Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ.Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἱεριχοῦς (καὶ ἡ δικὴ μας)

23 Ιανουαρίου, 2022

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

«᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς ῾Ιεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν·

ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.

ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται.

καὶ ἐβόησε λέγων·

᾿Ιησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με·

καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ·

αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν·

υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.

σταθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων·

τί σοι θέλεις ποιήσω;

ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω.

καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν·

καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.». (Λουκ. 18, 35-43).

Ὁ τυφλὸς ἄνθρωπος πού καθόταν μπροστὰ στίς πύλες τῆς Ἱεριχοῦς ἤξερε ὅτι εἶναι τυφλός.

Καὶ ἐμεῖς εἴμαστε τυφλοί, ἀλλὰ δέν τὸ ξέρουμε. Ἐκεῖνος τὸ ἤξερε, γιατὶ ὅλοι γύρω του μποροῦσαν νά τοῦ ποῦν ὅ,τι βλέπουν. Μποροῦσαν νά τοῦ περιγράψουν ὅ,τι βλέπουν καὶ ἔτσι ἐκεῖνος μποροῦσε νά καταλάβει τί τοῦ λείπει.

Καὶ ἐμεῖς εἴμαστε τυφλοί. Ἂν συγκριθοῦμε μέ τοὺς ἁγίους, δηλαδή, μέ ἀνθρώπους ὅπως ἐμεῖς πού, ὅμως, ἔγιναν φῶς μέ ὅλη τὴν ψυχὴ τους, ποὺ μάθαιναν νά βλέπουν μέ τὴν καρδία καί με τὸν νοῦ τους, τότε γίνεται σαφές, πόσα δέν βλέπουμε.

Πολὺ ἄσχημο, ὅμως, σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση γιά μᾶς, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας πολὺ λίγοι ἄνθρωποι πού βλέπουν, ἀλλὰ ἀκόμα πιὸ ἄσχημο εἶναι, ὅτι πιστεύουμε, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς πλειονότητας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ κανονική.

Καὶ ἐὰν κάποιος –πολὺ σπάνια!– βλέπει, ἀκούει, νιώθει ἢ καταλαβαίνει κάτι ἀσυνήθιστο, τότε τὸν θεωροῦμε ἰδιόρυθμο.

Δέν τὸν θεωροῦμε ὡς κριτήριο γιά μᾶς καὶ δέν τὸν ἀφήνουμε νά κρίνει τὴν τυφλότητα καὶ ἀναισθησία μας καὶ νά μᾶς ἀποδείξει ὅτι ζοῦμε πραγματικὰ ὡς νεκροί.

Ὄλες τίς ἐποχές, σὲ ὅλες τίς χῶρες ὅπου φανερώθηκαν ἅγιοι, οἱ ἄνθρωποι τοὺς φέρονταν ὅπως φέρθηκαν στόν Χριστό.

Τοὺς ἄκουγαν καχύποπτα, περιγελοῦσαν τὰ λόγια τους, δέν ἄκουγαν τίς συμβουλὲς τους καὶ ἀκολουθοῦσαν τὸν δρόμο τους.

Καμιὰ φορὰ θαύμαζαν τὰ χαρίσματά τους, ἀλλὰ τὰ θεωροῦσαν τόσο ἀσυνήθιστα καὶ ἀφύσικα, ὥστε δέν εἶχε νόημα νά προσπαθεῖ κανεὶς νά τὰ ἀποκτήσει.

Ἔτσι καὶ τώρα εἴμαστε τυφλοί, δέν βλέπουμε, δέν νιώθουμε.

Γι΄αὐτὸ πρέπει νά ἀναρωτηθοῦμε: Τί δέν βλέπουμε?

Τότε, ἴσως, θὰ προσπαθήσουμε νά καταλάβουμε καὶ νά ἀκούσουμε πιὸ προσεκτικά.

Δέν βλέπουμε, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσα μας, στήν ἐκκλησία, ἔξω ἀπὸ τὸν ναό.

Ὁ Κύριος εἶναι παρών παντοῦ. Ζοῦμε,ὅμως, λές καὶ δέν ὑπάρχει.

Εἶναι κοντὰ μας, ἀναπνέουμε, κινούμαστε, ὑπάρχουμε μέσα ἀπὸ Αὐτόν.

Ἀλλὰ δέν τὸ συνειδητοποιοῦμε. Ἀποδίδουμε σὲ μᾶς ζωή, δύναμη, νοῦ, αἰσθήματα, χαρίσματα καὶ ἐπιτυχία καὶ ἀφήνουμε ἔξω Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ αἰτία ὅλων αὐτῶν.

Σχετικά μέ αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἴμαστε τυφλοί:

Ὁ Κύριος εἶναι ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ ἐμεῖς ἀπασχολούμαστε μέ ἄδειες σκέψεις, ἀνόητα συναισθήματα καὶ κενὲς κουβέντες πού μᾶς ἀδειάζουν.

Αὐτός, ὅμως, στέκεται σιωπηλὸς κοντὰ μας, σὰν ἕνας ζητιάνος μπροστὰ σὲ μιά πόρτᾳ. Μήπως κάποιος ῥίξει μιά ματιά σ΄Αὐτόν!

Μήπως κάποιος Τὸν προσέξει!

Μήπως κάποιος νιώσει τὴν παρουσία Του!

Μήπως ἀλλάξει ἡ παρουσία Του κάτι στήν καρδιά, στόν νοῦ ἢ στά λόγια, τοὐλάχιστον ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους!

Δέν βλέπουμε. Καὶ εἴμαστε τόσο πολλοί, ὥστε δέν μᾶς φοβίζει ὅτι εἴμαστε τυφλοί. Ὅλοι εἶναι τυφλοί, δηλαδὴ ἡ τυφλότητα εἶναι ἡ κανονικὴ κατάσταση.

Τὶ φοβερὸ νά κοιτάζουμε γύρῳ μας καὶ νά εἴμαστε τυφλοί!

Κάθε ἄνθρωπος εἶναι μιά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς, ὅμως, δέν βλέπουμε τίποτα ἰδιαίτερο σ΄ ἕναν ἄνθρωπο.

Μάλιστα, ἡ εἰκόνα εἶναι παραμορφωμένη. Μά, ἄραγε, ἔτσι φερόμαστε σὲ μιά εἰκόνα χαλασμένη ἀπὸ ἀνθρώπινη τραχύτητα, ὅπως φερόμαστε σὲ ἕναν ἄνθρωπο?

 Ἂν βρίσκαμε μιά τσαλαπατημένη καὶ χαλασμένη εἰκόνα, μέ τί εὐλάβεια καί τί πόνο στήν ψυχὴ θὰ τὴν παίρναμε, θὰ τὴν σφίγγαμε στήν καρδία καὶ θὰ τὴν φέρναμε στό σπίτι μας, ὅπου θὰ τὴν καθαρίζαμε καὶ θὰ τὴν βάζαμε σὰν μάρτυρα κοντὰ στίς ἄλλες εἰκόνες!

Θὰ θεωρούσαμε τίς βλάβες σὰν πληγὲς καὶ θὰ αἰσθανόμασταν εὐλάβεια μπροστὰ τους, ἐπειδὴ σ΄αὐτές τίς πληγὲς θὰ ἀναγνωρίζαμε τίς πληγὲς τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔγινε Ἄνθρωπος, ὅταν Τὸν χτύπησαν οἱ ἄνθρωποι, Τὸν κλώτσησαν μέ τὰ πόδια τους, Τὸν ἔφτυσαν κατάμουτρα, Τὸν περιγέλασαν καὶ Τὸν κοροΐδεψαν.

Ὅλα αὐτὰ θὰ μπορούσαμε νά τὰ βλέπουμε σὲ μιά εἰκόνα γραμμένα μέ χρώματα.

Μὰ μπροστὰ μας βρίσκεται μιά εἰκόνα πού δέν εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς ἀνθρώπου ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό: Ἕνας ἄνθρωπος.

Σ΄ ἕναν ἄνθρωπο βλέπουμε ὁ,τιδήποτε ἐκτὸς ἀπὸ μιά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα δέν τοῦ φερόμαστε, ὅπως θὰ φερόμασταν σὲ μιά εἰκόνα γιά τὴν ὁποία μόλις σᾶς μίλησα.

Ἄραγε μᾶς πονάει ἡ καρδιά, ὅταν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ κάνει κακὸ ἢ εἶναι γεμάτος ζηλοφθονία?

 Ὄχι, δέν μᾶς πονάει, νιώθουμε ἀηδία. Ἀλλὰ ὁ ἄλλος, βλέποντας ἐμᾶς, αἰσθάνεται τὴν ἴδια ἀηδία, ἐπειδὴ δέν εἴμαστε καλύτεροι ἀπὸ αὐτούς πού κρίνουμε.

Καὶ συνεπῶς, ἕνας τυφλὸς χτυπάει στό σκοτάδι ἕναν ἄλλο τυφλό καὶ κανεὶς δέν παραδέχεται ὅτι εἶναι τυφλός. Εἶναι τρομερό.

Καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα: Τὸ πᾶν βρίσκεται στά χέρια τοῦ Κυρίου. Ναί, τὸ πῶς ὁ Κύριος ὁδηγεῖ ἕναν ἄνθρωπο στόν δρόμο του εἶναι ἀπρόβλεπτο καὶ κανεὶς δέν μπορεῖ νά τὸ καταλάβει ἐντελῶς: Ὁ δρόμος μπορεῖ νά εἶναι φρικτός, μπορεῖ νά εἶναι γεμάτος φῶς, ὥστε νά θαμπώσουν τὰ μάτια.

Μπορεῖ νά εἶναι τόσο σεμνὸς καὶ ἀπαρατήρητος, ὥστε χρειάζεται ὅλη τὴν προσοχὴ μας γιά νά καταλάβουμε τίς πράξεις τοῦ Θεοῦ.

Ὅλη ἡ ζωή, ἡ ζωὴ καθενὸς ἀνθρώπου, τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς, εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅλα ὅσα συμβαίνουν στήν ζωὴ μας, ὅλα –χωρὶς ἐξαίρεση!– ἔχουν νόημα.

Ἂν μόνο ἀνοίγαμε τὰ μάτια μας καὶ ἀναρωτιόμασταν: Ποῦ μέ ὁδηγεῖ ὁ Κύριος? Τὶ σημαίνει τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο στήν ζωή μου, ἀντὶ νά κραυγάζουμε:

Δέν μὲ βολεύει! Πονάει! Αὐτό μέ ἐκνευρίζει! Δέν τὸ θέλω! Ἄφησέ με, Κύριε, μὲ τοὺς μακαρισμούς Σου, οἱ ὁποῖοι μιλοῦν γιά πεῖνα καὶ δάκρυα, γιά διωγμὸ καὶ μοναξιά. Δέν τὰ θέλω ὅλα αὐτά!

Εἴμαστε τυφλοί. Τυφλοὶ σχετικά μέ τὴν δικὴ μας ζωή, ἀλλὰ καὶ σχετικά με τὴν περιπλοκὴ καὶ πλούσια ζωὴ τῶν ἄλλων πού εἶναι δεμένοι μέ μᾶς.

Εἴμαστε τυφλοὶ στό νά καταλαβαίνουμε τοὺς δρόμους τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία, τυφλοὶ σὲ σχέση μέ μοναδικοὺς ἀνθρώπους ἢ ὁλόκληρες ὁμάδες ἀνθρώπων, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους, σὲ δικοὺς μας καὶ σὲ ξένους. Στούς δικοὺς μας εἴμαστε τόσο τυφλοὶ ὅσο καὶ στούς ξένους. Ἄραγε δέν εἶναι σαφές, ἂν ἁπλὰ τὸ σκεφτοῦμε λίγο?

Καὶ ἔτσι καθόμαστε στήν σκόνη μπροστὰ στίς πύλες τῆς Ἱεριχοῦς καὶ θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας ὅτι δέν εἴμαστε τυφλοί. Καὶ περνάει ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἐμεῖς δέν φωνάζουμε δυνατά. Δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά μᾶς μαλώσουν οἱ ἄλλοι νά σωπάσουμε, νά μὴν ἐνοχλήσουμε τὸν Δάσκαλο.

Τὶ χρειαζόμαστε ἀπὸ Αὐτόν? Τὰ ξέρουμε ὅλα! Τὶ μπορεῖ νά μᾶς δώσει? Βλέπουμε καὶ ζοῦμε. Ὄχι! Δέν εἶναι ἔτσι. Εἴμαστε τυφλοὶ καὶ νεκροί! Ἀλλὰ μόνο ἀπὸ Αὐτὸν μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς καὶ τήν ζωή. Καὶ λοιπόν, δέν τὸ βλέπουμε καὶ δέν ζητᾶμε, μὰ Αὐτὸς περνάει.

Ἢ σταματάει, χτυπάει τὴν πόρτα τοῦ νοῦ, τῆς καρδίας καὶ τῆς ζωῆς μας μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ γεγονότα, μέσα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ συναισθήματα –μέσα ἀπ΄ ὅλα, χωρὶς ἑξαίρεση!– ποὺ γεμίζουν τήν δική μας ζωή καὶ τήν ζωή τοῦ καθενὸς γύρῳ μας, καὶ ὅλων καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐμεῖς, ὅμως, οὔτε ἀκοῦμε τὸ χτύπημα, οὔτε νιώθουμε τὸ βλέμμα τοῦ Κυρίου καὶ δέν ἀνοίγουμε

Ἂς διαβάσουμε ἄλλη μιά φορά ἀκόμα τὴν ἱστορία μέ τὸν τυφλὸ στήν Ἱεριχώ! Ὁ Χριστὸς τὸν ῥωτάει: Τὶ θέλεις νά σοῦ κάνω?

Ἐμεῖς θὰ ἀπαντούσαμε: Τίποτα, δέν χρειάζομαι τίποτα. Τὰ ἔχω ὅλα  Ἢ ἀντίθετο, πόσα πράγματα θὰ θέλαμε: Πλοῦτος, φήμη, φιλίες καὶ χίλια ἄλλα πράγματα, ἐκτὸς ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο καὶ τὴν Βασιλεία Του. Καὶ γι΄αὐτὸ δέν ἀκοῦμε (ἢ τόσο σπάνια ἀκοῦμε) τὰ λόγια Του: «Νά ἀποκτήσεις τὸ φῶς σου! Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε.

Βρίσκεσαι κοντὰ στό φῶς! Νά τὸ ἀποκτήσεις! Εἶναι στα χέριά σου!» Δέν ἀκοῦμε τέτοια λόγια, ὄχι γιατὶ ἔχουμε μόνο μιά θεωρητική πίστη, χωρὶς δύναμη, ἀλλὰ γιατὶ δέν χρειαζόμαστε τίποτα. Μᾶς φαίνεται, ὅτι βλέπουμε. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ τρομερό!

Ἂς τὸ σκεφτοῦμε αὐτὸ καλά, γιατὶ ἀκόμα μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς γιά νά δοῦμε, τὶ πλούσια καὶ θαυμάσια εἶναι ἡ ζωή, πόσο κοντὰ εἶναι ὁ Κύριος σὲ μᾶς, πῶς λάμπει στήν δόξα τῆς αἰωνιότητας, τὶ ταπεινόφρων καὶ ἤρεμος εἶναι, πῶς βρίσκεται ἡ λάμψη τοῦ Κυρίου σὲ κάθε πρόσωπο, ὅπως σὲ κάθε εἰκόνα, πῶς πηγάζει ἀπὸ κάθε γεγονός, σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ μᾶς καλεῖ:

Ἀνοίξου! Ἄνοιξε τὰ μάτια σου! Ἄνοιξε τὴν καρδιά σου! Ἀνοίξου! Ἂς εἶναι ἡ θέλησή σου εὐέλικτη καὶ ἐλεύθερη! Ἂς εἶναι τὸ κορμί σου, ὅπως ἡ πλούσια γῆ πρὶν τήν σπορά τοῦ Κυρίου, καὶ τότε θὰ ἔχεις ζωή! Γεννιέται πρῶτα ἡ ζωὴ μέσα στόν ἄνθρωπο καὶ μετὰ ἀπλώνεται γύρω του, σὰν τὸ φῶς σὰν τήν ζέστη, σὰν τήν χαρά, σὰν τὴν αἰωνιότητα! Μᾶς δόθηκε τὸ πᾶν, ἀλλὰ πόσο λίγο τὸ παίρνουμε!

Ἂς μᾶς δώσει ὁ Κύριος τὸ θάρρος νά εἴμαστε γνήσιοι, ἀληθινοὶ καὶ εἰλικρινεῖς! Ἂς μᾶς δώσει ὁ Κύριος χαρά! Τήν χαρά τοῦ νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς!Ἀμὴν

Μητρ. Ἀντωνίου Bloom

Κυριακη μετά τὰ Φῶτα-Τό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

9 Ιανουαρίου, 2022

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

Τό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

“᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ᾿Ιωάννης παρεδόθη,

ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, 

καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ,

ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος·

γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης,

πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν,

ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.

᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν·

μετανοεῖτε·

ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν”. (Ματ 4:12-17)

ἔναρξη τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Ἰησοῦ συνδέεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστή Ματθαῖο μέ τὴν πραγματοποίηση μιᾶς ἐξαγγελίας τοῦ προφήτη Ἠσαΐα.

Οἱ εὐαγγελιστὲς παραθέτουν συχνὰ στά κείμενά τους χωρία ἀπὸ τήν Παλαιά Διαθήκη, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὰ Προφητικὰ Βιβλία της, ὅταν περιγράφουν διάφορες σημαντικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ, τὶς ὁποῖες παρουσιάζουν ὡς ἐκπλήρωση κάποιων προρρήσεων τῶν ἀρχαίων προφητῶν.

Αὐτὸ συμβαίνει ἰδιαίτερα στό κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, κάτι ἄλλωστε πού εἶναι ἀναμενόμενο, ἀφοῦ τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ ἀπευθύνεται σὲ προερχομένους ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ χριστιανοὺς καὶ εἶναι λογικὸ αὐτοί νά ἐνδιαφέρονταν γιά τὸ ἂν ὁ Ἰησοῦς στόν ὁποῖο πίστεψαν εἶναι πράγματι ὁ Χριστὸς γιά τὸν ὁποῖο μίλησαν οἱ προφῆτες καὶ τὸν ἀνέμεναν γιά γενιὲς ὁλόκληρες οἱ πρόγονοί τους.

Ἔτσι, ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας σελίδα τοῦ Εὐαγγελίου του ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος περιγράφει τήν γέννηση καὶ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ ὡς ἐκπλήρωση τῶν ἀρχαίων προφητειῶν γιά τὸν ἀναμενόμενο λυτρωτή.

Κατὰ ἀνάλογο τρόπο περιγράφεται καὶ ἡ ἕναρξη τῆς δημοσίας δράσης τοῦ Ἰησοῦ (Ματ 4:12-17). Ἡ περικοπὴ ἀρχίζει μέ τὴν πληροφορία τῆς σύλληψης τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου.

Ἡ δράση τοῦ Ἰωάννη σηματοδοτεῖ τὸ ἀποκορύφωμα καὶ τὸ τέλος τῆς περιόδου ἀναμονῆς τοῦ Μεσσία καὶ ταυτόχρονα τὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας ἐποχῆς, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Τό περιεχόμενο τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ εἶναι τὸ ἴδιο μέ αὐτὸ τῶν προφητῶν πού προηγήθηκαν, ἡ μετάνοια.

Μόνον πού ἡ μετάνοια στό κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι προϋπόθεση γιά νά ἔλθει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως στό προφητικὸ κήρυγμα, ἀλλ’ ἐπεῖγον προσκλητήριο, γιατὶ ἦλθε ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως, ἀπὸ τὴν παραπάνω περικοπή προκύπτει ἴσως κάποιος προβληματισμὸς γιά τὸν σύγχρονο ἀναγνώστη τῆς Βίβλου.

Ὅπως ἀναφέρθηκε, οἱ εὐαγγελιστὲς ἐπιχειροῦν μέ τὴν παράθεση προφητικῶν χωρίων νά πείσουν τοὺς συγχρόνους τους ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Κρίνοντας ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ἐγχείρημα δέν ὑπῆρξε ἀπόλυτα ἐπιτυχές, καθὼς ἡ πλειονότητα τῶν Ἰουδαίων ἀρνήθηκε τελικὰ νά ἀκολουθήσει τὸν Ἰησοῦ.

Ἀντίθετα ἕναν περίπου αἰῶνα ἀργότερα, ὁ Μπαρ Κοχβά, ἕνας ζηλωτὴς Ἰουδαῖος ἐπαναστάτης, κατάφερε μέ τὴν ἴδια ἐπιχειρηματολογία νά πείσει σὲ τέτοιο βαθμὸ τοὺς συμπατριῶτες του ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ὥστε ἀκόμα καὶ ὅταν ἡ ἐξέγερσή του κατὰ τῶν Ῥωμαίων (132 – 135 μ.Χ.) πνίγηκε στό αἷμα, οἱ τελευταῖοι ὀπαδοὶ του νά προτιμήσουν τὴν αὐτοκτονία ἀπὸ τὴν παράδοση στόν ἐχθρό.

Τὸ πρῶτο ἑπομένως ἐρώτημα πού γεννᾶται ἀφορᾶ στόν λόγο τῆς ἄρνησης τῶν Ἰουδαίων νά ἀκολουθήσουν τὸν Ἰησοῦ, παρ’ ὅλο πού ἔβλεπαν ὅτι ὅλες οἱ προφητεῖες ἐπιβαιώνονταν μέ τὸ ἔργο καὶ τήν διδασκαλίᾳ του.

Καὶ ἀπὸ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ προκύπτει ἕνα δεύτερο πού ἀφορᾶ στόν λόγο γιά τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει νά προβάλλει σήμερα αὐτές τίς προφητεῖες, τήν στιγμή πού οἱ χριστιανοὶ σήμερα δέν ἀμφισβητοῦν πλέον τήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ.

Γιά νά ἀπαντήσει κανεὶς στό πρῶτο ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ πρέπει νά γυρίσει νοερὰ πίσω, στά τέλη τοῦ 587 π.Χ. ὅταν τὰ στρατεύματα τοῦ Ναβουχοδονόσορα, βασιλιὰ τῆς κοσμοκράτειρας τότε Βαβυλῶνας, καταλάμβαναν γιά δεύτερη φορὰ τὴν πρωτεύουσα τοῦ ἀδύναμου, μικροῦ καὶ ὑποτελοῦς ἤδη βασιλείου τοῦ Ἰούδα, τὴν Ἱερουσαλήμ.

Σφαγές, λεηλασίες καὶ ἐξορία ἦταν, ὅπως συμβαίνει πάντα σὲ τέτοιες περιπτώσεις, τὰ ἐπακόλουθα τῆς ἅλωσης. Τὰ τείχη τῆς πόλης καὶ τὰ σημαντικότερα κτήριά της κείτονταν σὲ ἐρείπια· ὁ ἴδιος ὁ περίφημος ναὸς τοῦ Σολομώντα, μάρτυρας ἑνός ἄλλοτε λαμπροῦ παρελθόντος, πυρπολημένος καὶ κατεστραμμένος· τὰ σκεύη τοῦ ναοῦ, καὶ τὸ ἱερότερο ὅλων ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης, λάφυρα στά χέρια τῶν ἐχθρῶν.

Ὅμως, δέν εἶναι αὐτά πού κυρίως ἀπασχολοῦν τοὺς αἰχμαλώτους στήν Μεσοποταμία Ἰουδαίους. Τὸ μυαλὸ τους τὸ τυραννάει μία ἄλλη, πολὺ πιὸ βασανιστική σκέψη. Αἰῶνες ὁλόκληρους εἶχαν μάθει νά θεωροῦν τὸν Θεὸ δικὸ τους καὶ εἶχαν ἰσχυροὺς λόγους νά τὸ πιστεύουν αὐτό· αὐτὸς ὁ Θεὸς τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο μέ τρόπο θαυμαστό, τοὺς ὁδήγησε μέσα ἀπὸ τὴν ἔρημο ὅπου τοὺς φρόντιζε καὶ τοὺς προστάτευε, τοὺς χάρισε τήν χώρα ὅπου τόσα χρόνια κατοικοῦσαν εὐτυχισμένοι.

Τώρα ὅμως διαπιστώνουν ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς ἐγκατέλειψε· ὅτι ὁ Θεὸς τους δέν ἦταν πιὰ μαζὶ τους. Οἱ διαπιστώσεις αὐτὲς ἔγιναν παράπονο καὶ τὸ παράπονο τραγούδι:

Στῆς Βαβυλῶνας τὰ ποτάμια, ἐκεῖ καθίσαμε καὶ κλάψαμε, …πῶς τοῦ Κυρίου τὴν ᾠδὴσὲ ξένη γῆ νά ψάλλουμε; (Ψαλ 136:1,4)

Τρέχουν στούς προφῆτες πού ἐπέζησαν καὶ τοὺς ῥωτοῦν γεμάτοι ἀγωνία. Καὶ ἡ ἀπάντηση τῶν προφητῶν εἶναι ὁμόφωνη:

“Δέν ἐγκατέλειψε ὁ Θεὸς τὸν λαὸ του, ἀλλὰ ὁ λαὸς ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ του”.

Αἰῶνες ὁλόκληρους, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, οἱ προφῆτες προειδοποιοῦσαν γιά τὴν καταστροφή πού ἔρχεται ἐξαιτίας τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸν Θεὸ του. Ὅμως ὁ λαός, μεθυσμένος ἀπὸ τὴν εὐημερία πού τοῦ πρόσφεραν οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουγε.

Ἔμαθε νά ἐμπιστεύεται τὰ ὅπλα του, τήν στρατιωτική του δύναμη, τὶς συμμαχίες μέ τίς μεγάλες δυνάμεις καὶ τὰ διπλωματικὰ παιχνίδια στήν ἐξωτερικὴ πολιτική.

Ὅμως, ἡ ἀπαντήση τῶν προφητῶν δέν ἑξαντλεῖται στήν κριτικὴ γιά τὰ λάθη πού ἔγιναν στό παρελθὸν καὶ ὁδήγησαν στήν καταστροφή. Βεβαιώνουν ὅτι ὁ Θεὸς θὰ δώσει ἄλλη μία εὐκαιρία στόν λαὸ του καὶ μέσῳ αὐτοῦ σ’ ὁλοκλήρη τὴν ἀνθρωπότητα.

Ἕνας νέος ἡγέτης θὰ γεννηθεῖ, ὁ ὁποῖος δέν θὰ στηρίζει τὴν ἐξουσία του στήν βία καὶ στήν καταπίεση ὅπως οἱ ἡγεμόνες τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ θὰ φέρει φῶς καὶ χαρὰ σ’ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς. Ἡ πρώτη ἀπό τίς προφητεῖες αὐτὲς βρίσκεται στό βιβλίο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα:

Λαέ πού πορεύεσαι στό σκοτάδι, φῶς δεῖτε λαμπρό··ἐσεῖς οἱ κάτοικοι τῆς χώρας ὅπου κυριαρχεῖ ὁ θάνατος, πάνω σας φῶς θὰ λάμψει.… μπροστά σου, Κύριε, θὰ χαροῦν, ὅπως αὐτοί πού χαίρονται στόν θερισμό … Γιατὶ ἀφαιρέθηκε ὁ ζυγός πού ἦταν πάνω τους καὶ τὸ ῥαβδί πού χτύπαγε τήν ῥάχη τους …Γιατὶ γιά χάρη μας γεννήθηκε ἕνα παιδί, μᾶς δόθηκε ἕνας γιός …

Μεγάλη θὰ εἶναι ἡ ἐξουσία του, καὶ ἡ εἰρήνη του δέν θὰ ἔχει τέλος··θὰ καθίσει στόν θρόνο τοῦ Δαυίδ, θὰ ἀποκαταστήσει τήν βασιλείᾳ του, καὶ θὰ φροντίσει γι’ αὐτήν μέ δίκαιη κρίση καὶ δικαιοσύνη …

(Ἦσ. 9: 2-7).

Στό ἴδιο βιβλίο περιέχεται καὶ ἡ δεύτερη προφητεία. Ὁ ἀναμενόμενος ἡγέτης θὰ κατάγεται ἀπὸ τήν γενιὰ τοῦ Δαβίδ, θὰ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θὰ ἔχει σοφία καὶ συνέση, ὀρθὴ κρίση καὶ δύναμη, γνώση καὶ εὐσέβεια, ὥστε νά ἐπιβάλει τήν δικαιοσύνη συντρίβοντας τήν βία καὶ τὴν καταπίεση, ὄχι ὅμως μέ τήν δύναμη τοῦ σκήπτρου του, ἀλλά μέ τήν δύναμη τοῦ λόγου του (‘Ησ. 11: 1-9).

Οἱ προφητεῖες αὐτὲς ζέσταιναν τίς καρδιὲς τοῦ λαοῦ, ἀνανέωναν τίς ἐλπίδες του καὶ τὸν στήριζαν γιά νά ἀντέξει τίς δοκιμασίες.

Ὅμως τὰ χρόνια πού ἀκολούθησαν ἦταν πολὺ σκληρά. Τήν βαβυλωνιακὴ κατοχή διαδέχτηκε ἡ περσικὴ καὶ αὐτήν, ἡ πιὸ σκληρὴ καὶ καταπιεστική, ἡ ἑλληνική, γιά νά δώσει καὶ αὐτή μέ τήν σειρά της τήν θέση της στήν ῥωμαϊκή.

Οἱ ἐλπίδες, βέβαια, δέν ἔσβησαν, ἄλλαξαν ὅμως ἀρκετὰ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό τους. Ἡ μακροχρόνια καταπίεση ἄλλαξε τήν μορφή τοῦ ἀναμενόμενου ἡγέτη καὶ τοῦ ῥόλου του. Ἡ δικαιοσύνη πού θὰ φέρει κατανοεῖται πλέον ὡς ἐκδίκηση καὶ τὸ ὅραμα τῆς εἰρήνης ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸν ῥωμαϊκὸ ζυγό.

Ἔτσι, ὁ εἰρηνικὸς καὶ δίκαιος παγκόσμιος βασιλιὰς ἔγινε στήν φαντασία τοῦ λαοῦ ἕνας βίαιος καὶ ἀνελέητος τοπικὸς ἐπαναστάτης.

Ἔτσι, εὔκολα γίνεται κατανοητὸ τὸ γιατὶ οἱ συμπατριῶτες του ἀπέρριψαν τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀρνήθηκαν νά τὸν ἀκολουθήσουν ὁδηγώντας τον ἀκόμα καὶ στόν θάνάτο.

Οἱ Ἰουδαῖοι ἀρνήθηκαν νά δεχτοῦν τὸν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία, ἀλλὰ ἡ ἄρνηση αὐτὴ δέν ἦταν ἱκανὴ νά ἀκυρώσει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τὸν κόσμο.

Ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ προέκυψε ἕνας νέος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἕνας νέος Ἰσραήλ, ἡ Ἐκκλησία. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀλήθεια προκύπτει καὶ ἡ ἀπάντηση στό δεύτερο ἐρώτημα πού τέθηκε παραπάνω. Ὡς λόγος Θεοῦ οἱ προφητεῖες ἔχουν αἰώνια ἰσχὺ καὶ ἀπευθύνονται στούς πιστοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἀναπτέρωσαν τὸ ἠθικὸ τῶν αἰχμαλώτων στήν Μεσοποταμία Ἰουδαίων καὶ ἔδωσαν στούς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ τήν δυνατότητα νά τὸν ἀναγνωρίσουν καὶ νά τὸν ἀκολουθήσουν.

Ἀπευθύνονται ὅμως καὶ στόν νέο Ἰσραήλ, στούς σύγχρονους χριστιανούς. Τοὺς ὑπενθυμίζουν ὅτι ἡ ἀπελπισία δέν εἶναι ἀνίκητη· ὅτι «φῶς λαμπρὸ» μπορεῖ νά φωτίσει καὶ τὰ δικὰ τους σκοτάδια καὶ νά τοὺς ὁδηγήσει ἔξω ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδα πού βιώνουν.

Ἀρκεῖ νά μὴν κάνουν τὰ λάθη τοῦ παλιοῦ Ἰσραήλ.

Ἀρκεῖ νά δοῦν τὶς παλιὲς προφητεῖες ὄχι ὡς ἑξαγγελίες προνομίων γιά τοὺς ἴδιους, ἀλλὰ ὡς ὁδοδεῖκτες γιά μία ἀληθινή σχέση μέ τὸν Θεό, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ τελευταῖο μήνυμα τοῦ Προδρόμου καὶ τὸ πρῶτο τοῦ Χριστοῦ: «Μετάνοια».

Προδρομικά- Θεοφάνεια

7 Ιανουαρίου, 2022

Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην,

τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου

μεθ᾽ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν, ἡμῖν καθυπέδειξας,

ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά,

ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν·

καὶ γὰρ μείζων τῶν Προφητῶν ἁπάντων,

ὑπ᾽ αὐτοῦ μεμαρτύρησαι.

Τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ,

τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας,

ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν,

ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά,

ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος.

Καὶ δεῦρο στῆθι μεθ᾽ ἡμῶν

ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον,

καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἱερόν καί ἁγιώτατον δοχεῖον καί τῆς Τρισηλίου Θεότητος ἄμωμον καί πανάσπιλον ἱερεῖον.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τό στήριγμα τῆς εὐσέβειας καί τό καύχημα τῆς μοναδικῆς πολιτείας.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, στειρευούσης σεβασμιώτατον βλάστημα, καί πανόλβιον οἰκουμένης ἁπάσης ἀγλάισμα.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τό κλέος τῆς παρθενίας καί τό σεμνολόγημα τῆς ὀρθοδοξίας.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τῶν Προφητῶν ἀγλαοπυρσόμορφον ἄγαλμα, καί ἀργυροχρυσόπλοκον τῶν Μαρτύρων διάδημα.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς ἀδιάσειστον ἔρεισμα, καί τῆς ἐνθέου διαγωγῆς τό ὡράισμα.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τῆς Παλαιᾶς τε καί Νέας Διαθήκης ἐνδοξότατε μεσίτα, καί τῶν ἁμαρτωλῶν ἀκατάπαυστε πρός Θεόν ἱκέτα.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, ἐπίγειε Ἄγγελε καί οὐράνιε ἄνθρωπε.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τοῦ Χριστοῦ πολύφωτε λύχνε καί ἄσβεστε, καί ἁπάντων Ἁγίων ὑπέρτερε ἅγιε.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, στῦλε τῆς Ἐκκλησίας ἑδραιότατε, καί φίλε γνήσιε τοῦ Χριστοῦ προσφιλέστατε.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, ὄρθρε φαεινότατε, καί ἑωσφόρε λαμπρότατε.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, ἔκλαμπρε τοῦ κόσμου ἀστήρ, καί λαμπροφανέστατε τῆς οἰκουμένης φωστήρ.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, Ἠλία τῆς πρώτης τοῦ Χριστοῦ παρουσίας ζηλωτά ἐνθεότατε, καί τῶν τελωνῶν καί στρατιωτῶν διορθωτά συνετώτατε καί σοφώτατε.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης ἔνδοξε προμηνυτά καί τοῦ Θεοῦ Σωτῆρος ὑπέρτιμε Βαπτιστά.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, τοῖς ἐν τῷ Ἅδη εὐκταιότατε εὐαγγελιστά, καί τῆς Παναγίας Τριάδος μακαριώτατε παραστάτα καί θεατά.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε, θεοδόξαστε χοροστάτα τῆς ἀΰλου ταξιαρχίας καί πρῶτε κληρονόμε τῆς οὐρανίου Βασιλείας.

Χαῖρε, Προφήτα καί Πρόδρομε.

Ὕμνος στόν ἅγιο Ἰωάννη

τὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ

Τριάντα χρόνια νηστείας καὶ σιωπῆς!

Αὐτό, οὔτε τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ δέν μποροῦν νά τὸ ἀντέξουν.

Τὸ λιοντάρι ξεγελάει τὴν πεῖνα του μέ τοὺς ἤχους τοῦ βρυχηθμοῦ του,

Καὶ τὸ δέντρο θροΐζει, ὅταν πλησιάζει ὁ ἄνεμος

Ἐσὺ ὅμως οὔτε θροΐζεις οὔτε βρυχᾶσαι οὔτε βογγᾶς,

Οὔτε θρηνεῖς, οὔτε τὸ τραγούδι σου ἠχεῖ μέσα στήν ἐρημιά!

Πές μου, εἶσαι ἄνθρωπος; Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου;

Θὰ θελήσεις ποτέ μέ κάποιον νά μιλήσεις;

Ἡ Φωνή, ἡ φωνή, ἡ φωνή:

 Ἐγὼ εἶμαι ἡ φωνὴ· ὅμως Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ.

Ἀπεστάλμένος εἶμαι στά παιδιὰ τοῦ Ἰσραήλ, γιά νά τοὺς φωνάξω:

Μετανοεῖτε, ὢ ἄνθρωποι, δεῖτε, ἔρχεται Ἐκεῖνος!

Καλοὺς καρποὺς ποιεῖτε, ὁ καθένας κατὰ τήν δύναμή του.

Ἰδού, ἰδοὺ ἔρχεται Αὐτὸς-ὢ Θαῦμα Θαυμάτων,

καταμεσής τῶν ὑδάτων κρύβεται τὸ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ!

Ἰδού, ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, βαδίζει ἐν μέσῳ λύκων.

Λύκοι, καθαρίστε στό νερὸ τήν θηριώδη φύσῃ σας!

Τριάντα χρόνια σιωπῆς καὶ νηστείας,

τὶ ἀπομένει ἀπὸ τὸ σῶμά σου, ἐκτὸς ἀπὸ τήν φωνῇ σου;

Τὸ ξεραμένο σῶμα σου δέν εἶναι παρὰ

Μιά σκιά τῆς φωνῆς σου,

ἡ ὁποία κηρύσσει τὸ νέο: Ἰδού, ὁ Θεὸς ἔρχεται σὲ ἐμᾶς!

Τὸ ξεραμένο σῶμά σου, ἦταν ἕνα καλάμι, πού ὁ Ἡρῴδης τὸ ἔσπασε

Ἀλλὰ ἡ φωνὴ συνεχίζεται, συνεχίζεται. Κανεὶς δέν μπορεῖ νά τήν φιμώσει.

Τίνος φωνὴ εἶναι αὐτή, πού στό ἄκουσμά της ἀκόμη καὶ οἱ αἰῶνες τρέμουν;

Ἑνὸς πεινασμένου λιονταριοῦ; Ὄχι, Ὄχι· ἑνὸς ἀνθρώπου τῆς πίστεως.

Tήν Ἁγία ἡμέρα τῶν Φώτων

6 Ιανουαρίου, 2022

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Ὅπου περιλαμβάνεται καὶ παρουσίασις τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ.

 Χθὲς συνεκκλησιάζοντας καὶ συνεορτάζοντας μὲ σᾶς ποὺ προεωρτάζατε τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων σᾶς ἀνέπτυξα τὰ ἀπαραίτητα λέγοντας πρὸς τὴν ἀγάπη σας τὰ σχετικὰ μὲ τὸ βάπτισμα κατὰ Χριστόν, τὸ ὁποῖο ἀξιωθήκαμε ἐμεῖς· ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπόσχεσις πρὸς τὸν Θεό·

πίστις μὲν καὶ ἐπίγνωσις τῆς ἐν Θεῷ ἀλήθειας, συμφωνία δὲ καὶ ὑπόσχεσις ἔργων καὶ λόγων καὶ τρόπων ἀρεστῶν στὸν Θεὸ ποὺ τελοῦνται διὰ τῶν ἱερῶν συμβόλων.

Ἀλλά διδάσκοντας προσθέσαμε καὶ τοῦτο, ὅτι ἂν δὲν μετατρέψωμε σὲ ἔργο τὶς ὑποσχέσεις ἐκεῖνες, τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα σύμβολα καὶ οἱ δι’ αὐτῶν καὶ μαζὶ μὲ αὐτά διὰ λόγου ὑποσχέσεις πρὸς τὸν Θεό, ὄχι μόνο δὲν ὠφελοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καί δικαίως τὸν ὑποβάλλουν σὲ καταδίκη.

Ἔπειτα ἐξηγήσαμε τὴν πρὸς τοὺς ὄχλους διδασκαλία Ἰωάννη τοῦ Προφήτη καὶ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, ἡ ὁποία διαλαμβάνει καί αὐτή περὶ τοῦ ἰδίου βαπτίσματος· διότι τό μὲν βάπτισμα εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε, ὁ δὲ πρόδρομος καὶ βαπτιστὴς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ὁδηγεῖ διὰ τῆς διδασκαλίας του στὴν ἐπίγνωσι αὐτοῦ, ἀποδεικνύοντας τὸν προαιώνιο καὶ δεσπότη τοῦ παντός, κριτὴ ζωντανῶν καὶ νεκρῶν, ποὺ κατὰ τὴν ἐξουσία του τοὺς μὲν ἄξιους εἰσάγει στὶς ἀΐδιες μονές, τοὺς δὲ κατακρίτους ρίπτει στὴ γέεννα τοῦ πυρός·

ἐνῶ μαρτυρεῖ ὅτι αὐτός εἶναι κύριος καί τῶν ἀγγέλων, τὸν ἑαυτό του τὸν συντάσσει στοὺς ἔσχατους δούλους.

Ἐπειδὴ δὲ τὸ βάπτισμα ὄχι μόνο ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὑπόσχεσις ἐπιστροφῆς καί θεαρέστων ἔργων, γι’ αὐτό ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ καί βαπτιστής, ὄχι μόνο ὁδηγοῦσε στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκήρυττε μετάνοια κι’ ἐπιζητοῦσε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, τὴν δικαιοσύνη, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν μετριοφροσύνη, τὴν ἀγὰπη, τὴν ἀλήθεια.

Δεικνύοντας δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι χωρὶς ἔργα δὲν ὠφελεῖ καθόλου ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ὑπόσχεσις, ἀλλὰ καὶ καταδικάζει τὸν ἄνθρωπο, ἐπέσειε ἀξίνα κι’ ἐπεδείκνυε πυρκαϊά ἄσβεστη κι’ ἔλεγε ὅτι «κάθε δένδρο ποὺ δὲν κάμει καλὸ καρπὸ ἀποκόπτεται καί ρίπτεται στὴ φωτιὰ» .

Ἐκτός ἀπὸ αὐτά ἐξηγήσαμε πρὸς τὴν ἀγάπη σας καὶ τοὺς πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ποὺ ἦλθε νὰ βαπτισθῆ λόγους τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ ἐδίσταζε καί ὑποχωροῦσε καὶ παραιτεῖτο ἀπὸ τὸ ἔργο, κι’ ζητοῦσε μᾶλλον αὐτός νὰ λάβη ἀπὸ ἐκεῖνον τὸ βάπτισμα.

Ἀλλ’ ἐπίσης ἐξηγήσαμε καὶ τοῦ Κυρίου τοὺς λόγους πρὸς ἐκεῖνον, ὡς δεσπότη ποὺ προστάσσει δοῦλον, συγχρόνως δὲ καὶ φανερώνει τὸ μυστήριο σὰν σὲ φίλο καὶ συγγενῆ κατὰ σάρκα καὶ προβάλλει τὶς εὔλογες δικαιολογίες. Καὶ φθάσαμε τότε ὁμιλώντας πρὸς σᾶς ἕως τὸ σημεῖο ὅπου ὁ Ἰωάννης πεισθείς ἄφησε τὸν Κύριο νὰ βαπτισθῆ.

Ἀπέμεινε δὲ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο αὐτό ποὺ ἀναγνώσθηκε τώρα, ὅτι, «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδοὺ τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του.

Καὶ ἀμέσως ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό ποὺ ἔλεγε, τοῦτος εἶναι ὁ ἀγαπητὸς Υἱός μου, ποὺ τὸν ἐξέλεξα».

Μέγα καὶ ὑψηλό, ἀδελφοί, εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ συμπεριλαμβάνεται στὰ λίγα τοῦτα λόγια, δυσθεώρητο καὶ δυσερμήνευτο καὶ ὄχι λιγώτερο δυσκατάληπτο· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ σωτήριο, γι’ αὐτό, ἀφοῦ πεισθοῦμε καὶ ἐλπίσωμε σ’ αὐτόν ποὺ προέτρεψε νὰ ἐρευνοῦμε τὶς Γραφές, ἂς ἀνιχνεύσωμε ὅσο εἶναι ἐφικτό τὴ δύναμι τοῦ μυστηρίου.

Ὅπως λοιπὸν κατὰ τὴ ἀρχὴ μετὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἂς κατασκευάσωμε ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσί μας», ἀφοῦ ἐπλάσθηκε ἡ φύσιςμας στὸν Ἀδάμ, τὸ ζωαρχικό Πνεῦμα, ἀφοῦ φανερώθηκε κι’ ἐδόθηκε μὲ τὸ ἐμφύσημα πρὸς αὐτόν, συνεφανέρωσε καὶ τὸ τριαδικὸ τῶν ὑποστάσεων τῆς δημιουργοῦ θεότητος ἐπάνω στὰ ἀλλὰ κτίσματα, τὰ ὁποῖα παράγονταν μὲ μόνο τὸ ρῆμα τοῦ Λόγου καὶ τοῦ λέγοντος Πατρός·

ἔτσι τώρα, ποὺ ἀναπλασσόταν στὸν Χριστὸ ἡ φύσις μας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, φανερωθὲν διὰ τῆς πρὸς αὐτόν καθόδου ἀπὸ τὰ ὑπερουράνια, καθὼς βαπτιζόταν στὸν Ἰορδάνη, φανέρωσε τὸ μυστήριο τῆς ὕψιστης καὶ παντουργοῦ Τριάδος, τὸ σωστικὸ γιὰ τὰ λογικὰ κτίσματα.

Γιὰ ποιὸ λόγο φανερώνεται τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅταν πλάσσεται καὶ ἀναπλάσσετα ὁ ἄνθρωπος; Ὄχι μόνο διότι εἶναι μόνος ἐπίγειος μύστης καὶ προσκυνητής της, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ὁ μόνος κατὰ τὴν εἰκόνα της.

Πραγματικὰ τὰ μὲν αἰσθητικὰ καὶ ἄλογα ζῶα ἔχουν μόνο πνεῦμα ζωϊκό, ἀλλὰ κι’ αὐτό μὴ δυνάμενο νὰ ὑφίσταται καθ’ ἑαυτό, στεροῦνται ὅμως τελείως νοῦ καὶ λόγου· τὰ δὲ ἐντελῶς ὑπὲρ τὴν αἴσθησι, ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, ὡς νοεροί καὶ λογικοί, ἔχουν νοῦ καὶ λόγο, ἀλλὰ ὄχι καὶ πνεῦμα ζωοποιό, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν οὔτε σῶμα ποὺ νὰ ζωοποιῆται ἀπὸ αὐτό. Ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ κατ’ εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης φύσεως ἔχει νοῦ καὶ λόγο καὶ πνεῦμα ζωοποιὸ τοῦ σώματος, ἐπειδὴ ἔχει καὶ τὸ ζωοποιούμενο σώμα.

Ὅπως λοιπόν, ἀφοῦ φανερώθηκε ἡ ὕψιστη καὶ παντουργὸς Τριὰς τὴ στιγμὴ ποὺ ἀναπλασσόταν ἡ φύσις μας στὸν Ἰορδάνη, σὰν εἶδος ἀρχετύπου τῆς κατὰ τὴν ψυχὴ μας εἰκόνος, οἱ μὲν βαπτίζοντες κατὰ Χριστὸν μετὰ τὸν Χριστὸ βαπτίζουν μὲ τρεῖς καταδύσεις, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης βάπτιζε μὲ μία κατάδυσι. Κι’ αὐτό ἐπισημαίνοντας ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ.

«Καὶ ἰδού», λέγει, δηλαδὴ χωρὶς νὰ βγῆ ἀπὸ τὸ ὕδωρ ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ἀναδυθῆ μόνο, «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί».

Συγκεντρώσατε λοιπὸν τὴ διάνοιά σας, παρακαλῶ ἀδελφοί, καὶ προσέχετε μὲ ἀκρίβεια τοῦ νοῦ, ὥστε νὰ κατανοήσετε τήν δύναμι τοῦ μυστηρίου τοῦ κατὰ Χριστὸν βαπτίσματος. Διότι ἡ κατάδυσις τοῦ Χριστοῦ στὸ ὕδωρ καί ἡ κάτω ἀπὸ αὐτό τοποθέτησίς του, ὅταν βαπτιζόταν, προϋπεδείκνυε τὴν κατὰβασί του στὸν ἅδη.

Εὐλόγως καὶ συνεπῶς λοιπόν, ὅταν ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ ὕδωρ, ἀμέσως τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί· ἐπειδὴ καὶ κατὰ τὴν κάθοδο στὸν ἅδη, ὅπου ἔγινε γιὰ χάρι μας ὑπόγειος, καθὼς ἐπανερχόταν ἀπὸ ἐκεῖ, ἄνοιξε ἀπὸ ἐκεῖ τὰ πάντα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὄχι μόνο τὰ ἔγγεια καὶ τὰ περίγεια, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἀνώτατο οὐρανό, στὸν ὁποῖο ἔπειτα, ὅταν ἀναλήφθηκε σωματικῶς, «εἰσῆλθε πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν».

Ὅπως δηλαδὴ διὰ τοῦ μυστικοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηρίου προϋπέδειξε τὸ σωτήριο πάθος του καὶ ἔπειτα παρέδωκε τὸ μυστήριο τοῦτο στοὺς πιστοὺς νὰ τὸ τελοῦν γιὰ τὴ σωτηρία, ἔτσι προϋπέδειξε καὶ τὴν κάθοδό του στὸν ἅδη καὶ τὴν ἀνὰβασί του ἀπὸ ἐκεῖ μυστικῶς διὰ τοῦ βαπτίσματός του τούτου, καὶ ἔπειτα τὸ παρέδωσε στοὺς πιστοὺς νὰ τὸ τελοῦν γιὰ τὴ σωτηρία.

Στὸν ἑαυτὸ του μὲν παρεῖχε ἔτσι τὰ ἐπώδυνα καὶ δύσκολα, σ’ ἐμᾶς δὲ ἐχάριζε τὴν κοινωνία τῶν παθημάτων του εὐθὺς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ διὰ τῶν ἀνώδυνων τούτων μέσων καὶ μᾶς καθιστοῦσε κατὰ τὸν ἀπόστολο συμφύτους μὲ τὸ ὁμοίωμα τοῦ θανάτου του, ὥστε στὸν καιρὸ νὰ μᾶς καταξιώση καὶ τῆς ὑπεσχημένης ἀναστάσεως .

Ἔχοντας δηλαδὴ σὰν ἐμᾶς ψυχὴ καὶ σῶμα, ποὺ ἀνέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ χάρι μας, διὰ μὲν τοῦ σώματος ὑπέστη τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφὴ ὑπὲρ ἡμῶν, κι’ ἀνέδειξε τὴν ἔγερσι ἀπὸ τὸν τάφο σὰν δύναμι ἀθανασίας καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, καὶ μᾶς παρέδωσε νὰ τελοῦμε τὴν ἀναίμακτη θυσία σὲ ἀνάμνησι τούτων καὶ δι’ αὐτῆς νὰ καρπωνώμαστε τὴ σωτηρία· διὰ δὲ τῆς ψυχῆς κατῆλθε στὸν ἅδη καὶ ἐπανῆλθε ἀπὸ αὐτόν, μεταδίδοντας σὲ ὅλους φῶς ἀΐδιο καὶ ζωὴ καὶ γιὰ δεῖγμα τούτου μᾶς παρέδωσε νὰ τελοῦμε τὸ θεῖο βάπτισμα καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ νὰ καρπωνώμαστε τὴ σωτηρία·

καὶ μάλιστα νὰ τὴν καρπωνώμαστε μὲ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο μυστήρια καὶ μὲ τὰ δύο στοιχεῖα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, μυούμενα καὶ δεχόμενα σπέρματα ἀκήρατης ζωῆς. Πραγματικὰ ἀπὸ τὰ δύο αὐτά ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ σωτηρία μας, ἀφοῦ ὅλη ἡ θεανδρικὴ οἰκονομία στὰ δύο αὐτά συγκεφαλαιώνεται.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί». Δὲν εἶπε ὁ οὐρανός, ἀλλὰ «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», δηλαδὴ ὅλοι, ὅλα τὰ ἐπάνω, γιὰ νὰ μὴ νομίσης, βλέποντας τὰ ἄνω κι’ ἐπάνω ἀπὸ ἐμᾶς ἐπικείμενα, ὅτι ὑπάρχει κάτι ποὺ εἶναι ὑπερκείμενο καὶ ἀνώτερο.

Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐννοήσης καὶ ἐπιγνώσης ὅτι ὑπάρχει μία μόνο φύσις καὶ δεσποτεία ποὺ ἀπὸ τὴν ὑπὲρ τὸν οὐρανό γύρω ἀπειρία φθάνει μέχρι καὶ τῶν μέσων τοῦ σύμπαντος καὶ τῶν ἰδικῶν μας ὁρίων, δηλαδὴ γεμίζει τὰ πάντα καὶ δὲν ἀφήνει τίποτε ἔξω ἀπὸ ἑαυτὴν καὶ συγκρατεῖ καὶ περιέχει τὰ πάντα σωτηρίως καὶ ὑπερεκτείνεται πέρα ἀπὸ τὰ πάντα, ἀναγνωρίζεται ὅμως ἀπορρήτως σὲ τρεῖς συναφεῖς χαρακτῆρες.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν λοιπὸν οἱ οὐρανοί», γιὰ νὰ δειχθῆ φανερώτατα ὅτι αὐτός εἶναι ποὺ καὶ πρὸ τῶν οὐρανῶν ὑπάρχει, μᾶλλον δὲ ποὺ εἶναι καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα καὶ εἶναι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ εἶναι Θεὸς καὶ εἶναι Θεοῦ Λόγος καὶ Υἱός καὶ οὔτε τὸν Πατέρα ἔχει προγενέστερό του καὶ ἔχει μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα ὄνομα τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀπὸ κάθε λόγο.

Διότι, ὅταν ὅλα τὰ φαινόμενα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς στὸν οὐρανό, ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια, ἐσχίσθηκαν καὶ ἦσαν πεταμένα τὰ πρῶτα δίπλα στὰ ἄλλα, μόνο αὐτός παρουσιαζόταν συνημμένος μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀφοῦ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ σύστασι τῶν ὄντων ὑπῆρχε μαζὶ μὲ αὐτούς.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ὅπως δὲ λέγει ὁ Μάρκος, ἐσχίσθηκαν. Διότι λέγει, «ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὕδωρ, εἶδε τοὺς οὐρανούς νά σχίζωνται».

Πῶς λοιπόν ὁ μὲν ἕνας εἶπε, ἀνοίχθηκαν, ὁ δὲ ἄλλος, ἐσχίσθηκαν; Γιὰ νὰ μὴ διαφύγη τὴν προσοχὴ τῶν συνετῶν ἀκροατῶν ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου εἶναι διπλή. Πραγματικὰ μὲ τὴν ἔκφρασι ὅτι ἀνοίχθηκαν μᾶς ἔδειξε ὅτι οἱ οὐρανοί ἦσαν κλειστοὶ προηγουμένως λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς παρακοῆς μας πρὸς τὸ Θεό.

Διότι ἔχει γραφῆ ὅτι ὁ οὐρανός ἀποκλείσθηκε γιὰ τὸν Ἀδάμ, ὅταν παρήκουσε στὸ Θεὸ καὶ ἄκουσε ἀπὸ αὐτόν ὅτι «γῆ εἶσαι καὶ στὴ γῆ θὰ μεταβῆς». Εὐλόγως λοιπὸν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί στὸν Χριστό, ποὺ παρουσιάσθηκε σὲ ὅλα ὑπήκοος καί, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε στὸν Ἴωαννη, ἐξεπλήρωσε ὅλη τὴ δικαιοσύνη καὶ προσφάτως διὰ τοῦ βαπτίσματος.

Ἐπειδή δέ, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ πρόδρομος τοῦ Κυρίου, «δὲν δίδει μὲ μέτρο τὸ Πνεῦμα ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱό καὶ δίδει τὰ πάντα στὸ χέρι του, φαίνεται ὅτι ὁ Χριστὸς κατὰ σάρκα ἔλαβε ὅλη τὴν ἀμέτρητη καὶ ἄπειρη δὺ-ναμι καὶ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος.

Οἱ οὐρανοί ἔδειξαν ἐμπρά κτως ὅτι ὅλη αὐτή ἡ δύναμις καὶ ἐνέργεια τοῦ θείου Πνεύματος εἶναι ἀχώρητος σὲ ὅλα τὰ κτιστά.

Γι’ αὐτό καὶ ὅταν τούτη ἡ δύναμις φαινόταν καὶ ἦταν σὰν νὰ διάβαινε πρὸς τὴν θεοϋπόστατη ἐκείνη σάρκα, αὐτοί μὴ χωρώντας ἐσχίσθηκαν. Καλῶς λοιπὸν διεκήρυξε αὐτός ποὺ εἶπε πρὸς τὸν Θεό, «οὔτε ὁ οὐρανός δὲν εἶναι καθαρὸς ἐνώπιόν σου», ὡς οὐρανὸ ἐννoώντας τούς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους, τὰ πολυόμματα Χερουβίμ, τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, ὅλη τὴν ἄλλη ὑπερκόσμια φύσι.

Εὐλόγως λοιπὸν οὔτε οἱ οὐρανοί, δηλαδὴ οἱ ἄγγελοι σ’ αὐτόν, εἶναι καθαροὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή, ἂν καὶ φωτίζεται διαπαντὸς ἀπὸ τὴν ὑψίστη καὶ δεσποτικὴ ἱεραρχία, ὑστεροῦν ὡς πρὸς τὴν ὑπερτέλεια καθαρότητα αὐτῆς.

Μόνη δὲ ἡ δική μας ἐν Χριστῷ φύσις ὡς θεοϋπόστατη καὶ ὁμόθεη διαθέτει καθαρότητα ὑπερτελεία καὶ εἶναι, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, χωρητική κάθε λαμπρότητος καὶ ἀγλαΐας καὶ δυνάμεως καὶ ἐνέργειας τοῦ Θείου Πνεύματος.

Ἑπομένως ὄχι μόνο οἱ οὐρανοί ἀνοίχθηκαν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι ὑποχώρησαν ἐμπρὸς στὴν τοιαύτη κάθοδο τοῦ Θείου Πνεύματος σ’ αὐτόν.

«Ἄφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδού, τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί»· ὁ δὲ Λουκᾶς λέγει ὅτι εἶχε ἀνοιχθῆ ὁ οὐρανός, ὅταν ἀκόμη προσευχόταν ὁ Χριστός· διότι, λέγει, «ὅταν βαπτίσθηκε καὶ προσευχόταν ὁ Ἰησοῦς, ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός».

Πραγματικὰ καὶ βαπτιζόμενος καὶ κατεβαίνοντας καὶ ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὕδωρ προσευχόταν, διδάσκοντας ἐμπράκτως ὅτι, ὄχι μόνο ὁ ἱερεὺς καὶ λειτουργός τῶν μυστηρίων πρέπει νὰ προσεύχεται, ἀλλὰ καὶ αὐτός πού δέχεται τό μυστήριο πρέπει νὰ κάμη τοῦτο σὲ κάθε θεία τελετὴ· καὶ ἂν μὲν ὁ λειτουργός εἶναι τελειότερος κατὰ τὴν ἀρετὴ καὶ ἀναπέμπει ἐκτενέστερη εὐχή, δι’ αὐτοῦ ἀνεβαίνει ἡ χάρις πρὸς τὸν ἀποδέκτη τοῦ Μυστηρίου, ἂν δὲ ὁ ἀποδέκτης εἶναι ἀξιώτερος καὶ προσεύχεται ἐκτενέστερα, ὁ θελητής τοῦ ἐλέους (τί ἄφατη χρηστότης κι’ αὐτή!) δὲν ἀρνεῖται νὰ μεταδώση δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴ χάρι καὶ στὸν λειτουργό·

ὅπως καὶ τώρα ἔγινε φανερὰ στὴν περίπτωσι τοῦ Ἰωάννη, πράγμα ποὺ καὶ αὐτός μαρτυρεῖ ὕστερα δημόσια, λέγοντας, «ὅλοι ἐμεῖς ἐλάβαμε ἀπὸ τὸ πλήρωμά του».

Γιατί ὅμως μόνο στὸν Ἰησοῦ ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός, ὅταν προσευχόταν, σὲ κανένα δὲ ἀπό τούς πρὸ αὐτοῦ; Τί λέγεις; αὐτός ποὺ ἀντιλήφθηκε τή θεανδρικὴ οἰκονομία τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη ἔμβρυο, καὶ ὄχι μόνο ἐπήδησε μαζί του μὲ ἀγαλλίασι θείου Πνεύματος ἀπὸ τὴν μητρικὴ κοιλιά, ἀλλὰ μετέδιδε χάρι καὶ στὴν κυοφοροῦσα μητέρα του, αὐτός ποὺ μόλις λύθηκε ἀπὸ ἐκεῖ ἔλυσε τὸ πατρικὸ στόμα ποὺ εἶχε δεθῆ γι’ αὐτόν μὲ ἀφωνία κατόπιν προσταγῆς τοῦ ἀγγέλου, τὸ θρέμμα τῆς ἐρήμου, ὁ ὑψηλότερος ἀνάμεσα στὰ γεννήματα τῶν γυναικῶν καὶ ἀξιώτερος τῶν ἀπὸ ἀνέκαθεν προφητῶν, δὲν εἶναι ἱκανός νὰ λύση τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος (ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός ὁ ἱμάς), καὶ θὰ ἦταν ἱκανός ν’ ἀνοίξη τὸν οὐρανό, μᾶλλον δὲ τὰ ὑπερουράνια, κάποιος ἀπό τούς ὑστεροῦντας ἀπέναντι στὴν ἀξία του;

Γιὰ νὰ κατανοήσης δὲ τὸ ὕψος τῆς ὑπεροχῆς τοῦ τώρα βαπτιζομένου κατὰ σάρκα ἀπέναντι σὲ ὅλους, πρόσεξε κι’ ἐκεῖνο· ὅτι «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ἔχει γραφῆ, δείχθηκε δὲ σ’ ἐμᾶς μὲ ἔργα ὅτι ὄχι μόνο οἱ οὐρανοί, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ κόλπος τοῦ Ὑψίστου Πατρὸς τοῦ ἀνοίχθηκε· διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε τὸ Πνεῦμα καὶ ἡ φωνὴ ποὺ μαρτυροῦσε τὴν γνησιότητα τῆς υἱότητος .

Οἱ δὲ οὐρανοί εἶναι κήρυκες τούτου, ἀφοῦ ἀνοίχθηκαν σὰν παγκόσμια στόματα, καὶ διατρανώνοντας ὄχι μόνο πρὸς τοὺς ἀγγέλους τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐπάνω στὴ γῆ ἀνθρώπους τὴν ὁμοτιμία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ πρὸς τὸ ἀπὸ αὐτόν προελθόν ἐκπορευτῶς Πνεῦμα, κατὰ τὴν οὐσία καὶ δύναμι καὶ δεσποτεία πρὸς τὸ σύμπαν.

Εὐλόγως λοιπὸν μόνο γι’ αὐτόν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί ὅταν προσευχόταν ἐπειδὴ καὶ τὸ σφραγισμένο βιβλίο, τὸ ὁποῖο πιθανῶς ὑπαινίσσεται τὸν κλεισμένο προηγουμένως γιὰ μᾶς οὐρανό τοῦτον, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἰωάννη, κανένας καὶ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀνοίξη καὶ νὰ τὸ διαβάση· «κατώρθωσε δέ, λέγει, νὰ τὸ ἀνοίξη καὶ νὰ τὸ διαβάση μόνο ὁ Λέων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα». Ποιὸς δὲ εἶναι ὁ Λέων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα μᾶς τὸ ἐδίδαξε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ποὺ λέγει, «ἀνέβηκες ἀπὸ τὴ φυλή, υἱέ μου, σκύμνος τοῦ λέοντος Ἰούδα· ἀφοῦ ἐξάπλωσες, κοιμήθηκες σὰν λέων καὶ σὰν σκύμνος.

Ποιὸς θὰ τὸν ξυπνήση; Δὲν θὰ λείψη ἄρχοντας ἀπὸ τὸν Ἰούδα καί ἡγεμὼν ἀπό τοὺς μηρούς του, ἕως ὅτου ἔλθη αὐτός στὸν ὁποῖο ἀπόκειται ἡ ἀποστολή· καὶ αὐτός θὰ εἶναι προσδοκία τῶν ἐθνῶν», δηλαδὴ αὐτός ποὺ τώρα ἄνοιξε φανερὰ καὶ ὅλα τὰ ὑπερουράνια, ποὺ μόνος ἀνέγνωσε τούς ἀπό τούς αἰῶνες καὶ στοὺς αἰῶνες λόγους τῆς προνοίας, τοὺς ἀπόκρυφους στὸν πατρικὸ κόλπο θησαυροὺς τῆς σοφίας, τὰ ἀνεξερεύνητα βάθη καὶ τὰ μυστήρια τοῦ Πνεύματος.

«Ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀμέσως ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ ὕδωρ καὶ ἰδοὺ ἀνοίχθηκαν γι’ αὐτόν οἱ οὐρανοί». Βλέπετε ὅτι τὸ ἅγιο βάπτισμα εἶναι πύλη τῶν οὐρανῶν πού εἰσάγει ἐκεῖ τούς βαπτιζομένους; Διότι δὲν εἶπε ἁπλῶς «ἀνοίχθηκαν», ἀλλὰ «ἀνοίχθηκαν γι’ αὐτόν οἱ οὐρανοί»· ὅλα δὲ ὅσα ἔγιναν σ’ αὐτόν, γιὰ μᾶς ἔγιναν. Γιὰ μᾶς λοιπὸν ἀνοίχθηκαν δι’ αὐτοῦ οἱ οὐρανοί, ποὺ ἔχοντας ἀνοικτὲς τὶς πύλες προσμένουν τὴν εἴσοδό μας.

Καὶ πρὶν ἀπό τούς ἄλλους μαρτυρεῖ τοῦτο ὁ πρωταγωνιστὴς ἀνάμεσα στοὺς μάρτυρες Στέφανος. Ἀφοῦ γονάτισε, προσευχόταν καί ἀτενίζοντας εἶδε ὅ,τι κανεὶς δὲν εἶδε πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ· «διότι ἀτενίζοντας εἶδε τοὺς οὐρανούς ἀνοιγμένους καὶ τὸν Ἰησοῦ στὴ δόξα τοῦ Πατρός», εἶδε ὄχι μόνο ἄρρητη δόξα καὶ τόπο ὑπερουράνιο, ἀλλὰ κι’ αὐτόν τόν ποθούμενο μέσα στὴ δόξα τοῦ Πατρός, διὰ τῆς ὁποίας πρῶτος αὐτός ἀπό τούς μετὰ Χριστὸν εἶδε μακαρίως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶδε κανεὶς ἀπό τούς πρὸ Χριστοῦ, στὰ ὁποῖα κι’ αὐτά ἀκόμη τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων φοβοῦνται νὰ παρακύψουν.

Διότι τὸν εἵλκυσε ὁ ποθούμενος Ἰησοῦς ποθώντας νὰ εἶναι τοῦτος πρῶτος διάκονος στοὺς οὐρανούς καὶ πολὺ προτιμότερος ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ πνεύματα, καθὼς καὶ πρῶτος μάρτυρας τῆς ἀθλήσεως. Γιὰ μᾶς λοιπὸν ἀνοίχθηκαν δι’ αὐτοῦ οἱ οὐρανοί κι’ ἐμᾶς καθάρισε διὰ τοῦ Ἑαυτοῦ του διότι δὲν χρειαζόταν ὁ ἴδιος κάθαρσι ἡ ἄνοιγμα.

Καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ λέγη ὕστερα πρὸς τοὺς ἐρωτῶντες, «κι’ ἐγώ εἶδα κι’ ἐμαρτύρησα, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»· εἶδε λοιπὸν ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καί νά ἔρχεται σ’ αὐτόν . Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τῆς περιστερᾶς τὸ εἶδος τὴν καθαρότητα αὐτοῦ πρὸς τὸν ὁποῖο κατέβηκε· διότι τοῦτο τὸ ζῶο δὲν πετᾶ ἐπάνω ἀπὸ ἀκαθάρτους καὶ δυσώδεις τόπους· συνεπιβεβαιώνει δὲ καὶ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἀπὸ ἄνω· «καὶ ἰδού», λέγει, δηλαδὴ μαζί μὲ τὸ εἶδος τῆς περιστερᾶς, καὶ «φωνὴ ἀκούεται ἀπό τούς οὐρανούς ποὺ λέγει, τοῦτος εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, τὸν ὁποῖο ἐξέλεξα» , τοῦτος ποὺ τώρα δεικνύει τὸ Πνεῦμα μου ποὺ κατῆλθε καὶ μένει ἐπάνω του σὰν στὸν συναΐδιον Υἱό μου.

Πραγματικὰ ὁ Πατήρ, χρησιμοποιώντας σὰν δάκτυλο τὸ συναΐδιο καὶ ὁμοούσιο καὶ ὑπερουράνιο Πνεῦμα του, φωνάζοντας καὶ δακτυλοδεικτώντας μαζί, ἀπέδειξε δημόσια καὶ ἐκήρυξε σὲ ὅλους ὅτι ὁ βαπτιζόμενος τότε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη εἶναι ὁ ἀγαπητὸς του Υἱός.

Τὸ Πνεῦμα δὲν ἐφάνηκε μόνο σὰν πατρικὸς δάκτυλος μὲ τὸν ὁποῖο δακτυλοδεικτοῦσε, ἀλλὰ κατέβηκε καὶ ἕως αὐτόν τὸν δεικνυόμενο μὲ τὸν πατρικὸ δάκτυλο σὰν γιὰ νὰ τὸν ψεύση, καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ διέμεινε ἐπάνω σ’ αὐτὸν διότι, λέγει, «ἐμαρτύρησε ὁ Ἰωάννης ὅτι, εἶδα τὸ Πνεῦμα νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό καὶ ἔμεινε ἐπάνω σ’ αὐτόν».

Καὶ δὲν ἔμεινε μόνο ἐπάνω σ’ αὐτόν (καὶ μάρτυς εἶναι πάλι ὁ ἴδιος ποὺ λέγει, «ἀπὸ τὸ πλήρωμά του ἐλάβαμε ὅλοι ἐμεῖς»), ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ φανερὰ κάθοδο ἦταν μέσα σ’ αὐτόν ἀφανῶς· τοῦτο ἄλλωστε μαρτυρεῖται καὶ ἀπό τούς ἀσώματους καὶ οὐράνιους ἀγγέλους, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μὲν ἕνας λέγει πρὸς τὴν γυναῖκα ποὺ τὸν συνελάμβανε μὲ παρθενία «ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἐπέλθη σὲ σένα», ὁ δὲ ἄλλος πρὸς τὸν Ἰωσήφ γι’ αὐτήν, «ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ ἔχει γεννηθῆ μέσα της προέρχεται ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα».

Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτά δὲν κηρύττονται ὡς ἁπλῆ συνάφεια, ἀλλὰ εἶναι καὶ κάποια ἀλληλουχία ὑπερφυὴς καὶ διηνεκὴς συγχρόνως, τελεία καὶ ἀσύγχυτη, ἔτσι καὶ αὐτός ἀναδεικνύεται γιὰ μᾶς ἕνας Θεὸς μὲ τρισυπόστατη καὶ παντοδύναμη θεότητα, ποὺ φανερώνεται ὅποτε καὶ ὅπως εὐδόκησε μόνος του, Πατὴρ ὑπερουράνιος, Υἱός ὁμοούσιος, Πνεῦμα ἅγιο ἐκπορευόμενο ἀπὸ τὸν Πατέρα καί ἀναπαυόμενο στὸν Υἱό, ποὺ καὶ τὴν ἕνωσι ἔχει ἀσύγχυτη καὶ τὴ διαίρεσι ἀμέριστη.

Διότι δύο εἶναι αὐτοί ποὺ μαρτυροῦν, ὁ δὲ μαρτυρούμενος ἕνας· μαρτυροῦν δὲ καὶ τὴν θεότητά τους καὶ τὴν συμφυΐα μεταξύ τους καὶ τὴ διακρισι· τὴν μὲν θεότητα ἀπὸ τὴν ὑπερβατικὴ δεσποτεία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐσχίσθηκαν ὅλοι οἱ οὐρανοί συγχρόνως, τὴν δὲ συμφυΐα ἀπὸ τὴν ἄκρα καὶ διηνεκῆ συνάφεια καὶ τὴν συμφωνία, τὴν δὲ διάκρισι διὰ τῆς διαφοροποιήσεως καὶ τῆς σχέσεως τῶν ὑποστατικῶν ὀνομάτων.

Ἀνεβάζεται μάλιστα καὶ τὸ ἀπό μᾶς πρόσλημμα πρὸς ἐκεῖνο τὸ ἀξίωμα, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀχωρίστως μαζὶ μὲ τὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησί του οἱ προσκυνητὲς καὶ φωτιστικὲς ὑποστάσεις νὰ εἶναι τρεῖς, στὶς ὁποῖες ἐμεῖς πιστεύουμε καὶ βαπτιζόμαστε, τὸν μὲν παλαιὸ ἄνθρωπο ἐκδυόμενοι μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα, ἐνδυόμενοι δὲ τὸν Χριστό, τὸν νέο Ἀδάμ, ὁ Ὁποῖος κατέστησε νέα τὴν ἔνοχη φύσι μας, ἀφοῦ τὴν παρέλαβε ἀπὸ παρθενικὰ αἵματα ὅπως εὐδόκησε, καὶ τὴν ἐδικαίωσε δι’ Ἑαυτοῦ καὶ ἔπειτα ὅλους ὅσοι προῆλθαν κατὰ πνεῦμα ἀπὸ αὐτόν τούς ἐλευθέρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴν προγονικὴ κατάρα καὶ καταδίκη.

Τί λοιπόν; Ἐπειδὴ βέβαια ὁ μονογενὴς Υἱός τοῦ Θεοῦ δὲν ἔλαβε ἀπὸ ἐμᾶς ὑπόστασι, ἀλλὰ τὴν φύσι μας τὴν ὁποία ἀνεκαίνισε, ἀφοῦ ἑνώθηκε μὲ αὐτήν κατὰ τὴν ἰδικὴ του ὑπόστασι, δὲν μεταδίδει ἀπὸ τὴ χάρι του καὶ στὴν καθεμία ἀπό τίς ὑποστάσεις μας καὶ δὲν λαμβάνει ἀπὸ αὐτόν ὁ καθένας τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων του;

Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ κάμη ἀλλοιῶς αὐτός ποὺ «θέλει νὰ σωθοῦμε ὅλοι», αὐτός ποὺ «ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανούς κατῆλθε» ὑπὲρ ὅλων, καὶ πού, ἀφοῦ μὲ ἔργα καὶ λόγια καὶ παθήματα μᾶς ὑπέδειξε ὁδό σωτηρίας, ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς ἀπὸ ὅπου ἕλκει τοὺς πιστούς του; Ἀλλὰ τὴν μὲν φύσι, ποὺ τὴν ἀνακαίνισε ἀφοῦ τὴν προσέλαβε γιὰ μᾶς ἀπό μᾶς, τὴν ἔδειξε ἁγιασμένη καὶ δικαιωμένη, καὶ ὑπήκοο καθ’ ὅλα στὸν Πατέρα, μὲ ὅσα αὐτός ἔπραξε κι’ ἔπαθε κατὰ τὸ θέλημά του ἑνωμένος πρὸς αὐτήν κατὰ τὴν ὑπόστασι· ἀνακαίνισε δὲ τοῦ καθενὸς ἀπό μᾶς ποὺ πιστεύουμε σ’Αὐτόν, ὄχι μόνο τὴ φύσι, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόστασι, καὶ μᾶς ἐχάρισε τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν του, διὰ τῆς μετανοίας ποὺ ἐχάρισε στοὺς πταῖστες, καὶ διὰ τῆς μεταδόσεως τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματός του.

Μὲ τὸ νὰ εἴπη δὲ ὁ Πατὴρ ἀπὸ ἄνω περὶ τοῦ βαπτισθὲντος κατὰ σάρκα «αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐαρεστοῦμαι», ἔδειξε ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀλλὰ ποὺ ἐλέχθηκαν πρωτύτερα διὰ τῶν προφητῶν, οἱ νομοθεσίες, οἱ ἐπαγγελίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦσαν ἀτελῆ καὶ δὲν ἐλέχθηκαν οὔτε ἐτελέσθηκαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ ἀπέβλεπαν πρὸς τὸν τωρινὸ σκοπὸ καὶ διὰ τοῦ τελεσθέντος τώρα ἐτελειώθηκαν κι’ ἐκεῖνα. Καὶ τί περιορίζομαι στὶς διὰ τῶν προφητῶν νομοθεσίες, τὶς ἐπαγγελίες, τὶς υἱοθεσίες;

Διότι καὶ ἡ κατὰ τὴν ἀρχὴ θεμελίωσις τοῦ κόσμου πρὸς τοῦτον ἔβλεπε, τὸν κάτω μὲν βαπτιζόμενο ὡς υἱό ἀνθρώπου, ἀπὸ ἐπάνω δὲ μαρτυρούμενο ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς μόνο ἀγαπητὸ Υἱό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος.

Ἑπομένως καὶ ἡ ἐξ ἀρχῆς δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτόν ἔγινε, ἀφοῦ ἐπλάσθηκε κατὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέση κάποτε νὰ χωρέση τὸ ἀρχέτυπο· καὶ ὁ νόμος στὸν παράδεισο γι’ αὐτόν ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ· διότι δὲν θά τὸν ἔθετε ὁ νομοθέτης, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μείνη ἀπραγματοποίητος διαπαντός.

Καὶ τὰ ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν λεχθέντα καὶ τελεσθέντα ὅλα σχεδὸν γι’ αὐτόν ἔγιναν, ἂν δὲν εἴπη κανεὶς καλῶς ὅτι καὶ ὅλα τὰ ὑπερκόσμια, οἱ ἀγγελικὲς φύσεις καὶ τάξεις δηλαδὴ καὶ οἱ ἐκεῖ θεσμοθεσίες, πρὸς τοῦτον τὸ σκοπὸ τείνουν ἀπὸ τὴν ἀρχή, δηλαδὴ πρὸς τὴν θεανδρική οἰκονομία, τὴν ὁποία καὶ ὑπηρέτησαν, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος.

Διότι εὐδοκία εἶναι τὸ κυριαρχικὸ καὶ ἀγαθὸ καὶ τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ· αὐτός δὲ εἶναι ὁ μόνος, στὸν ὁποῖο εὐδοκεῖ καὶ ἐπαναπαύεται καὶ ἀρέσκεται τελείως ὁ Πατήρ, «ὁ θαυμαστός του σύμβουλος, ὁ ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς του», αὐτός ποὺ ἀκούει καὶ ὁμιλεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα του καὶ παρέχει στοὺς εὐπειθεῖς ζωὴ αἰώνια.

Αὐτήν εἴθε νὰ ἐπιτύχωμε ὅλοι ἐμεῖς μέσα σ’ αὐτόν τὸν βασιλέα τῶν αἰώνων Χριστό, στὸν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις μαζί μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Γένοιτο.

Περι των Θεοφανιων -Αρχιμ.Ανανια Κουστστενη -(από τον Μπαμπη)

6 Ιανουαρίου, 2022
  1. ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
    Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.
    Κεφ. 3: 13-17
    Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παραγίνεται ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν ᾿Ιορδάνην πρὸς τὸν ᾿Ιωάννην, τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ.
    Ὁ δὲ ᾿Ιωάννης διεκώλυεν αὐτὸν λέγων·
  2. Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
  3. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
  4. Τότε ἀφίησιν αὐτόν. Καὶ βαπτισθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ, ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν, καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν·
  5. Καὶ ἰδοὺ, φωνὴ ἐκ τῶν Οὐρανῶν, λέγουσα·
  6. Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα.
  7. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός: ἡ σωτηρία τοῦ κόσμουΓιορτάζουμε αὔριο τή μεγάλη Δεσποτική ἑορτή τῶν Θεοφανίων, ἀγαπητοί ἀναγνῶσται. Ὁ Χριστός μας ἔμεινε τριάντα χρόνια στήν ἀφάνεια καί στήν ταπείνωση τῆς Ναζαρέτ, ὑποτασσόμενος στούς γονεῖς Του καί περιμένοντας τήν ὥρα τοῦ Θεοῦ. Κι ὅταν ἦλθε ἐκείνη ἡ ὥρα, καὶ ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης μέ ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἐβάπτιζε καί ἐξομολογοῦσε στόν Ἰορδάνη, ὁ Χριστός μας ἀφήνει τή Γαλιλαία, ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο τῆς Ἑορτῆς (Ματθαίου γ´ 13-17), καί ἔρχεται στόν Ἰορδάνη πρός τόν Ἰωάννη νά βαπτισθεῖ. Καί πῆγε μέ τή σειρά καί μέ τήν ἀράδα Του, «σάν ἕνας ἀπ’ ὅλους καί ἕνας γιά ὅλους», θά ἔλεγε ὁ ἅγιος Ρωμανός ὁ Μελωδός.
    Καί καθώς Τόν εἶδε ὁ μεγάλος Βαπτιστής ἐξεπλάγη. Τόν θυμότανε ἀκόμη ὅταν ἦταν στήν κοιλιά τῆς μητέρας του Ἐλισάβετ, καί μέ τό στόμα ἐκείνης Τόν εἶχε ἀποκαλέσει «εὐλογημένο καρπό», δηλαδή Μεσσία καί Σωτήρα. Τώρα Τόν ἀντίκρυσε μπροστά του, καί τά ’χασε, καταπλάγηκε! Καί Τοῦ λέει: «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη ὡς ἁμαρτωλός νά βαπτισθῶ ἀπό Σένα, καί Σύ ἔρχεσαι νά Σέ βαπτίσω;». Τί ταπείνωση! Τί αὐτογνωσία! Τί μεγαλεῖο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου! Κι ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «Ἄσε τώρα. Ἄς κάνωμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος. Ἀφοῦ καί σύ εἶσαι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, κι Ἐγώ κυρίως εἶμαι, γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος». Γιατί ὁ Χριστός δέν εἶναι οὔτε μύθος, οὔτε παιχνίδι φολκλορικό· εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
    Καί μπῆκε στό ποτάμι ὁ Μέγας Ὑετός, στό μεγάλο ποτάμι τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀφέσεως, ὁ Χριστός μας. Μπῆκε στόν Ἰορδάνη. Καί τόν ἐβάπτισε ὁ θεῖος Πρόδρομος. Καί ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί. Ἄνοιξε ὁ Παράδεισος. Ἄνοιξε ἡ θεία Βασιλεία. Κι ἐφάνη τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, σέ σχῆμα περιστερᾶς. Καί ἔδειχνε τόν Μεσσία.
    Κατά τήν ἑορτή τῶν Θεοφανίων φάνηκαν ―ὅσο εἶναι δυνατόν νά φανοῦν― τά δύο μεγάλα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας· τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τό μυστήριον τῆς σαρκώσεως. Κι ἦλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐπάνω στό Χριστό, γιά νά δείξει ποιός εἶναι ὁ Μεσσίας, ποιός εἶναι ὁ Λυτρωτής. Γιατί τόν Ἰωάννη οἱ περισσότεροι τόν ἐνόμιζαν ὡς τόν Μεσσία. Κι ἔχομε, λοιπόν, ἀνακήρυξη ἐπίσημη τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Κι ἀκούστηκε καί ἡ φωνή τοῦ Πατρός, τοῦ Θεοῦ Πατρός: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός…» Ἔδειχνε. Μέ τί ἔδειχνε; Μέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἔδειχνε τόν Μεσσία καί Λυτρωτή. «…ἐν ᾧ εὐδόκησα». «Μέ τόν Ὁποῖον, λέει ὁ Θεός Πατήρ, εὐχαριστήθηκα ἀπόλυτα. Γιατί μέ ἀκούει σέ ὅλα. Εἶναι ἀγαπημένος πρό αἰώνων, ἀλλά καί ἀγαπημένος ὡς Μεσσίας, ὡς ὁ Νέος Ἀδάμ». Κι ἔτσι ἔχουμε ἐπίσημη ἀνακήρυξη τοῦ Χριστοῦ ὡς Μεσσία, καί ἐπίσημη ἔναρξη τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ καί σωτηριώδους ἔργου Του. Γι’ αὐτό καί ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανίων, εἶναι μεγίστη. Καί ἡ μέρα αὐτή εἶναι πανηγυρικώτατη. Εἶναι ἡ ἔναρξη τῆς σωτηρίας μας. Καί τό βάπτισμα; Τό εἰσοδικό Μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.
    Ἄς μείνωμε ταπεινά μπροστά στό μέγα θαῦμα τῆς ἁγίας Τριάδος καί τῆς Θείας ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου.
    Ἄς προσκυνήσωμε τόν Θεόν πού ἐφανερώθη στόν Ἰορδάνη.
    Ἄς Τόν εὐχαριστήσωμε τόν Κύριο γιά ὅλα, κι ἄς προσπαθοῦμε νά εἴμαστε ἀντάξιοι τῆς μεγάλης ἀγάπης καί προσφορᾶς Του.
    Ἄς μᾶς φωτίζει ὁ Κύριος ἡμῶν καί κατά τή Νέα αὐτή Χρονιά.
    Κι ἄς μᾶς φροντίζει καί ὡς Ἔθνος καί ὡς Χριστιανούς.
    Κι ἄς φροντίζει καί τήν Οἰκουμένη ὁλόκληρη.
    Χρόνια Πολλά στούς ἑορτάζοντες!
    Καλή Χρονιά!
    Χίλια καλά σέ ὅλους! Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης,
    Τὸ Κήρυγμα τῆς Κυριακῆς, Τόμος Γ´.

«Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε»

5 Ιανουαρίου, 2022

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Untitled-1

Γιατί ὁ Ἰησοῦς , ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ θεραπεύσει τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἀναμαρτησία Του καὶ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους σὲ κοινωνία μὲ τὴ θεία ζωή, ἐπιθύμησε καὶ ἀπαίτησε νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη; Γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο πὼς τὸ ἴδιο ἐρώτημα βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἰωάννη.

«Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;» ( Ματθ. 3, 14). Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑξῆς:

Ὁ Χριστὸς δεχόμενος τὸ βάπτισμα ταυτίζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλους τούς ἁμαρτωλοὺς ἀνεξαιρέτως.

Ταυτίζεται μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ χρειάζεται συγχώρηση, σωτηρία καὶ ἀναγέννηση… Ταυτίζεται μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν καθένα μας.

Μὲ τὸ Βάπτισμά Του δείχνει πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει ἢ νὰ καταδικάσει, οὔτε γιὰ νὰ φέρει ἀντικειμενικοὺς νόμους καὶ κανόνες, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς τελειότητας καὶ Θεότητάς Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας ἔτσι, ὥστε γινόμενος ἕνας ἀπὸ μᾶς νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς τέλειας καὶ ἀναμάρτητης ζωῆς Του.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἔλεγε γι’ Αὐτόν, “ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου!” (Ἰωάν. 1,29) .

Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο μας ὡς παιδί, καὶ μὲ τὴ γέννησή Του ἀνέλαβε καὶ οἰκειώθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση.

Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ τοὺς ἀπολωλότες. Τοὺς ἀγαπᾶ μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη, τοὺς προσφέρει τὸν Ἑαυτό Του καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή Του.

Ἐδῶ στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, Αὐτός, ὁ ἀναμάρτητος ἑνώνεται μὲ τοὺς χαμένους, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἁμαρτία ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς.

Μὲ τὸ βάπτισμά Του ἑνώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς ἀργότερα, στὸ τέλος Αὐτός, ὁ ἀθάνατος, ἑνώνεται ἐπίσης ἐλεύθερα μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὸ θάνατο.

Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν πὼς ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς σώσει μὲ τὴν ἀγάπη· ἀγάπη ὅμως πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει ἕνωση μ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶς.

Σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, “οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν” (Ἡσ. 53, 4-5) .

Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων

2 Ιανουαρίου, 2022

Audio Player00:0000:00Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

«Ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

῾Ως γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου·

  φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ,  ἐγένετο ᾿Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 

καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία χώρα καὶ οἱ ῾Ιεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. 

ἦν δὲ ὁ ᾿Ιωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον.  καὶ ἐκήρυσσε λέγων·

ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.
 ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι῾Αγίῳ». (Μάρκ. A΄ 1-8).

εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος ξεκινάει τὸ εὐαγγέλιό του μέ τὴν ἔναρξη τῆς δημοσίας ζωῆς καὶ τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο.

Καὶ μᾶς παρουσιάζει ἀμέσως καὶ ἐμφατικὰ τὴν προφητεία τοῦ προφήτη Μαλαχία γιά τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ὡς ἄγγελο πού προπορεύεται τοῦ Κυρίου.

Γιατί τόσο ὁ προφήτης ὅσο κι ὁ εὐαγγελιστὴς ὀνομάζουν ἄγγελο τὸν Ἰωάννη, ἀφοῦ δέν ἤταν ἄγγελος ἀλλ’ ἄνθρωπος;

Πρῶτον, ἐπειδὴ ὁ Ἰωάννης μέ τή ζωή του ἤταν σὰν οὐράνιος ἄγγελος, προσέγγιζε τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Δεύτερον, ἐπειδή μέ τὸ κήρυγμά του θὰ γινόταν σαφές πώς σκοπὸς τῆς ἐπίγειας διακονίας τοῦ Χριστοῦ ἤταν νά κάνει ἀγγέλους ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ θνητοὺς ἀνθρώπους·

νά πάρει τοὺς σκλαβωμένους στήν ἁμαρτία θνητοὺς ἀνθρώπους καὶ νά τοὺς κάνει ἀναμάρτητους, ἐλεύθερες ὑπάρξεις, ὅπως εἶναι κι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι στόν οὐρανό.

Μὲ ποιόν τρόπο ἔμοιαζε μὲ ἄγγελο ὁ Ἰωάννης; Πρῶτον, μὲ τὴν ὑπακοὴ του στόν Θεό, δεύτερον μέ τὴν ἀποδέσμευσή του ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τρίτον μέ τὴν ἔλλειψη μέριμνας καὶ φροντίδας γιά τή σωματική ζωή του.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἤταν ἀπόλυτα ὑπάκουος στόν Θεὸ ἀπὸ τὴν πολὺ πρώιμη ἡλικία του. Γεννήθηκε ἀπὸ ὑπερήλικες γονεῖς, ὀρφάνεψε ἀπὸ μικρός.

Ἔτσι ἀφέθηκε στήν πατρικὴ φροντίδα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἤταν ὁ μοναδικὸς γονιὸς του, ὁ ἀποκλειστικὸς προστάτης κι ἡ μοναδικὴ ἀγάπη του.

Δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στόν Θεὸ καὶ ἔστρεφε πρὸς Ἐκεῖνον τή σκέψη του γιά ὅλα ἐκεῖνα πού τὸν ἀπασχολοῦσαν.

Δέν εἶχε καμιὰ ἀνάγκη νά διδαχτεῖ ἀπὸ ἄνθρωπο, ἀφοῦ Ἐκεῖνος, ἀπὸ τὸν Ὁποῖο δόθηκε κάθε γνώση στούς ἀνθρώπους, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, ἐπικοινωνοῦσε ἄμεσα μέ τὸν Ἰωάννη καὶ τοῦ ἀποκάλυπτε τὸ θέλημά Του.

Ἀποσυρμένος ἀπὸ τὸν κόσμο ὁ Ἰωάννης προσκολλήθηκε πιστὰ στόν Θεό, ὅπως κάνουν κι οἱ οὐράνιοι ἄγγελοι.

Κι ὅπως οἱ ἄγγελοι, ἔτσι κι αὐτὸς ξεδιψοῦσε ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς σοφίας, τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης. Γι’ αὐτὸ ὁ προφήτης ὀνόμασε κι αὐτὸν ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης δὲν λογάριαζε κανέναν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ζῶντα Θεὸ καὶ τὸ ἅγιο θέλημά Του. Δέν ἔκανε διάκριση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους.

Δέν τοὺς ξεχώριζε οὔτε ἀπὸ τὸν ἱματισμὸ τους οὔτε ἀπὸ τὴν τιμὴ καὶ τή δύναμή τους, τή σοφία τους ἢ τὸν πλοῦτο τους.

Μόνο ἡ ψυχὴ τους τὸν ἔκανε νά τοὺς διαφοροποιεῖ. Τὰ μάτια του δέν ἔβλεπαν τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ γυμνές τίς ψυχὲς τους, πού τίς κρύβει ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὸ κάλυμμα τοῦ σώματος. Τέτοια ἐλευθερία καὶ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους μόνο οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἔχουν, γι’ αὐτὸ κι ὁ προφήτης ὀνόμασε τὸν Ἰωάννη ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης ἔμοιαζε μὲ ἄγγελο καὶ γιά τὴν ἀμεριμνησία πού εἶχε γιά τὴν ἐπίγεια ζωή. Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι, δέν εἶναι ὑλικὲς ὑπάρξεις ὅπως οἱ ἄνθρωποι.

Εἶναι στολισμένοι μέ τή μεγαλοπρέπεια τῆς ὕπαρξής τους, εἶναι «σώματα ἐπουράνια» (Α΄ Κορ. 15, 40).

Ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού ἔζησαν μέ τή βιωματική τους ἐμπειρία κι ὄχι ἀπὸ τή σοφία πού ἀπόκτησαν ἀπὸ τὰ βιβλία, ἔτσι ἔζησε κι ὁ ἅγιος Ἰωάννης.

Ἔμαθε νά ζεῖ ἀμέτοχος ἀπό τίς βιωτικὲς μέριμνες. Δὲν διάβασε βιβλία οὔτε ἄκουσε σοφοὺς ἀνθρώπους πού συνηθίζουν νά «μιλοῦν», ἀλλά δέν λένε τὸ «πῶς».

Ἔζησε ἀσκώντας τὴν ἐλευθερία ἀπὸ μέριμνες. Δοκίμασε τή νηστεία καὶ εἶδε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ζήσει ὄχι μόνο χωρὶς ὅλες ἐκεῖνες τίς τροφὲς γιά τὶς ὁποῖες κοπιάζει τόσο πολύ, ἀλλὰ καὶ χωρὶς ψωμί. Ὁ Ἰωάννης τρεφόταν μέ «ἀκρίδες» καὶ «μέλι ἄγριο».

Δέν ἔπινε κρασί ἢ ἄλλο δυνατὸ ποτό. Καὶ παρ’ ὅλ’ αὐτά, πουθενὰ δέν ἀναφέρεται ὅτι τοῦ ἔλειψε τὸ φαγητὸ ἢ τὸ ποτό.

Δέν ἤταν οἱ ἀκρίδες καὶ τὸ ἄγριο μέλι πού τὸν ἔτρεφαν, ἀλλά ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού λάβαινε ὁ πιστὸς δοῦλος Του ἀπὸ τὰ μέσα αὐτά. «Ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγε ἄνθρωπος» (Ψαλμ. 77, 25).

Ὁ Ἰωάννης δὲν νοιαζόταν οὔτε ποῦ θὰ ζήσει οὔτε τί θὰ φορέσει. Κατοικία του ἤταν ἡ ἔρημος, σκέπη του εἶχε τὸν οὐράνιο θόλο.

Ἔνδυμά του εἶχε τρίχες καμήλας, περασμένες σὲ δερμάτινες λουρίδες. Ἔβλεπε τὴν ψυχὴ του καλυμμένη μέ τὰ ἡλιόλουστα ἱμάτια τῶν ἀγγέλων τοῦ οὐρανοῦ κι ὄχι μέ τή σωματική φθορά. Ξάπλωνε καὶ κοιμόταν εἴτε κάτω ἀπὸ τὸν ἀνοιχτὸ οὐρανὸ εἴτε σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ πολλὰ σπήλαια τῆς ἐρήμου «πέραν τοῦ Ἰορδάνου».

Τί τὸν ἔνοιαζε αὐτὸ ὅμως, ἀφοῦ ἡ ψυχὴ του ἀναπαυόταν στόν βασιλικὸ στῆθος τοῦ οὐρανίου Δημιουργοῦ;

Γείτονες εἶχε τίς φαρμακερὲς ὀχιὲς καὶ τὰ πεινασμένα λιοντάρια. Δέν τὰ φοβόταν ὅμως, γιατὶ ἤξερε πώς τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ πού τὰ βλέπει ὅλα, τὸν προστάτευε.

Γιατὶ νά τὰ φοβηθεῖ, ἀφοῦ δέν μποροῦσαν νά βλάψουν τὴν ψυχὴ του; Τὸν ἑαυτὸ του τὸν ἔβλεπε σὰν ψυχή, ὄχι σὰν σάρκα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἦταν ἐλεύθερος ἀπό ἐπίγειες μέριμνες. Μοναδικὴ του φροντίδα ἤταν ἡ ψυχὴ του· Μοναδικὸς νόμος καὶ κανόνας γιά τὴν ψυχὴ του ἤταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Σ’ αὐτὸ ἔμοιαζε μὲ τοὺς οὐράνιους ἀγγέλους. Γι’ αὐτὸ κι ὁ προφήτης τὸν ὀνόμασε ἄγγελο.

Ὁ Ἰωάννης, ὁ προφήτης τῆς ἐρήμου, γνώριζε πολὺ καλὰ τὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης φύσης: τὶς ἀδυναμίες της, τὴν κλίση της πρὸς τὸ κακό, τὴν ἀσυνέπειά της.

Τὰ ἔμαθε καλὰ αὐτὰ στά τριάντα χρόνια τῆς μόνωσής του στήν ἔρημο.

Ἀπόκτησε αὐτογνωσία κι ἔτσι γνώρισε καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο κι ὅλα ὅσα συμβαίνουν ἢ μποροῦν νά συμβοῦν σ’ αὐτόν.

Ἡ νικηφόρα μάχη πού ἔκανε μέ τὸν ἑαυτὸ του τοῦ προσπόρισε ἀνεξάντλητη γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἔτσι τώρα παρουσιάστηκε στούς ἀνθρώπους μέ τὴν ἐλευθερία τοῦ νικητή. Ἡ γνώση του δέν ὀφειλόταν σὲ βιβλία.

Προερχόταν ἀπὸ πρῶτο χέρι, ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, μέσα ἀπὸ τή δική του ἐμπειρία. Εἶναι φανερό πώς ἔτσι τὸ κήρυγμά του ἔχει ἕναν πολὺ ἀνθρώπινο χαρακτῆρα. Δὲν στηρίζεται στά λόγια τῶν ἀνθρώπων.

Ἀκόμα κι ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐξομολογηθεῖ εἰλικρινὰ κι ἔχει ἀποδείξει ἔμπρακτα τή μετάνοιά του γιά τὶς ἁμαρτίες πού εἶχε διαπράξει, ὁ Ἰωάννης δέν τὸν ἐμπιστεύεται ἀμέσως.

Γνωρίζει τήν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀσυνέπεια τῆς ἀνθρωπίνης φύσης. Γι’ αὐτὸ κι ἀγωνίζεται μ’ ὅλες του τίς δυνάμεις νά ξεκαθαρίσει στούς μετανοοῦντες πώς πρέπει ν’ ἀποδείξουν τὰ λόγια μέ τὰ ἔργα τους. Ὅταν ἡ ἁμαρτία ἐπαναλαμβάνεται, γίνεται συνήθεια.

Τώρα συνήθεια πρέπει νά γίνουν τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Κι αυτὸ μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μέ μακρὰ ἄσκηση τῶν ἀρετῶν.

Ὅλα ὅσα συνιστᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὡς καρποὺς μετανοίας, ὁπωσδήποτε δέν εἶναι ἀρκετὰ γιά νά σώσουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Φτάνουν ὅμως γιά νά κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἄξιο νά παρουσιαστεῖ μπροστὰ στόν Χριστό. Τὸ καθῆκον τοῦ Προδρόμου ἤταν νά ἐπισημάνει τὸν κίνδυνο στούς ἀνθρώπους, ὥστε νά καθαρίσουν τὸν ἑαυτὸ τους καὶ ν’ ἀξιωθοῦν νά παρουσιαστοῦν μπροστὰ στόν θεῖο Πρόσωπο τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ.

Ὅταν ἔβλεπε κανεὶς τὸν φοβερὸ προφήτη, κοντὰ στόν ὁποῖο συνωστίζονταν οἱ κάτοικοι ὁλόκληρης τῆς Ἰουδαίας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ἄκουγε τίς ἰδιόρυθμες κραυγές μέ τίς προτροπὲς καί τίς ἀπειλές γιά φωτιὰ καὶ τσεκούρια, τὸν ῥωτοῦσε:

«Σύ τις εἰ;» Μήπως εἶσαι ἐσὺ ὁ ἀναμενόμενος Χριστός; «Οὐκ εἰμί ἐγὼ ὁ Χριστός», ἀπαντοῦσε ὁ Ἰωάννης. «Τί οὖν; Ἠλίας εἰ σύ;». «Οὐκ εἰμι». «Τίς εἶ;». «Ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου» (Ἰωάν. 1, 20-23).

Καὶ στή συνέχεια ὁ Ἰωάννης ἀναγνώριζε κι ὁμολογοῦσε ταπεινά: «Μέσος ὑμῶν ἔστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Αὐτός ἐστίν ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, οὗ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἵνα λύσω αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος.» (Ἰωάν. 1, 26-27).

Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιά νά διδάξει στούς ἀνθρώπους τὴν ταπείνωση πού εἶχαν ξεχάσει καὶ τὴν ὑπακοή πού εἶχαν παραβιάσει. Μᾶς δίνει ἕνα τέλειο ὑπόδειγμα μέ τή δική του ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα του.

Οἱ ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν ταπείνωση καὶ ὑπακοή, δέν ἔχουν οὔτε σοφία οὔτε ἀγάπη. Καί ὅποιος τὰ στερεῖται αὐτά, στερεῖται καὶ τὸν Θεό.

Καί ὅποιος δέν ἔχει Θεό, δέν ὁρίζει οὔτε τὸν ἑαυτὸ του. Εἶναι σὰν νά μὴν ὑπῆρχε, ἀφοῦ ζεῖ στό σκοτάδι καὶ στή σκιὰ τοῦ θανάτου.

Ἂν κάποιος ἔλεγε: «Ὁ Χριστὸς εἶναι μεγάλο κι ἀπλησίαστο παράδειγμα γιά μένα. Δέν μπορῶ νά Τὸν πλησιάσω.

Ὑπάρχει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος πού, σὰν συνηθισμένος ἄνθρωπος, εἶναι πιὸ κοντὰ στούς θνητούς».

Ὁ Πρόδρομός Του μᾶς διδάσκει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή, μὲ τή δική του ἁγνὴ ταπείνωση καὶ ὑπακοὴ στόν Χριστό.

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Πατερικός λόγος

1 Ιανουαρίου, 2022

Μεγάλου Βασιλείου-Λόγοι ζωῆς

Δὲν γνωρίσαμε ἐμεῖς τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δικαιοσύνη μας, ἀλλὰ ὁ Θεὸς μᾶς γνώρισε διὰ μέσου της ἀγάπης Του.

Πρέπει νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι εἶναι ἀναρίθμητες οἱ εὐκαιρίες πού μᾶς δίνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τελειοποιηθοῦμε.

Ὁ Θεὸς δίνει τὴ δύναμη πού χρειάζεται στὸν ἄνθρωπο στοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἀρετή.

Ἀπὸ τὴν μνήμη τῶν παρελθόντων καὶ ἀπὸ τὴν πείρα τῶν παρόντων διδασκόμαστε γιὰ τὸ μέλλον.

Ὅποιος γεύτηκε τὴν γλυκύτητα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πρόδωσε, μοιάζει μ’ ἐκεῖνον πού ἄλλαξε τὸ πολύτιμο διαμάντι μ’ ἕνα χρωματιστὸ γυαλί.

Μιὰ ἕφοδος τοῦ ἐνθέου δὲν μπορεῖ νὰ φέρει κακό, ἂν ἐμεῖς ἔχουμε ὅπλο τὴν πίστη.

Ἡ θεία βοήθεια ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ ἡ θελήση μας ἀπὸ τὴν ἄλλη φέρνουν τὴν νίκη κατὰ τοῦ πονηροῦ.

Ὁ Θεὸς δὲν ἐξετάζει τὸν ἄνθρωπο μερικῶς, ἀλλὰ συνολικῶς, γιὰ νὰ σοῦ διδάξει τὴν ἀμεροληψία.

Ἡ μολυσμένη ἀτμόσφαιρα καὶ ἡ κακία ἔχουν ἕνα κοινὸ σημεῖο: ἡ μία μολύνει τὸ σῶμα καὶ ἡ ἄλλη τὴν ψυχή.

Διατήρησε ἁγνὴ τὴν ψυχή σου σὰν τὸ πολυτιμότερο κεφάλαιο στὴ ζωή.

Οἱ μέλισσες οὔτε σὲ ὅλα τὰ ἄνθη πλησιάζουν οὔτε προσπαθοῦν νὰ τὰ σηκώσουν ὁλόκληρα, ἀλλὰ παίρνουν ὅ,τι τοὺς εἶναι χρήσιμο καὶ φεύγουν.

Ἡ ψυχὴ μας ἐξομοιώνεται μὲ ὅσα σπουδάζει καὶ πράττει καὶ μὲ ὅσα αἰσθάνεται, σύμφωνα μὲ τὴν κατεύθυνση πού τῆς δώσαμε.

Ὅπως οἱ ληστὲς κρύβονται στὰ σκιερὰ μέρη γιὰ νὰ ληστέψουν περαστικούς, ἔτσι καὶ ὁ διάβολος κρύβεται στὶς ἀπολαύσεις γιὰ νὰ κυριεύσει τὴν ψυχή μας.

Ἡ κακία μοιάζει πολὺ μὲ τὴν ἀτμόσφαιρα πού μολύνει, ὅταν ἔχει δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις.

Ἡ πραγματικὴ χαρὰ συμβαδίζει οὐσιαστικὰ μὲ τὴν λύπη καὶ τὰ δάκρυα.

Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει πάντοτε ἀνάγκη ὑπενθυμίσεως γιὰ τὶς ἀνάγκες μας, ἀλλὰ τῆς εἰλικρινοῦς διαθέσεώς μας.

Οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μας βιάζονται καὶ δὲν περιμένουν τὸν ὀκνηρὸ νὰ διορθωθεῖ.

Τὸ κακὸ καὶ ἡ ἁμαρτία ξεκινοῦν ἀπὸ τὴ δική μας προαίρεση.

Ὅταν ἱκανοποιεῖται ἡ ἀνάγκη τοῦ φαγητοῦ δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ἡ εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως οἱ βαφεῖς βάφουν μὲ χρώματα ἀνεξίτηλα, ἔτσι ἀνεξίτηλο πρέπει νὰ μείνει μέσα μας τὸ καλό.

Μὴν ἀφήνεις νὰ διαμορφώνονται πονηρὲς ἰδέες στὸ μυαλό σου τὶς ὧρες τῆς ἀναπαύσεως.

Ἡ ἀποβολὴ μιᾶς συνηθείας εἶναι δύσκολο, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀκατόρθωτο ἔργο.

Τίποτε ἀπὸ τὰ γύρω μας δὲν μένει ἀμετάβλητο, οὔτε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι.

Δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκουμε τὴν θεραπεία τοῦ κακοῦ μὲ τὸ κακό.

Τὰ πράγματα τοῦ βίου ἀλλάζουν εὔκολα δεσπότη, ἡ ἀρετὴ μόνο εἶναι ἀναφαίρετο κτῆμα.

Δῶσε πρώτη κληρονομία στὰ παιδιά σου τὴν ἀρετὴ καὶ ὕστερα μοίρασέ τους καὶ τὴν περιουσία σου.

Ἡ ψαλμωδία γιὰ τὰ παιδιὰ εἶναι ἄνεση καὶ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ καὶ ἀναφορὰ στὸν Θεό.

Ὅπως ἡ φύση παίρνει λαμπρὸ χρῶμα ἀπὸ τὸν ἀκτινοβόλο ἥλιο, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὰ διδάγματα τῶν πατέρων.

Νὰ μὴν δίνεις ἄφθονο πλοῦτο στὶς ἀνέσεις σου, ἀλλὰ στὴν ψυχή σου.

Ὅπως ὁ ὄγκος τοῦ σώματος δημιουργεῖ πρήξιμο καὶ φλόγωση, ἔτσι καὶ τὰ πάθη φλογίζουν τὴν ψυχή.

Ὅταν βλέπεις κάποιον νὰ κλαίει γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του, συμπάθησέ τον καὶ μιμήσου τον.

Νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ἁμαρτία καθὼς καὶ τὰ ἄλογα ζῶα τὴ δηλητηριώδη τροφή.

Νὰ ἀποφεύγεις τὴν ἁμαρτία, ὅπως τὸ ἐλάφι τὸ σχοινὶ καὶ τὸ πτηνὸ τὴν παγίδα.

Ἀπὸ ὅποιο πράγμα ἁμαρτάνουμε εὐκολότερα, πρέπει νὰ προφυλασσόμαστε περισσότερο.

Προσπάθησε νὰ περισυλλέγεις τοὺς ναυαγούς τῆς ἁμαρτίας δείχνοντάς τους σανίδα σωτηρίας τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν μᾶς περιτριγυρίζει ἡ φωτιὰ τοῦ κακοῦ ἢ τὰ λιοντάρια τῆς ἁμαρτίας, νὰ ἐλπίζουμε στὸ Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Νὰ μὴν ὑπερπαχύνεις τὸ σῶμα σου, γιατί ἐξασθενεῖς τὴν ψυχή σου.

Νὰ μοιράζεις τὰ ἐφόδια πρὸς τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη τοῦ καθενός.

Παράβλεπε τὴ σάρκα ποῦ εἶναι φθαρτὴ καὶ ἐπιμελοὺ τῆς ψυχῆς ποῦ εἶναι ἀθάνατη.

Ὁ Θεὸς μᾶς σώζει ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ ὅταν ἀκόμη χαθεῖ κάθε ἐλπίδα σωτηρίας.

Ἡ θλίψη εἶναι φυσικὸ φαινόμενο καὶ ἡ μετάνοια θαυμάσια πράξη.

Ὅπως οἱ ἰατρικὲς συμβουλὲς ἀποδεικνύονται ὠφέλιμες ὅταν τηροῦνται, τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματικές.

Ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀνομιῶν μας καὶ ἡ φύση ἀκόμα στενάζει καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὰ φυσικά τους ὅρια οἱ περιοχὲς τοῦ χρόνου.

Ἐγκώμιο στὸν Μέγα Βασίλειο

1 Ιανουαρίου, 2022

Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου

Στρέψτε τὰ αὐτιὰ σας σ’ ἐμένα, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί· θὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰ ὡραιότατη διήγηση. Διότι εἶναι σωστὸ νὰ κρύβει κανεὶς τὶς ἀποφάσεις τῶν βασιλέων, εἶναι ὅμως καλὸ νὰ ἀποκαλύπτει τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μὲ ἀφορμή τούς πιστοὺς δούλους του στηρίζει τοὺς ἀδύναμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ.

Ὑπάρχει λοιπὸν σ’ ἐμένα ὁ πόθος νὰ ἀγγίξω γεγονότα πού ἔχουν συμβεῖ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μου. Θέλω νὰ βάλω σήμερα στὸν ἀργαλειὸ στημόνι ἀπὸ τὸ ὡραῖο μαλλὶ τοῦ λογικοῦ προβάτου.

Ποθῶ νὰ ὑφάνω κεντημένο χιτώνα ἀπὸ τὸ μαλλὶ τῆς λογικῆς καὶ προσευχητικῆς γλώσσας. Διότι εἶδα κάποτε ἕνα κριάρι πού εἶχε ὡραία ἐμφάνιση καὶ πνευματικὰ κέρατα, τὰ ὁποῖα ἠχοῦσαν μὲ λόγια τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀφοῦ τὸ πλησίασα μὲ μεγάλη ἀγωνία, ἀφαίρεσα ἀπ’ αὐτό ἀθόρυβα μιὰ μικρὴ τούφα.

Μὲ κυρίευσε ὅμως ἕνας ἀβάσταχτος φόβος, διότι ἀποτόλμησα τέτοιες φοβερὲς πράξεις, ἐπειδὴ δὲν ἤμουν συνετός.

Θέλετε λοιπὸν νὰ φανερώσω ποιὸ ἦταν αὐτό τὸ κριάρι πού ἦταν στολισμένο μὲ τόσο ὡραῖα χρώματα; Αὐτό τὸ κριάρι ἦταν ὁ σοφὸς καὶ πιστὸς Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἐπισκόπευσε στὴ χώρα τῶν Καππαδοκῶν καὶ κήρυξε στὴν πόλη τῶν Καισαρέων σωτήριες διδασκαλίες γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη.

Ὁ Βασίλειος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθινὰ ἡ βάση τῶν ἀρετῶν, τὸ βιβλίο τῶν ἐπαίνων, ὁ βίος τῶν θαυμάτων· αὐτός πού βαδίζει μὲ τὴ σάρκα καὶ προχωρεῖ μὲ τὸ πνεῦμα· αὐτός πού ζεῖ μὲ τὰ γήινα καὶ ἔχει τὸ βλέμμα του στραμμένο στὰ οὐράνια· αὐτός πού εἶναι τὸ βηρύλλιο πλῆκτρο τῆς μυστικῆς κιθάρας, αὐτό πού ἔτερψε τὴ χορεία τῶν ἁγίων Ἀγγέλων·

αὐτός πού εἶναι τὸ σταθερὸ ἀρνί τῆς μάνδρας τῆς ζωῆς, πού καταβρόχθισε τὸ χορτάρι τοῦ ἱεροῦ Πνεύματος· αὐτός πού εἶναι τὸ ἀρνί πού πήδησε ἀπὸ τὸν πόθο καὶ ἅρπαξε τὸ ἄνθος ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ τιμίου Σταυροῦ· αὐτός πού εἶναι τὸ παχνὶ τῶν δογμάτων, ἡ γλώσσα τῶν λόγων, τὸ βραβεῖο τῶν ὀρθῶν καὶ ὠφέλιμων νοημάτων· αὐτός πού βύθισε τὸν ἑαυτό του στὸ βυθὸ τῶν Γραφῶν καὶ ἀνέσυρε τὸ λαμπρὸ μαργαριτάρι·

αὐτός πού εἶναι τὸ ὥριμο σταφύλι τῆς θεϊκῆς κληματαριᾶς, πού ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πῆρε τὴ θεία γλυκύτητα· αὐτός πού εἶναι ἡ ὡραία μεμβράνη τῆς ἱερῆς σοφίας, στὴν ὁποία γράφηκαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὰ θεία χαράγματα·

αὐτός πού εἶναι τὸ εὔφορο χωράφι τῆς οὐράνιας βασιλείας, τὸ ὁποῖο καρποφόρησε γιὰ τὸν Θεὸ καρποὺς δικαιοσύνης· αὐτός πού εἶναι βουνὸ στολισμένο μὲ τὰ ἄνθη τῆς μυστικῆς τριανταφυλλιᾶς, πού ἡ εὐωδιὰ του ἔφθασε στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό·

αὐτός πού ἔψαλε ἐπάνω στὴ γῆ ἄσματα ἀρεστά στὸν Θεὸ καὶ πῆρε ἀπ’ τοὺς οὐρανούς στεφάνια εὐπρόσδεκτα· αὐτός πού ἀντιλήφθηκε τὴ χάρη καὶ διακήρυξε, ὅπως ὁ Ἰώβ, τὴν ὁμολογία του στὸν Σωτήρα τῶν ὅλων, λέγοντας: «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτό πού μὲ δημιούργησε, καὶ ἡ ἔμπνευση τοῦ Παντοκράτορος εἶναι αὐτή πού μὲ διδάσκει»· βεβαιώνοντας ὅτι μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κήρυττε σὲ ὅλους τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Ποθῶ ἀκόμη νὰ προσθέσω καὶ ἄλλη ὕφανση στὸ λόγο γιὰ τὰ ἐγκώμια, ὥστε μὲ τὴν ἀπόλαυση καὶ μὲ τὴν ἀνάμνηση τοῦ δίκαιου ἄνδρα νὰ βροῦμε στὶς προσευχὲς μας γνώση καὶ κατάνυξη. Πρέπει λοιπὸν νὰ πάρουμε στὰ χέρια μας τὴ σαΐτα τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ τακτοποιοῦμε τὸ νῆμα τῶν νοημάτων μας. Ἔπειτα πρέπει νὰ ἑτοιμαζόμαστε γι’ αὐτή τὴν ἐργασία ἔτσι., ὥστε νὰ κλείνουμε μέσα στὸ στημόνι καὶ τὸ ὑφάδι.

Ἂν λοιπὸν κάποιος κλώσει αὐτό τὸ μαλλὶ μὲ προσοχή, θὰ προσφέρει στολὴ ἀθανασίας σ’ ἐκείνους πού ποθοῦν αὐτὴ τὴ στολή.

Τέτοιες εἶναι οἱ ἀπαρχές τοῦ μυστικοῦ θρέμματος· τέτοιες εἶναι οἱ σοδειὲς τοῦ ἅγιου κτήματος. Ἔτσι ἄφθονος ἦταν στὴ διδασκαλία, ὥστε νὰ ντύνει ὅσους τύχαινε νὰ εἶναι παρόντες.

Ἦταν πνευματοφόρο κριάρι τοῦ κοπαδιοῦ τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἀνθοῦσε μέσα στὸ ἔλεος τῆς λαμπρῆς Ἐκκλησίας· ἀπὸ τὴ μιὰ προσφέροντας ζεστασιὰ στοὺς φτωχοὺς μὲ τὸ μαλλί του, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁδηγώντας σὲ κατάνυξη τοὺς πλούσιους μὲ τὰ χτυπήματα τῶν κεράτων του. Καθὼς παρέμενε νύχτα καὶ μέρα στὰ ἴδια ἄδυτα, δέχθηκε τὴ Χάρη ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Γι’ αὐτό καὶ κάθε μέρα βγάζοντας ἄφθονα ἄνθη ὡς πρὸς τὸ λόγο, ἀνανέωνε γιὰ τὶς ψυχὲς τὸν ἀναλλοίωτο στολισμό. Καὶ παρόλο πού μοίραζε τὸν ἑαυτό του στὸν καθένα χωριστά, δὲν ἀλαζονεύονταν γιὰ τὴν ποικιλία του.

Ἐπειδὴ λοιπὸν πλήθαινε στὰ ἄφθαρτα ἄνθη, ἐπειδὴ τρεφόταν μὲ τοὺς ἅγιους κάλυκες, ἐπειδὴ ἔβρισκε ἀνάπαυση πάντοτε μέσα στὶς Γραφὲς καὶ ἀπὸ αὐτές ἔβοσκε ἄφθονο τὸ θεϊκὸ χορτάρι, καί ἀπολάμβανε τὴ χλόη στὰ βοσκοτόπια τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας, καὶ εὐφραινόταν μέσα στὶς ἱερατικὲς αὐλὲς, γι’ αὐτό καὶ ὁ λόγος του κυλοῦσε σὰν ποταμός, καὶ ἡ ἀρετὴ του προχωροῦσε σὰν τὰ κύματα τῆς θάλασσας.

Ἐκεῖ τρεφόταν μὲ θεία νοήματα, καὶ ἐδῶ κήρυττε μὲ δυνατὴ φωνὴ ἀθάνατα λόγια· ἐκεῖ ἔτρωγε ἐνάρετα φαγητά, καὶ ἐδῶ διακήρυττε εὐπρόσδεκτα λόγια. Δὲν ἦταν δηλαδὴ ἡ τροφὴ του στρύχνος καὶ βάτος, ἀλλά ἦταν ρόδο καὶ κρίνο, κρόκος καὶ κιννάμωμο. Ἀκολουθοῦσε δηλαδὴ πίσω ἀπὸ τέτοιο χορτάρι, ἀρωματίζοντας τὴν τροφή του μὲ μυστικὰ βλαστάρια.

Γι’ αὐτό καὶ τὸ μαλλὶ του γίνονταν λαμπρό, καὶ ἦταν κατάλληλο γιὰ τὴν ὕφανση τῶν θείων διδαγμάτων.

Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο πρέπει νὰ λέω πολλὰ γι’ αὐτό τὸ κριάρι, ὅπου ὁλόκληρο ἔγινε σκεῦος ἕτοιμο, ὄχι σκεῦος τυχαῖο, ἀλλά τέτοιο πού εἶδε ὁ Πέτρος νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό, πιασμένο ἀπὸ τὶς τέσσερες ἄκρες; Ἀλλά ἐκεῖνο κατεβαίνοντας στὴ γῆ, ἔδειξε ὅτι εἶχε πτηνὰ καὶ τετράποδα·

ὁ Βασίλειος ὅμως πού βρῆκε τὴν ἄνοδο στὸν οὐρανό, παρουσίασε σ’ ἐμᾶς λόγια ἔνδοξα καὶ παράδοξα. Καὶ ἐκεῖνο βέβαια τὸ σκεῦος φάνηκε γιὰ λίγο, καὶ ἀνασύρθηκε ἡ ἐμφάνισή του, ἀφοῦ ἀποκαλύφθηκε μόνο σὲ ἕναν· αὐτὸς ὅμως ἀνυψωμένος πολλὰ χρόνια, χορήγησε σὲ πολλοὺς τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος.

Γιὰ ἐκεῖνο τὸ σκεῦος ὁ Πέτρος ἄκουσε ἀπὸ τὸν οὐρανό, «Ἀπὸ ἐκεῖνα πού ἐγώ καθάρισα, φάγε»· καὶ γι’ αὐτὸν εἰπώθηκε σὲ ὅλους· «Αὐτόν πού ἐγώ ἁγίασα, καὶ σεῖς νὰ τὸν τιμήσετε».

Ποιὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἐπαινοῦσε ἐκεῖνον πού δόξασε ὁ Πατέρας; ἤ ποιὸς δὲν θὰ τιμοῦσε ἐκεῖνον πού ἁγίασε ὁ Υἱός; Καὶ ποιὸς δὲν θὰ μακάριζε ἐκεῖνον πού μακάρισε τὸ σοφὸ καὶ νοερὸ καὶ σεβάσμιο Πνεῦμα;

Πωπώ, πῶς εὐδόκησε ἡ ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ νὰ κατοικήσει μέσα του καὶ νὰ περπατήσει μέσα του! «Βρίσκω ἀνάπαυση, εἶπε ὁ Θεός, στὸν ταπεινὸ καὶ ἥσυχο, καὶ σ’ αὐτόν πού φοβᾶται τὰ λόγια μου». Ἔτσι ἡ Χάρη τοῦ πλημμύρισε τὸ νοῦ, μὲ ἐκεῖνα τὰ σεμνὰ καὶ ἀστείρευτα ρεύματα, ὥστε νὰ παρουσιάσει κόσμιους καὶ αὐτούς πού μολύνθηκαν μέσα στὰ ἁμαρτήματά τους, ὅπως καὶ αὐτούς πού βαπτίσθηκαν.

Γιὰ νὰ δείξει λοιπὸν ὁ Κύριος τὴν εὐσπλαχνία του καὶ σ’ ἐμένα, ὅταν μοῦ δόθηκε ἀφορμή γιά νά προσφέρω ἐλεημοσύνη σὲ κάποια πόλη, ἄκουσα ὅταν βρέθηκα ἐκεῖ φωνὴ νὰ μοῦ λέει: «Σήκω, Ἐφραίμ, καὶ φάγε νοήματα».

Καὶ ἀφοῦ ἀπάντησα, εἶπα μὲ πολλὴ ἀγωνία: «Ἀπὸ ποῦ, Κύριε, νὰ φάω;». Καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Νά, στὸν οἶκο μου, τὸ βασιλικό σκεῦος θά σοῦ προσφέρει τὸ φαγητό». Καὶ ἀφοῦ θαύμασα πολὺ γιὰ τὰ λεγόμενα, σηκώθηκα καὶ πῆγα στὸ ναὸ τοῦ Ὕψιστου, καὶ ἀφοῦ προχώρησα ἀθόρυβα στὸ προαύλιο καὶ ἔσκυψα ἀπὸ τὸν πόθο στὰ πρόθυρα, εἶδα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς νὰ εἶναι ἁπλωμένο λαμπρὰ μπροστὰ στὸ ποίμνιο, νὰ εἶναι ὁλόκληρο στολισμένο μὲ θεοπρεπῆ λόγια, καὶ τὰ μάτια ὅλων νὰ εἶναι στραμμένα σ’ αὐτόν.

Εἶδα τὸ λαὸ νὰ τρέφεται ἀπὸ αὐτόν μὲ πνεῦμα, καὶ τὴ χήρα καὶ τὸ ὀρφανὸ νὰ ἐλεεῖται πάρα πολύ. Εἶδα ἐκεῖ νὰ κυλοῦν πρὸς αὐτόν τὰ δάκρυα σὰν ποτάμι, καὶ τὸ μαλλὶ τῆς ζωῆς νὰ λάμπει σὲ ὅλους σὰν χρυσάφι, καὶ τὸν ἴδιο τὸν ποιμένα νὰ στέλνει ψηλὰ μὲ τὰ φτερὰ τοῦ Πνεύματος δεήσεις καὶ νὰ κατεβάζει ἀπαντήσεις.

Εἶδα τὴν ‘Ἐκκλησία νὰ καλλωπίζεται ἀπὸ αὐτόν, καὶ τὴν ἀγαπημένη νὰ στολίζεται μὲ πολλὰ στολίδια. Εἶδα τὰ δόγματα τοῦ Παύλου, τὰ διδάγματα τῶν Προφητῶν, τὸ νόμο τῶν Εὐαγγελίων, τὸ φόβο τῶν μυστηρίων. Εἶδα ἐκεῖ τὸν ὠφέλιμο καὶ σωτήριο λόγο νὰ ὑψώνεται πιστὰ στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό, καὶ γενικὰ ὅλη ἐκείνη τὴ Σύναξη νὰ λάμπει ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τῆς Χάρης.

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλοι αὐτοί τόσο πολὺ προόδευαν στὴν εὐσέβεια, καθὼς ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ ἐκλεκτό σκεῦος τῆς βασιλείας, ἀνύμνησα τὸν σοφὸ καὶ ἀγαθό Κύριο, ὁ Ὁποῖος τόσο πολὺ δοξάζει ἐκείνους πού τὸν δοξάζουν.

Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὸ κήρυγμα, δόθηκε στὸν ἄνδρα πληροφορία γιὰ μένα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἀφοῦ ἔστειλε καὶ κάλεσε ἐμένα τὸν τιποτένιο, ἀπευθύνθηκε σέ μένα διὰ μέσου τοῦ διερμηνέα, καί μέ ρώτησε: «Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἔσκυψες τέλεια τὸν τράχηλό σου καὶ σήκωσες τὸ ζυγὸ τοῦ σωτήριου λόγου;». Καὶ ἀφοῦ ἀπάντησα καί εἶπα, «ἐγώ εἶμαι ὁ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἄφησα τὸν ἑαυτό μου πίσω ἀπὸ τὸν οὐράνιο δρόμο».

Καὶ ἀφοῦ μὲ πλησίασε ὁ θεόπνευστος αὐτός ἄνδρας, πρόσφερε σ’ ἐμένα τὸ ἅγιο φίλημά του καὶ ἀφοῦ ἔστρωσε τραπέζι μὲ τὰ φαγητὰ τῆς σοφῆς καὶ ἅγιας καὶ πιστῆς ψυχῆς του, ὄχι τραπέζι καρυκευμένο μὲ φθαρτὰ φαγητά, ἀλλά γεμάτο μὲ ἄφθαρτα νοήματα, ἔλεγε μὲ ποιὲς δηλαδὴ καλὲς πράξεις μποροῦμε νὰ δείξουμε τήν τέλεια μετάνοιά μας στὸν Κύριο  πῶς θὰ ἐμποδίσουμε τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ πῶς θὰ κλείσουμε τὶς εἰσόδους τῶν παθημάτων· πῶς θὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀποστολικὴ ἀρετή, καὶ πῶς θὰ κάμψουμε τὸν ἀδωροδόκητο Κριτή.

Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψα, κραύγασα καὶ εἶπα: «Ἐσύ, πάτερ, φρούρησε ἐμένα τὸν πλαδαρὸ καὶ ράθυμο· ἐσύ ὁδήγησέ με στὸν ἴσιο δρόμο· ἐσύ φέρε σὲ κατάνυξη τὴ σκληρὴ σὰν πέτρα καρδιά μου· διότι σ’ ἐσένα μὲ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων, γιὰ νὰ θεραπεύσεις τὴν ψυχή μου. Ἐσύ προσόρμισε τὸ σκάφος τῆς ψυχῆς μου στὸ ἥσυχο λιμάνι».

Καὶ πρόσεξε τὴ φροντίδα τοῦ καλοῦ διδασκάλου, ἀπὸ ποῦ δηλαδὴ ἄδραξε τὸ παράδειγμα τῆς ἀρετῆς μου. Κράτησε σφιχτά, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, τὸ ραβδὶ τοῦ σώματος, καὶ ἀφοῦ μάδησε τὴ συνήθεια τῶν ἀνόητων παθῶν, ἀφαίρεσε τὰ λέπια μου, δηλαδὴ τὴν ἀδυναμία τῶν ματιῶν μου· καὶ ἀφοῦ ἐλάττωσε τὴν ὠχρότητα καὶ ἀνωριμότητα τοῦ λόγου, μὲ πῆρε μὲ τὸ ζῆλο καὶ μὲ βύθισε στὰ βάθη τῶν διδαγμάτων του.

Τότε τὰ σπλάχνα μου πόθησαν πολὺ νὰ συνθέσουν τὸν ἔπαινο τῶν Σαράντα Μαρτύρων· διότι ὁ ἐκλεκτός πληροφόρησε τὰ αὐτιά μου γιὰ κάθε πράξη τῆς καρτερίας τους· πῶς δηλαδὴ προτίμησαν νὰ πεθάνουν γιὰ τὸν Χριστό, καὶ πόσους κινδύνους περιφρόνησαν, γιὰ νὰ Τὸν κερδίσουν, καὶ πόσοι ἦταν οἱ ἅγιοι ὡς πρὸς τὸν ἀριθμό· καὶ ἐξιστοροῦσε τὰ ὑπόλοιπα κατορθώματα τῆς εὐσέβειάς τους.

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ πιστὸς ἀρχιερέας μᾶς ἔκανε ἄξιους γιὰ μιὰ τέτοια λαμπρὴ ἐργασία, ἀφοῦ ἀφήσουμε τοὺς ἐπαίνους αὐτῶν τῶν τροπαιούχων καλλινίκων ἀνδρῶν γιὰ ἄλλη διήγηση, ἂς μακαρίσουμε αὐτόν, τὸν ὅσιο τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἄνδρα πού εἶχε τὸν ἴδιο ζῆλο καὶ τὴν ἴδια τιμὴ μ’ αὐτούς. Διότι, ὅπως οἱ Ἅγιοι ἀντιστάθηκαν μὲ ἀνδρεία στὸν τύραννο Λικίνιο καὶ στὸν ἄρχοντα Δούκα, ἔτσι καὶ ὁ Ὅσιος ἀντιπαρατάχθηκε στὸν Οὐάλη καὶ στὸν Ἄρειο καὶ στὸν ἀλαζονικὸ ἔπαρχο.

Ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ξερίζωσαν τὰ ἀγκάθια τῆς πλάνης, καὶ αὐτὸς ξερίζωσε τὰ τριβόλια τῆς αἱρετικῆς μανίας. Ἐκεῖνοι διέλυσαν τὰ ἀγωνίσματα τοῦ Λικίνιου, καὶ αὐτός κατάργησε τὰ προστάγματα τοῦ Οὐάλη. Ἐκεῖνοι κατάργησαν τὶς προσταγὲς τοῦ Δούκα, καὶ αὐτός καταντρόπιασε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἄρειου. Ἐκεῖνοι διέλυσαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ ἄρχοντα, καὶ αὐτός τσάκισε τὴ μανία τοῦ ἔπαρχου Μόδεστου.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁπλίσθηκε ἀπὸ τὴν ἄθλησή τους μὲ κεντρί, ὅπως ὁ Φινεές, τρύπησε τὶς γλῶσσες πού ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτό καὶ ποθοῦσε πολὺ ἔντονα νὰ πιεῖ τὸ ποτήρι τοῦ μαρτυρίου καὶ βιαζόνταν νὰ στήσει τρόπαιο μὲ τὸ μαρτύριό του.

Οἱ Μάρτυρες, χάρη στὴν πίστη τους στὸν Χριστό, σήκωσαν ἐπάνω τους ὅλη μαζὶ τὴ θλίψη καὶ τὴν ὑπέ-μειναν μὲ γενναιότητα· ὁ Βασίλειος ἐπίσης, χάρη στὴν ἐλπίδα του στὸν Χριστό, ὑπέφερε μὲ ἀνδρεία τὴ χιονοθύελλα τῶν πειρασμῶν.

Ἐκεῖνοι πέταξαν τοὺς χιτῶνες τους καὶ πρόσφεραν τὰ μέλη τους στὰ βασανιστήρια· καὶ αὐτός βιάζονταν νὰ πετάξει ἀπὸ πάνω του ἀκόμη καὶ τὸ κουρέλι πού εἶχε γύρω ἀπὸ τὸν τράχηλό του καὶ τὸ σῶμα. Ἐκεῖνοι στὴ λίμνη τράβηξαν πρὸς τὸν ἑαυτὸ τους αὐτόν πού πλανιόταν στὴν ἀσέβεια καὶ τὸν ἔκαναν ἄξιο γιὰ τὴ δόξα· αὐτός ἐπίσης βαφτίζοντας τοὺς ἄπιστους στὴν κολυμβήθρα, ἔγινε γι’ αὐτοὺς πρόξενος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Ἐκεῖνοι μέσα στὰ νερά, φλεγόμενοι ἀπὸ τὸν πόθο, εἶδαν τὸ φῶς μαζὶ μὲ τὰ στεφάνια πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τους· καὶ αὐτός πυρπολούμενος ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδας, πῆρε τὰ βραβεῖα γιὰ τὸν ἀγώνα του ἐνάντιον τῶν κακοδόξων.

Πόσες πανουργίες μεταχειρίσθηκε ὁ πονηρὸς Βελίαρ γιὰ νὰ χωρίσει τὸν Βασίλειο ἀπὸ τὴν οὐράνια βασιλεία! Ἐξόργισε βασιλιάδες, ἄρχοντες καὶ ὄχλους, ἀλλά ὁ Βασίλειος ἔγινε βάση τῶν πιστῶν. Ἐξαγρίωσε ὅλες τὶς καταιγίδες του, ἀλλά δὲν τάραξε διόλου τὸν σοφὸ ἔμπορο.

Προκάλεσε θύελλα μὲ τοὺς βοηθούς του, δηλαδὴ μὲ τὶς αἱρέσεις, ἀλλά ἡ τέχνη τοῦ κυβερνήτη ἀποδεικνύονταν περισσότερο. Ξεσήκωσε τρικυμίες ἐνάντιον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δὲν μπόρεσε νὰ βυθίσει τὸ πλοῖο τῆς πίστης τοῦ Βασιλείου. Τὸν πολέμησε μὲ αἱρετικὰ λόγια, ἀλλά ἀμέσως τραυματίζονταν ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς θεολογίας.

Ἐξόπλισε ἐναντίον του τὸν Ἄρειο, ὅπως τὸν Γολιάθ, ἀλλά χτυπιόταν ἀπ’ αὐτόν, σὰν μὲ σφενδόνη, μὲ τὰ τρία λιθάρια τῆς πίστης. Ἐπιτέθηκε μὲ ὁρμή στὸν πύργο του μὲ τοὺς ἀνέμους τῆς κακοδοξίας —ἄνεμοι δηλαδὴ ἦταν οἱ λόγοι τῶν ἀσεβῶν— ἀλλά δὲν τὸν ἔπεισαν, διότι εἶχε ὀχυρωθεῖ μὲ τὰ τρία ἀπόρθητα τείχη τῆς ἄχραντης Τριάδας.

Ἐκτόξευσε τὰ βέλη τῆς πολυθεΐας, ἀλλά ἀμέσως τράπηκε σὲ φυγὴ ἀπὸ τὴ μονοθεΐα. Ἔρχονταν στρατεύματα σκυλιῶν πού γαύγιζαν, ἀλλά μὲ τὴ ράβδο τοῦ σταυροῦ τὰ τραυμάτιζε. Οἱ λύκοι φοροῦσαν πάλι τὸ δέρμα τῶν προβάτων, ἀλλά ἀμέσως ἔλεγχε τὴν ὑποκρισία τους. Βιαζόταν ἡ ἀδικία νὰ τὸν ταράξει, ἀλλά ἀμέσως νικιόταν ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ ἀνδρός.

Φιλονεικοῦσαν οἱ ἄπιστοι νὰ μιμηθοῦν τὴν πίστη καὶ τὴ διδασκαλία του, ἀλλά ἀμέσως διακηρυσσόταν ἡ κακόπιστη καὶ ἀσεβής γνώμη τους. Μεταχειρίζονταν κολακεῖες γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν παρρησία του, ἀλλά ἀμέσως ἀποκαλυπτόταν ἡ ἀφροσύνη τους.

Ἐπειδὴ δηλαδὴ γνωρίζουν καὶ οἱ ἔχθροι νὰ σέβονται καὶ νὰ τιμοῦν τὴν ἀρετή καὶ τὴν ἀνδρεία, ὅταν τὸ παιδὶ τοῦ τυράννου βασανιζόταν ἀπὸ φοβερὴ ἀρρώστια, παρακαλοῦσαν τὸν ἄνδρα νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτό ·ἐκεῖνος ὅμως πρότεινε, λέγοντας: «θὰ προσευχηθῶ, ἂν μοῦ τὸ δώσεις νὰ τὸ ὁδηγήσω στὴν ἀψεγάδιαστη πίστη καὶ νὰ τὸ ἀπαλλάξω ἀπὸ κάθε δυσσέβεια τῶν μαθημάτων τοῦ Ἀρείου»·

καὶ ὅταν ὁ πατέρας συμφώνησε, ἀμέσως ὁ Βασίλειος ἔγινε μεσολαβητὴς γιὰ τὸν ἐπίγειο βασιλιὰ πρὸς τὸν οὐράνιο· προσκόμιζε τὴν ὑπόσχεση τοῦ ἄνδρα, καὶ ἔφερνε σ’ αὐτόν τὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ του.

Μόλις λοιπὸν εἶδαν τὰ φίδια νὰ ἔχει σωθεῖ τὸ παιδί, ξανὰ ἔβλαψαν ὕπουλα τὴ θέληση τοῦ ἀνόητου βασιλιᾶ, καὶ ἀφοῦ πῆραν τὸ γιό του, τὸν βάφτισαν μὲ νερό, ὄχι ὅμως μὲ Πνεῦμα. Δίδασκαν νὰ ἀρνηθεῖ τόνΥἱό τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικά ντύνοντας καὶ ἐσωτερικὰ ξεντύνοντας· ἐξωτερικὰ ντύνει τὸν Χριστὸ καὶ ἐσωτερικὰ τὸν ξεσχίζει.

Γι’ αὐτό καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο ἀφαίρεσε τὸ πνεῦμα τοῦ δύστυχου παιδιοῦ, κηρύττοντας τὴν ἀχαριστία τους.

Αὐτά δὲν εἶναι δευτερότερα ἀπὸ τὰ καταπληκτικὰ ἔργα τοῦ Ἠλία, καὶ δὲν εἶναι κατώτερα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Ἐλισσαίου. Ὅπως ἐκεῖνοι ἐπανέφεραν στὴ ζωὴ τοὺς νεκρούς, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς Βασίλειος μὲ τὴν προσευχὴ του ἅρπαξε ἀπὸ τὸ θάνατο τὸ παιδὶ πού ἐπρόκειτο νὰ πεθάνει. Καὶ ὅπως ἐπίσης ὁ Πέτρος τὸν Ἀνανία καὶ τὴ Σαπφείρα, πού ἔκλεψαν, τοὺς θανάτωσε, ἔτσι καὶ ὁ Βασίλειος, κατέχοντας τὴ θέση τοῦ Πέτρου, καὶ συγχρόνως μετέχοντας στὴν παρρησία ἐκείνου, ἔλεγξε τὸν Οὐάλη, πού ἀθέτησε τὴν ὑπόσχεσή του, καὶ θανάτωσε τὸ γιό του.

Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό κυρίευσε πολλὴ λύπη καὶ ἀμηχανία τοὺς ἐλεεινοὺς καὶ ἐκεῖνο τὸν ἄπιστο βασιλιά.

Καὶ ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διηγηθεῖ ἀντάξια τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων, πού παρουσίασε ὁ μακάριος καὶ πιστὸς Βασίλειος, μέσα στὰ ἴδια τὰ γεγονότα; Ἐπειδὴ λοιπὸν εἴμαστε ἀδύνατοι νὰ ἐξηγήσουμε τὰ τόσα πολλὰ κατορθώματα τοῦ ἄνδρα, παραλείποντας ὅλα, καὶ ἀναφέροντας ἕνα, ἂς δείξουμε πῶς καὶ τὰ ἀναίσθητα συμμαχοῦσαν μὲ τὸν ἄνδρα.

Ἐπειδὴ δηλαδὴ τὰ γεννήματα τῆς ὀχιᾶς μεταχειρίζονταν κάθε τρόπο νὰ φονεύσουν τὸν δίκαιο, διότι συνεχῶς πολεμοῦνταν μὲ τὰ λόγια ἐκείνου καὶ συγχρόνως μὲ τὰ θαύματά του, σὰν μὲ βέλη, προσῆλθαν στὸ βασιλιὰ ζητώντας νὰ τὸν ἁρπάξει καὶ νὰ τὸν ἐξορίσει:

«Εἶναι ἀνυπόφορος, εἶπαν, ἀκόμη καὶ νὰ τὸν βλέπουμε· διότι ἐναντιώνεται πάρα πολὺ σ’ ἐμᾶς μὲ τὰ λόγια του· γι’ αὐτό εἶναι ἀδύνατο, βασιλιά, νὰ προοδεύσει ἡ δική μας πίστη, ὅσο αὐτός εἶναι παρών».

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ βασιλιὰς παρασύρθηκε ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀποφάσισε νὰ ἐξορισθεῖ αὐτός· ἡ γραφίδα ὅμως ἀμέσως, ἐπειδὴ δὲν ἄντεξε νὰ ὑπηρετήσει τὴν παράνομη ἀπόφαση, συντρίφθηκε ἀπὸ μόνη της, διδάσκοντας στὸν ἀνόητο πόσο μεγάλη ἀσέβεια θέλει νὰ διαπράξει στὸ δοῦλο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κήρυττε μία θεότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἀποδείκνυε ἐντελῶς μὲ σοφία ὅτι εἶναι σκυλιὰ λυσσασμένα ἐκεῖνοι πού φρονοῦσαν ἡ ὁμολογοῦσαν τὴ διαίρεση.

Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀντιλαμβάνονταν ὁ ἀναισθητότερος ἀπὸ τὴν ἄψυχη γραφίδα, ὁ ὁποῖος ἦταν γιὸς τῆς πλάνης, πῆρε καὶ δεύτερη γραφίδα γιὰ νὰ ὑπογράψει καὶ νὰ ἀποτελειώσει τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία του. Εἶδε ὅμως καὶ αὐτή τὴ γραφίδα νὰ θραύεται καὶ νὰ μὴ δέχεται νὰ συμμετάσχει στὸ κακὸ πού ἔσπευδε νὰ διαπράξει. «Γιατί σπεύδεις, βασιλιά, νὰ ἐξορίσεις σὲ ξένη χώρα αὐτόν πού ἔχει ἔνοικο μέσα του Ἐκεῖνον πού γεμίζει τὰ πάντα;

Γιατί θέλεις νὰ ἐξοντώσεις αὐτόν πού εἶναι σέ ὅλα ἀδιάβλητος; Γιατί διώχνεις ἀπὸ τὴν πόλη τὸν οὐρανοπολίτη; Ἂν μάλιστα πάρεις καὶ τρίτη γραφίδα, θὰ τὴν δεῖς νὰ κομματιάζεται καὶ νὰ μὴ δέχεται κι αὐτή νὰ συνεργεῖ», πράγμα πού τελικά ἔγινε.

Τότε διακηρύχθηκε φανερὰ σὲ ὅλους ἡ νίκη καὶ τὸ λαμπρὸ τρόπαιο τοῦ ἀκατανίκητου ἄνδρα. Οἱ τρεῖς γραφίδες ἔγιναν ὑπερασπιστὲς αὐτοῦ πού κήρυττε τὴν ὁμοούσια Τριάδα. Τὸ χέρι ἔσπευδε νὰ βγάλει τὴν ἀπόφαση, οἱ γραφίδες ἀποδείκνυαν ὅτι αὐτή εἶναι ἄδικη.

Τὸ χέρι βιαζόταν νὰ δώσει πονηρὴ ψῆφο, οἱ γραφίδες ἐμπόδιζαν τὴν ἀνωφελῆ βιασύνη. Καὶ ὅπως τὸ ραβδὶ τοῦ Μωυσῆ ντρόπιαζε ὅλους τούς γητευτὲς καὶ τοὺς ὑπόλοιπους μάγους τῆς Αἰγύπτου, ἔτσι καὶ οἱ γραφίδες κατάργησαν ἀμέσως τὴν ἀπόφαση τῶν ἀσεβῶν καὶ τῶν παιδιῶν τοῦ σκότους.

Πῶς νὰ σὲ μακαρίσουμε, πάτερ Βασίλειε, ἐσένα πού μὲ τὸ κεντρὶ τῆς ἀλήθειας κεντρίζεις καὶ διώχνεις τὴν πλάνη· ἐσένα πού ἀναχωρεῖς συνετὰ μαζὶ μὲ τὶς μέλισσες καὶ κατασκηνώνεις στὸ λιβάδι τῶν θεόπνευστων Γραφῶν, καὶ ἀπὸ κεῖ ἀνθολογεῖς γιὰ μᾶς ἄνθη προφητικά, δροσιὰ ἀποστολική, ζωὴ εὐαγγελική· ἐσένα πού διαρκῶς κάθεσαι στὶς κυψέλες τῶν ἀρετῶν, καὶ ἀπ’ αὐτές κατασκευάζεις γιὰ μᾶς τὴ θεία πρόπολη· ἐσένα πού παρήγαγες σοφά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ μέλι τῆς θείας καὶ ἀψεγάδιαστης πίστης·

ἐσένα πού μᾶς διδάσκεις νὰ καταφρονοῦμε τὶς πονηρὲς σφῆκες καὶ νὰ κατευθύνουμε τὸ πέταγμα στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό· ἐσένα πού κραύγασες ὅπως ὁ Δαβίδ, «εἶναι γλυκὰ τὰ λόγια σου στὸ λάρυγγά μου, εἶναι γλυκύτερα ἀπὸ τὸ μέλι στὸ στόμα μου»!

Πιστὲ Βασίλειε, ἔγινες δεκτὸς ὅπως ὁ Ἄβελ, μεταφέρθηκες στὸν οὐρανό ὅπως ὁ Ἐνώχ, σώθηκες ὅπως ὁ Νῶε, ὀνομάσθηκες φίλος τοῦ Θεοῦ ὅπως ὁ Ἀβραάμ, προσφέρθηκες θυσία στὸν Θεὸ ὅπως ὁ
Ἰσαάκ, ὑπέφερες πειρασμοὺς μὲ γενναιότητα ὅπως ὁ Ἰακώβ, καὶ δοξάσθηκες πολὺ ὅπως ὁ Ἰωσήφ. Βύθισες μὲ τὴ ράβδο τοῦ σταυροῦ τὸν δεύτερο Φαραώ, ὅπως ὁ Μωυσῆς, κόβοντας τὴ θάλασσα τῶν παθῶν, ἀναδείχθηκες ἀρχιερέας τοῦ Κυρίου ὅπως ὁ Ἀαρών, ἔτρεψες σὲ φυγὴ τοὺς ἐχθρούς ὅπως ὁ Ἰησοῦς ὁ γιὸς τοῦ Ναυῆ, ἀξιώθηκες νά δεχθεῖς τὴ Χάρη, ἐπειδὴ ἔδειξες ζῆλο ὅπως ὁ Φινεές, ὑψώθηκες ὅπως ὁ Σαμουήλ, διαφυλάχθηκες ὅπως ὁ Δαβίδ, ἁρπάχθηκες στὸν οὐρανό ὅπως ὁ Ἠλίας, ἀξιώθηκες διπλὴ χάρη ὅπως ὁ Ἐλισσαῖος.

Καθαρίσθηκες μὲ τὴ νοητὴ φωτιὰ ὅπως ὁ Ἠσαΐας καὶ ἁγιάσθηκες ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς μητέρας σου ὅπως ὁ Ἱερεμίας. Εἶδες, ὅπως ὁ Ἰεζεκιήλ, Ἐκεῖνον πού κάθεται ἐπάνω στὰ Χερουβείμ, φίμωσες, ὅπως ὁ Δανιήλ, τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, καὶ ὅπως οἱ Τρεῖς Παῖδες καταπάτησες ἐντελῶς τὴ φλόγα τῶν ἐχθρῶν. Κήρυξες ὅπως ὁ Πέτρος, δίδαξες ὅπως ὁ Παῦλος, ὁμολόγησες ὅπως ὁ Θωμᾶς ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Θεός, Αὐτός πού ἔπαθε γιά μᾶς. Ἐσύ θεολόγησες ὅπως ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος, ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Ἰωάννης· καὶ ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, δίδαξες τοὺς ἄνομους, ἐπέστρεψες τοὺς ἀσεβεῖς, εὐαρέστησες στὸν Θεό.

Μεσίτευε γιὰ μένα τὸν πολὺ ἐλεεινό, καὶ ἐπανάφερέ με στήν εὐθεία ὁδό μὲ τὶς πρεσβεῖες σου, πάτερ· ἐσύ ὁ ἀνδρεῖος ἐμένα τὸν χαῦνο, ὁ ἀγωνιστής τὸν ὀκνηρό, ὁ πρόθυμος τὸν ράθυμο, ὁ σοφὸς τὸν ἀνόητο·

ἐσύ πού θησαύρισες γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὸ θησαυρὸ τῶν ἀρετῶν, ἐμένα τὸν στερημένο ἀπὸ κάθε καλό· διότι ἐσένα δόξασε ὁ Πατέρας τῆς εὐσπλαχνίας, καὶ ἐσένα μακάρισε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἐσένα σὲ καθιέρωσε ναὸ ἅγιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· στὸ Ὁποῖο πρέπει ἡ δόξα, ἡ ἐξουσία, ἡ μεγαλοπρέπεια, στοὺς αἰῶνες. ‘Ἀμήν.

«Ἐπεθύμησε πόρνη …»

26 Δεκεμβρίου, 2021

Ἅγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Πόρνη ἐπιθυμοῦσε ὁ Θεός; Ναὶ πόρνη. Ἐννοῶ τὴ δική μας φύση. Ἦταν τρανὸς καὶ αὐτὴ ταπεινή. Τρανὸς ὄχι στὴ θέση ἀλλὰ στὴ φύση.

Πεντακάθαρος ἦταν, ἀνερμήνευτη ἡ οὐσία του, ἄφθαρτη ἡ φύση του. Ἀχώρητος στὸ νοῦ, ἀόρατος, ἄπιαστος ἀπὸ τὴ σκέψη, ὑπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας ἀπαράλλακτος. Πάνω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἀνώτερος ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῶν οὐρανῶν.

Νικώντας τὴ λογικὴ σκέψη, ξεπερνώντας τὴ δύναμη τοῦ μυαλοῦ, ἀδύνατο νὰ τὸν δεῖς, μόνο νὰ τὸν πιστέψεις. Τόν ἔβλεπαν ἄγγελοι καί τρέμανε. Τά χερουβείμ σκεπάζονταν μέ τά φτερά τους, ὅλα στέκονταν μέ φόβο.

Ἔριχνε τὸ βλέμμα του στὴ Γῆ καὶ τὴν ἔκανε νὰ τρέμει. Στρεφόταν στή θάλασσα καί τήν ἔκανε στεριά Ποτάμια ἔβγαζε στὴν ἔρημο. Στ’ ἀναμέτρημά του ἔστηνε βουνά καί ζύγιζε λαγκάδια.

Πῶς νά τό πῶ; Πῶς νά τό παραστήσω; Τό μεγαλεῖο του ἀπέραντο, ποῦ νά πιαστεῖ ἡ σοφία του μέ ἀριθμούς; Ἀνεξιχνίαστες οἱ ἀποφάσεις πού παίρνει κι οἱ δρόμοι του ἀνεξερεύνητοι.

Κι αὐτὸς ὁ τόσο μέγας καὶ τρανὸς πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Γιὰ νὰ τὴν ἀναπλάσει ἀπὸ πόρνη σὲ παρθένα. Γιὰ νὰ γίνει ὁ νυμφίος της.

Τί κάνει; Δὲν τῆς στέλνει κάποιον ἀπὸ τοὺς δούλους του, δὲν στέλνει ἄγγελο στὴν πόρνη, δὲν στέλνει ἀρχάγγελο, δὲν στέλνει τὰ χερουβείμ, δὲν στέλνει τὰ σεραφείμ. Ἀλλὰ καταφθάνει αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἐρωτευμένος.

Ἐπεθύμησε πόρνη. Καὶ τί κάνει; Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἀνέβει ἐκείνη στὰ ψηλά, κατέβηκε Ἐκεῖνος στὰ χαμηλά. Ἔρχεται στὴν καλύβα της.

Τὴ βλέπει μεθυσμένη. Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἔρχεται; Ὄχι μὲ ὁλοφάνερη τὴ θεότητά του, ἀλλὰ γίνεται ἐντελῶς ἴδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεῖ, μήπως λαχταρήσει καὶ τοῦ φύγει. Τὴ βρίσκει καταπληγωμένη, ἐξαγριωμένη, ἀπὸ δαίμονες κυριευμένη.

Καὶ τί κάνει; Τὴν παίρνει καὶ τὴν κάνει γυναίκα του. Καὶ τί δῶρα τῆς χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιὸ δαχτυλίδι; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἔπειτα λέγει. Δὲν σὲ φύτεψα στὸν Παράδεισο;

-Τοῦ λέγει, ναί.

-Καὶ πῶς ξέπεσες ἀπὸ ἐκεῖ;

-Ἦλθε καὶ μὲ πῆρε ὁ Διάβολος ἀπὸ τὸν Παράδεισο.

-Φυτεύτηκες στὸν Παράδεισο καὶ σὲ ἔβγαλε ἔξω. Νά, σὲ φυτεύω μέσα μου. Δὲν τολμᾶ νὰ μὲ πλησιάσει ἐμένα. Ὁ ποιμένας σὲ κρατάει καὶ ὁ λύκος δὲν ἔρχεται πιά.

-Ἀλλὰ εἶμαι, λέγει, ἁμαρτωλὴ καὶ βρώμικη.

-Μὴ μοῦ σκοτίζεσαι, εἶμαι γιατρός.

Δῶσε ἐδῶ μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τί κάνει. Ἦλθε νὰ πάρει τὴν πόρνη, ὅπως αὐτὴ -τὸ τονίζω- ἦταν βουτηγμένη στὴ βρῶμα. Γιὰ νὰ μάθεις τὸν ἔρωτα τοῦ Νυμφίου.

Αὐτὸ χαρακτηρίζει τὸν ἐρωτευμένο: τὸ νὰ μὴ ζητάει εὐθύνες γιὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ νὰ συγχωρεῖ λάθη καὶ παραπατήματα.

Πιὸ πρὶν ἦταν κόρη τῶν δαιμόνων, κόρη τῆς Γῆς, ἀνάξια γιὰ τὴ Γῆ. Καὶ τώρα ἔγινε κόρη τοῦ βασιλιᾶ. Καὶ αὐτὸ γιατί ἔτσι θέλησε ὁ ἐρωτευμένος μαζί της.

Γιατί ὁ ἐρωτευμένος δὲν πολυνοιάζεται γιὰ τὴ συμπεριφορά του. Ὁ ἔρωτας δὲν βλέπει ἀσχήμια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται ἔρωτας, ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς ἀγαπᾶ καὶ τὴν ἄσχημη.

Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Χριστός. Ἄσχημη εἶδε καὶ τὴν ἐρωτεύτηκε καὶ τὴν ἀνακαινίζει.

Τὴν πῆρε ὡς γυναίκα, καὶ ὡς κόρη του τὴν ἀγαπᾶ, καὶ ὡς δούλα του τὴν φροντίζει, καὶ ὡς παρθένα τὴν προστατεύει, καὶ ὡς παράδεισο τὴν τειχίζει, καὶ ὡς μέλος τοῦ σώματός του τὴν περιποιεῖται. Τὴ φροντίζει ὡς κεφαλή της ποὺ εἶναι, τὴ φυτεύει ὡς ρίζα, τὴν ποιμαίνει ὡς ποιμένας.

Ὡς νυμφίος τὴν παίρνει γυναίκα του, καὶ ὡς ἐξιλαστήριο θύμα τὴν συγχωρεῖ, ὡς πρόβατο θυσιάζεται, ὡς νυμφίος τὴ διατηρεῖ μέσα στὴν ὀμορφιά, ὡς σύζυγος φροντίζει νὰ μὴν τῆς λείψει τίποτα.

Ὤ, Σὺ Νυμφίε, ποὺ ὀμορφαίνεις τόσο τὴν ἀσχήμια τῆς νύφης!