τοὺς πόνους, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, ἐκεῖνος τί ἔκανε; Ἔκανε τοὺς πόνους του ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας. Δοξολογίας ὕμνο καὶ Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ δεήσεως καὶ ἱκεσίας. Μεταποιοῦσε, λοιπόν, τὸν μεγάλο του πόνο σὲ μεγάλη ἀνύμνηση. 

Στὸν πατέρα Παΐσιο πήγαιναν τὰ ἄγρια ζῶα καὶ ἡμέρωναν. Τ’ ἀγαποῦσε. Τὸ αἰσθανόντουσαν. Τὴν ἀγάπη τὴν αἰσθάνονται τὰ πάντα. Οἱ ἄνθρωποι, τὰ ἄψυχα καὶ τὰ ἔμψυχα, πλὴν δαιμόνων. Οἱ ὁποῖοι, βέβαια, τὴν αἰσθάνονται, ἀλλὰ τοὺς καίει. Πήγαιναν, λοιπόν, στὸν Γέροντα καὶ ἡμέρωναν. Τοῦ ’καναν συντροφιά. Τοῦ κράταγαν παρέα. Τὰ τάϊζε ἐκεῖνος. Κι ὅταν ἦταν ἄρρωστος καὶ δὲν μποροῦσε, κι αὐτὸ γινότανε συχνά, ἔφερε μεγάλο σταυρό, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἄφηνε τὸν ἀγῶνα του, καθόντουσαν κι ἐκεῖνα καὶ τοῦ κάναν συμπαράσταση. Δὲν τρώγανε μέρες. Ἦσαν ἀπὸ κοντά. Τὸν κοίταζαν μὲ στοργὴ καὶ μὲ πόνο. Τί εἶν’ αὐτό; Αὐτὸ εἶναι ἁγιασμός! Αὐτὸ εἶναι Ὀρθοδοξία! Αὐτὸ εἶναι Παράδεισος! Αὐτὸ εἶναι ἐν Χριστῷ βιοτή!

Καὶ ὅταν προσευχόμεθα, μὲ κόπο καὶ δυσκολία, καὶ μάλιστα σὲ ὧρες Γολγοθαϊκὲς δικές μας, ὁ Κύριος, ὅπως προεῖπα, μᾶς δίνει Χάρη. Τόση Χάρη, ποὺ ἂν Τοῦ ποῦμε γιὰ κάποιον πό ’χει ἀνάγκη ἢ γιὰ κάτι ποὺ γίνεται νὰ βοηθήσει, ὁ Κύριος τὸ κάνει! Τὸ κάνει ἀμέσως! Σοῦ λέει, «Ὁ ἄνθρωπός Μου πονάει, κλαίει, προσεύχεται, παρακαλεῖ, ἀντέχει καὶ βαστάει, κάνει τὸν ἀγῶνα του, Ἐγώ, λοιπόν, νὰ μὴν τὸν ἀκούσω;»

Καὶ κάποτε, ποὺ πῆγε κι ἕνας πατέρας πολυπικραμένος, ἐκεῖ στὸ κελλάκι τοῦ Γέροντα, στὴν Παναγούδα, —Παναγούδα θὰ πεῖ Παναγίτσα, εἶναι τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου— καὶ τοῦ ἔλεγε μὲ παράπονο τὰ βάσανα τὰ δικά του καὶ τῆς φαμελιᾶς του, ὁ Γέροντας σηκώνεται ἀπάνω καὶ τοῦ λέγει: «Ἄκου νὰ σοῦ πῶ, ρὲ παιδί, ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μᾶς ἀκούει. Κι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μᾶς κάνει αὐτὸ ποὺ Τοῦ λέμε. Γιατί; Γιατὶ Αὐτὸς μᾶς ἔφτειαξε. Ἐσὺ πού ’σαι πατέρας καὶ ἔκανες παιδιά, εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ μεγαλώσεις, νὰ τὰ προστατεύσεις, νὰ τὰ ἀποκαταστήσεις καὶ πάλι νά ’χεις τὴν ἔγνοια τους καὶ τὴ φροντίδα τους, μέχρι τὴν τελευταία ὥρα». 

Καὶ κάποτε, ποὺ ὁ Γέροντας πῆγε στὴν Παναγούδα, στὴν Παναγίτσα, παρουσιάζεται ἡ Παναγιὰ καὶ τοῦ λέγει, γιατὶ πήγαινε ἀμέτρητος κόσμος νὰ τὸν δεῖ, ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη. Κι εὐτυχῶς ποὺ πᾶνε μόνο ἄντρες ἐκεῖ. Γιατί, ἂν πήγαιναν καὶ οἱ γυναῖκες, δὲν θ’ ἄντεχε ὁ παππούλης. Ἀλλὰ τί ἔκανε, ὅμως, ὁ παππούλης; Ἀφοῦ δὲν πήγαιναν οἱ γυναῖκες, ἔβγαινε αὐτὸς ἔξω, στὴ Σουρωτὴ καὶ ὁπουδήποτε, ἀκόμη καὶ στὴ μακρινὴ Αὐστραλία καὶ στὸ Ὄρος Σινᾶ καὶ παντοῦ, καὶ τοὺς ἔβρισκε. Καὶ ἂν κάποιοι ἦταν κατάκοιτοι καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ μετακινηθοῦν, πήγαινε πάλι ὁ Γέροντας. Καὶ τοὺς ἔβρισκε ὅλους. Αὐτὸ εἶναι ἀστεῖο, ἀλλὰ καὶ σοβαρὸ μαζί.

Ἐκεῖ στὴν Παναγούδα, λοιπόν, ποὺ παρακαλοῦσε ὁ Γέροντας καὶ διέμενε, παρουσιάζεται μιὰ μέρα ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ἡ ἀγαπημένη μανούλα του. Ἡ γλυκειά του Παναγία, ποὺ τὴν εἶχε ἀνάσα καὶ ἀναπνοὴ καὶ προστάτη καὶ παρηγοριὰ καὶ τὰ πάντα. Καὶ μὲ τ’ ὄνομά της παρέδωσε σὰν σήμερα τὴν ψυχούλα του, τὴν ἡρωϊκὴ καὶ γενναία, στὸν ἔσπλαχνο Χριστὸ καὶ στὴ Χάρη τῆς Κυρᾶς τῆς Παναγιᾶς μας. Τοῦ παρουσιάστηκε, λοιπόν, ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ τοῦ λέει. —Φανερὰ τοῦ παρουσιάστηκε. Φανερά! Ἦταν κεκαθαρμένος. Καὶ μποροῦσε νὰ βλέπει τὰ Θεῖα.— Καὶ τοῦ λέει: «Ἐγὼ φυλάω τὰ σύνορα τῆς χώρας σας…» ―Τ’ ἀκοῦτε αὐτό; Ποιός μᾶς φυλάει καὶ δὲν μᾶς χάλασαν τελείως; Μᾶς ἔχουν χαλάσει ἀρκετά. ― «Ἐγὼ φυλάω τὰ σύνορα τῆς χώρας σας, κι ἐσὺ θέλω νὰ φροντίζεις τοὺς πονεμένους ἀνθρώπους.»
Ἦταν ἐντολὴ τῆς Παναγιᾶς αὐτό! «Μά, Παναγία μου, ἐγὼ ἦλθα ἐδῶ γιὰ ν’ ἀσκητέψω. Γιὰ ν’ ἀφοσιωθῶ στὴ λατρεία καὶ τό ’να καὶ τ’ ἄλλο.» Κι Ἐκείνη τοῦ λέει, «Ὅ,τι σοῦ λέω ἐγὼ ν’ ἀκοῦς.» Μάλιστα! Ἐκείνη φυλάει τὰ σύνορά μας κι ὁ Γέροντας φρόντιζε καὶ φροντίζει… —Ἂς ἐκοιμήθη. Δὲν ἀπέστη ἀφ’ ἡμῶν. Δὲν ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας…— Κι ὁ Γέροντας φροντίζει τοὺς πονεμένους καὶ τοὺς δυσκολεμένους. 

Ἄλλωστε, ἀπὸ παιδάκι, ἀπὸ 40 ἡμερῶν βρέφος, εἶχε μπεῖ στὴν περιπέτεια. Στὸν πόνο, στὴν ξενιτειὰ καὶ στὰ βάσανα. Τὸ ἐπώνυμό του Ἐζνεπίδης σημαίνει ξένος. Ἀπὸ ἄλλη χώρα. Κι ἦταν ξένος στὰ ξένα ὁ Γέροντας. Καὶ συνάμα δὲν ἦταν ἀποξενωμένος ἀπὸ κανέναν κι ἀπὸ παντοῦ. Φρόντιζε μὲ τόση ἀγάπη. Καὶ πρόσφερε τόση στοργή. Καὶ ἤτανε καὶ μὲ χιοῦμορ πανέξυπνο, εὐφυές, ἀλλὰ καὶ ὁδηγητικὸ καὶ ὠφέλιμο.

Πῆγε, κάποτε, ἕνας στὸ κελλάκι του στὴν Παναγούδα, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἀνακαλύπτει ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὸ εἶχε χόμπυ. Πάει, λοιπόν, στὸν Γέροντα, καὶ τοῦ λέει: «Τί ἀρχαῖα ἔχετε ἐσεῖς ἐδῶ στὸ κελλάκι σας;» Κι ὁ Γέροντας ἀνοίγει καὶ τοῦ δείχνει ἕνα τοῖχο, πού ’τανε πεπαλαιωμένος καὶ σὲ κακὴ σχεδὸν κατάσταση. «Τὰ βλέπετε αὐτά, κύριε;» τοῦ λέει. «Ναί». «Εἶναι τὰ τείχη τοῦ Ναβουχοδονόσορα». Καταλαβαίνετε. Κι ὁ ἄλλος πῆγε ἀδιάφορος, ἀκόμη καὶ ἀδιάφοροι πήγαιναν κοντά του, τέτοια ἀγάπη εἶχε. Τοῦ λέει: «Τί κάνετε ἐσεῖς δῶ πέρα;» «Φυλάω τὰ μυρμήγκια νὰ μὴν τσακώνονται!» Βέβαια! «Φυλάω τὰ μυρμήγκια νὰ μὴν τσακώνονται!» Καὶ πολλὰ τέτοια.

Καὶ πῆγαν καὶ μιὰ ὁμάδα ἱεροσπουδαστῶν ἀπὸ τὴν Ἀθωνιάδα καὶ τὸν ρώτησαν ἂν θὰ πάρουμε τὴν Πόλη. Καὶ τοὺς εἶπε, «Θὰ τὴν πάρουμε! Θὰ τὴν πάρουμε! Κι ἐσεῖς θὰ τὸ δεῖτε.» Τό ’μαθε καὶ κάποιος γνωστός του, ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους, καὶ πῆγε νὰ τὸν ρωτήσει. «Πότε θὰ γίνει, Γέροντα, αὐτό; Θὰ τὸ δοῦμε κι ἐμεῖς;» «Ἐγὼ κι ἐσύ, Κώστα, θά ’χουμε πάει γιὰ τὴν Ἄνω Πόλη τότε. Οἱ μικροὶ θὰ τὸ δοῦνε.»

Βλέπετε ὁ Χριστὸς φροντίζει τὴν πατρίδα μας! Κι ἂς μαίνονται ὅλοι κι ἂς ὠρύονται ὅλοι κι ἂς θέλουν ὅλοι νὰ μᾶς καταστρέψουν! Φυλάει. Φυλάει ὁ Κύριος. Φυλάει ἡ Παναγιά. Φυλᾶνε οἱ Ἅγιοι. Ὁ Γέροντας, μετὰ τὴν ὁσία κοίμησή του, ἐμφανίζεται πολλὲς φορές. Θαυματουργεῖ περισσότερες. Καὶ προστατεύει καὶ σώζει πλεῖστες. Καὶ τί δείχνει αὐτό; Ὅτι ὅποιος πάει μὲ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεται ἔνθεος, τότε γίνεται μεγάλος. Εἶν’ «ὁ ποιήσας καὶ διδάξας», ποὺ θ’ ἀκούσουμε μεθαύριο στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς. Ἐνῷ, ὅποιος ἀφήνει τὸν Κύριο, γίνεται δυστυχής. Παράδειγμα οἱ δαίμονες.

Εἶχε προσευχηθεῖ, κάποια φορά, ὁ Γέροντας καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες, γιατὶ πολὺ τοὺς λυπότανε. Καὶ τοῦ ἀπάντησε ὁ Οὐρανός: «Μὴν κουράζεσαι τζάμπα, Παΐσιε. Αὐτοὶ δὲν θέλουν ν’ ἀλλάξουν. Ὁ Θεὸς τοὺς ἀγαπᾶ καὶ περιμένει τὴ μετάνοιά τους, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν θέλουν ν’ ἀλλάξουν!» Δὲν ὑπάρχει χειρότερο ἀπ’ αὐτό. Ὅταν ἀφήσει κανεὶς τὸν Θεό, δυσκολεύεται πολύ. Ἀλλὰ καὶ δὲν πρέπει καὶ μὲ τὸ ζόρι νὰ καθόμαστε κοντὰ στὸν Θεό.

Ὁ Γέροντας μάλωνε τοὺς πνευματικοὺς καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ὁδηγητές, γιατὶ πολλὲς φορὲς ζόριζαν τὰ τέκνα τους καὶ γιὰ τὴν Ἐξομολόγηση καὶ γιὰ τὴ νηστεία, γιὰ τό ’να καὶ γιὰ τ’ ἄλλο. Καὶ τοὺς ἔλεγε, «Ὄχι ἔτσι, βρέ. Ὄχι ἔτσι, βρέ! Μὲ ἀρχοντιά! Μὲ ἀγάπη! Μὲ γλυκύτητα! Μὲ ὑπομονή! Μὲ λεβεντιά! Καὶ μὲ αὐστηρότητα, ἂν χρειαστεῖ, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἔτσι ἀρχοντικὴ καὶ αὐτὴ ἀκόμα! Ἂν χρειαστεῖ. Κι ὅποιος φέρεται», ἔλεγε πάλι ὁ Γέροντας, «ὅποιος φέρεται ἀρχοντικὰ στὸν συνάνθρωπο, αὐτὸς μοιάζει τοῦ Χριστοῦ!» Καὶ τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, βέβαια. Γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἄρχοντας! Καὶ φέρεται ἀρχοντικὰ σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ σ’ ὅλη τὴν πλάση. Καὶ σὲ κάθε πνοή.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης,
Ἀπόσπασμα ἀπὸ ὁμιλία ποὺ ἔγινε στὶς 14.7.2004

Κυριακὴ Δ΄ Ματθαίου

9 Ιουλίου, 2022

Ἡ μεγάλη πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου

(Ματθ. 8’ 5-13)

σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή μᾶς περιγράφει ἕνα γεγονός πού μᾶς δείχνει πώς κάποιοι ἄνθρωποι εἶναι ὑγιεῖς ἀνάμεσα στούς ἀσθενεῖς κι ἄλλοι εἶναι ἄρρωστοι ἀνάμεσα στούς ὑγιεῖς. Πώς ὑπάρχει πίστη ἀνάμεσα στούς εἰδωλολάτρες καὶ ἀπιστία ἀνάμεσα σὲ ἐκείνους πού ὑπερηφανεύονται γιά τὴν καθαρότητα τῆς πίστης τους, κομπάζουν ὅτι εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ.

Ἡ περικοπὴ αὐτὴ γράφτηκε σὰν μιά διδαχή γιά ὅλες τίς ἐποχὲς καὶ γιά ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ ἐφαρμόζεται καὶ σὲ μᾶς μέχρι σήμερα. Ἡ διδαχὴ αὐτὴ εἶναι τόσο ὀξεία, ὅσο καὶ τὸ ξίφος τῶν χερουβίμ, καθαρή σάν τὸν ἥλιο, φρεσκια κι ἀναπάντεχη ὅπως τὰ λουλούδια τοῦ ἀγροῦ. Κι αὐτὸ γιά νά μᾶς δημιουργήσει δέος μέ τὴν ὀξύτητά της, νά μᾶς φωτισει μέ τὴν καθαρότητά της καὶ νά μᾶς ἀφυπνίσει ἀπο τὴν πνευματικὴ νάρκωση κι ἀδράνειά μας.

Κυρίως ὅμωςκαταγράφηκε γιά νά προειδοποιήσει ὅλους ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς νά μὴν ξεχαστοῦμε καὶ πέσουμε στήν οἴηση ἐπειδὴ ἐκκλησιαζόμαστε, προσευχόμαστε στόν Θεὸ καὶ ὁμολογοῦμε τὸν Χριστό. Γιατὶ τότε στήν τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ θὰ συναντήσουμε μπροστὰ μας ἀνθρώπους πού βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλ’ ἔχουν μεγαλύτερη πίστη καὶ περισσότερα καλὰ ἔργα.

Ὅταν ὁ ἑκατόνταρχος βρέθηκε πρόσωπο μὲ προσωπο μὲ τὸν Χριστό, ἔπρεπε βέβαια νά Τοῦ ἐξηγήσει γιά μιά ἀκόμα φορά ὅλο τὸ πρόβλημα, ἂν κι ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη πληροφορηθεῖ γι’ αὐτό. «Καὶ λέει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτὸν» (Ματθ. 8, 5).

Προσέξτε πὼς μιλάει Ἐκεῖνος πού ἔχει ἐξουσία καὶ δύναμη! Δέν εἶπε «θὰ δοῦμε», οὔτε τὸν ῥώτησε ὅπως ἔκανε μέ ἄλλους: «Πιστεύεις πώς μπορῶ νά τὸ κάνω αὐτό;» Ἔβλεπε ἤδη στήν καρδιά τοῦ ἑκατοντάρχου τὴν πίστη του. Ἔτσι εἶπε ἀποφασιστικά, μ’ ἕναν τρόπο πού κανένας γιατρὸς δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιήσει: Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν.

Ὁ Κύριος μίλησε σκόπιμα μέ τέτοια ἀποφασιστικότητα, για νά προκαλέσει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἑκατοντάρχου τὴν ἀπάντηση μπροστὰ στούς Ἰουδαίους.Ὅταν ὁ Θεὸς ἐπιτελεῖ ἕνα ἔργο, τὸ κάνει μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά μὴν ὑπηρετεῖ μιά μόνο περιοχή, ἀλλὰ πολλές.

Ὁ Κύριος ἤθελε τὸ γεγονὸς αὐτὸ νά ὠφελήσει πολλούς: νά θεραπεύσει τὸν ἄρρωστο, ν’ ἀποκαλύψει τή μεγάλη πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, νά ἐπιτιμήσει τοὺς Ἰουδαίους γιά τὴν ἀπιστία τους καὶ νά κάνει μιά μεγάλη προφητεία γιά τή βασιλεία Του· νά μιλήσει δηλαδὴ για ἐκείνους πού νομίζουν πώς εἶναι ἄξιοι νά μποῦν στή βασιλεία Του, ποὺ οὐδέποτε θὰ μποῦν, καθὼς καὶ γι’ αὐτούς πού δέν ἔχουν καμιὰ ἐλπίδα, ἀλλὰ τελικὰ θὰ μποῦν.

«Κύριε, οὔκ εἰμι ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθης· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγο καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. 8). Τί τεράστια διαφορὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στή φλογερὴ αὐτὴ πίστη καὶ τὴν ψυχρή, νομικίστικη πίστη τῶν Φαρισαίων! Ἡ πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου μοιάζει με φωτιά πού καίει, ἐνῶ τῶν Φαρισαίων ἡ πίστη εἶναι σάν εἰκόνα τῆς φωτιᾶς.

Ὅταν κάποιος Φαρισαῖος κάλεσε στόν σπίτι του τὸν Χριστὸ γιά δεῖπνο, μὲ τή νομικίστικη νοοτροπία του σκέφτηκε πώς, μὲ τὸ νά τὸν καλέσει στόν σπίτι του, τιμοῦσε πολὺ τὸν Χριστό. Δὲν διανοήθηκε καθόλου πώς ὁ Χριστὸς τιμοῦσε αὐτὸν καὶ τὸ σπίτι του μέ τὴν ἐπίσκεψή Του.

Μὲ τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν ὑπερηφάνειά του, ὁ Φαρισαῖος ἀμέλησε ἄκομα καί τίς συνηθισμένες φιλοφρονήσεις καί τίς πράξεις φιλοξενίας, δηλαδὴ δέν ἔφερε νερὸ στόν φιλοξενούμενο γιά νά πλύνει τὰ πόδια Του, δέν τὸν ὑποδέχτηκε μέ ἐναγκαλισμὸ οὔτε καὶ ἔχρισε τὸ κεφάλι Του μέ μύρο (βλ. Λουκ. ζ’ 44-46).

Προσέξτε τώρα πόσο ταπεινὸς ἤταν ὁ εἰδωλολάτρης αὐτός, πόσο συντετριμμένος στάθηκε μπροστὰ στόν Κύριο, ἂν καὶ δέν εἶχε διαβάσει τὸ νόμο τοῦ Μωυςῆ καὶ τοὺς προφῆτες. Εἶχε μόνο τόν κοινὸ νοῦ, τὸ μοναδικὸ φῶς γιά νά διακρίνει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ψέμα, τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.

Ἤξερε πώς ὁποιοσδήποτε ἄλλος κάτοικος τῆς Καπερναοὺμ θὰ τὸ λογάριαζε μεγάλη τιμὴ νά δεχτεῖ τὸν ἑκατόνταρχο στόν σπίτι του. Στόν Χριστὸ ὅμως ὁ ἑκατόνταρχος δέν ἔβλεπε ἕνα συνηθισμένο ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε: «οὔκ εἰμι ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθης».

Τὶ μεγάλη, τὶ ὑπέροχη πίστη στόν Χριστὸ καὶ τή δύναμή Του! Μόνον εἰπὲ λόγο καὶ ἡ ἀρρώστια θὰ ξεπεραστεῖ, ὁ δοῦλος μου θὰ γίνει καλά. Οὔτε ὁ ἀπόστολος Πέτρος δέν μποροῦσε, γιά μεγάλο χρονικὸ διάστημα, νά φτάσει σὲ τόσο μεγάλη πίστη. Στήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὁ ἑκατόνταρχος ἔνιωσε τὴν παρουσία, τὸ πῦρ καὶ τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ.

Γιατί ἔπρεπε νά μπεῖ τόσο μεγάλη φωτιὰ στόν σπίτι του, ὅταν καὶ μιά σπίθα θὰ ἤταν ἀρκετή; Γιατὶ νά βάλει ὁλόκληρο τὸν ἥλιο στόν σπίτι του, ὅταν ἀρκοῦσε καὶ μιά μόνο ἀκτῖνα του; Ἄν ὁ ἑκατόνταρχος γνώριζε τίς Γραφές, ὅπως ἐμεῖς σήμερα, ἴσως νά ἔλεγε στόν Χριστό: «Ἐσύ, ποὺ μόνο μέ τὸν λόγο Σου δημιούργησες τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, μπορεῖς μ’ ἕνα Σου λόγο νά θεραπεύσεις τὸν ἄρρωστο. Μία μόνο λέξη Σου εἶναι ἀρκετή, γιατὶ εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τή φωτιά, πιὸ λαμπερὴ ἀπὸ τὴν ἀκτῖνα τοῦ ἡλίου.

Μόνον εἰπὲ λόγο! Πόση ντροπὴ πρέπει νά προξενήσει σὲ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς σήμερα ἡ μεγάλη αὐτὴ πίστη, σὲ μᾶς ποὺ γνωρίζουμέ τίς Γραφές, ἀλλὰ ἡ πίστη μας εἶναι ἑκατὸ φορὲς μικρότερη!

Ὁ ἑκατόνταρχος δέν τελείωσε μὲ τὰ λόγια αὐτά. Συνέχισε γιά νά ἐξηγήσει ποῦ στήριζε τόσο πολὺ τὴν πίστη του στή δύναμη τοῦ Χριστοῦ: «Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπος εἰμί ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ» (Ματθ. 8’ 9).

«Καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῆ ὥρᾳ ἐκείνη» (Ματθ. 8’ 13). Προφήτευσε πρῶτα κι ἔπειτα ἔκανε τὸ θαῦμα, ὄχι μόνο γιά νά ἐπιβραβεύσει τὴν πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, ἀλλὰ καὶ γιά νά ἐπιβεβαιώσει τὴν προφητεία Του. Εἶπε ἕνα λόγο κι ὁ δοῦλος θεραπεύτηκε. Ὅπως στήν πρώτη δημιουργία ὁ Θεὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, ἔτσι καὶ τώρα στήν Καινὴ κτίση, ὁ Κύριος λέει καὶ γίνεται.

Ὁ παράλυτος ἄνθρωπος, ποὺ δέν μποροῦσε νά τὸν θεραπεύσει ὁλόκληρη ἡ Ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, θεραπεύτηκε καὶ σηκώθηκε ἀμέσως μ’ ἕνα θεϊκὸ λόγο τοῦ Σωτήρα μας. Ἡ ἀρρώστια εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Κύριος λέει «πήγαινε», πηγαίνει· ὅταν λέει «ἔλα», ἔρχεται. Ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος ἔγινε καλὰ δίχως φάρμακα καὶ ἀλοιφές, ἐπειδὴ ὁ ὑπηρέτης (ἡ ἀρρώστια) ἀναγνώρισε τή φωνή τοῦ Ἀφέντη του κι ἀναχώρησε. Τὰ φάρμακα κι οἱ ἀλοιφὲς δὲν θεραπεύουν.

Ὁ Θεὸς θεραπεύει. Ὁ Θεὸς θεραπεύει εἴτε ἄμεσα μέ τὸν λόγο Του εἴτε μέ τὰ φάρμακα καί τίς ἀλοιφές, ἀνάλογα μέ τὴν πολλὴ ἢ λίγη πίστη τοῦ ἀρρώστου. Δέν ὑπάρχει σ’ ὁλοκληρο τὸν κόσμο φάρμακο γιά κάθε περίπτωση, ποὺ θὰ μποροῦσε νά διώξει τὴν ἀρρώστια καὶ ν’ ἀποκαταστήσει τὴν ὑγεία χωρὶς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τή δύναμη, τὴν παρουσία καὶ τὸν λόγο Του.

Ἂς ἔχει δόξα ὁ Θεὸς για τὶς ἀμέτρητες θεραπεῖες πού κάνει στούς πιστούς μέ τὸν δυναμικὸ Του λόγο, τόσο στά ἀρχαία χρόνια ὅσο καὶ σήμερα. Προσκυνοῦμε τὸν ἅγιο καὶ παντοδύναμο λόγο Του, μὲ τὸν ὁποῖο ἀναδημιουργεῖ, θεραπεύει τοὺς ἀρρώστους, ἀνασταίνει ὅσους ἔπεσαν, δοξάζει τοὺς περιφρονημένους, ἐπιβραβεύει τοὺς πιστοὺς καὶ προσηλυτίζει τοὺς ἀπίστους.

Κι ὅλ’ αὐτὰ  διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μονογενοῦς Του Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτήρα μας, μὲ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μαζί μέ τις χορεῖες τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων, προσκυνοῦμε τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ

19 Ιουνίου, 2022

 Ἁγίου ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ τοῦ Ἀθωνίτου

«Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, τούς δέ δοξάζοντάς με δοξάσω», λέγει ὁ Κύριος (πρβλ. Παρ. η΄ 17, Α΄ Βασιλ. β΄30).

Ὁ Θεός δοξάζεται μέ τούς Ἁγίους Του καί οἱ Ἅγιοι δοξάζονται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δόξα πού δίνει ὁ Θεός στούς Ἁγίους εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τόν Ἅγιο ὅπως εἶναι, ἀπό τήν εὐλάβεια καί τό φόβο θά ἔπεφταν καταγῆς, γιατί ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη τή δόξα τῆς οὐράνιας ἐμφανίσεως.

Μήν θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὁ Κύριος ἀγάπησε τόσο τό πλάσμα Του, ὥστε ἔδωσε Ἅγιο Πνεῦμα μ᾽ ἀφθονία στόν ἄνθρωπο, καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τό Θεό.

Γιατί, λοιπόν, ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τόσο τόν ἄνθρωπο; Γιατί εἶναι ἡ Αὐτοαγάπη καί ἡ ἀγάπη αὐτή γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Κύριο, τό Δημιουργό του, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα γεμίζει μέ τή χάρη Του ὅλο τόν ἄνθρωπο: καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.

Ὁ Κύριος ἔδωσε στούς Ἁγίους τή χάρη Του κι ἐκεῖνοι Τόν ἀγάπησαν καί προσκολλήθηκαν ὁλοκληρωτικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ τήν ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί τήν ὀμορφιά του.

Κι ἄν ἔτσι γίνεται στή γῆ, τότε στόν οὐρανό οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀκόμα πιό πολύ ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο μέ τήν ἀγάπη. Κι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἀνείπωτα γλυκειά καί ἐκχύνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα κι ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις μ᾽ αὐτήν τρέφονται.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους εἶναι ἀγάπη.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγαλύνεται ὁ Κύριος στούς οὐρανούς. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουν οἱ Ἅγιοι τό Θεό καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζει ὁ Κύριος τούς Ἁγίους καί αὐτή ἡ δόξα δέν ἔχει τέλος.

Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά μακριά εἶναι ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ᾽ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς οὐρανούς τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί στή γῆ εἶναι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ζῆ στήν Ἐκκλησία μας, Αὐτό ἐνεργεῖ στά μυστήρια, Αὐτό πνέει στήν Ἁγία Γραφή, Αὐτό ζῆ στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τούς πάντες, καί γι᾽ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι κοντά μας. Κι ὅταν προσευχώμαστε σ᾽ αὐτούς, τότε ἀκοῦνε αὐτοί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τίς προσευχές, κι οἱ ψυχές μας αἰσθάνονται τήν πρεσβεία τους γιά χάρη μας.

Πόσο εὐτυχισμένοι καί καλότυχοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ζωή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εὐφραίνονται οἱ ψυχές μας. Πρέπει ὅμως νά φυλᾶμε μέ σύνεση τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀρκεῖ κι ἕνας ἄσκοπος λογισμός γιά νά ἐγκαταλείψη τήν ψυχή, καί τότε στερούμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐξαφανίζεται ἡ παρρησία ἀπό τήν προσευχή, χάνεται καί ἡ σίγουρη ἐλπίδα πώς θά λάβουμε αὐτό πού ἐπιζητοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι ζοῦν σ᾽ ἄλλο κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας. Ζώντας στή γῆ διδάχτηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὅποιος ἀπέκτησε στή γῆ τήν ἀγάπη διαβαίνει μαζί της στήν αἰώνια ζωή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπου ἡ ἀγάπη αὐξάνει ὡσότου γίνη τέλεια. Κι ἄν στή γῆ ἡ ἀγάπη δέν μπορῆ νά λησμονήση τόν ἀδελφό, πολύ περισσότερο στούς οὐρανούς οἱ Ἅγιοι δέν μᾶς λησμονοῦν καί δέονται γιά μᾶς.

Ὁ Κύριος χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους, κι αὐτοί μᾶς ἀγαποῦν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων γνωρίζουν τόν Κύριο καί τήν ἀγαθοσύνη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί καίγονται πνευματικά ἀπό ἀγάπη γιά τό λαό. Ὅσο ζοῦσαν στή γῆ, δέν μποροῦσαν ν᾽ ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, χωρίς πόνο στήν καρδιά, κι ἔχυναν δάκρυα στήν προσευχή τους γι᾽ αὐτούς. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐξέλεξε γιά νά προσεύχωνται γιά ὅλο τό κόσμο καί τούς ἔδωσε πηγές δακρύων.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα σκορπίζει στούς ἐκλεκτούς Του τόσο μεγάλη ἀγάπη, ὥστε οἱ ψυχές καίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί νά δοῦν τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Οἱ Ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλο τό κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάναμε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι᾽ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στό Θεό γιά μᾶς.

Οἱ Ἅγιοι χαίρονται γιά τή μετάνοιά μας καί στενοχωριοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό Θεό κι ἐξομοιώνωνται ἔτσι μέ τά ἄλογα ζῶα. Λυποῦνται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν στή γῆ χωρίς νά ξέρουν πώς, ἄν ἀγαποῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, θά ὑπῆρχε ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία.

Κι ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει χαρά καί ἀγαλλίαση πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι ἔτσι ὅπου καί νά στραφῆ τό βλέμμα, τά πάντα εἶναι ἀγαπημένα κι ἡ ψυχή ἀπορεῖ καί ἀναρωτιέται «γιατί νοιώθω τόσο καλά», καί δοξολογεῖ τό Θεό.

Νά ἐπικαλεῖστε μέ πίστη τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. αὐτοί ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ξέρουν καί τούς διαλογισμούς μας.

Καί μή θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν Ἁγίων ζῆ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ᾽ ὅλο τόν κόσμο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ Ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ Ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας.

Οἱ Ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τό Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σ᾽ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν.

Ὁ πάτερ Ρωμανός, ὁ γυιός τοῦ πάτερ Δοσιθέου, μοῦ διηγόταν πώς ὅταν ἦταν ἀκόμα στόν κόσμο πολύ νέος, ἔτυχε νά διαβῆ σ᾽ ἐποχή χειμώνα τό Δόν. Ξαφνικά ράγισαν οἱ πάγοι τοῦ ποταμοῦ καί τ᾽ ἄλογό του ἔπεσε μέσα στήν τρύπα πού ἄνοιξε καί σέ λίγο ὅλο τό ἕλκηθρο καί τό ἄλογο βυθίζονταν στούς πάγους. Αὐτός, μικρό παιδί, φώναξε:

«Ἅγιε Νικόλα, βοήθησέ με νά σύρω ἔξω τό ἕλκηθρο» καί τραβώντας τά χαλινάρια εἶδε ἀμέσως ἕλκηθρο καί ἄλογο ἔξω ἀπό τούς πάγους.

Κι ὁ πάτερ Ματθαῖος, πού ἦταν συγχωριανός μου, ὅταν ἦταν παιδί ἔβοσκε, σάν τόν προφήτη Δαβίδ, τά πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάστημα ἴσα μέ πρόβατο. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἐργαζόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κάμπου.

Ξαφνικά βλέπει νά ὁρμοῦν λύκοι καταπάνω στό Μίσα – ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ πάτερ Ματθαῖος κατά κόσμον – κι ὁ μικρός Μίσα ἄφησε κραυγή: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθα με». Καί μόλις φώναξε, οἱ λύκοι γύρισαν πίσω καί δέν ἔκαμαν κακό οὔτε σ᾽ αὐτόν οὔτε στά πρόβατα. Καί γιά πολύν καιρό γελοῦσαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας κι ἔλεγαν: «Ὁ Μίσα ἐτρόμαξε φοβερά ἀπό τούς λύκους, ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόλας τόν γλύτωσε».

Κι ὅλοι μας ξέρομε πλῆθος περιπτώσεων, πού οἱ Ἅγιοι ἔρχονται παρευθύς νά βοηθήσουν. Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι, λοιπόν, φανερό πώς ἀκούγονται οἱ προσευχές μας στούς οὐρανούς.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι ὅμοιοι μ᾽ ἐμᾶς. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς εἶχαν μεγάλες ἁμαρτίες, ἀλλά μέ τήν μετάνοια πέτυχαν τήν Οὐράνια Βασιλεία. Κι ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σ᾽ αὐτήν, μέ τή μετάνοια ἔρχονται πού μᾶς χάρισε ὁ Ἐλεήμων Κύριος μέ τά πάθη Του.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ζοῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες καί Πατριάρχες, πού κράτησαν μέ ἀνδρεία καί παρέδωσαν τήν πίστη τους. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Προφῆτες, πού ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί μέ τό λόγο τους καλοῦσαν τό λαό πρός τό Θεό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, πού πέθαναν γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ μάρτυρες, πού ἔδωσαν μέ χαρά τή ζωή τους ἀπό τήν ἀγάπη γιά τό Χριστό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, μιμητές τοῦ Κυρίου, πού βάσταξαν τά βάρη τῶν πνευματικῶν τους προβάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές καί οἱ κατά Χριστόν σαλοί, πού νίκησαν μέ τήν ἄσκηση τόν κόσμο. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ Δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί κατανίκησαν τά πάθη.

Πρός τά ἐκεῖ, σ᾽ ἐκείνη τή θεσπέσια ἅγια Σύναξη, πού συγκάλεσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἑλκύεται ἡ ψυχή μου.

Ἀλλά ἀλίμονο σέ μένα! Ἀφοῦ δέν ἔχω ταπείνωση, ὁ Κύριος δέν μοῦ δίνει δύναμη γιά τήν ἄθληση, καί τό ἀσθενικό μου πνεῦμα σβύνει σάν μικρό κερί, ἐνῶ τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων ἔκαιγε σάν φλόγα φωτιᾶς, κι ὄχι μόνο δέν τό ἔσβυνε ὁ ἄνεμος τῶν πειρασμῶν, ἀλλά ἄναβε ἀκόμα περισσότερο. Περπατοῦσαν στή γῆ καί τά χέρια τους ἐργάζονταν, ἀλλά τό πνεῦμα τους ἔμενε πάντα κοντά στό Θεό κι ὁ νοῦς τους δέν ἤθελε ν᾽ ἀποσπασθῆ ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ.

Γιά χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν ὅλες τίς θλίψεις στή γῆ καί δέν φοβόνταν κανένα πόνο, κι ἔτσι δόξαζαν τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό κι ὁ Κύριος τούς ἀγάπησε καί τούς δόξασε καί τούς χάρισε τήν αἰώνια Βασιλεία μαζί Του.

Ἀπό τό βιβλίο, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, ΕΣΣΕΧ Ἀγγλίας 1988

Ἁγιότητα καὶ Θεὸς

19 Ιουνίου, 2022

Metropolitan Anthony Bloom

Κάθε ἁγιότητα εἶναι ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ μέσα μας: εἶναι μία ἁγιότητα ποὺ σημαίνει συμμετοχὴ καὶ ὑπὸ μία ἔννοια κάτι περισσότερο ἀπὸ αὐτό, ἀφοῦ συμμετέχοντας σ’ ὅ,τι δεχόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό, γινόμαστε μία ἀποκάλυψη ἐκείνου ποὺ μᾶς ξεπερνᾶ. Καθὼς γινόμαστε φῶς περιορισμένο, ἀποκαλύπτουμε τὸ Φῶς. Ὅμως, δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι σ’ αὐτὴ τὴ ζωή ἐντός τῆς ὁποίας πασχίζουμε γιὰ ἁγιότητα, ἡ πνευματικότητά μας πρέπει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ πολὺ ἀντικειμενικοὺς καὶ συγκεκριμένους ὅρους.

 Ὅταν διαβάζουμε βιβλία γιὰ τὴν πνευματικότητα ἢ βιβλία ποὺ καταπιάνονται μὲ τὴ μελέτη τοῦ θέματος αὐτοῦ, βλέπουμε πὼς ἡ πνευματικότητα ὁρίζεται πολὺ συχνὰ (εἴτε αὐτὸ λέγεται ρητὰ εἴτε ἁπλῶς ὑπονοεῖται) ὡς μία στάση, μία κατάσταση τῆς ψυχῆς, μία ἐσωτερικὴ συνθήκη, ἕνας τύπος ἐσωτερικότητας κ.ο.κ.

Στὴν πραγματικότητα, ἂν ἀναζητήσετε τὴ βαθύτερη σημασία καὶ τὸν ἐσωτερικὸ πυρήνα τῆς πνευματικότητας, θὰ ἀνακαλύψετε ὅτι αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ καταστάσεις τῆς ψυχῆς, οἰκεῖες σέ μᾶς, ἀλλὰ ὅτι ἀποτελεῖ τὴν παρουσία καὶ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο, ἐντὸς ἡμῶν, ἐξ ἡμῶν καὶ δι’ ἡμῶν. Κατ’ οὐσίαν δηλαδή, δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ζήτημα τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο τὴν ἐκφράζουμε.

Ὑπάρχει μία ἀπόλυτη ἀντικειμενικότητα τόσο στὴν ἁγιότητα ὅσο καὶ στὴν πνευματικότητα ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπ’ αὐτή. Ἡ πνευματικότητα εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει ὅτι εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μᾶς διδάσκει νὰ λέμε: «Ἀββᾶ ὁ πατήρ». Εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, αὐτὸ ποὺ δίνει ἐντὸς μας σχῆμα στὴ θεία γνώση.

Κι ἀκόμα, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἁγιότητα ἀπὸ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ -μόνο ὡς σῶμα Χριστοῦ μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε στὴν ἁγιότητα, μόνο ὡς σῶμα Χριστοῦ μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε στὸν Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τότε ἀναδύεται ἕνα ἐρώτημα τεράστιας σημασίας. Στὴν προοπτική τῆς ἀναζήτησής μας γιὰ ἁγιότητα, μέσα στὸ πλαίσιο (εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι) τοῦ κτιστοῦ κόσμου καὶ τοῦ κόσμου τῶν ἀνθρώπων (τοῦ τραγικοῦ καὶ περίπλοκου κόσμου ποὺ ζοῦμε), ἂν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αὐτὸ ποὺ ἡ ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἐκφράζει στὸ πρόσωπο καθενὸς ἀπὸ τὰ μέλη της, τότε ποιὸ εἶναι τὸ ὅριο αὐτῆς τῆς ἀγάπης; Μὲ ἄλλα λόγια, ποῦ βρίσκεται τὸ ὅριο τῆς δικῆς μας αἴσθησης ἀλληλεγγύης καὶ εὐθύνης;

Ὑπάρχει ἄραγε κάποια στιγμὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀπαγκιστρωθοῦμε καὶ νὰ ποῦμε: «Σὲ ἀφήνω, πάρε τὸν δρόμο σου· ἂν μετανοήσεις, ἂν ἀλλάξεις, θὰ ξαναβρεθοῦμε καὶ πάλι, ἀλλὰ ὅσο εἶσαι ἔτσι ὅπως εἶσαι, δὲν μπορῶ νὰ παραμένω μαζί σου»; Ἢ μήπως δὲν ὑπάρχουν ὅρια, ὄχι μόνο στὴ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ στὴν πελώρια καὶ παθιασμένη ἀλληλεγγύη Του;

Ἡ Βίβλος, σὲ περισσότερα ἀπὸ ἕνα ἐδάφια, θέλοντας νὰ μᾶς τοποθετήσει ἐνώπιον τῆς παρουσίας τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «Ἔρως», κάνει δηλαδὴ λόγο γιὰ μιὰ ἀγάπη καὶ μιὰ δέσμευση ἀπόλυτη καὶ παθιασμένη, ποὺ ἐναγκαλίζεται τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ἀποκλείει τίποτα.

Θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή σας σὲ μιὰ ἀναφορὰ ποὺ σίγουρα δὲν εἶναι βιβλικὴ καὶ δὲν διαθέτει κάποια αὐθεντία ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ ποὺ ὡστόσο μοῦ φαίνεται ἐνδιαφέρουσα. Τὸν δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ἕνας Ρῶσος ἱερέας. ἕνας ἄνθρωπος μὲ φλογερὸ φρόνημα, ἔγραψε τὴν αὐτοβιογραφία του. Ἤθελε νὰ καταδείξει πὼς ἕνας ἄνθρωπος πίστης μπορεῖ νὰ παραμείνει ἑδραῖος στὴν πίστη του, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ δολιότητα (ἢ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐξελάμβανε ὡς δολιότητα) τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρόλογο αὐτῆς τῆς αὐτοβιογραφίας, ὁ συγγραφέας κάνει λόγο γιὰ τὴ θεία Σύνοδο ποὺ προηγήθηκε τῆς κτίσης τοῦ κόσμου καὶ λέει:

«Στὸ φῶς ὅσων γνωρίζουμε γιὰ τὸν ἔνσαρκο Θεό, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς κάποια στιγμὴ ὁ Πατέρας εἶπε στὸν Υἱό: «Υἱέ μου, ἂς ποιήσουμε τὸν ὁρατὸ κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο». Καὶ ὁ Υἱὸς ἀπάντησε: «Πατέρα, ἂς γίνει κατὰ τὸ θέλημά Σου». Καὶ ὁ Πατέρας πρόσθεσε: «Υἱέ μου, γνωρίζεις ἄραγε πὼς ἂν ἐνεργήσω διά Σοῦ, θὰ ἔρθει κάποια μέρα ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ μᾶς προδώσει καί, προκειμένου νὰ τὸν φέρουμε πάλι κοντά μας, θὰ πρέπει νὰ πεθάνεις;».

Καὶ ὁ Υἱὸς ἀπάντησε καὶ πάλι: «‘Ἂς γίνει κατὰ τὸ θέλημά Σου, Πατέρα». Κι ἔτσι πλάστηκε ὁ κόσμος».

Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα δὲν εἶναι ἀπὸ κάποιο ἀπόκρυφο κείμενο, δὲν προσποιεῖται δηλαδὴ ὅτι διατυπώνει κάποια βιβλικὴ πραγματικότητα μὲ ἄλλη ὁρολογία, ἀλλὰ ἐκφράζει μία βαθιὰ ἐσωτερικὴ ἀλήθεια: ὁ Θεός, μέσα στὴν πραγματικότητα τῆς θείας πανσοφίας Του, θέλησε καὶ κάλεσε στὴν ὕπαρξη τὸν κόσμο, ἔχοντας πλήρη συνείδηση τῶν συνεπειῶν ποὺ αὐτὴ ἡ θεία κλήση (ἡ θεία κλήση ποὺ ἔκανε ἕναν ἐλεύθερο κόσμο νὰ ἀναδυθεῖ ἐκ τοῦ μηδενὸς) θὰ εἶχε γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι, θὰ λέγαμε, ἕνας ἀγώνας μεταξὺ Θεοῦ καὶ κόσμου, καὶ ἡ τραγωδία γιὰ τὴν ὁποία τόσο συχνὰ παραπονιόμαστε εἶναι πιὸ τραγικὴ γιὰ τὸν Θεὸ παρὰ γιὰ τὸν κόσμο!

Μέσα ἀπὸ τὴν Ἱστορία τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, βλέπουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει συνεχῶς τὴν πλήρη εὐθύνη τῆς δημιουργικῆς Του ἐνέργειας. Βῆμα-βῆμα ὑποστηρίζει τοὺς προφῆτες, διακηρύσσει τὸ θέλημά Του, ἀποκαλύπτει τὸ βάθος τῆς σκέψης Του.

Ὁ Ἀμὼς λέει ὅτι προφήτης εἶναι ἐκεῖνος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς μοιράζεται τὶς σκέψεις Του. Καὶ ὁ Θεὸς διατηρεῖ τὴν πιστότητά του, ὅταν ἡ κτίση γίνεται ἄπιστη -θυμηθεῖτε τὸν Ὠσηὲ καὶ τὶς εἰκόνες ποὺ δίνει γιὰ τὸν πιστὸ σύζυγο, ποὺ ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τὴ σύζυγό του.

Ἔτσι, πίσω ἀπὸ καθετὶ ὑπάρχει μία μονομερὴς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὅμως ὁ Θεὸς σηκώνει τὴν πλήρη καὶ ἔσχατη εὐθύνη. Αὐτὸ εἶναι σημαντικό, ἐπειδὴ ἂν εἴμαστε «ἐν Θεῷ», πρέπει νὰ μοιραστοῦμε μαζί Του αὐτὴ τὴ θεία εὐθύνη, ἢ τουλάχιστον νὰ λάβουμε ἀπ’ αὐτὴ τὸ μερίδιό μας.

Ἡ ἐπιλογή μας νὰ εἴμαστε Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ παραδείσιο προνόμιο. Εἶναι κατ’ οὐσίαν μία ἐπιλογὴ συμμετοχῆς στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ συνάμα καὶ μία ἐπιλογὴ συμμετοχῆς στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Ἐνσάρκωση καὶ τὴ θεία οἰκονομία τῆς σωτηρίας.

Θέλω ἐδῶ νὰ ἐπιμείνω στὴν ἔνταση αὐτῆς τῆς ἀλληλεγγύης, στρέφοντας ἁπλὰ τὴ σκέψη σας σ’ ἐκεῖνα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ τελευταῖα Του σχεδὸν λόγια, ποὺ πρόφερε πάνω στὸν σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;».

Ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἀλληλεγγύη τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ τὴν Ἐνσάρκωση, ἔχουμε συνεχῶς κατὰ νοῦ τὶς μείζονες καὶ ἐλάσσονες ἐκφράσεις αὐτῆς τῆς ἀντινομίας. Ἔχουμε κατὰ νοῦ τοὺς περιορισμοὺς στοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος ὁ Θεῖος Λόγος ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό Του, εἰσερχόμενος στὴν ἱστορία καὶ γενόμενος δέσμιος τοῦ χώρου: πεινᾶ, διψᾶ, κουράζεται. Καὶ σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο: ἀναζητᾶ καὶ ἀποδέχεται τὴ συντροφιὰ τῶν ἁμαρτωλῶν.

Ζεῖ καταμεσῆς τοῦ μίσους καὶ ἐν τέλει αὐτὸ τὸ μίσος εἶναι ποὺ Τὸν σκοτώνει. Αὐτὲς οἱ δύο τελευταῖες λέξεις μοῦ φαίνονται πολὺ ἀδύναμες, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀδυναμία τους: «τὸ ἀνθρώπινο μίσος Τὸν σκοτώνει». Αὐτὸ ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ κατανοήσουν τί τὸ ἰδιαίτερο εἶχε ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Ἂν εἶναι ζήτημα θανάτου, τότε ὅλοι ὅσοι συμμετέχουν στὴ θνητότητα πεθαίνουν -κι Ἐκεῖνος δὲν ἔκανε τίποτα παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ὅλοι μας κάποτε θὰ κάνουμε.

Ἂν εἶναι ζήτημα βασάνων, τότε ὑπάρχουν μυριάδες ἄνθρωποι ποὺ ὑπέφεραν ἀπείρως περισσότερο ἀπ’ ὅσο Ἐκεῖνος στὸν σταυρό. Δύο ληστὲς σταυρωνόντουσαν τὴν ἴδια ὥρα μ’ Ἐκεῖνον – πέθαναν κι ἐκεῖνοι θάνατο ἀνθρώπινο πάνω στὸν σταυρό.

Ἂν φέρουμε στὸ νοῦ μας τὸ ἑνδέκατο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς, βλέπουμε ὅτι τὰ ἀνθρώπινα βάσανα, ἡ ἀνθρώπινη φρίκη, ἀκόμα κι ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἁγιότητας, ἔχουν ξεπεράσει ὅ,τι θὰ μπορούσαμε νὰ φανταστοῦμε γιὰ τὰ σωματικὰ βάσανα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ τραγικότητα τοῦ θανάτου Του δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀπώτατη συμμετοχή Του στὴν ἀνθρώπινη τραγωδία καὶ τὴν ἀνθρώπινη μοίρα.

Ἡ μοναδικὴ ἀνθρώπινη τραγωδία, ἡ μόνη ποὺ μετρᾶ, αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὁποία προκύπτουν ὅλες οἱ ἄλλες, εἶναι ἡ θνητότητα, καὶ αὐτὴ ἡ θνητότητα συνδέεται μὲ τὴν ἁμαρτία, μὲ τὸν ἀποχωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ εἶναι σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο ποὺ ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀλληλεγγύη Του μὲ μᾶς περιέχει κάτι πιὸ τρομερὸ ἀπ’ ὅσο μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέει στὴ μελέτη του γιὰ τὴν Ἐνσάρκωση: «Εἶναι ἀδιανόητο νὰ λέμε πὼς θὰ μποροῦσε ἡ ἀνθρώπινη σάρκα ποὺ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴ Θεότητα παντοτινὰ νὰ εἶναι θνητή, ἔστω καὶ ὡς ἀνθρώπινη σάρκα». Νὰ εἶσαι θνητὸς σημαίνει νὰ εἶσαι ἀποχωρισμένος. Καὶ ὁ Μάξιμος ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἐνσάρκωσης, ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, ἐξαιτίας τῆς συνόδου θεότητας καὶ ἀνθρωπότητας στὸ πρόσωπό Του, ἦταν ἀθάνατος, ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ θανάτου.

Ὁ θάνατός Του δὲν εἶναι μόνο μία ἁπλὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης, ἀλλὰ διέπεται ἀπὸ τὴν ἔσχατη ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας, ποὺ συνίσταται στὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θανάτωση ἐξαιτίας αὐτοῦ.

Ἐδῶ ἔχουμε κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικό: Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνσάρκωσή Του ἀποδέχτηκε ὄχι μόνο τὰ ὅρια ἀλλὰ καὶ τὸ βάθος τῆς τραγωδίας μας. Ὅπως λέει καὶ τὸ παλιὸ λόγιο, ὅ,τι ὁ Χριστὸς δὲν προσέλαβε, παραμένει ἐκτός τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας.

Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε συμμετάσχει στὴ διάρρηξη τῶν σχέσεών μας μὲ τὸν Θεό, στὴν ἀποξένωσή μας ἀπὸ Ἐκεῖνον, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἕνας θεολόγος μας ἀποκάλεσε «ψυχολογικὴ ἔκληψη» καὶ ποὺ Τὸν ἔκανε νὰ ἀπωλέσει τὴ θέα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, τότε δὲν θὰ εἶχε πλήρως συμμετάσχει στὴ θνητότητά μας, καὶ ἡ θνητότητά μας θὰ ἔμενε ἔξω ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἀπολύτρωσης.

Ἑπομένως, βλέπουμε πόσο μακριὰ πηγαίνει ἡ θεία ἀγάπη μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀλληλεγγύη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς: Ὁ Χριστὸς ἀποδέχεται ὄχι μόνο τὸ νὰ εἶναι ὡς ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὄχι μόνο νὰ συμμετέχει σὲ καθετὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ συμμετέχει καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἀποξένωσή μας, στὸ γεγονὸς τῆς ξενιτείας καὶ τῆς ἀπομάκρυνσής μας ἀπὸ τὸν Πατέρα, προκειμένου νὰ συμμετέχει στὴ μοναδικὴ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου: τὸν ἀθεϊσμό.

Ἡ ἴδια ἰδέα ἐκφράζεται καὶ στὸ Ἀποστολικὸ Σύμβολο, ὅταν λέμε «Καταβέβηκεν εἰς τὸν Ἅδη». Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Δάντη σκεφτόμαστε τὸν Ἅδη (τὴν κόλαση) μὲ ὅρους βασανιστηρίων. Ὅμως ὁ Ἅδης γιὰ τὸν ὁποῖο κάνει λόγο ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν εἶναι μία κόλαση βασανιστηρίων, ἀλλὰ ὁ Sheol, ὁ τόπος ἐκεῖνος ὅπου ἀποκόπτονταν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή, ὁ τόπος ὅπου δὲν ὑπῆρχε ὁ Θεός, ἐπειδὴ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀπολύτρωση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε ἕνα χάσμα μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο μόνο ἡ Ἀπολύτρωση, τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ μποροῦσε νὰ πληρώσει.

Κατεβαίνει λοιπὸν στὸν Ἅδη. Ὁ Ἅδης ἀνοίγει διάπλατα γιὰ νὰ ἁρπάξει ἕνα νέο θύμα καὶ νὰ γίνει αὐτὸ σημεῖο τῆς τελειωτικῆς του νίκης ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζει ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ δεχόταν. Καὶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν Ἅδη ποὺ δέχεται ἕναν ἄνθρωπο, εἰσέρχεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Πιστεύω πὼς ὑπάρχει ἐδῶ μιὰ μικρολεπτομέρεια ποὺ ἐξηγεῖ τί εἴδους προμήνυμα εἶχε ὁ ψαλμωδός, ὅταν διακήρυττε: «Ποῦ νὰ πάω μακριὰ ἀπὸ τὸ Πρόσωπό Σου;

Στὸν οὐρανό; Μὰ ἐκεῖ εἶναι ἡ κατοικία Σου. Στὸν Ἅδη; Μὰ κι ἐκεῖ εἶσαι Ἐσύ».

Δὲν ὑπάρχει τίποτα πλέον ἀπὸ τὴ συνθήκη τοῦ κτιστοῦ, τίποτα ἀπὸ τὴ συνθήκη τοῦ ἀνθρώπου (πέρα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία), ποὺ νὰ εἶναι ἐκτός τῆς ἐμπειρίας τοῦ Χριστοῦ, ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τοῦ Χριστοῦ.

Τὰ πάντα περιέχονται σ’ Ἐκεῖνον, καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἀθεϊστὴς στὸν κόσμο ποὺ νὰ γνώρισε τὸν ἀθεϊσμό, τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴ γνώρισε ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ποὺ πέθανε πάνω στὸν σταυρὸ μὲ αὐτὴ τὴν ἀπόλυτη κραυγὴ τῆς ὀδύνης καὶ τῆς ἀγωνίας. Κι ἐδῶ πάλι βλέπουμε τὸ εὖρος τῆς θείας ἀγάπης καὶ τὸ βάθος τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ὅλων ἐκείνων ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ἀνθρώπινη συνθήκη.

«Τίποτα ἀνθρώπινο δὲν μοῦ εἶναι ξένο», λέει ὁ Τερτυλλιανός. Ἴσως δὲν γνώριζε τί ἔκταση εἶχε αὐτὴ ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Πέθανε. Πέθανε ἀναμάρτητος. Μὲ τί εἴδους θάνατο πέθανε; Μὲ τὸν δικό μας, μὲ ἕνα θάνατο δανεικό. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ θεία κλήση, νὰ παραμένεις ἀναμάρτητος καὶ νὰ πεθαίνεις ἕνα θάνατο δανεικό;

Προσευχὴ καὶ Ἁγιότητα” , ἐκδ. Ἐν πλῷ

Ἡ ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

13 Ιουνίου, 2022

 Metropolitan Anthony Bloom

Σήμερα γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τί γνωρίζουμε γι’ αὐτό; Ἀκούσαμε ὑπέροχες προσευχές χθὲς τήν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ ἄς σκεφτοῦμε τὸ ὄνομα ποὺ τοῦ ἔχει δοθεῖ στὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ὁποῖο στὰ Ἀγγλικὰ μεταφράζεται ὡς «ὁ Παράκλητος», ἐνῶ σὲ ἄλλες γλῶσσες ὡς «ὁ Μεσολαβητής».

Πράγματι Αὐτὸ εἶναι ὁ μόνος Παρηγορητής ποὺ μᾶς παρηγορεῖ γιὰ τὸν χωρισμό μας ἀπὸ τὸν Χριστό, Αὐτὸ παρηγορεῖ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε σὰν ὀρφανά, ποὺ ἀνυπομονοῦμε νὰ βρεθοῦμε μὲ τὸν Θεὸ μας, τὸν Σωτήρα μας καὶ ποὺ γνωρίζουμε ὅτι ὅσο εἴμαστε δέσμιοι τῆς σάρκας – καὶ αὐτὰ εἶναι λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου – εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ Ἐκεῖνον.

Ἀλλὰ γιὰ νὰ νοιώσουμε τὶ εἶναι γιά μᾶς ἡ παρηγοριά καί ὁ Παράκλητος, πρέπει πρῶτα νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ζοῦμε χώρια του καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο ἐρώτημα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε στὸν ἑαυτό μας: τὸ ἔχουμε συνειδητοποιήσει, ἤ ζοῦμε τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ζοῦμε κατὰ Θεὸ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ζεῖ μέσα ἀπὸ ἐμᾶς,καὶ ὅτι τίποτα περισσότερο δὲν χρειαζόμαστε;

Τὶ περισσότερο χρειαζόμαστε!

Ἐπειδὴ εἶναι ὁ Παράκλητος, μᾶς δίνει δύναμη, δύναμη νὰ ζοῦμε, παρὰ τὸν χωρισμό μας, τὴν δύναμη νὰ ὑπομένομε καὶ νὰ γινόμαστε οἱ λειτουργοί τοῦ Καλοῦ, ποὺ μέσα ἀπὸ ἐμᾶς ἐκπληρώνονται οἱ Ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τοῦ Μόνου ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει στὴν ψυχή μας ρώμη και σθένος, θέληση, δύναμη γιὰ νὰ ἐνεργοῦμε.

Αὐτό ὅμως, ἐάν στραφοῦμε καὶ τοῦ ποῦμε : Ἔλα! ἔλα καὶ κατοίκησε μέσα μας! Ἔλα καὶ λεύκανε τὴν ψυχή μας! Γίνε ὄχι μόνο ὁ Παρηγορητής μας ἀλλὰ καὶ ἡ δύναμη μας.

Ἐν τέλει εἶναι Αὐτὸ ποὺ μᾶς δίνει, ἤδη ἀπὸ τώρα, τὴ χαρὰ νὰ γνωρίζουμε πόσο κοντὰ βρισκόμαστε, πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ μεγάλη ἀπόσταση ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ μὲ ἀνεκλάλητους ἀναστεναγμούς, μιλάει στὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ὕπαρξής μας· εἶναι τὸ μόνο ποὺ, ἐπειδὴ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, τὰ ἀδέλφια καὶ οἱ ἀδελφές του – καὶ τοῦτα εἶναι τὰ δικά Του λόγια – μαρτυρα ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Πατέρα.

Ἡ χαρὰ, τὸ θαῦμα, ἡ ἀξιοπρέπεια ποὺ φέρνει στην ζωή μας! Ἐπίσης ἡ εὐθύνη.

Ἐὰν θυμηθοῦμε τὸν κόσμο μας, ποὺ σὲ μιὰ τέτοια ἔκταση εἶναι σύμμαχος τοῦ Θεοῦ, τὸ Πνεῦμα εἶναι ἤδη ἡ ἀπαρχὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ἡ παρουσία του ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς ἀποφασιστικῆς σημασίας. Εἶναι Ἐκεῖνο ποὺ χτυπιέται, ὅπως ἡ θάλασσα πάνω στὰ βράχια, σπάει ὅ,τι Τοῦ ἀντιστέκεται, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς αἰώνιας ζωῆς ποὺ κρούει τὴν θύρα τῆς ψυχῆς μας, ποὺ μὲ τὴ βία θέλει νὰ μετέχει στὴ ζωή μας, ποὺ μᾶς θυμίζει τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ὁ Πατέρας μας, τὸν Σωτήρα μας Χριστὸ καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ ὑπεροχὴ ποὺ ἔχουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δείχνοντάς μας ὅτι ὅλα εἶναι δυνατὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ ποὺ μᾶς στηρίζει.

Ἄς κρατήσουμε στὴν ψυχὴ μας τὴν σημερινὴ ἑορτὴ μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ ὑπευθυνότητα, καὶ μπορεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατῆλθε μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν στοὺς Ἀποστόλους, – νὰ ἐπισκεφτεῖ καὶ ἐμᾶς – ἴσως σὰν μιὰ πυρκαγιὰ ποὺ θὰ μᾶς καταυγάσει, ὅπως τὴν Φλεγόμενη Βάτο, ἤ θὰ μᾶς ἀγγίξει σὰν τὴ γαλήνια, ἁπαλὴ φωνὴ ποὺ ἄκουσε ὁ Προφήτης στην ἐρημιὰ ὅπου βρισκόταν ὁ Θεός, μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωσή Του, τὴν παράδοση Του σὲ μᾶς, τὴν ἀγάπη Του. Ἀμήν.