Archive for the ‘Θεολογία’ Category

Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Μαΐου 13, 2018
 Σχετική εικόνα

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 

Ἀκούσαμε σήμερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκ γενετοῦς τυφλοῦ. Δὲν ἔχουμε ἐμπειρία τὶ εἶναι ἡ ἐκ γενετῆς τύφλωση, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πῶς ἦταν αὐτὸς ὁ ἄνδρας ποὺ ἦταν κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, πῶς ὁ κόσμος γύρω του ἦταν γι’αὐτὸν ὅπως ἕνας ἦχος μακρυνὸς, κάτι ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ φανταστεῖ, νὰ ἔχει εἰκόνα. Ἦταν φυλακισμένος μέσα στὸ ἴδιο του τὸ σῶμα. Μποροῦσε νὰ ζήσει μὲ φανταστικὲς εἰκόνες, νὰ ἐπινοήσει ἕναν κόσμο, μποροῦσε μὲ τὴν ἀφὴ καὶ τὴν ἀκοὴ νὰ προσεγγίσει ὅ,τι ὑπῆρχε πραγματικὰ γύρω του· ἀλλὰ ἡ συνολικὴ πραγματικότητα τοῦ ἦταν ἀπρόσιτη . Δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ τὴ γέννηση μας, ἀλλὰ πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας! Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι εἶναι τόσο ἀνοιχτὸς ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ δεῖ ὅλο τὸν κόσμο στὴν εὐρύτητα του; Συναντοῦμε ἀνθρώπους, καὶ τοὺς βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας, ἀλλὰ σπάνια συμβαίνει νὰ βλέπουμε πέρα ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σχήματα, τὰ χαρακτηριστικὰ, τὰ ροῦχα– πόσο συχνὰ μᾶς συμβαίνει νὰ κοιτάζουμε στὰ μάτια ἕνα πρόσωπο καὶ νὰ τὸ καταλαβαίνουμε; Γύρω μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι καὶ κάθε πρόσωπο εἶναι μοναδικὸ γιὰ τὸν Θεὸ, ἀλλὰ γιὰ ἐμᾶς εἶναι; Δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι γύρω μας ἁπλὰ ἄνθρωποι μὲ ὀνόματα, ἐπίθετα, ποὺ ἀναγνωρίζουμε ἀπο τὴν ἐμφάνιση, ἀλλὰ ποὺ στὴν οὐσία δὲν τοὺς γνωρίζουμε;

Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάσταση μας: εἴμαστε τυφλοί, κουφοί, ἀναίσθητοι στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, κι ὅμως, ἔχουμε κληθεῖ νὰ ἐρμηνεύουμε . Ὅταν συναντᾶμε ἕνα πρόσωπο, θὰ πρέπει νὰ τὸ προσεγγίζουμε ὅπως ἕνα μυστήριο, ὅπως συμβαίνει μὲ κάτι ποὺ μποροῦμε ν’ἀνακαλύψουμε μόνο μὲσα ἀπὸ μιὰ βαθιὰ σχέση, ἴσως μὲ τό λόγο, ἴσως μὲ τὴ σιωπή· μιὰ σχέση τόσο οὐσιαστικὴ, ὥστε νὰ γνωρίσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὄχι ὅπως μᾶς γνωρίζει ὁ Θεὸς, ἀλλὰ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ποὺ καταυγάζει τὰ πάντα καὶ τὸν καθένα μας χωριστά.

Καὶ ἀκόμα, μποροῦμε, ὁ καθένας μὲ τὴ δύναμη, καὶ τὰ χαρίσματα του, νὰ κάνουμε ὅ,τι καὶ ὁ Χριστὸς ποὺ ἄνοιξε τὰ μάτια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Τὶ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ Σαρκωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶδε δηλαδὴ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅταν τὰ μάτια του συνάντησαν τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ, συνάντησαν τὴν θεϊκὴ τρυφερότητα, τὴ συμπόνια, τὸ βαθὺ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν κατανόηση. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ μποροῦσαν τόσοι πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ βλέπουν, ἄν καθὼς μᾶς συναντοῦσαν, ἔβλεπαν στὰ μάτια, στὸ πρόσωπο μας τὴν λάμψη τῆς εἰλικρινοῦς, νηφάλιας ἀγάπης, μιᾶς ἀγάπης ὄχι συναισθηματικῆς, ἀλλὰ ὁρατῆς, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοῦν καὶ νὰ νοιώσουν. Καὶ πόσο πολὺ θὰ εἴμασταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας ἀποκάλυψη κάθε μηνύματος ποὺ αὐτὸς ὁ κόσμος ἐκφράζει μέσα ἀπὸ τὴν τέχνη, τὴν ὀμορφιά, τὴν ἐπιστήμη, μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ὀμορφιὰ προσλαμβάνεται καὶ διακηρύσσεται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.

Ἀλλὰ τὸ κάνουμε; Μεριμνᾶμε γιὰ νὰ εἴμαστε φορεῖς τοῦ βάθους τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τοῦ νοήματος τῶν πραγμάτων γιὰ κάθε πρόσωπο ποὺ συναντᾶμε; Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ περισσότερο νὰ παίρνουμε ἀπὸ τὸ νὰ δίνουμε; Κι ὅμως, ὁ Ἅγιος Παῦλος, ποὺ γνώριζε τὶ σημαίνει παίρνω καὶ δίνω, εἶπε: « Εἶναι πιὸ εὐλογημένο νὰ δίνεις παρὰ νὰ παίρνεις». Κι ὅμως πόσες πολλὲς δωρεὲς εἶχε δεχτεῖ; Εἶχε ἐμπειρία τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ, εἶχε δεχτεῖ τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς γνώσης, καὶ τῆς ἐμπειρίας τῆς Π.Διαθήκης καὶ τότε ὁ Χριστὸς τοῦ ἀποκαλύφθηκε: καὶ τὶ δὲν δέχτηκε! Κι ὅμως, εὐφραινόταν περισσότερο νὰ δίνει ἀπὸ τὸ νὰ παίρνει, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ κατέχει ὅλο τὸν πλοῦτο ποὺ ἦρθε στὸ δρόμο τῆς ζωῆς του· ἤθελε νὰ τὸν μοιραστεῖ, νὰ τὸν προσφέρει, νὰ φωτίσει καὶ νὰ πυρπολήσει ἄλλες ζωὲς πέρα ἀπὸ τὴ δική του.

Ἄς σκεφτοῦμε πόσο πλούσιοι, πόσο πλούσια εἴμαστε προικισμένοι, πόσα πολλὰ μᾶς δόθηκαν νὰ βλέπουμε καὶ ν’ ἀκοῦμε καὶ ἄς συνειδητοποιήσουμε ταυτόχρονα πόσο τραγικὰ εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας, ἐκτὸς ἄν σπάσουμε αὐτὸν τὸν τοῖχο γιὰ νὰ προσφέρουμε, τὸ ἴδιο γενναιόδωρα, τὸ ἴδιο πλούσια, τὸ ἴδιο ἄφθονα τὶς δωρεὲς καθὼς μᾶς ἔχουν προσφερθεῖ. Καὶ τότε πραγματικὰ, ἡ χαρά μας θὰ ἔχει ὁλοκληρωθεῖ σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ κανένας καὶ τίποτα δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ μᾶς τὴν ἀφαιρέσει. Ἀμὴν.

Απόδοση στὴν νεοελληνική: http://www.agiazoni.gr

Πρωτότυπο κείμενο
 

Man Blind from Birth

In the Name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

We heard today the story of the man born blind. We do not know from experience what physical blindness is, but we can imagine how this man was walled in himself, how all the world around him existed only as a distant sound, something he could not picture, imagine. He was a prisoner within his own body. He could live by imaginations, he could invent a world around himself, he could by touch and by hearing approximate what really was around him; but the total, full reality could only escape him.

We are not physically blind, but how many of us are locked in themselves! Who of us can say that he is so open that he can perceive all the world in its width, but also in its depth? We meet people, and we see them with our eyes; but seldom it happens that beyond the outer shape, features, clothes, – how often does it happen that we see something of the depth of the person? How seldom it is that we look into a person’s eyes and go deep in understanding! We are surrounded by people and every person is unique to God, but are people unique to us? Are not people that surround us just ‘people’, who have names, surnames, nicknames, whom we can recognise by their outer looks but whom we do not know at any depth?

This is our condition: we are blind, we are deaf, we are insensitive to the outer world, and yet, we are called to read meanings. When we meet a person, we should approach this person as a mystery, that is as something which we can discover only by a deep communion, by entering into a relationship, perhaps silent, perhaps in words, but so deep that we can know one another not quite as God knows us, but in the light of God that enlightens all and each of us.

And more than this: we can do, each within his own power, within his own gifts, what Christ did: He opened the eyes of this man. What did this man see? The first thing he saw was the face of the Incarnate Son of God, in other words, he saw love incarnate. When his eyes met the eyes of Christ, he met God’s compassion, God’s tenderness, God’s earnest concern and understanding. In the same way could so many people begin to see, if by meeting us they meet people in whose eyes, on whose face they could see the shining of earnest, sober love, of a love that is not sentimental but is seeing, a love that can see and understand. And then, how much could we be to people around us a revelation of all the meanings that this world holds and contains through art, through beauty, through science, through all the means by which beauty is perceived and proclaimed among human beings.

But are we doing this? Is our concern to convey the width, and the depth, the beauty and the meaning of things to every person whom we meet? Are we not rather concerned with receiving than with giving? And yet, Saint Paul who knew what it meant to receive and to give, said, ‘It is a more blessed thing to give than to receive’. And yet how much had he received! He had received the knowledge of God in his own experience; he had received teaching, and knowledge, and experience within the Old Testament, and then Christ revealed Himself to him: what did he not receive! And yet, he exulted more in giving than in receiving, because he did not want to be the owner of all the richness that had come his way; he wanted to share it, to give it, to set aglow and afire other lives than his own.

Let us reflect on how rich, how richly endowed we are, how much it was given us to see, and to hear. And let us realise at the same time how tragically walled we are within ourselves unless we break this wall in order to give, as generously, as richly, as abundantly as we were given. And then indeed, our joy will be fulfilled according to Christ’s promise. And no one, nothing will ever be able to take it away from us. Amen!

Περὶ Προσευχῆς (Ἁγ.Ἰωὰννη τῆς Κλὶμακος)

Μαρτίου 18, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ι.μ.σινα εικονες

ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΟΓΔΟΟΣ
Περί προσευχής
(Διά την ιεράν προσευχήν, την μητέρα των αρετών, και διά το πώς πρέπει να παρίσταταί τις είς αυτήν νοερώς και σωματικώς)
orthodoxy

1. Η προσευχή, ως προς την ποιότητά της, είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν[1], και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος πού μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς πού κτυπά την απόγνωσι, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωσις των μέτρων, δήλωσις της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψις των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς. Η προσευχή είναι γι΄ αυτόν που προσεύχεται πραγματικά δικαστήριο και κριτήριο και βήμα του Κυρίου, πρίν από το μελλοντικό βήμα.

2. Ας εγερθούμε και ας ακούσωμε την ιερή αυτή βασίλισσα των αρετών να φωνάζη με υψωμένη την φωνή και να μας λέγη: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν μου εφ΄ υμάς, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών -και ίασιν ταίς πληγαίς υμών- ο γάρ ζυγός μου χρηστός – και πταισμάτων μεγάλων ιαματικός – υπάρχει» (πρβλ. Ματθ. ια΄ 28-30).

3. Όσοι πηγαίνομε να παρασταθούμε ενώπιον του Βασιλέως και Θεού και να συνομιλήσωμε μαζί Του, ας μη προχωρούμε χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία. Διότι υπάρχει φόβος, εάν μας ιδή από μακρυά να μην έχωμε τα όπλα και την στολή που αρμόζουν για την παρουσίαση ενώπιον του Βασιλέως, να διατάξη τους υπηρέτας και λειτουργούς Του να μας δέσουν και να μας εξορίσουν μακρυά από το πρόσωπό Του, και τις δεήσεις μας να τις σχίσουν και να τις πετούν στο πρόσωπό μας.

4. Όταν ξεκινάς να σταθής ενώπιον του Κυρίου, ας είναι ο χιτών της ψυχής σου υφασμένος εξ ολοκλήρου με το νήμα ή μάλλον με το λήμμα της αμνησικακίας. Ειδεμή τίποτε δεν πρόκειται να ωφεληθής από τον προσευχή. Όλο το ύφος και το λεκτικό της προσευχής σου ας είναι ανεπιτήδευτο, διότι ο τελώνης και ο άσωτος με έναν μόνο λόγο συμφιλιώθηκαν με τον Θεόν.

5. Μία είναι εξωτερικώς η στάσις στην προσευχή, αλλά παρουσιάζει εσωτερικώς πολλές ποικιλίες και διαφορές. Άλλοι συνομιλούν μαζί Του σαν με φίλο και κύριό τους, και Του προσφέρουν τον ύμνο και την ικεσία χάριν των άλλων και όχι του εαυτού τους. Άλλοι ζητούν πλούτο και δόξα και περισσοτέρα παρρησία. Άλλοι παρακαλούν να απαλλαγούν τελείως από τον εχθρό τους. Μερικοί ικετεύουν να τους δοθή κάποια τιμή, και μερικοί για την τελεία εξάλειψι του χρέους τους. Άλλοι ζητούν απελευθέρωσι από τα δεσμά των παθών, και άλλοι συγχώρησι των ανομημάτων τους.

6. Πριν απ΄ όλα ας βάλωμε στον κατάλογο της δεήσεώς μας την ειλικρινή ευχαριστία. Στην δεύτερη σειρά, την εξομολόγησι των αμαρτιών μας και την συντριβή της ψυχής μας με συναίσθησι. Και εν συνεχεία ας αναφέρωμε τα αιτήματά μας προς τον Παμβασιλέα. Ο τρόπος αυτός της προσευχής είναι άριστος, όπως απεκαλύφθη σε κάποιον από τους αδελφούς από Άγγελον του Κυρίου.

7. Εάν κάποτε εστάθηκε ως υπόδικος εμπρός σε επίγειο δικαστή, δεν χρειάζεσαι άλλο υπόδειγμα για την παράστασι στην προσευχή σου. Εάν δε δεν εστάθηκες ακόμη, αλλά ούτε και άλλους είδες να δικάζωνται, τουλάχιστον ας το διδαχθής αυτό από τις ικεσίες των ασθενών προς τους ιατρούς, όταν πρόκειται να χειρουργηθούν ή να καυτηριασθούν.

8. Μην επιτηδεύεσαι τα λόγια της προσευχής σου. Διότι πολλές φορές τα απλά και ανεπιτήδευτα ψελλίσματα των μικρών παιδιών ευχαρίστησαν και ικανοποίησαν τον ουράνιο Πατέρα τους.

9. Μη ζητής να λέγης πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθή ο νους σου, αναζητώντας λόγια. Ένας λόγος πίστεως έσωσε τον ληστή. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές εδημιούργησε στο νου φαντασίες και διάχυσι, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου.

10. Όταν αισθάνεσαι γλυκύτητα ή κατάνυξι σε κάποιο λόγο της προσευχής σου, σταμάτησε σ΄ αυτόν, διότι τότε συμπροσεύχεται μαζί μας ο φύλαξ Άγγελός μας.

11. Μή προσεύχεσαι με παρρησία, έστω και εάν διαθέτης καθαρότητα. Αντιθέτως πλησίασε με πολλή ταπεινοφροσύνη, και έτσι θα αποκτήσης περισσοτέρα παρρησία.

12. Και αν ακόμη έχης ανεβή όλη την κλίμακα των αρετών, και τότε πάλι να προσεύχεσαι υπέρ αφέσεως των αμαρτιών σου, ακούοντας τον Παύλο να βοά: «Αμαρτωλών πρώτος ειμί εγώ» (Α΄ Τιμοθ. α΄ 15).

13. Τα φαγητά τα αρτύουν με το λάδι και το αλάτι. Και στην προσευχή δίνουν φτερά η ζωή της σωφροσύνης και αγνότητος, και τα δάκρυα.

14. Αν ενδυθής καλά την πραότητα και την αοργησία, τότε δεν θα κοπιάσης πολύ να ελευθερώσης τον νου σου από την αιχμαλωσία.

15. Έως ότου αποκτήσωμε προσευχή εναργή, θα ομοιάζωμε με εκείνους που γυμνάζουν στις αρχές τα νήπια πώς να βαδίζουν.

16. Να πυκτεύης, ώστε να ανυψώνης ή μάλλον να περικλείης την σκέψι σου μέσα στα λόγια της προσευχής. Και εάν, λόγω της νηπιακής σου πνευματικής καταστάσεως, ατονήση και ξεφύγη, συμμάζεψέ την πάλι. Διότι ίδιον του νου είναι το άστατον, και ίδιον του Θεού το να μπορή όλα να τα σταθεροποιή.

17. Αν αγωνίζεσαι συνεχώς και αποφασιστικώς, τότε θα σε επισκεφθή και εσένα Εκείνος πού θέτει όρια στην θάλασσα του νου και κατά την ώρα της προσευχής σου θα της ειπή: «Μέχρι τούτου ελεύση, και ούχ υπερβήση» (Ιώβ λη΄ 11).

18. Είναι αδύνατο να δεσμεύση κάποιος ένα πνεύμα, (όπως τον νου). Όπου όμως παρουσιασθή ο Κτίστης του πνεύματος, τα πάντα υποτάσσονται.

19. Εάν κάποτε αντίκρυσες καθαρά τον Ήλιο, (δηλαδή τον Χριστόν), τότε θα κατορθώσης και να συνομιλήσης μαζί Του όπως πρέπει. Ειδεμή, πώς μπορείς να συνομιλής πραγματικά με κάποιον πού δεν τον έχεις ιδεί;

20. Αρχή της προσευχής είναι το να διώκωνται οι εχθρικές προσβολές στην αρχή τους, με ένα αποφασιστικό λόγο. Μέσον, το να παραμένη ο νους στα λόγια και στα νοήματα της προσευχής. Και τέλος, το να αρπαγή ο νους προς τον Κύριον.

21. Άλλη είναι η αγαλλίασις που δοκιμάζουν στην προσευχή τους οι κοινοβιάτες, και άλλη οι ησυχασταί. Διότι η πρώτη ίσως να επηρεάζεται κάπως από την κενοδοξία, ενώ η δευτέρα είναι γεμάτη από ταπεινοφροσύνη.

22. Εάν γυμνάζης πάντοτε τον νου σου να μη φεύγη μακρυά, τότε και κατά την ώρα της τραπέζης θα ευρίσκεται κοντά σου. Εάν όμως συνηθίζη να περιπλανάται ελεύθερα, ποτέ δεν θα κατορθωθή να παραμένη πλησίον σου.

23. Ο μεγάλος εργάτης της μεγάλης και τελείας προσευχής (δηλαδή ο Απόστολος Παύλος), λέγει: «Θέλω ειπείν πέντε λόγους τώ νοί μου» κ.τ.λ. (Α΄ Κορ. ιδ΄ 19), πράγμα που είναι ξένο για τους νηπίους και αρχαρίους. Γι΄αυτό εμείς σαν ατελείς, εκτός από την ποιότητα, έχομε ανάγκη και από την ποσότητα της προσευχής. Το δεύτερο άλλωστε είναι πρόξενο του πρώτου. «Ο Θεός -λέγει η Γραφή- δίνει προσευχή καθαρή σ΄εκείνον πού προσεύχεται, έστω και ρυπαρά, αλλά χωρίς να υπολογίζη κόπο και πόνο» (πρβλ. Α΄ Βασ. β΄ 9).

24. Άλλο πράγμα είναι ο ρύπος της προσευχής και άλλο ο αφανισμός και άλλο η κλοπή και άλλο ο μώμος. Ο ρύπος είναι το να ίστασαι ενώπιον του Θεού και να έχης αισχρές σκέψεις. Ο αφανισμός είναι το να αιχμαλωτίζεται ο νους σου από μάταιες φροντίδες και μέριμνες. Η κλοπή είναι το να πέφτη η σκέψις ανεπαίσθητα σε ρεμβασμούς. Και μώμος είναι ο οιοσδήποτε πειρασμός πού έρχεται να μας θίξη την ώρα της προσευχής.

25. Όταν δεν είμαστε μόνοι μας κατά την ώρα της προσευχής τότε ας λαμβάνωμε μόνο εσωτερικά την αρμόζουσα ικετευτική στάσι. Όταν όμως απουσιάζουν εκείνοι πού θα μας επαινούσαν, τότε ας συμμορφώσουμε αναλόγως και την εξωτερική μας στάσι. Διότι στους ατελείς πολλές φορές ο νους συμμορφώνεται προς την στάσι του σώματος.

26. Όλοι βέβαι, αλλά περισσότερο εκείνοι πού πηγαίνουν στον βασιλέα για να ζητήσουν άφεσι του χρέους των, έχουν ανάγκη από απερίγραπτη συντριβή.

27. Εάν ακόμη ευρισκώμαστε στο δεσμωτήριο, ας ακούσωμε τα λόγια του Αγγέλου προς τον Πέτρο: «Ζώσου την ποδιά της υπακοής, βγάλε από πάνω σου τα θελήματά σου, και έτσι γυμνός πλησίασε και προσευχήσου στον Κύριον, ζητώντας το ιδικό Του μόνο θέλημα» (πρβλ. Πράξ. ιβ΄ 8), και θα αποκτήσης τότε τον Θεόν, ο οποίος θα κρατά το τιμόνι της ψυχής σου και θα σε κυβερνά ακίνδυνα.

28. Αφού εγερθής από την φιλοκοσμία και την φιληδονία, πέταξε από πάνω σου τις μέριμνες, βγάλε από πάνω σου τις σκέψεις, απαρνήσου το σώμα, (και τότε προσευχήσου). Διότι η προσευχή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποξένωσις από όλον τον ορατό και αόρατο κόσμο.

Θεέ μου, «τι γάρ μοι υπάρχει έν τώ ουρανώ»; Τίποτε! «Και παρά σού τι ηθέλησα επί της γής»; (πρβλ. Ψαλμ. οβ΄ 25). Τίποτε! Παρά μόνο το να προσκολλώμαι πάντοτε σ΄ Εσένα απερίσπαστα μέσω της προσευχής. Μερικοί ζουν με την επιθυμία του πλούτου, άλλοι με της δόξης και άλλοι με κάποιου άλλου κτίσματος. «Εμοί δε το προσκολλάσθαι τώ Θεώ επιθυμητόν εστί, τίθεσθαι έν αυτώ την ελπίδα της απαθείας μου» (πρβλ. Ψαλμ. οβ΄ 28).

29. Η πίστις έδωσε φτερά στην προσευχή. Χωρίς αυτήν η προσευχή δεν μπορεί να πετάξη στον ουρανό.

30. Όσοι είμαστε εμπαθείς ας παρακαλέσωμε γι΄αυτό με επιμονή τον Κύριον, διότι όλοι οι απαθείς από την εμπάθεια προχώρησαν και έφθασαν στην απάθεια.

31. Παρ΄ όλον ότι σαν Θεός πού είναι δεν φοβείται τον Θεό ο «Κριτής» (πρβλ. Λουκ. ιη΄ 2), έν τούτοις όμως, επειδή τον ενοχλεί η χήρα, η ψυχή δηλαδή πού εχήρευσε από Αυτόν με τις αμαρτίες και τις πτώσεις της, θα εκδικηθή και θα την σώση από τον αντίδικό της, από το σώμα δηλαδή και από τους εχθρούς της δαίμονας.

32. Ο Θεός, ο καλός μας οικονόμος, τους ευγνώμονες τους εφελκύει στην αγάπη Του με την σύντομη εκπλήρωσι του αιτήματός των. Ενώ τις αχάριστες και όμοιες με τους σκύλους ψυχές τις αναγκάζει να κάθωνται πλησίον Του προσευχόμενες, πεινασμένες και διψασμένες για το αίτημά τους. Διότι ο αγνώμων σκύλος, μόλις πάρη το ψωμί, απομακρύνεται αμέσως από εκείνον πού του το έδωσε.

33. Να μη λέγης ότι, αν και προσευχήθηκες πολύν καιρό, δεν κατώρθωσες τίποτε, διότι ήδη κάτι σπουδαίο κατώρθωσες. Τι, αλήθεια, υπάρχει ανώτερο από την προσκόλλησι στον Κύριον και από την συνεχή παραμονή σ΄αυτήν την ένωσι;

34. Δεν φοβείται τόσο ο κατάδικος την απόφασι της τιμωρίας του, όσο φοβείται ο εργάτης της προσευχής την στάσι του στην ώρα της προσευχής. Γι΄αυτό, αν είναι σοφός και έξυπνος, με την ανάμνησι αυτής της ώρας θα μπορή να αποστρέφεται κάθε λοιδορία και οργή και μέριμνα και ασχολία και θλίψι και χορτασμό και λογισμό και πειρασμό.

35. Να προετοιμάζεσαι με την αδιάλειπτο εσωτερική προσευχή προκειμένου να σταθής να προσευχηθής, και έτσι σύντομα θα προοδεύσης (στην προσευχή).

36. Είδα μερικούς να λάμπουν στην υπακοή τους και να μην αμελούν, όσο τους ήταν δυνατό, την νοερά μνήμη του Θεού. Και μόλις εστάθηκαν στην προσευχή, εκυριάρχησαν σύντομα στον νου τους, αυτοσυγκεντρώθηκαν και έχυναν κρουνηδόν τα δάκρυα. Και τούτο, διότι ήταν προετοιμασμένοι από την οσία υπακοή.

37. Στην ψαλμωδία πού γίνεται με πολλούς ακολουθούν αιχμαλωσίες και ρεμβασμοί. Στην κατά μόνας όμως προσευχή δεν παρατηρούνται αυτά. Αλλά αυτήν την πολεμεί η ακηδία, ενώ την πρώτη την βοηθεί η προθυμία.

38. Την αγάπη του στρατιώτου προς τον βασιλέα την έδειξε η ώρα του πολέμου. Και την αγάπη του μοναχού προς τον Θεόν την εδοκίμασε ο καιρός και ο τρόπος της προσευχής. Την πνευματική σου κατάστασι θα σου την φανερώση η προσευχή σου. Οι θεολόγοι άλλωστε εχαρακτήρισαν την προσευχή καθρέπτη του μοναχού.

39. Εκείνος που ασχολείται με κάτι και το συνεχίζει, ενώ εσήμανε η ώρα της προσευχής, αυτός εμπαίζεται από τους δαίμονας. Διότι αυτό επιδιώκουν οι κλέπτες, ώρα με την ώρα να κλέβουν τον χρόνο της προσευχής μας.

40. Μην αρνήσαι να προσεύχεσαι για κάποια ψυχή (πού σου το εζήτησε), έστω και αν δεν διαθέτης καρποφόρο προσευχή. Διότι η πίστις εκείνου πού εζήτησε την προσευχή, έσωσε πολλές φορές κι εκείνον που προσευχήθηκε και μάλιστα με συντριβή καρδίας. Μην υπερηφανεύεσαι, εάν προσεύχεσαι για άλλους και εισακούεσαι, διότι η πίστις αυτών ενήργησε, ώστε να εισακουσθή η προσευχή σου.

41. Κάθε μαθητής θα εξετάζεται από τον διδάσκαλό του καθημερινά στα μαθήματά πού εδιδάχθη. Και από κάθε νού θα ζητηθή, και δικαίως, να παρουσιάση σε κάθε προσευχή του την δύναμι εκείνη πού έλαβε από τον Θεόν. Γι΄αυτό ας προσέχωμε.

42. Όταν προσευχηθής με προσοχή και επιμέλεια, τότε σύντομα θα πολεμηθής από το πάθος της οργής, διότι έτσι είναι το σχέδιο των δαιμόνων. Κάθε αρετή, πρό πάντων όμως την προσευχή, ας την εργαζώμεθα πάντοτε με πολλή συναίσθησι. Και η ψυχή τότε προσεύχεται με συναίσθησι, όταν υπερνικήση τον θυμό.

43. Όσα αποκτούμε με πολλές ικεσίες και σε πολύ χρόνο, αυτά είναι μόνιμα. Όποιος απέκτησε μέσα του τον Κύριον, δεν ρυθμίζει πλέον ο ίδιος τα λόγια και το σχέδιο της προσευχής, διότι τότε «το πνεύμα εντυγχάνει υπέρ αυτού στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. η΄ 26).

44. Να μη δεχθής στην προσευχή σου καμμία αισθητή εικόνα και φαντασία για να μη (πλανηθής και) παραφρονήσης.

45. Για κάθε αίτημα η πληροφορία εμφανίζεται στην προσευχή. Πληροφορία είναι η απαλλαγή από την αμφιβολία. Πληροφορία είναι η βεβαία και ασφαλής φανέρωσις ενός αγνώστου πράγματος.

46. Να γίνεσαι υπερβολικά ελεήμων και συμπονετικός, σύ πού καλλιεργείς την προσευχή. Διότι με την ελεημοσύνη οι μοναχοί «εκατονταπλασίονα λήψονται» στην παρούσα ζωή. Και το επόμενο του ευαγγελικού λόγου, (δηλαδή το «ζωήν αιώνιον κληρονομήσουσι), (Ματθ. ιθ΄ 29), θα το απολαύσουν στον μέλλοντα αιώνα.

47. Ήλθε το πύρ (του θείου πόθου) μέσα στην καρδιά και ανέστησε την προσευχή. Αφού δε η προσευχή ανεστήθη και ανελήφθη στους ουρανούς, έγινε στο ανώγειο της ψυχής η κάθοδος του πυρός (του Αγίου Πνεύματος).

48. Μερικοί ισχυρίζονται ότι η προσευχή είναι ανωτέρα από την μνήμη του θανάτου. Εγώ όμως γνωρίζω να ανυμνώ εξ ίσου τις δύο ουσίες της μιας υποστάσεως.

49. Ο ικανός ίππος συνήθως, καθώς αρχίζει να τρέχη, θερμαίνεται και προχωρώντας αυξάνει την ταχύτητα του δρόμου του. Ως δρόμο εννοώ την υμνωδία και ως ίππο τον ανδρείο νου, ο οποίος «πόρρωθεν οσφραίνεται πολέμου» (Ιώβ λθ΄ 25) και προετοιμάζεται για την μάχη και πάντοτε δείχνεται ανίκητος.

50. Είναι βαρύ να αρπάξης το νερό από το στόμα του διψασμένου. Βαρύτερο όμως είναι να διακόψης μία ψυχή πού προσεύχεται με κατάνυξι από την πολυπόθητη αυτή προσευχή της πρίν την τελειώση.

51. Μην αναχωρήσης από την προσευχή σου, πρίν ιδής να σταματούν, σύμφωνα με την οικονομία του Θεού, το πύρ (της χάριτος) και το ύδωρ (των δακρύων). Διότι ίσως να μη σου δοθή πάλι σε ολόκληρη την ζωή σου τέτοια ευκαιρία για την συγχώρησι των αμαρτιών σου. Εκείνος πού εγεύθηκε την χάρι της προσευχής, συνέβη ώστε πολλές φορές από έναν (απρόσεκτο) λόγο πού είπε να μολύνη τον νου του, και έτσι μόλις στάθηκε στην προσευχή δεν ευρήκε το ποθούμενο όπως συνήθως.

52. Άλλο είναι να  επισκοπής (να εποπτεύης δηλαδή) συχνά την καρδιά σου και άλλο το να  επισκοπεύσης (να κάνης δηλαδή χρέος επισκόπου) σ΄ αυτήν. Στην πρώτη περίπτωσι ο νους ομοιάζει με άρχοντα, ενώ στην δευτέρα με αρχιερέα, ο οποίος προσφέρει στον Χριστόν λογικές θυσίες[2]. Και όπως λέγει κάποιος πού έλαβε την προσωνυμία του θεολόγου[3], το Άγιον και Υπερουράνιον πύρ, (δηλαδή το Άγιον Πνεύμα), τους πρώτους τους επισκέπτεται ως φλόγα και τους καταφλέγει, διότι έχουν ακόμη ανάγκη καθάρσεως, ενώ τους δευτέρους ως φως και τους φωτίζει, διότι έφθασαν στα μέτρα της τελειότητος.

Το ίδιο δηλαδή Άγιον Πνεύμα ονομάζεται και «πύρ καταναλίσκον» (Εβρ. ιβ΄ 29) και «φως φωτίζον» (πρβλ. Β΄ Κορ. δ΄ 6). Γι΄αυτό και μερικοί όταν εξέρχωνται από την προσευχή, είναι σαν να εξέρχωνται από φλογισμένο καμίνι, αισθανόμενοι συγχρόνως μία ελάφρωσι και ένα καθαρισμό από τον ρύπο και το βάρος της αμαρτίας. Και άλλοι πάλι αισθάνονται σαν να εφωτίσθηκαν με φως και σαν να εφόρεσαν την διπλοΐδα της ταπεινώσεως και της αγαλλιάσεως. Όσοι εξέρχονται από την προσευχή τους χωρίς να αισθάνονται καμμία από τις δύο αυτές ενέργειες, αυτοί προσεύχονται όχι πνευματικά, αλλά σωματικά, για να μην ειπώ ιουδαϊκά. Διότι, εάν ένα ανθρώπινο σώμα πού εγγίζει σε άλλο υφίσταται κάποια επίδρασι και αλλοίωσι, πώς δεν θα δοκιμάση επίδρασι και αλλοίωσι εκείνος πού με καθαρά χέρια εγγίζει (διά της προσευχής και της θεωρίας) το «σώμα» του Θεού;

53. Ο πανάγαθος Βασιλεύς μας, όπως ακριβώς και ο επίγειος βασιλεύς, προσφέρει τα δώρα του στους στρατιώτες του άλλοτε ο ίδιος, άλλοτε με έναν φίλο του, άλλοτε με ένα υπηρέτη του και άλλοτε με άγνωστο τρόπο. Αλλά και ανάλογα με τον χιτώνα της ταπεινώσεως πού ο καθένας φορεί.

54. Στον επίγειο βασιλέα είναι αποκρουστικός εκείνος πού παρίσταται ενώπιόν του και εν συνεχεία γυρίζει το πρόσωπό του και συζητεί με τους εχθρούς του βασιλέως. Παρόμοια είναι αποκρουστικός στον Κύριον αυτός πού, ενώ προσεύχεται, δέχεται ακάθαρτους λογισμούς.

55. Όταν βλέπης τον κύνα να έρχεται (για να σε αποσπάση με κάποια πρόφασι από την προσευχή), κυνήγα τον με το όπλο. Και κάθε φορά πού γαυγίζει με αναίδεια, μην υποχωρής.

56. Να αιτής με δάκρυα και πένθος. Να ζητής με υπακοή. Να κρούης με μακροθυμία. Διότι «ο ούτως αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Λουκ. ια΄ 10). Πρόσεξε μήπως προσευχηθής χωρίς την απαιτούμενη προσοχή για κάποια γυναίκα, και σε κλέψη εκ δεξιών ο διάβολος.

57. (Όταν προσεύχεσαι), μη θέλης να εξομολογήσαι τις σαρκικές αμαρτίες σου λεπτομερώς και όπως ακριβώς έγιναν, για να μη γίνης σύ ο ίδιος επίβουλος και επικίνδυνος στον εαυτό σου.

58. Ο καιρός της προσευχής ας μη γίνη για σένα ώρα πού θα σκεφθής σπουδαία και αναγκαία θέματα, έστω και πνευματικά. Διαφορετικά άφησες και σου έκλεψαν το πολυτιμότερο.

59. Όποιος κρατά στα χέρια του το ραβδί της προσευχής, δε πρόκειται να σκοντάψη. Αλλά και αν ακόμη σκοντάψη, δε θα πέση εντελώς. Διότι η προσευχή είναι ένας ευσεβής τύραννος του Θεού. Την ωφέλεια εκ της προσευχής μπορούμε να την καταλάβουμε από τα εμπόδια πού μας φέρνουν οι δαίμονες κατά τις ώρες των Ακολουθιών. Τον δε καρπό της προσευχής, από την ήττα του εχθρού, καθώς το λέγει και ο Ψαλμωδός: «Εν τούτω έγνων ότι τεθέληκάς με, ότι ού μη επιχαρή ο εχθρός μου επ΄ εμέ» (Ψαλμ. μ΄ 12) τον καιρό του πολέμου. Λέγει δε επίσης: «Εκέκραξα έν όλη καρδία μου» (πρβλ. Ψαλμ. ριη΄ 145), δηλαδή και με το στόμα μου και με την ψυχή μου και με το πνεύμα μου, διότι όπου ευρίσκονται συγκεντρωμένοι οι δύο τελευταίοι, (η ψυχή και το πνεύμα), εκεί ανάμεσά τους ευρίσκεται και ο Θεός (πρβλ. Ματθ. ιη΄ 20).

60. Ούτε τα σωματικά ιδιώματα, αλλά ούτε και τα πνευματικά είναι σε όλους όμοια. Και γι΄ αυτό σε άλλους φαίνεται πιο κατάλληλος η σύντομος ψαλμωδία και σε άλλους η μακροτέρα. Και οι πρώτοι ισχυρίζονται ότι πολεμούν έτσι την αιχμαλωσία του νου τους, ενώ οι δεύτεροι την αμάθειά τους.

61. Εάν αδιάκοπα προσεύχεσαι στον Βασιλέα κατά των εχθρών σου, οσάκις έρχωνται να σε πειράξουν, έχε θάρρος και δεν πρόκειται να κοπιάσης πολύ. Διότι αυτοί οι ίδιοι θα απομακρυνθούν από κοντά σου σύντομα, επειδή δεν θέλουν οι ανόσιοι να σε βλέπουν να στεφανώνεσαι πολεμώντας εναντίον τους με την προσευχή. Επί πλέον, θα φύγουν και επειδή τους μαστιγώνει η προσευχή σαν φωτιά.

62. Δείξε όλη την ανδρεία σου και την προθυμία σου (όταν προσεύχεσαι), και θα έχης τον ίδιον τον Θεόν διδάσκαλο στην προσευχή σου.

63. Δεν μπορούμε να διδαχθούμε το πώς να βλέπωμε, διότι έκ φύσεως το γνωρίζομε μόνοι μας. Παρόμοια δεν μπορούμε να γνωρίσωμε με την διδασκαλία του άλλου το κάλλος της προσευχής. Διότι η προσευχή έχει ως διδάσκαλό της τον Θεόν, «τον διδάσκοντα άνθρωπον γνώσιν, και διδόντα ευχήν τώ ευχομένω και ευλογούντα έτη δικαίων» (Ψαλμ. ﻜ΄ γ΄ 10Α΄ Βασ. β΄ 9).

Αμήν.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν -Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως- ἀπὸ Μπὰμπη-

Μαρτίου 12, 2018

Σχετική εικόνα

Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου της τρίτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο της εκκλησίας, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού.

Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μια προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό.

Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής μάς υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.

Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ’ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κήρυγμά Του ήταν μια κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον εκτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος.

Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα που σκοπεύει στο βάθος της συνείδησης: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο; Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλλοίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας».

Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θέλησης χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ’ αυτό το φόνο.

Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνείδησης, της δειλής του άρνησης να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότοπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος;

Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»; Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πουν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές, μάς είπαν να «ουδετεροποιήσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν;

Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι’ αυτό μια εξήγηση.

Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι’ αυτό βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει…;

Έτσι κάθε συμπαίκτης σ’ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, ή μάλλον της ψευδοκαλωσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη.

Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,… αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μια επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας.

Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, ή δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο ή δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό ή ψεύτικο, καλό ή κακό. Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα το να ζεις αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζεις μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.

Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξης, για το καλό όλων.

Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες σε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, ή τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει;

Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μάς λέει, σε τι μάς καλεί;

Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από τη οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε, «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωαν. 9, 39).

Σ’ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης δικάζεται ο καθένας μας.

———-

Από το βιβλίο, «Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος», Αλέξανδρου Σμέμαν, Εκδ. Ακρίτας

Mὶα ἐπιστολὴ (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαρτίου 4, 2018

Ένας φίλος μου, που θεραπεύτηκε από καρκίνο, στέλνει το ακόλουθο μήνυμα σε ένα άλλο φίλο του που διαγνώστηκε με καρκίνο. Ένιωσα την ανάγκη να το μοιραστώ…

«Προσεύχομαι διαρκώς για εσένα. Να μην ξεχνάς πώς ολο το σώμα μας και κάθε μόριο, κύτταρο καί άτομο του σώματός μας, όπως και η ψυχή μας, όλα ευρίσκονται μέσα στην αγκαλιά του Χριστού.

Ο Χριστός είναι πανταχού παρών. Κρατά στην Άκτιστο ενέργειά Του όχι μόνο το σώμα μας, αλλά ολόκληρο το σύμπαν. Αποδέξου με αγάπη την αρώστεια που σου δίδει ο Χριστός. Ευχαρίστησέ Τον απο καρδίας και δοξολόγησέ Τον. Βγες έξω στο βουνό και φώναζε: δόξα Σοί ο Χριστός. Δόξα Σοί ο Θεός.

Σε ευχαριστώ Χριστέ μου.
Και ζήτα απο τον Χριστό να σου δώσει την δύναμη να ερωτευθείς τον καρκίνο ως μία ωραία γυναίκα και νύμφη που βλέπει ο νέος άνδρας και την ποθεί και την ερωτεύεται. Έτσι και εσύ, ερωτεύσου την ασθένειά σου και δοξολόγησε τον Χριστό και ζήτησέ Του νά σου δίδει αγάπη για την ασθένειά σου, αλλά και για κάθε πλάσμα γύρω σου.

Σκέψου δε με συμπόνοια κάθε ανθρώπινο πλάσμα που πάσχει απο καρκίνο ή άλλη ασθένεια και ξεχνώντας την δική σου ασθένεια προσευχήσου δι’ όλους τους ανθρώπους που πάσχουν.
Διώξε καθε φόβο από την ψυχή σου και ενώσου με τον Χριστό και την Παναγία. Ομοίως, παρακάλεσε την Παναγία και πες:

Παναγία μου, φως μου, δώσε μου χρόνο να ζήσω για να μετανοήσω και για να βοηθησω τα παιδιά μου. Φως μου, δίνε μου δύναμη να δέχομαι με αγάπη κάθε δοκιμασία και κάθε πόνο….
Και όταν αδερφέ μου νοιώθεις πόνο η ότι άλλο, να λές: σε ευχαριστώ Χριστέ μου. Δώσε μου υπομονή και αντοχή όσο και αν πονώ, να σε αγαπώ και να χαίρομαι που υποφέρω, έστω και ολίγο, όπως εσύ πόνεσες τόσο πολύ στον Σταυρό για εμάς.
Να μην ξεχνάς αδερφέ μου, πώς εχουμε ήδη Αναστηθεί.

Ο Χριστός μας έχει ήδη Αναστήσει. Ο θάνατός μας είναι μία μικρή άσκηση για να δοξολογούμε τον Χριστό σε κάθε περίσταση. Να γνωρίζεις πώς ο Χριστός και η Παναγία μας κρατούν στην Αγκαλιά των είτε ζούμε είτε πεθαίνουμε σωματικά, διότι το σώμα μένει πάντα ενωμένο με τον Χριστό όσο και αν διαλυθεί, όπως και η ψυχή…
Χριστός Ανέστη…
Εύχομαι και εγώ διαρκώς για εσένα. Να μην φοβάσαι. Είμαστε μέσα στην Αγκαλιά του Χριστού και της Παναγίας. Είτε ζούμε, είτε αποθνήσκουμε, ζούμε εν Χριστώ.»

Περὶ τῆς εἰκὸνας -τοῦ π.Βασιλεὶου Ἰβηρὶτη-ἀπὸ Μπὰμπη-

Φεβρουαρίου 26, 2018

«…Η εικόνα έρχεται από μακριά και οδηγεί μακριά, στην υπέρβαση της εικόνας, στην κατάσταση την πέρα από τα φαινόμενα και τα νοούμενα, πέρα από τα σύμβολα και τους εικονισμούς.

Αν η εικόνα μας έκλεινε στην ίδια την εικόνα, το σχήμα, το χρώμα, την αισθητική, την ιστορία, τον κτιστό κόσμο, θα ήταν είδωλο και δεν θα άξιζε να χυθεί τόσο αίμα για την αναστήλωσή της. Δεν συμβαίνει όμως αυτό.

Η λειτουργική εικόνα είναι συνέπεια και καρπός της σαρκώσεως του Θεού Λόγου και μαρτυρία, οδηγός της θεώσεως του ανθρώπου…»

π. Βασίλειος Ιβηρίτης

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν – Μεγάλη Σαρακοστή, Ἕνας τρόπος ζωῆς

Φεβρουαρίου 19, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για μ σαρακοστη

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1999

Μὲ τὴν παρακολούθηση τῶν ἀκολουθιῶν, μὲ τὴ νηστεία, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν προσευχὴ σὲ τακτὰ διαστήματα δὲν ἑξαντλεῖται ἡ ὅλη προσπάθεια στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἢ μᾶλλον γιὰ νὰ εἶναι ὅλα αὐτὰ ἀποτελεσματικὰ καὶ νὰ ἔχουν νόημα, πρέπει να ὑποστηρίζονται καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἴδια τὴ ζωή. Χρειάζεται δηλαδή, ἕνας «τρόπος ζωῆς» ποὺ νὰ μὴν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ μὴν ὁδηγεῖ σὲ μία «διασπασμένη» ὕπαρξη.

Στὸ παρελθόν, στὶς ὀρθόδοξες χῶρες ἡ ἴδια ἡ κοινωνία πρόσφερε μία τέτοια ὑποστήριξη μὲ τὸν συνδυασμὸ ποὺ εἶχε στὰ ἔθιμα, στὶς ἐξωτερικὲς ἀλλαγές, μὲ τὴ νομοθεσία, μὲ τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς κανονισμούς, μὲ ὅλα δηλαδὴ ὅσα περιλαμβάνονται στὴ λέξη πολιτισμός. Κατὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ ὁλοκλήρη ἡ κοινωνία ὑποδεχόταν ἕνα συγκεκριμένο ῥυθμὸ ζωῆς, ὁρισμένους κανόνες ποὺ ὑπενθύμιζαν στὰ ἄτομα-μέλη τῆς κοινωνίας τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Στὴ Ῥωσία, λόγου χάρη, δὲν μποροῦσε κανεὶς εὔκολα νὰ ξεχάσει τὴ Σαρακοστή, γιατὶ οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν χτυποῦσαν διαφορετικὰ αὐτὴ τὴν περίοδο· τὰ θέατρα ἔκλειναν καί, σὲ παλιότερους καιρούς, τὰ δικαστήρια ἀνέβαλλαν τὴ λειτουργία τους. Φυσικά, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρεθίσματα ἀπὸ μόνα τους, εἶναι φανερό, ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀναγκάσουν τὸν ἀνθρωπο νὰ ὁδηγηθεῖ στὴ μετάνοια ἢ σὲ μία πιὸ ζωντανὴ θρησκευτικὴ ζωή. Ἀλλὰ ὅμως δημιουργοῦσαν μία ὁρισμένη ἀτμόσφαιρα – ἕνα εἶδος σαρακοστιανοῦ κλίματος, ὅπου ἡ ἀτομικὴ προσπάθεια γινόταν εὐκολότερη.

Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἴμαστε ἀδύναμοι χρειαζόμαστε τὶς ἐξωτερικὲς ὑπενθυμίσεις, τὰ σύμβολα, τὰ σημάδια. Φυσικὰ πάντα ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ σύμβολα ν᾿ ἀποκτήσουν αὐτοτέλεια, νὰ γίνουν αὐτοσκοπός, καὶ ἔτσι ἀντὶ νὰ εἶναι ἁπλὰ μία ὑπενθύμιση, νὰ γίνουν γιὰ τὴν κοινὴ ἀντίληψη τὸ μόνο περιεχόμενο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Αὐτὸν τὸν κίνδυνο τὸν ἔχουμε ἐπισημάνει παραπάνω, ὅταν μιλήσαμε γιὰ τὶς ἐξωτερικὲς συνήθειες καὶ τὰ πανηγύρια ποὺ ἀντικαθιστοῦν τὴ γνήσια προσωπικὴ προσπάθεια. Ἂν ὅμως καταλάβουμε σωστὰ αὐτὲς τὶς συνήθειες, τότε θὰ γίνουν ὁ «κρίκος» ποὺ συνδέει τὴν πνευματικὴ προσπάθεια μὲ τὴ ζωή.

Δὲν ζοῦμε σὲ μία ὀρθόδοξη κοινωνία [Ὁ συγγραφέας, Ῥῶσος στὴν καταγωγή, ζεῖ σήμερα στὴν Ἀμερικὴ] καὶ φυσικὰ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ δημιουργηθεῖ αὐτὸ τὸ «κλίμα» τῆς Σαρακοστῆς σὲ ἐπίπεδο κοινωνικό. Εἴτε εἶναι Σαρακοστὴ εἴτε ὄχι, ὁ κόσμος ποὺ μᾶς περιβάλλει, ποὺ ἀποτελοῦμε καὶ μεῖς δικό του ἀναπόσπαστο κομμάτι, δὲν ἀλλάζει. Κατὰ συνέπεια, ζητιέται ἀπὸ μᾶς μία νέα προσπάθεια νὰ σκεφτοῦμε τὴν ἀπαραίτητη θρησκευτικὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ «ἐξωτερικὸ» καὶ τὸ «ἐσωτερικό».

Ἡ πνευματικὴ τραγωδία τῆς ἐκκοσμίκευσης εἶναι ἐκείνη ποὺ μᾶς σπρώχνει σὲ μία πραγματικὴ θρησκευτικὴ «σχιζοφρένεια» – ἕνα σπάσιμο δηλαδὴ τῆς ζωῆς μας σὲ δυὸ κομμάτια: τὸ θρησκευτικὸ καὶ τὸ κοσμικό, ποὺ ἔχουν ὅλο καὶ λιγότερη ἀλληλοεξάρτηση. Ἔτσι, ἡ πνευματικὴ προσπάθεια εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ μεταθέσει τὰ παραδοσιακὰ ἔθιμα καὶ τὶς συνήθειες, ποὺ εἶναι βασικὰ μέσα στὴν προσπάθειά μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Μ᾿ ἕνα πειραματικὸ καὶ ἀναγκαστικὰ σχηματικὸ τρόπο θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ αὐτὴ τὴν προσπάθεια σὲ δυὸ πλαίσια: στὴ ζωὴ μέσα στὸ σπίτι καὶ στὴ ζωὴ ἔξω ἀπ᾿ αὐτό.

Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, τὸ σπίτι καὶ ἡ οἰκογένεια ἀποτελοῦν τὴν πρώτη καὶ βασικότερη περιοχὴ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἢ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν στὴν καθημερινὴ ζωή. Τὸ σπίτι, δηλαδὴ τὸ στυλ καὶ τὸ πνεῦμα τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς καὶ ὄχι τὸ σχολεῖο, ἀκόμα οὔτε καὶ ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ σχηματίζει μέσα μας τὴ θεμελιακὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν κόσμο, ποὺ μορφοποιεῖ στὸν ἐσωτερικό μας, τὸ βασικὸ προσανατολισμό, τὸν ὁποῖο ἴσως γιὰ ἀρκετὸ διάστημα δὲν τὸν καταλαβαίνουμε, ἀλλὰ ποὺ τελικὰ θὰ γίνει ἕνας ἀποφασιστικὸς παράγοντος. Ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς τοῦ Dοstοyevsky στοὺς Ἀδελφοὺς Καραμαζὼφ λέει: «ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει καλὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία εἶναι σωσμένος γιὰ ὅλη του τὴ ζωή». Τὸ σημαντικὸ δὲ εἶναι ὅτι κάνει αὐτὴ τὴν παρατήρηση ὕστερα ἀπὸ τὴ θύμηση τῆς μητέρας του ποὺ τὸν εἶχε πάρει μαζί της στὴ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων. Θυμᾶται τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀκολουθίας, τὴ μοναδικὴ μελῳδίᾳ τοῦ κατανυκτικοῦ «κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιὸν σου…».

Ἡ ὑπέροχη προσπάθεια γιὰ θρησκευτικὴ ἀγωγὴ ποὺ γίνεται σήμερα στὰ κατηχητικὰ σχολεῖα δὲν σημαίνει καὶ πολλὰ πράγματα, ἂν δὲν βασίζεται στὴ ζωὴ τῆς οἰκογένειας. Τί, λοιπόν, θὰ μποροῦσε καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει στὸ σπίτι στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς; Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νὰ καλύψουμε ἐδῶ ὅλες τὶς πλευρὲς τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς θὰ περιοριστοῦμε μόνο σὲ μία ἀπ᾿ αὐτές.

Ὅλοι μας, χωρὶς ἀμφιβολία, συμφωνοῦμε ὅτι ὁ τρόπος τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς ἔχει ῥιζικὰ ἀλλοιωθεῖ μὲ τὴν παρουσία τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης. Αὐτὰ τὰ μέσα τῆς «μαζικῆς ἐνημέρωσης» διαποτίζουν σήμερα ὁλόκληρη τὴ ζωή. Δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ νὰ βρεθεῖ «ἔξω». Ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι μόνιμα ἐδῶ, σὲ ἀπόσταση ποὺ τὸν φτάνουμε… ἀκίνητοι. Καί, σιγὰ σιγά, ἡ στοιχειώδης ἐμπειρία νὰ βρεθοῦμε σ᾿ ἕναν ἐσωτερικὸ κόσμο, μέσα στὴν ὀμορφιὰ τῆς «ἐσωτερικότητας» ἔχει ἐντελῶς χαθεῖ ἀπὸ τὸ σύγχρονο πολιτισμό μας. Καὶ ἂν δὲν εἶναι ἡ τηλεόραση, εἶναι ἡ μουσική. Ἡ μουσικὴ ἔπαψε νὰ εἶναι κάτι ποὺ τὸ ἀκούει κανεὶς σταθερά. Ἔγινε πιὰ μία «ὑπόκρουση θορύβου» ποὺ συνοδεύει τὶς συνομιλίες μας, τὸ διάβασμα, τὸ γράψιμο κλπ. Στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ ἀνάγκη νὰ ἀκούγεται συνέχεια μουσικὴ φανερώνει τὴν ἀδυναμία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου νὰ χαρεῖ τὴ σιωπή, νὰ τὴν καταλάβει ὄχι σὰν κάτι ἀρνητικό, σὰν μία ἁπλὴ ἔλλειψη, ἀλλὰ ἀκριβῶς σὰν μία παρουσία καὶ σὰν τὴν μοναδικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν πιὸ ἀληθινὴ παρουσία.

Ἂν ὁ Χριστιανὸς τοῦ παρελθόντος ζοῦσε κατὰ ἕνα μεγάλο βαθμὸ σ᾿ ἕνα σιωπηλὸ κόσμο ποὺ τοῦ ἔδινε πλούσιες εὐκαιρίες γιὰ αὐτοσυγκέντρωση στὸν ἐσωτερικό του κόσμο, ὁ σημερινὸς χριστιανὸς εἶναι ἀναγκασμένος νὰ κάνει εἰδικὴ προσπάθεια γιὰ νὰ καλύψει αὐτὴ τὴν ἀναγκαία διάσταση τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία αὐτὴ μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ὑψηλὲς πραγματικότητες. Ἔτσι, λοιπόν, τὸ πρόβλημα τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς δὲν εἶναι περιθωριακὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ μὲ πολλοὺς τρόπους εἶναι ἕνα θέμα πνευματικῆς ζωῆς ἢ θανάτου.

Πρέπει κανεὶς νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ μοιράσουμε τὴ ζωή μας ἀνάμεσα στὴ «χαρμολύπη» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ στὸ τελευταῖο σήριαλ. Αὐτὰ τὰ δυὸ βιώματα εἶναι ἀσυμβίβαστα καὶ τὸ ἕνα, σίγουρα, θὰ σκοτώσει τὸ ἄλλο. Καὶ εἶναι πολὺ πιθανό, ἐκτὸς ἂν γίνεται μία ἔντονη προσπάθεια, ὅτι τὸ τελευταῖο σήριαλ ἔχει πολὺ μεγαλύτερες ἐλπίδες σὲ βάρος τῆς «χαρμολύπης» – παρὰ τὸ ἀντίθετο.

Μία πρώτη «συνήθεια» ποὺ προτείνεται εἶναι νὰ μειωθεῖ δραστικὰ ἡ παρακολούθηση τοῦ ῥαδιοφώνου καὶ τῆς τηλεόρασης στὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Δὲν τολμοῦμε νὰ ἐλπίζουμε ὅτι θὰ ὑπάρξει μία «γενικὴ» νηστεία, ἀλλὰ μόνο ἡ «ἀσκητικὴ» ἡ ὁποία, ὅπως ξέρουμε, σημαίνει, πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἀλλαγὴ τροφῆς καὶ μειώσή της. Φυσικὰ τίποτε τὸ κακὸ δὲν ὑπάρχει, λόγου χάρη, στὸ νὰ συνεχίσει κανεὶς νὰ παρακολουθεῖ στὸ ῥαδιόφωνο καὶ στὴν τηλεόραση εἰδήσεις, ἐκλεκτὲς σειρές, ἐνδιαφέροντα καὶ πνευματικὰ ἢ διανοητικὰ ἐμπλουτισμένα προγράμματα. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ σταματήσει στὴν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς εἶναι ἡ πλήρης «παράδοση» στὴν τηλεόραση – ἡ μετατροπὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ «λάχανο» πάνω σὲ μία πολυθρόνα κολλημένο στὴν ὀθόνη ποὺ παθητικὰ δέχεται ὅ,τι βγαίνει ἀπ᾿ αὐτή. Ὅταν ἤμουνα παιδὶ (ἦταν τότε ἡ προτηλεοπτικὴ ἐποχὴ) ἡ μητέρα μου συνήθιζε νὰ κλειδώνει τὸ πιάνο τὴν πρώτη, τὴν τετάρτη καὶ τὴν ἑβδόμη ἑβδομάδα τῆς Σαρακοστῆς. Αὐτὴ ἡ ἀνάμνηση εἶναι μέσα μου ζωηρότερη ἀπὸ τὶς μακρινὲς ἀκολουθίες τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἀκόμα καὶ σήμερα ὅταν παίζει τὸ ῥαδιόφωνο αὐτὲς τὶς μέρες μὲ ταράζει σχεδὸν ὅσο καὶ μία βλαστήμια. Ἀναφέρω αὐτὴ τὴν προσωπική μου ἀνάμνηση μόνο σὰν μία διευκρίνηση τῆς ἐπίδρασης ποὺ μποροῦν νὰ ἔχουν μερικὲς ἐξωτερικὲς ἐνέργειες στὴν ψυχὴ ἑνὸς παιδιοῦ. Καὶ αὐτὸ ποὺ κρύβεται ἐδῶ δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἀπομονωμένο ἔθιμο ἢ ἕνας κανόνας ἀλλὰ εἶναι μία ἐμπειρία τῆς Σαρακοστῆς σὰν μιᾶς εἰδικῆς χρονικῆς περιόδου, σὰν κάποιου πράγματος ποὺ εἶναι παρὸν ὅλο τὸ χρόνο καὶ ποὺ δὲν πρέπει νὰ χαθεῖ, νὰ ἀκρωτηριαστεῖ, νὰ καταστραφεῖ. Ἐδῶ ἀκόμα, ὅσον ἀφορᾶ τὴ νηστεία, μία ἁπλὴ ἀπουσία ἢ ἀποχὴ ἀπὸ τὴν τροφὴ δὲν εἶναι ἐπαρκής, πρέπει νὰ ἔχει τὸ θετικό της συμπλήρωμα.

Ἡ σιωπὴ ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ θορύβου τοῦ κόσμου, τῶν θορύβων ποὺ παράγονται ἀπὸ τὰ μέσα τῆς μαζικῆς ἐπικοινωνίας, πρέπει νὰ γεμίσει μὲ θετικὸ περιεχόμενο. Ἂν ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ τροφὴ γιὰ τὶς ψυχές μας, τροφή, ἐπίσης, θέλει καὶ τὸ μυαλό μας, γιατὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ διανοητικὸ μέρος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ποὺ καταστρέφεται σήμερα ἀπὸ τὸ ἀσταμάτητο σφυροκόπημα τῆς τηλεόρασης καὶ τοῦ ῥαδιοφώνου, τῶν ἐφημερίδων, τῶν εἰκονογραφημένων ἐκδόσεων κλπ. Αὐτό, λοιπόν, ποὺ προτείνουμε, παράλληλα μὲ τὴν πνευματικὴ προσπάθεια, εἶναι μία διανοητική, θὰ λέγαμε, προσπάθεια. Πόσα, ἀλήθεια, ἀριστουργήματα, πόσους ὑπέροχους καρποὺς τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, τῆς φαντασίας καὶ τῆς δημιουργικότητας ἀρνούμαστε στὴ ζωή μας μόνο καὶ μόνο γιατὶ μᾶς εἶναι πολὺ πιὸ ἄνετο, γυρίζοντας στὸ σπίτι ἀπὸ τὴ δουλειὰ παραδομένοι στὴ σωματικὴ καὶ διανοητικὴ κόπωση, νὰ πιέσουμε τὸ κουμπὶ τῆς τηλεόρασης ἢ νὰ βυθιστοῦμε στὸ τέλειο κενὸ ἑνὸς εἰκονογραφημένου περιοδικοῦ.

Ἀλλὰ πῶς φανταζόμαστε ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ προγραμματίσουμε τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς; Ἴσως νὰ κάνουμε ἕνα κατάλογο βιβλίων γιὰ διάβασμα; Φυσικὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο ὅλα αὐτὰ τὰ βιβλία νὰ εἶναι ὁπωσδήποτε θρησκευτικά, δὲν μποροῦν ὅλοι νὰ γίνουν θεολόγοι. Ὅμως ὑπάρχει πολλὴ «Θεολογία» κρυμμένη σὲ μερικὰ λογοτεχνικὰ ἀριστουργήματα καὶ καθετὶ ποὺ πλουτίζει τὴ νοημοσύνη μας, κάθε καρπὸς τῆς ἀληθινῆς ἀνθρώπινης δημιουργίας εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καί, ὅταν χρησιμοποιηθεῖ κατάλληλα, ἀποκτάει πνευματικὴ ἀξία.

Σὲ προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφέραμε ὅτι ἡ τετάρτη καὶ ἡ πέμπτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένες στὴ μνήμη δύο μεγάλων διδασκάλων τῆς χριστιανικῆς πνευματικότητας: τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακας καὶ τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Θὰ πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ πάρουμε σὰν μία εὐρύτερη ἀπόδειξη ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ζητάει ἀπὸ μᾶς ἡ Ἐκκλησία νὰ κάνουμε στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς εἶναι νὰ ἐμπλουτίσουμε τὸν πνευματικὸ καὶ διανοητικὸ ἐσωτερικὸ κόσμο μας, νὰ μελετήσουμε καὶ νὰ στοχασθοῦμε πάνω σὲ ὅ,τι μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει ν᾿ ἀνακαλύψουμε αὐτὸν τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο καὶ τὶς χαρές του. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ χαρά, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ κλήση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐκπληρώνεται ἐσωτερικὰ καὶ ὄχι ἐξωτερικά, ὁ «σύγχρονος κόσμος» δὲν μᾶς προσφέρει σήμερα οὔτε κἂν μία γεύση· ὅμως χωρὶς αὐτή, χωρὶς τὴν ἀντίληψη τῆς Σαρακοστῆς σὰν ταξιδιοῦ στὸ βάθος τοῦ εἶναι μας, ἡ Σαρακοστὴ χάνει τὸ νόημά της.

Τέλος, ποιό θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς στὶς ἀτέλειωτες ὦρες ποὺ περνᾶμε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι; Στὶς συναλλαγές μας, καθισμένοι σ᾿ ἕνα γραφεῖο ἢ ἀσκώντας τὰ ἐπαγγελματικά μας καθήκοντα, ἢ ὅταν συναναστρεφόμαστε τοὺς συναδέφους καὶ τοὺς φίλους μας; Ἂν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθεῖ ἐδῶ μία συγκεκριμένη συνταγή, ὅπως καὶ σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση, ὅμως μερικὲς πολὺ γενικὲς ἀπόψεις μποροῦν νὰ λεχθοῦν. Καὶ πρῶτα-πρῶτα ἡ Σαρακοστὴ εἶναι μία θαυμάσια εὐκαιρία νὰ ἐλέγξουμε τὸν ἀπίστευτα ὑπεροπτικὸ χαρακτῆρα μας στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, στὰ διάφορα γεγονότα καὶ στὴ δουλειά. «Χαμογέλα!», «μὴ στεναχωριέσαι» κλπ. Εἶναι σλόγκαν ποὺ στὴν πραγματικότητα ἔγιναν «διαταγὲς» ποὺ πρόθυμα τὶς δεχόμαστε καὶ ποὺ σημαίνουν: μὴν ἀνακατεύεσαι, μὴ ῥωτᾶς, μὴ προχωρᾶς βαθύτερα στὶς σχέσεις σου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· φύλαξε τοὺς κανόνες τοῦ παιγνιδιοῦ ποὺ συνδυάζει τὴ φιλικὴ διάθεση μὲ τὴν τέλεια ἀδιαφορία· σκέψου τὰ πάντα μόνο μέσα στὰ πλαίσια τοῦ ὑλικοῦ κέρδους, τῆς ὠφέλειας, τῆς προαγωγῆς νὰ εἶσαι, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἕνα κομμάτι τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἐνῶ συνέχεια χρησιμοποιεῖ τὶς μεγάλες λέξεις: ἐλευθερία, εὐθύνη, φροντίδα κλπ., de facto ἀκολουθεῖ τὴν ὑλιστικὴ ἀρχὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτὰ ποὺ τρώει!

Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι περίοδος γιὰ ἀναζήτηση νοήματος. Νὰ βρῶ, δηλαδὴ νόημα στὴν ἐπαγγελματική μου ζωὴ στὰ πλαίσια τῆς κλήσης μου· νόημα στὶς προσωπικὲς σχέσεις μου μὲ τ᾿ ἄλλα πρόσωπα· νόημα στὴ φιλία· νόημα στὶς εὐθύνες μου. Δὲν ὑπάρχει ἀπασχόληση, ἐπάγγελμα ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ «μεταμορφωθεῖ» – ἔστω καὶ γιὰ λίγο μόνο – μὲ στόχο ὄχι τὴ μεγαλύτερη ἀπόδοση ἢ τὴν καλύτερη ὀργάνωση, ἀλλὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Ἡ ἴδια προσπάθεια γιὰ «ἐσωτερικοποίηση» ὅλων τῶν σχέσεών μας εἶναι ἀπαραίτητη γιατὶ εἴμαστε ἐλεύθερες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ποὺ καταντήσαμε (χωρὶς τὶς περισσότερες φορὲς νὰ τὸ ξέρουμε) φυλακισμένοι στὰ συστήματα τὰ ὁποῖα προοδευτικὰ κάνουν τὸν κόσμο μας ἀπάνθρωπο. Καὶ ἂν στὴν πίστη μας ὑπάρχει κάποιο νόημα, αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι συνδεδεμένο μὲ τὴ ζωὴ καὶ ὅλα τὰ συνακόλουθά της. Χιλιάδες ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι οἱ ἀπαραίτητες ἀλλαγὲς ἔρχονται μόνο ἀπ᾿ ἔξω μὲ τὴν ἐπανάσταση καὶ τὴν ἀλλαγὴ στὶς ἐξωτερικὲς συνθῆκες. Στὸ χέρι τους εἶναι νὰ ἀποδείξουν οἱ χριστιανοὶ ὅτι στὴν πραγματικότητα καθετὶ ξεκινάει ἀπὸ μέσα -ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὴν πίστη αὐτή. Ἡ Ἐκκλησία ὅταν μπῆκε στὸν Ἑλληνο-ῥωμαϊκὸ κόσμο, δὲν κατάγγειλε τὴ δουλεία, δὲν ξεσήκωσε σὲ ἐπαναστάση. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ πίστη της, ἡ νέα θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ζωῆς εἶναι κείνη ποὺ προοδευτικὰ καταργεῖ τὴ δουλεία. Ἕνας «ἅγιος» -καὶ ἅγιος ἐδῶ σημαίνει, πολὺ ἁπλά, κάθε ἄνθρωπος ποὺ παίρνει πάντοτε στὰ σοβαρὰ τὴν πίστη του- θὰ κάνει πολὺ περισσότερα γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου παρὰ χιλιάδες τυπωμένα προγράμματα. Ὁ ἅγιος εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς ἐπαναστάτης σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Μία τελευταία γενικὴ παρατήρηση: ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι εὐκαιρία γιὰ ἔλεγχο στὰ λόγια μας. Ὁ κόσμος μας εἶναι ὑπερβολικὰ βερμπαλιστικὸς καὶ μεῖς συνέχεια πλημμυρίζουμε ἀπὸ λόγια ποὺ ἔχουν χάσει τὸ νόημά τους καὶ συνεπῶς τὴ δύναμή τους. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀποκαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ λόγου – ἕνα ἀληθινὰ θεῖο δῶρο στὸν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὁμιλία μας εἶναι προικισμένη μὲ τεράστια δύναμη εἴτε θετικὴ εἴτε ἀρνητική. Γι᾿ αὐτὸ ἐπίσης καὶ θὰ κριθοῦμε γιὰ τὰ λόγια μας: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ρῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· 37 ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ» (Ματθ. 12,36-37).

Ἐλέγχουμε τὰ λόγια μας μὲ τὸ νὰ ἀνακαλύπτουμε τὴ σοβαρότητα καὶ τὴν ἱερότητὰ τους, νὰ καταλαβαίνουμε ὅτι μερικὲς φορὲς ἕνα «ἀστεῖο» ποὺ λέγεται ἀπερίσκεπτα, μπορεῖ νὰ ἔχει καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, μπορεῖ νὰ γίνει ἐκείνη ἡ τελευταία «σταγόνα» ποὺ ξεχυλίζει τὸ ποτήρι καὶ ὁ ἄνθρωπος φτάνει στὴν τελικὴ ἀπελπισία καὶ καταστροφή. Ἀλλὰ ὁ λόγος μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι καὶ μία μαρτυρία. Μία τυχαία συνομιλία σ᾿ ἕνα γραφεῖο μὲ τὸ συνάδελφο μπορεῖ νὰ μεταδώσει καλύτερα μία θεώρηση γιὰ τὴ ζωή, μία διάθεση ἀπέναντι στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στὴ δουλειὰ καὶ νὰ ἔχει περισσότερα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὸ τυπικὸ κήρυγμα. Μπορεῖ, ἀπὸ μία τέτοια συνομιλία, νὰ πέσουν σπόροι γιὰ μία ἐρώτηση πάνω στὴ δυνατότητα μιᾶς ἄλλης προσέγγισης τῆς ζωῆς, σπόροι γιὰ ἐπιθυμία νὰ γνωρίσει κανεὶς περισσότερα. Δὲν ἔχουμε, πραγματικά, ἰδέα πόσο ἐπηρεάζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ τὰ λόγια, μὲ τὸν τόνο τῆς προσωπικότητάς μας. Καὶ τελικὰ οἱ ἄνθρωποι ἑλκύονται στὸν Θεό, ὄχι γιατὶ κάποιος μπόρεσε νὰ τοὺς δώσει διαφωτιστικὲς ἐξηγήσεις, ἀλλὰ γιατὶ εἶδαν σ᾿ αὐτὸν τὸ φῶς, τὴ χαρά, τὸ βάθος, τὴ σοβαρότητα, τὴν ἀγάπη ποὺ ἀπὸ μόνα τους ἀποκαλύπτουν τὴν παρουσία καὶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο.

Ἔτσι, ἂν ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ὅπως εἴπαμε στὴν ἀρχή, εἶναι ἡ ἀνακάλυψη τῆς πίστης ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἐπίσης καὶ ἀνόρθωση τῆς ζωῆς του, τοῦ θεϊκοῦ νοήματός της, τοῦ κρυμμένου βάθους της. Μὲ τὸ νὰ ἀπέχουμε ἀπὸ τὴν τροφὴ ξαναβρίσκουμε τὴ γλύκα της καὶ ξαναμαθαίνουμε πῶς νὰ τὴν παίρνουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη. Μὲ τὸ «νὰ μειώνουμε» τὶς ψυχαγωγίες, τὴ μουσική, τὶς συζητήσεις, τὶς ἐπιπόλαιες κοινωνικότητες, ἀνακαλύπτουμε τὴν τελικὴ ἀξία τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, τῆς ἀνθρώπινης δουλειᾶς, τῆς ἀνθρώπινης τέχνης. Καὶ τὰ ξαναβρίσκουμε ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς γιατὶ ξαναβρίσκουμε τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, γιατὶ ξαναγυρίζουμε σ᾿ Αὐτὸν καὶ δι᾿ Αὐτοῦ σὲ ὅλα ὅσα Ἐκεῖνος μᾶς ἔδωσε μέσα ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός Του.Ἔτσι τὴ νύχτα τῆς Ἀνάστασης ψέλνουμε:

«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια. Ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται».

Μὴ μᾶς ἀποστερήσεις αὐτῆς τῆς προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε!


Στην Ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Ασώτου του π. Νικολάου Λουδοβίκου (ἀπὸ Μπὰμπη)

Φεβρουαρίου 4, 2018

 

Νομίζω πώς ἀπό τό Εὐαγγέλιο (του Ασώτου) μποροῦμε νά καταλάβουμε, μελετώντας προσεκτικά, πώς ἡ μόνη χαρά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ μεγάλη χαρά, ἀπό τήν ὁποία πηγάζουν ὅλες οἱ χαρές, ἡ χαρά ἡ μόνη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας καταλάμπεται ἀπό αὐτήν τή χαρά.

Αὐτή ἡ χαρά δέν εἶναι μία χαρά κοινή, τοῦ Πάσχα, ἔχει καί τήν Μ. Παρασκευή προηγουμένως. Δέν εἶναι μιά κοινή εὐφορία, εἶναι ἡ χαρά τῆς μετανοίας.

Πρέπει νά προσέξουμε νά μήν κατανοοῦμε τή μετάνοια ψυχολογικά καί ἀτομιστικά μόνο. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι μιά μεταβολή στήν αὐτογνωσία καί μόνο, πού μᾶς δίδαξαν οἱ δυτικοί Θεολόγοι μέ πρῶτο τόν Αὐγουστῖνο. Δέν εἶναι μόνο μιά μεταβολή στή γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τήν ἴδια τήν ὕπαρξή μου, τήν ὀντολογία. Θά λέγαμε εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τό γεγονός, τό εἶναι, τήν ὕπαρξη, εἶναι κοινωνία.

Καί ἐγώ ἔχω ἐκπέσει τῆς κοινωνίας καί δέν ἔχω τό εἶναι μου. Δέν ἔχω τή ζωή, παρόλο πού φαίνεται πώς τήν ἔχω. Εἶναι τό αἴσθημα διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος πραγματικά φαίνεται νά σταυροῦται τῷ κόσμῳ, φαίνεται νά ἀρνεῖται τήν κοινή εὐφορία τοῦ κόσμου, πλήν ὅμως αἰσθανόμενος ὅτι τό εἶναι, ἡ ζωή, ἐνεργεῖται πολύ βαθύτερα, πολύ πληρέστερα, ἀπ᾿ ὅτι ὁ κόσμος συνήθως μπορεῖ νά καταλάβει καί νά νιώσει.

Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πραγματικά μέ τή μετάνοια ἀνήκει σέ ὅλους καί καταλαβαίνει τήν ἀληθινή ζωή μέ τό νά ἀνήκει σέ ὅλους καί νά μπορέσει νά προσφερθεῖ σέ ὅλους.

Τό νά μάθεις τήν τέχνη τοῦ νά προσφέρεσαι σέ ὅλους, τό νά μάθεις τήν ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ, καί νά τό ποῦμε μέ ἄλλα λόγια, νά μάθεις πώς ὁ Θεός φανερά μετέδωσε τήν ἁπλότητα πρός ὅλους καί ἐνῶ ἐμεῖς ἔχουμε γίνει τόσο περίπλοκοι, ὁ καθένας, καθώς εἴμαστε κλεισμένοι -ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό- στή φιλαυτία μας.

Ἡ μετάνοια εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια σπουδή, εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια χαρά. Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ εἶναι μυστήριο τῆς ἀναστάσεως. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ μετάνοια. Εἶναι αὐτό πού βιώνουν καί λένε οἱ Πατέρες μας, ὅτι δηλαδή ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ καί μόνον διά τοῦ Θεοῦ ἀληθεύει.

Στή μετάνοια ξαναβρίσκουμε τά ἴχνη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Μαθαίνομε τόν τρόπο αὐτῆς τῆς ἁπλότητος τοῦ εἶναι. Μαθαίνομε πώς τό εἶναι, ἐνεργεῖται, ὑπάρχει ὡς κοινωνία. Μαθαίνομε ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἕνα. Καί μαθαίνομε ὅτι ἡ ζωή αὐτή τῆς ἑνότητος εἶναι ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἴδιου καί μαθαίνομεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν μυστηρίων.

Γι᾿ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, βλέπετε, ἔβαλε αὐτά τά ἀναγνώσματα πρό τῆς Τεσσαρακοστῆς, γιατί εἶναι ἡ Σαρακοστή ἀκριβῶς μιά ἀφιέρωση, ἕνα ἀφιέρωμα τοῦ καθενός μας στόν Θεό.

Μέ τόν γλυκύ αὐτό καί ἁπαλό τρόπο εἶναι ἡ μετάνοια προσωπική.

Δέν εἶναι νομική ἡ μετάνοια, δέν εἶναι νομικισμός.

Εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο καταλαβαίνουμε πραγματικά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀνοιγόμαστε καί ἐμεῖς στήν ἀγάπη αὐτήν.

Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα ἐρωτικό γεγονός.

Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε στό Εὐαγγέλιο σήμερα ὅτι ὁ μετανοῶν ἁμαρτωλός αὐτός ὁ ὁποῖος ἐσκόρπισε τίποτε ὀλιγώτερον ἀπό τήν οὐσίαν του -ἡ λέξη αὐτή «οὐσία» ἔχει πολλές σημασίες- ἐσκόρπισε τόν ἑαυτό του χωρίς οὐσία, θά μπορούσαμε νά ποῦμε. Ὅμως μέ τήν μετάνοια αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόν «μόσχον τόν σιτευτόν», ἔχει ἕνα κομμάτι χαρᾶς, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, πού δέν μπορεῖ κανείς νά τοῦ τό πάρει.

Καί ὁ ἄλλος ἀδελφός, ὁ πρεσβύτερος, ἔχοντας τή σκληρότητα τήν νομική, δέν ἔχει «μόσχον σιτευτόν»! Οὐδέποτε, λέγει, ἔλαβα ἔρριφον! Τίποτε δέν ἔχω λάβει. Δέν ἔχω χαράν!!!

Πιστέψτε με ἡ μεγαλύτερη κατηγορία πού ἀπευθύνθηκε ποτέ στούς Χριστιανούς εἶναι αὐτή πού ἀπηύθυνε ὁ Νίτσε: ὅτι οἱ Χριστανοί δέν ἔχουν χαρά! Καί δέν ἐννοῶ αὐτή τήν τοῦ κόσμου, τά τραγούδια κτλ., ἐννοῶ αὐτήν τήν χαρά τήν ὁποία εἶχε ὁ ἄσωτος μέ τόν «μόσχον τόν σιτευτόν»! Ἐννοῶ τήν χαρά, ὅτι ἔλαβε μέρος στή Θεία Ζωή! Τήν ἔκπληξη, τήν ἀναπάντεχη αὐτήν, τήν ἐρωτική ἔκπληξη τοῦ προσώπου πού βρέθηκε μπροστά στό πέλαγος τῆς Θείας ἀγάπης, μέ τή μετάνοια.

Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ πλήρης ἐντολῶν καί τηρήσεων, ἦταν ἀδύνατον νά καταλάβει τόν θεῖο ἔρωτα. Λέγει κάπου ὁ π. Παϊσιος: Εἶναι πολύ παράξενο τό γεγονός αὐτό· τό πῶς κοσμικοί ἄνθρωποι ὅταν τούς πεῖς γιά τόν θεῖο ἔρωτα τόν καταλαβαίνουν, καί ἄνθρωποι χριστιανοί δέν καταλαβαίνουν τόν θεῖο ἔρωτα. Δέν ἔχει σπάσει μέσα τους κάτι, τό ἐγώ, δέν ἔχει βρεῖ τήν διέξοδό του πρός τήν ἀγάπη. Μπορεῖ νά εἶναι γεμάτοι ἀπό ἀρετές, ἀλλά καί τίς ἀρετές αὐτές τίς χρησιμοποιοῦν γιά νά θωρακίσουν τό ἐγώ τους. Δέν τίς χρησιμοποιοῦν ὡς ὁδούς, δέν τίς χρησιμοποιοῦν ὡς διοδεύσεις πρός τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Λέγει κάπου ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ὅτι «ἡ ἀρετή ἔστω διά τήν ἀλήθειαν». Οἱ ἀρετές εἶναι μέσα, δέν εἶναι αὐτοσκοποί, ὅπως εἶναι αὐτοσκοποί στή φιλοσοφική ἀρετή. Δέν εἶναι αὐτοσκοπός νά εἶμαι ἐλεήμων, ἀγαθός, φιλάνθρωπος. Εἶναι ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, πού γιά μένα εἶναι «ἄκτιστες ἐνέργειες», «ἄκτιστοι λόγοι» πού μέ ἱκανώνουν νά ζήσω ἐν τῷ Θεῷ.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ σκοπός, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ σκοπός. Δέν εἶναι τό νά εἶμαι ἐνάρετος ἁπλῶς· μπορεῖ νά σημαίνει μεγάλη φτώχεια ἡ ἀρετή, ὅταν συνοδεύεται μέ τό θανάσιμο αὐτό κλείσιμο. Τό κλείσιμο αὐτό σπάει ἀκριβῶς ἡ μετάνοια καί ὁδηγεῖ τό εἶναι ἐν κοινωνίᾳ μετά τοῦ Θεοῦ καί μέ ὅλη τήν κτίση. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς πάντοτε οἱ Πατέρες μιλοῦν γιά τίς ἀρετές, συνδέοντάς τες πάντοτε, μέ τήν μετάνοια καί τήν ταπείνωση!

Ἡ θεοπτία εἶναι ἡ μετάνοια!

Ἡ κατάσταση τῆς αἰώνιας ζωῆς εἶναι μιά κατάσταση ἡ ὁποία ὁδοποιεῖται διά τῆς μετανοίας, ἀλλά ὄχι μέ τήν νομική αἴσθηση ἡ ἔννοια τῆς μετανοίας, ἀλλά μέ αὐτήν τήν ἐρωτική καί χαρμόσυνη αἴσθηση, ὅτι ὁ Θεός μέ ἀγαπάει καί ἐγώ εἶμαι ἀνάξιος τῆς ἀγάπης Του.

Καί ἔρχεται λοιπόν «ὁ μόσχος ὁ σιτευτός καί ὁ δακτύλιος καί τά καινούρια ροῦχα», καί ὅλα αὐτά τά ἐσχατολογικά, τά ἐνδύματα τά ὁποῖα ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός σέ ἐκείνους πού μετανοοῦν. Καί παραδόξως οἱ ἄλλοι, αὐτοί πού ἔχουν τίς ἀρετές καί τίποτε ἄλλο, δέν ἔχουν αὐτή τή δυνατότητα.

Ἡ λογική αὐτή εἶναι παράξενη, θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ἐρωτική λογική. Δέν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς. Δέν νομίζω ὅτι μποροῦμε νά τό καταλάβουμε ἀλλιῶς.

Ἕνας ἄνθρωπος ἀκοινώνητος, γεμάτος ἀρετές, δέν ἔχει Θεό. Καί ἕνας ἄνθρωπος παναμαρτωλός γεμάτος μετάνοια εἶναι ὁ «ἄσωτος υἱός».

Αὐτό εἶναι χαρμόσυνο γιά ὅλους μας, γιατί ἀρετές μπορεῖ νά μήν ἔχουμε, ἔχουμε ὅμως ἁμαρτίες, ἔχουμε ἐλλείψεις, ἀλλά μποροῦμε νά ἔχουμε αὐτή τήν πνευματική τήν σταυροαναστάσιμη χαρά τῆς μετάνοιας. Αὐτό μᾶς δίνει κουράγιο στήν πνευματική ζωή. Αὐτό εἶναι μεγάλο πράγμα. Ἐκφράζει ἰσοβίως τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔκπτωσή μας ἀπό τήν ἀγάπη αὐτή.

Αὐτό εἶναι πού σᾶς εὔχομαι νά κερδίσουμε: Νά δεχθοῦμε πραγματικά νά ἀγωνισθοῦμε νά σβήσουμε τή φιλαυτία καί νά κοιτάξουμε ὅλο τόν ἑαυτό μας, νά τόν «προσάξωμεν ὡς θυσία δοξολογική», ἔτσι ὅπως ὁ ἄσωτος ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει δοξολογώντας. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ νομικός «ἄμεμπτος» ἀδελφός, «ὁ μεγάλος», ὁ «ἐνάρετος» ἁπλῶς καί μόνον, δέν μπορεῖ νά φθάσει στή θεοπτία, δέν ἔχει πνεῦμα Θεοῦ.

«Διά τήν ἀλήθειαν, λοιπόν, ἔστω ἡ ἀρετή»!

Οἱ ἀρετές εἶναι τόποι θεανθρώπινης ζωῆς, εἶναι τό Θεανθρώπινον τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ὅταν τό ἀποκτήσουμε, τό πλησιάσουμε, μᾶς ὁδηγεῖ, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, στήν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Εἶναι χῶροι οἱ ἀρετές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἔλεγεν ὁ ἅγιος Σεραφείμ. Καί διά τῶν ἀρετῶν ἐλπίζομεν πραγματικά, τά αἰώνια αὐτά χαρίσματα, τά ὁποῖα δέν εἶναι μακριά μας. Οὔτε ἡ θεοπτία εἶναι κάτι πού εἶναι πολύ μακριά ἀπό μᾶς.

Ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού θά πεῖ κανείς «μετανοῶ», ἐσωτερικά, ἔχει πρώτου βαθμοῦ θεοπτία. Ἔχει μιά πρώτη θέα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ!

Εὔχομαι καλή Σαρακοστή ἀπό καρδίας σέ ὅλους καί ὅλες.

Ἀποφθέγματα Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Ιανουαρίου 25, 2018
Αποτέλεσμα εικόνας για γρηγοριος θεολογος αποφθεγματα
  • Ο Θεός από κάθε άνθρωπο που είναι βαφτισμένος, αυτά τα τρία ζητάει: Από την ψυχή ορθή πίστη (να πιστεύουμε και να εκτελούμε τα ιερά μας καθήκοντα όπως θέλει ο Κύριος), από τη γλώσσα την αλήθεια και από το σώμα τη σωφροσύνη.
  • Ζήτα απ’ το Θεό να σου είναι σπλαχνικός, σαν όμως εύσπλαχνος είσαι και εσύ.
  • Ο ευεργετημένος πρέπει να θυμάται το καλό που του έκαναν, ο ευεργέτης όμως καθόλου. 
  • Ας κερδίζουμε τις ψυχές μας με τις ελεημοσύνες, ας δώσουμε από τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, για να γίνουμε πλούσιοι σε ουράνια αγαθά.
  • Μη θέλεις να πείσεις με τα λόγια, αλλά με τα έργα. Μισώ την διδασκαλία που είναι αντίθετη με τον τρόπο ζωής.
  • Πρέπει να είμαστε ευκολομετακίνητοι από το κακό προς το καλύτερο και αμετακίνητοι από το καλό προς το χειρότερο.
  • Καλύτερα να νικιέται κάποιος όταν πρέπει, παρά να νικά με τρόπο αθέμιτο και επικίνδυνο.
  • Το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτεται, φωτίζει, ζωοποιεί, μάλλον είναι το ίδιο φώς και ζωή. Καθιστά τους ανθρώπους ναούς, τους θεοποιεί και τους τελειοποιεί.
  • Είναι γνώρισμα της ψυχής που αγαπά τον Θεό να υποτάσσει στα θεία καθετί το ανθρώπινο.
  • Τα γυμνά κοκκαλα πείθουν όσους τα βλέπουν ότι τίποτε από τα γήινα δεν είναι δικό μας.
  • Είναι δύσκολο να υποψιασθεί το κακό εκείνος που με δυσκολία στρέφεται στην κακία.
  • Η νωθρότητα είναι σύζυγος του ύπνου, και η οκνηρία μητέρα της πείνας.
  • «Τίς δ’ ό Αντίχριστός; Πλήρες ιού θηρίον, άνήρ δυνάστης». («Ποιος είναι ο Αντίχριστος; Θηρίο όλο δηλητήριο, άνθρωπος δυναστής»).
  • Πρέπει κανείς να βαδίζει στη μέση, πιο φιλοσοφικά από τους εντελώς άσχετους και πιο ανθρώπινα από όσους φιλοσοφούν δίχως μέτρο.
  • Όταν δίνει ο Θεός, δεν έχει δύναμη ο φθόνος και όταν δεν δίνει, δεν έχει δύναμη ο κόπος.
  • Όπως όλα τα άλλα, έτσι και οι γάμοι των χριστιανών πρέπει να έχουν και την κοσμιότητα, και κοσμιότητα είναι η σεμνότητα.
  • Ας κερδίσουμε τις ψυχές με τις ελεημοσύνες, ας δώσουμε από τα υπάρχοντα μας στους φτωχούς, για να γίνουμε πλούσιοι σε ουράνια αγαθά.
  • Είναι γνώρισμα της ψυχής που αγαπά τον Θεό να υποτάσσει στα θεία καθετί το ανθρώπινο.
  • Περισσότερο εξέταζε τον εαυτό σου και όχι τους άλλους’ γιατί στο ένα θα είσαι κερδισμένος εσύ, στο άλλο οι άλλοι.
  • Ούτε να έχεις μεγάλο θάρρος, ούτε να απελπίζεσαι υπερβολικά. Το πρώτο σε εξασθενεί, το δεύτερο σε ρίχνει κάτω.
  • Υπάρχει τρόπος να δείξουμε καλή πλεονεξία: Ας δώσουμε κάτι μικρό κατά την παρούσα ζωή, για να πλουτίσουμε στην μέλλουσα.
  • Σπουδαιότερο είναι να αγωνίζεσαι, παρά να προετοιμάζεις άλλους να αντιμετωπίζουν τις συμφορές.
  • Πράγματι, είναι στενός ο δρόμος της αλήθειας, είναι μονοπάτι που και από τις δύο πλευρές έχει γκρεμό, γεμάτο από δυσκολίες.
  • «Εύκολον είς απάτην το καθ’ ηδονήν άπαν» (Εύκολα εξαπατά καθετί που περιέχει ηδονή)
  • Το έργο που δεν έχει λόγο, είναι καλύτερο από το λόγο χωρίς έργο. Χωρίς καλή ζωή, ποτέ κανένας δεν υψώθηκε.
  • Για τους ανθρώπους μεγάλη δόξα στη ζωή είναι η γνώση, αλλά και κακό για όσους την χρησιμοποιούν άσχημα.
  • Αρετή που δεν ασκείται έμπρακτα, γρήγορα κάτω από την επήρεια των διαφόρων περιστάσεων εξαφανίζεται.
  • Ο ευεργετημένος πρέπει να θυμάται το καλό που του έκαναν, ο ευεργέτης όμως καθόλου.
  • Πρέπει να είμαστε ευκολομετακίνητοι από το κακό προς το καλύτερο και αμετακίνητοι από το καλό προς το χειρότερο.
  • Εκείνων που ο αγώνας είναι τέλειος, τελειότερη είναι η αμοιβή και εκείνων που δεν είναι τέλειος ο αγώνας, ελλιπής είναι η αμοιβή.
  • Τι είναι η βασιλεία του Θεού; Θεωρία του Θεού, δοξολογία και υμνωδία μαζί με τους αγγέλους.
  • «Μέμψις δ’ ανεύθυνος τις η βλασφημία» (Η βλασφημία είναι μια μορφή απερίσκεπτη)
  • Μη θέλεις να με πείσεις με τα λόγια, αλλά με τα έργα. Μισώ τη διδασκαλία που είναι αντίθετη με τον τρόπο ζωής.
  • «Λάμπει άστρων μάλλον ευσεβής βίος» (Λάμπει περισσότερο από τα αστέρια ο ευσεβής βίος)

Περὶ τοῦ Τιμὶου Προδρὸμου (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιανουαρίου 9, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για τιμιοσ προδρομοσ

Γιατί έχει φτερά ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος στις περισσότερες Βυζαντινές Αγιογραφίες που τον εικονίζουν;

Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος εικονίζεται στις περισσότερες βυζαντινές εικόνες με φτερά για δύο λόγους:
1ον. Έζησε την επίγεια ζωή του ως απεσταλμένος άγγελος Θεού, με άσκηση και προσευχή.

Αυτός ο τίτλος δεν του δόθηκε τυχαία. Οφείλεται σε ένα απόσπασμα από τον Προφήτη Ησαία, το οποίο βρίσκουμε στην αρχή του κατά Μάρκον Ευαγγελίου: «Ιδού εγώ αποστελλώ τόν άγγελόν μου προ προσώπου σου, ως κατασκευάσει την οδό σου έμπροσθέν σου».

Ως επίγειος άγγελος, λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης σκίρτησε από χαρά κλωτσώντας στην κοιλιά της μητέρας του Ελισάβετ, όταν συναντήθηκε με την κυοφορούσα Παρθένο Μαρία. Και μεγαλώνοντας αξιώθηκε να δει, κατά την βάφτιση του αναμάρτητου ταπεινού Ιησού, να ανοίγουν οι ουρανοί και το άγιο Πνεύμα σε μορφή περιστεριού να έρχεται πάνω στον Ιησού ενώ ακουγόταν η φωνή του Πατέρα να λέει:

«Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα».

Τότε αναγνώρισε ο Ιωάννης τον Τριαδικό Θεό. Κι Αυτόν που η φωνή του Πατέρα ονομάτισε «Αγαπητό», Αυτόν αγάπησε κι εκείνος με σφοδρό θείο έρωτα, υποκλινόμενος στο πέρασμά Του μέχρι θυσίας, δεχόμενος αποκεφαλισμό από τον Βασιλιά Ηρώδη.

Η ζωή του αγιο Ιωάννη ήταν αφιερωμένη σε μια άνωθεν θεία αποστολή. Να καλεί με το βάφτισμα και το άγιο κήρυγμα του όλους τους ανθρώπους σε Μετάνοια ώστε να μπορέσουν να ακολουθήσουν τον Μεσσία που θα ερχόταν μετά απ’ αυτόν, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό ονομάστηκε Πρόδρομος, γιατί άνοιξε τον δρόμο με το κήρυγμά του, για τον ερχομό του Ιησού Χριστού!

Τα λόγια του, διαχρονικά, απευθύνονται σε όλες τις γενιές των ανθρώπων:
Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. (Ματθ. 3, 2)

2ον. Πολλοί άγιοι Πατέρες λένε για τον άγιο Ιωάννη ότι θα είναι ο Αρχάγγελος ταξιάρχης στη θέση του έκπτωτου εωσφόρου. Θα αντικαταστήσει δηλαδή το δέκατο πεσών τάγμα, με ένα νέο τάγμα ισάγγελων ανθρώπων.

Αυτό το τάγμα θα αποτελείται από τις ψυχές των αγίων ανθρώπων, που έζησαν τη ζωή τους με μετάνοια, ομολογία, προσευχή, υπομονή, υπακοή στις εντολές και το θέλημα του Τριαδικού Θεού, μαρτυρική θυσιαστική διάθεση και κυρίως με σφοδρό έρωτα στην καρδιά τους για τον Βασιλιά Χριστό!

Πηγή: anthologioxr.blogspot.gr

Ρὴσεις Πατὲρων περὶ τοῦ Θεὶου Βαπτὶσματος (ἀπὸ Μπὰμπη)

Ιανουαρίου 6, 2018

Σχετική εικόνα

Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας για την Εορτή των Θεοφανείων.

«Και βαπτίζεται ὸ Χριστός… γιά νά γίνει σ’ἐμᾶς παράδειγμα καί ὺπογραμμός γιά τό βάπτισμα».
(Άγιος Ιωάννης ὸ Δαμασκηνός).

«Βαπτίσθηκε ὸ Χριστός, ὄχι γιά νά συγχωρεθοῦν οὶ ὰμαρτίες του (διότι ηταν ἀναμάρτητος) ἀλλά, βαπτίσθηκε ἐνῶ ηταν ἀναμάρτητος, γιά νά δώσει θεία χάρη καί ἀξία στούς βαπτιζομένους».
(Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων).

«Αυτή είναι ή ήμερα κατά την οποία ό Χριστός βαπτίσθηκε καί αγίασε τα νερά. Γι’ αυτό βέβαια καί τα μεσάνυχτα αυτής της γιορτής όλοι φέρνουν νερό καί το τοποθετούν μέσα στο σπίτι, φυλάγοντας το όλο τον χρόνο, επειδή σήμερα άγιάσθηκαν τα νερά. Καί το θαύμα τον αγιασμού των νερών γίνεται φανερό από το δτι δεν αλλοιώνεται το νερό με το πέρασμα του χρόνου, αλλά ολόκληρο τον χρόνο καί πολλές φορές δύο καί τρία χρόνια παραμένει καθαρό καί φρέσκο το νερό πού αντλήθηκε σήμερα, καί βρίσκεται μετά από τόσο χρόνο σε ίση αξία καί κατάσταση με το νερό πού μόλις πρίν από λίγο πήραν από την πηγή».
(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος).

«Η περιστερά είναι «ήμερο ζώο καί καθαρό. Επειδή λοιπόν καί το Πνεύμα είναι Πνεύμα πραότητας, γι’ αυτό φανερώνεται καί σ’ αυτό». Καί ό Μεσσίας είναι πράος καί ταπεινός στην καρδιά (Ματθ. ια’ 29, κα’ 5) καί συνιστά την πραότητα στους διακόνους του (Ματθ. ι 16) καί για τους πράους επιφυλάσσει ως κληρονομιά τη γη (Ματθ. ε’ 5). Δεν κατεβαίνει το Πνεύμα με τη μορφή άετοῦ, που, αν καί είναι δ βασιλιάς των πτηνών, είναι όμως σαρκοφάγο πτηνό, αλλά κατεβαίνει με τη μορφή περιστεράς, της οποίας κανένα άλλο πτηνό δεν είναι περισσότερο άκακο καί άβλαβές.

Ή περιστερά ήταν το μόνο από τα πτηνά που προσφερόταν ως θυσία (Λευιτ. α 14) καί ο Χριστός δια τον αιωνίου Πνεύματος, πρόσφερε τον εαυτό Τον ἄμεμπτη θυσία στον Θεό. Ή περιστερά ακόμη ήταν το έμβλημα της καθαρότητας. Καί ή εμφάνιση της εδώ συμφωνεί προς τη γλυκύτητα καί τον ειρηνικό χαρακτήρα της βασιλείας του Χρίστου»
(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

«Ό Ιωάννης βαπτίζει καί έρχεται ό Χριστός να βαπτιστεί, για να αγιάσει ενδεχομένως καί τον βαπτιστή, καί όπως είναι ολοφάνερο για να θάψει μέσα στο νερό όλον τον παλαιό Αδάμ καί να αγιάσει πρίν από αυτούς καί για χάρη τους τον Ιορδάνη».
(Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).

«Εΐδες, αγαπητέ, πόσα καί τί μεγάλα αγαθά θα ζημιωνόμασταν, εάν ό Κύριος συμφωνούσε με την παράκληση του Ιωάννη καί δεν βαπτιζόταν; Διότι ήταν κλεισμένοι οι ουρανοί, πρίν άπ’ αυτό το γεγονός, καί αδιάβατη ήταν ή ουράνια χώρα.

Στά κάτω κατεβαίναμε, στα επάνω όμως δεν ανεβαίναμε. Καί μόνο ό Δεσπότης βαπτίσθηκε καί «έκανε καινούργιο τον παλαιό άνθρωπο» (Πρβλ. Κολ. γ’ 9) καί την εξουσία της υιοθεσίας του εμπιστεύθηκε καί πάλι. « Κι ‘ αμέσως άνοιξαν σ’ αυτόν οι ουρανοί». «Εγινε συμφιλίωση των ορατών με τα αόρατα, γέμισαν με χαρά τα ουράνια τάγματα, θεραπεύθηκαν τα επίγεια νοσήματα, έγιναν γνωστά τα απόρρητα πράγματα, συμφιλιώθηκαν τα εχθρικά. Διότι άκουγες τον Ευαγγελιστή να λέει «άνοιξαν σ’ αυτόν οι ουρανοί» . Καί αυτό έγινε για χάρη τριών παράξενων πραγμάτων.

Επειδή, όταν βαπτιζόταν ό νυμφίος Χριστός, έπρεπε ό ουράνιος θάλαμος να ανοίξει τίς λαμπερές του πύλες. Καί επίσης όταν το «Αγιο Πνεύμα με μορφή περιστεράς κατέρχονταν καί ή φωνή του Πατέρα ακούγονταν παντού, έπρεπε οι επουράνιες πύλες να είναι ανοιχτές (Πρβλ. Ψαλμ. κγ’ 7).

«Καί αμέσως άνοιξαν οι ουρανοί καί φωνή από τους ουρανούς έλεγε, Αυτός είναι ό αγαπητός μου Υιός, στον όποῖον εὐαρεστοῦμαι».
(Άγιος Ὶππολυτος Ρώμης).

«Βαπτίζομαι από εσένα τον δούλο, ώστε κανένας βασιλιάς ἠ ἀνθρωπος με ἀξίωμα να μή περιφρονήσει τό νά βαπτισεῖ ἀπό ὰπλό ὶερέα».
(Άγιος Ὶππολυτος Ρώμης).

«Ό Χριστός, αν καί δεν είχε ανάγκη να καθαριστεί με το Βάπτισμα, γιατί ποια ανάγκη έχει ή αυτοκάθαρση να καθαριστεί;

Παρ’ όλα αυτά, αυτός καθαρίζεται καί βαπτίζεται σήμερα για χάρη του Αδάμ, ό όποιος έπεσε στη λάσπη της αμαρτίας, καί γι’ αυτό χρειαζόταν να καθαριστεί από αυτήν»
(Ἄγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης)