Archive for the ‘Θεολογία’ Category

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ – ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ Περὶ δειλίας (Διὰ τὴν ἄνανδρον δειλίαν)

29 Μαρτίου, 2020

Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Άγιος Ιωάννης συγγραφέας της Κλίμακος

ΟΠΟΙΟΣ ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ σὲ Κοινόβιο ἢ σὲ συνοδία, δὲν εἶναι συνηθισμένο νὰ πολεμῆται ἀπὸ τὴν δειλία. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ εὑρίσκεται σὲ ἡσυχαστικώτερους τόπους, ἂς ἀγωνίζεται μήπως καὶ τὸν κυριεύση τὸ γέννημα τῆς κενοδοξίας καὶ ἡ θυγατέρα τῆς ἀπιστίας, δηλαδὴ ἡ δειλία.

2. Ἡ δειλία εἶναι νηπιακὴ συμπεριφορὰ μιᾶς ψυχῆς ποὺ ἐγήρασε στὴν κενοδοξία. Ἡ δειλία εἶναι ἀπομάκρυνσις τῆς πίστεως, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἀναμένονται ἀπροσδόκητα κακά.

3. Ὁ φόβος εἶναι κίνδυνος ποὺ προμελετᾶται. Ἢ διαφορετικά, ὁ φόβος εἶναι μία ἔντρομη καρδιακὴ αἴσθησις, ποὺ συγκλονίζεται καὶ ἀγωνιᾶ ἀπὸ ἀναμονὴ ἀπροβλέπτων συμφορῶν. Ὁ φόβος εἶναι μία στέρησις τῆς ἐσωτερικῆς πληροφορίας. Ἡ ὑπερήφανη ψυχὴ εἶναι δούλη τῆς δειλίας· ἔχοντας πεποίθησι στὸν ἑαυτόν της καὶ ὄχι στὸν Θεόν, φοβεῖται τοὺς κρότους τῶν κτισμάτων καὶ τὶς σκιές.

4. Ὅσοι πενθοῦν καὶ ὅσοι καταπονοῦνται χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν κόπους καὶ πόνους, δὲν ἀποκτοῦν δειλία. Πολλὲς φορὲς ὅσοι ὑποκύπτουν στὴν δειλία χάνουν τὸ μυαλό τους. Καὶ εἶναι φυσικὸ αὐτό, διότι εἶναι δίκαιος Ἐκεῖνος ποὺ ἐγκαταλείπει τοὺς ὑπερηφάνους, ὥστε καὶ οἱ ὑπόλοιποι νὰ μάθωμε νὰ μὴ ὑψηλοφρονοῦμε.

5. Ὅλοι ὅσοι φοβοῦνται εἶναι κενόδοξοι, ἀλλ᾿ ὅμως ὅλοι ὅσοι δὲν φοβοῦνται δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ταπεινόφρονες, ἀφοῦ καὶ οἱ λησταὶ καὶ οἱ τυμβωρύχοι δὲν ὑποκύπτουν εὔκολα στὴν δειλία.

6. Σὲ ὅποιους τόπους συνηθίζεις νὰ φοβῆσαι, μὴ διστάζῃς νὰ πηγαίνῃς, ὅταν ἀκόμη δὲν ἔχῃ ξημερώσει. Ἐὰν δείξεις κάποια χαλαρότητα στὸ σημεῖο αὐτό, τότε θὰ γηράση μαζί σου τὸ νηπιακὸ καὶ ἀξιογέλαστο τοῦτο πάθος. Ἐνῷ βαδίζεις πρὸς τὰ ἐκεῖ ὁπλίζου μὲ τὴν προσευχή. Μόλις φθάσης σ᾿ ἐκείνους τοὺς τόπους, ἀνύψωσε τὰ χέρια σου. Μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μάστιζε τοὺς ἐχθρούς, διότι δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε στὴν γῆ ἰσχυρότερο ὅπλο. Ἀφοῦ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια αὐτή, ἂς ἀνυμνήσης τὸν Λυτρωτή σου· διότι ἐὰν τὸν εὐγνωμονῆς, θὰ σὲ σκεπάζη παντοτινά.

7. Ποτὲ δὲν μπορεῖς διὰ μιᾶς νὰ γεμίσῃς τὴν κοιλία. Παρόμοια βέβαια δὲν μπορεῖς διὰ μιᾶς νὰ νικήσῃς τὴν δειλία. Ὅταν ἔχωμε πολὺ πένθος, θὰ ὑποχωρήση πιὸ γρήγορα· ὅταν ὅμως αὐτὸ μᾶς λείπη, θὰ παραμένουμε συνεχῶς δειλοί. «Ἔφριξάν μου τρίχες καὶ σάρκες» εἶπε ὁ Ἐλιφὰζ (Ἰὼβ δ´ 15), περιγράφοντας τὴν πανουργία τούτου τοῦ δαίμονος.

8. Ἄλλωτε ἐδειλίασε πρῶτα ἡ ψυχὴ καὶ ἄλλοτε τὸ σῶμα, καὶ ἐν συνεχείᾳ μεταβίβασε τὸ ἕνα στὸ ἄλλο τὸ πάθος. Ἂν συμβῆ νὰ φοβηθῆ τὸ σῶμα, χωρὶς ὅμως νὰ εἰσδύση ὁ ἄκαιρος φόβος στὴν ψυχή, εὑρισκόμεθα πλησίον στὴν θεραπεία. Ὅταν δὲ ὅλα τὰ δυσάρεστα καὶ ἀπροσδόκητα τὰ δεχώμεθα πρόθυμα, μὲ συντριμμένη καρδιά, τότε ἐλευθερωθήκαμε πραγματικὰ ἀπὸ τὴν δειλία.

9. Δὲν ἐνισχύει τοὺς δαίμονας ἐναντίον μας τὸ σκότος καὶ ἡ ἐρημία τῶν τόπων, ἀλλὰ ἡ ἀκαρπία τῆς ψυχῆς μας. Μερικὲς φορὲς ὅμως πρόκειται γιὰ οἰκονομικὴ παίδευσι ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ.

10. Ἐκεῖνος ποὺ ἔγινε δοῦλος τοῦ Κυρίου, θὰ φοβηθῆ μόνο τὸν ἰδικό του Δεσπότη. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν φοβεῖται ἀκόμη Αὐτόν, φοβεῖται πολλὲς φορὲς τὴν σκιά του.

11. Ὅταν πλησιάση ἀοράτως ἕνα πονηρὸ πνεῦμα, φοβεῖται τὸ σῶμα. Ὅταν ὅμως πλησιάση κάποιος Ἄγγελος, ἀγάλλεται ἡ ψυχὴ τῶν ταπεινῶν. Γι᾿ αὐτό, μόλις ἀπὸ τὴν ἐνέργεια αὐτὴ ἀντιληφθοῦμε τὴν παρουσία του, ἂς τρέξουμε γρήγορα στὴν προσευχή, διότι ἦλθε νὰ προσευχηθῆ μαζί μας ὁ ἀγαθός μας φύλαξ.

Ὅποιος ἐνίκησε τὴν δειλία, εἶναι φανερὸ ὅτι ἀνέθεσε στὸν Θεὸν καὶ τὴν ζωὴ καὶ τὴν ψυχή του.

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/climax/

Εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου (Ἁγ.Νικολὰου Καβὰσιλα)

25 Μαρτίου, 2020

Untitled-1 chamomile2[1]

Ἐὰν πρέπει κάποτε νὰ χαίρη ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ σκιρτᾶ καὶ νὰ ψάλλη μὲ εὐφροσύνη, ἐὰν ὑπάρχη μιὰ περίοδος ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ λεχθῆ ὅ,τι ὑπάρχει πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ λαμπρὸ καὶ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ποθῆ νὰ ἔχη ὅσο τὸ δυνατὸν εὐρύτερη σχέση, ὡραιότερη ἔκφραση καὶ δυνατώτερο λόγο, γιὰ νὰ ὑμνήση τὰ μεγαλεῖα της, δὲν βλέπω ποιὰ ἄλλη μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτή, ἂν ὄχι ἡ σημερινὴ γιορτή. Γιατί σὰν σήμερα ἔφθασε στὴ γῆ Ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀναγγέλλοντας τὴν ἀπαρχὴ ὅλων τῶν καλῶν.

Σήμερα ὁ οὐρανὸς μεγαλύνεται. Σήμερα ἡ γῆ ἀγάλλεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση χαίρει. Καὶ δὲν μένει ἔξω ἀπὸ τὴ γιορτὴ οὔτε Αὐτὸς ποὺ κρατεῖ στὰ χέρια τοῦ τὸν οὐρανό. Γιατί αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν σήμερα εἶναι ἕνα πραγματικὸ πανηγύρι. Ὅλοι συναντιοῦνται σ’ αὐτό, στὴν ἴδια χαρά. Ὅλοι ζοῦν καὶ δίνουν καὶ σ᾿ ἐμᾶς τὴν ἴδια εὐφροσύνη: Ὁ Δημιουργός, τὰ δημιουργήματα ὅλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ τοῦ πρόσφερε τὴ φύση μας καὶ τὸν ἔκαμε ἔτσι κοινωνὸ στὶς χαρμόσυνες συνάξεις καὶ τὶς γιορτές μας.

Χαίρει πρὶν ἀπ’ ὅλους ὁ Δημιουργός. Γιατί εἶναι βέβαια εὐεργέτης κι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἔχει σὰν ἔργο Του τὴν εὐεργεσία. Ποτὲ Του δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε καὶ δὲν ξέρει ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ προσφέρη καὶ νὰ εὐεργετῆ. Σήμερα ὅμως, χωρὶς νὰ σταματήση τὸ σωτήριο ἔργο Του, περνᾶ στὴ δεύτερη θέση, ἔρχεται ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ εὐεργετοῦνται.

Καὶ δὲν χαίρεται τόσο γιὰ τὶς μεγάλες δωρεὲς ποὺ χάρισε Αὐτὸς στὴν κτίση καὶ ποὺ τὸν ἀποδεικνύουν γενναιόδωρο, ὅσο γιὰ τὰ μικρὰ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τοὺς εὐεργετημένους, γιατί ἔτσι φανερώνεται ὅτι εἶναι φιλάνθρωπος. Καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸν δοξάζουν ὄχι μόνο ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἴδιος ἔδωσε στοὺς φτωχοὺς δούλους, ἀλλὰ κι ὅσα oι φτωχοί του χάρισαν.

Γιατί ἂν καὶ διάλεξε ἀπὸ τὴ θεία δόξα τὴν κένωση καὶ καταδέχθηχε νὰ πάρη σὰν δῶρο ἀπὸ μᾶς τὴν ἀνθρώπινη φτώχεια, ὁ πλοῦτος Του ἔμεινε ἀναλλοίωτος καὶ μετέτρεψε πάνω του τὸ δῶρο μας σὲ κόσμημα καὶ βασιλεία. Γιὰ τὴν κτίση πάλι -καὶ λέγοντας κτίση ἐννοῶ ὄχι μόνο τὴν ὁρατή, ἀλλὰ κι ἐκείνη ποὺ ξεπερνᾶ τὸ ἀνθρώπινο μάτι- τί θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέση μεγαλύτερη ἀφορμὴ εὐφροσύνης ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι βλέπει τὸ Δημιουργό της νὰ ἔρχεται μέσα της καὶ τὸν Κύριο τῶν ὅλων νὰ παίρνη θέση ἀνάμεσα στοὺς δούλους;

Κι αὐτὸ ὄχι ἀπογυμνώνοντας τὸν ἑαυτό Του ἀπὸ τὴν ἐξουσία Του, ἀλλὰ προσλαμβάνοντας τὸ δοῦλο, ὄχι ἀποβάλλοντας τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μεταδίδοντας τὸν στὸ φτωχό, ὄχι ξεπέφτοντας ἀπὸ τὰ ὕψη Του, ἀλλὰ ἐξυψώνοντας τὸν ταπεινό. Ἀλλὰ χαίρει καὶ ἡ Παρθένος, χάρις στὴν ὁποία ὅλες αὐτὲς oι δωρεὲς δόθηκαν στοὺς ἀνθρώπους.

Καὶ χαίρει γιὰ πέντε λόγους. Πρὶν ἀπ’ ὅλα σὰν ἄνθρωπος, ποὺ συμμετέχει, ὅπως ὅλοι, στὰ κοινὰ ἀγαθά. Χαίρει ὅμως καὶ γιατί oἱ δωρεὲς δόθηκαν σ’ Αὐτὴν καὶ πρὶν καὶ ἀφθονώτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κι ἀκόμη περισσότερο, γιατί Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ oἱ δωρεὲς αὐτὲς δόθηκαν σ᾿ ὅλους. Ὁ πέμπτος ὅμως καὶ μεγαλύτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο χαίρει ἡ Παρθένος εἶναι ὅτι ὄχι ἁπλῶς διὰ μέσου αὐτῆς ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια, χάρις σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ γνώρισε καὶ προεῖδε, ἔφερε τὴν ἀνάσταση στοὺς ἀνθρώπους.

Γιατί ἡ Παρθένος δὲν εἶναι ὅπως ἡ γῆ ποὺ συνετέλεσε μέν, ἀλλὰ δὲν ἔκαμε ὅμως ἡ ἴδια τίποτε στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χρησιμοποιήθηκε σὰν ἁπλὴ ὕλη ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ καὶ ἁπλῶς “ἔγινε” χωρὶς νὰ “πράξη” τίποτε. Ἡ Παρθένος πραγματοποίησε ἡ ἴδια μέσα της καὶ πρόσφερε στὸν Θεὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ προσείλκυσαν τὸν Τεχνίτη στὴ γῆ, ποὺ παρακίνησαν τὸ δημιουργικὸ χέρι. Και ποιὰ εἶναι αὐτά;

Βίος πανάμωμος, ζωὴ πάναγνη, ἄρνηση κάθε κακίας, ἄσκηση ὅλων τῶν ἀρετῶν, ψυχὴ ἀπὸ τὸ φῶς καθαρώτερη, σῶμα ἐντελῶς πνευματικό, λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καθαρώτερο, ἀπὸ τοὺς χερουβικοὺς θρόνους ἱερώτερο. Φτερούγισμα νοῦ, ποὺ δὲν δειλιάζει μπρὸς σὲ κανένα ὕψος, ποὺ ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ φτερὰ τῶν Ἀγγέλων. Θεῖος ἔρως, ποὺ ἀπορρόφησε καὶ ἀφομοίωσε κάθε ἄλλη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς. Κτῆμα τοῦ Θεοῦ, ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν χωράει σὲ καμμιὰ ἀνθρώπινη σκέψη.

΄Ἔτσι, ἔχοντας στολίσει μὲ τέτοιο κάλλος καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή Της, κατορθώνει νὰ ἑλκύση ἐπάνω της τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ. Ἀνέδειξε, χάρις στὴ δική Της ὡραιότητα, ὡραία τὴν κοινὴ ἀνθρώπινη φύση. Καὶ κατέκτησε τὸν ἀπαθῆ. Καὶ ἔγινε ἄνθρωπος ἐξ αἰτίας τῆς Παρθένου Ἐκεῖνος ποὺ ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας ἦταν στοὺς ἀνθρώπους μισητός.

Καὶ τὸ “μεσότοιχον τῆς ἔχθρας” καὶ ὁ “φραγμὸς” δὲν εἶχαν γιὰ τὴν Παρθένο καμμιὰ ἰσχύ, ἀλλὰ καθετί ποὺ χώριζε τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἴδια εἶχε καταργηθῆ. Ἔτσι καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν κοινὴ καταλλαγὴ εἶχε συναφθῆ ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὴν Παρθένο μόνη εἰρήνη. Ἀκόμη περισσότερο, δὲν χρειάσθηκε ποτὲ νὰ προσφέρη ἐκείνη σπονδὲς εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως, μία καὶ στεκόταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὴν κορυφὴ τοῦ χοροῦ τῶν φίλων. Ὅλα αὐτὰ πραγματοποιήθηκαν γιὰ τοὺς ἄλλους.

Καὶ ὑπῆρξε πρὶν ἀπὸ τὸν Παράκλητο, «παράκλητος ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν Θεόν», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν ἔκφραση τοῦ Παύλου, ὑψώνοντας πρὸς Αὐτὸν γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων ὄχι τὰ χέρια Της, ἀλλά, ἀντὶ γιὰ ἄλλη ἱκεσία, τὴν ἴδια τὴ ζωή Της. Κι ἔφθασε ἡ ἀρετὴ μίας ψυχῆς νὰ σταματήση τὴν κακία τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν αἰώνων. Ὅπως ἡ Κιβωτὸς ποὺ ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὸ κοινὸ ναυάγιο τῆς οἰκουμένης δὲν ἔλαβε ἡ ἴδια μέρος στὶς συμφορὲς καὶ διέσωσε στὸ γένος τὴ δυνατότητα νὰ συνεχισθῆ, τὸ ἴδιο συνέβηκε καὶ μὲ τὴν Παρθένο.

Διατήρησε πάντοτε τὴ σκέψη Της τόσο ἄθικτη καὶ ἱερή, σὰν νὰ μὴν εἶχε ἀποτολμηθῆ ποτὲ στὴ γῆ καμμιὰ ἁμαρτία, σὰν νὰ ἦταν ὅλοι συνεπεῖς σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε, σὰν νὰ ἔμεναν ὅλοι ἀκόμα στὴν ἑστία τοῦ Παραδείσου. Οὔτε κἂν αἰσθάνθηκε, πράγματι, τὴν κακία ποὺ ξεχύθηκε σ᾿ ὅλη τὴν γῆ. Καὶ ὁ κατακλυσμὸς τῆς ἁμαρτίας ποὺ ξαπλώθηκε παντοῦ κι ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ κι ἄνοιξε τὸν Ἅδη κι ἔβαλε σὲ πόλεμο τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸν Θεὸ κι ἐδίωξε ἀπὸ τὴ γῆ τὸν Ἀγαθό, φέρνοντας στὴ θέση του τὸν Πονηρό, δὲν κατάφερε οὔτε στὸ παραμικρὸ νὰ θίξη τὴ μακαρία Παρθένο. Ἀλλ’ ἐνῶ κυριάρχησε σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη κι ἔσεισε καὶ συντάραξε καὶ γκρέμισε τὰ πάντα, νικήθηκε ἀπὸ ἕνα μόνο λογισμό, ἀπὸ μία ψυχή.

Καὶ δὲν νικήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο μόνο, ἀλλὰ χάρις σ᾿ αὐτὴν ὑποχώρησε ἡ ἁμαρτία κι ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Αὐτὴ ἦταν ἡ συμβολὴ τῆς Παρθένου στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, πρὶν φθάση, ἡ ἡμέρα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὸ προαιώνιο σχέδιό Του, νὰ κλίνη τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κατέβη στὴ γῆ: ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε οἰκοδομοῦσε κατάλυμα γιὰ ἐκεῖνον, ποὺ μποροῦσε νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο, ἀγωνιζόταν νὰ καταστήση ὡραία τὴν κατοικία τοῦ Θεοῦ, τὸν ἑαυτό Της, τέτοια ποὺ νὰ μπορῆ νὰ εἶναι ἄξια γι᾿ Αὐτόν.

Ἔτσι τίποτε δὲν βρῆκε νὰ κατηγορήση στὰ ἀνάκτορα ὁ βασιλιάς. Κι ἀκόμη περισσότερο, δὲν τοῦ πρόσφερε ἡ Παρθένος μόνο βασιλικὴ κατοικία ἀξία τοῦ μεγαλείου του, ἀλλὰ τοῦ ἑτοίμασε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της καὶ τὴ βασιλικὴ πορφύρα καὶ τὴ ζώνη καί, ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ, τὴν “εὐπρέπεια”, τὴ “δύναμη” καὶ τὴν ἴδια τὴ “βασιλεία”. Ὅπως μία λαμπρὴ πολιτεία, ποὺ ξεπερνᾶ ὅλες τὶς ἄλλες στὸ μέγεθος καὶ τὴν ὡραιότητα, στὸ ὑψηλὸ ἠθικὸ φρόνημα καὶ στὸ πλῆθος τῶν κατοίκων καὶ στὸν πλοῦτο καὶ σὲ κάθε εἴδους δύναμη, δὲν περιορίζεται μόνο στὸ νὰ δεξιωθῆ καὶ νὰ φιλοξενήση ἁπλῶς τὸ βασιλιά, ἀλλὰ γίνεται τὸ κράτος του καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἐξουσία του καὶ τὴν τιμή του καὶ τὴ δύναμη καὶ τὸν ὁπλισμό του.

Ἔτσι καὶ ἡ Παρθένος, μὲ τὸ νὰ δεχθῆ μέσα της τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ τοῦ δώση τὴ σάρκα της, ἔκαμε νὰ παρουσιασθῆ ὁ Θεὸς μέσα στὸν κόσμο καὶ νὰ γίνη στοὺς μὲν ἐχθροὺς συμφορὰ ἀκαταμάχητη, στοὺς δὲ φίλους σωτηρία καὶ πηγὴ ὅλων τῶν ἀγαθῶν.

Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ὠφέλησε τὸ ἀνθρώπινο γένος πρὶν ἀκόμη ἔρθη ὁ καιρὸς τῆς γενικῆς σωτηρίας: Ἀλλὰ κι ὅταν ἦρθε ὁ καιρὸς καὶ παρουσιάσθηκε ὁ οὐράνιος ἀγγελιοφόρος, πάλι ἔλαβε ἐνεργητικὸ μέρος στὴ σωτηρία μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι πίστεψε σὲ ὅ,τι τῆς εἶπε καὶ δέχθηκε νὰ ἀναλάβη τὴ διακονία ποὺ τῆς ζήτησε ὁ Θεός. Γιατί ἦταν κι αὐτὰ ἀπαραίτητα καὶ χρειάζονταν ὁπωσδήποτε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἂν ἡ Παρθένος δὲν τηροῦσε αὐτὴ τὴ στάση, καμμιὰ πιὰ ἐλπίδα δὲν θὰ ἀπόμενε στοὺς ἀνθρώπους.

Δὲν ἦταν βέβαια δυνατό, ὅπως εἶπα πιὸ πάνω, νὰ προσβλέψη ὁ Θεὸς μὲ εὐμένεια πρὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ νὰ θελήση νὰ κατέβη στὴ γῆ, ἂν δὲν εἶχε προπαρασκευασθῆ ἡ Παρθένος, ἂν δὲν ὑπῆρχε δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὴν ὑποδεχόταν, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ διακονήση στὴ σωτηρία. Κι οὔτε πάλι ἦταν δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθῆ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἂν δὲν πίστευε σ᾿ αὐτὸ ἡ Παρθένος καὶ δὲν δεχόταν νὰ διακονήση. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ μὲν Γαβριὴλ μὲ τὸ “χαῖρε” ποὺ εἶπε στὴν Παρθένο καὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν ὀνόμασε “κεχαριτωμένη” τελείωσε τὴν ἀποστολή του, φανέρωσε ὁλόκληρο τὸ μυστήριο. Ὅση ὅμως ὥρα ἡ Παρθένος ζητοῦσε νὰ μάθη τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ γινόταν ἡ κύηση, ὁ Θεὸς δὲν κατερχόταν.

Ἐνῶ τὴ στιγμὴ ποὺ πείσθηκε κι ἀποδέχθηκε τὴν πρόσκληση, ὁλόκληρο τὸ ἔργο μὲ μιᾶς πραγματοποιήθηκε: ὁ Θεὸς πῆρε ἐπάνω Του σὰν ἐνδυμασία τὸν ἄνθρωπο κι ἔγινε μητέρα τοῦ Κτίστου ἡ Παρθένος. Ἀλλὰ τὸ ἀκόμη πιὸ θαυμαστὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ Θεὸς οὔτε προειδοποίησε τὸν Ἀδὰμ οὔτε τὸν ἔπεισε νὰ τοῦ δώση τὴν πλευρά, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῆ ἡ Εὔα. Τὸν ἐκοίμισε κι ἔτσι, ἔχοντάς του ἀφαιρέσει τὶς αἰσθήσεις, τοῦ ἀπέσπασε τὸ μέλος. Ἐνῶ γιὰ νὰ προχωρήση στὴ δημιουργία τοῦ Νέου Ἀδὰμ ἐδίδαξε προηγουμένως τὴν Παρθένο καὶ περίμενε τὴν πίστη καὶ τὴν παραδοχή της.

Γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ Ἀδὰμ πάλι συσκέπτεται μὲ τὸν μονογενῆ του Υἱὸ λέγοντας: “ποιήσωμεν ἄνθρωπο”. Ὅταν ὅμως χρειάσθηκε νὰ “εἰσαγάγη τὸν πρωτότοκον”-αὐτὸν τὸν “θαυμαστὸν Σύμβουλον” -“εἰς τὴν οἰκουμένην”, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, καὶ νὰ πλάση τὸν δεύτερο Ἀδάμ, παίρνει στὴν ἀπόφασή του αὐτὴ συνεργάτη τὴν Παρθένο. Ἔτσι τὴ μεγάλη ἐκείνη “βουλὴ” τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ Ἠσαΐας, τὴν ἀνήγγειλε ὁ Θεὸς καὶ τὴν ἐπεκύρωσε ἡ Παρθένος. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου ἦταν ἔργο ὄχι μόνο τοῦ Πατρός, ποὺ “εὐδόκησε”, καὶ τῆς Δυνάμεώς του, ποὺ “ἐπεσκίασε”, καὶ τοῦ Πνεύματος, ποὺ “ἐπεδήμησε”, ἀλλὰ καὶ τῆς θελήσεως καὶ τῆς πίστεως τῆς Παρθένου.

Γιατί, ὅπως χωρὶς ἐκείνους δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ὑπάρξη καὶ νὰ προσφερθῆ στοὺς ἀνθρώπους ἡ ἀπόφαση γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου, ἔτσι χωρὶς τὴν προσφορὰ τῆς θελήσεως καὶ τῆς πίστεως τῆς Πανάγνου ἦταν ἀδύνατη ἡ πραγματοποίηση τῆς θείας βουλῆς.

Ἀφοῦ λοιπὸν μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν καθοδήγησε καὶ τὴν ἔπεισε ὁ Θεός, τὴν κάνει στὴ συνέχεια μητέρα του. Ἔτσι δανείζεται τὴ σάρκα ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ καὶ θέλει νὰ τὴ δανείση καὶ ξέρει γιατί τὸ κάνει. Γιατί ἔπρεπε νὰ συμβῆ στὴν Παρθένο ὅ,τι συνέβηκε καὶ στὸν ἴδιο. Ὅπως Αὐτὸς ἤθελε καὶ “συνελήφθη”, ἔτσι κι ἐκείνη ἔπρεπε νὰ κυοφορήση καὶ νὰ γίνη μητέρα τοῦ ὄχι ἀναγκαστικά, ἀλλὰ μ᾿ ὅλη τὴν ἐλεύθερη θέλησή της.

Γιατί ἔπρεπε ἀκόμη –πράγμα πολὺ σημαντικώτερο– ὄχι μόνο νὰ συντελέση στὴν oικovoμία τῆς σωτηρίας σὰν κάτι τὸ ἑτεροκίνητο, ποὺ ἁπλῶς χρησιμοποιήθηκε, ἀλλὰ νὰ προσφέρη ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό Της καὶ νὰ γίνη συνεργάτης τοῦ Θεοῦ στὴ φροντίδα γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔτσι, ὥστε νά ᾿χη μ᾿ Αὐτὸν μερίδιο καὶ νὰ εἶναι κοινωνὸς καὶ στὴ δόξα ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτὴ τὴ φιλανθρωπία. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὁ Σωτήρας δὲν ἦταν ἄνθρωπος καὶ υἱὸς ἀνθρώπου ἐξ αἰτίας μόνο τῆς σάρκας, ἀλλ᾿ εἶχε καὶ ψυχὴ καὶ νοῦ καὶ θέληση καὶ καθετί τὸ ἀνθρώπινο, ἦταν ἀνάγκη νὰ ἔχη καὶ μητέρα τελεία, ποὺ θὰ ὑπηρετοῦσε στὴ γέννησή Του ὄχι μόνο μὲ τὴ φύση τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴ θέληση καὶ μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή της: νὰ εἶναι μητέρα καὶ κατὰ τὴ σάρκα καὶ κατὰ τὴν ψυχή, νὰ εἰσαγάγη ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπόρρητη γέννηση.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πρὶν ἡ Παρθένος θέση τὸν ἑαυτό της στὴν ὑπηρεσία τοῦ θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει καὶ εὔχεται τὴν πραγματοποίησή του. Ἀλλὰ αὐτὸ ἔγινε καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ κάμη μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο φανερὴ τὴν ἀρετὴ τῆς Παρθένου. Πόσο δηλαδὴ μεγάλη ἦταν ἡ πίστη της καὶ πόσο ὑψηλὸ τὸ φρόνημά της, ποιὰ ἡ ἀκεραιότης τοῦ νοῦ καὶ ποιὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς της, πράγματα ποὺ φανερώθηκαν μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Παρθένος παραδέχθηκε καὶ πίστεψε τὸν παράδοξο λόγο τοῦ Ἀγγέλου:

ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο νὰ ἔρθη ἀληθινὰ ὁ Θεὸς στὴ γῆ καὶ νὰ φροντίση προσωπικὰ ὁ ἴδιος γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ διακονήση συμμετέχοντας ἐνεργητικὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο. Τό γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι πρῶτα ζήτησε ἐξηγήσεις καὶ πείσθηκε, εἶναι λαμπρὴ ἀπόδειξή του ὅτι γνώριζε πολὺ καλὰ τὸν ἑαυτό της καὶ δὲν ἔβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, ἄξιο νὰ τὸ ἐπιθυμήση. Ἐξάλλου τὸ ὅτι ὁ Θεὸς θέλησε νὰ φανερώση τὴν ἀρετὴ της εἶναι ἰσχυρὴ ἀπόδειξή του ὅτι ἡ Παρθένος γνώριζε πολὺ καλὰ τὸ μέγεθος τῆς θείας ἀγαθότητος καὶ φιλανθρωπίας. Καὶ μόνον φαίνεται ὅτι χάριν αὐτοῦ ἀκριβῶς δὲν μυήθηκε κατὰ τρόπο ἄμεσο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθῆ δηλαδὴ πλήρως ὅτι ἡ πίστη μὲ τὴν ὁποία ζοῦσε κοντὰ στὸν Θεὸ ἦταν αὐτοπροαίρετη ἐκδήλωσή Της καὶ νὰ μὴ θεωρηθοῦν ὅλα σὰν ἀποτελέσματα τῆς δυνάμεως τοῦ πείθοντος Θεοῦ.

Γιατί ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ποὺ δὲν εἶδαν καὶ ἐπίστευσαν εἶναι πιὰ μακάριοι ἀπὸ ὅσους ἀπαιτοῦν νὰ δοῦν, ἔτσι κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πιστεύσει στὰ μηνύματα ποὺ ἔστειλε διὰ μέσου δούλων ὁ Δεσπότης ἔχουν περισσότερη φρόνηση ἀπὸ ἐκείνους πού χρειάσθηκε νὰ τοὺς πείση ὁ ἴδιος. Τὸ γεγονὸς πάλι ὅτι εἶχε συνείδηση πὼς δὲν ὑπῆρχε στὴν ψυχὴ της τίποτε τὸ ἀταίριαστο πρὸς τὸ μυστήριο καὶ πὼς τὰ ἤθη της ἅρμοζαν πρὸς αὐτὸ τόσο πολύ, ὥστε νὰ μὴν κάνη μνεία καμμιᾶς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, καθὼς καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀμφέβαλε γιὰ τὸ πῶς θὰ συμβοῦν ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν συζήτησε καθόλου γιὰ τοὺς τρόπους ποὺ θὰ τὴν ὁδηγοῦσαν στὴν καθαρότητα, οὔτε εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ μυσταγωγό, ὅλα αὐτὰ δὲν ξέρω ἂν εἶναι πράγματα ποὺ μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἀνήκουν στὴν κτιστὴ φύση. Γιατί κι ἂν ἀκόμη ἦταν Χερουβεὶμ ἢ Σεραφεὶμ ἢ κάτι πολὺ καθαρώτερο ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς αὐτὲς ὑπάρξεις, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποφέρη αὐτὴ τὴ φωνή; Πῶς θὰ νόμιζε ὅτι ἦταν δυνατὸ νὰ ἐκπληρώση τὶς ἐπαγγελίες;

Πῶς θὰ εὕρισκε δύναμη κατάλληλη γι᾿ αὐτὰ τὰ μεγαλειώδη ἔργα; Καὶ ὁ Ἰωάννης βέβαια, ἀπὸ τὸν ὁποῖον «καvείς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ μεγαλύτερος», σύμφωνα μὲ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Σωτήρα, δὲν ἀξίωσε τὸν ἑαυτό του οὔτε τὰ ὑποδήματα Ἐκείνου νὰ ἀγγίξη, κι αὐτὸ καίτοι ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν μὲ τὴν πτωχὴ ἀνθρώπινη φύση. Ἐνῶ ἡ Πανάμωμη τὸν ἴδιο τὸν Λόγο τοῦ Πατρός, τὴν ἴδια τὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, καὶ πρὶν ἀκόμη κενωθῆ, πῆρε τὸ θάρρος νὰ φέρη μέσα στὰ σπλάχνα της. «Τὶς εἰμὶ ἐγὼ καὶ τὶς ὁ οἶκος τοῦ πατρός μου; Καὶ ἐν ἐμοί, Κύριε, σώσεις τὸν Ἰσραήλ;». Τέτοιες φράσεις μπορεῖ κανεὶς ν’ ἀκούση ἀπὸ τοὺς δικαίους, μολονότι καλοῦνται σὲ ἔργα πολλὲς φορὲς κι᾿ ἀπὸ πολλοὺς πραγματοποιημένα.

Ἐνῶ τὴ μακαρία Παρθένο ὁ Ἄγγελος τὴν κάλεσε νὰ πραγματοποιήση κάτι τὸ ἐντελῶς ἀσυνήθιστο, κάτι ποὺ δὲν ἦταν σύμφωνο μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ξεπερνοῦσε τὴ λογικὴ κατανόηση. Γιατί στ᾿ ἀλήθεια τί μικρότερο τῆς ζητήθηκε ἀπὸ τὸ νὰ ἀνυψώση τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸ νὰ μετακινήση καὶ νὰ ἀλλάξη, χρησιμοποιώντας σὰν μέσο τὸν ἑαυτό Της, τὸ σύμπαν; Κι ὅμως δὲν ταράχθηκε ὁ λογισμός Της οὔτε θεώρησε ὅτι δὲν ἄξιζε γι᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο. Ἀλλὰ ὅπως σὲ τίποτε δὲν ἐνοχλοῦνται τὰ μάτια, ὅταν πλησιάζη τὸ φῶς, κι ὅπως δὲν εἶναι παράξενο νὰ ἰσχυρισθῆ κανεὶς ὅτι, μόλις ἀνατείλη ὁ ἥλιος, γίνεται ἡμέρα, ἔτσι καθόλου δὲν παραξενεύθηκε ἡ Παρθένος, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι θὰ μπορέση νὰ δεχθῆ καὶ νὰ κυοφορήση μέσα της τὸν ἀχώρητο σὲ ὅλους τούς τόπους Θεό. Καὶ δὲν ἄφησε βέβαια νὰ περάση ἀνερεύνητη ἡ προσφώνηση οὔτε ἔπαθε τίποτε ἀνεξέταστα κι οὔτε πάλι παρασύρθηκε ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐγκωμίων. Ἀλλὰ συγκέντρωσε τὴν προσοχή της καὶ μὲ ὅλη της τὴν ἔνταση ἐξέταζε τὸ χαιρετισμό, ζητώντας νὰ μάθη μὲ ἀκρίβεια τόσο τὸν τρόπο τῆς κυήσεως, ὅσο καὶ καθετί τὸ σχετικό.

Πέρα ὅμως ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρεται καθόλου νὰ ρωτήση ἂν εἶναι ἡ ἴδια ἱκανὴ καὶ κατάλληλη γιὰ μία τόσο ὑψηλὴ διακονία, ἂν ἔχη ἀγνίσει ὅσο χρειάζεται τὸ σῶμα Της καὶ τὴν ψυχή Της. Ἐκπλήσσεται γιὰ τὰ θαυμάσια ποὺ ἐπέρχονται στὴ φύση καὶ ἀντιπαρέρχεται καθετί ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴ δική Της προπαρασκευή. Γι᾿ αὐτὸ ζήτησε τὴν ἐξήγηση γιὰ τὸ πρῶτο ἀπὸ τὸν Γαβριήλ, ἐνῶ τὸ δεύτερο τὸ ἤξερε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Τὸ θάρρος πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν παρρησία τὰ εὕρισκε πράγματι ἡ Παρθένος μέσα της, ἀφοῦ δὲν εἶχε «τὴν καρδίαν τῆς καταγινώσκουσαν”, ὅπως λέγει ὁ Ἰωάννης, ἀλλὰ “συνηγοροῦσαν”.

«Πῶς θὰ γίνη αὐτό;» ἐρωτᾶ. Ὄχι γιατί ἔχω ἡ ἴδια ἀνάγκη ἀπὸ περισσότερη καθαρότητα καὶ μεγαλύτερη ἁγιότητα, ἀλλὰ γιατί εἶναι νόμος τῆς φύσεως νὰ μὴν μποροῦν νὰ κυοφορήσουν ὅσοι, ὅπως ἐγώ, ἔχουν διαλέξει τὴ ζωὴ τῆς παρθενίας. «Πῶς θὰ γίνη αὐτό, ἐρωτᾶ, ἀφοῦ δὲν ἔχω σχέση μὲ ἄνδρα;» Ἐγὼ βέβαια, συνεχίζει, εἶμαι ἕτοιμη γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔχω ἀρκετὰ προπαρασκευασθῆ. Πές μου ὅμως σύ, ἂν ἡ φύση θὰ συμμορφωθῆ καὶ μὲ ποιὸ τρόπο.

Καὶ τότε, μόλις ὁ Γαβριὴλ ἀνακοίνωσε τὸν τρόπο τῆς παράδοξης κυοφορίας λέγοντας τὸ γνωστό: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» καὶ τὰ ἐξήγησε ὅλα, ἡ Παρθένος δὲν ἀμφιβάλλει πλέον γιὰ τὸ ἀγγελικὸ μήνυμα, ὅτι εἶναι μακαρία, τόσο γι᾿ αὐτά, τὰ τόσο ὑπέροχα, στὰ ὁποῖα διακόνησε, ὅσο καὶ γι᾿ αὐτὰ στὰ ὁποῖα πίστεψε, ὅτι δηλαδὴ θὰ εἶναι ἀξία νὰ ἀναλάβη αὐτὴ τὴ διακονία.

Κι αὐτὸ δὲν ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐλαφρότητος. Ἦταν ἡ φανέρωση τοῦ θαυμαστοῦ καὶ ἀπόρρητου ἐκείνου θησαυροῦ, ποὺ ἔκρυβε μέσα της ἡ Παρθένος, θησαυροῦ γεμάτου ἀπὸ ὕψιστη σύνεση, πίστη καὶ καθαρότητα. Αὐτὸ τὸ ἔκανε φανερὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ὀνομάζοντας τὴν Παρθένο μακαρία, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀποδέχθηκε τὸ μήνυμα καὶ δὲν δυσκολεύθηκε καθόλου νὰ πιστέψη στὶς οὐράνιες ἀγγελίες. Ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε ἡ ψυχή της ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ἐμακάρισε λέγοντας: «Ἂς εἶναι μακαρία αὐτὴ ποὺ πίστεψε ὅτι θὰ πραγματοποιηθοῦν ὅσα τῆς εἶπε ὁ Κύριος». Ἡ ἴδια ἡ Παρθένος ἄλλωστε εἶχε εἰπεῖ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τῆς ἀπαντώντας στὸν Ἄγγελο: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου».

Γιατί εἶναι, στ᾿ ἀλήθεια, δούλη τοῦ Κυρίoυ αὐτὴ ποὺ τόσο βαθιὰ κατανόησε τὸ μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ του. Αὐτὴ πού, “ὅταν ἦρθε” ὁ Δεσπότης καὶ “ἔκρουσε”, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ἄνοιξε ἀμέσως τὴν οἰκία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός της καὶ χορήγησε ἔτσι σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πρὶν ἀπὸ αὐτὴν ἃ-οἶκος πραγματικὸ κατοικητήριο ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Συνέβη στὸ σημεῖο αὐτὸ κάτι παραπλήσιο μ’ ἐκεῖνο ποὺ συνέβη στὸν Ἀδάμ.

Ἐνῶ ὅλο τὸ ὁρατὸ σύμπαν κτίσθηκε γιὰ χάρη δική του κι ὅλα τὰ ὑπόλοιπα κτίσματα εἶχαν βρεῖ τὸ καθένα τὸν κατάλληλο σύντροφό του, μόνο γιὰ τὸν Ἀδὰμ δὲν βρέθηκε, πρὶν ἀπὸ τὴν Εὔα, κατάλληλος βοηθός. Ἔτσι καὶ γιὰ τὸ Λόγο, ποὺ ἔφερε στὴν ὕπαρξη τὰ πάντα κι ὅρισε γιὰ τὸ κάθε πλάσμα του τὸν κατάλληλο τόπο, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς τόπος καὶ καμμιὰ κατοικία πρὶν ἀπὸ τὴν Παρθένο. Ἡ Παρθένος ὅμως δὲν ἔδωσε «ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς οὐδὲ νυσταγμὸν τοῖς βλεφάροις» ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ πρόσφερε σ᾿ Αὐτὸν σκήνωμα καὶ τόπο. Γιατί βέβαια τὰ λόγια αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ θεωρήσουμε σὰν φωνὴ τῆς Πανάγνου, ποὺ τὴν πρόφερε ἡ γλώσσα τοῦ Δαυΐδ, μιά κι αὐτὸς ἦταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς γενιᾶς της. Ὅπως ἀκριβῶς, σύμφωνα μ᾿ αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Παῦλος, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ἔδωσε τὴ δεκάτη στὸν Μελχισεδέκ, ἔχει δώσει δεκάτη καὶ ὁ Λευΐ «ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ὤν».

Ἀλλὰ τὸ πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ παράδοξο ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι, χωρὶς τίποτε νὰ ξέρη ἀπὸ πρίν, χωρὶς καμμιὰ προειδοποίηση τόσο πολὺ ἦταν προετοιμασμένη γιὰ τὸ μυστήριο, ὥστε μόλις φάνηκε ξαφνικὰ ὁ Θεός, νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ τὸν ὑποδεχθῆ ὅπως ἔπρεπε, μὲ ψυχὴ ἕτοιμη καὶ ἄγρυπνη καὶ σταθερή. Κι αὐτὸ τὸ λόγο, ποὺ ἦταν κατάλληλος καὶ ἅρμοζε σ᾿ αὐτήν, ἀπάντησε γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι oι ἄνθρωποι τὴ σωφροσύνη μὲ τὴν ὁποία ἔζησε πάντοτε ἡ μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδὴ ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, πόσο ἦταν πρωτοφανής, πόσο ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ ὅσο μποροῦσαν νὰ καταλάβουν oι ἄνθρωποι, Αὐτὴ ποὺ ἄναψε μέσα στὴν ψυχὴ της τόσο σφοδρὸ ἔρωτα γιὰ τὸν Θεό, ὄχι γιατί τῆς εἶχαν προαγγελθῆ αὐτὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τῆς συμβοῦν προσωπικὰ καὶ στὰ ὁποῖα αὐτὴ μόνο θὰ λάβαινε μέρος, ἀλλὰ χάρις στὶς γενικὲς δωρεὲς ποὺ δόθηκαν ἢ ἐπρόκειτο νὰ δοθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους.

Γιατί, ὅπως ὁ Ἰὼβ θαυμάζεται ὄχι τόσο γιὰ τὴν ὑπομονὴ ποὺ ἔδειξε μέσα στὶς συμφορές του, ὅσο γιατί δὲν ἤξερε τί ἐπρόκειτο νὰ τοῦ δοθῆ σὰν ἀμοιβὴ γι᾿ αὐτὸ τὸν ἀγώνα τῆς ὑπομονῆς, ἔτσι κι ἐκείνη ἀνέδειξε τὸν ἑαυτὸ της ἄξιο νὰ λάβη τὶς δωρεὲς ποὺ ξεπερνοῦν κάθε ἀνθρώπινη λογική, χάρις σ᾿ αὐτὰ ποὺ δὲν ἐγνώριζε. Ὑπῆρξε νυμφικὸς θάλαμος, χωρὶς νὰ περιμένη τὸν Νυμφίο. Ἦταν οὐρανός, μολονότι ἀγνοοῦσε ὅτι μέσα ἀπὸ αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ ἀνατείλη ὁ Ἥλιος. Τί εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξισωθῆ μὲ τοῦ νοῦ αὐτοῦ τὴ μεγαλωσύνη; Καὶ ποιὰ θὰ ἦταν ἂν τὰ ἤξερε ὅλα μὲ σαφήνεια ἀπὸ πρὶν καὶ εἶχε ἔτσι καὶ τῆς ἐλπίδας τὰ φτερά; Γιατί ὅμως δὲν τὰ εἶχε πληροφορηθῆ προηγουμένως;

Μήπως ἐπειδὴ μ’ αὐτὸ γίνεται φανερὸ ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος χῶρος στὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προχωρήση, ἀφοῦ δὲν εἶχε ἀφήσει ἀξεπέραστη καμμιὰ κορυφὴ ἁγιότητος, κι ὅτι δὲν ὑπῆρχε τίποτε τὸ ὁποῖο ὄφειλε νὰ προσθέση σ’ αὐτὰ ποῦ εἶχε, οὔτε ἦταν δυνατὸν νὰ γίνη καλύτερη στὴν ἀρετή, ἀφοῦ κατέλαβε τὴν ἴδια τὴν κορυφή; Γιατί, ἂν ἦταν πραγματοποιήσιμα αὐτὰ καὶ ὑπῆρχε, πέρα ἀπὸ ὅσα εἶχε ἤδη κατορθώσει, καὶ μία κάποια ἄλλη κορυφὴ ἀρετῆς, δὲν θὰ τὴν ἀγνοοῦσε ἡ Παρθένος, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ἦρθε στὴ ζωή, καὶ ἀφοῦ ὁ Θεὸς διδάσκει, ἔτσι ὥστε νὰ μπορῆ νὰ τὴ διατρέξη καὶ αὐτὴ καὶ νὰ εἶναι καλύτερα προπαρασκευασμένη γιὰ τὴ διακονία τοῦ μυστηρίου.

Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆ κανεὶς ὅτι δὲν θὰ εἶχε δῆθεν ἡ Παρθένος ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν ἐλπίδων μεγαλύτερη ἔφεση γιὰ τὴν ἀρετή, ἂν βέβαια ἦταν ποτὲ δυνατὸν νὰ συμβῆ αὐτό. Ἀλλὰ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἄγνοιά της τὴν ἀπέδειξε ἀκόμη καλύτερη, αὐτὴν ἡ ὁποία, παρ’ ὅλο ὅτι δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ὠθήσουν στὴν ἀρετή, τόσο πολὺ τελειοποίησε τὴν ψυχή της, ὥστε διαλέχθηκε ἀπὸ τὸν δίκαιο Θεὸ μέσα ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Οὔτε πάλι εἶναι φυσικὸ γιὰ τὸν Θεὸ νὰ μὴν εἶχε κοσμήσει τὴ μητέρα του μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ μὴν τὴν εἶχε πλάσει κατὰ τὸν καλύτερο καὶ τελειότερο τρόπο.

Μὲ τὸ γεγονὸς λοιπὸν ὅτι εἶχε σιωπήσει καὶ δὲν τῆς προεῖπε τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν ἀπoδείχθηκε ὅτι δὲν ἐγνώριζε τίποτε καλύτερο ἢ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅσα ἔβλεπε νὰ ἔχη κατορθώσει ἡ Παρθένος.

Καὶ ἀπὸ αὐτὸ πάλι γίνεται φανερὸ ὅτι διάλεξε γιὰ μητέρα του ὄχι ἁπλῶς τὴν καλύτερη ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ποὺ ὑπῆρχαν, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτα καλύτερη. Οὔτε ἐκείνη ποὺ ταίριαζε σ᾿ Αὐτὸν περισσότερο ἀπὸ ὅλους μέσα στὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ ταίριαζε ἀπόλυτα, ἔτσι ὥστε νὰ πρέπη νὰ εἶναι μητέρα του. Γιατί ἦταν βέβαια ὁπωσδήποτε ἀνάγκη νὰ παρουσιάση κάποτε ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων τὸν ἑαυτὸ της κατάλληλο γιὰ τὸ ἔργο ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκε. Νὰ φέρη δηλαδὴ στὴ ζωὴ κάποιον ἄνθρωπο ποὺ νὰ μπορῆ νὰ διακονήση ἄξια στὸ σκοπὸ τοῦ Δημιουργοῦ.

Ἐμεῖς βέβαια δὲν δυσκολευόμαστε νὰ παραβιάζουμε τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον κατασκευάσθησαν τὰ διάφορα ἐργαλεῖα χρησιμοποιώντας τὰ ἄλλοτε στὴ μία κι ἄλλοτε στὴν ἄλλη τέχνη. Ὁ Δημιουργὸς ὅμως δὲν ἔδωκε στὴν ἀνθρώπινη φύση ἕνα προορισμὸ στὴν ἀρχὴ καὶ μετὰ τὸν ἄλλαξε. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τὴν ἔπλασε τέτοια, ὥστε, ὅταν θὰ χρειαζόταν νὰ γεννηθῆ, νὰ πάρη ἀπὸ αὐτὴ τὴ μητέρα. Κι ἀφοῦ ἔδωκε πρῶτα αὐτὸν τὸν προορισμὸ στὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔπλασε στὴ συνέχεια τὸν ἄνθρωπο χρησιμοποιώντας γιὰ κανόνα αὐτὴ τὴ σαφῆ χρησιμότητα. Ἦταν ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ὑπάρξη κάποτε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ νὰ μπορῆ νὰ ἐκπληρώση αὐτὸν τὸ σκοπό.

Γιατί βέβαια οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ μὴ θεωρήσουμε σὰν σκοπὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου τὸν καλύτερο ἀπὸ ὅλους, ἐκεῖνον ποὺ προξενεῖ στὸν Τεχνίτη τὴ μεγαλύτερη τιμὴ καὶ δόξα, οὔτε πάλι εἶναι δυνατὸ νὰ νομίσουμε ὅτι μπορεῖ κατὰ ὁποιονδήποτε τρόπο νὰ ἀποτύχη ὁ Θεὸς σ᾿ αὐτὰ ποὺ δημιουργεῖ. Αὐτὸ βέβαια ἀποκλείεται, ἀφοῦ ἀκόμη κι oἱ κτίστες κι oἱ ράφτες κι οἱ ὑποδηματοποιοὶ κατορθώνουν νὰ φτιάχνουν τὰ ἔργα τους πάντοτε σύμφωνα πρὸς τὸ σκοπὸ ποὺ θέλουν, ἂν κι αὐτοὶ δὲν ἐξουσιάζουν ἐντελῶς τὴν ὕλη.

Καὶ μολονότι τὸ ὑλικὸ ποὺ χρησιμοποιοῦν δὲν τοὺς ὑπακούει πάντοτε, μολονότι μερικὲς φορὲς τοὺς ἐναντιώνεται, αὐτοὶ κατορθώνουν μὲ τὴν τέχνη τους νὰ τὸ ὑποτάξουν καὶ νὰ τὸ σύρουν πρὸς τὸ σκοπό τους. Ἂν λοιπὸν τὸ κατορθώνουν αὐτοί, πόσο φυσικώτερο εἶναι νὰ τὸ ἐπιτύχη ὁ Θεός, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ κυρίαρχος τῆς ὕλης, ἀλλὰ καὶ ὁ δημιουργός της, πού, ὅταν τὴ δημιούργησε, ἤξερε πῶς θὰ τὴν χρησιμοποιήση.

Τί λοιπὸν θὰ ἐμπόδιζε νὰ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση σὲ ὅλα σύμφωνη πρὸς τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον δημιουργήθηκε; Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ κυβερνᾶ τὴν οἰκονομία. Κι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἔργο Του, τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἔργο τῶν χειρῶν Του. Καὶ τὴν πραγματοποίησή του δὲν τὴν ἐμπιστεύθηκε σὲ κανέναν ἄνθρωπο ἢ Ἄγγελο, ἀλλὰ τὴν κράτησε ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό Του.

Δὲν εἶναι λοιπὸν λογικὸ νὰ φρόντισε ὁ Θεὸς περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο τεχνίτη, νὰ τηρήση κατὰ τὴ δημιουργία τοὺς κανόνες πού ἔπρεπε; Καὶ μάλιστα, ὅταν δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ὁποιοδήποτε, ἀλλὰ γιὰ τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ δημιουργήματά του; Σὲ ποιὸν δὲ ἄλλον ἀπὸ ὅλους θὰ ἔδινε ὁ Θεὸς αὐτὸ πού χρειαζόταν, ἂν ὄχι στὸν ἑαυτόν του; Καὶ πράγματι ὁ Παῦλος ζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο νὰ προσπαθῆ πρὶν ἀπὸ τὶς φροντίδες γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ νὰ διευθετῆ σωστὰ ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν οἶκο του.

Ἔχει καλῶς. Ὅταν λοιπὸν ὅλα αὐτὰ συνέβηκε νὰ βρεθοῦν μαζί: ὁ δικαιότατος κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος, ὁ καταλληλότατος διάκονος τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ, τὸ καλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Δημιουργοῦ ὅλων τῶν αἰώνων, πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν εἶναι ἐδῶ κάθετι πού ἔπρεπε; Γιατί ἦταν βέβαια ἄναγκη νὰ διατηρηθῆ ἡ ἁρμονία καὶ ἡ ἀπόλυτη συμφωνία σὲ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ τίποτε τὸ ἀταίριαστο νὰ μὴν ὑπάρξη στὸ μεγάλο καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ ἔργο. Γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν δίκαιος.

Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ὅπως ἔπρεπε καὶ τὰ «ζυγίζει ὅλα στὴ ζυγαριὰ τῆς δικαιοσύνης Του». Σὰν ἀπάντηση λοιπὸν σ᾿ ὅλα αὐτά, ποὺ ζητοῦσε ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ Παρθένος, μόνη γι’ αὐτό κατάλληλη, πρόσφερε τὸν Υἱό της. Κι ἔγινε μητέρα ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἦταν κατὰ πάντα δίκαιo νὰ εἶναι μητέρα. Κι ἂν λοιπὸν καμμιὰ ἄλλη ὠφέλεια δὲν ἐπρόκειτο νὰ προέλθη ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔγινε ὁ Θεὸς υἱὸς ἀνθρώπου, μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε πὼς τὸ ὅτι ἦταν κατὰ πάντα δίκαιο νὰ γίνη ἡ Παρθένος μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἔφθανε γιὰ νὰ προκαλέση τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου. Kαί πὼς ἀκόμη τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποδώση στὸ κάθε πλάσμα Του ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἅρμοζε, νὰ ἐνεργῆ δηλαδὴ πάντοτε μὲ δικαιοσύνη, ἦταν ἀρκετὴ αἰτία γιὰ νὰ προκαλέση αὐτὸν τὸν καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως τῶν δύο φύσεων.

Γιατί, ἂν ἡ Πανάμωμη τήρησε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶχε ὑποχρέωση νὰ τηρήση, ἂν ἀποδείχθηκε ἄνθρωπος τόσο εὐγνώμων καὶ δὲν παρέλειψε τίποτε ἀπ᾿ ὅσα τοῦ χρωστοῦσε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φερόταν ἐξίσου δίκαια καὶ ὁ Θεός; Ἂν ἡ Παρθένος δὲν παρέλειψε τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μποροῦν νὰ ἀναδείξουν τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν ἀγάπησε μὲ τόσο σφοδρὸ ἔρωτα, θὰ ἦταν βέβαια ἐντελῶς ἀπίθανο νὰ μὴ θεωρήση ὁ Θεὸς ὑποχρέωσή του νὰ τῆς δώση ἰσάξια ἀμοιβή, νὰ γίνη υἱός της. Γιατί πάλι, ἂν δίνη ὁ Θεὸς στοὺς πονηροὺς ἄρχοντα σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τους, πῶς δὲν θὰ ἔπαιρνε γιὰ μητέρα του αὐτὴ πού ἀποδείχθηκε κατὰ πάντα σύμφωνη μὲ τὴν δική του ἐπιθυμία;

Τόσο πολὺ πράγματι ἦταν συγγενικὸ καὶ ταιριαστὸ στὴ μακαρία αὐτὸ τὸ δῶρο. Γι᾿ αὐτό, ὅταν τῆς εἶπε μὲ σαφήνεια ὁ Γαβριὴλ ὅτι θὰ γεννήση τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ –γιατί αὐτὸ φανέρωσε λέγοντας ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ γεννηθῆ «βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»– ἡ Παρθένος δέχθηκε τὴν εἴδηση μὲ χαρά, σὰν νὰ ἄκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι ποὺ δὲν ἦταν καθόλου παράξενο οὔτε ἀταίριαστο πρὸς αὐτὰ ποὺ συνήθως συμβαίνουν. Κι ἔτσι μὲ γλώσσα μακαρία, μὲ ψυχὴ καθαρὴ ἀπὸ ἀνησυχίες, μὲ σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, εἶπε, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου».

Αὐτὰ εἶπε κι ἀμέσως ὅλα πραγματοποιήθηκαν. «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Ἔτσι, μόλις ἡ Παρθένος ἔδωσε τὴν ἀπάντησή της στὸν Θεό, δέχεται ἀμέσως ἀπὸ αὐτὸν τὸ Πνεῦμα, ποὺ δημιουργεῖ τὴν ὁμόθεη ἐκείνη σάρκα. Ἦταν λοιπὸν ἡ φωνὴ της “φωνὴ δυνάμεως”, ὅπως εἶπε ὁ Δαυΐδ. Καὶ πλάθεται ἔτσι μὲ λόγο μητρικὸ ὁ τοῦ Πατρὸς Λόγος.

Καὶ κτίζεται μὲ τὴν φωνὴ τοῦ κτίσματος ὁ Δημιουργός. Κι ὅπως, μόλις εἶπε ὁ Θεὸς «γενηθήτω φῶς», ἔγινε ἀμέσως φῶς, ἔτσι ἀμέσως μὲ τὴ φωνὴ τῆς Παρθένου τὸ ἀληθινὸ ἀνέτειλε Φῶς κι ἑνώθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ κυοφορήθηκε αὐτὸς ποὺ φωτίζει «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Ὢ φωνὴ ἱερή! Ὢ λόγια ποὺ κατορθώσατε τέτοιο μεγαλεῖο! Ὢ γλώσσα εὐλογημένη, ποὺ ἀνακάλεσες μεμιᾶς ἀπὸ τὴν ἐξορία ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη!

Ὢ θησαυρὲ ψυχῆς ἁγνῆς, ποὺ μὲ τὰ λίγα λόγια της σκόρπισε σὲ μᾶς τέτοια ἀφθονία ἀγαθῶν! Γιατί αὐτὰ τὰ λόγια μετέτρεψαν τὴ γῆ σὲ οὐρανὸ κι ἄδειασαν τὸν Ἅδη ἐλευθερώνοντας τοὺς φυλακισμένους. Ἔκαμαν νὰ κατοικηθῆ ἀπὸ ἀνθρώπους ὁ οὐρανὸς καὶ φέρνοντας τόσο κοντὰ τοὺς Ἀγγέλους στοὺς ἀνθρώπους συνέπλεξαν τὸ οὐράνιο καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος σ᾿ ἕνα μοναδικὸ χορὸ γύρω ἀπὸ αὐτὸν ποὺ εἶναι ταυτόχρονα καὶ τὰ δύο, αὐτὸν πού, ὄντας Θεός, ἔγινε ἄνθρωπος. Γι᾿ αὐτά Σου τὰ λόγια ποιὰ εὐχαριστία θὰ ἦταν ἄξια νὰ Σοῦ προσφερθῆ ἀπό μᾶς; Πῶς νὰ σὲ προσφωνήσουμε Ἐσένα, πού δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀντάξιό σου ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους;

Γιατί τὰ δικά μας τὰ λόγια εἶναι γήινα, ἐνῶ Σὺ ξεπέρασες ὅλου τοῦ κόσμου τὶς κορυφές. Ἄν λοιπὸν χρειάζεται νὰ Σοῦ προσφερθοῦν τιμητικοὶ λόγοι, αὐτὸ νομίζω πὼς πρέπει νὰ εἶναι ἔργο Ἀγγέλων, νοῦ χερουβικοῦ, πύρινης γλώσσας. Γι᾿ αὐτὸ κι ἐμεῖς, ἀφοῦ θυμηθήκαμε ὅσο μπορούσαμε τὰ κατορθώματά Σου καὶ ὑμνήσαμε κατὰ τὴ δύναμή μας Ἐσένα, τὴν ἴδια μας τὴ σωτηρία, ζητοῦμε τώρα νὰ βροῦμε ἀγγελικὴ φωνή. Καὶ καταλήγουμε στὴν προσφώνηση τοῦ Γαβριήλ, τιμώντας ἔτσι καὶ τὴν ἴδια μας τὴν ὁμιλία:

«Χαῖρε, κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά σοῦ»! Ἀλλὰ δῶσε, Παρθένε, ὄχι μόνο νὰ μιλᾶμε γιὰ ὅσα φέρνουν τιμὴ καὶ δόξα σ᾿ Αὐτὸν καὶ σ᾿ Ἐσένα ποὺ τὸν ἐγέννησες, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδὴ νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς οἰκητήρια δικά Του γιατί σ᾿ Αὐτὸν ἁρμόζει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνες.

Ἀμήν.

Νικολάου Καβάσιλα, “Η Θεομήτωρ”, ἐκδ. Αποστολικής Διακονίαςchamomile2[1]

Χριστιανὸς καὶ Σταυρὸς (Ἃγ.Ἰωὰννης Χρυσὸστομος)

22 Μαρτίου, 2020

FBD2943C-BD0E-4255-ABE6-701CC1208564Χριστιανός καί Σταυρός

Χριστιανός σημαίνει μικρός Χριστός κι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἐσταυρωμένος, ἄρα χριστιανός εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ σταυροῦ.

Γι᾿ αὐτό εἶναι ἀνάρμοστο καί ξένο στόν χριστιανό νά ἀναζητᾶ τίς εὐκολίες καί τήν ἀνάπαυση.

Ὁ Κύριός σου καρφώθηκε στό σταυρό κι ἐσύ ἐπιζητᾶς τήν ἄνεση καί ζῆς μέ πολυτέλεια;

Ἄν ἀγαπᾶς τόν Κύριό σου, πέθανε ὅπως Ἐκεῖνος.

Σταύρωνε τόν ἑαυτό σου, ἔστω κι ἄν δέν σέ σταυρώνει κανείς.

Καί σταυρός εἶναι ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς κακίας καί τῆς ζήλειας σου.

Σταυρώνεις τό «ἐγώ» σου, ὅταν ἀρνεῖσαι νά ἱκανοποιήσεις τίς κακές ἐπιθυμίες σου.

Κρεμᾶς τόν ἑαυτό σου στό σταυρό, ὅταν ἀφήνεις τόν Θεό νά κατευθύνει τή ζωή σου χωρίς τίς δικές σου λογικές παρεμβάσεις.

Πεθαίνεις σάν τόν Κύριό σου, ὅταν ὑποτάσσεσαι στό θέλημά του χωρίς τά ἀτέλειωτα «γιατί».

Ὁ Κύριος ζήτησε καί ζητᾶ νά τόν ἀκολουθήσουν ὅσοι εἶναι ἀποφασισμένοι νά σηκώσουν τό σταυρό τους, ὅσοι εἶναι ἕτοιμοι νά πεθάνουν, νά ἀρνηθοῦν τίς ἀπολαύσεις καί τήν τρυφή.

 Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἀσφάλεια καί τίς ἡδονές τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι ἐχθρός τοῦ σταυροῦ,  τοῦ σταυροῦ πού ὁ χριστιανός ἀγαπᾶ καί σηκώνει μέ ὑπομονή γιά χάρη τοῦ Ἐσταυρωμένου του Κυρίου!…

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρός Φιλιππησίους 13· ΕΠΕ 22, 8-10

Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ-Β᾽Κυριακὴ Νηστειῶν

15 Μαρτίου, 2020

Αποτέλεσμα εικόνας για β κυριακη των νηστειων

Σέ ἕναν ἀπό τους Ψαλμούς διαβάζουμε τόν παρακάτω στίχο· «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι..» (Ψαλμ. 125, 5)12. ῎Αν στίς ἑβδομάδες τῆς προετοιμασίας πού πέρασαν, ἀντικρύσαμε νά καθρεφτίζεται στίς παραβολές ὅ,τι εἶναι ἄσχημο καί ἀνάξιο γιά μᾶς, ἄν σταθήκαμε μπροστά στό κριτήριο τῆς συνειδήσεώς μας καί τοῦ Θεοῦ, τότε ὄντως ἔχουμε σπείρει τή σωτηρία μας ἐν δάκρυσι. Καί ὅμως, ὑπάρχει ἀκόμη χρόνος, διότι ἀκόμη κι ὅταν μπαίνουμε στόν καιρό τῆς συγκομιδῆς, ὁ Θεός μᾶς δίνει ἕνα περιθώριο·

προχωρώντας πρός τή Βασιλεία, πρός τήν ῾Ημέρα τῆς ᾿Αναστάσεως, μποροῦμε ἀκόμη, κάθε στιγμή, μέ τήν προοπτική τῆς σωτηρίας, ἐνώπιον τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ, νά στρεφόμαστε πρός αὐτόν μέ εὐγνωμοσύνη καί συντριβή μαζί καί νά λέμε, «῎Οχι, Κύριε! Μπορεῖ νά εἶμαι ὁ ἐργάτης τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, ἀλλά δέξου με, ὅπως τό ἔχεις ὑποσχεθεῖ!».

Τήν περασμένη Κυριακή ἑορτάσαμε τόν θρίαμβο τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία διακήρυξε ὅτι νομιμοποιεῖται καί ἔχει τό δικαίωμα νά ἀπεικονίζει τή μορφή τοῦ Χριστοῦ· ἡ διακήρυξη δέν ἀφοροῦσε τήν τέχνη, ἀλλά ἦταν μιά βαθιά θεολογική ὁμολογία τῆς ᾿Ενσαρκώσεως.

῾Η Παλαιά Διαθήκη μᾶς ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός δέν ἀπεικονίζεται μέ κανένα τρόπο διότι εἶναι ἕνα ἀπύθμενο μυστήριο· δέν ἔχει οὔτε ὄνομα ἐκτός ἀπό τό μυστηριῶδες ὄνομα τό ὁποῖο γνωρίζει ὁ ῞Υψιστος ᾿Αρχιερεύς. Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως μάθαμε, καί γνωρίζουμε ἀπό ἐμπειρία, ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ῎Ανθρωπος, ὅτι τό πλήρωμα τῆς Θεότητος κατοίκησε καί ἐξακολουθεῖ νά κατοικεῖ γιά πάντα ἐν σαρκί· ἄρα ὁ Θεός ἔχει ἕνα ἀνθρώπινο ὄνομα (᾿Ιησοῦς) καί ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀναπαρασταθεῖ σέ εἰκόνες.

Συνεπῶς, κάθε εἰκόνα εἶναι μία ὁμολογία τῆς βεβαιότητάς μας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος· καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά ἐπιτύχει -μέ τρόπο τραγικό καί ἔνδοξο μαζί- τήν ὑπέρτατη ἀλληλεγγύη μ’ ἐμᾶς, νά γίνει ἕνας ἀπό μᾶς ὥστε νά γίνει ὁ καθένας μας ἕνα ἀπό τά παιδιά τοῦ Θεοῦ. «Αὐτός ἐνηνθρώπισεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», ὅπως λέει καί ἡ Γραφή.

Γι’ αὐτό ἤδη ἀπό τήν ἑβδομάδα πού μᾶς πέρασε μπορούσαμε νά εὐφραινόμαστε· καί ἐνῶ, μιά ἑβδομάδα πρίν, ἤδη προετοιμαζόμαστε νά συναντήσουμε αὐτό τό θαῦμα, αὐτό τό θάμβος τῆς ᾿Ενσάρκωσης, ἡ ᾿Εκκλησία μας, χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, ἔψαλλε τόν Κανόνα τοῦ Πάσχα· Χριστός ᾿Ανέστη ἐκ νεκρῶν· διότι δέν πρόκειται γιά μία μελλοντική ὑπόσχεση, ἀλλά γιά μία παρούσα βεβαιότητα, μία ἀνοικτή πόρτα γιά νά εἰσέλθουμε διά τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς Θύρας, ὅπως ὀνομάζει τόν ῾Εαυτό Του, στήν αἰωνιότητα.

Σήμερα, μνημονεύουμε τόν ῞Αγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἕναν ἀπό τούς μεγάλους ῾Αγίους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι στήν αἵρεση καί τήν ἀμφιβολία, διακήρυξε ἐκ τῶν ἔσω τήν ἐμπειρία τῶν ἀσκητῶν καί ὅλων τῶν πιστῶν· ὅτι δηλαδή ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα κτιστό δῶρο·

ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι πού ἐκφράζει τόν ῾Εαυτό Του σέ μᾶς, ὥστε πλημμυρισμένοι ἀπό τήν παρουσία Του καί ἔχοντας ὡς μοναδική προϋπόθεση τήν ἀποδοχή Του μέσα μας, νά ἀνοιχτοῦμε σταδιακά πρός Αὐτόν καί νά γίνουμε κάπως διαφανεῖς σ’ αὐτό τό Φῶς, καί σιγά σιγά, ὅλο καί πιό πολύ νά μετέχουμε στή Θεία φύση Του.

Αὐτό δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ὑπόσχεση ἀλλά μία βεβαιότητα καθώς ἔχει συμβεῖ σέ χιλιάδες χιλιάδων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, τούς ὁποίους ἐμεῖς τιμοῦμε ὡς ῾Αγίους· ἔγιναν θείας φύσεως κοινωνοί καί ἀποτελοῦν γιά μᾶς μιά ἀποκάλυψη καί μιά σιγουριά γιά τό τί καλούμαστε νά εἴμαστε καί νά γίνουμε.

Σήμερα λοιπόν, κάνουμε ἄλλο ἕνα βῆμα πού μᾶς φέρνει στή χαρά καί τή δόξα τοῦ Πάσχα. Σέ ἄλλη μία ἑβδομάδα θά ὑμνήσουμε τόν Σταυρό· τόν Σταυρό πού ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν κακούργων καί ἔχει γίνει τό σημεῖο τῆς νίκης καί τῆς σωτηρίας.

Γιά μᾶς εἶναι τό σημάδι ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει μέτρο, δέν ἔχει ὅρια, εἶναι τόσο βαθιά ὅσο ᾿Εκεῖνος, ἀγκαλιάζει τά πάντα ὅπως ᾿Εκεῖνος καί εἶναι, ὄντως, ἡ νίκη της τόσο τραγική ὅπως καί ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τραγικός καί νικητής μαζί, Αὐτός πού ἐμπνέει τό δέος ἀλλά καί ἀκτινοβολεῖ τό ἱλαρό φῶς πού ψάλλουμε στόν ῾Εσπερινό.

῎Ας ἑτοιμαστοῦμε λοιπόν γιά τό ἑπόμενο γεγονός πού εἶναι ἡ θέα τοῦ Σταυροῦ· ἄς Τόν κοιτάξουμε κι ἄς δοῦμε σ’ αὐτόν τό σημεῖο τῆς θείας ἀγάπης, μιά νέα βεβαιότητα γιά τό ἐφικτό τῆς σωτηρίας μας· κι ὅταν ὁ χορός θά ψάλλει -τούτη τή φορά πιό δυνατά- τόν Κανόνα τῆς ᾿Αναστάσεως, ἄς συνειδητοποιήσουμε ὅτι βῆμα πρός βῆμα ὁ Θεός μᾶς ὁδηγεῖ στή νίκη πού ᾿Εκεῖνος ἔχει κερδίσει, καί τήν ὁποία θέλει νά μοιραστεῖ μαζί μας.

Στή συνέχεια, θά προχωρήσουμε γιά νά ἀκούσουμε τόν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τῆς Κλίμακος, πού διδάσκει πῶς νά δεχτοῦμε τή χάρη πού προσφέρει ὁ Θεός, πῶς νά γίνουμε ἄξιοί Του. Καί στό ἑπόμενο σκαλοπάτι θά δοῦμε τή νίκη τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί θά φθάσουμε στό κατώφλι τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος.

῎Ας μήν ξεχνᾶμε ὅτι τώρα εἴμαστε στήν περίοδο τῆς καινότητος, σέ μιά περίοδο πού μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ καί ἐμεῖς καλούμαστε νά τήν περιπτυχθοῦμε, νά ἀνταποκριθοῦμε μέ εὐγνωμοσύνη· μιά εὐγνωμοσύνη πού θά μᾶς κάνει νέους ἀνθρώπους, καί φυσικά χαρούμενους ἀνθρώπους. Καί ἡ χαρά μας θά εἶναι μιά χαρά πού προσφέρει τά δάκρυά μας ὡς ἀπάντηση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μιά χαρά πού ἀποτελεῖ τήν ὑπεύθυνη ἀνταπόκρισή μας στή θεία ἀγάπη.

*

Σέ κάθε Θεία Λειτουργία, ἰδιαίτερα ὅμως στίς περιόδους τῆς ἄσκησης καί τῆς περισυλλογῆς (ὅπως ἡ Σαρακοστή), πολλοί ἀπό μᾶς προσερχόμαστε στή Θεία Κοινωνία. Κι ὅμως, πολλές φορές οὔτε καταλαβαίνουμε βαθιά τί ἔχει συμβεῖ -δέν ἐννοῶ διανοητικά, ἀλλά μέ ὅλη τήν καρδιά καί τό εἶναι μας- οὔτε (ἀκόμα χειρότερα) φέρουμε τούς καρπούς πού θά ’πρεπε νά φέρουμε.

Δέν καταλαβαίνουμε πάντα ὅτι στή Θεία Κοινωνία γινόμαστε ἕνα μέ τόν Χριστό. Σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού μᾶς δίνει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ καθαρή, τέλεια, ἀναμάρτητη ἀνθρωπότητά Του διεισδύουν μέσα μας κατά τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ φωτιά εἰσχωρεῖ καί διαπερνᾶ ἕνα ξίφος πού πυρακτώθηκε μέσα σ’ ἕνα καμίνι.

᾿Από κρύο μέταλλο πού ἦταν, ὅταν τό βγάλουμε ἔξω εἶναι ὅλο φωτιά, σέ τέτοιο βαθμό πού μποροῦμε τώρα νά κάψουμε μέ τό σίδερο καί νά κόψουμε μέ τή φωτιά. Αὐτό συμβαίνει καί σ’ ἐμᾶς (ἔστω σπερματικά), ὅταν δεχόμαστε τή Θεία Κοινωνία. Γινόμαστε κοινωνοί τῆς ἀναμάρτητης, τέλειας καί καθαρῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ· καί αὐτή εἶναι ξέχειλη ἀπό τή θεία Του φύση καί οὐσία.

Αὐτό συμβαίνει κάθε φορά πού κοινωνοῦμε. Τό παίρνουμε εἴδηση; Μᾶς καταλαμβάνει ὄντως δέος; Δεχόμαστε τήν Κοινωνία μέ τήν αἴσθηση ὅτι ἔχουμε γίνει τώρα, μ’ ἕναν τρόπο ἄρρητο, σχεδόν ἀπίστευτο, ὅ,τι εἶναι ὁ Χριστός· ὄχι πλήρως, ὄχι σέ βαθμό τελειότητας, ἀλλά κατά ἕνα βαθμό πού συνεχῶς θά αὐξάνεται, ἄν συνεχίσουμε νά παραμένουμε πιστοί σ’ αὐτό πού μᾶς δίνεται;

᾿Αλλά ἄν ἔχουν πράγματι ἔτσι τά πράγματα, τότε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κινούμενα ἀπό θεία ἔμπνευση, ἀποτελοῦν ταυτόχρονα καί μία προειδοποίηση· ὅταν λέει ὅτι ὅσοι ἔχουν βαπτιστεῖ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅσοι κοινωνοῦν, εἶναι τόσο ἑνωμένοι μαζί Του, ὥστε ὅ,τι κάνουν συμβαίνει καί στόν ἴδιο τόν Χριστό, τότε ὅταν ἁμαρτάνουμε μέ τά λόγια, τά ἔργα ἤ τίς σκέψεις μας, εἶναι σάν νά ὑποβάλλουμε ὄχι μόνο τόν ἑαυτό μας ἀλλά καί τόν Χριστό στή ντροπή τῆς ἀποτυχίας μας.

῎Αν ὄντως πιστεύουμε ὅτι μέ τή Θεία Κοινωνία ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό μέ τόν τρόπο πού μᾶς τό περιέγραψε πιό πάνω ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τότε, πῶς πρέπει νά προετοιμαζόμαστε γι’ αὐτό; Μέ πόσο δέος καί εὐλάβεια θά πρέπει νά προσερχόμαστε!

᾿Αλλά καί πῶς ἐκ τῶν προτέρων θά ἑτοιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, ἐξετάζοντας τήν ψυχή μας, τή ζωή μας, τίς σχέσεις μας, καθετί πού μᾶς ἀφορᾶ, ὥστε νά ἀπορρίψουμε ὅ,τι δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί Του καί νά ἐνισχύσουμε τό ἐλάχιστο ἴσως πού μπορεῖ νά προσληφθεῖ ἀπό Αὐτόν! Πῶς θά ἑτοιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά αὐξηθοῦμε ἐν Χριστῷ, ὥσπου σταδιακά νά φθάσουμε σ’ αὐτό πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει «μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»!

᾿Αλλά καί ὅταν ἔχουμε λάβει τή Θεία Εὐχαριστία, πόσο προσεκτικά πρέπει νά πορευόμαστε, πόσο προσεκτικά νά βαδίζουμε στή ζωή μας, πόσο καθαρές πρέπει νά διατηροῦμε ὄχι μόνο τίς πράξεις μας, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπό αὐτό πού ἔχουμε μέσα μας, ἀλλά καί τίς σκέψεις μας· οἱ κινήσεις τῆς καρδιᾶς μας πόσο ἅγιες πρέπει νά γίνουν! ῞Ολα αὐτά δέν μποροῦν νά γίνουν μέ μία κίνηση τῆς βουλήσεως ἤ τῆς ἐπιθυμίας μας, ἀλλά μέσα ἀπό τή διαρκή προσπάθεια νά εἴμαστε ἄξιοι τοῦ γεγονότος ὅτι γίναμε Σῶμα Χριστοῦ, καθένας χωριστά, ἀλλά καί ὡς κοινότητα.

Κι αὐτό εἶναι ἐπίσης κάτι πού δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε· κοινωνός τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται ὁ καθένας ἀτομικά, ὡς ἐάν ἦταν ἀποκομμένος ἀπό τούς ἄλλους. ῞Ολοι οἱ ἐν Χριστῷ εἶναι ἕνα, καί διδασκόμαστε ὅτι τό ὅλο σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ σαρκωμένη παρουσία Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο· ἀτελής ναί, ἀλλά παρουσία. Δέν εἴμαστε φῶτα οὔτε ὁ καθένας μας ξεχωριστά οὔτε ὅλοι μαζί· μποροῦμε ὅμως νά γίνουμε μία φλογίτσα, πού ἴσως ἁπλά νά τρεμοπαίζει, ἀλλά ταυτόχρονα νά κάνει καί λιγότερο πηχτό τό σκοτάδι αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἀκυρώνοντας τήν παντοδυναμία του.

῎Ας προετοιμαζόμαστε λοιπόν γιά τήν Εὐχαριστία, ἐρευνώντας τή ζωή μας ἀπό κάθε ἄποψη καί ἀπορρίπτοντας ὅλα ὅσα μόνο νά καοῦν μποροῦν μέσα στή φωτιά τοῦ Χριστοῦ. ῎Ας καλοδεχθοῦμε τόν ἐρχομό Του καί ἄς Τοῦ ἐπιτρέψουμε νά εἰσχωρήσει μέσα μας ὅπως ἡ φωτιά εἰσχωρεῖ στό σίδερο τῆς ψυχῆς, γιά τό ὁποῖο μιλᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος.

Καί κατόπιν, ἐάν ἔχουμε ἔστω καί λίγο κατανοήσει τί μᾶς συμβαίνει, ἄς εἶναι ἡ ζωή μας μιά πράξη εὐγνωμοσύνης, μιά μαρτυρία ὅτι ὁ Κύριός μας δέν ἔζησε καί δέν πέθανε μάταια, ὅτι ἄξιζε νά δώσει τόν ἑαυτό Του γιά μᾶς, ἄξιζε νά ὑποστεῖ τήν ταπείνωση νά κάνει ἐμᾶς δοχεῖα τῆς παρουσίας Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο. ῾Η εὐγνωμοσύνη θά ’πρεπε νά μᾶς παρακινήσει σέ μία ζωή περισσότερο ἄξια τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ.

῎Ας στοχαστοῦμε πάνω σ’ αὐτά κατά τίς ἑβδομάδες πού ἔρχονται, πρίν ἀπό τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, ὥστε νά μποῦμε στήν περίοδο τῶν Παθῶν προετοιμασμένοι νά μοιραστοῦμε μαζί Του τόν δρόμο τοῦ Σταυροῦ· νά παραιτηθοῦμε ἀπό καθετί πού Τόν φόνευσε, Τόν ταπείνωσε, Τόν πρόδωσε, καί νά εἰσέλθουμε μαζί Του στήν αἰώνια ζωή!

Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

Ψαρι και αρτος

Περί της Κυριακής της Ορθοδοξίας (από τον Άγγελο Κ.)

8 Μαρτίου, 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα, τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, μνημονεύουμε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς ἀείμνηστους Αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαὴλ καὶ τῆς μητέρας του Θεοδώρας, ὅταν ἦταν Πατριάρχης ὁ ἅγιος καὶ ὁμολογητὴς Μεθόδιος.

Τὶς εἰκόνες ποὺ ἐξόρισαν ἄπρεπα

Χαίρομαι ποὺ βλέπω νὰ προσκυνοῦνται ὅπως πρέπει.

Ὅταν ὁ Λέων ὁ Ἴσαυρος ἀπὸ τὴν ὀνηλασία καὶ τὸν χειρωνακτικὸ βίο κράτησε τὰ σκῆπτρα τῆς Βασιλείας, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, καὶ παράλληλα ὁ Ἅγιος Γερμανὸς εἶχε ἀναλάβει τὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀμέσως ἐκεῖνος ἔστειλε νὰ τὸν καλέσουν καὶ τοῦ λέει: Δέσποτα, κατὰ τὴ γνώμη μου οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ τὰ εἴδωλα. Πρόσταξε λοιπὸν γρήγορα νὰ τὶς βγάλουνε ἀπὸ τὴ μέση. Κι ἂν εἶναι ἀληθινὲς οἱ μορφὲς τῶν Ἁγίων, νὰ ἀναρτηθοῦν ψηλότερα, γιὰ νὰ μὴν τὶς ἀσπαζόμεθα καὶ τὶς μολύνουμε ἐμεῖς ποὺ κυλιόμαστε μέσα στὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ὁ Πατριάρχης προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τέτοιο μίσος καὶ τοῦ ἔλεγε: Βασιλιά, ἀκοῦμε ὅτι κάποιος ἔχει λυσσάξει ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τὸ ὄνομά του εἶναι Κόνων.

Κι αὐτὸς τοῦ εἶπε: Μὰ ἐμένα μὲ φωνάζανε ἔτσι ὅταν ἤμουν μικρός. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν κατάφερε νὰ πείσει τὸν Πατριάρχη νὰ συγκατατεθεῖ τὸν ἐξορίζει καὶ τὸν ἀντικαθιστᾶ μὲ τὸν ὁμόφρονά του Αναστάσιο. Κι ἔτσι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πάλι μάχεται μετὰ παρρησίας ἐναντίον τῶν ἁγίων Εἰκόνων. Λέγεται δε, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι πρώτα τοῦ ἐμφύσησαν αὐτὸ τὸ μίσος οἱ ὁποῖοι μὲ κἀποιες μαγγανεῖες προέβλεψαν τὴν ἄνοδό του στὸν θρόνο, ὅταν ἀκόμα ἦταν φτωχός καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς κέρδιζε τὸ ψωμί του μὲ τὴν ὀνηλασία.

Κι ὅταν ἐκεῖνος ἔφυγε κακὴν κακῶς ἀπὸ τὴν ζωή, ὁ γιός του σὰν ἕνα λιονταρόπουλο ἀκόμα πιὸ ὠμό, ὁ κοπρώνυμος Κωνσταντῖνος, τὸν διαδέχεται στὴν ἐξουσία καμὲ περισσότερη λύσσα στρέφεται κατὰ τῶν εἰκόνων. Καὶ τί πρέπει νὰ ποῦμε γιὰ τὸ ποιὰ καὶ πόσα αὐτὸς ὁ παράνομος διέπραξε;

Πλὴν ὅμως ὅταν κι ἐκεῖνος ἔφυγε ἀπ’ τὴ ζωὴ μὲ ἀκόμα χειρότερο τρόπο, γίνεται βασιλιὰς ὁ γιὸς ἐκείνου καὶ τῆς Χαζάρας. Ἀλλὰ κι αὐτὸς ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ ἡ Εἰρήνη καὶ ὁ Κωνσταντῖνος κληρονόμησαν τὴν ἐξουσία. Αὐτοὶ καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸν ἁγιώτατο Πατριάρχη Ταράσιο συγκρότησαν τὴν Ἕβδομη Σύνοδο καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπολαμβάνει καὶ πάλι τὶς ἅγιες Εἰκόνες.

ΚΙ ἀφοῦ ἔφυγαν αὐτοὶ ἀπὸ τὸν θρόνο, ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν θέση τοῦ Γενικοῦ ὁ Νικηφόρος κι ἔπειτα ὁ γιός του Σταυράκιος καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸν ὁ Μιχαὴλ Ραγγαβὲς ποὺ σεβάστηκαν τὶς θεῖες εἰκόνες.

Ἀλλὰ τὸν Μιχαὴλ τὸν διαδέχεται ὁ θηριώδης Λέων ὁ Ἀρμένιος, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ διεφθάρη μὲ δόλο ἀπὸ κάποιον ἔγκλειστο καὶ δυσσεβὴ Μοναχό, ξεσηκώνει τὴ δεύτερη εἰκονομαχία καὶ πάλι ἡ Ἐκκλησία μένει χωρὶς τὸ κόσμημά της.

Αὐτὸν τὸν διαδέχεται ἔπειτα ὁ Μιχαὴλ ἀπὸ τὸ Ἀμόριο κι αὐτὸν πάλι ὁ Θεόφιλος, ὁ γιός του,  στὴ μανία κατὰ τῶν εἰκόνων, ποὺ ξεπέρασαν τοὺς ὑπόλοιπους. Αὐτὸς ὁ Θεόφιλος λοιπὸν σὲ πολλοὺς ἅγιους Πατέρες ἐπέβαλε ποινὲς καὶ τιμωρίες ἀλλόκοτες.

Κυβέρνησε δώδεκα χρόνια καὶ προσβλήθηκε ἀπὸ τὴ νόσο τῆς δυσεντερίας καὶ κόντευε νὰ φύγει ἀπὸ τὴ ζωή, ἀφοῦ λίγο περισσότερο νὰ ἄνοιγε τὸ στόμα του φαινόντουσαν μέσα τὰ ἔγκατά του. Καὶ ἡ Αὐγούστα Θεοδώρα καθὼς εἶχε πονέσει πολὺ ἀπὸ τὸ συμβὰν αὐτό, μιὰ φορὰ μόλις τ5ὴν πῆρε ὁ ὕπνος βλέπει στὸ ὄνειρό της τὴν ἄχραντο Θεοτόκο νὰ ἔχει στὴν ἀγκαλιά της τὸ προαιώνιο βρέφος καὶ νὰ περιστοιχίζεται ἀπὸ λαμπροφανεῖς Ἀγγέλους.

Κι αὐτοὶ νὰ μαστιγώνουν καὶ νὰ ὀνειδίζουν τὸν Θεόφιλο τὸν σύζυγό της. Καθὼς πετάχτηκε ἀπὸ τὸν ὕπνο της ἀκούει τὸν Θεόφιλο νὰ φωνάζει: Ἀλλοίμονό μου, ὁ ἄθλιος. Γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες μαστίζομαι καὶ ὑποφέρω.  Τότε ἀμέσως ἡ Βασίλισσα βάζει πάνω του τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν παρακαλεῖ μὲ δάκρυα.

Καὶ ὁ Θεόφιλος, ἂν κα ἦταν σὲ τέτοια κατάσταση, βλέποντας κάποιον ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν περιστοίχιζαν νὰ φοράει κάποιο ἐγκόλπιο, τὸ ἁρπάζει καὶ τὸ ἀσπάζεται μὲ πάθος, κι ἀμέσως τὸ στόμα του ποὺ ἐφρύαξε κατὰ τῶν εἰκόνων καὶ ὁ λάρυγγάς του ποὺ ἔχασκε ξεχειλωμένος ἐπανέρχεται στὴν προηγούμενη συνηθισμένη κατάσταση κι ἔπαψε ἡ βία καὶ ἡ κακοπάθεια ποὺ τὸν κυρίευε κι ἀφοῦ ὁμολόγησε ὅτι εἶναι καλὸ νὰ τιμοῦμε καὶ νὰ σεβόμαστε τὶς ἅγιες εἰκόνες παραδόθηκε στὸν ὕπνο.

Τότε λοιπὸν καὶ ἡ Βασίλισσα ἔβγαλε τὶς ἅγιες καὶ σεπτὲς εἰκόνες ἀπὸ τὰ κιβώτιά της κι ἔβαλε τὸν Θεόφιλο νὰ τὶς ἀσπάζεται κι λόψυχα νὰ τὶς τιμᾶ.

Μετὰ ἀπὸ λίγον καιρὸ ὁ Θεόφιλος ἔφυγε ἀπ’τὴ ζωή. Κι ἡ Θεοδώρα ἀνεκάλεσε ὅλους ἀπὸ τὶς ἐξορίες καὶ τὶς φυλακὲς καὶ πρόσταξε νὰ κυκλοφοροῦν ἐλεύθερα καὶ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ἰωάννης, ποὺ λεγόταν καὶ Ἰαννίς, καὶ ἦταν μᾶλλον μαντιάρχης καὶ δαιμονάρχης παρὰ Πατριάρχης. Καὶ τὸν διαδέχεται ὁ ὁμολογητὴς τοῦ Χριστοῦ Μεθόδιος ποὺ ἔπαθε πολλὰ πρωτύτερα καὶ κλείστηκε νὰ ζεῖ μέσα σὲ τάφο.

Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὁ Ἰωαννίκιος ὁ μεγάλος ποὺ ἀσκήτευε στὰ ὄρη τοῦ Ὀλύμπου δέχεται θεία ἐπίσκεψη. Τὸν πλησίασε ὁ μέγας ἀσκητὴς Ἀρσάκιος καὶ τοῦ λέει: Ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλε σὲ σένα, γιὰ νὰ ἔρθουμε στὸν ὁσιώτατο ἄνδρα Ἡσαΐα, τὸν ἔγκλειστο στὴ Νικομήδεια, καὶ νὰ μάθουμε ὅσα εἶναι ἀρεστὰ στὸν Θεὸ καὶ ρμοζουν στὴν Ἐκκλησία του.

Καὶ λοιπὸν μόλις φτάσανε στὸν ὁσιώτατο Ἡσαΐα ἀκοῦνε ἀπὸ αὐτόν: Αὐτὰ λέει ὁ Κύριος. Ἰδού, ἦρθε τὸ τέλος τῶν ἐχθρῶν τῆς δικῆς μου ἀπεικόνισης. Ἐσεῖς λοιπὸν καὶ στὴν Βασίλισσα Θεοδώρα καὶ στὸν Πατριάρχη Μεθόδιο νὰ πεῖτε τὰ ἑξῆς: Πάψε ὅλους τοὺς ἀνίερους κι ἔτσι μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἀγγέλους νὰ μοῦ προσφέρεις θυσία σεβόμενος τὴν Εἰκόνα μου καὶ τὸν Σταυρό.

Μόλις τ’ ἄκουσαν αὐτὰ πᾶνε ἀμέσως στὴν Κπολη καὶ τὰ λένε ὅλα στὸν Μεθόδιο τὸν Πατριάρχη καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἐκλεκτούς του. Ὅλοι αὐτοὶ λοιπὸν συναθροίστηκαν καὶ παρουσιάζονται στὴν Βασίλισσα τὴν ὁποία τὴν βρῆκαν σὲ ὅλα εὐπειθὴ καθὼς ἦταν εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος ἀπὸ τὴν οἰκογενειακή της παράδοση. Ἀμέσως λοιπὸν ἡ Βασίλισσα τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ εἶχε κρεμασμένη στὸ λαιμό της τὴν ἔβγαλε καὶ μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων τὴν ἀσπαζόταν λέγοντας: Ἂν κάποιος αὐτὲς τὶς εἰκόνες δὲν τὶς προσκυνεῖ καὶ δὲν τὶς ἀσπάζεται, ἐπειδὴ σχετίζονται με τὸ πρόσωπο ποὺ εἰκονίζεται κι ὄχι ἐπειδὴ λατρεύουμε τὸ ξύλο, κι ὄχι σὰν νὰ εἶναι θεὸς ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι Εἰκόνες τοῦ ἀρχετύπου, ἂς ἔχει ἀνάθεμα· κι ὅλοι χαρήκανε χαρὰ μεγάλη. Ἀλλὰ κι αὐτὴ τος ζητάει τὴ χάρη νὰ κάνουν δέηση γιὰ τὸν ἄντρα της τὸν Θεόφιλο.

Κι αὐτοὶ βλέποντας τὴν πίστη της, ἂν καὶ τὸν εἶχαν ἀπορρίψει, πείθονται ὅμως.  Καὶ μάλιστα, ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ ἡμῶν Μεθόδιος, ἀφοῦ σύναξε ὅλο τὸν λαὸ καὶ ὅλο τὸν Κλῆρο, καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς στὴ μεγάλη τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ αὐτοὶ οἱ ἐκλεκτοὶ ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο, ὁ μέγας Ἰωαννίκιος καὶ ὁ Ἀρσαάκιος, καὶ ὁ Ναυκράτιος καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, καὶ ὁ Θεοφάνης τοῦ μεγάλου ἀγροῦ, καὶ ὁ Θεόδωρος, οἱ γραπτοὶ καὶ ὁμολογητές, ὁ Μιχαὴλ ὁ ἁγιοπολίτης καὶ Σύγκελλος  κι ἄλλοι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν ὅλονύκτια δέηση ὑπὲρ Θεοφίλου κι ὅλοι εὔχοντας μὲ δάκρυα καὶ μὲ συντονισμένες δεήσεις. Κι αὐτὴ τὴν δέηση τὴν ἔκαναν ὅλη τὴν πρὠτη Ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν καὶ μαζὶ προσευχόταν καὶ ἡ Βασίλισσα Θεοδώρα μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὸν ὑπόλοιπο λαό.

Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, ἡ Βασίλισσα Θεοδώρα γύρω στὴν κονταυγὴ τοῦ ὄρθρου τῆς Παρασκευῆς ἔγειρε καὶ τὴν πῆρε ὁ ὕπνος, καὶ τῆς φάνηκε πὼς βρέθηκε στὸν κίονα τοῦ Σταυροῦ κι ἔβλεπε κάποιους νὰ περνᾶνε στὸν δρόμο μὲ θόρυβο καὶ νὰ περιφέρουν διάφορα κολαστήρια ὄργανα. Κι ἀνάμεσά τους ἔσερναν δέσμιο καὶ τὸν βασιλέα Θεόφιλο μὲ τὰ χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Κι αὐτὴ τὸν γνώρισε κι ἀκολουθοῦσε τοὺς ἀπαγωγεῖς του.

Κι ὅταν ἔφτασε μέχρι τὴν Χαλκὴ πύλη, εἶδε κάποιον ἄνδρα ὑπερφυσικὸ στὴν ὄψη νὰ κάθεται μπροστὰ στὴν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦκι ἀπέναντι ἔστησε τὸν Θεόφιλο. Κι ἡ Βασίλισσα τοῦ πιάνει τὰ πόδια καὶ τὸν ἱκέτευε ὑπὲρ τοῦ βασιλέως, κι αὐτὸς ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε: Μεγάλη ἡ πίστη σου γυναίκα.

Μάθε λοιπὸν ὅτι γιὰ τὰ δάκρυἀ σου κι ἀκόμα γιὰ την πίστη καὶ τὴν παράκληση καὶ τὴν ἱκεσία τῶν δούλων μου καὶ τῶν ἱερέων μου, δίνω ἄφεση στὸν Θεόφιλο τὸν ἄντρα σου. Κι ἔπειτα λέγει στοὺς ἀπαγωγεῖς του: Λύστε τον καὶ παράδώστε τον στὴν γυναίκα του. Κι αὐτὴ τὸν πῆρε κι ἔφυγε ὅλο χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Κι ἀμέσως τῆς ἔφυγε ὁ ὕπνος.

Αὐτὰ εἶδε ἡ Βασίλισσα Θεοδώρα. Ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος τώρα ἀφοῦ ἔγιναν οἱ δεήσεις καὶ οἱ εὐχὲς ὑπὲρ τοῦ Θεοφίλου, πῆρε ἕνα κοινὸ χαρτί, κι ἔγραψε σ’ αὐτὸ τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν αἱρετικῶν βασιλέων, καὶ συμπεριέλαβε καὶ αὐτὸ τοῦ Θεοφίλου, καὶ τὰ τοποθέτησε κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα. Τὴν Παρασκευή, βλέπει κι αὐτὸς ἕναν φοβερὸ Ἄγγελο νὰ εἰσέρχεται μέσα στὸν μεγάλο Ναό, καὶ νὰ τὸν πλησιάζει καὶ λέγεται ὅτι τοῦ εἶπε:

Εἰσακούσθηκε ἡ δέησή σου, Ἐπίσκοπε, κι ἔτυχε συγγνώμης ὁ βασιλιὰς Θεόφιλος. Μὴν ἔνοχλεῖς λοιπὸν ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἄλλο τὸν Θεὸ γι’ αὐτόν. Κι αὐτὸς θέλοντας νὰ δοκιμάσει ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ ὅραμά του, πῆρε τὸ χαρτὶ τὸ ξετύλιξε καὶ εἶδε, ὢ Θεέ μου ἡ κρίση Σου- ὅτι εἶχε ἀπαλειφθεῖ ἀπὸ Θεοῦ τελείως τὸ ὄνομα τοῦ Θεόφιλου. Τὄμαθε αὐτὸ ἡ Βασίλισσα καὶ καταχάρηκε καὶ στέλνει μήνυμα στὸν Πατριάρχη νὰ συναθροίσει ὅλο τὸν λαό, μαζὶ μὲ τοὺς τίμιους Σταυροὺς καὶ τὶς ἅγιες Εἰκόνες στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία ὥστε νὰ ἀποδοθεῖ στὴν Ἐκκλησία τὸ κόσμημα τῶν Εἰκόνων καὶ νὰ γίνει σὲ ὅλους γνωστὸ τὸ καινούργιο θαῦμα.

Καὶ πράγματι σχεδὸν ὅλοι μαζεύτηκαν στὴν Ἐκκλησία μὲ τὰ κεριά τους, καὶ παραβρέθηκε καὶ ἡ Βασίλισσα μὲ τὸν γιό της, κι ἐκεῖ ἔγινε ἡ Ἀκολουθία τῆς Λιτῆς καὶ μαζὶ μὲ τὶς ἅγιες Εἰκόνες καὶ τὰ θεῖα καὶ σεβάσμια ξύλα τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ ἱερὸ καὶ θεῖο Εὐαγγέλιο  ἔφτασαν ἀνακράζοντας τὸ Κύριε Ἐλέησον μέχρι τὸ λεγόμενο Μίλι. Κι ἔτσι πάλι ἐπέστρεψαν στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐτέλεσαν τὴν Θεία Λειτουργία ἐνῶ οἱ  ἅγιοι Ἄνδρες ποὺ ξεχώρισαν ἀναστήλωσαν τὶς ἅγιες καὶ σεβάσμιες εἰκόνες καὶ ἀνακηρύχθηκαν ὀρθῶς ὡς εὐσεβεῖς καὶ δοξάζοντες αὐτὲς, ἐνῶ οἱ ἀντίθετοι ποὺ ἀσέβησαν καὶ δὲν ἀποδέχτηκαν νὰ ἀποδώσουν τιμὴ στὶς ἅγιες εἰκόνες ἀποκηρύχθηκαν καὶ παραδόθηκαν στὸ Ἀνάθεμα.

Κι ἀπὸ τότε ὅρισαν αὐτοὶ οἱ ἅγιοι ὁμολογητὲς νὰ γίνεται ἐτησίως μὲ τὸν ἴδιο τρόπο αὐτὴ ἡ ἱερ πανήγυρις, γιὰ νὰ μὴν ξαναπέσουμε πάλι στὴν ἴδια ἀσέβεια.

Σάββατο Α ´ εβδομάδας Νηστειων (από τονΆγγελο Κ.)

7 Μαρτίου, 2020

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ Α΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα, τὸ Σάββατο τῆς Α΄ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, γιορτάζουμε τὸ παράδοξο θαῦμα διὰ τῶν Κολλύβων τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.

Ὅταν πῆρε τὰ σκῆπτρα τῆς Βασιλείας ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, μετὰ τὸν Κωνστάντιο τὸν γιὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, καὶ ἐπανέφερε τὴν εἰδωλολατρία ἀντὶ γι τὸν Χριστιανισμό, ξέσπασε πολύ μεγάλος διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, καὶ φανερὰ καὶ στὰ κρυφά. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποφάσισε ὁ δυσσεβὴς νὰ τοὺς τιμωρεῖ σκληρὰ καὶ φανερὰ καὶ ἀπάνθρωπα, μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο βάζει σὲ πειρασμὸ τοὺς Χριστιανούς, ἀτιμάζοντάς τους καὶ ὑποτιμώντας τους, γιὰ νὰ μὴν πολλαπλασιάζονται.  Ἀποφάσισε λοιπὸν ὁ δόλιος καὶ ὁ ἀνόσιος τὸν τρόπο ποὺ θτος μιάνει χωρὶς αὐτὸ νὰ γίνει φανερό. Ἔτσι ἀφοῦ ἀφησε νὰ τηρηθεῖ ἡ χριστιανικὴ συνήθεια κατὰ τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, κάλεσε τὸν ἔπαρχο της πόλης καὶ τὸν διατάσσει νὰ ἐξαφανίσει τὰ συνηθισμένα ὤνια ποὺ πουλοῦσαν στὴν ἀγορά. Καὶ νὰ φέρει στὴν ἀγορὰ ἄλλα ψώνια, δηλαδὴ  τροφὲς καὶ ποτά, ποὺ τὰ εἶχαν ἀναμίξει πρωτύτερα  μὲ τὰ αματα τῶν θυσιῶν του κι ἔτσι καθὼς εἶχε μιάνει τὰ τρόφιμα θὰ τὰ ψώνιζαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ μιαίνονταν κι αὐτοί.

Ἀμέσως λοιπὸν ὁ Ἔπαρχος καταπιάνεται μὲ τὸ ἔργο καὶ πηγαίνει καὶ φέρνει τὰ φαγώσιμα καὶ τὰ ποτὰ, ποὺ ἦταν μιασμένα ἀπὸ τὶς θυσίες καὶ τὰ εἰδωλόθυτα, σὲ ὅλη τὴν ἀγορά.

Ἀλλὰ ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ βλέπει τὰ πάντα καὶ πιάνει τοὺς ἔξυπνους καὶ τοὺς σοφοὺς μέσα ἀπὸ τὶς πανουργίες τους, καὶ ποὺ προνοεῖ πάντα γιὰ μᾶς τοὺς δούλους του, διέλυσε καὶ τὰ μυσαρὰ ἐναντίον μας ἐπινοήματα τοῦ Παραβάτη. Στέλνει τὸν μέγα ἀθλοφόρο Θεόδωρο, ποὺ ἀνῆκε στὸ Τηρωνικὸ τάγμα καὶ γι’ αὐτὸ νομαζόταν Τήρωνας, στὸν Ἀρχιερέα τῆς Πόλεως Εὐδόξιο, ποὺ δὲν ἀνέβηκε μὲ ὄρθὸ τρόπο στὸν θρόνο, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ἐτύγχανε σεβασμοῦ. Καὶ μάλιστα τοῦ παρουσιάστηκε σὲ ὅραμα καὶ ὄχι σὲ ὄνειρο, ἔτσι ὅπως λέγεται. Σήκω γρήγορα καὶ σύναξε τὸ ποίμνιο τῶν Χριστιανῶν καὶ νὰ τοὺς προτρέψεις μὲ σιγουριὰ νὰ μὴν ψωνίσουν τίποτα ἀπὸτὴν ἀγορά. Γιατὶ αὐτὰ ἔχουν μιανθεῖ μὲ τὸ αμα τῶν θυσιῶν ἀπὸ τὸν ἀσαβέστατο Βασιλιά. Ἀλλὰ αὐτὸς ἀποροῦσε καὶ ρωτοῦσε: καὶ πόσο εὔκολο εἶναι αὐτὸ γι’αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν τὴν ἄνεση ἀπὸ τὸ σπίτι τους νὰ μὴν ψωνίσουν ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχουν βγεῖ στὴν ἀγορά; Κι ὁ Ἅγιος τοῦ λέει, νὰ τοὺς δώσεις κόλλυβα γιὰ νὰ παρηγορήσεις τὴν ἀνάγκη τους.  Κι αὐτὸς καθς δὲν ἤξερε, ἀποροῦσε καὶ ρωτοῦσε νὰ μάθει τί εἶναι τοῦτα τὰ κόλλυβα. Κι ὁ μέγας Θεὀδωρος τοῦ λέει: Τὸ βρασμένο σιτάρι. Ἔτσι συνηθίζαμε νὰ τὸ λέμε ἐμεῖς στοὺς Εὐχαΐτες. Ἀλλὰ ἤθελε ἀκόμη ὁ Πατριάρχης νὰ σιγουρευτεῖ καὶ γιὰ τοῦτο: καὶ ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ τὸ προμηθεύσει στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα; Κι ὁ Ἅγιος τοῦ λέει ἀμέσως: Ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Θεόδωρος. Αὐτὸς ποὺ μόλις στάλθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ βοηθός σας.

Σηκώθηκε λοιπον ἀμέσως ὁ Πατριάρχης καὶ ἀνήγγειλε στὸ πλῆθος τὸ ὅραμά του καὶ ἀφοῦ ἔτσι ἔκανε κράτησε τὸ ποίμνιο ἀμόλυντο ἀπὸ τὶς ἐπινοήσεις τοῦ ἐχθροῦ καὶ παραβάτη. Κι αὐτὸς ἀφοῦ εἶδε ὅτι ἡ ἐνέδρα του φανερώθηκε καὶ δὲν κατάφερε τίποτα καὶ ντροπιάστηκε γιὰ τὰ καλά, πρόσταξε νὰ ξαναφέρουν στὴν ἀγορὰ τὰ συνηθισμένα ψώνια. Καὶ ὁ λαὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑβδομάδα,  θέλοντας νὰ ἀποτίσουν εὐχαριστία στὸν εὐεργέτη κα μάρτυρα, αὐτὸ τὸ Σάββατο ἀποφάσισαν νὰ τὸ τιμήσουν διὰ τῶν Κολλύβων, ἀγαλλόμενοι τὴν μνήμη του. Ἀπὸ τότε λοιπὸν μέχρι σήμερα, οἱ πιστοὶ ἀνανεώνουμε τὸ θαῦμα γιὰ νὰ μὴν τὸ σβήσει ὁ χρόνος, αὐτὸ τὸ τόσο μεγάλο κατόρθωμα τοῦ Μάρτυρος, καὶ δοξάζουμε τὸν μέγα Θεόδωρο διὰ τῶν Κολλύβων.

Αὐτὸν τὸν μέγα Θεόδωρο ὁ ἀσεβὴς Βρίγγας ἐπὶ Μαξιμίνου τὸν κατήγγειλε ὅτι κατέστρεψε πρῶτα καὶ μετὰ ἔβαλε φωτιὰ στὸ ναὸ τῆς θεᾶς τους, κι ὅτι τὰ στολίδια τοῦ ναοῦ τὰ μοίρασε στοὺς φτωχούς. Μερικοὶ μάλιστα τοῦ ζήτησαν τὸν λόγο καὶ θέλανε νὰ τὸν διώξουν καὶ τὸν συμβούλευαν νὰ φύγει, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν τὸ δέχτηκε. Ὑπέμεινε λοιπὸν πολλὰ πάθη κι ὕστερα

ἀνάψανε ἕνα καμίνι μεγάλο καὶ τὸν πετάξανε μέσα. Μὰ χωρὶς νὰ πάθει  τίποτα ἀπὸ τὴν κάμινο, μέσα σ’ ἐκείνη τὴν κάμινο παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.

Μεγάλη Σαρακοστή,πορεία προς το Πάσχα-π.Αλ.Σμεμαν-

2 Μαρτίου, 2020

Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, ἡ Ἑορτὴ Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατὶ αὐτὴ ἀποκαλύπτει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή μας.

Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴκαὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.

Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρὰ; Γιατί ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιά ἔννοια ἐορτάζομεν», καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουμε «θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσινἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν…;»

Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις ἡ ἀπάντηση εἶναι: ἡ νέα ζωὴ ἡ ὁποία πρὶν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες περίπου χρόνια «ἀνέτειλεν ἐκ τοῦ τάφου», προσφέρθηκε σὲ μᾶς, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό. Μᾶς δόθηκε τὴ μέρα ποὺ βαφτιστήκαμε, τὴ μέρα δηλαδὴ ποὺ ὅπως λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος: «συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).

Ἔτσι τὸ Πάσχα πανηγυρίζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν γεγονὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἀκόμη γίνεται σὲ μᾶς. Γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔλαβε τὸ δῶρο αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ ζήσει διὰ μέσου της. Εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ ριζικὰ ἀλλάζει τὴ διάθεσή μας ἀπέναντι σὲ κάθε κατάσταση αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἀπέναντι στὸ θάνατο. Μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ ἐπιβεβαιώνουμε θριαμβευτικὰ τό: «νικήθηκε ὁ θάνατος».

Φυσικὰ ὑπάρχει ἀκόμα ὁ θάνατος, εἶναι σίγουρος, τὸν ἀντιμετωπίζουμε, καὶ κάποια μέρα θὰ ἔρθει καὶ γιὰ μᾶς. Ἀλλὰ ὅλη ἡ πίστη μας εἶναι ὅτι μὲ τὸ δικό Του θάνατο ὁ Χριστὸς ἄλλαξε τὴ φύση ἀκριβῶς τοῦ θανάτου. Τὸν ἔκανε πέρασμα-διάβαση, «Πάσχα», στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μεταμορφώνοντας τὴ δραματικότερη τραγωδία σὲ αἰώνιο θρίαμβο, σὲ νίκη. Μὲ τὸ θανάτῳ θάνατον πατήσας», μᾶς ἔκανε μέτοχους τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀκριβῶς γι αὐτὸ στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς Ἀνάστασης -στὸν Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμο- λέμε θριαμβευτικά: Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι». Τέτοια εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ φανερώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἀναρίθμητων ἁγίων της.

Ἀλλὰ μήπως δὲ ζοῦμε καθημερινὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ πίστη σπάνια γίνεται καὶ δική μας ἐμπειρία; Μήπως δὲ χάνουμε πολὺ συχνὰ καὶ δὲν προδίνουμε αὐτὴ τὴ νέα ζωὴ ποὺ λάβαμε σὰν δῶρο, καὶ στὴν πραγματικότητα ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ σὰν νὰ μὴν ἔχει νόημα γιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ μοναδικὸ γεγονὸς; Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας μας, τῆς ἀνικανότητάς μας νὰ ζοῦμε σταθερὰ μὲ πίστη ἐλπίδα καὶ ἀγάπη», στὸ ἐπίπεδο ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἀνέβασε ὁ Χριστὸς ὅταν εἶπε: Ζητεῖτε πρώτον τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ. Ἁπλούστατα ἐμεῖς ξεχνᾶμε ὅλα αὐτὰ γιατὶ εἴμαστε τόσο ἀπασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στὶς καθημερινὲς ἔγνοιες μας καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ξεχνᾶμε, ἀποτυχαίνουμε.

Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ λησμοσύνη, τὴν ἀποτυχία καὶ τὴν ἁμαρτία ἡ ζωή μας γίνεται ξανὰ παλαιὰ», εὐτελής, σκοτεινὴ καὶ τελικὰ χωρὶς σημασία, γίνεται ἕνα χωρὶς νόημα ταξίδι γιὰ ἕνα χωρὶς νόημα τέρμα.

Καταφέρνουμε νὰ ξεχνᾶμε ἀκόμα καὶ τὸ θάνατο καὶ τελικά, ἐντελῶς αἰφνιδιαστικά, μέσα στὶς «ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς» μᾶς ἔρχεται τρομακτικός, ἀναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεῖ κατὰ καιροὺς νὰ παραδεχόμαστε τὶς ποικίλες ἁμαρτίες μας καὶ νὰ τὶς ἐξομολογούμαστε, ὅμως ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴν ἀναφέρουμε τὴ ζωή μας σ᾿ ἐκείνη τὴ νέα ζωὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε καὶ μᾶς ἔδωσε.

Πραγματικὰ ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἦρθε ποτὲ Ἐκεῖνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ ἁμαρτία, ἡ ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ἀπύθμενη θλίψη καὶ τραγωδία ὅλων τῶν κατ᾿ ὄνομα χριστιανῶν. Ἂν τὸ ἀναγνωρίζουμε αὐτό, τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τί εἶναι τὸ Πάσχα καὶ γιατὶ χρειάζεται καὶ προϋποθέτει τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατὶ τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλος ὁ κύκλος τῶν ἀκολουθιῶν της ὑπάρχουν, πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ξαναβροῦμε τὸ ὅραμα καὶ τὴν γεύση αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς, ποὺ τόσο εὔκολα χάνουμε καὶ προδίνουμε, καὶ ὕστερα νὰ μπορέσουμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν Ἐκκλησία.

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ ἐπιθυμοῦμε κάτι ποὺ δὲν τὸ ξέρουμε; Πῶς μποροῦμε ἂν βάλουμε πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο στὴ ζωή μας κάτι ποὺ ποτὲ δὲν ἔχουμε δεῖ καὶ δὲν ἔχουμε χαρεῖ; Μὲ ἄλλα λόγια: πῶς μποροῦμε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητήσουμε μιὰ Βασιλεία γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἔχουμε ἰδέα;

Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ εἶναι ἀκόμα καὶ τώρα ἡ εἴσοδος καὶ ἡ ἐπικοινωνία μας μὲ τὴ νέα ζωὴ τῆς Βασιλείας. Μέσα ἀπὸ τὴ λειτουργική της ζωὴ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει ἐκεῖνα ποὺ ὀφθαλμὸς οὐκ οἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Κορ. 2,9). Καὶ στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, σὰν καρδιά της καὶ μεσουράνημά της, σὰν ἥλιος ποὺ οἱ ἀκτίνες του διαπερνοῦν καθετὶ – εἶναι τὸ Πάσχα.

Τὸ Πάσχα εἶναι ἡ πόρτα, ἀνοιχτὴ κάθε χρόνο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὑπέρλαμπρη Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πρόγευση τῆς αἰώνιας χαρᾶς ποὺ μᾶς περιμένει, εἶναι ἡ δόξα τῆς νίκης ἡ ὁποία ἀπὸ τώρα, ἂν καὶ ἀόρατη, πλημμυρίζει ὅλη τὴν κτίση: νικήθηκε ὁ θάνατος». Ὁλόκληρη ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὀργανωμένη γύρω ἀπὸ τὸ Πάσχα, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ λειτουργικὸς χρόνος, δηλαδὴ ἡ διαδοχὴ τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν ἑορτῶν, γίνεται ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα στὸ Πάσχα, ποὺ εἶναι τὸ Τέλος καὶ ποὺ ταυτόχρονα εἶναι ἡ Ἀρχή. Εἶναι τὸ τέλος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀποτελοῦν τὰ παλαιὰ» καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς «νέας ζωῆς», μιὰ συνεχὴς «διάβαση ἀπὸ τὸν «κόσμο τοῦτο» στὴν Βασιλεία ποὺ ἔχει ἀποκαλυφτεῖ ἐν Χριστῷ.

Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἡ παλαιὰ» ζωή, ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μικρότητας, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξεπεραστεῖ καὶ ν᾿ ἀλλάξει. Τὸ Εὐαγγέλιο περιμένει καὶ ζητάει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνει μιὰ προσπάθεια ἡ ὁποία, στὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται τώρα ὁ ἄνθρωπος, εἶναι οὐσιαστικὰ ἀπραγματοποίητη. Ἀντιμετωπίζουμε μία πρόκληση. Τὸ ὅραμα, ὁ στόχος, ὁ τρόπος τῆς νέας ζωῆς εἶναι γιὰ μᾶς μία πρόκληση ποὺ βρίσκεται τόσο πολὺ πάνω ἀπὸ τὶς δυνατότητές μας!

Γι᾿ αὐτό, ἀκόμα καὶ οἱ Ἀπόστολοι, ὅταν ἄκουσαν τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου Τὸν ρώτησαν ἀπελπισμένα: τὶς ἄρα δύναται σωθῆναι; (Ματθ. 19,26). Στ’ ἀλήθεια δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο ν’ ἀπαρνηθεῖς ἕνα ἀσήμαντο ἰδανικὸ ζωῆς καμωμένο μὲ τὶς καθημερινὲς φροντίδες, μὲ τὴν ἀναζήτηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, μὲ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν ἀπόλαυση καὶ νὰ δεχτεῖς ἕνα ἄλλο ἰδανικὸ ζωῆς τὸ ὁποῖο βέβαια δὲν στερεῖται καθόλου τελειότητας στὸ σκοπὸ του: Γίνεσθε τέλειοι ὡς ὁ Πατὴρ ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν.

Αὐτὸ ὁ κόσμος μὲ ὅλα του τὰ μέσα» μᾶς λέει: νὰ εἶσαι χαρούμενος, μὴν ἀνησυχεῖς, ἀκολούθα τὸν «εὐρὺ» δρόμο. Ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο λέει: διάλεξε τὸ στενὸ δρόμο, ἀγωνίσου καὶ ὑπόφερε, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴ μόνη ἀληθινὴ εὐτυχία. Καὶ ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν βοηθάει πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ φοβερὴ ἐκλογὴ; Πῶς μποροῦμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν ὑπέροχη ὑπόσχεση ποὺ μᾶς δίνεται κάθε χρόνο τὸ Πάσχα;

Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ἐμφανίζεται ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Αὐτὴ εἶναι ἡ χείρα βοηθείας» ποὺ ἁπλώνει σὲ μᾶς ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι τὸ σχολεῖο τῆς μετάνοιας ποὺ θὰ μᾶς δώσει δύναμη νὰ δεχτοῦμε τὸ Πάσχα ὄχι σὰν μιὰ ἁπλὴ εὐκαιρία νὰ φᾶμε, νὰ πιοῦμε, ν᾿ ἀναπαυτοῦμε, ἀλλά, βασικά, σὰν τὸ τέλος τῶν «παλαιῶν» ποὺ εἶναι μέσα μας καὶ σὰν εἴσοδό μας στὸ νέο.

Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ὁ βασικὸς σκοπὸς τῆς Σαρακοστῆς ἦταν νὰ προετοιμαστοῦν οἱ Κατηχούμενοι, δηλαδὴ οἱ νέοι ὑποψήφιοι χριστιανοί, γιὰ τὸ βάπτισμα πού, ἐκεῖνο τὸν καιρό, γίνονταν στὴ διάρκεια τῆς ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία δὲν βαφτίζει πιὰ τοὺς χριστιανοὺς σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ ὁ θεσμὸς τῆς κατήχησης δὲν ὑπάρχει πιά, τὸ βασικὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς παραμένει τὸ ἴδιο. Γιατί, ἂν καὶ εἴμαστε βαφτισμένοι, ἐκεῖνο ποὺ συνεχῶς χάνουμε καὶ προδίνουμε εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λάβαμε στὸ Βάπτισμα.

Ἔτσι τὸ Πάσχα γιὰ μᾶς εἶναι ἡ ἐπιστροφή, ποὺ κάθε χρόνο κάνουμε, στὸ βάπτισμά μας καὶ ἑπομένως ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ προετοιμασία μας γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιστροφὴ, ἡ ἀργὴ ἀλλὰ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ πραγματοποιήσουμε τελικὰ τὴ δική μας διάβαση», τὸ Πάσχα» μας στὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Τὸ ὅτι, καθὼς θὰ δοῦμε, οἱ ἀκολουθίες στὴ σαρακοστιανὴ λατρεία διατηροῦν ἀκόμα καὶ σήμερα τὸν κατηχητικὸ καὶ βαπτιστικὸ χαρακτήρα, δὲν εἶναι γιατὶ διατηροῦνται «ἀρχαιολογικὰ» ἀπομεινάρια, ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ ζωντανὸ καὶ οὐσιαστικὸ γιὰ μᾶς.

Γι αὐτὸ κάθε χρόνο ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα εἶναι, μιὰ ἀκόμα φορά, ἡ ἀνακάλυψη καὶ ἡ συνειδητοποίηση τοῦ τί γίναμε μὲ τὸν «διὰ βαπτίσματός» μας θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση. Ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα! Καθὼς τὸ ἀρχίζουμε, καθὼς κάνουμε τὸ πρῶτο βῆμα στὴ χαρμολύπη» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς βλέπουμε -μακριά, πολὺ μακριὰ- τὸν προορισμό. Εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Λαμπρῆς, εἶναι ἡ εἴσοδος στὴ δόξα τῆς Βασιλείας. Εἶναι αὐτὸ τὸ ὅραμα, ἡ πρόγευση τοῦ Πάσχα, ποὺ κάνει τὴ λύπη τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς χαρά, φῶς, καὶ τὴ δική μας προσπάθεια μιὰ πνευματικὴ ἄνοιξη.

Ἡ νύχτα μπορεῖ νὰ εἶναι σκοτεινὴ καὶ μεγάλη, ἀλλὰ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τοῦ δρόμου μιὰ μυστικὴ καὶ ἀκτινοβόλα αὐγὴ φαίνεται νὰ λάμπει στὸν ὁρίζοντα. «Μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς ἀπὸ τῆς προσδοκίας ἡμῶν, Φιλάνθρωπε!».

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», ἐκδόσεις «Ἀκρίτας

Περί της Κυριακής της Τυρινης (ἀπὸ Ἂγγελο Κ.)

1 Μαρτίου, 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Τὴν ἴδια μέρα μνημονεύουμε τὴν ἐξορία τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου.

Ὁ κόσμος ὰς θρηνήσει πικρὰ μὲ τοὺς γενάρχες

Ποὺ ἔπεσε μαζὶ μ’ αὐτοὺς ποὺ πέσανε ἀπ’ τὴν γλυκιὰ τὴν βρώση.

Αὐτὴν τὴν ἀνάμνηση οἱ Ἅγιοι Πατέρες τὴν τοποθέτησαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἁγία Τεσσαρακοστὴ σὰ νὰ ἀναδεικνύουν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κάποια πράγματα, πόσο δηλαδὴ ὠφέλιμο εἶναι τὸ φάρμακο τῆς νηστείας γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, καὶ πάλι πόσο μεγάλη εἶναι ἡ αἰσχρότητα τῆς ἀδηφαγίας καὶ τῆς ἀνυπακοῆς. Παραλείποντας οἱ Πατέρες ὅσα ἄπειρα ἐπὶ μέρους γίνονται ἐξ αἰτίας της, μᾶς προβάλλουν τὸν πρωτόπλαστο Ἀδὰμ πόσο κακὸ ἔπαθε ποὺ δὲν νήστεψε γιὰ λίγο κι ἀπὸ ἐκεῖ παρέσυρε καὶ τὴν δική μας φύση, παρουσιάζοντας μὲ σαφήνεια ὅτι τὸ πρῶτο παράγγελμα τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ καλὸ τῆς νηστείας. Ἐκεῖνος καθὼς δὲν κράτησε τὴ νηστεία ἀλλὰ ἀκολούθησε τὴν γαστέρα, ἢ μᾶλλοντὸν πλάνο ὄφι μέσω τῆς Εὔας, ὄχι μόνο δὲν ἔγινε Θεός, ἀλλὰ καὶ τὸν θάνατο  προκάλεσε καὶ μετέδωσε τὸν μολυσμὸ σ’ ὅλο τὸ γένος.

Γιὰ τὴν τρυφὴ λοιπὸν τοῦ πρώτου Ἀδάμ, ὁ Κύριος νήστεψε σαράντα μέρες κι ἔκανε ὑπακοή. Καὶ γιὰ χάρη του ἐπινοήθηκε ἡ παροῦσα  ἁγία  Τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε μὲ τὴν νηστεία, ὅσοι τὴν κρατήσουμε αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνος, ὁ Ἀδὰμ δηλαδή, ποὺ δὲν τὴν κράτησε ἔπαθε χάνοντας τὴν ἀφθαρσία.

Ἄλλωστε ὅπως εἴπαμε προηγουμένως ὁ σκοπὸς τῶν Ἁγίων αὐτὸς εἶναι, νὰ συμπεριλάβουν ἐν βραχεῖ ὅσα ἔγιναν ἀπ’ τὸν Θεὸ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος. Καὶ ἐπειδὴ αἰτία ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ παράβαση καὶ ἡ ἔκπτωση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν τρυφή, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο τοποθετοῦν τώρα αὐτὴν ὥστε μνημονεύοντας ἐκείνους νὰ ἀποφύγουμε αὐτὴ τὴν πτώση καὶ νὰ μὴν ζηλέψουμε τὴν ἀκράτεια γενικῶς.

Τὴν ἕκτη μέρα πλάστηκε ὁ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ τιμήθηκε μὲ τὸ κατ’ εἰκόνα διὰ ἐμφυσήματος κι ἀμέσως ἔλαβε τὴν ἐντολὴ κι ἔμεινε ἕξι ὧρες στὸν Παράδεισο. Ὁ Ἑβραῖος Φίλων λέει ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἔκανε ἑκατὸ χρόνια στὸν Παράδεισο. Κι ἄλλοι λένε ἑπτὰ ἡμέρες ἢ χρόνια, γιὰ νὰ τιμήσουν τὸν συμβολικὸ ἀριθμὸ ἑπτά. Ἀλλὰ ὅτι κατὰ τὴν ἕκτη ὥρα ἅπλωσε τὰ χέρια κι ἔπιασε τὸν καρπὸ τὸ δήλωσε καὶ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, ποὺ τὴν ἕκτη ἡμέρα καὶ ὥρα ἅπλωσε τὶς παλάμες στὸν Σταυρό, γιατρεύοντας τὸν ὄλεθρο ἐκείνου. Καὶ δημιουργήθηκε στὸ μέσον μεταξὺ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας γιὰ νὰ στραφεῖ μὲ ἐλεύθερη βούληση σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο καὶ ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο θὰ συγκατανεύσει ἐκεῖνο καὶ θὰ ἀποκτήσει. Μποροῦσε βέβαια ὁ Θεὸς νὰ τὸν κάνει ἀναμάρτητο· ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνει καὶ κατόρθωμα τῆς δικῆς του προαιρέσεως γι’αὐτὸ καὶ τοῦ δίνει τὸν νόμο: ὅλους τοὺς καρποὺς νὰ τοὺς ἀγγίζει ἀλλὰ ἐκεῖνον ὄχι. Ἴσως νὰ ἐννοεῖ τὴν ἐπίγνωση τῆς θείας δύναμης ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα, ἀλλὰ νὰ μὴν γνωρίζει καθόλου τὴ φύση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ μάλιστα λέει καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ποὺ φιλοσοφώντας ὑποστηρίζει ὅτι τὸ ξῦλο ( ὁ καρπὸς) εἶναι οἱ θεῖες ἔννοιες. Δηλαδή, ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὸν Ἀδὰμ νὰ μεριμνᾶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα στοιχεῖα καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες ποιότητες καὶ ὅλα νὰ τὰ σκέφτεται καὶ νὰ τὰ ξανασκέφτεται μὲ τὸν νοῦ του καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ δοξάζει τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ τρυφή. Ἴσως καὶ γιὰ τὴν δική του ἀνθρώπινη φύση. Ἀλλὰ περὶ Θεοῦ, ποια εἶναι ἡ φύση του καὶ ποῦ καὶ πῶς δημιούργησε τὸ πᾶν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, αὐτὸ καθόλου δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀναζητεῖ. Κι ὅμως αὐτὸς ἄφησε τὰ ἄλλα κι ἄρχισε νὰ ἐρευνᾶ τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ περιεργαζόταν ἐπακριβῶς τὴν φύση Του καὶ καθὼς λοιπὸν ἦταν ἀκόμα ἀτελὴς καὶ ἁπλούστατος καὶ νήπιος γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήματα ἐξέπεσε  ἀφοῦ ὁ Σατανᾶς τοῦ ἐνέβαλε τὴν φαντασία τῆς θεώσεως διὰ τῆς Εὔας.

Ὁ δὲ μέγας καὶ θεῖος Χρυσόστομος λέει ὅτι τὸ ξῦλο ( ὁ καρπὸς) ἐκεῖνο ἔχει διπλῆ δύναμη καὶ λέει ἀπίσης ὅτι ὁ Παράδεισος εἶναι στὴ γῆ καὶ φιλοσοφεῖ ὅτι εἶναι νοητὸς καὶ αἰσθητός, ὅπως καὶ ὁ Ἀδὰμ εἶχε ἀμφότερες τὶς ἰδιότητες καθὼς ἦταν στὸ ματαίχμιο μεταξὺ φθορᾶς και ἀφθαρσίας, διασώζοντας μαζὶ καὶ τὴν γραφὴ χωρὶς πάλι νὰ ἐπιμένει κατὰ γράμμα.

Λένε μάλιστα μερικοὶ ὅτι τὸ ξῦλο ἐκεῖνο τῆς παρακοῆς εἶναι ἡ συκιά. Γιατὶ μόλις ἀντιλήφθηκαν τὴν γύμνωσή τους, τὰ φύλλα ἐκείνης χρησιμοποίησαν καὶ σκεπάστηκαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἐπειδὴ αὐτὴ ἔγινε ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς παραβάσεως τὴν καταράστηκε. Φἐρνει λίγο καὶ πρὸς τὴν ἁμαρτία. Πρῶτα σὲ γλυκαίνει. Ἔπειτα ἀπὸ τὰ φύλλα της ἔχει κάτι τὸ τραχύ. Καὶ τέλος τὸ κολλῶδες διὰ τοῦ γάλακτος.

Ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ ποὺ ἑρμηνεύουν τὸ ξῦλο ἐκεῖνο μὲ τὴν συνεύρεση τῆς Εὔας καὶ τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ δὲν εἶναι σωστό.

κανε λοιπὸν τὴν παράβαση καὶ φόρεσε τὴν θνητὴ σάρκα καὶ ἔλαβε τὴν κατάρα καὶ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ προστάχθηκε ὁ Ἄγγελος νὰ φυλάει τὴν πύλη τοῦ Παραδείσου μὲ τὴν φλόγινη ρομφαία. Κι αὐτὸς καθόταν ἀπέναντι κι ἔκλαιγε ποὺ στερήθηκε τόσα ἀγαθὰ ἐπειδὴ δὲν νήστεψε  γιὰ λίγο καιρὸ κι ἐπειδὴ ἐξ αἰτίας του εἶχε τὴν ἴδια μοίρα μ’ ἐκεῖνον σύμπαν τὸ γένος μας. Ἕως ὅτου ὁ Πλάστης μας ἐλέησε τὴν φύση μας ποὺ τὴν λυμαινόταν ὁ Σατανᾶς καὶ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο καὶ ἔζησε ἄριστο βίο ὐποδεικνύοντάς μας τὴν ὁδὸ μὲ τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔκανε ὁ Ἀδάμ, δηλαδὴ τὴν νηστεία καὶ τὴν ταπείνωση κι ἀφοῦ νίκησε ἐπιδέξια αὐτὸν ποὺ μᾶς ἐξαπάτησε, μᾶς ὁδήγησε πάλι στὸ ἀρχαῖο μας ἀξίωμα.

Ὅλα αὐτὰ οἱ θεοφόροι Πατέρες θέλοντας νὰ τὰ παραστήσουν μέσα ἀπὸ τὸ ὁλόκληρο Τριώδιο, πρῶτα μᾶς ἔβαλαν τὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κι ἀπὸ αὐτὰ πρῶτα τὴν Δημιουργία καὶ τὴν ἔκπτωση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν τρυφὴ, τὴν ὁποία μνημονεύσαμε λίγο πρίν, κι ἔπειτα ὅλα τὰ ὑπόλοιπα μέσα ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Μωϋςῆ, τῶν Προφητῶν καὶ πολὺ περισσότερο τοῦ Δαυίδ καὶ κάποια ἄλλα ἀκόμα ποὺ μᾶς μεταδίσουν τὴν χάρη. Ἔπειτα κατὰ τὴν τάξη καὶ τὰ τῆς Κιανῆς Διαθήκης. Ἐκ τῶν ὁποίων πρῶτα εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς σύμφωνα μὲ τὴν ἀνείπωτη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ποὺ πάντα πέφτει μέσα στὴν ἁγία Τεσσαρακοστή. Μετὰ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα μὲ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ποὺ ἀναγινώσκονται, καὶ τὰ ἅγια καὶ σωτήρια Πάθη τοῦ Χριστοῦ ποὺ καταλεπτῶς ὐμνοῦνται. Ἔπειτα καὶ ἡ Ἀνάσταση καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέχρι τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὶς ἱερὲς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ποὺ διακηρύττουν πῶς κηρύχτηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς συνάχθηκαν οἱ Ἅγιοι ἐπὶ τὸ αὐτό. Οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων βεβαιώνουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπὸ τὰ θαύματα.

Ἐπειδὴ λοιπὸν γιὰ νὰ μὴ νηστέψει μιὰ φορὰ ὁ Ἀδὰμ πάθαμε αὐτὰ ποὺ πάθαμε, προηγεῖται τώρα ἡ δική του ἀνάμνηση μὲ τὴν εἴσοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς. Γιὰ νὰ θυμηθοῦμε πόσο μεγάλο κακὸ προκάλεσε μὲ τὸ νὰ μὴν νηστέψει κα νὰ φροντίσουμε νὰ ὑποδεχθοῦμε τὴν νηστεία περιχαρεῖς. καὶ νὰ ἔχουμε τὸν νοῦ μας ὥστε νὰ πετύχουμε ἐκεῖ ποὺ ὁ Ἀδὰμ ἀστόχησε. Ὀδυρόμενοι, νηστεύοντες και ταπεινούμενοι μέχρις ὅτιυ δεχθοῦμε τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ χωρὶς τὴν ἐπίσκεψή του δὲν εἶναι εὔκολο νὰ λάβουμε αὐτὸ ποὺ χάσαμε.

Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι τὸ ἕν δέκατο ὅλου τοῦ ἔτους. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀπὸ ραθυμία δὲν νηστεύουμε πάντα καὶ δὲν ἐπιλέγουμε νὰ ἀπέχουμε ἀπὸ τὸ κακό, μᾶς τὴν παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες σὰν ἕνα θέρος τῶν ψυχῶν. Σὰ νὰ πρόκειται, ὅσα ἄτοπα διαπράξαμε ὅλο τὸν χρόνο, τώρα μὲ τὴν συντριβὴ καὶ μὲ τὴν ταπείνωση διὰ τῆς νηστείας νὰ τὰ ἀπαλείψουμε γι’αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὴν τηροῦμε μὲ περισσότερη ἀκρίβεια. Ἀλλὰ βέβαια καὶ τὶς ὑπόλοιπες τρεῖς, ἐννοῶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Σαρανταημέρουτὶς ὅρισαν οἱ Πατέρες κατ’ἀναλογία μὲ τὶς τέσσερις ἐποχὲς τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ αὐτὴν ἐδῶ τὴν τίμησαν περισσότερο ἐξ αἰτίας τῶν Ἁγίων Παθῶν, ἀλλὰ καἰ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς αὐτὴ τὴ νηστεία νήστεψε καὶ δοξάστηκε, ἀλλὰ καὶ ὁ Μωϋσῆς σαράντα μέρες νήαστεψε καὶ ἔλαβε τὸν Νόμο, ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Ἠλίας καὶ ὁ Δανιὴλ καὶ τόσοι ἄλλοι ποὺ τιμηθήκανε ἀπὸ τὸν Θεό.

Ὅτι εἶναι καλὴ ἡ νηστεία τὸ ἀποδεικνύει ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ὁ Ἀδάμ. Γι’αὐτὴ λοιπὸν τὴν αἰτία καὶ ἡ ἐξορία τοῦ Ἀδὰμ θεσπίστηκε ἀπὸ τοὺς Ἅγιους Πατέρες.

Σάββατο της Τυρινης (Από τον Άγγελο Κ.)

29 Φεβρουαρίου, 2020

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα κάνουμε τὸ μνημόσυνο ὅλων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν.

Γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν Δικαίων ποὺ ἡ μνήμη τους  παντοτινὴ θὰ μείνει

σὰν Χοὲς  που θὰ μείνουν,προσκομίζω τοὺς λόγους

Ἤρεμα μὲ τὶς προηγούμενες γιορτὲς οἱ θεοφόροι Πατέρες μᾶς παιδαγώγησαν καὶ μᾶς ἑτοίμασαν γιὰ τὸ στάδιο τοῦ ἀγώνα, ἀπομακρύνοντάς μας ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ τὸν κόρο καὶ μᾶς κατάρτισαν στοιχειωδῶς μὲ τὸν φόβο τῆς μέλλουσας κρίσης. Μὲ τὴν Ἑβδομάδα τῆς Τυροφάγου ὅπως πρέπει μᾶς προετοίμασαν μὲ τὸν καθαρισμὸ καὶ ἀνάμεσα ἔθεσαν τὶς δύο νηστεῖες γιὰ νὰ μᾶς παρακινήσουν σιγὰ-σιγὰ γιὰ τὴν μεγάλη νηστεία. Νὰ λοιπὸν ποὺ καὶ ὅσους ἔζησαν ὁσιακὰ καὶ ξέχωρα, μαζὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες τοὺς ἔβαλαν στὴ μέση, σὰ νὰ θέλουν νὰ μᾶς κάνουν πιὸ δυνατοὺς γιὰ τὸ στάδιο τῆς νηστείας μὲ τὴν μνημόνευση αὐτῶν καὶ τῶν ἀγώνων τους, ἔχοντας τοῦς βίους ἐκείνων δὰν ὁδηγὸ καὶ ὑπογραμμὸ καὶ ἀποσπώντας ἀπὸ αὐτοὺς τὴν συμμαχία καὶ τὴν ἀρωγή, νὰ δοθοῦμε στοῦς πνευματικοῦς ἀγῶνες, ἀναλογιζόμενοι ὅτι καὶ αὐτοὶ μοιράζονται μὲ μᾶς τὴν ἴδια φύση.

Ὅπως ἀκριβῶς οἱ στρατηγοὶ ὅταν ἔχουν παραταχθεῖ τὰ στρατεύματα, καὶ ἤδη στέκονται κατὰ μέτωπο, μὲ λόγια καὶ μὲ παραδείγματα καὶ μὲ μνῆμες ἀρχαίων ἀνδρῶν ποὺ ὑπῆρξαν ἄριστοι στρατηγοὶ καὶ ἐπέδειξαν ἀνδρεία ἐρεθίζουν καὶ τὸν δικό τους στρατὸ κι ἔτσι κι ἐκεῖνοι ἐνδυναμώνονται καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς νίκης ὁλόψυχα ρίχνονται στη μάχη, ἔτσι καὶ τώρα οἱ θεοφόροι Πατέρες σοφὰ πράττουν. Καὶ τοὺς ἄντρες καὶ τὶς γυναῖκες, μὲ τὸ παράδειγμα αὐτῶν ποὺ ἔζησαν ὁσιακά, τοὺς δυναμώνουν γιὰ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Ἔτσι μὰς ὁδηγοῦν στὸ στάδιο τῆς νηστείας γιὰ νὰ καλλιεργοῦμε τὶς ἀρετὲς βλέποντας τὸν βίο ἐκείνων ὡς ἀρχέτυπο καὶ ὄχι ἐπιπόλαια, καθὼς στὸν καθένα προηγουμένως ἔχει προστεθεῖ δύναμη μὲ τὴν ἀγάπη καὶ μὲ τὴν μετὰ νοὸς ἀποχὴ ἀπὸ τὰ ἄσεμνα ἔργα καὶ τὶς πράξεις. Ἔτσι δηλαδὴ καὶ ἡ νηστεία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀποξένωση μόνο ἀπὸ τὶς  τροφές, ἀλλὰ εἶναι καλὴ ἀλλοίωση καὶ τῆς γλώσσας καὶ τῆς ψυχῆς καὶ τῶν ματιῶν καὶ μὲ ἕνα λόγο ἡ ἀποχὴ καὶ ἡ ἀλλοτρίωση παντὸς κακοῦ.

Γι’αὐτὴ τὴν αἰτία, οἱ Ἅγιοι Πατέρες κατέταξαν ἐδῶ τὴν παροῦσα μνήμη ὅλων τῶν Ἁγίων, ὁδηγώντας μπροστά μας ὅσους εὐαρέστησαν τὸν Θεὸ μὲ τὴ νηστεία καὶ μὲ ἄλλα καλὰ καὶ ἀγαθὰ ἔργα. Κι ἔτσι παρωθοῦν κι ἐμᾶς μὲ τὴν εἰκόνα αὐτῶν πρὸς τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν καὶ μᾶς ὁπλίζουν γενναία ἐνάντια στὰ πάθη καὶ τοὺς δαίμονες καὶ μὲ ποιό τρόπο βάζοντας αὐτοὺς ὡς θεμέλιο καὶ ἂν κι ἐμεῖς δείξουμε τὴν ἴδια σπουδὴ μ’αὐτούς, δὲν θὰ ὑπάρξει κανένα ἐμπόδιο γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς τὰ ἴδια βραβεῖα μ’ αὐτούς. Γιατί κι αὐτοὶ μοιράζονται τὴν ἴδια φύση.

Γιὰ τὴν Τυροφάγο τώρα ἰσχυρίζονται μερικοὶ ὅτι ὁ βασιλιᾶς Ἡράκλειος τὴν καθιέρωσε ἐνῶ πρὶν ἦταν κρεωφάγος. Καθὼς εἶχε ἐκστρατεύσει γιὰ ἕξι χρόνια ἐναντίον τοῦ Χοσρόη καὶ τῶν Περσῶν προσευχήθηκε στὸν Θεό ἂν τοὺς νικήσει, αὐτὴν τὴν Κυριακὴ νὰ τὴν ἀλλάξει καὶ νὰ τὴν καταστήσει μεταξὺ νηστείας καὶ τρυφῆς, πράγμα ποὺ ἔκανε.

Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι κι ἂν αὐτὸ ἴσως συνέβη, ὅτι κι αὐτὴ ἐπινοήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο μία προκάθαρσις. Γιὰ νὰ μὴν στενοχωρηθοῦμε ποὺ ἀπότομα ἀπὸ τὰ κρέατα καὶ τὴν ἀδηφαγία θὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν ἄκρα ἀσιτία καὶ βλαφθοῦμε ἀπὸ τὴν σωματικὴ ἕξι, ἀλλὰ ἤρεμα καὶ σιγὰ σιγὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὶς λιπαρὲς καὶ εὔχάριστες τροφές, ὅπως τὰ ἀτίθασα ἄλογα, μὲ τὴν μείωση τῆς τροφῆς, νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸ χαλινάρι τῆς νηστείας. Ὅπως ἔκαναν γιὰ ταῆν ψυχὴ μὲ τὶς παραβολές, ἔτσι καὶ γιὰ τὸ σῶμα ἐπινόησαν ὥστε βῆμα βῆμα νὰ περικόψουν τὰ ἐμπόδια τῆς νηστείας.

π.Βασιλειος Γοντικακης (Ι.Μ.Ιβηρων) -περί της παραβολής του ας του Υιου)-ευχαριστήριος χαιρετισμός στον συμπατριώτη του π.Βασιλειου και αγαπητό φίλο και αδελφό Ιωάννη Φ.)

16 Φεβρουαρίου, 2020

π. Βασίλειος Ιβηρίτης: Η παραβολή του Ασώτου Υιού

 

Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα

Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ’ αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ’ αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι’ αυτό λέει: «Πάτερ, δος μοι…»

Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι’ αυ­τό ζητά από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.

Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Αγιος Μάξιμος, Ρ.G. 4, 301Α).

Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ’ ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.

Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύσι.

Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι’ αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.

Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.

Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;

Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρη. Να το νοιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.

Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.

Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημά μας -«συναγαγών άπαντα»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).

Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι που δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.

Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.

Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει

Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλο­δαπή, οπού τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».

Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, αλλά έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός «κατά την χώραν εκείνην». Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζη καλά για πάν­τα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωσι, εξαθλίωσι, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρ­νείται τη φύσι, την ευγένειά σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Αλλά και όταν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νη­στικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.

Το αληθινό μένει, μας σώζει

Η δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα του, τι αντοχή είχε, τι έμεινε ανέπαφο, ποιος μπορούσε να τον βοηθήση, σε ποιον να κολληθή -«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» (Ψαλμ. 62, 9)- σε ποιον να καταφύγη, ποιος είναι «οικτίρμων και ελεή­μων» (Ψαλμ. 102, 8), που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάστασι για όλους.

Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέ­θανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χά­νεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγά­πη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύϊ» (α’ ευχή του Εσπερινού). Το ξέρω, το ζω.

Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του -είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο- σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό· δούλος χωρίς ψωμί.

Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα που είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις.

Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημά μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, που μπορώ να επανορθώσω με τις δυνάμεις μου· δεν είναι κάτι που μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέσι του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφ’ όσον με σε­βάστηκες περισσότερο απ’ ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.

Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέ­λειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες· ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγ­κό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συ­νειδητοποιώ.

Έπρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νοιώσω; Έπρεπε να φτάσω στην απώλεια και στον θάνατο, για να καταλάβω τι θα πη σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τι να πω. Όλα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, που με διαλύει.

Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν και μου κά­νει συντροφιά.

Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.

«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».

Συνάντησι νεώτερου υιού με τον πατέρα

Πριν φτάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέ­χει. Χωρίς να του πη τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλό του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.

Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντησι: Ο πατέρας άκουσε την εξομολόγησι, την ξέρει πριν του την πη. Βλέπει τον γιο του πριν να γυρίση. Ήταν μα­ζί του, χωρίς να τον βλέπη ο γιος. Αυτός που αγαπά με την τέλεια αγάπη «απών ως παρών συναναστρέφεται, μη ορώμενος υπό τινος» (Αββάς Ισαάκ, λόγος κδ’).

Ο γιος όμως αρχίζει την εξομολόγησι· λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθή. Είναι μια ανάσα που πρέπει να βγη από τα σπλάχνα του, για να ελευθερωθή. Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, αλλά δεν την τελειώνει. Αναφέρει το αμάρτημα, το έγκλημά του, και στα­ματά. Δεν τολμά να συμπληρώση τη φράσι να ζήτη­ση να γίνη δούλος του πατέρα. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης που τον παρασύρει, τον διαλύει· και δεν μπορεί να κάνει σ’ Αυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημά του και σιωπά.

Τον λόγο παίρνει ο πατέρας, που με τον ίδιο τρό­πο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: Δεν λέει τίποτε στο παι­δί του για τον εαυτό του· ούτε αν πόνεσε ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε· ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα που γύρισε. Αυτά δεν λέγονται· διαγράφονται όλα ως περιττά. Δεν μπορεί να μιλήση σ’ αυτόν τον γιο που είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πώς να αρθρώση τα άρρητα ή πώς να μειώση την ενάργεια όσων λέγονται εν σιγή;

Στον γιο δεν λέει τίποτε. Η μυσταγωγία της σχέσεώς τους ιερουργείται σε χώρο βαθιάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης που παραλύει τη γλώσσα.

Μιλά, δίδει εντολές στους δούλους: «εξενέγκατε την στολήν … ενδύσατε … θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν», ας ευφρανθούμε, γιατί «ούτος ο υιός μου νε­κρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».

Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήση για το θέ­μα του γιου του.

Το «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη», που ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά που έζησαν και που ζουν οι δυο τους, πατέρας και γιος.

Δεν μίλησε ο πατέρας στην αρχή ούτε τώρα, όχι γιατί ήταν αδιάφορος ή δεν γνώριζε το μέγεθος του δράματος ή δεν είχε συνείδησι του κινδύνου που επρό­κειτο να περάση το παιδί του. Δεν έχει κανένα στοι­χείο απάθειας που φανερώνει αδιαφορία ή έλλειψι αισθήσεως. Όλα τα ζη. Όλα τα ξεπερνά με την άπει­ρη αγάπη του. Τον παρακολουθεί, τον συνοδεύει μέ­χρι την απώλεια, τον θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρίς να του πη ο γιος λεπτομέρειες, όλη την οδύσσεια που πέρασε, ότι γεύτηκε όντως την κόλασι, τον χαμό, τον θάνατο.

Και βρέθηκε, σώθηκε, ανέζησε από άλλη δύναμι, που υπήρχε μέσα του και τον παρακολουθούσε γύ­ρω του διακριτικά. Υπάρχει η δύναμι της υιότητος και της πατρότητας. Ήταν αυτός γιος και είχε πη στην αρχή «πάτερ» (και όταν έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να στραπατσάρη το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του χαμού, του θανάτου του ίδιου του παιδιού. Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτοντάς τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε.

Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός. Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λειτουργία, η σύναξι και η ζωή της Εκκλησίας.

Επιστροφή που σε ελευθερώνει

Ο νεώτερος υιός σκεφτόταν να ζητήση να μείνη στο σπίτι «ως εις των μισθίων». Αυτό αν του δινόταν, θα ήταν ήδη παράδεισος μέγας γι’ αυτόν. Θα βρισκόταν σε δρόσο Αερμών. Όμως ο Θεός Πατέρας τον κάνει το κεντρικό πρόσωπο και την αφορμή του μεγάλου πανηγυριού. Και αυτό τον καταπλήττει και τον κα­τακαίει. Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης Του. Και νοιώθεις ανάξιος γι’ Αυτήν. Αποτραβιέσαι στη θέσι του δούλου, που σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. Δεν αναπαύει όμως τον Θεό, που τόσο αγαπά, που τόσο συγχωρεί, που σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη. Και κλαις από χαρά για το θαύμα τούτο. Και το κλάμα φανερώνει την πλησμονή της αγαλλιάσεως.

Γι’ αυτό οι Αγιοι, τα παιδιά του Θεού, ονομά­ζουν τον εαυτό τους δούλο Χριστού. Και νοιώθουν ότι αυτό ξεπερνά την αξία τους και τους πλημμυρίζει με τιμή. Το άλλο, το να γίνεται παιδί κατά χάρι και το κεντρικό πρόσωπο του πανηγυριού, οπού θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός, αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες προσ­δοκίες· υπαγορεύεται και πραγματοποιείται μόνο από την απερινόητη και άφατη αγάπη του Θεού Πατρός.

Εξουθενώνει τον εαυτό του και δοξάζεται. Δεν βλέπει ανθρώπινα τη δόξα που θα ακολουθήση. Μένει μόνο στην εξουθένωσι. Του αρκεί να είναι στο σπί­τι του Πατρός. «Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» (Ψαλμ. 83, 11). Δεν ζητά χαρίσματα -αυτό γίνεται εκ βαθέων- γι’ αυτό του δίδονται όλα.

Όταν ζητάς κάτι μικρό, ένα ερίφιο, δεν παίρνεις τίποτε. Όταν δεν ζητάς τίποτε -ούτε να γίνης δούλος- τα παίρνεις όλα.

Επειδή είναι αληθινή η μετάνοιά του, ήδη τον έβαλε στον Παράδεισο· διαιτάται σε χαρά που ακατάπαυστα αυξάνει. Αυτό το ξέρει ο πατέρας. Γι’ αυτό θύει τον μόσχο τον σιτευτό. Ενδύει τη χαρά με τη χα­ρά. Τον υιό τον άξιο του πατέρα με τη στολή την πρώ­τη. Αυτό γίνεται αυθόρμητα. Όπως από τον τάφο της σκοτεινής γης, ο σπόρος που πεθαίνει, προχωρεί φυσιολογικά και φτάνει στην ανθοφορία -«η γη αυτομάτη καρποφορεί» (Μάρκ. 4, 28)- έτσι από τη συντετριμμένη καρδιά του ταλαιπωρημένου, του χαμέ­νου γιου, ανατέλλουν τα πάμφωτα χαρίσματα και τον ντύνουν. Τον περιβάλλει το φως ως ιμάτιον στολή πρώτη και ανέγγιχτη.

Αλλιώς -αν δεν είχε αυτή τη διαλυτική των πάν­των συντριβή- δεν θα μπορούσε να ανθέξη και τα ελάχιστα χαρίσματα, θα του κάνανε κακό. Θα τα πέταγε πέρα. Και ο ίδιος θα πεταγόταν έξω από τη μονα­δική χαρά, την πανήγυρι της αγάπης· όπως έκαμε ο πρεσβύτερος υιός.

«Και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών» (Ιω. 16, 22). Κανείς δεν μπορεί να του πάρη τούτη τη χαρά, να του την αφαιρέση, να την απομακρύνη. Γιατί πηγάζει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι ο Χριστός που ζη μέσα του. Δεν ζη πια αυτός.

Επιστροφή που σε πνίγει

Μια διαφορετική επιστροφή, όχι θεϊκή εν ταπεινώσει και εξουθενώσει -που είναι γεννητική της άφθαρτου δόξης- αλλά σύμφωνα με τη λογική και τη στάσι του πρεσβύτερου υιού, που δεν είναι επιστροφή αλλά πε­ριπλοκή χειρότερη των πραγμάτων, θα ήταν κάπως έτσι:

Λοιπόν, πατέρα, γυρίζω να τα συζητήσωμε, να δούμε τα πράγματα ψύχραιμα. Να δούμε σε τι φταις και σε τι φταίω. Να βρούμε έναν τρόπο συμβιώσεως.

Όχι ότι δεν μπορώ να ζήσω μακριά από σένα. Μπορώ κάλλιστα, αλλά είπα, μια και είσαι πατέρας μου, να γυρίσω. Τώρα όμως πρέπει να προσέξωμε, για να μην επαναληφθούν τα ίδια. Γιατί αν δεν έδινες αφορμή με τη συμπεριφορά σου, δεν είμαι ανόητος να σηκωνό­μουνα να έφευγα στα καλά καθούμενα.

Λοιπόν, τί λες τώρα; Υπάρχει τρόπος συμβιώ­σεως, ναι ή όχι;

Και μην κρατήσης κακία. Αλλά να τα ξεχάσης όλα. Και να μου βάλης την πρώτη στολή, για να μη νοιώθω μειωμένος απέναντι των άλλων.

Για πανηγύρι χαράς δεν του κάνει λόγο, γιατί αυτή η λογική δεν έχει σχέσι με καμιά χαρά. Αυτή είναι η αρρώστια, τα ράκη της πεπτωκυίας φύσεως, όχι η στολή της πρώτης καινής κτίσεως. Αυτή είναι η κόλασι της «δικαιοσύνης».

Υπάρχει παραμονή στο σπίτι που είναι περιπλάνησι σε χώρα μακρινή. Υπάρχει επιστροφή που είναι μεγαλύτερη απομάκρυνσι από το σπίτι.

Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα.

Συνάντησι με τον πρεσβύτερο υιό

Από τον μακρινό αγρό, όπου έβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ο νεώτερος υιός και μπήκε στον Παράδεισο. Από τον αγρό του πατέρα επέστρεψε ορ­γισμένος ο πρεσβύτερος και φανέρωσε την κόλασι που κουβαλούσε μέσα του. «Ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν», αφού πληροφορήθηκε από τους δούλους τι γι­νόταν στο σπίτι.

Είναι ανανεούμενο βάσανο η ζωή του πατέρα. Μόλις τελειώνει η μια δοκιμασία, αρχίζει η άλλη. Όταν ο νεώτερος επιστρέφη από την ασωτεία, ο πρεσβύτερος, που μένει στο σπίτι, αρνείται να μπη μέσα.

Κάθε μεγάλη μέρα ο πειρασμός δημιουργεί προβλήματα, προκαλεί αφορμές θλίψεως. Θέλει να μολύνη τη χαρά, να θόλωση την καθαρότητα της γιορ­τής. Να μην αφήση καρδιά απλήγωτη. Αλλά ο πα­τέρας της παραβολής είναι ωκεανός αγάπης και ανο­χής: «Εξελθών παρεκάλει αυτόν».

Ο πατέρας γνωρίζει την αρρώστια του μεγαλύ­τερου παιδιού του, ότι ζηλεύει και φθονεί. Γι’ αυτό, από αγάπη κινούμενος, μετριάζει τις εκδηλώσεις της πατρικής του στοργής. Δεν τρέχει -«δραμών»- όπως στην περίπτωσι του νεωτέρου, αλλά εξέρχεται βαρύς από τον πόνο. Και δεν τον «καταφιλεί» -αν έκανε κά­τι τέτοιο, θα τον κατέκαιγε, θα τον τάραζε ολόκληρο- ούτε καν τον φιλεί. Μόνο του μιλά παρακλητικά. Και δέχεται καρτερικά όλα τα κύματα της οργής του πρε­σβύτερου υιού.

Σαν να είχε έτοιμη την επίθεσι (όπως ο νεώτε­ρος την εξομολόγησι). Λες και περίμενε την αφορμή για να ξεσπάση, να βγάλη έξω όσα μαζεύονταν και έβραζαν μέσα του ολόκληρη σειρά ετών.

«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι…»

Δεν τον ονομάζει καμιά φορά ούτε τον βλέπει ως πατέρα, αλλά σαν αφεντικό, και μάλιστα άδικο. Τον εαυτό του τον υποτιμά, τον βλέπει σαν μισθωτό δούλο.

Μέσα σ’ όλην αυτή τη νομικίστικη σχέσι δικαιώ­νει εξ ολοκλήρου τον εαυτό του και καταδικάζει από­λυτα τον πατέρα του.

«Ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον». Είμαι εν τάξει πάντοτε. Είμαι άμεμπτος. Ποτέ δεν έσφαλα σε κάτι.

Εσύ αντίθετα είσαι ολοκληρωτική αποτυχία. «Ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ».

Εγώ ουδέποτε έκαμα κάτι κακό. Εσύ ουδέποτε έκαμες κάτι καλό.

Τον αδελφό του δεν τον ονομάζει αδελφό, αλλά γιο του πατέρα του. Και το σφάλμα του νεωτέρου, που δεν το έχει διορθώσει, δεν είναι ότι πρόσβαλε τον πατέρα του, αλλά ότι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε πε­ριουσία. Και αυτός πρώτος και μόνος κατηγορεί τον αδελφό του ότι κατέφαγε την περιουσία «μετά πορνών».

Η πρώτη διόρθωσι του πατέρα γίνεται με την προσφώνησι: «Τέκνον». Εσύ δεν με καλείς πατέρα, εγώ σε θεωρώ και σε ονομάζω παιδί μου. Αυτό είναι το πρώτο. Δεν είσαι δούλος μου, ούτε καταδυναστευόμενός μου.

Στο αρνητικό επίρρημα ουδέποτε του πρεσβύτε­ρου υιού ο πατέρας αντιπαραθέτει το θετικό πάντοτε: «Συ πάντοτε μετ’ εμού ει». Είσαι πάντοτε μαζί μου. Αυτός είναι ο παράδεισος, η ελευθερία, ο πλούτος του υιού, το ότι μένει εν τη οικία (Ιω. 8, 35), μένει με τον πατέρα μαζί. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί» (Ιω. 14, 10).

Και στην αίτησι του ελαχίστου και μικρού -ερι­φίου- απαντά με το πάντα. «Πάντα τα εμά σα εστί».

Στην οργή και στο μίσος που τον κατατρώει («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») αντιπαραθέτει το «ευφρανθήναι και χαρήναι έδει», γιατί ο αδελφός σου αναστήθηκε και σώθηκε.

Χαρακτηριστικά του νεώτερου υιού

Στον νεώτερο υιό εφαρμόζεται ο λόγος της Αποκαλύψεως: «Όφελον ψυχρός ης ή ζεστός» (Αποκ. 3, 15).

Όταν έφυγε, ήταν απόλυτος αντάρτης: «συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν». Έπεσε με τα μούτρα στην αμαρτία. Τα έδω­σε, τα έχασε όλα.

Όταν έφτασε στην εσχάτη ανάγκη, «εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης». Το εκολλήθη δείχνει την ολόψυχή του προσπάθεια να πιαστή από κάποια σανίδα σωτηρίας.

Όταν επέστρεφε, ήταν το ίδιο θερμός και από­λυτος: ήρθε να ομολογήση απερίφραστα την ολική του αποτυχία και αμαρτία.

Τα χάνει όλα την πρώτη φορά. Προσφέρει τώρα όλο του τον εαυτό, έστω χαμένο και νεκρό –πάντως όλο- στον πατέρα του· χωρίς κανένα ενδοιασμό, χω­ρίς καμιά επιφύλαξι ή όρο.

Η φιλαυτία -η αρρωστημένη προσκόλλησι στο εγώ μας- είναι ξένη προς την Αγάπη που μας έπλα­σε, προς την πνοή που Αυτή μας φύσηξε στα σπλάχνα. Γι’ αυτό κάνοντας το θέλημά του αντάρτικα ο νεώτερος γιος, χάνει τον άξονα της ζωής του, αθετεί τη φύσι του, καταστρέφει τον εαυτό του· βρίσκεται εκτός εαυτού. Μόλις «έρχεται εις εαυτόν», επιστρέφει στο σπίτι του. Βρίσκει τον πατέρα του, που είναι αγάπη, που δεν κλείνεται στον εαυτό του, αλλά «δι’ υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητας έξω εαυτού γίνεται … και εν πάσι κατάγεται» (Αγιος Διονύσιος ο Αρεο­παγίτης, Ρ.G. 3, 712ΑΒ). Τον πατέρα που τρέχει έξω από το σπίτι, για να αγκαλιάση τον νεώτερό του γιο που επιστρέφει, και βγαίνει έξω από το σπίτι του, από την ίδια αγάπη κινούμενος, για να παρακαλέση τον πρεσβύτερο.

Η εκστατική αγάπη -προσφορά στον Αλλον- μας οδηγεί στον εαυτό μας. Βρίσκομε το είναι μας και όλους τους άλλους. Αν αυτήν έχωμε -όσο μακριά κι αν βρισκώμαστε- θα μας φέρη στον Παράδεισο. Αν δεν την έχωμε -και στην πόρτα του Παραδείσου να είμαστε- η έλλειψι της αγάπης, το μίσος, δεν θα μας αφήση να μπούμε, αλλά θα μας πετάξη μακριά.

Χαρακτηριστικά του πρεσβύτερου υιού

Ο πρεσβύτερος νοσεί, έχει μέσα του κόλασι. Μόνο βάσανο και ταραχή του προκαλεί η αγάπη του πατέρα προς αυτόν, η αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους.

Δεν μπορεί να εφαρμοσθή εδώ η εντολή του μεγάλου Δειπνοκλήτορος: «ανάγκασον εισελθείν» (Λουκ. 14, 23). Μια τέτοια επιμονή για είσοδο στον Παρά­δεισο σε άνθρωπο που ζηλοφθονεί, πολλαπλασιάζει τον δαιμονισμό. Τον βασανίζει περισσότερο. Του κάνει τη ζωή αβάσταχτη κόλασι.

Αυτός με σίγουρους συλλογισμούς και ατράντα­χτα επιχειρήματα ανατρέπει όλα. Τα αποδεικνύει απαράδεκτα. Βρίσκει ενόχους και καταδικαστέους όσους συνέπραξαν για μια τέτοια γιορτή· για έναν παράδεισο, όπου ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψη, να σωθή, να ζήση· για ένα πασχάλιο δείπνο, όπου «ο μόσχος πολύς» και ακούγεται η κλήσι: «Πάντες απο­λαύσατε του συμποσίου της πίστεως … του πλούτου της χρηστότητας». Δεν ανέχεται τέτοιες καινοτομίες. Δεν μπορεί να μπη σε τέτοιο κλίμα. Δεν υποφέρει «συμφωνίες και χορούς». Του είναι ξένο και απαράδε­κτο το γεγονός, ο Θεός να αγκαλιάζη τον άσωτο που μετανοεί και να του χαρίζη «την στολήν την πρώτην». Δεν μπορεί να ανεχθή αυτή την αδικία, αυτή την προσ­βολή προς την «αλήθεια», τη «δικαιοσύνη».

Ο πατέρας μειλίχια τον προσκαλεί στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι. Και είναι σαν να του ζητά να μπη στην κόλασι. Φουντώνει μέσα του το μίσος· και ακούει τη στοργική πρόσκλησι του πατέρα σαν οργισμένη αποπομπή.

Μήπως όλα αυτά λένε κάτι για το πώς θα γίνη η τελική κρίσι στη δευτέρα Παρουσία;

Μήπως η οργή («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη οργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού; Και το μίσος, που δεν αφήνει τον άνθρωπο που το έχει να μπη στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί γι’ αυτόν τον ίδιο την πρόσκλησι για τον Παράδεισο σε αποπομπή προς το πυρ το εξώτερο; Μήπως το μίσος είναι κόλασι που κατατρώει τα σωθικά μας; Και η θεία αγάπη παράδεισος που μας αναζωογονεί; Μή­πως η ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους, υγιείς, που αγαπούν, που μετανοούν και έχουν νουν Χριστού; Και η ίδια η αγάπη είναι κόλασι για τους αρρώστους, δηλαδή για κείνους που δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νουν Χριστού;

Μήπως η μία κλήσι της αγάπης του Θεού, ο οποίος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αλη­θείας ελθείν», θα ακουσθή από όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον»· και απ’ αυτούς που αγαπούν: «Δεύτε οι ευλο­γημένοι του Πατρός μου…»;

Μήπως από σήμερα δεν κρινόμαστε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμαστε για το ποια θέσι θα πάρωμε τότε μόνοι μας; Δεν ετοιμαζόμαστε για την κρίσι της αγάπης; Δηλαδή για το αν δεχώμαστε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο ή ως κόλασι;

Αντιπαραβολή των δύο υιών

Ο νεώτερος υιός υπόδειγμα επιστροφής και φανέρωσι του τί είναι εξομολόγησι: καρπός μετανοίας, ομολο­γία των ουσιαστικών μου σφαλμάτων, εγκλημάτων. Συντριβή και εκζήτησι ελέους.

Ο πρεσβύτερος υιός υπόδειγμα μη επιστροφής και φανέρωσι του τί δεν είναι εξομολόγησι: αναφορά των δικών μου κατορθωμάτων και των εγκλημάτων των άλλων. Σκληροκαρδία και κατάκρισι.

Με το πέρασμα του χρόνου και την οδυνηρή πεί­ρα έφυγε από τον νεώτερο η ιδέα ότι κάτι μπορεί να βρη έξω από το σπίτι, χωρίς τον πατέρα. Γνώρισε την κουφότητα της ζωής μακριά από την πηγή της.

Αντίθετα, όσο περνά ο καιρός, ο πρεσβύτερος δεν ωριμάζει πνευματικά, αλλά σκληραίνει τη στάσι του. Συνεχώς και περισσότερο κατακρίνει τους άλλους και τον πατέρα του, μέσα σε μια ψευδαίσθησι ότι είναι «κάποιόν τι».

Ο νεώτερος υιός με τη συμπεριφορά του λέει τον λόγο της μετανοίας: «Σοι μόνω ήμαρτον».

Ο πρεσβύτερος αντιθέτως λέει: Εσύ είσαι ο μό­νος φταίχτης.

Το ότι ο νεώτερος επαναστάτησε στην αρχή, πριν περάσουν τα χρόνια, μπορεί κάπως να δικαιολογηθή.

Το να αντιδρά όμως ο πρεσβύτερος μετά «τοσαύτα έτη» και να μη θέλη να μπη στο σπίτι, την ώρα της μεγάλης χαράς, αλλά να ζητά ερίφι -όχι αμνό- για να ευφρανθή με τους φίλους του (οι φίλοι του ήσαν μεταξύ των ερίφων, των εξ ευωνύμων, όχι μετα­ξύ των ευλογημένων, των εκ δεξιών), αυτό είναι βαρύ και δύσκολα θεραπεύεται.

Όταν έχης να κάμης με πατέρα ουράνιο, έχεις άλλες σχέσεις, μιλάς άλλη γλώσσα, αναφέρεις άλλες απώλειες και κέρδη. Δεν αμύνεσαι, αλλά αυτοεξουθενώνεσαι, γιατί βρίσκεις τον εαυτό σου ένοχο -τον μόνο ένοχο- μπροστά σ’ έναν τέτοιο πατέρα, που όχι μόνο αγαπά, αλλά είναι η Αγάπη.

Όταν δεν θεωρής τον Θεό πατέρα που αγαπά, τότε η εξομολόγησι καταργείται, χάνει το νόημά της, δεν γίνεται. Ή όταν πάη να γίνη, ξεπέφτει σε μια νο­μική αντιδικία, οπού κατηγορείται ο αναίτιος, ο ευεργέτης. Όταν βλέπης μπροστά σου εργοδότη, που υπολογίζει τα δούναι και λαβείν, ετοιμάζεσαι για δια­μάχη και αναμέτρησι οικονομική, δικανική τακτοποίησι· να δούμε ποιος θα επιβληθή σε ποιόν.

Αν μπορούμε να αγαπάμε, θα γνωρίσωμε την αλήθεια του Θεού. Χωρίς αγάπη, υψώνοντας τη φωνή μας, αποκαλύπταμε το ψέμα της ζωής μας.

Χαρακτηριστικά του πατέρα

Ο πατέρας της παραβολής ξέρει πότε μιλά και πότε όχι. Πότε μοιράζει την περιουσία ολόκληρη, χωρίς να πη λέξι. Και πότε δεν δίδει ούτε ένα ερίφιο και επεξηγεί το γιατί. Πότε και ποιόν γιο του ασπάζε­ται, χωρίς άλλα σχόλια. Πότε και ποιόν γιο του δεν ασπάζεται, αλλά τον παρακαλεί και τον συμβουλεύει, πατρικά και βραχύλογα.

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια και επεξηγήσεις. Απαιτείται χρόνος, προσωπική αυτοπαρακολούθησι και δοκιμασία, για να καταλάβωμε -αν καταλάβωμε- περί τίνος πρόκειται.

Έχει σημασία λοιπόν να ξέρη κανείς πότε θα πη σε κάποιον κάτι. Και μέχρι που θα προχωρήση. Στη συνέχεια σταματά την επεξήγησι, χωρίς να προχωρή, ενώ το θέμα δεν λύθηκε, δεν τακτοποιήθηκε.

Δεν ρωτά τον νεώτερο γιο του τί σκέφτεται να κάμη και πότε. Γι’ αυτό τον αφήνει ελεύθερο να μείνη στο σπίτι όσες μέρες θέλει μετά τη μοιρασιά της περιουσίας (αυτός φεύγει «μετ’ ου πολλάς ημέρας»). Ούτε τον ερώτα που θα πάη· αν σκέφτεται να πάη κοντά ή μακριά («εις χωράν μακράν), ή αν θα πάρη όλα τα πράγματά του ή τα μισά («συναγαγών άπαν­τα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν»).

Ούτε τον πρεσβύτερο υιό ρώτησε τί αποφασίζει, αφού άκουσε όσα του είπε η πατρική του αγάπη. Τον αφήνει ελεύθερο να αποφασίση όταν και όπως θέλει. Αφήνει το θέμα ανοιχτό. Απλώς περιορίζεται στο να του πη τι έπρεπε να κάμη: «Ευφρανθήναι και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».

Και η παράκλησι, η προτροπή του πατέρα, μένει αναπάντητη, το τέλος άγνωστο. Κόβεται η συζήτησι απότομα, σταματά, μένει ακέφαλη. Γιατί δεν τελειώνει; Γιατί δεν φτάνει σε τελεία και παύλα;

Έτσι γίνεται. Δεν βρίσκεται τέλος με συζητήσεις στα θέματα αυτά και με ανθρώπους που βρίσκονται σ’ αυτή την κατάστασι. Δεν υπάρχει τέλος σε συζητήσεις για θέματα που η φύσι τους ξεπερνά πάντα λόγον και αίσθησιν. Αλλωστε ούτε και το πρόβλημα, η αρρώστια του νεωτέρου, τακτοποιήθηκε με συζητή­σεις, αλλά με μια φαινομενική εγκατάλειψι, άφεσι στο να μάθη δια του πάθους του. Έτσι είναι. Μόνον ο Θεός να κάμη το θαύμα Του.

Κουβέντες και προτροπές δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα σε ανθρώπους που έχουν καταπιή το μί­σος, τη λογική της αυτοδικαιώσεως, της καταδίκης όλων των άλλων. Μπορούν να σου αραδιάσουν ατέλειωτα σε στιγμή χρόνου· να συσσωρεύουν αναρίθμητες δικές τους αρετές και εγκλήματα των άλλων. Όσα δεν ελέχθησαν -και δεν λέγονται- μπορούν να τα εκστομίσουν, για να εξοντώσουν τον αδελφό τους και να δικαιώσουν τον εαυτό τους. Αλλά δεν αλλά­ζουν γνώμη. Δεν μπορούν να μετανοήσουν. Δεν αγαπούν. Είναι ξένο προς τη φύσι τους. Αυτή είναι η κόλασί τους.

Πώς μπορείς ν’ αγαπάς αυτούς που δεν αγαπούν;

Αυτό είναι ένας μεγάλος σταυρός. Σου αρνούνται την αγάπη· είναι κόλασι γι’ αυτούς. Υποφέρουν, βασανί­ζονται. Αλλά πώς μπορείς να τους συμπαρασταθής, να τους συνδράμης, χωρίς αγάπη; Αυτοί ζητούν όχι τη σωτηρία, αλλά την καταδίκη, την εξόντωσι πάντων. Έτσι καταδικάζουν και τον εαυτό τους. (Θεολογία και πολιτεία κολάσεως.)

Ο πατέρας παρατρέχει τα επιχειρήματα του πρεσβύτερου γιου. Δεν του κάνει καμιά κριτική: ούτε τον ψέγει για κάποιο λάθος του, ούτε του αναφέρει κάτι καλό που έκαμε. Δεν χρειάζεται να καθυστερήση κα­θόλου μέσα στη λογική αυτή, που δεν οδηγεί πουθενά αλλού, εκτός από το αδιέξοδο της κολάσεως. Δεν μπορεί κανείς να του αρνηθή την κάποια καλή του προσπάθεια, αλλά το κακό ήταν ότι δεν είχε κατα­λάβει ότι και ο ίδιος ήταν άσωτος, δεν ήταν μόνον ο αδελφός του.

Η παραβολή και εμείς

Έχει άμεση σχέσι η παραβολή αυτή με τον Θεό Πατέρα και την ιστορία της ανθρωπότητας, που χαρα­κτηριστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, σε δύο γιους.

Εμείς που βρισκόμαστε; Ποιόν αντιπροσωπεύαμε;

Δεν είναι εύκολο να πούμε. Είναι επικίνδυνο βιαστικά να απαντήσωμε· αυτό μας διδάσκει η παραβολή.

Ο νεώτερος υιός από την αρχή, που ζήτησε στανικά το επιβάλλον μέρος της ουσίας (και ποιος του είπε ότι είχε δικαίωμα να κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ότου δαπανήση τα πάντα, και γίνη ισχυρός λιμός σ’ όλη τη μακρινή χώρα, και πεθάνη της πείνας αυτός και οι πολίτες της χώρας εκείνης… Μέχρις ότου γί­νουν όλα αυτά, ήταν ζαλισμένος, δεν ήταν στα καλά του, ήταν εκτός εαυτού. Δεν μπορούσε να διακρίνη, να καταλάβη τί έκανε. Μόνο μετά από όλα αυτά «ήλθεν εις εαυτόν».

Αρα, αν βρισκώμαστε στην κατάστασι αυτή του νεώτερου γιου, πριν έλθη εις εαυτόν, σημαίνει ότι είμαστε στην πραγματικότητα εκτός εαυτών και δεν ξέρομε που βρισκόμαστε, τι μας γίνεται, τι αντιπροσωπεύαμε. Ή και αν νομίζωμε ότι ξέρομε -που συ­νήθως νομίζομε- πέφτομε έξω. Και μόνο αν έλθωμε εις εαυτούς κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού, θα ανακαλύψωμε τη φτώχεια και τη γυμνότητά μας.

Αλλά και ο πρεσβύτερος υιός δεν είναι λιγότερο εκτός εαυτού. Ή καλύτερα, αυτός δεν παρουσιάζεται ποτέ στην παραβολή να έρχεται εις εαυτόν, δηλαδή να έρχεται προς τον Πατέρα, να αισθάνεται και να ομο­λογή με τη ζωή και τη συμπεριφορά του την ανθρώ­πινη αδυναμία. Αλλά ψεύδεται και αλλοφρονεί: Κάνει πεισματικά το θέλημά του -«ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν»- και νομίζει ότι έχει όλο το δίκιο με το μέ­ρος του. Ενώ κρίσις δικαία είναι εκείνου που δεν κά­νει το δικό του θέλημα αλλά μόνο το θέλημα του ουρανίου Πατρός.

Αυτοδικαιώνεται με τα λόγια του και ταυτόχρονα αναιρείται με τη διαγωγή του, αποδεικνυόμενος κενός οιηματίας, ξένος προς το ήθος του ουρανίου Πα­τρός.

«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι»: Υπολογίζει τον χρό­νο, την κτίσι όχι την αιωνιότητα, την άκτιστη χάρι, που μια ροπή κάνει θεολόγο τον ληστή που μετανοεί.

Κατηγορεί τον αδελφό του για ασωτεία και ανταρσία και ο ίδιος δεν υπακούει στον πατέρα του. Ενώ διαλαλεί τη διαρκώς άψογη στάσι του -«ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον»- την ίδια στιγμή όχι εντολή αυστηρή για δουλειά αρνείται, αλλά παράκλησι πα­τρική για συμμετοχή σε οικογενειακή χαρά καταπα­τεί.

Αρα, δεν είναι εύκολο μόνοι μας να πούμε που βρισκόμαστε, γιατί μπορεί να πέφτωμε έξω, μπορεί να είμαστε εκτός εαυτών και να μην το ξέρωμε, να μην το αντιλαμβανώμαστε.

Τί φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι! Και το ακόμη φοβερότερο, να εφαρμόζης τις εντολές και να μην καταλήγης στη γεύσι του μόσχου του σιτευτού, να μη γίνεσαι δαιτυμών λαμ­πρός του μεγάλου Συμποσίου που προσφέρεται «υπέρ της Οικουμένης».

Εμείς ως πατέρες πνευματικοί

Υπάρχει μια ισορροπία στην όλη ιστορία, γιατί ο πατέρας όλα τα ρυθμίζει θείως, όλα τα υποφέρει. Σηκώνει γαλήνια τον σταυρό της όλης περιπέτειας του σπιτιού. Και τα δυο παιδιά του είχαν προβλήματα· βα­σανίστηκαν και τον βασάνισαν. Αυτός όμως έπραξε άψογα, θεϊκά. Ούτε τον νεώτερο υιό χαρακτήρισε άσω­το ούτε τον πρεσβύτερο επέπληξε, επειδή του μίλησε άπρεπα. Η συμπεριφορά του φανερώνει απέραντη αγάπη και φέρνει παρηγοριά.

Εφ’ όσον έχομε έναν τέτοιο Πατέρα, μπορούμε να ελπίζωμε. Μπορούμε να βρούμε τον δρόμο για το σπίτι, μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας.

Στη ζωή μας ως άνθρωποι είμαστε πάντοτε παι­διά του Θεού· και υπόδειγμα για την επιστροφή προς τον ουράνιο Πατέρα είναι ο νεώτερος υιός. Βρισκόμαστε όμως και στη θέσι του πατρός ή του πνευμα­τικού πατρός. Τότε πάλι το πώς πρέπει να συμπερι­φερθούμε προς τα τέκνα ή πνευματικά μας τέκνα μας φανερώνει η συμπεριφορά του «ανθρώπου» της πα­ραβολής.

Αν βρισκώμαστε στην κατάστασι του νεωτέρου που επέστρεψε ή επιστρέφει, τότε μπορούμε να ανεχώμαστε τον άλλο, το παιδί μας. Τότε μπορούμε να νοιώθουμε -και να το ομολογούμε- ότι είμαστε αδύ­νατοι, πολύ αδύνατοι -«χωρίς αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (βλ. Ιω. 15, 5)-, αλλά δεν πρέπει να απογοητευώμαστε, γιατί έχομε Πατέρα «δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών» (Εβρ. 4, 15).

Αν βρισκώμαστε είτε στην κατάστασι του νεώ­τερου υιού σε χώρα μακρινή ζώντες ασώτως, είτε στην κατάστασι του πρεσβύτερου υιού, που δικαιώνει τον εαυτό του και καταδικάζει τους άλλους, τότε οπωσ­δήποτε θα παραποιούμε τη διαγωγή του αληθινού Πατρός. Παρ’ όλη την πιθανώς καλή μας διάθεσι, θα βασανιζώμαστε και προ παντός θα βασανίζωμε.

Σύμφωνα μ’ αυτά μπορούμε να διακρίνωμε δύο εκτροπές συμπεριφοράς πατρός ή πνευματικού πατρός:

Α’. Οι πρώτοι -κατά το παράδειγμα του νεωτέ­ρου προ της επιστροφής- παρουσιάζονται ως πολύ φιλελεύθεροι, συγκαταβατικοί και ανεκτικοί. Δεν κάνουν παρατηρήσεις. Δικαιολογούν τους νέους. Δεν τους θεραπεύουν αρρώστιες (δεν έχουν τέτοια ικανό­τητα). Οτιδήποτε κάνουν τα παιδιά τους, τα θεω­ρούν φυσικά, δικαιολογημένα ή και τέλεια. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα αγάπης αλλά συνέπεια αδιαφορίας και επιπολαιότητας· προσπάθεια να αποκτήσουν την πρόσκαιρη φιλία των παιδιών. Αυτοί οι δάσκαλοι-πατέρες καλύπτουν την ανικανότητα και άγνοιά τους με υποτιθέμενη φιλανθρωπία και κατανόησι, ενώ πρό­κειται για πραγματική καταφρόνησι και εγκατάλειψι του ανθρώπου, ο οποίος έχει ανάγκη από τα μέγιστα και τίμια.

Αυτούς τους οδηγούς ακολουθούν οι νέοι για λί­γο, ξεγελασμένοι από την επίφασι της τόλμης τους και τον παραπλανητικό φιλελευθερισμό τους. Αλλά γρήγορα τους εγκαταλείπουν, αν έχουν γνήσιες απαιτήσεις και δυνατή πνευματική κράσι, γιατί αντιλαμ­βάνονται την επικίνδυνη κουφότητά τους. Αυτοί είναι αλλότριοι, ξένοι προς τη ζωή, τη φύσι και βαθιά δί­ψα του ανθρώπου. «Και οι άνθρωποι αλλοτρίω ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ’ αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν» (Ιω. 10, 5).

Β’. Οι δεύτεροι μένουν φαινομενικά στο σπίτι του πατέρα -παράδειγμα ο πρεσβύτερος υιός- ενώ βρίσκονται μακριά από το πνεύμα και το μεγαλείο της αγάπης του.

Αυτοχειροτονούνται πνευματικοί πατέρες, επειδή «τοσαύτα έτη» δουλεύουν. Και ενεργούν ως βάναυσοι επιτιμητές των άλλων. Ο προσωπικός τους αγώνας για μετάνοια και ταπείνωσι, κατά τα λεγόμενά τους, έχει τελειώσει. Τώρα ασχολούνται με τα προβλήμα­τα των άλλων (και συνήθως αυτόκλητοι). Ό,τι κά­νουν, δεν υπαγορεύεται από άδολη πατρική αγάπη -τους είναι ξένη- αλλά από μια μοχθηρή καρδιά και αδικαιολόγητη για τα χρόνια τους ζηλοφθονία. Έτσι σύντομα γίνεται σ’ όλους έκδηλη η εσωτερική τους ακαταστασία και εκδικητική μανία. Η φωνή και η συμπεριφορά τους είναι ξένη προς τη φωνή του γνή­σιου ποιμένα, που θυσιάζει την ψυχή του υπέρ των προβάτων και «τα ίδια πρόβατα καλεί κατ’ όνομα και εξάγει αυτά» (Ιω. 10, 3).

Γι’ αυτό οι άνθρωποι τους εγκαταλείπουν. Και όσο απομακρύνονται -και δικαιολογημένα- τόσο αυτοί δαιμονίζονται, εκσφενδονίζοντας απειλές και κατάρες γι’ αυτούς που δεν ζητούν τις συμβουλές τους.

Δεν μπορούμε, δεν μας είναι επιτρεπτό, να δείξωμε ούτε περισσότερη ούτε λιγότερη επιείκεια ή αυστηρότητα απ’ όση έδειξε ο ουράνιος Πατέρας. Ή διαφορετικά να πούμε: και η επιείκεια και η αυστηρότητά μας είναι ανεπαρκείς και περιττές για τον άλ­λο. Αυτό που χρειάζεται, είναι να παύσωμε, αν μπο­ρούμε, να ζούμε τον κατά φαντασίαν βίο, και να ζούμε για τον υπέρ ημών αποθανόντα και Αναστάντα. Έτσι θα ζούμε και για όλους. Και δι’ ημών θα φανερώνεται Εκείνος, ο Αρχηγός της ζωής, και όχι οι σχε­τικές και άνευ αξίας δικές μας απόψεις και ενέργειες.

Αυτός που επέστρεψε ή επιστρέφει βλέπει μόνο την αναξιότητά του («ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου»). Γι’ αυτό διακρίνει και εκπλήσσεται από την αγάπη του Θεού. Βλέπει τον εαυτό του πρώτο των αμαρτωλών και τους άλλους καθαρούς. Αυτός ο άνθρωπος αγαπά «καθ’ ομοιότητα του Θεού» (Αββάς Ισαάκ, λόγος πα’), αγαπά με την αγάπη του Θεού, που σώζει και κρίνει. Δι’ αυτού αγαπά και φανερώνε­ται μόνον ο Θεός. Αυτός γίνεται Θεός κατά χάριν και όχι θεολόγος κατά φαντασίαν. Το πρώτο είναι δύσκο­λο και δυσεύρετο, το δεύτερο ευτελές και καθημερινό.

Οι αγιαζόμενοι, οι Αγιοι, μας παρηγορούν, μας σώζουν. Αυτοί μπορούν να αναλάβουν το έργο του πατρός, γιατί λένε την αλήθεια με τον λόγο και τη ζωή τους. Παρουσιάζουν ότι ο αγώνας τους υπάρχει μέχρι τέλους. Μπορεί ν’ αλλάζη, αλλά δεν τελειώνει, μέχρι να μπη ο άνθρωπος στον τάφο. Το έργο της με­τανοίας ακολουθεί όσο ζούμε. Η ημέρα της ταφής μας είναι η ώρα του σαββατισμού.

Και μεις, που είμαστε αδύνατοι, που έχομε προβλήματα, τους ακούμε, τους εμπιστευόμαστε το είναι μας, τους πλησιάζομε, θέλομε, όσο γίνεται περισσό­τερο, να μένωμε κοντά τους. Γιατί νοιώθουμε ότι μας νοιώθουν, μας ευεργετούν, μας θεραπεύουν, όσο σκλη­ροί κι αν είναι -όταν είναι. Η φιλανθρωπία τους είναι δραστική, σωτήρια, και η αυστηρότητά τους φιλάνθρωπη.

Χωρίς την αγάπη του Θεού Πατρός και την παρουσία των Αγίων, που κάνουν αισθητή τη στοργή και το φως Του, η ζωή στη γη σκοτεινιάζει και κρυώ­νει σαν κόλασι. Οι πολίτες της «μακρινής χώρας» σε καταστρέφουν στέλνοντάς σε να βόσκης χοίρους, πά­θη σαρκός. Και οι «δίκαιοι» -τύπου πρεσβύτερου υιού- σε καταδικάζουν δεν δέχονται τη μετάνοιά σου.

Υπάρχει όμως πάντοτε ο Πατέρας που σε γέν­νησε, σε πονά και σε σώζει.

Το σύμπαν είναι κατοικήσιμο, εφ’ όσον έχομε τον Θεό πατέρα και τον συνάνθρωπο αδελφό μας.

(ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ 2007)