Archive for the ‘Θεολογία’ Category

 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

17 Οκτωβρίου, 2021

Παραβολή τοῦ Σπορέως

Ποία εἶναι λοιπὸν ἡ παραβολή;

δοὺ βγῆκε λέει, αὐτός πού σπέρνει γιά νά σπείρη. Ἀπὸ ποῦ βγῆκε αὐτὸς πού εἶναι παρών σ’ ὅλα τὰ μέρη, αὐτὸς πού τὰ γεμίζει ὅλα; Καὶ πῶς βγῆκε;

Ὄχι τοπικὰ ἀλλὰ κατὰ τή σχετική μέ ἐμᾶς οἰκονομία του, ἔγινε πλησιέστερός μας μὲ τὴν ἔνδυση τῆς σάρκας. Ἐπειδὴ δέν μπορούσαμε νά μποῦμε ἐμεῖς, καθὼς μᾶς ἔκλειναν τὴν εἴσοδο τὰ ἁμαρτήματά μας, βγαίνει Ἐκεῖνος σ’ ἐμᾶς. Καί μέ ποιό σκοπὸ βγῆκε;

Γιά νά καταστρέψη τή γεμάτη ἀπὸ ἀγκάθια γῆ καὶ νά τιμωρήση τοὺς γεωργούς; Καθόλου· ἀλλὰ νά καλλιεργήση καὶ νά φροντίση καὶ νά σπείρη τὸν λόγο τῆς εὐσεβείας.

Σπόρο ἐδῶ ἐννοεῖ τή διδασκαλία· χωράφι τίς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· σπορέα τὸν ἑαυτὸ του.

Καὶ ποία ἡ τύχη τοῦ σπόρου τούτου; Τὰ τρία μέρη χάνονται, μένει τὸ ἕνα. Κι ὅπως ἔσπερνε, μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε κοντὰ στόν δρόμο.

Κι ἤρθαν τὰ πουλιὰ καὶ τὸν ἔφαγαν. Δέν εἶπε ὅτι αὐτὸς ἔριξε τὸν σπόρο ἀλλὰ ἔπεσε. Μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε στήν πέτρα, ὅπου δέν εἶχε χῶμα πολύ· φύτρωσε ἀμέσως ἐπειδὴ δέν εἶχε βάθος ἡ γῆ· τὸ χτύπησε ὁ ἥλιος πού βγῆκε καὶ ἐπειδὴ δέν εἶχε ῥίζα ξεράθηκε.

Ἄλλο μέρος ἔπεσε στ’ ἀγκάθια ἀλλὰ τ’ ἀγκάθια ψήλωσαν καὶ ἔπνιξαν τὰ φυτά. Ἄλλο μέρος ἔπεσε στή καλὴ γῆ κι ἔδωσε καρπὸ στά ἑκατό, καὶ στά ἐξήντα καὶ στά τριάντα.

Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἂς ἀκούη.

Τὸ τέταρτο ἔμεινε μόνο κι ὄχι ἴσο μέ τ’ ἄλλα ἀλλὰ κι ἐδῶ μέ μεγάλη διαφορά. Τὰ ἔλεγε αὐτὰ δείχνοντας ὅτι πλούσια μιλοῦσε σ’ ὅλους.

Κι ὅπως αὐτός πού σπέρνει δὲ χωρίζει τὸ χωράφι πού ἁπλώνεται μπροστὰ του ἀλλὰ ἁπλὰ καὶ χωρὶς νά κάνη διάκριση ῥίχνει τὸν σπόρο, ἔτσι κι αὐτὸς δέν ξεχωρίζει πλούσιο καὶ φτωχό, σοφὸ καὶ ἄσοφο, ὀκνηρὸ καὶ ἐνεργητικό, γενναῖο καὶ δειλό· μιλοῦσε σ’ ὅλους, ἐκπληρώνοντας τὴν ἀποστολὴ Του, ἂν καὶ γνωρίζη τί θὰ συμβεῖ.

Θέλει νά ἔχει τὸ δικαίωμα νά πῆ· «τὶ ἔπρεπε νά κάνω πού δέν τὸ ἔκαμα;».

Καὶ οἱ προφῆτες παρομοιάζουν τὸν λαό μέ ἀμπέλι. «Ἀπόχτησε ἀμπέλι ὁ ἀγαπητός», γράφει. Καὶ «μεταφύτεψε ἀμπέλι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο». Ὁ Χριστὸς μιλάει γιά σπόρο, γιά νά φανερώση τί πρᾶγμα;

Ὅτι τώρα θὰ εἶναι γρήγορη ἡ ὑπακοὴ κι εὐκολώτερη καὶ θὰ δώση ἀμέσως τὸν καρπὸ της. Κι ὅταν ἀκούσετε ὅτι βγῆκε αὐτός πού σπέρνει γιά νά σπείρη, μὴ τὸ θεωρήσετε τοῦτο ταυτολογία.

Γιατὶ αὐτός πού σπέρνει βγαίνει πολλὲς φορὲς καὶ γιά ἄλλη ἐργασία, νά συμπληρώση, νά κάψη τὰ ἄχρηστα χόρτα, νά βγάλη τ’ ἀγκάθια, νά φροντίζη γιά κάτι ἄλλο. Αὐτὸς ὅμως βγῆκε γιά νά σπείρη.

Πέστε μου τώρα, πῶς χάθηκε ὁ περισσότερος σπόρος. Ὄχι ἀπὸ ἀφορμὴ αὐτόν πού ἔσπειρε, ἀλλὰ ἀπὸ ἀφορμὴ τή γῆ πού δέχτηκε τή σπορά, δηλαδὴ, τὴν ψυχή πού δέν ἄκουσε.

Καὶ γιατὶ δὲν λέει, ὅτι ἄλλο σπόρο δέχτηκαν οἱ ὀκνηροὶ καὶ τὸν χάλασαν, ἄλλον οἱ πλούσιοι καὶ τὸν ἔπνιξαν κι ἄλλον οἱ ἀδιάφοροι καὶ τὸν πρόδωσαν; Δὲν θέλει νά τοὺς χτυπήση δυνατά, γιά νά μὴν τοὺς ὁδηγήση στή ἀπόγνωση ἀλλὰ ἀφήνει τὸν ἔλεγχο στή συνείδηση τῶν ἀκροατῶν.

Καὶ δέν τὸ ἔπαθε αὐτὸ ὁ σπόρος μονάχα ἀλλὰ καὶ τὸ δίχτυ. Γιατὶ πολλὰ ἄχρηστα ἔφερε κι αὐτό. Καὶ τοὺς λέει αὐτὴ τὴν παραβολὴ προαλείφοντας καὶ προετοιμάζοντας τοὺς μαθητὰς νά μὴν ἀπογοητεύωνται, ἀκόμα κι ἂν χάνωνται περισσότεροι ἀπ’ ὅσους δέχονται τὸν λόγο.

Αὐτὸ ἔγινε καὶ στόν Δεσπότη Χριστό· κι αὐτός πού ἐγνώριζε ἀπὸ πρῶτα ὅτι αὐτὰ θὰ γίνουν, δέν ἀρνήθηκε τή σπορά.

Καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ σπορὰ πάνω στ’ ἀγκάθια καὶ στήν πέτρα καὶ στόν δρόμο; Βέβαια εἶναι ἀδικαιολόγητη στήν περίπτωση τοῦ πραγματικοῦ σπόρου καὶ τῆς γῆς. Στίς ψυχὲς ὅμως καὶ τή διδασκαλία, γίνεται αὐτὸ ἀφορμή γιά πολὺν ἔπαινο. Σωστὰ μπορεῖς νά κατηγορήσης τὸν γεωργό πού σπέρνει ἔτσι.

Γιατὶ δέν πρόκειται ἡ πέτρα νά γίνη γῆ, καὶ ὁ δρόμος νά μὴν εἶναι δρόμος καὶ τὰ ἀγκάθια ἀγκάθια. Στίς λογικὲς ὅμως ὑπάρξεις δὲν γίνεται ἔτσι. Εἶναι δυνατὸ ἡ πέτρα ν’ ἀλλάξη καὶ νά γίνη εὔφορη γῆ, κι ὁ δρόμος νά μὴν πατιέται πιά, μήτε νά εἶναι ἀνοιχτὸς σ’ ὅλους τοὺς περαστικοὺς ἀλλὰ νά γίνη χωράφι γόνιμο καὶ τ’ ἀγκάθια νά ἑξαφανιστοῦν καὶ οἱ σπόροι νά ἔχουν μεγάλη ἄνεση. Ἂν δέν ἤταν αὐτὸ σωστό, δὲν θὰ ἔσπερνε Ἐκεῖνος.

Κι ἂν δέν ἔγινε σ’ ὅλους μεταβολή, δέν ἐξαρτᾶται ἀπ’ Αὐτόν πού ἔσπειρε ἀλλ’ ἀπ’ αὐτούς πού δὲ θέλησαν ν’ ἀλλάξουν. Ἐκεῖνος ἔκαμε τὸ δικὸ Του ἔργο. Ἂν αὐτοὶ τὸ πρόδωσαν, δέν ἔχει εὐθύνη αὐτός πού ἔδειξε τόση φιλανθρωπία.

Προσέξτε σεῖς ὅτι δέν εἶναι ἕνας ὁ δρόμος τῆς καταστροφῆς ἀλλὰ πολλοὶ καὶ διάφοροι μεταξὺ τους. Οἱ ἄνθρωποι πού παρομοιάζονται μέ δρόμο εἶναι οἱ βάναυσοι καὶ οἱ ὀκνηροὶ καὶ οἱ ἀδιάφοροι· μὲ τὴν πέτρα οἱ πιὸ ἀσθενικοὶ μόνο. Τὰ πετρώδη μέρη πού δέχτηκαν τὸν σπόρο εἶναι αὐτοί πού ἀκοῦν τὸν λόγο καὶ τὸν δέχονται ἀμέσως μέ χαρά, δὲν ῥιζώνει ὅμως μέσα τους βαθιὰ ἀλλὰ εἶναι προσωρινός.

Κι ὅταν ἔρθη θλίψη ἢ διωγμὸς, σκανδαλίζονται ἀμέσως. Σὲ καθέναν πού ἀκούει τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ δέν τὸν κατανοεῖ ἔρχεται ὁ πονηρὸς κι ἁρπάζει τὸν σπόρο ἀπὸ τὴν καρδία του. Αὐτὸς εἶναι ὁ σπόρος πού ἔπεσε στόν δρόμο. Οὔτε εἶναι ἴσο νά ἀπομαραθεῖ ἡ διδασκαλία χωρὶς νά τὴν πειράζη εἴτε νά τὴν κλονίζει κανένας καὶ νά τὸ πάθη αὐτὸ ἐπειδὴ ἀπειλοῦνται δοκιμασίες. Αὐτοὶ πάλι πού μοιάζουν μέ τ’ ἀγκάθια εἶναι πολὺ πιὸ ἀσυγχώρητοι ἀπ’ τοὺς ἄλλους.

Γιά νά μὴν πάθωμε κάτι ἀπ’ αὐτὰ ἂς σκεπάσωμε μέ τὴν προθυμία μας τοὺς λόγους καί μέ τὴν ἀδιακόπη μνήμη. Κι ἂν τοὺς ἁρπάζη ὁ διάβολος, στόν χέρι μας εἶναι νά μὴν τοὺς ἁρπάζη· κι ἂν ξηραίνωνται οἱ σπόροι, δὲν γίνεται αὐτὸ ἀπὸ τή ζέστη –γιατὶ δέν εἶπε ὅτι ξεράθηκαν ἀπὸ τή ζέστη, ἀλλὰ ἐπειδὴ δέν εἴχαν ῥίζα· κι ἂν πνίγεται ὁ λόγος, δὲν γίνεται ἀπὸ τ’ ἀγκάθια ἀλλὰ ἀπ’ αὐτούς πού ἀφήνουν τ’ ἀγκάθια νά μεγαλώσουν.

Εἶναι δυνατό, ἂν θέλης, νά ἐμποδίσης τή βλαβερὴ αὐτή βλάστηση καὶ νά χρησιμοποιήσης τὸν πλοῦτο σου ὅπως πρέπει. Γι’ αὐτὸ δέν εἶπε, ἡ ζωὴ αὐτὴ ἀλλὰ ἡ φροντίδα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Οὔτε ὁ πλοῦτος ἀλλὰ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου.

Ἀφοῦ ἀνάφερε τοὺς τρόπους τῆς ἀπωλείας, θέτει ὕστερα τὴν καλὴ γῆ· δὲ μᾶς ἀφήνει ἔτσι στήν ἀπόγνωση ἀλλὰ μᾶς δίνει τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας καὶ δείχνει ὅτι εἶναι δυνατὸ ἀπὸ ὅσα εἶπε νά γυρίσωμε σ’ αὐτήν. Ἀλλὰ πάλι μ’ ὅλο πού ἡ γῆ εἶναι καλή, ἕνας ὁ σπορέας καὶ ὁ σπόρος ὁ ἴδιος, γιατὶ ἄλλος ἀποδίδει στά ἑκατό, ἄλλος στά ἐξήντα κι ἄλλος στά τριάντα;

Ἐδῶ πάλι ἡ διαφορὰ βρίσκεται στή φύση τῆς γῆς. Ὅπου ὑπάρχει καλὴ γῆ, εἶναι σ’ αὐτὴ κι ἡ διαφορὰ πολλή. Βλέπετε ὅτι δέν εἶναι αἴτιος ὁ γεωργός, οὔτε ὁ σπόρος ἀλλὰ ἡ γῆ, ποὺ δέχεται τὸ σπόρο· ὄχι ἀνάλογα μέ τή φύση ἀλλά μέ τή γνώμη.

Ἂς ἀκοῦμε αὐτὰ κι ἂς περιτειχίζωμε τὸν ἑαυτὸ μας, δίνοντας προσοχὴ στή διδασκαλία κι ἀφήνοντας τίς ῥίζες νά πάνε βαθιὰ καὶ καθαρίζοντας τὸν ἑαυτὸ μας ἀπ’ ὅλα τὰ βιοτικά. Ἂν ὅμως ἄλλα κάνωμε κι ἄλλα παραμελοῦμε, δέν κερδίζομε τίποτα· κι ἂν δέν χανόμαστε ἔτσι, χανόμαστε ἀλλιώτικα.

Τὶ διαφορὰ ὑπάρχει ἂν χαθοῦμε ὄχι ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου ἀλλὰ ἀπὸ ὀκνηρία, κι ἂν καταστραφοῦμε ὄχι ἀπὸ ὀκνηρία ἀλλὰ ἀπὸ ἀνανδρεία;

Κι ὁ γεωργὸς εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς χάση τὸ σπόρο του, ἴδια λυπᾶται. Ἂς μὴν παρηγορούμαστε λοιπόν, ἐπειδὴ δέν χανόμαστε μέ ὅλους μαζὶ τοὺς τρόπους· ἂς λυπούμαστε μ’ ὁποῖον τρόπο κι ἂν χανόμαστε κι ἂς κάψωμε τὰ ἀγκάθια, γιατὶ πνίγουν τὸν λόγο.

Ἔχοντας αὐτὸ στόν νοῦ μας, ἂς ἀποφύγωμε τὴν τρυφή, ἂς ἀσκήσωμε τὸ μέτρο μ’ ἐπιμέλεια, γιά νά ἀπολαύσωμε καὶ τή σωματική ὑγεία καὶ νά ἐπιτύχωμε τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, ἀφοῦ ἁπαλλάξωμε τὴν ψυχὴ μας ἀπὸ κάθε ἀδυναμία μέ τή χάρη καὶ τή φιλαθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα κι ἡ δύναμη στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

῾Αγὶου Γρηγορὶου τοῦ Παλαμᾶ εἰς τήν Γ᾽ Κυριακὴν Λουκᾶ

10 Οκτωβρίου, 2021

Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, σύμφωνα μέ τὴν περικοπὴ τοῦ Εὐαγγελίου πού διαβάζεται σήμερα,σπλαγχνίσθηκε τή χήρα, τῆς ὁποίας ὁ υἱὸς μεταφερόταν νεκρός, καὶ χωρὶς νά ἀργοπορήσει οὔτε νά διαπραγματευθεῖ οὔτε νά προσευχηθεῖ, ἀλλὰ μέ πρόσταγμα μόνο, δίνοντας στή μητέρα πού πενθοῦσε τὸν μονογενῆ της ζῶντα, ἔδειξε ὅτι Αὐτὸς μόνο εἶναι κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου· γιατὶ λέγει ὁ εὐαγγελιστής, «τὴν ἑπομένη ἡμέρα πήγαινε ὁ Ἰησοῦς στήν πόλη πού ὀνομαζόταν Ναΐν».

Ὁ Κύριος ἔρχεται γιά τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως αὐτόκλητος, γιά νά δείξει ὄχι μόνο τήν ζωοποιὸ δύναμή Του, ἀλλὰ καὶ τό ὅτι  Ἐκεῖνος ἔχει ἀσύγκριτη τήν ἀγαθότητα καὶ τήν εὐσπλαγχνία. Γιατὶ τὸν Ἠλία, βέβαια, φάνηκε κατὰ κάποιο τρόπο νά τὸν ἐμπαίζει ἡ Σαραφθία, παρακινώντας τόν ΄στὴν νεκρανάσταση τοῦ παιδοῦ.

Τὸν Ἐλισσαῖο, ἐπίσης, ἡ Σουναμίτιδα, ἀφοῦ τοῦ ἔκανε τὴν παρατήρηση πρῶτα, ὅτι δέν προεῖδε τὸ πάθος, ἔπειτα καὶ τὸν κατανάγκασε λέγοντας, «ὁρκίζομαι στόν ζῶντα Κύριο καὶ στή δικὴ σου ζωή, ὅτι δέν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω».

Ὁ Κύριος, ὅμως, τὸ γνωρίζει μόνος Του καί, χωρὶς νά τὸν ἐπικαλεσθεῖ κανένας, πορεύεται πρὸς τὴν πόλη, ἀπὸ τὴν ὁποία γινόταν ἡ ἐκφορὰ τοῦ πεθαμένου παιδιοῦ.

«Τὴν ἑπομένη ἡμέρα πήγαινε», λέει ὁ εὐαγγελιστής. Καὶ αὐτὸ τὸ ὑποσήμανε μέ πάνσοφο τρόπο. Γιατί, ἡ ἀνάσταση τοῦ παιδιοῦ τῆς χήρας ὑποτυπώνει τὴν ἀνακαίνιση τοῦ νοῦ μας. Ἐπειδή καὶ ἡ ψυχὴ μας, ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας, ἤταν χήρα τοῦ οὐρανίου Νυμφίου, ποὺ εἶχε σὰν κάποιο μονογενῆ υἱὸ τὸν νοῦ της, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει ἀπὸ τὸ κεντρὶ τῆς ἁμαρτίας, χάνοντας τὴν ἀληθινὴ ζωή, καὶ μεταφερόταν καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰ πάθη, ἔχοντας βρεθεῖ κάπου μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, σὲ βυθοὺς τοῦ ἅδη καὶ τῆς ἀπωλείας.

Ἀλλά, ἀφοῦ ὁ Κύριος βάδισε πρὸς ἐμᾶς καὶ ἦρθε κοντὰ μας μὲ τήν ἔνσαρκη παρουσία Του, τὸν ἀνακαίνισε τόν νοῦ μας καὶ τὸν ἀνέστησε. Αὐτὴ ἡ παρουσία, ὅμως, δέν ἔγινε σὲ μᾶς ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἀλλ’ ὕστερα, κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες. Γι’ αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς δέν παρέλειψε οὔτε αὐτό, λέγοντας: «Τὴν ἑπομένη πήγαινε» ὁ Ἰησοῦς γιά ν’ ἀναστήσει τὸν πεθαμένο υἱὸ τῆς χήρας καὶ νά μεταβάλει τὸ πένθος αὐτῆς σὲ εὐφροσύνη.

Προσέχετε, παρακαλῶ, ἀδελφοί, τὸ νόημα τῶν λεγομένων, γιατὶ καὶ ἀπὸ σᾶς ὁ καθένας, ἂν αἰσθανθεῖ τὸν νκρό πού ἔχει μέσα του καὶ θρηνήσει γιά τίς ἁμαρτίες του, πενθώντας καὶ λυπούμενος γι’ αὐτές μέ μετάνοια, θὰ πορευθεῖ καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ Παράκλητος χαρίζοντάς του τὴν αἰώνια παρηγορία. Γιατὶ λέγει ὁ Κύριος: «Μακάριοι εἶναι αὐτοί πού πενθοῦν, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦν».

Ἀλλά, «πορευόταν» λέγει, «ὁ Ἰησοῦς καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν πορεύονταν ἀρκετοὶ μαθητὲς του καὶ πλῆθος πολύ». Ὁ Ἠλίας ἀπομονώνεται, ὅταν πρόκειται ν’ ἀναστήσει τὸν υἱὸ τῆς Σαραφθίας, ὅμοια καὶ ὁ Ἐλισσαῖος.

Αὐτός, ἀφοῦ ἀνέβηκε στό ὑπερῶο, ὅπου βρισκόταν ὁ νεκρός, «ἔκλεισε τή θύρα», ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, «μπροστὰ στούς δύο αὐτούς», δηλαδὴ, τή Σουναμίτιδα καὶ τὸν μαθητή του Γιεζί. Ἐπειδὴ, δηλαδή, χρειαζόταν ἐκτενέστατη προσευχὴ πρὸς τὸν Θεόꟷ, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τή φύση τους, ὅταν ἀπομονωθοῦν, συγκεντρώνουν τὸν νοῦ τελειότερα καὶ τὸν ἀνυψώνουν πρὸς τὸν Θεό.

Ἀντίθετα, ὁ Κύριος, ἔχοντας ἀληθινὰ τὴν ἐξουσία ζωῆς καὶ θανάτου, δέν χρειάζεται καθόλου προσευχὴ γιά νά ζωοποιήσει τὸ παιδί. Γι’ αὐτό, ὄχι μόνο τοὺς μαθητὲς Του εἶχε μαζὶ του, ἀλλὰ καὶ πολὺ πλῆθος, ποὺ ἄλλο συνόδευε Αὐτόν καὶ ἄλλο τό βρῆκε γύρω ἀπὸ τὸν μεταφερόμενο νεκρό. Καὶ ἐνῶ ὅλοι ἔβλεπαν καὶ ἄκουαν, Ἐκεῖνος, μὲ μόνο τό πρόσταγμά του, ζωοποίησε τὸν νεκρό, κάνοντας αὐτὸ δημόσια ἀπό φιλανθρωπία, γιά νά προσελκύσει ὅλους στήν πρὸς Αὐτὸν πίστη καί σωτηρία.

Γιατὶ λέγει ὁ εὐαγγελιστής: «Καθὼς πλησίασε στήν πύλη τῆς πόλεως, μεταφερόταν ὁ νεκρός». Δηλαδή γνωρίζονταςὁ Κύριος ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς τοῦ νεκροῦ, ἔφθασε τήν κατήλληλη στιγμή. «Μεταφερόταν, λοιπὸν, νεκρός ὁ μονογενὴς υἱὸς τῆς μητέρας του» καὶ αὐτὴ ἤταν χήρα».

Τὰ ἴδια γεγονότα αὔξησαν πολλαπλάσια στήν μητέρα πού πενθοῦσε τή λύπη, ἀλλά ταυτόχρονα τῆς πρόσφεραν καί τή λύση, κατά τρόπο ἀπρόσμενο καί θαυμαστό. Γιατὶ, βλέποντας ὁ Κύριος μιά μητέρα, καὶ μάλιστα χήρα, ποὺ στήριζε τίς ἐλπίδες της σὲ ἕνα παιδί, νά τὸ χάνει μέ πρόωρο θάνατο, καί τώρα ν’ ἀκολουθεῖ τή σορὸ του καὶ νά θρηνεῖ γοερά, «εὐσπλαγχνίσθηκε», λέγει ꟷτί ἄλλο, δηλαδὴ, μποροῦσε νά κάνει «ὁ πατέρας τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτής τῶν χηρῶν»;ꟷ, «καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν», παρηγορώντας την καὶ προβλέποντας τὸ μέλλον: «Μὴν κλαῖς».

, βέβαια, γνώριζε τί ἐπρόκειτο νά κάνει, ἐνῶ ἡ γυναῖκα οὔτε αὐτὸν γνώριζε, καὶ πολὺ περισσότερο οὔτε τὸ μέλλονꟷ γι’ αὐτό οὔτε καὶ πίστη εἶχε, οὔτε ζητοῦσε κάτι ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἀλλά οὔτε καί Αὐτός ἀπαιτοῦσε πίστη ἀπὸ ἐκείνη. Ἀλλὰ, ἔχοντας τή δύναμη γιά τὰ πάντα καὶ, μὴ ἔχοντας ἀνάγκη οὔτε ἀπὸ τή συνέργεια αὐτῶν πού πιστεύουν, «πλησιάζοντας ἄγγισε τή σορό», γιά νά δείξει ὅτι καὶ τὸ σῶμα Του, ὡς ὁμόθεο, ἔχει ζωοποιὸ δύναμη, καὶ εἶπε: «Νεανίσκε, σοῦ λέγω, σήκω· καὶ ἀνακάθισε ὁ νεκρός». Ἄκουσε, δηλαδὴ, τὸ κουφὸ χῶμα Ἐκεῖνον πού καλεῖ στήν ὕπαρξη τά μή ὄντα. Ἄκουσε Αὐτόν πού ἐξουσιάζει τὰ πάντα μέ τὸν λόγο τῆς δύναμής Του.

Ἄκουσε ὄχι ἄνθρωπο θεοφόρο, ἀλλὰ Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος͘ καὶ ὄχι μόνο «ἀνακάθισε ὁ νεκρός», ἀλλὰ «καὶ ἄρχισε νά ὁμιλεῖ». Στήν περίπτωση, βέβαια, τοῦ υἱοῦ τῆς Σαραφθίας χήρας, ὅταν ἐπέστρεψε ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ, ἀμέσως, σύμφωνα μέ τὴν ἱστορία, φώναξε πρὸς τὸν ὑπηρέτη του. Αὐτὸ, ἀσφαλῶς, εἶναι ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ἡ ἀνάσταση δέν ἤταν φαινομενική.

Ὁ Ἠλίας, λοιπὸν, ἀνέστησε ἕνα νεκρό μέ προσευχή, καὶ ὁ Ἐλισσαῖος ἀνέστησε ἕναν ἐνῶ ὁ ἴδιος ἦταν ἐν ζωῇ καὶ ἄλλον ὄντας νεκρός, ἐπιβεβαιώνοντας καὶ δείχνοντας ἀπὸ πρὶν τή θεανδρική ζωοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Κύριος, ὅμως, ἀνέστησε τρεῖς νεκρούς μέ τό πρόσταγμά Του πρίν ἀπὸ τὸν σταυρικό θάνατό Του, τὸ παιδὶ αὐτὸ τῆς χήρας, τή θυγατέρα τοῦ ἀρχισυνάγωγου, καὶ τὸν τετραήμερο Λάζαρο͘· ἐνῶ κατά τή σταύρωσή Του ἀνέστησε πολλούς, οἱ ὁποῖοι καὶ «ἐμφανίσθηκαν σὲ πολλούς». Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ μετὰ τὸν σταυρικὸ θάνατό Του ἀνέστησε τὸν ἑαυτὸ Του, ἢ καλύτερα στόν ἐξανέστησε τριήμερο, γενόμενος μόνος αὐτὸς ἀρχηγὸς τῆς αἰωνίας ζωῆς. Γιατί, ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἂν καὶ ἀναστήθηκαν, ὁπωσδήποτε ἀπέκτησαν πάλι τή δική μας θνητή ζωή, ὅταν ὅμως ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς «δέν τὸν κυριεύει πλέον ὁ θάνατος».

Γι’ αὐτὸ καὶ μόνος ὁ Κύριος «ἔγινε ἀπαρχὴ ἐκείνων πού ἔχουν κοιμηθεῖ», δηλαδὴ, τῶν πιστῶν καὶ ἐκείνων πού μετατέθηκαν ἀπὸ τὰ ἐδῶ μέ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς αἰωνίας ζωῆς. Ἔγινε, λοιπὸν, ἀπαρχὴ αὐτῶν πού ἔχουν κοιμηθεῖ καὶ «πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς» καὶ μᾶς ἐπιβεβαίωσε καὶ ἐπαγγέλθηκε ὄχι μόνο αὐτὴ τή θνητή καὶ πρόσκαιρη ζωὴ μας, ποὺ καθοδηγεῖται ἀπὸ τό πνεῦμα τῆς ματαιότητας, ἀλλ’ ἐκείνην πού ἐμπεριέχεται στίς ἐλπίδες μας, τὴν ἔνθεο καί ἀθάνατη καὶ αἰώνια. Γιατὶ, αὐτὴ εἶναι δῶρο Ἐκείνου ποὺ εἶναι πρόξενος τῆς αἰωνίας ζωῆς, δῶρο ἀληθινὰ θεοπρεπέστατο. Δέν παρέχει, λοιπὸν, ἐδῶ αὐτὴν τὴν αἰώνια ζωὴ στούς ἀναστημένους ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ τὴν διακοπτομένη ἀπὸ τὸν θάνατο.

Αὐτό δέν τό κάνει ὡς χάρη, ἀλλὰ γιά τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους, ὁδηγώντας αὐτοὺς στήν πίστη. Καὶ ἐδῶ, λοιπόν, ὅπως ἱστορεῖ μέ σαφήνεια ὁ εὐαγγελιστής, δέν ἀνέστησε τὸ παιδὶ γιά τὸν ἑαυτὸ του, ἀλλὰ γιά τή μητέρα, «ἀπὸ εὐσπλαγχνία γι’ αὐτὴν». Γι’ αὐτὸ καί, ἀφοῦ τὸ ἀνέστησε, τὸ ἔδωσε στή μητέρα του.

Ἀλλὰ βλέπετε πῶς ὁ Κύριος ἀπὸ εὐσπλαγχνία πρὸς τή χήρα πού πενθοῦσε τὸν υἱὸ της δέν χρησιμοποίησε μόνο παρηγορητικοὺς πρὸς αὐτὴν λόγους, ἀλλὰ καὶ τὴν παρηγόρησε μέ ἔργα; Ἔτσι νά κάνουμε καὶ ἐμεῖς μέ ὅλη τή δύναμή μας καὶ νά μὴν εἴμαστε μόνο μέ λόγια συμπονετικοὶ πρὸς αὐτοὺς πού κακοπαθοῦν.

Ἄν καὶ βέβαια καὶ αὐτὸ εἶναι χρέος μας, ἂν ὄχι ἴσως τοῦ ἑνὸς μας πρὸς τὸν ἄλλο, ἀλλά ὑποχρέωση πρός Ἐκεῖνον πού παρέδωσε τὸν ἑαυτὸ Του σὲ θάνατο γιά χάρη μας, ὄχι μόνο ὡς λύτρο, ἀλλὰ καὶ πρός παράδειγμα καὶ ἔμπρακτη διδασκαλία, ἀσύγκριτα ὑψηλότερη ἀπὸ κάθε ἔργο καὶ λόγο καὶ νοῦ. Γιατὶ λέγει ὁ Ἀπόστολος:

«Γι’ αὐτὸ πέθανε ὁ Χριστὸς γιά χάρη μας, ἀφήνοντας σὲ μᾶς παράδειγμα, γιά νά ἀκολουθήσουμε τὰ ἴχνη Του καὶ νά εἴμαστε ἕτοιμοι, ἂν χρειασθεῖ, νά θυσιάσουμε καὶ τή ζωή μας» πρὸς ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν Του.

Γιατὶ, ἔτσι θὰ γίνουμε μέτοχοι καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ βασιλείας Ἐκείνου, ζῶντας μαζὶ μ’ Αὐτὸν καὶ δοξαζόμενοι μαζὶ Του αἰώνια.

Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς

Λόγος εἰς τὸν Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη

26 Σεπτεμβρίου, 2021

Audio Player00:0000:00

Use Up/Down Arrow keys to increase or decrease volume.

led-1

κλήση ἀπὸ τὸν Χριστό, τὸν μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, εἶναι σὲ ὅλους τούς Ἀποστόλους κοινή, ὁ ἅγιος Ἰωάννης  ὅμως, δὲν εἶναι μόνο κλητὸς ἀπόστολος, ἀλλὰ καὶ ἀριθμεῖται μαζὶ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς, γιατί δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐκλεγμένος ἀπὸ ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκλεκτὸς καὶ κορυφαῖος τοῦ κορυφαίου χοροῦ ἀπὸ ἐκείνους πού εἶχαν ἐκλεγεῖ, τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους δηλαδή, καὶ ὁμόστοιχος μὲ τοὺς διακεκριμένους, τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο.

Γι’ αὐτὸ καί, ἀφοῦ ξεχωρίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, μαζὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς δύο ὁδηγεῖται πάνω στὸ Θαβώριο ὄρος, καὶ ἀκούει τὴ συνομιλία τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἠλία πρὸς τὸν Χριστό, καὶ βλέπει κατὰ θεῖο τρόπο τὸ μεγάλο καὶ ὑπερφυσικὸ ἐκεῖνο θέαμα, τὴ λαμπρότητα δηλαδὴ τοῦ φωτὸς τῆς θεότητας τοῦ Υἱοῦ, πού ὑπεράστραψε κατὰ τρόπο ἀνέκφραστο, καὶ ἐπιπλέον ἀκούει τὴν πατρικὴ φωνή, πού ἀναφέρεται μόνο στὸν Χριστό, «αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπητός μου Υἱὸς μὲ τὸν ὁποῖο εὐαρεστήθηκα, αὐτὸν νὰ ἀκούετε», καὶ ἔτσι ὁ Ἰωάννης καθίσταται κατὰ τρόπο μακάριος μαθητὴς ὄχι μόνο τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Πατέρα.

Ἀλλὰ κι αὐτὸ εἶναι κοινὸ σ’ αὐτὸν μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο, τοὺς κορυφαίους μαθητὲς τοῦ Σωτήρα, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἰδιότητα τοῦ εὐαγγελιστῆ κοινὴ μὲ ἐκείνους πού συνέγραψαν τὸ εὐαγγέλιο, τὰ λόγια τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴ μεγαλοφωνία καὶ τὸ ὕψος τῆς θεολογίας ὑπερτερεῖ κατὰ πολύ.

Ἐκεῖνα ὅμως στὰ ὁποῖα εὐδοκιμεῖ μόνο αὐτός, ποιὸς λόγος εἶναι ἱκανὸς νὰ τὰ παραστήσει; Μόνο αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ὅλους τούς πρὶν ἀπὸ αὐτὸν καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν περιβόητους κατόρθωσε νὰ καλεῖται ἀπὸ ὅλους παρθένος, γιατί, ὅπως φαίνεται, μόνος αὐτὸς φύλαξε σ’ ὅλον τὸν βίο του καὶ τὰ δύο, καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, καὶ τὸ νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση.

Τὴν παρθενία τοῦ σώματος βέβαια λίγοι τὴν κράτησαν, ἀλλὰ τὴν γνωρίζουν σχεδὸν ὅλοι, τῆς ψυχῆς ὅμως ἀκριβὴς παρθενία εἶναι ἡ ἀσυμβίβαστη γνώμη πρὸς κάθε κακία. Ὥστε μὲ τὸ προσωνύμιο αὐτὸ προσμαρτυρεῖται στὸν Ἰωάννη σχεδὸν ἡ ἀναμαρτησία.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἔγινε ἀγαπημένος στὸν μόνο ἀπὸ τὴ φύση του ἀναμάρτητο Χριστό, καὶ αὐτὸ τὸ ἐπώνυμο μόνος αὐτὸς ἀπὸ ὅλους τὸ ἀπέκτησε.

Μπορεῖ ἄραγε νὰ βρεῖ κανεὶς μεγαλύτερο σὲ ἔπαινο ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὀνόματα; Στοὺς ἄλλους βέβαια ὅλους τούς ἀνθρώπους δὲν θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ ὄχι μόνο περισσότερα καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτά, ἀλλ’ οὔτε αὐτὰ μαζί, σ’ αὐτὸν ὅμως ὑπάρχουν συγχρόνως καὶ ἄλλα μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτά.

Γιατί ὄχι μόνο εἶναι ἀγαπημένος παρθένος, ἀλλὰ καὶ τῆς Παρθένου υἱός, καὶ μάλιστα τῆς μητροπαρθένου καὶ Θεομήτορος, ἀφοῦ ἔγινε γι’ αὐτὴν κατὰ χάρη αὐτὸ πού ὁ Χριστὸς τῆς εἶναι κατὰ φύση. Ἐὰν ὅμως μόνος αὐτὸς ἀπέκτησε τὴν ἴδια μὲ τὸν Χριστὸ μητέρα, εἶναι καὶ ὁ μόνος ἀδελφός του πάνω ἀπὸ ὅλους καὶ συγγενὴς καὶ ἀφομοιωμένος μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καθ’ ὅλα.

Υἱὸς ἀγαπητὸς ἐκεῖνος, καὶ αὐτὸς μαθητὴς ἀγαπητὸς στὸν κόλπο τοῦ Πατέρα βρίσκεται ἐκεῖνος, καὶ αὐτὸς εἶναι ἐπιστήθιος στὸν Ἰησοῦ· παρθένος ἐκεῖνος, καὶ αὐτὸς μὲ τὴ χάρη ἐκείνου· παρθένου υἱὸς ἐκεῖνος, τῆς ἴδιας καὶ αὐτός·

«βρόντησε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Κύριος», καὶ αὐτὸς εἶναι βροντή· γι’ αὐτὸ καὶ μὲ αὐτὸ καλεῖται περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, βροντὴ καὶ βροντῆς υἱός, καὶ μάλιστα βροντὴ θεολογικώτατη πού ἀντηχεῖ σ’ ὅλα τὰ πέρατα τῆς γῆς καὶ θεολογεῖ τὸν ἀπὸ τὸν Πατέρα προερχόμενο Λόγο, ὅτι καὶ στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχε, καὶ μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ εἶναι, καὶ Θεὸς εἶναι, καὶ ζωὴ ἔχει μέσα του καὶ φῶς ἀληθινό, τὸ ὁποῖο φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στὸν κόσμο καὶ μέσω τοῦ ὁποίου ἔγιναν στὴν ἀρχὴ τὰ πάντα.

Αὐτὴ ἡ βροντὴ καὶ δήλωσε αὐτὸν πού στάλθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ σ’ ἐμᾶς μάρτυρα τῆς ἐπιδημίας τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, καὶ γνώρισε σὲ μᾶς τὸν Λόγο πού κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀφοῦ ἔγινε γιὰ χάρη μας σάρκα, καὶ περίλαμπρα παρουσίασε ὅλο τὸν τρόπο ζωῆς του μὲ τὴ σάρκα του πάνω στὴ γῆ, τοὺς λόγους, τὰ ἔργα, τὰ πάθη, τὴν μετὰ τὸν σταυρὸ ἀνάσταση, τὴν μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἐπάνοδο στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου κατέβηκε. Καὶ ὅλα αὐτά, λέγει, τὰ κατέγραψε γιά μᾶς, ὅπως τὰ εἶδε, γιὰ νὰ σωθοῦμε. Ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλο τὸ χριστώνυμο πλήρωμα ἀπευθύνει προτρεπτικὴ ἐπιστολή, καλώντας ὅλους γιὰ τὴ συμμετοχὴ στὴν αἰώνια ζωή, ἡ ὁποία προαιώνια ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ φανερώθηκε σ’ ἐμᾶς.

Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν μεταξὺ τῶν διακεκριμένων Ἀποστόλων, καὶ ἰδιαιτέρως ἦταν καὶ ὀνομαζόταν ἀγαπημένος, μᾶς διδάσκει γιὰ τὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν, δηλαδὴ τὴν ἀγάπη, λέγοντας, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ὥστε καὶ ὅποιος ἔχει ἀγάπη νὰ ἔχει τὸν Θεό, καὶ ὅποιος μένει στὴν ἀγάπη μένει στὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς μένει σὲ ὅποιον μένει ἡ ἀγάπη.

Τὴν ἐνέργειά της πάλι σ’ ἐμᾶς τὴ δείχνει διπλή, διαμερίζοντάς την κατὰ τρόπο ἀμέριστο στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον, καὶ διδάσκοντας, ὅτι αὐτὲς συγκρατοῦνται ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, καὶ ὀνομάζοντας ψεύστη αὐτὸν πού νομίζει ὅτι ἔχει μόνο τὴ μία.

Γιατί λέγει, ἀπόδειξη τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπης εἶναι τὸ νὰ τηρεῖ κανεὶς τὸν λόγο καὶ τὶς ἐντολές του, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δίδαξε λέγοντας, «αὐτὸς πού μὲ ἀγαπᾶ θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου»· «καὶ αὐτή», λέγει, «εἶναι ἡ ἐντολή μου, νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καὶ ἀπὸ αὐτὸ θὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι εἶσθε μαθητές μου, ἂν ἔχετε μεταξὺ σας ἀγάπη».

Βλέπετε πῶς εἶναι ἀχώριστη ἡ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀναμεταξὺ μας ἀγάπη; Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ ἀγαπημένος μαθητής, «ἂν κάποιος λέγει ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ μισεῖ τὸν ἀδελφό του, εἶναι ψεύστης· γιατί, ἂν τὸν ἀδελφό του, πού τὸν εἶδε, δὲν τὸν ἀγαπᾶ, πῶς ἀγαπᾶ τὸν Θεό, πού δὲν τὸν εἶδε; ἀλλὰ καὶ «αὐτὸς πού λέγει ὅτι μένει στὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀγάπη», λέγει, «ὀφείλει καὶ αὐτὸς νὰ βαδίζει ὅπως βάδισε καὶ ἐκεῖνος».

Πῶς βάδισε λοιπὸν ἐκεῖνος; Ἔδειξε ὑπακοὴ στὸν οὐράνιο Πατέρα, πραγματοποίησε ὅλη τὴν ἀρετή, εὐεργέτησε μὲ τὸν ἑαυτὸ του τὴ φύση, θεράπευσε τοὺς ἀσθενεῖς, δίδαξε ἐκείνους πού πίστεψαν σ’ αὐτόν, ἔλεγξε τοὺς ἀπειθεῖς, ὑπέμεινε γιὰ χάρη τῶν πιστῶν τούς χλευασμοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπειθεῖς, τὰ πτύσματα ἀπὸ τοὺς ἀχάριστους, τὰ ραπίσματα, τοὺς ἐμπαιγμούς, τὰ μαστιγώματα, καὶ τέλος τὸν ἐπονείδιστο θάνατο, ἀφοῦ ἔδωσε καὶ τὴ ζωή του γιὰ χάρη μας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κανένα ἔργο ἀγάπης δὲν εἶναι μεγαλύτερο.

Βλέπουμε ὅμως καὶ τὸν ἀγαπημένο μαθητὴ νὰ εἶναι καὶ μαθητὴς μὲ τὰ ἔργα· γιατί αὐτὸς ἐφάρμοσε μὲ σαφήνεια ὅλα τὰ διδάγματα καὶ θαύματα καὶ παθήματα τοῦ διδασκάλου, εὐεργετώντας ὅλους μὲ ἔργα καὶ λόγια, καὶ ὁδηγώντας ἀπὸ τὸ σκότος στὸ φῶς, καὶ μεταβάλλοντας τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ ἀνάξιους σὲ ἄξιους, καὶ ὁ ἴδιος πάσχοντας γιὰ χάρη τους.

Θάνατο δὲν ὑπέμεινε μόνο ἕνα γιὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὴν ὠφέλειά μας, ἢ μὲ ἄλλα λόγια γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου του παρέδιδε τὸν ἑαυτό του σὲ θάνατο.

Πόσες φορὲς ἐμπαίχθηκε, πόσες φορὲς ραπίσθηκε, πόσες φορὲς λιθοβολήθηκε, πόσες φορὲς ὁδηγήθηκε σὲ τυράννους καὶ ἄρχοντες γιὰ νὰ λογοδοτήσει ὡς ὑπόδικος αὐτὸς ὁ διανομέας τῆς εὐσέβειας! Ἀπὸ τὸν ὠμότατο τῶν τυράννων τύραννο Δομετιανὸ ἐξορίζεται στὴν Πάτμο, γεμάτος ἀπὸ χαρὰ καὶ κηρύσσοντας παντοῦ τὰ διδάγματα τοῦ ἀγαθοῦ Δεσπότη καὶ Διδασκάλου.

Σ’ αὐτὰ τὰ διδάγματα δείχνοντας καὶ ἐμεῖς ὑπακοή, ἀδελφοί, ἂς περπατήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸ ὅπως περπάτησε καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ ἀγαπημένος μαθητής του, ὑποτασσόμενοι στοὺς δικούς μας πατέρες· γιατί λέγει, «ὁ ὑπάκουος υἱὸς θὰ φυλαχθεῖ γιὰ τὴ ζωή, ἐνῶ ὁ ἀνυπάκουος γιὰ τὴν ἀπώλεια». Καὶ ὄχι μόνο στοὺς σωματικοὺς πατέρες, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο στοὺς πνευματικούς, καὶ μέσω αὐτῶν στὸν ὕψιστο Πατέρα, «ἀπὸ τὸν ὁποῖο παίρνει τὸ ὄνομα κάθε γενεὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ».

Γιατί ἡ ἀγάπη καὶ ὑπακοὴ καὶ εὐπείθεια πρὸς τοὺς πνευματικοὺς πατέρες ἀναφέρεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ αὐτὸς πού δὲν δείχνει ὑπακοὴ σ’ αὐτοὺς προσκρούει στὸν Θεὸ τῶν πατέρων, ὅπως ἀποφάνθηκε καὶ ὁ Χριστὸς λέγοντας· «αὐτὸς πού ὑπακούει σὲ σᾶς ὑπακούει σὲ μένα, καὶ αὐτὸς πού ἀθετεῖ ἐσᾶς, ἀθετεῖ ἐμένα· ἐκεῖνος ὅμως πού ἀθετεῖ ἐμένα ἀθετεῖ ἐκεῖνον πού μὲ ἔστειλε».

«Νὰ πείθεσθε λοιπόν, ἀδελφοί, στοὺς ἡγέτες σας καὶ νὰ ὑπακούετε, γιὰ νὰ μὴ ἀγανακτοῦν ἐναντίον σας, γιατί αὐτὸ εἶναι ἐπιζήμιο σὲ σᾶς», φωνάζει ὁ Παῦλος ὁ μεγαλοκήρυκας, ἐκτελώντας μὲ προθυμία κάθε ἀρετὴ καὶ κάθε ἀγαθὸ ἔργο, καὶ ἂν παραλειφθεῖ κάτι ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῆς φύσης μας, ὁ Κύριος εἶναι σπλαχνικός, ἀναπληρώνοντας μὲ τὴ χάρη του τὶς ἐλλείψεις τῆς ἀδυναμίας μας, καὶ μᾶς προσδέχεται σὰν νὰ ἔχουμε ζήσει μὲ τέλεια ἀγαθοεργία, καὶ μάλιστα ἂν μᾶς δεῖ ταπεινωμένους γιὰ τὶς ἐλλείψεις στὴν ἀρετή, καὶ ὄχι γεμάτους ἔπαρση γιὰ τὴν ἄσκηση αὐτῆς.

Ὁ καθένας σας νὰ εὐεργετεῖ τὸν πλησίον του μὲ πολλοὺς τρόπους μὲ ὅσα ἔχει. Δὲν μπορεῖς νὰ θεραπεύσεις τοὺς ἀσθενεῖς μὲ θαυματοποιὸ λόγο; ἀλλὰ μπορεῖς νὰ τοὺς θεραπεύσεις μὲ παρηγορητικὸ λόγο. Καὶ ἂν τοὺς ὑπηρετήσεις καὶ μόνος σου στὶς ἀνάγκες τους, θὰ ἔχεις ὑπηρέτη τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ στὸν μέλλοντα αἰώνα σύμφωνα μὲ τὸν λόγο ἐκείνου· γιατί λέγει, «θὰ περιζωθεῖ καὶ θὰ τοὺς βάλει νὰ καθήσουν στὰ τραπέζια καὶ θὰ προσέλθει γιὰ νὰ τοὺς διακονήσει».

Ἐὰν πάλι γίνεις καὶ κοινωνὸς μὲ αὐτὸν μεταδίδοντάς του ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα πού διαθέτεις, θὰ εἶσαι κοινωνὸς τοῦ θείου πλούτου καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ τραφεῖς μὲ ἀμβροσία σὰν νὰ ἔντυσες καὶ πότισες καὶ ἔθρεψες ἐκεῖνον τὸν ἴδιο, καὶ θὰ φορέσεις τὸ βασιλικὸ ἔνδυμα τῆς ἀθανασίας. Δὲν ἔχεις λόγο διδασκαλίας, παράκληση πρὸς ἀρετή, δύναμη ἐλέγχου, ἀποτρεπτική τῆς κακίας καὶ προτρεπτική τῆς ἀρετῆς;

Γίνε διδάσκαλος μὲ τὰ ἔργα, καθιστάμενος ἀγαθὸς ἐργάτης στὸν ἑαυτό σου καὶ στὸν πλησίον. Εἶναι δυνατὸ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ἐλέγχεις καὶ ἐκείνους πού παρανομοῦν. Ἂς λένε οἱ παράνομοι αὐτοὶ καὶ γιὰ σένα, «μᾶς εἶναι βαρετὸς καὶ νὰ τὸν βλέπουμε ἀκόμη, γιατί οἱ δρόμοι αὐτοῦ εἶναι ἀνόμοιοι πρὸς τοὺς δρόμους μας».

Ἂν πάλι δὲν μποροῦν νὰ κρατηθοῦν καὶ ἀπευθύνουν ὕβρεις καὶ πλέκουν συκοφαντικὲς κατηγορίες καὶ μηχανεύονται ἐναντίον σου τὰ πάνδεινα, μεῖνε ἀτάραχος, μὴν ἀλλάξεις τρόπο παραφερόμενος ἢ μένοντας ἀποχαυνωμένος, ἀλλὰ νὰ εἶσαι χρηστὸς στὸν ἑαυτό σου καὶ σ’ ἐκείνους, βλέποντας γιὰ παράδειγμα τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀγαπημένο σ’ ἐκεῖνον μαθητή, καὶ παίρνοντας αὐτὸ γιὰ ὁδηγὸ πορείας στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου τὴν εὐθεία, βάδιζε σ’ αὐτὴν χωρὶς ἐπιστροφή· γιατί λέγει ἐκεῖνος, «ἂν ἐδίωξαν ἐμένα, καὶ ἐσᾶς θὰ σᾶς διώξουν».

Ἂν ἔτσι ἐνεργεῖς καὶ τέτοια ὑπομονὴ δείχνεις, θὰ εἶσαι σὲ ὅλους φανερὸς ὅτι ἀγκαλίασες μὲ πόθο τὴ θεία ἀγάπη.

Ἐὰν τώρα καὶ σὺ ποθεῖς νὰ δεῖς μέσα σου τὰ δείγματά της, θὰ σοῦ τὰ ὑποδείξω καὶ αὐτά, ἀρκεῖ μόνο νὰ βαδίζεις ἀκούραστα πρὸς τὴν ἀνεύρεσή τους.

Ὅταν, ὑψώνοντας τὸν νοῦ πρὸς τὸν Θεό, δὲν ἀντισύρεσαι ἀπὸ κανένα γήινο, ἀλλά, λησμονώντας τὰ πάντα, ἀβίαστα χωρὶς διαλογισμοὺς ἐντρυφᾶς χαρούμενος στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ στὶς πρὸς αὐτὸν προσευχές, τότε γνώριζε ὅτι ἄγγιξες καθαρὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπη, καὶ ὅτι σὲ τέτοιο βαθμὸ μετέχεις αὐτῆς, ὅσο παρατείνεται ὁ καιρὸς τῆς αὐτοῦ τοῦ εἴδους συνάντησής σου μὲ τὸν Θεό, ἢ καλύτερα τῆς ἕνωσής σου μ’ αὐτόν.

Ὅταν πάλι προσεύχεσαι πρὸς τὸν Κύριο μὲ κατάνυξη καὶ γλυκερὸ πόνο καρδιᾶς ἐξ ἴσου ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ ὑπὲρ κάθε ἀνθρώπου, γνωστοῦ καὶ ἀγνώστου, ἐχθροῦ καὶ φίλου, ἀνθρώπου πού σὲ λύπησε καὶ δὲν σὲ λύπησε, τότε γνώριζε ὅτι ἀγάπησες μὲ τὴν ψυχή σου τὸν πλησίον σου. Ἀλλ’ αὐτὲς οἱ διαθέσεις δὲν δημιουργοῦνται μέσα σου ἐὰν δὲν ἔχεις τὰ φανερὰ ἔργα τῆς ἀγάπης· γιατί ἂν δὲν συνηθίσεις τὸν ἑαυτό σου ν’ ἀφήνει τὸ θέλημά του καὶ νὰ ἐκτελεῖ τὸ τοῦ πλησίον, πῶς θὰ ὑπομείνεις τὰ ὅσα συμβαίνουν σ’ ἐσένα ἀπὸ αὐτόν;

Καὶ ἂν δὲν ὑπομένεις μὲ γενναιότητα καὶ μακροθυμία τὶς ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων προκαλούμενες δυσχέρειες, πῶς θὰ προκόψεις στὸ νὰ ὑπερεύχεσαι γιὰ τοὺς ἐχθρούς; Ἐὰν πάλι, μὴ πειθόμενος σ’ αὐτὸν πού λέγει, «νὰ δίνετε τὰ διαθέσιμα ὡς ἐλεημοσύνη καὶ ὅλα θὰ σᾶς εἶναι καθαρά», τὰ κρατᾶς καὶ τὰ φυλάγεις κοντά σου καὶ δὲν τὰ προσφέρεις γιὰ νὰ καλύψεις τὶς ἀνάγκες τοῦ πλησίον σου, πῶς θὰ χύσεις δάκρυα γι’ αὐτούς;

Γιατί λέγει κάποιος ἀπὸ τοὺς φίλους του Θεοῦ, «αὐτὸς πού ἔχει ἀγάπη σκόρπισε χρήματα, ἐνῶ ὅποιος λέγει ὅτι ἔχει καὶ τὰ δύο, καὶ τὰ χρήματα καὶ τὴν ἀγάπη, βρίσκεται σὲ πλάνη· γιατί ἢ τὰ χρήματα στερεῖται, ἢ εἶναι κενὸς ἀπὸ ἀγάπη, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεό». Γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς ἐκφράζει τὴ γνώμη του λέγοντας, «δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε συγχρόνως στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ», μαμωνᾶ λέγοντας καθετὶ πού μᾶς περισσεύει, χρυσὸ ἢ ἄργυρο ἢ κάτι ἄλλο.

Καὶ δείχνει ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ προσευχηθεῖ αὐτὸς πού φυλάσσει ἀπόθεμα χρημάτων γιατί λέγει, «ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ νοῦς σου», ὄχι ἀσφαλῶς στὴν προσευχή. Ὥστε γι’ αὐτοὺς ἔλεγε ὁ Κύριος καὶ τοῦτο· «αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ τιμᾶ μὲ τὰ χείλη, ἡ καρδιὰ τους ὅμως ἀπέχει πολὺ ἀπὸ ἐμένα· μάταια μὲ σέβονται».

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀγαπημένη στὸν Θεὸ βροντὴ βροντοφωνάζει, «ὅποιος ἔχει τὸν πλοῦτο τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ δὲν δίνει στοὺς ἀδελφοὺς γιὰ τὶς ἀνάγκες τους, δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτὸν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ»· οὔτε βέβαια μπορεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ μένουν σὲ ἕνα καὶ τὸν ἴδιο, γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου εἶναι ἔχθρα πρὸς τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ λέγει πάλι ὁ ἴδιος, «νὰ μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμο οὔτε ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο».

Καὶ ποιὰ εἶναι τὰ τοῦ κόσμου, παρὰ ἀπόκτηση χρημάτων πού δὲν ὠφελοῦν καθόλου τὴν ψυχή, σαρκικὲς ἐπιθυμίες, ὑψηλοφροσύνη, θέλημα γήινο; Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ χωρίζουν ἀπὸ αὐτὸν αὐτοὺς πού τὰ ἔχουν, νεκρώνουν τὴν ψυχὴ τοῦ νικημένου ἀπὸ αὐτὰ καὶ τὴν θάβουν στὸ χρυσὸ καὶ ἀργυρὸ χῶμα, πράγματα πού εἶναι τόσο πιὸ χειρότερα ἀπὸ τὸ ἁπλὸ χῶμα, μὲ τὸ ὁποῖο συνήθως καλύπτουμε τὸ δικό μας χῶμα, καθ’ ὅσον τὸ χῶμα αὐτὸ ριπτόμενο ἐπάνω ἀπὸ τὰ νεκρὰ σώματά μας συγκλείει τὴν ἀπὸ αὐτὰ δυσωδία καὶ καθιστᾶ τελείως ἀκατόρθωτη τὴν ἔξοδό της, ἐνῶ τὸ χρυσὸ καὶ ἀργυρὸ χῶμα ὅσο περισσότερο τοποθετηθεῖ πάνω στὸν νοῦ τοῦ κατόχου του, τόσο πιὸ δυσώδη τὸν κάμνει, ὥστε ἡ δυσωδία νὰ φθάνει καὶ μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς οὐράνιους ἀγγέλους καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ στρέφει πρὸς τὰ πίσω τους ἀπὸ ἐκεῖ οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστασία.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀγαπημένος μαθητής στάλθηκε ἀπὸ ἐκεῖνον πού τὸν ἀγάπησε, τὸν Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅλη τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ μᾶς ἀναστήσει ἀπὸ τὰ νεκρὰ αὐτὰ ἔργα καὶ νὰ μᾶς προτρέψει σὲ ἔργα φωτός, ὡς ἀποκορύφωμα τῶν ὁποίων πού παρέχει αἰώνια ζωὴ παρουσίασε ὁλοκάθαρα τὴν πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον ἀγάπη. Πῶς λοιπὸν τὸν ἀγαπᾶμε καὶ τὸν τιμᾶμε; Ὄχι, ὡς ἐκεῖνον πού μᾶς ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ἀλήθεια;

Ἂς μὴ πράττομε λοιπόν, ἀδελφοί, τὰ ἀντίθετα πρὸς τοὺς λόγους ἐκείνου, οὔτε νὰ δείχνομε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη φαινομενικὰ καὶ μὲ τὴ γλώσσα, ἐνῶ μὲ τὰ ἔργα ν’ ἀπιστοῦμε πρὸς αὐτόν, πράγμα πού καὶ αὐτὸς ἀπαγορεύει λέγοντας, «νὰ μὴ ἀγαπᾶμε, ἀδελφοί, μὲ τὸ λόγο καὶ τὴ γλώσσα, ἀλλὰ μὲ ἔργα καὶ ἀληθινά».

Ἂν λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἀγαπᾶμε καὶ τιμᾶμε τὸν πάνω ἀπὸ ὅλους ἀγαπημένο ἀπὸ τὸν Θεό, ἂς δείξουμε μὲ ἔργα καὶ ἀλήθεια τὴν ἀγάπη πρὸς αὐτόν, γινόμενοι ὄχι μόνο ἀκροατὲς τῶν λόγων ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ ποιητές·

γιατί ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴν ἀπὸ αὐτὸν εὐαγγελιζόμενη αἰώνια ζωὴ καὶ βασιλεία μαζὶ μὲ τὸν βασιλέα τῶν αἰώνων Χριστό, στὸν ὁποῖο πρέπει αἰώνια δόξα στὸν οὐρανὸ καὶ πάνω στὴ γῆ μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ συναιώνιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς μετὰ τὴν Ὕψωσιν

19 Σεπτεμβρίου, 2021

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ο Τίμιος Σταυρός, Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Αγιασμάτι, Πλατανιστάσα

«Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ
ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.»

Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὀνομάζεται καὶ εἶναι Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν, ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δηλαδὴ τῆς 14ης Σεπτεμβρίου.

Καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας, γιὰ νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὶς μεγάλες Δεσποτικὲς ἑορτές, ἀλλά, καὶ μετὰ τὸν ἑορτασμό τους, νὰ μὴ λησμονοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς δόθηκαν μὲ τὰ ἑορταζόμενα κοσμοσωτήρια γεγονότα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, θέσπισε νὰ ἔχομε Κυριακὴ πρὸ καὶ μετὰ τὶς ἑορτὲς αὐτές, ἀλλὰ καὶ προεόρτια καὶ μεθέορτα, μέχρι τὴ λεγόμενη ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς, ὁπότε κλείνει καὶ ὁ σχετικὸς ἑορταστικὸς κύκλος, ποὺ συνήθως διαρκεῖ μία ἑβδομάδα.

Καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιόδους, σ’ αὐτὲς τὶς Κυριακές, καθόρισαν οἱ πατέρες, νὰ διαβάζονται στὸν ναὸ οἱ ἁρμόδιες Ἀποστολικὲς καὶ Εὐαγγελικὲς περικοπές, ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα, νὰ κατανοήσουμε τὰ ἱερὰ γεγονότα, ποὺ ἑορτάζουμε.

Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν ἀρχὴ – ἀρχὴ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, γίνεται ἀναφορὰ στὸν σταυρό, στὸν προσωπικὸ σταυρό, ποὺ πρέπει ὁ καθένας μας νὰ σηκώσει, γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας, ὥστε νὰ συσχετισθεῖ ἡ περικοπὴ μὲ τὴν πρόσφατη ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ, τῆς Ὕψωσής Του.

Ἡ σύντομη περικοπὴ αὐτὴ εἶναι γεμάτη βαθὺ πνευματικὸ νόημα, καθότι ἐδῶ καθορίζεται ἡ βαθύτερη πνευματικὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ, πῶς πρέπει δηλαδή, μὲ ποιό φρόνημα πρέπει νὰ βιώνει τὴν πίστη. Γιὰ νὰ κατανοήσουμε ὅμως καλύτερα τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ ποῦ πῆρε ἀφορμή, γιὰ νὰ ὁμιλήσει ἔτσι.

Βλέπουμε λοιπόν, πὼς λίγο πρὶν εἶχε διδάξει τοὺς μαθητές Του, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτό Του στὰ ἑκούσια πάθη καὶ τὸν θάνατο, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ζωηρὸς στὸ πνεῦμα καὶ ἕτοιμος πάντα νὰ μιλήσει πρῶτος, τὸν παρεμποδίζει: «νὰ μὴ σοῦ γίνει τοῦτο».

Τότε ὁ Χριστός, ἀφοῦ πρῶτα τὸν ἐπιτίμησε καὶ τὸν ὀνόμασε «σατανᾶ», δηλαδὴ ἀντικείμενο, ἀντίθετο (γι’ αὐτὸ καὶ ὁ διάβολος ὀνομάζεται ἔτσι στὴ Γραφή, ὡς ἀντίθετος στὸν Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων), κι ἀφοῦ τοῦ εἶπε ἐλεγκτικά, ὅτι δὲν «φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων», προσκάλεσε τὸν ὄχλο καὶ τοὺς μαθητές Του, καὶ τοὺς ἀπεύθυνε τὴ βαρυσήμαντη διδασκαλία, ποὺ περιέχει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο:

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».

Ποιό λοιπὸν ἦταν τὸ σφάλμα τοῦ Πέτρου; Προέτρεψε τὸν Χριστό, νὰ λυπηθεῖ τὴ ζωή του, νὰ διαφυλάξει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ παραβλέψει ἔτσι τὸ μέγιστο ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

Νὰ ἀγαπήσει δηλαδὴ πάνω ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ θέλημά Του, καθὼς καὶ πάνω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ἑαυτό Του, τοὐτέστιν νὰ γίνει φίλαυτος. Καί, ποιό φάρμακο προβάλλει ὁ Χριστὸς στὸν πειρασμὸ τῆς φιλαυτίας: Τὴν αὐταπάρνηση, τὴν ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Γιατὶ τὸ «ἀράτω τὸν σταυρόν αὐτοῦ», σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, δέν σημαίνει ὁ κάθε πιστὸς νὰ κατασκευάσει ἕνα ξύλινο σταυρὸ καὶ νὰ τὸν περιφέρει στοὺς ὤμους του, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσει στὰ ἴχνη τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἀπαρνούμενος τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὰ πάθη, τὶς ἁμαρτίες, τὸ κοσμικὸ καὶ γήινο φρόνημα. Ἤ, ὅπως ἐξαίρετα τὸ ὁρίζει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης, «τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ὀφθαλμῶν, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς σαρκὸς καὶ ἀλαζονείαν τοῦ βίου», δηλαδὴ τὰ τρία περιεκτικὰ πάθη, κατὰ τὴν ὁμόφωνη διδασκαλία τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας: Τὴ φιληδονία, τὴ φιλαργυρία καὶ τὴ φιλοδοξία.

Ὁ Θεός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἐμφύτευσε βεβαίως στὴ φύση τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀγάπη, ὡς ἀναγκαία γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ καθενός μας, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καθὼς καὶ τῆς ἄψυχης δημιουργίας. Ἀλλ’  ἔθεσε δύο ὅρους.

Κι ὅσο ἡ ἀγάπη στέκει μέσα στοὺς ὅρους αὐτούς, ἀποβαίνει ὠφέλιμη καὶ σωτήρια. Ὅταν ὅμως τοὺς ὑπερβεῖ, τότε γίνεται βλαβερὴ καὶ ὀλέθρια. Πρῶτος ὅρος τῆς ἀγάπης εἶναι, νὰ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπ’ ὅλα τὰ ἐπίγεια καὶ ἐπουράνια πράγματα, ἀλλὰ ἀκόμη πάνω κι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, δηλαδὴ τὴν ἴδια τὴ ζωή σου. Δεύτερος ὅρος τῆς ἀγάπης εἶναι, νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου.

Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι πολὺ εὔκολα καί, σχεδὸν ἀνεπαίσθητα, καταφρονοῦμε ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο ἢ καὶ τοὺς δυὸ μαζὶ ὅρους τῆς ἀγάπης. Ἀπ’ αὐτὴν δὲ τὴν καταφρόνηση γεννᾶται ἡ φιλαυτία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας.  Ἀλλὰ βλέπουμε φανερά, ὅτι κανεὶς φίλαυτος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀληθινός, γνήσιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ μητέρα ὅλων τῶν θανασίμων ἁμαρτημάτων, ὅλων τῶν παθῶν.

Γιὰ τοῦτο καὶ ἀμέσως στὴ συνέχεια διδάσκει ὁ Κύριος: «Ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν». Ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξουμε τὴ διπλῆ ἔννοια, ποὺ ἔχει ἡ λέξη ψυχή. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέει: «Ὃς ἂν θέλῃ τὴν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι», καί, «ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου», ἐννοεῖ τὴ φυσικὴ ζωή, τὴ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων.

Ἀντίθετα, ὅταν λέει στὸν πρῶτο στίχο «ἀπολέσει αὐτήν» καὶ στὸν δεύτερο «οὗτος σώσει αὐτήν», ἐννοεῖ τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ὅποιος λοιπὸν θυσιάζει τὶς ἡδονές, τὴν καλοπέραση, τὴ νομιζόμενη εὐτυχία τοῦ κόσμου τούτου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου Του, ὅποιος δηλαδὴ σταυρώνεται, νεκρώνεται ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ ἀκολουθεῖ ἔτσι τὸν Ἐσταυρωμένο, βαστάζοντας τὸν σταυρό του, αὐτὸς θὰ ἀπολαύσει τὴν αἰώνια ζωή. Κι ὅποιος καταντᾶ φίλαυτος, καὶ θέλει μόνο νὰ καλοπερνᾶ μέσα στὶς θανατηφόρες ἡδονὲς καὶ τὰ πάθη, δὲν ὑπάρχει ἄλλη περίπτωση:

Θὰ χαθεῖ αἰωνίως, θὰ ἀπολέσει τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ τονίζει στὴ συνέχεια ὁ Κύριος: «Τί θὰ ὠφεληθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ἀκόμη κι ἂν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ ζημιωθεῖ, χάσει τὴν ψυχή του;»  Ὁ κόσμος τοῦτος, ἡ παροῦσα ζωή, ἀδελφοί, δέν αὐτονομεῖται, δὲν αὐτοκαταξιώνεται,  δὲν ἀποτελεῖ αὐτοσκοπό! Παρέρχεται! Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους σ’ αὐτόν μὲ ἕνα σκοπό: Γιὰ νὰ προετοιμασθοῦν γιὰ τὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια, τὴ μὴ παρερχόμενη ζωή.

Ἤ, ὅπως τὸ ὀρίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ παροῦσα ζωὴ ἀποτελεῖ «παιδευτήριον θεογνωσίας», δηλαδὴ σχολεῖο, τόπο καὶ τρόπο γνώσης τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐδῶ ζωὴ μόνο τότε ἀποκτᾶ νόημα καὶ ἀξία: Ὅταν ἔχει προοπτικὴ τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνεται μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ δικοῦ μας σταυροῦ, δηλαδὴ τὸ νὰ ζοῦμε μὲ φρόνημα σταυρικὸ-ἀπονέκρωση ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία- καί, ταυτόχρονα, ἀναστάσιμο, προσδοκώντας τὴν Ἀνάσταση.

Μόνο ἔτσι μᾶς ἀναμένει, χάριτι τοῦ Σταυρωθέντος καὶ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ἡ ἀνάσταση, ἡ αἰώνια ζωή, ὅπου ὁ δεύτερος θάνατος, ἡ αἰώνια ἀπώλεια, δέν ἔχει θέση.

Τῆς ὁποίας εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Ὁμιλία, σὺν Θεῷ ἁγίῳ, εἰς τὴν παγκόσμιον Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ

13 Σεπτεμβρίου, 2021

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, 17ος αιώνας. Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.

«Σταυρὸς ὑψοῦται σήμερον, καὶ κόσμος ἁγιάζεται…Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης,Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας»

Λαμπρὴ πανήγυρη καὶ ἡμέρα πανσεβάσμια ἡ σημερινή, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί. Ἡ σεμνὴ τῶν Ὀρθοδόξων ὁμήγυρη, ἡ ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐπιτελεῖ σήμερα μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἑορτές της: Τὴν παγκόσμια Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ μας.

Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς συναθροισθήκαμε στὸν ἅγιο τοῦτο καὶ παλαιὸ ναό, ποὺ τιμᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γιὰ νὰ τιμήσουμε τὸ Ξύλον τῆς Ζωῆς, γιὰ νὰ δοξάσουμε τὸν Κύριο, ποὺ σταυρώθηκε πάνω σ’ αὐτὸν καὶ μᾶς ἔσωσε, μᾶς ἁγίασε μὲ τὸ πανάγιό Του αἷμα, ποὺ ἔχυσε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ μᾶς τὸν καιρὸ τοῦ ἀχράντου Πάθους Του.

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε ὅμως καλύτερα τό, πῶς καθιερώθηκε ἡ μεγάλη αὐτὴ ἑορτὴ καὶ ποιό τὸ νόημά της, θὰ ἦταν καλὸ νὰ κάνουμε μία ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὰ σχετικὰ γεγονότα.

Ὅταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ πρῶτος χριστιανὸς αὐτοκράτορας, ἐξεστράτευσε τὸ 312 κατὰ τοῦ τυράννου τῆς Ρώμης Μαξεντίου καὶ ἔφθασε ἔξω ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τῆς ἀχανοῦς τότε Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, μὲ λύπη ἀποροῦσε πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιπαραταχθεῖ μὲ τὰ πολυάριθμα ἐχθρικὰ στρατεύματα.

Τότε ἀξιώθηκε νὰ ἰδεῖ, ὡς ἀπάντηση στὴ θλίψη καὶ ἀπορία του, ἕνα θαυμαστὸ σημεῖο στὸν οὐρανό: Εἶδε, μέρα μεσημέρι, νὰ λάμπει περισσότερο ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ ἥλιο τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ χριστογράμματος Χ-Ρ, σχηματισμένο ἀπὸ ὁλόλαμπρα ἀστέρια, καὶ ἐπιγραφή, κι αὐτὴ ἀπὸ ἀστέρια φωτεινὰ σχηματισμένη, νὰ γράφει, ΕΝ ΤΟΥΤῼ ΝΙΚΑ. Κι ὁ Χριστός μας ἐμφανίστηκε τὸ βράδυ στὸν ὕπνο τοῦ Κωνσταντίνου, καὶ τοῦ ἑρμήνευσε τὸ ὅραμα• ὅτι δηλαδὴ μόνο μὲ τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ, αὐτοῦ τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, θὰ νικοῦσε τοὺς ἄπιστους ἐχθρούς του.

Καὶ ὁ Κωνσταντῖνος, ξυπνῶντας, πρόσταξε νὰ κατασκευάσουν ἀμέσως καὶ τοποθετήσουν στὰ πολεμικά του λάβαρα, ποὺ θὰ προηγοῦνταν τοῦ στρατοῦ, τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Κι αὐτά, σημειῶστε, τὰ λάβαρα, ὑπάρχουν ἀπεικονισμένα σὲ νομίσματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ποὺ ἔκοψε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.

Πράγματι, μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ καὶ τὰ λάβαρα τοῦ Σταυροῦ νὰ προηγοῦνται, κέρδισε περίλαμπρη νίκη ὁ εὐλογημένος Κωνσταντῖνος στὴν τελικὴ μάχη μὲ τὸν Μαξέντιο (28.10.312), ἡ ὁποία τὸν ἀνέδειξε κύριο καὶ μονοκράτορα τοῦ ρωμαϊκοῦ κόσμου καὶ ἀποτέλεσε τὴν ἀπαρχὴ τῆς κατάργησης τῆς εἰδωλολατρίας καὶ τοῦ θριάμβου τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀπὸ τότε ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς ἔτρεφε τὸν πόθο νὰ βρεῖ τὸ Τίμιο Ξύλο τοῦ Σταυροῦ.

Καὶ ἡ εὐκαιρία τοῦ δόθηκε κατὰ τὸ 325, στὴ διάρκεια τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁπόταν πληροφορήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Αἰλίας (Ἱεροσολύμων), τὸν ἅγιο Μακάριο, γιὰ τὴν ἁγία πόλη. Σημειῶστε, ὅτι ὁ ρωμαῖος αὐτοκράτορας Ἀδριανὸς Αἴλιος (117-138), ὡς ἀντίποινα γιὰ μία μεγάλη ἐξέγερση τῶν Ἰουδαίων (132-135), εἶχε ἀνασκάψει ὅλη τὴν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων καὶ εἶχε καταχώσει μὲ ἐπιχωματώσεις ὅλα τὰ ἱερά της, ὥστε νὰ ἐξαφανίσει κάθε μνήμη τῆς ἰουδαϊκῆς καὶ χριστιανικῆς θρησκείας.

Στὴ νέα πόλη, ποὺ ἀνίδρυσε καὶ μετονόμασε Αἰλία Καπιτωλίνη, δέσποζε ἡ εἰδωλολατρία, μὲ κύρια τεμένη τὸ Καπιτώλιο ἐπάνω ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, καὶ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης ἐπάνω ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ καὶ τὸν Πανάγιο Τάφο.

Ἔστειλε λοιπὸν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τὸ 326 τὴ μητέρα του, ἁγία Ἑλένη, στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ πολυάριθμη συνοδία, γιὰ νὰ ἀνακαλύψει τὰ ἅγια προσκυνήματα. Μὲ ὁδηγὸ τὶς πληροφορίες τῆς τοπικῆς παράδοσης καὶ μάλιστα ἑνὸς Ἰουδαίου, ὀνόματι Ἰούδα, ποὺ πίστεψε στὴ συνέχεια, βαπτίσθηκε χριστιανὸς μὲ τὸ ὄνομα Κυριακός, ἔγινε ἐπίσκοπος καὶ μαρτύρησε ἐπὶ Ἰουλιανοῦ Παραβάτου, πέτυχε τὸ ποθούμενο.

Ἀνέσκαψε τὸ ἀκάθαρτο εἰδωλεῖο τῆς Ἀφροδίτης καὶ σὲ μεγάλο βάθος βρέθηκαν ὁ Πανάγιος Τάφος καὶ ὁ φρικτὸς Γολγοθᾶς, καθὼς καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου καὶ τῶν δύο ληστῶν καὶ τὰ ἄλλα σύμβολα τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως δέν γνώριζαν ποιός ἀπὸ τοὺς τρεῖς σταυροὺς ἦταν τοῦ Κυρίου, μὲ ὑπόδειξη τοῦ Ἰούδα-Κυριακοῦ καὶ τῆς ἁγίας Ἑλένης τοποθετήθηκαν μὲ τὴ σειρὰ καὶ χωριστὰ οἱ τρεῖς σταυροὶ ἐπάνω σὲ νεκρὴ γυναίκα, ποὺ ἔτυχε νὰ ὁδηγοῦν ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ τὴν ἐνταφιάσουν.

Τοποθετῶντας τὸν τρίτο σταυρό, ἡ νεκρὴ ἀναστήθηκε ἐκ θαύματος καὶ ἔτσι γνωρίσθηκε ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, ποὺ ἁγιάσθηκε μὲ τὸ Πάθος Του καὶ δίνει κι αὐτὸς ζωὴ καὶ ἀνάσταση! Ἀμέσως ὁ ἐπίσκοπος Μακάριος, ἡ βασίλισσα καὶ ὅλοι οἱ ἄρχοντες, ἀσπάσθηκαν μὲ πόθο τὸν Τίμιο Σταυρό. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἦταν δύσκολο νὰ τὸν ἀσπασθεῖ ὅλος ὁ πολυάριθμος λαός, ποὺ ἦταν ἐκεῖ συγκεντρωμένος, ζήτησαν οἱ πιστοὶ νὰ τὸν ἰδοῦν ἔστω καὶ ἀπὸ μακρυά.

Τότε ὁ ἅγιος Μακάριος ἀνέβηκε σὲ μέρος ὑψηλὸ καί, κρατῶντας μὲ εὐλάβεια καὶ ὑψώνοντας τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸν ἔδειξε στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκραύγαζε μὲ κατάνυξη τό, Κύριε, ἐλέησον.

Καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, οἱ ἅγιοι πατέρες, ὅπως καθιέρωσαν καὶ τὶς λοιπὲς ἑορτὲς γιὰ τὰ κοσμοσωτήρια γεγονότα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας μας νὰ τὰ τιμοῦμε ἐτησίως, γιὰ νὰ ἐνθυμούμαστε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς καὶ νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ δοξάζουμε, καθιέρωσαν καὶ αὐτὸ τὸ χαρμόσυνο γεγονός, δηλαδὴ τῆς Ὕψωσης τοῦ Σταυροῦ, νὰ ἑορτάζεται κάθε χρόνο μὲ λαμπρότητα, ὄχι μόνο σὲ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος, ἀλλὰ καὶ ἀνάμνηση τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ μας.

Γιατί, προσκυνῶντας τὸν Τίμιο Σταυρό, ὄχι μόνο τὸ καθαυτὸ Τίμιο Ξύλο, ἀλλὰ καὶ ὁποιονδήποτε Σταυρό, ἀπὸ ὅποια ὕλη κι ἂν εἶναι κατασκευασμένος, προσκυνοῦμε αὐτὸν τὸν Σταυρωθέντα Κύριον, καὶ ὁμολογοῦμε τὸ Πάθος, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του.

Καί, ὅπως ὡραιότατα τὸ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία:  «Τὸν Σταυρόν Σου, προσκυνοῦμεν Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα (14η Σεπτεμβρίου), φέρει τὰ ἴσα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

Εἶναι γιὰ τοῦτο, ποὺ τηροῦμε κατ’ αὐτὴν αὐστηρὴ νηστεία, ἀλάδωτη, πρὸς τιμὴν τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ· ἐκτὸς κι ἂν συμπέσει ἡ ἑορτὴ αὐτὴ Σάββατο ἢ Κυριακή, ὁπόταν καταλύουμε μόνο σὲ λάδι καὶ κρασί.

Κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, ἂς ἀτενίζουμε πάντα μὲ πίστη στὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, καθ᾽ ὅλη τὴ ζωή μας, στὶς ὅποιες δοκιμασίες καὶ θλίψεις ἐπιτρέπει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ περάσουμε, γιὰ νὰ ἀντλοῦμε δύναμη, χάρη, ἁγιασμό.

Χωρὶς Σταυρό, δὲν ὑπάρχει Ἀνάσταση! Ὁ σταυρός, δηλαδὴ οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ θλίψεις, ἀποτελοῦν ὄργανο ἁγιασμοῦ καὶ σωτηρίας. Φθάνει νὰ τὰ δεχόμαστε μὲ πίστη, ὑπομονὴ καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα Κύριον, ποὺ οἰκονομεῖ μὲ τὸν ὅποιο σταυρὸ στὴ ζωή μας τὴν αἰώνια σωτηρία μας.

Παντοῦ καὶ πάντοτε νὰ σφραγίζουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ τὸ παντοδύναμο ὅπλο τοῦ Σταυροῦ, γιὰ νὰ μᾶς σκέπει καὶ φυλάττει ἡ χάρη τοῦ Ἐσταυρωμένου, καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει, ἂν ζοῦμε μὲ πίστη καὶ μετάνοια, τῆς ἀτελεύτητης βασιλείας Του. Ἀμήν!

Ὁμιλία εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς πρὸ τῆς Ὑψώσεως

12 Σεπτεμβρίου, 2021

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωὴν αἰώνιον.»  

Ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι καὶ ὀνομάζεται Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως, ἐπειδὴ προηγεῖται τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δηλαδὴ τῆς 14ης  Σεπτεμβρίου.

Καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει, νὰ μᾶς καθοδηγήσει νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὶς μεγάλες Δεσποτικὲς Ἑορτές, ἀλλά, καὶ μετὰ τὸν ἑορτασμό τους, νὰ μὴν τὶς λησμονοῦμε, νὰ μὴ λησμονοῦμε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς δόθηκαν μὲ τὰ ἑορταζόμενα γεγονότα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, θέσπισε νὰ ἔχουμε Κυριακὴ πρὸ καὶ μετὰ τὶς ἑορτὲς αὐτές, ἀλλὰ καὶ προεόρτια καὶ μεθέορτα, μέχρι τὴ λεγόμενη ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς, ὁπότε κλείνει καὶ ὁ σχετικὸς ἑορταστικὸς κύκλος.

Καὶ σ’ αὐτὲς τὶς περιόδους, σ’ αὐτὲς τὶς Κυριακές, καθόρισε ἡ Ἐκκλησία, οἱ ἅγιοι Πατέρες, νὰ διαβάζονται στὸν ναὸ οἱ ἁρμόδιες ἀποστολικὲς καὶ εὐαγγελικὲς περικοπές, ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα, στὴν κατανόηση τῶν κοσμοσωτηρίων γεγονότων, ποὺ ἑορτάζουμε.

Ἔτσι καὶ σήμερα, μόλις διαβάσαμε μία σύντομη μέν, ἀλλὰ γεμάτη πνευματικὸ βάθος καὶ ἅγια νοήματα εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ ἀναφέρεται στὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μας, κορυφαία πράξη τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ἡ σταυρική Του θυσία. Κι αὐτό, γιατὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως ποὺ ἐπίκειται, θεωρεῖται ὅπως ἡ Μεγάλη Παρασκευή, ἡ ἡμέρα τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ κατ᾽ αὐτὴ τὴν ἡμέρα τηροῦμε ἐπίσης αὐστηρὴ νηστεία.

Ἡ περικοπὴ αὐτὴ περιέχεται στὸν σπουδαῖο ἐκεῖνο διάλογο, ποὺ εἶχε κάποια νύκτα ὁ Κύριος μὲ τὸν Νικόδημο, ποὺ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸν διάλογο ὀνομάστηκε νυκτερινὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτός, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Ἀριμαθαῖο Ἰωσὴφ ἐνταφίασαν τὸν Κύριο.

Τὸ πρῶτο μέρος τῆς περικοπῆς ἀναφέρει ἕνα γεγονὸς ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ ἦταν σύμβολο καὶ προτύπωση τῆς Σταύρωσης τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ συνδέσει τὴν ἡμέρα μὲ τὴν ἐπερχόμενη ἑορτὴ τῆς Ὕψωσης τοῦ Σταυροῦ. Ποιό εἶναι τὸ γεγονὸς αὐτό;

Κατὰ τὴ δύσκολη ἐκείνη πορεία τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγγελίας, τὴν Παλαιστίνη, ποὺ διάρκεσε σαράντα χρόνια, μία ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Κύριος στοὺς ἀγνώμονες Ἑβραίους, γιὰ νὰ τοὺς τιμωρήσει νὰ μετανοήσουν, ἦταν κι αὐτή: Σ’ ἐκείνη τὴν ἐρημιὰ ἔστειλε δηλητηριώδη φίδια, ποὺ δάγκωναν καὶ θανάτωναν τοὺς ἀνθρώπους.

Ὅταν μετανόησαν καὶ ταπεινώθηκαν οἱ σκληροτράχηλοι Ἰουδαῖοι, παρακάλεσε ὁ Μωυσῆς τὸν Κύριο νὰ τοὺς δείξει τρόπο νὰ σωθοῦν. Κι ὁ εὔσπλαγχνος Κύριος εἶπε στὸν Μωυσῆ καὶ κατασκεύασε ἕνα χάλκινο φίδι. Καὶ τοῦ εἶπε νὰ σταθεῖ σ’ ἕνα ψηλὸ σημεῖο καὶ νὰ πεῖ στοὺς Ἰουδαίους, ὅτι, ὅποιον δαγκώσουν τὰ φίδια, νὰ γυρίζει νὰ βλέπει τὸ χάλκινο φίδι, ποὺ θὰ κρατοῦσε ὁ Μωυσῆς ὑψωμένο ψηλά. Καὶ πράγματι, ὢ τοῦ θαύματος, ὅποιος στὴ συνέχεια ἔκανε ἔτσι, δὲν πέθαινε, ἀλλ’ ἀμέσως θεραπευόταν.

Σὲ τοῦτο τὸ ἱστορικὸ γεγονός, πρῶτος ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, ὅπως ἀκούσαμε στὴ σημερινὴ περικοπή, καὶ κατόπιν οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶδαν τὴν προτύπωση τοῦ Σταυρικοῦ Πάθους. Γιατί, πράγματι, ὅποιος ἀτενίσει μὲ πίστη τὸν Χριστό μας, ποὺ ἑκουσίως ὑψώθηκε στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ὅπου μᾶς ἁγίασε καὶ ἔσωσε μὲ τὸ αἷμα Του, τὰ δηλητηριώδη φίδια τοῦ διαβόλου, τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας δὲν τὸν θανατώνουν πιά!

Γιατὶ μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησή μας, μὲ τὴ Χάρη τῆς ἀπολύτρωσης, ποὺ πήγασε ἀπὸ τὸ Σταυρικὸ Πάθος, λαμβάνουμε τὴ θεραπεία τῶν παθῶν, τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας! Δόξα τῇ ἁγίᾳ Σταυρώσει Σου· δόξα τοῖς ἀχράντοις Σου Πάθεσι, Κύριε!

Τὸ δεύτερο τμῆμα τῆς περικοπῆς μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, τὸν ὕψιστο σκοπὸ τῆς ἔλευσής Του στὸν κόσμο.

Αὐτό, ποὺ τονίζεται ἐδῶ μὲ ἔμφαση, εἶναι τὸ κίνητρο αὐτῆς τῆς θείας Οἰκονομίας, τῆς θεϊκῆς Συγκατάβασης: Ὁ Θεός, ὅπως εἶχε τὸ προαιώνιο σχέδιό Του γιὰ τὴ Δημιουργία ὅλου τοῦ κόσμου, αἰσθητοῦ καὶ νοητοῦ, παρακινούμενος ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του νὰ πλάσει κι ἄλλα ὄντα, ποὺ νὰ μετέχουν αὐτῆς τῆς ἀγάπης, ἔτσι εἶχε καὶ τὸ σχέδιο τῆς ἀπολυτρώσεώς μας, παρακινούμενος καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του καὶ μόνο. Ἠ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί, εἶναι τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν κατανόηση, στὸν βαθμὸ ποὺ μᾶς εἶναι δυνατόν, τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.

Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ ὅλο τὸν κόσμο, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοὺς ἀγαπᾶ μὲ μία ἀγάπη ἀνέκφραστη, ποὺ δὲν μποροῦμε οἱ ἄνθρωποι νὰ κατανοήσουμε. Τὸ μέγεθος τῆς θείας ἀγάπης ἀποκαλύπτεται μὲ τὸ μέγεθος τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν κόσμο.

Ὁ οὐράνιος Πατέρας προσφέρει τὸν Μονογενῆ Του Υἱὸ ὡς θυσία. Καὶ πρέπει, συνειδητοποιῶντας αὐτὴ τὴ θυσία, νὰ πλημμυρίσουν οἱ καρδιές μας ἀπὸ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριο. Καὶ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε μὲ τὴ σειρά μας «ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας καὶ διανοίας».

Τὸ ἄλλο, ποὺ τονίζεται, εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωὴν αἰώνιον». Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε, γιὰ νὰ συντρίψει τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ τὴν ἁμαρτία, γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο.

Ἔτσι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἡ κλίμακα, ποὺ ἕνωσε τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανό, ἡ γέφυρα ποὺ ἔσμιξε τὰ ἐπίγεια μὲ τὰ ἐπουράνια! Γι’ αὐτὸ κι ὁ στίχος αὐτός, ποὺ συμπυκνώνει ὅλο τὸ νόημα τοῦ Εὐαγγελίου, ὀνομάστηκε  ‘‘ἡ βίβλος σὲ μικρογραφία’’, ἢ ‘‘τὸ χρυσοῦν ἐδάφιον’’.

Ποιοί, ὅμως, καὶ πόσοι σώζονται; Ὅλοι, «πᾶς» ἄνθρωπος. Ἀλλά, μὲ μιὰ βασικὴ προϋπόθεση· «πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν». Καὶ πίστη σημαίνει, ὄχι μόνο θεωρητικὴ ἀποδοχὴ τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰς ἐντολάς μου τηρήσει», εἶπεν ὁ Κύριος.

«Πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη», κήρυξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Κι ἐμεῖς ἀδελφοί, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ἀπὸ ἕνα ἅγιο φιλότιμο, ποὺ ἔλεγε κι ὁ ὅσιος Γέροντας Παΐσιος, ἀπὸ ἄκρα εὐγνωμοσύνη στὸν Χριστό μας, ποὺ ἔπαθε γιὰ μᾶς στὸν Σταυρό, τὴν Ὕψωση τοῦ ὁποίου ἑτοιμαζόμαστε νὰ ἑορτάσουμε, ἂς ἀγαπήσουμε ἐμπράκτως, μὲ ἀληθινὴ πίστη τὸν Κύριο, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ συμβασιλεύσουμε μαζί Του, κατὰ τὴν ἀψευδή Του ὑπόσχεση: «ὅπου εἰμὶ ἐγὼ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται».

Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!

ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

8 Σεπτεμβρίου, 2021

Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα

.….6. Ἀλλὰ ἡ πανάμωμη Παρθένος, χωρὶς νὰ ἔχη γιά πόλη της τὸν οὐρανό, χωρὶς νὰ ἔχη γεννηθῆ ἀπὸ τὰ οὐράνια σώματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ -ἀπό αὐτὸ τὸ ξεπεσμένο γένος, ποὺ ξέχασε τὴν ἴδια του τὴ φύση- καὶ κατὰ τὸν ἲδιο μὲ ὅλους τρόπο, μόνη αὐτὴ ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν ἀντιστάθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος σὲ κάθε κακία. Ἀπέδωκε ἔτσι στὸν Θεὸ ἀμόλυντη τὴν ὡραιότητα ποὺ χάρισε στὴ φύση μας καὶ χρησιμοποίησε, αὐτὴ μόνη, ὅλα τά ὅπλα καὶ ὅλη τὴ δύναμη ποὺ ἔβαλε μέσα μας.

Μὲ τὸν ἔρωτα ποὺ εἶχε γιά τὸν Θεό, μὲ τὴ ρωμαλεότητα τῆς σκέψεώς της, τὴν εὐθύτητα τῆς θελήσεως καὶ τὴ μεγαλειώδη σωφροσύνη της ἔτρεψε σὲ φυγὴ κάθε ἁμαρτία κι ἔστησε τρόπαιο νίκης τέτοιο, ποὺ δὲν μπορεῖ μὲ τίποτε νὰ συγκριθῆ. Μὲ ὅλα αὐτὰ φανέρωσε τὸν ἂνθρωπο τέτοιον ποὺ ἀληθινὰ δημιουργήθηκε, φανέρωσε δὲ καὶ τὸν Θεό, τὴν ἂφατη σοφία καὶ τὴν ἀπέραντη φιλανθρωπία Του.

Ἒτσι Αὐτὸν ποὺ παρουσίασε ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν περιέβαλε μὲ ἀνθρώπινο σῶμα, αἰσθητὰ στὰ μάτια ὅλων, τὸν ἀποτύπωσε καὶ τὸν εἰκόνισε προηγουμένως μὲ τὰ ἔργα της ἐπάνω στὸν Ἑαυτό της. Καὶ ἦταν δυνατὸν ἀπὸ ὅλα τά κτίσματα διὰ μέσου αὐτῆς μόνης “νὰ γνωρίσουμε ἀληθινά τό Δημιουργό”. Οὔτε ὁ Νόμος ἀποδείχθηκε ἱκανὸς νὰ φανερώση τὴ θεία χρηστότητα καὶ σοφία οὔτε οἱ γλῶσσες τῶν Προφητῶν οὔτε ἡ τέχνη τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ ἀποκαλύπτει ἡ ὁρατή δημιουργία οὔτε ὁ οὐρανὸς ποὺ διηγεῖται κατὰ τὸν Ψαλμωδὸ “δόξαν Θεοῦ” οὔτε ἀκόμη ἡ φροντίδα καὶ ἡ πρόνοια τῶν Ἀγγέλων γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος οὔτε τέλος κανένα ἄλλο ἀπὸ τὰ δημιουργήματα. Γιατί μὸνος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ φέρει μέσα του τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὅταν φανερωθῆ αὐθεντικὰ τέτοιος ποὺ εἶναι, χωρὶς νά ἔχη ἐπάνω του τίποτε τό νὸθο, θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκαλύψη ἀληθινὰ τὸν Ἴδιο τόν Θεό.

Ἀλλὰ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὑπῆρξαν ἢ πρόκειται νά ὑπάρξουν Ἐκείνη ἡ ὁποία τὰ ἐπραγματοποίησε ὅλα αὐτὰ καὶ διεφύλαξε κατὰ τρόπο λαμπρὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀνόθευτη ἀπὸ καθετί ξένο εἶναι ἡ μακαρία Παρθένος. Γιατί κανένας ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν ἦταν “καθαρὸς ἀπὸ ρύπου”, ὅπως λέγει ὁ Προφήτης. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπὸ κάθε θαῦμα καὶ προξενεῖ ἔκπληξη ὄχι μόνο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτούς τούς Ἀγγέλους καὶ ξεπερνάει κάθε ρητορικὴ ὑπερβολή: τὸ πῶς, ἐνῶ ἡ Παρθένος ἦταν μὸνο ἄνθρωπος καὶ δὲν εἶχε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, μπόρεσε νὰ διαφύγη, μόνη αὐτή, τὴν κοινὴ ἀρρώστια.

7. Πῶς τὸ μπόρεσε; Ποιοὺς λογισμοὺς χρησιμοποίησε; Ἀκόμη περισσότερο, πῶς τῆς δημιουργήθηκε ἀρχικὰ αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία καὶ θέλησε νὰ ριχθῆ σ’ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖο κανεὶς ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους Της δὲν ἀκούσθηκε ὅτι εἶχε ποτὲ κερδίσει; Ποιοὺς ὁδηγοὺς εἶχε μπροστά Της; Ποιός τῆς ἔδωκε ἐλπίδες ὅτι θὰ νικήση; Ἀπὸ ποὺ ἄντλησε τὸ ἀπαιτούμενο θάρρος; Γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πεσμένη, εἶναι δὲ ἀπερίγραπτη ἡ φαυλότης μέσα στὴν ὁποία ζοῦσε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἀνθρώπων. Λίγοι ἦσαν oἱ καλοὶ κι εἶχαν κι αὐτοὶ ἀνάγκη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ τοὺς στηρίξουν. Τὸσο πολὺ ἀπεῖχαν ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι χρήσιμοι στοὺς ἄλλους.

Τί λοιπὸν ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἔδωκε τή νίκη στὴν Παρθένο, ἀφοῦ οὔτε ἦρθε στὴ ζωὴ πρὶν ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ ἔχη λάβει φύση καθαρή ἀπὸ κάθε κακία, οὔτε μετὰ ἀπὸ τὸν καινὸ Ἂνθρωπο καὶ τὴν νέα κλίση καὶ δύναμη ποὺ ἔλαβαν oἱ ἄνθρωποι ἀπὸ Αὐτόν; Γιατί δὲν θὰ ἦταν βέβαια καθόλου παράδοξο νὰ νικήση ὁ Ἀδὰμ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τίποτε ποὺ νά μὴν τὸν ὠθῆ πρὸς τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ μὴν τὸν ἀπομακρύνη ἀπὸ τὴν κακία.

Εἶχε πράγματι γιά διαμονὴ τόπο γεμάτο ἀπὸ κάθε εἴδους τέρψη, ζωὴ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κόπους, σῶμα ποὺ δὲν εἶχε δοκιμάσει φθορά, ψυχὴ ἄγευστη ἀκόμη ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Δὲν εἶχε γιά γενάρχη του ἕναν ἂνθρωπο, ἀλλά, κατὰ τρόπον ἂμεσο, τὸν ἲδιο τόν Θεό. Αὐτὸν γνώριζε καὶ σάν πατέρα τῆς φύσεως καὶ σὰν παιδαγωγὸ καὶ νομοθέτη κι ἦταν πλασμένος ἔτσι, ὥστε νά βρίσκεται μὲ Αὐτὸν σὲ κάθε εἴδους κοινωνία καὶ σχέση. Ἦταν ἑπομένως φυσικὸ ὅλα αὐτὰ νὰ κρατοῦν μέσα του ἄσβεστη τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό.

Ἂν πάλι ἀπεῖχαν ἀπὸ κάθε κακία ἐκεῖνοι ποὺ γεννήθηκαν μετὰ τὴ Χάρη καὶ τή συμφιλίωση μὲ τὸν Θεό, μετὰ τὸν Χριστό, τὸ καινὸ Θύμα, καὶ τὴν ἔκχυση τοῦ Πνεύματος καὶ τὴ μυστικὴ γέννηση τοῦ Βαπτίσματος καὶ τὴ φρικτὴ τράπεζα τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν δεχθῆ τόσα πολλὰ καὶ τόσο ὑπέροχα βοηθήματα τίποτε βέβαια τὸ ἀξιοθαύμαστο δὲν θὰ παρουσίαζαν.

Ἂς ἔρθουμε ὅμως στὴν περίπτωση τῆς Παρθένου. Ἀφοῦ τόσο σκληρή καὶ δύσκολη εἶναι ἡ μέχρι τέλους ἀντίσταση στὴν ἁμαρτία, ὥστε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ποὺ ὑπῆρξε στὴ γῆ νά εἶναι καὶ ὁ πρῶτος ποὺ ἄρχισε τὴν παρανομία καὶ παρὰ τὰ τόσα ὅπλα ποὺ εἶχε γιά νά ἀγωνισθῆ γιά τὸ καλὸ καὶ τὴν ἀρετὴ δὲν ἄντεξε στὴν προσβολὴ κι ἔπεσε ἀμέσως στὴν ἁμαρτία καὶ ἐκεῖνοι, ἐξ ἄλλου, ποὺ ἦρθαν μετὰ τὸ λουτρό τοῦ Βαπτίσματος καὶ τὴ Χάρη -καὶ ἐννοῶ τούς πιὸ ἐνάρετους ἀπὸ ὅλους, αὐτοὺς ποὺ ἀφιερώθηκαν στὴν εὕρεση τοῦ ὕψιστου ἀγαθοῦ κι ἔγιναν κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ τους- ὑπάρχουν κακὰ γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀνεύθυνοι καὶ ἔχουν γι’ αὐτὸ ἀνάγκη ἀπὸ τὴν συνεχῆ κάθαρση τῶν Μυστηρίων, ποιὰ γλώσσα μπορεῖ νὰ ὑμνήση ὅπως πρέπει καὶ ποιὸς νοῦς νά λάβη ἰδέα τοῦ πὸσο καθαρή ἀπὸ κάθε κακία διατήρησε τὴν ψυχή της ἡ Παρθένος, πὸσο καθαρὸς ἄνθρωπος -σὰν νὰ ἦταν ὁλόκληρη μόνο εὐγνωμοσύνη- ὑπῆρξε, ἀφοῦ αὐτὰ ποὺ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ἦσαν ἀπὸ κάθε ἄποψη προετοιμασμένοι δὲν μπόρεσε νὰ τὰ ἐπιτύχη, αὐτὴ τὰ ἐπραγματοποίησε ἐξ ὁλοκλήρου, χωρὶς μάλιστα νὰ χρειασθῆ βοήθεια ἀπὸ κανέναν;

Kι αὐτὸ μολονότι δὲν ἦρθε στὴ ζωὴ οὔτε πρὶν ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀρρώστια τῆς φύσεως οὔτε μετὰ τὸν κοινὸ Ἰατρό, ἀλλὰ στὸ μεσουράνημα τοῦ κακοῦ καὶ βρέθηκε μέσα στὸν τόπο τῆς καταδίκης, σὲ μιὰ φύση ποὺ ἔμαθε πάντοτε νά νικιέται, σὲ σῶμα ποὺ δουλεύει στὸ θάνατο, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ὅλοι ὅσοι μποροῦσαν νά βοηθήσουν στὴν πραγματοποίηση τῆς κακίας ἦσαν ὑπερβολικὰ κοντά, ἐνῶ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ γνώριζαν νὰ συμπολεμοῦν ἀπουσίαζαν. Γιατί εἴτε ἰδοῦμε τὸ γεγονὸς ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴν κοινὴ συμφιλίωση, πρὶν νὰ ἔρθη στὴ γῆ ὁ δημιουργός τῆς εἰρήνης, αὐτὴ ἡ Ἴδια διέλυσε μέσα της τὴν ἔχθρα ποὺ ὑπῆρχε στὴν ἀνθρώπινη φύση κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἄνοιξε τὸν οὐρανὸ καὶ προσείλκυσε τὴ Χάρη καὶ ἔλαβε τή δύναμη ν’ ἀγωνισθῆ κατὰ τῆς ἁμαρτίας, αὐτό τό θαῦμα ξεπερνάει ἀσφαλῶς κάθε ἀνθρώπινη κατανόηση -γιατί πόσο ὑπέροχη πρέπει νά εἶναι ἡ συνεισφορὰ τῆς Παρθένου, ἀφοῦ μπόρεσε ν’ ἀποδειχθῆ ἰσάξια μὲ ἐκείνη τοῦ μεγάλου Θύματος-;

Εἴτε πάλι θεωρήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι, μολονότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν ἐχθρική, τόσα πολλὰ μπόρεσε νὰ πραγματοποιήση ἡ πρόθεση τῆς Παρθένου, καὶ ἐνῶ ὁ φραγμός τῆς ἔχθρας ὑπῆρχε ἀκόμη, Αὐτὴ συνδέθηκε μὲ τὸν Θεό καὶ ὅτι τὸ τεῖχος ἐκεῖνο ποὺ χώριζε ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν ἄντεξε στὴν προθυμία μιᾶς ψυχῆς, ἀπὸ αὐτὸ τί ὑπάρχει πρωτοφανέστερο; Γιατί οὔτε βέβαια Τὴν ἐδημιούργησε ὁ Θεὸς ἐπίτηδες τὴν Παρθένο ἒτσι, ὥστε νὰ ζῆ ἀναγκαστικὰ μὲ αὐτὸν τὸν πάναγνο τρόπο ζωῆς, οὔτε, ἐνῶ ἡ ἴδια πρόσφερε ὅ,τι καί οἱ ἄλλοι, τὴν ἐτίμησε ὁ Θεὸς μὲ μεγαλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους βοηθήματα.

Ἀλλὰ ἡ Παρθένος νίκησε τὴν πρωτάκουστη καὶ θαυμαστὴ αὐτὴ νίκη χρησιμοποιώντας μόνο τὸν Ἑαυτό Της καὶ τὰ ὅπλα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους γιὰ τὸν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς.

8. Γιατί τό νὰ νομίση κανείς ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ μέσα στὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀρετὴ ὅπως καὶ τὰ ἄλλα δημιουργήματα, εἶναι πρᾶγμα ποὺ ἀντίκειται πρὶν ἀπὸ ὅλα στὴν ἴδια τὴν φύση τῆς ἀρετῆς, ἡ ὁποία εἶναι προαιρετικὸ ἀγαθὸ καὶ ἔργο τῆς προσωπικῆς μας θελήσεως. Γιατί ἀκριβῶς σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ “εἶναι” ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι λογικὰ καὶ μὲ ἐλεύθερη θέληση ὄντα, τὸ “εὖ εἶναι” δὲν μπορεῖ παρὰ νά ὑπάρχη στὴν καλὴ χρήση τῆς λογικότητος καὶ τῆς αὐτόνομης θελήσεώς τους.

Οὔτε βέβαια εἶναι δυνατόν τό “εὖ” νὰ καταστρέφη τὸ “εἶναι” οὔτε ἡ πρόοδος στὴν ἀρετὴ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μειώνη τά καλὰ ποὺ ἐκ φύσεως ἔχουμε, ἀφοῦ προορισμὸς της εἶναι νά τὰ αὐξάνη. Γιατί θά ἦταν ἀσφαλῶς ἄτοπο αὐξάνοντας τὴν ἀρετὴ νὰ μειώνουμε τὴν ἐλευθερία, νὰ καταστρέφουμε δηλαδὴ ἔτσι μὲ τὰ καλὰ ἔργα τὸν ἲδιο μας τὸν ἑαυτό, αὐτὸ ποὺ ἐκ φύσεως εἴμαστε.

Ἀλλὰ ἡ υἱοθέτηση αὐτῶν τῶν σκέψεων εἶναι ἀρχὴ γιὰ χίλια δυὸ ἀτοπήματα. Γιατί εἶναι ἀνάγκη νὰ παραδεχθοῦμε τότε ἕνα ἀπὸ τὰ δυό: ἢ ὅτι κανεὶς δὲν ἔχει εὐθύνη γιά καμμιὰ ἁμαρτία του καὶ ὅτι, ἀντίστοιχα, οἱ ἀγαθοὶ δὲν κερδίζουν δίκαια τά βραβεῖα -ἀφοῦ δὲν ὁδηγοῦν οἱ ἴδιοι τούς ἑαυτούς τους οὔτε εἶναι κύριοι τῆς θελήσεώς τους- ἤ, ἂν δὲν τὸ παραδεχώμαστε αὐτό, πρέπει ἀσφαλῶς νά πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, ἀφοῦ, διαχωρίζοντας τούς ἀνθρώπους, ἄλλους στεφανώνει καὶ ἄλλους καταδικάζει στὶς ἔσχατες τῶν ποινῶν, χωρὶς οὔτε στὸ ἕνα οὔτε στὸ ἄλλο νὰ ἐνεργῆ λογικά.

Θὰ ἦταν δὲ κατ’ ἐξοχὴν μοχθηρό, ἐάν, ἐνῶ ἔχει τή δυνατότητα νά ἀναδείξη ὅλους τους ἀνθρώπους ἀρίστους καὶ τὸ χέρι του μπορεῖ νὰ μοιράση τά ἀγαθὰ κατὰ τὸν ἲδιο τρόπο σὲ ὅλους, δὲν τὸ ἔκανε.

Πῶς θὰ ἦταν ἒτσι δυνατὸν νὰ ἰσχύη ἀκόμη τό ὅτι ὁ Θεὸς δὲν “λαμβάνει πρόσωπον ἀνθρώπου” καὶ ὅτι “πάντας θέλει σωθῆναι” καὶ ὅτι ἀποτελεῖ γιά τοὺς ἀνθρώπους τό ἀγαθὸ ἐκεῖνο ποὺ προσφέρεται σὲ κοινωνία καὶ μετοχὴ τόσο περισσότερο ἀπὸ ὅλα -καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ ἀπὸ τὸ φῶς καί τὰ ὑπόλοιπα- ὅσο περισσότερο “κενώθηκε” καὶ ὅσο περισσότερο εἶναι πλούσιο ἀγαθό; Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι μόνο ἕνα συμπέρασμα καὶ ἕνας συλλογισμός. Γιατί εἶναι ἐντελῶς φανερὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἐτίμησε ὅλους τούς ἀνθρώπους μὲ τὴ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς δωρεὲς ἐκεῖνες ποὺ βοηθοῦν τὸν ἂνθρωπο νὰ ζήση τὴν ἀληθινὴ ζωή.

Ἂν ὅμως τιμήθηκαν ὅλοι μὲ τὴ μεγαλύτερη, εἶναι φανερὸ ὅτι ἔλαβαν ὅλοι τὴν ἴδια. Γιατί μεγαλύτερο ἀγαθό, δηλαδὴ ἀγαθὸ ποὺ νὰ ὁδηγῆ κατὰ καλύτερο τρόπο πρὸς τὴν ἀρετὴ ἀπὸ τὴν κατὰ σάρκα ζωὴ καὶ πολιτεία τοῦ Σωτήρα, ἀπὸ τὸ θὰνατο, τὴν ἀνάσταση καὶ ὅλα τά ἄλλα ποὺ προέρχονται ἀπὸ αὐτὰ -καὶ ποὺ ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη μπορεῖ νὰ ἀπολαμβάνη ἐξ ἴσου- εἶναι βέβαια καὶ ἀδύνατο νὰ δημιουργήση κανείς καὶ τὸ νὰ θεωρήση ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνη κάτι τέτοιο, πρᾶγμα ἀπὸ τὰ πιὸ παράλογα. Ἑπομένως ἡ βοήθεια μὲ τὴν ὁποία ἐβοήθησε τή μητέρα Του δὲν εἶναι καθόλου μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὁποία ἐχάρισε γενικὰ σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους.

9. Ἔτσι ἡ Πανάμωμη μὲ τὰ νόμιμα χαρίσματα καὶ τὴν ἀξιοποίησή τους ἡ Ἴδια ἔπλεξε στὸν Ἑαυτό Της αὐτὸ τὸ στεφάνι. Γιατί, ἐνῶ ἡ βοήθεια ποὺ δέχθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἦταν ἡ ἴδια μὲ ἐκείνη ποὺ δέχθηκαν ὅλοι, Αὐτὴ τόσο πολὺ ξεπέρασε τούς ἄλλους μὲ ὅσα πρόσθεσε ἀπὸ τὸν Ἑαυτό Της, ὥστε ὂχι μὸνο νὰ νικήση παντοῦ ὅπου ἐκεῖνοι νικήθηκαν, ἀλλὰ καὶ νὰ νικήση τόσο λαμπρά, ὥστε ἡ νίκη Της νὰ ἐπαρκέση καὶ γιά τὴν προσωπική Της δόξα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ νὰ εἶναι σάν μιὰ νίκη ποὺ τὴν ἐπέτυχαν ὅλοι. Γιατί δὲν ἀπέδειξε χειρότερο τό ἀνθρώπινο γένος ξεπερνώντας το σὰν ἕνας ἀντίδικός του, ἀλλὰ τὸ ἐκόσμησε.

Οὔτε τὸ ἔκαμε νά ντρέπεται σά νά νικήθηκε, ἀλλά τὸ φανέρωσε λαμπρότερο. Οὔτε μὲ τὸ νὰ γίνη ἡ Ἴδια ἐξαιρετικὰ ὡραία ἀποκάλυψε τὴν ἀσχήμια των ὁμοφύλων της, ἀλλὰ τοὺς χάρισε ὡραιότητα. Οὔτε πάλι μὲ τὸ ὅτι ὑπερασπίσθηκε μὲ ἐπιτυχία τὴν ἀνθρώπινη φύση μέσα της, μεταθέτοντας ἒτσι καθαρὰ τὴν αἰτία της ἁμαρτίας στὸν κάθε ἄνθρωπο χωριστά, ἔκαμε βαρύτερες τὶς εὐθύνες γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἀντίθετα, ἔχοντας ἡ Ἴδια εὐδοκιμήσει μὲ πρωτοφανὴ τρόπο, κατήσχυνε καὶ νίκησε τὴν ἁμαρτία, γιὰ νὰ ἀπαλλάξη ἀπὸ κάθε κακία τοὺς κατησχυμμένους καὶ νικημένους. Κι ἔτσι τό κάλλος, ποὺ δόθηκε στὴν ἀνθρώπινη φύση, δὲν τὸ διατήρησε ἀνόθευτο ἀπὸ κάθε ξὲνο στοιχεῖο μὸνο στὸν Ἑαυτό Της, ἀλλά, ὅσο ἦταν δυνατόν, καὶ σὲ ὅλους τούς ἄλλους ἀνθρώπους.

10. Καὶ ἂν ἤθελε κανείς νά ἐξετάση, θά μποροῦσε νά βρῆ γιά ὅλα τοῦτα πολλὲς καὶ λαμπρὲς ἀποδείξεις. Πρὶν ἀπὸ ὅλα, τίποτε δὲν ἐμπόδισε τόν Θεὸ νὰ κατέλθη καὶ νά σκηνώση μέσα Της μὸλις χρειάσθηκε. Γιατί δὲν θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ κατέλθη, ἂν ἦταν οἰκοδομημένο ἀνάμεσά τους τὸ διαχωριστικὸ τεῖχος, πρᾶγμα ποὺ θὰ συνέβαινε, ἂν ὑπῆρχε μέσα Της κάτι συγγενικὸ πρὸς τὴν ἁμαρτία, γιατί, ὅπως λέγει ὁ Προφήτης, «oἱ ἁμαρτίες σας διαχωρίζουν ἀνάμεσα σὲ σᾶς καὶ σὲ μένα».

Κι οὔτε βέβαια πρέπει νά νομίσουμε ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἀντιστεκόταν πρὸς τὴν κάθοδο τοῦ Θεοῦ τό τεῖχος καὶ ὅτι κατεβαίνοντας ὁ Θεὸς τὸ ἐγκρέμισε μὲ τὴ δύναμή Του. Γιατί τό μὲσο μὲ τὸ ὁποῖο ἔκρινε καλὸ νά καταλύση αὐτό τό φραγμὸ δὲν ὑπῆρχε, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος δὲν εἶχε ἀκόμη κατέλθει. Καὶ ἐννοῶ ἀσφαλῶς τὸ αἷμα καὶ τὸ πάθος, γιατί μὲ αὐτὸ μόνο τὸν τρόπο ἔπρεπε νά νικιέται ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ ἀκόμη καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ ζοῦσαν στὴν ἐποχὴ τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου -καὶ στοὺς ὁποίους προεικονιζόταν ἡ Χάρη- λέγει ἡ Γραφὴ ὅτι «χωρὶς νὰ χυθῆ αἷμα, δὲν μποροῦσε νὰ ὑπάρξη ἄφεση ἁμαρτιῶν».

Ἐξ ἄλλου ποιὸς δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ κρίσεις τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν Παρθένο ἀποδεικνύουν πὼς ἦταν ἀμέτοχη στὴν παραμικρὴ ἁμαρτία; Γιατί ὁ Ἴδιος ὁ Κριτής, ποὺ “δὲν κρίνει μὲ προσωποληψία”, κρίνοντας καὶ τὴν κοινὴ μητέρα ὅλων των ἀνθρώπων (τὴν Εὔα) καὶ τὴν Παρθένο, τὴν Εὔα, ποὺ ἁμάρτησε, ἐτιμώρησε ἐπιτρέποντας νὰ ζῆ μὲ λύπη, ἐνῶ τὴν Παρθένο ἀξίωσε νὰ χαίρη.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ λύπη ἁρμόζει στοὺς ἁμαρτωλούς, αὐτοὶ στοὺς ὁποίους ἁρμόζει ἡ χαρὰ εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν ἔχουν τίποτε τό κοινὸ μὲ τὴν ἁμαρτία. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λὸγο πρὶν ἀπὸ τὴν Παρθένο σὲ κανέναν ἀπολύτως ἄλλον ἄνθρωπο μέσα στοὺς αἰῶνες δὲν ἀπηύθυνε ὁ Θεός τό “χαῖρε”, ἀφοῦ ὅλοι ἦσαν ἀκόμη ὑπόδικοι καὶ μέτοχοι τῆς παλαιᾶς, κακότυχης κληρονομιᾶς.

Ἀλλά αὐτὸ γίνεται φανερὸ καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἐξετάζουν τὴν προετοιμασία τῆς Παρθένου γιὰ τὴ διακονία τοῦ μυστηρίου. Ὅταν Ἐκείνη ρώτησε γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ πραγματοποιόταν ἡ παράδοξη γέννηση καὶ τί ἀλλοίωση ἔπρεπε νά ὑποστῆ ὥστε νά κυοφορήση καὶ νά γεννήση τόν Θεό, ὁ Γαβριὴλ ἀπαντώντας μίλησε γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴ δύναμη τοῦ Ὑψίστου καὶ ἄλλα σχετικά. Πουθενὰ ὅμως στὴν χαρμόσυνη ἀγγελία τοῦ Ἀγγέλου δὲν ἔγινε λόγος γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ἐνοχὴ καὶ γιὰ ἄφεση ἁμαρτιῶν.

 Ἐν τούτοις, αὐτὴ ἡ προετοιμασία θὰ χρειαζόταν ἀσφαλῶς πρὶν ἀπὸ ὁποιεσδήποτε τυχὸν ἄλλες. Γιατί, ἀφοῦ ὁ Ἡσαΐας, ὅταν ἐπρόκειτο νά σταλῆ σάν ἁπλὸς προάγγελος τοῦ ἀγνώστου ὡς τότε μυστηρίου (τῆς Σαρκώσεως), εἶχε ἀνάγκη καθάρσεως καὶ μάλιστα μὲ φωτιά, τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ζητήθηκε καμμιὰ κάθαρση ἀπὸ Ἐκείνη πού, ὅταν ἔφθασε ὁ καιρός, χρειάσθηκε νὰ διακονήση στὴν πραγματοποίηση τοῦ μυστηρίου -κι αὐτὸ ὄχι μόνο μὲ τὴ γλώσσα, ἀλλὰ προσφέροντας καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὅλη τὴν ὕπαρξή της- δὲν φανερώνει αὐτὸ σαφέστατα ὅτι δὲν εἶχε τίποτε ποὺ ἔπρεπε νά ἀποβάλη; Ἂν δὲ ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς διδασκάλους ποὺ ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Παρθένος καθαρίσθηκε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, πρέπει νά θεωρήσουμε ὅτι λέγοντας κάθαρση ἐννοοῦν τὴν προσθήκη χαρισμάτων, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι λένε ὅτι κατὰ τὸν ἲδιο τρόπο καθαρίζονται καὶ οἱ Ἄγγελοι, στοὺς ὁποίους βέβαια δὲν ὑπάρχει τίποτε τό κακό.

Αὐτή δὲ ἀκριβῶς τὴν ἴδια μαρτυρία φαίνεται ὅτι ἤθελε νά δώση ὁ Σωτήρας γιὰ τὴ μητέρα Του μετὰ τὴ μυστηριώδη γέννηση ὅταν σὲ δημόσια συνάθροιση εἶπε ὅτι «μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι ὅσοι ἀκοῦνε τό λὸγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν». Αὐτά τά εἶπε θέλοντας νὰ κοσμήση ὄχι τόσο ἐκείνους, ὅσο τὴ μητέρα Του. Γιατί κοσμεῖται βέβαια ἡ μητέρα, ὅταν τονίζεται ὅτι ἐκεῖνα ποὺ κάνουν τούς ἀνθρώπους ἄξιους νὰ ὀνομάζωνται “μητέρα καὶ ἀδελφοί” Του εἶναι ἡ φροντίδα γιά τὴν τήρηση τοῦ θείου νόμου.

 Πράγματι, τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν Παρθένο δὲν τὴν τὶμησε ἁπλῶς μὲ τὸ ὄνομα τῆς μητέρας οὔτε τὴν ἀποκάλεσε μὸνο, ἀλλὰ τὴν εἶχε ἀληθινὰ μητέρα, φανερώνει καθαρὰ ὅτι αὐτὴ εἶχε ξεπεράσει κάθε κορυφὴ ἁγιότητος.

Γιατί, ἂν ἀναγνώριζε σὰν ἀκριβεῖς φύλακες τοῦ νόμου ὅσους τίμησε ἁπλῶς μὲ τὸ ὄνομα, δὲν ἔκαμε ἔτσι ὁλοφάνερο ὅτι σ᾽ Ἐκείνη, στὴν ὁποία ἔδωκε καὶ τὴν πραγματικότητα, σ᾽ Ἑκείνη δηλαδὴ ποὺ ὑπῆρξε ἀληθινὰ μητέρα Του, δὲν βρῆκε ποτὲ καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση κάτι ποὺ νὰ μὴν ἁρμόζη στὰ θελήματα καὶ τοὺς νόμους Του; Φανέρωσε ἀντίθετα ὅτι ἀναγνώρισε στὴν Παρθένο ἀρετὴ ποὺ τόσο ξεπερνάει κάθε ἀνθρώπινο μέτρο, ὅσο τό νὰ εἶναι κανείς πραγματικά κάτι, ἀπὸ τὸ νὰ ὀνομάζεται ἁπλῶς, ὅσο δηλαδή ἡ πραγματικότητα βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὰ ὀνόματα.

Γιατί, ὅπως δὲν ὑπῆρχε τρόπος νά γεννήση τό Χριστὸ καλύτερα ἀπὸ ὅ,τι Τὸν γὲννησε οὔτε νὰ γίνη κατὰ τρόπο πραγματικώτερο μητέρα Του ἀπὸ ὅ,τι ἔγινε, ἀλλά ἔφθασε στὴ σχέση Της πρὸς αὐτὸν στὸ ἀκρότατο ὅριο γνησιότητος, ἔτσι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ φθάση καὶ σὲ μεγαλύτερο μέτρο ἀρετῆς ἀπὸ ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο ἔζησε ὅλη τὴ ζωή Της.

11. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἑξῆς εἶναι σημεῖο φανερὸ ὅτι ἡ μακαρία Παρθένος ἦταν ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε κακία: τὸ ὅτι εἶχε εἰσέλθει στὸ ἁγιώτατο τμῆμα τοῦ Ναοῦ, τὰ Ἅγια των Ἁγίων ποὺ ἦσαν ἄβατα καὶ γιὰ τὸν Ἴδιο τὸν Ἀρχιερέα, ἂν προηγουμένως δὲν εἶχε καθαρισθῆ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, μὲ τὸν τρόπο βέβαια ποὺ ἦταν δυνατὸν νὰ καθαρίζωνται τότε οἱ ἁμαρτίες. Γιατί μὲ τὸ ὅτι δὲν εἶχε ἀνάγκη γιὰ ἐξιλαστήριες θυσίες καὶ ἄλλους καθαρισμοὺς ἀπέδειξε ὅτι δὲν εἶχε τίποτε γιά νά καθαρίση.

Καί δὲν εἰσῆλθε ἁπλῶς στὰ Ἅγια των Ἁγίων μὲ αὐτὸν τὸν τὸσο παράδοξο τρόπο, ἀλλὰ καὶ κατοίκησε ἐκεῖ ἀπὸ βρέφος μέχρι τὴν νεανική της ἡλικία. Δὲν ὑπῆρξε ἔτσι ἀνάγκη γιὰ καθαρτήριες θυσίες οὔτε κατὰ τὴ γέννηση οὔτε κατὰ τὴν ἀνάπτυξή της. Καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖνα τά χρόνια δὲν φαινόταν νὰ ἀντιβαίνη σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς θεσμοὺς αὐτό τό πρᾶγμα, τό νὰ φρίττη δηλαδὴ καὶ νὰ τρέμη ὁ Ἀρχιερεὺς νὰ διασχίση τὴν εἴσοδο, κι αὐτὸ μιὰ φορά τό χρὸνο καὶ χωρὶς νὰ ἔχη παραλείψει τὶς ἐξιλαστήριες θυσίες, ἡ δὲ Παρθένος νὰ χρησιμοποιῆ τά Ἅγια τῶν Ἁγίων σὰν κατοικία Της καὶ νὰ τρώγη καὶ νὰ κοιμᾶται καὶ νὰ περνᾶ ἐκεῖ ὁλόκληρη τὴ ζωή Της.

Συμμετεῖχε λοιπὸν ἡ Παρθένος στὰ ἀνθρώπινα, ἀλλὰ κατὰ ἕναν τρόπο ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀφοῦ τά ἀναγκαῖα γιὰ τὴν τροφή Της δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ τῆς τὰ προσφέρουν ἄνθρωποι, ἀλλὰ Ἄγγελος ἑτοίμαζε τὸ τραπέζι Της.

Ἀποδεικνύεται λοιπόν τό πὸσο ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ψόγο καὶ καθαρώτερη ἀπὸ τὸ νὰ χρειάζεται τὶς καθαρτήριες τελετές τοῦ νόμου, πρᾶγμα ποὺ ἦταν φανερὸ στὰ μάτια ὄχι μόνο Ἐκείνου ποὺ βλέπει τά κρυφά, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Τόσο ἡ ἀρετὴ Της ἦταν μεγάλη καὶ λαμπρή, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνη κρυμμένη. Καὶ μολονότι ἡ ἡλικία Της καὶ τὸ γένος Της καὶ ἡ ζωή Της δὲν μποροῦσαν νὰ διακηρύξουν τὴν ἀρετή Της, καὶ μάλιστα σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἦσαν ἀκόμη τυφλοὶ καὶ βουτηγμένοι στὸ βαθὺ σκοτάδι -ἀφοῦ ὁ Ἥλιος της δικαιοσύνης δὲν εἶχε ἀκόμη φανῆ- τίποτε δὲν ἐμπόδιζε τό φῶς ἐκεῖνο τῆς Παρθένου νὰ λάμψη καὶ τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς Της νὰ κάμη, ξεπερνώντας ὅλα τα ἐμπόδια, αἰσθητὴ στοὺς τυφλοὺς τὴν ἀκτίνα ποὺ εἶχε φθάσει στὴ γῆ.

Καί ἦταν φυσικό. Γιατί τί μποροῦσε νὰ ὑπάρξη τόσο μεγάλο, ὥστε νά συγκαλύψη τό μέγεθος τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σωφροσύνης Ἐκείνης, ἡ Ὁποία κατὰ τὸν Προφήτη “ἐκάλυψε καὶ αὐτούς τούς οὐρανούς”; Γιατί ἐκείνη ποὺ ἦταν τόσο ἰσχυρότερη ἀπὸ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη κακία, ὥστε μεμιᾶς καὶ εὐκολώτατα νὰ τὴν ἐξαλείψη ὁλόκληρη, πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ συγκαλυφθῆ ἀπὸ τὴν ἀχλύ τῆς κακίας, ὅταν ἐμφανίσθηκε;

12. Γι’ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν διακρίνει στὴν Παρθένο τά πιὸ μεγάλα καὶ πιὸ θαυμαστὰ πράγματα, τέτοια ποὺ κανεὶς ἄλλος ποτὲ δὲν εἶχε, τὴν τιμοῦσαν μὲ ὅ,τι καλύτερο εἶχαν, προσφέροντάς Της γιὰ κατοικία τὸν πιὸ ἱερὸ χῶρο ποὺ ὑπῆρχε. Ἔτσι τό χῶρο ἐκεῖνο ποὺ εἶχαν ξεχωρίσει καὶ εἶχαν ἀφιερώσει σὰν δῶρο ὅλης τῆς γῆς ἀποκλειστικά στὸν Θεό, αὐτὸν ἔδωκαν σάν κατοικία καὶ στὴν Παρθένο. Γιατί θεώρησαν ὅτι ὁ ἴδιος χῶρος ἔπρεπε νά εἶναι καὶ ναός τοῦ Θεοῦ καὶ κατοικία τῆς Παρθένου, γιατί ἔπρεπε μὲ τὰ ἴδια πράγματα νὰ λατρεύεται ὁ Θεὸς καὶ νὰ τιμᾶται ἡ Παρθένος ἢ μᾶλλον ἔπρεπε ὁ ἴδιος οἶκος ποὺ εἶχε μέσα του τὴν Παρθένο νὰ εἶναι καὶ ναός τοῦ Θεοῦ.

Ὁ δὲ Θεὸς ποὺ Τὴν ἐγνώριζε πολὺ καλύτερα, σὰν καρδιογνώστης ποὺ εἶναι, ὅπως ἐγνώριζε καὶ ὅσα ἦταν ἄξια ἡ Παρθένος νὰ λάβη ἀπὸ αὐτὸν -καὶ ὄχι μόνο τά ἐγνώριζε, ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν δύναμη νὰ τὰ δώση- τὴν κοσμοῦσε μὲ καθετί ποὺ ἦταν ἀληθινὰ ἄξιό Της. Ἒτσι, ἀφοῦ τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα ἄβατα, τὴν ὁδήγησε σὲ ἄλλη σκηνὴ φτιαγμένη ὄχι ἀπὸ νεφέλη οὔτε ἀπὸ ἀγγελικὰ ἢ ἀρχαγγελικὰ φτερὰ οὔτε ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ δουλικὰ πράγματα, ἀλλὰ ἔγινε Αὐτὸς ὁ Ἴδιος γιὰ τὴν μακαρία σκηνή, αὐτὸς “ποὺ κατοικεῖ στὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτο”.

Κι ὅπως ἀνήγγειλε ὁ ἱερώτατος Γαβριήλ, τὴν “ἐπεσκίασεν ἡ Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος”. Γιατί ὁ Θεὸς μόνο τὸν ἑαυτὸ Του βρῆκε ὅτι μποροῦσε νὰ γίνη σκηνὴ ἄξια σ’ Ἐκείνη, ποὺ μόνη ἔγινε ἄξια γιὰ τὸν Θεὸ σκηνή.

13. Τὸ ὅτι πάλι κατοίκησε στὸν ἂβατο ἐκεῖνο χῶρο δὲν εἶναι κάτι ποὺ τιμᾶ τὴν Παρθένο, ἀλλὰ μᾶλλον ἐκεῖνο τό χῶρο. Ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸ παλαιὸ Πάσχα τιμᾶται ἀπὸ τὴν προσθήκη τῆς σφαγῆς ἐκείνης ποὺ συμβόλιζε, καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἀπὸ τὸ πνευματικὸ βάπτισμα καὶ τὰ ὑπόλοιπα σύμβολα ἀπὸ τὶς ἀληθινὲς πραγματικότητες. Γιατί, ἂν ἄλλα σύμβολα συμβόλιζαν καὶ ὁδηγοῦσαν σὲ ἄλλες πραγματικότητες, τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὁδηγοῦσαν ἀσφαλῶς στὴν παναγία Παρθένο. Τὸ γεγονὸς πράγματι ὅτι ἡ εἴσοδος στὰ Ἅγια των Ἁγίων ἐπιτρεπόταν μόνο στὸν Ἀρχιερέα κι αὐτὸ μιὰ φορά τό χρὸνο κι ἐνῶ εἶχε προηγουμένως καθαρισθῆ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ὑποδηλοῦσε τὴν μυστηριώδη κυοφορία τῆς Παρθένου, ποὺ ἔφερε μέσα Της τὸ μόνον ἀναμάρτητο, Ἐκεῖνον ποὺ μὲ μιὰ μόνη ἱερουργία καὶ μιὰ φορὰ μέσα στοὺς αἰῶνες ἐξάλειψε ὅλη τὴν ἁμαρτία. Καὶ τὸ ὅτι πάλι τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἦσαν ἄβατα σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πιὸ ἱερὸ ἀπὸ ὅλους, ἦταν σημεῖο ποὺ φανέρωνε πὼς ἡ μακαρία Παρθένος οὐδέποτε ἔφερε στὴν ψυχὴ Της κάτι ποὺ νὰ μὴν ἦταν ἐξ ὁλοκλήρου ἅγιο.

Ἦταν δὲ τόσο πολὺ σεβαστὸς ὁ ναός, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ δεχθῆ μέσα του Ἐκείνη, ἀφοῦ τίποτε ἄλλο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὑπῆρχαν μέσα του δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τοῦ δώση αὐτὴ τὴ μεγαλειώδη σεμνότητα. Τίποτε πράγματι ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἦταν τόσο πολύτιμο, ὥστε ἡ
ἀξία του νὰ τὸ κάνη ἀπρόσιτο στοὺς πολλούς. Ἀφοῦ τό μάννα ἦταν δυνατὸν καὶ στὰ χέρια τους νὰ τὸ κρατήσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ στὸ σπίτι τους νὰ τὸ πάρουν καὶ νὰ τραφοῦν μὲ αὐτό. Καὶ ἡ ράβδος τίποτε τὸ ἱερώτερο δὲν εἶχε ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ποὺ τὴν κρατοῦσαν καί γιὰ χάρη τῶν ὁποίων πέταξε βλαστοὺς μέ φύλλα.

Τέλος κι ἀπὸ τὶς πλάκες, τὶς πολυτιμότερες ἀπ’ ὅλες, αὐτὲς ποὺ περιεῖχαν τό νὸμο, ὅλοι μποροῦσαν νὰ τὶς κρατήσουν στὰ χέρια. Τί λοιπὸν πρέπει νά θεωρήσουμε ὅτι τιμοῦσε τόσο πολὺ ἐκεῖνον τό χῶρο, ἂν ὂχι oἱ προεικονίσεις τῆς Πανάγνου, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὅλα τά πράγματα ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ εἶχαν τὴν ἀναφορά τους καὶ ὁδηγοῦσαν σ’ Ἐκείνη; Γι’αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λὸγο, ἐνῶ ἦταν ἀπροσπέλαστος σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἦταν βατὸς γι’ αὐτήν.

Καί μόλις φάνηκε ἡ Παρθένος, ἀμέσως κατήργησε τό νὸμο ποὺ ἴσχυε ἀπὸ τὴν ἀρχή, πρᾶγμα ποὺ δείχνει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ὁ ναὸς δὲν ἐπέτρεπε τὴν εἴσοδο σὲ κανέναν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐπειδὴ τιμοῦσε Ἐκείνη καὶ κρατοῦσε τὸν Ἑαυτό του μὸνο γι’ Αὐτήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ἦταν τόσο πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν δέχθηχε ποτὲ οὔτε τὸ παραμικρὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης μικρότητος.

Κι αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ γνωρίσουμε ὅτι, ἂν ὁ χῶρος ποὺ εἰκόνιζε τὴν Παρθένο τὸσο πολὺ ἀπεῖχε ἀπὸ ὅλους καὶ δὲν εἶχε, γιά νά τὸ ποῦμε ἒτσι, τίποτε τό κοινὸ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν οἰκουμένη, τί πρέπει νά σκεφθοῦμε γιά τὶς ἴδιες τὶς πραγματικότητες, ἀφοῦ βέβαια εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὸ μὲτρο τῶν μικροτέρων πραγμάτων νὰ γνωρίζουμε τό ὕψος καὶ τὴν ἀξία τῶν πιὸ μεγάλων;

14. Γιατί, ὅπως ἀκριβῶς αὐτά τά ἴδια τά σώματα μὲ τὴν ὕπαρξή τους ἐμφανίζουν καὶ διασφαλίζουν μέσα στὴ σκιὰ τὴν περιγραφὴ καὶ τὸ σχῆμα τῶν σωμάτων τά ὁποῖα περιγράφονται, κατὰ τὸν ἲδιο τρόπο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Παρθένος ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ ὅλα τά ἀνθρώπινα πράγματα καὶ ἀφοῦ προῆλθε ἀπὸ τῆ γῆ δέν εἶχε στὴ συνέχεια τίποτε νά πάρη ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ κράτησε ἀπρόσβλητη τὴ βούλησή της ἀπὸ κάθε κακία, συμβολιζόταν σὰν μὲ κάποιο ἀσαφὲς καὶ ἀμυδρὸ σύμβολο ἀπὸ τὰ Ἅγια των Ἁγίων.

Κι αὐτὸ εἶναι φυσικὸ ἐπακόλουθο καὶ συμβαδίζει καὶ μὲ τή λογική τῶν πραγμάτων καὶ μὲ τὴ φυσικὴ τάξη. Γιατί ἦταν ἀνάγκη κάποιος ἄνθρωπος νὰ ἀποδειχθῆ ἀνώτερος ἀπὸ κάθε ἁμαρτία χρησιμοποιώντας τὴν προθυμία τοῦ λογισμοῦ καὶ τὴ δύναμη τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του, χωρὶς νὰ ἔχη λάβη τό δῶρο νὰ εἶναι μητέρα τοῦ ἀναμάρτητου, πρὶν δηλαδὴ ἀκόμη ἀποκτήση συγγένεια μὲ Ἐκεῖνον. Κι αὐτὸ γιὰ πολλοὺς λόγους. Πρῶτα πρῶτα ἐπειδὴ ἦταν ἀνάγκη ἡ ἀνθρώπινη φύση νά φανερωθῆ τέτοια ποὺ πλάσθηκε, γιά νά προξενήση στὸν Τεχνίτη τὴν τιμὴ καὶ τὴν δόξα ποὺ τοῦ ἔπρεπε. Γιατί βέβαια οὔτε στὸ γενάρχη οὔτε στοὺς ἀπογόνους του ἦταν δυνατὸν νὰ βρῆ κανεὶς ἀκέραιο τὸν ἂνθρωπο, ἀφoῦ ὅλοι ἦταν διεφθαρμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Ὁ δεύτερος πάλι Ἀδάμ, μὲ τὸ νὰ εἶναι καὶ Θεὸς κατὰ φύση, δὲν παρουσίασε τή δεύτερη φύση Του, τὴ δική μας ἔτσι, ὥστε νὰ εἶναι μόνη της ὁρατή. Γιατί δὲν εἶχε πρὸς τὴν ἁμαρτία τὴ σχέση ποὺ ἔπρεπε νά ἔχη ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Δὲν διάλεξε, ἔχοντας ροπὴ καὶ πρὸς τὰ δυό, ἀπὸ τὸ κακό τό καλὸ οὔτε ἔτρεξε πρὸς τὸ καλό, ἐνῶ μποροῦσε νὰ γίνη κακός, ἀλλ’ οὔτε ἦταν βέβαια ποτὲ δυνατὸ Αὐτὸς νὰ ἁμαρτήση.

Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ φανῆ Ἐκεῖνος πού, ἐνῶ μποροῦσε νὰ ἁμαρτήση, δὲν ἁμάρτησε καθόλου, φανερώνοντας ἔτσι πῶς ἤθελε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Γιατί διαφορετικά, ἂν δηλαδὴ ἡ φύση δὲν εὕρισκε στὸ πρόσωπο κανενὸς ἀνθρώπου τὴ μορφὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Δημιουργὸς τὴν εἶχε πλάσει, θά ἀποδεικνυόταν μάταιη ἡ ἐπιδεξιότης τοῦ Δημιουργοῦ κι αὐτὸ στὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ ἔργα Του.

Ἔπειτα, πῶς εἶναι λογικὸ νά μὴν τηρηθῆ κάποτε στὴν πληρότητά του ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχη περίπτωση νά νομοθετῆ ἄσκοπα ὁ σοφός, χωρὶς νὰ πρόκειται νά ὑπάρξη κανένας ποὺ θά ἀκολουθήση ὅλους τούς νόμους, καὶ νὰ διατάσση πράγματα στὰ ὁποῖα κανένας δὲν πρόκειται νά πειθαρχήση καὶ νά ὁμιλῆ χωρὶς νά βρίσκη κανέναν ποὺ νά θέλη νά τὸν ἀκούση κι ἔτσι αὐτός, ποὺ εἶναι σὲ ὅλα τά σημεῖα εὐτυχής, ἐδῶ νά μὴν εἶναι;

15. Ἐκεῖνο λοιπόν τό ὁποῖο ἦταν ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀναγκαῖο νὰ συμβῆ, τὸ νὰ ὑπάρξη δηλαδή ἕνας κατὰ πάντα συνεπὴς ἐκτελεστής τῶν θείων διαταγμάτων, ἕνας ἄνθρωπος καθαρὸς ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, ποιὸς ἄλλος παρὰ ὁ ἄριστος μποροῦσε νὰ τὸν ἐνσαρκώση; Καὶ ἄριστη ὑπῆρξε κατὰ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ ἡ μακαρία Παρθένος, Ἐκείνη τὴν ὁποία διάλεξε ὁ Ἴδιος σὰν ναὸ γιὰ τὸν Ἑαυτό Του, προτιμώντας την ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Ἀφοῦ λοιπὸν ἦταν ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ φανερώση κάποιος ἄνθρωπος μὲ σαφήνεια τὴν ἀνθρώπινη φύση τέτοια ποὺ εἶναι πράγματι καὶ oἱ ἄλλοι ὅλοι ὑστέρησαν στὸ νά τὸ ἐπιτύχουν, δὲν ἀπόμενε παρὰ νὰ τὸ κατορθώση ἡ Παρθένος.

Ὅπως λοιπὸν εἶπα πιὸ πάνω, ὁ Θεὸς ἔβαλε μέσα μας δύναμη νὰ νικᾶμε τὴν ἁμαρτία ἀγρυπνώντας καὶ πολεμώντας, κι Αὐτὸς θὰ μᾶς κοσμοῦσε, ὅταν θὰ εἴχαμε νικήσει, καὶ μὲ τὸ νὰ μᾶς καταστήση ἐντελῶς ἀκίνητους στὸ ἀγαθό. Αὐτὰ καὶ τὰ δυό τά ἔφερε στὴν ἀνθρώπινη φύση μόνη ἡ Παρθένος. Τὸ πρῶτο μὲ ἐκεῖνα ποὺ κατώρθωσε αὐτὴ ἡ Ἴδια στὸν Ἑαυτό της, τὸ δεὺτερο μὲ Ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε μητέρα.

Γιατί διὰ τῆς Παρθένου ἀπέδειξε ὁ ἄνθρωπος ὁλοφάνερα καὶ πάνω στὴν πράξη τή δύναμη ποὺ ὑπῆρχε μέσα του ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Ἡ Παρθένος παρέμεινε πράγματι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς Της ἀνέπαφη ἀπὸ κάθε κακία χάρις στὴν ἄγρυπνη προσοχή Της, στὴ σταθερή θέλησή Της καὶ στὴ μεγαλειώδη σωφροσύνη Της. Ἐνῶ στὸν Χριστό, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴ κατὰ τρόπο ἀνέκφραστο ἔλαβε ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ βραβεῖο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ἀναμάρτητος χωρὶς νὰ χρειασθῆ νὰ ἀγωνισθῆ καὶ νά νικήση, ἦρθε στὴ ζωὴ στεφανωμένος σὰν ἡγεμόνας ποὺ παρουσιάζεται στοὺς ἀντιπάλους του στολισμένος, πρὶν ἀκόμη ἀρχίση ἡ μάχη, μὲ τὰ τρόπαια τῆς νίκης.

Δὲν κράτησε ἀνέπαφη ἀπὸ κάθε κακὸ τὴ θέλησή Του ἀγρυπνώντας, σὰν νὰ ὑπῆρχε καὶ περίπτωση νά δεχθῆ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἡ θέλησή Του ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἐντελῶς ἀμόλυντη καὶ ἀνεπίδεκτη κάθε κακίας, ὅπως ἔλαβε ἀπὸ τὸν τάφο ζωντανό τό σῶμα Του πέρα ἀπὸ κάθε φθορά. Ἒτσι, μὲ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόταν τό γένος μας, συμβάδιζε καὶ ἡ ποιότης τῶν δώρων πού μᾶς ἔδινε ὁ Θεός. Ἡ μιὰ γέννησε τὴν ἄλλη, τὸ νὰ γίνη δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀναμάρτητος μὲ τοὺς ἀγῶνες του ἔφερε τό δῶρο του νὰ ἔχη ἐντελῶς ἀκίνητο μέσα του τὸ ἀγαθό.

16. Ἒτσι τὴν πρώτη καθαρότητα ἔδωσε στὴ φύση μὲ τὴν πρὸοδό της ἡ Μητέρα. Καὶ ὁ Υἱὸς ἔδωσε τὴ δεύτερη καὶ καλύτερη. Κι αὐτὸ ἁρμόζει βέβαια νὰ συμβῆ σὲ μιὰ μακάρια Μητέρα, τὸ νὰ εὐοδοθῆ δηλαδὴ καθετί ποὺ ἀφορᾶ τὸν Υἱό Της, νὰ νικηθῆ ἡ Ἴδια ἀπὸ τὴν ἀρετή τοῦ παιδιοῦ Της καὶ νὰ κατορθώση δι᾽ Αὐτοῦ μεγαλύτερα κατορθώματα καὶ νὰ δοξασθῆ περισσότερο χάρις σ’ Αὐτὸν παρὰ χάρις στὸν Ἑαυτό της.

Φανέρωσε ἒτσι σ’ αὐτὸν τὸν κὸσμο, σὰν στὸν παράδεισο, καθαρὸ κι ὁλόκληρο τὸν ἂνθρωπο, τέτοιον ποὺ πλάσθηκε στὴν ἀρχὴ καὶ τέτοιον ποὺ ἔπρεπε νά μείνη καὶ τέτοιον ποὺ θά ἦταν στὴ συνέχεια, ἂν ἀγωνιζόταν γιά τὴν εὐγένειά του. Γιατί, ἀφοῦ ἔπρεπε ἡ ἀνθρώπινη φύση νά συναντηθῆ μὲ τή θεία καὶ νὰ ἑνωθῆ μαζί της τὸσο στενά, ὥστε νὰ ὑπάρχη καὶ στὶς δυὸ ἡ ἴδια ὑπόσταση, ἦταν προηγουμένως ἀνάγκη νὰ φανερωθῆ ἡ κάθε μιὰ ἀμιγής. Καὶ ὁ Θεὸς βέβαια φανερώθηκε ὅπως ἦταν δυνατὸν σ’ Αὐτὸν νὰ φανερωθῆ, ἐνῶ τὸν ἂνθρωπο τὸν φανέρωσε μόνη ἡ Παρθένος.

Κι ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, πού ἦταν Θεὸς καὶ ἔγινε καὶ ἄνθρωπος, παρουσιάσθηκε ἀφοῦ προηγουμένως φανερώθηκε χωριστά ἡ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς δυό του φύσεις. Ὅπως ἀκριβῶς, ἀφοῦ πρῶτα ἔπλασε ὁ Θεός τό νοητὸ κὸσμο, στὴ συνέχεια ἐδημιούργησε τὸν αἰσθητὸ καὶ σὲ τρίτη φάση ἔκτισε αὐτὸν ποὺ ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ τὰ δυό, τὸν ἂνθρωπο, ἒτσι ὁ μὲν Θεὸς ὑπῆρχε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὁ δὲ ἄνθρωπος ἐμφανίσθηκε μόλις στὸ τέλος τῶν αἰώνων, στὶς ἔσχατες δὲ αὐτὲς ἡμέρες παρουσιάσθηκε ὁ Θεάνθρωπος.

Καί μοῦ φαίνεται ὅτι, ἂν ὁ Θεὸς στὸ τέλος μόλις τῶν αἰώνων ἑνώθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση κι ὄχι ἀπὸ παλαιότερα, συνέβη αὐτό, γιατί δὲν εἶχε ὡς τότε ἀκόμη ὑπάρξει ἡ ἀνθρώπινη φύση κατὰ τρόπο ἀληθινό, ἀλλὰ γιά πρώτη φορὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἐμφανίσθηκε.

17. Ἔτσι ἡ Πανάμωμη δὲν ἐδημιούργησε τὸν ἂνθρωπο, ἀλλὰ τὸν βρῆκε συντετριμμένο˙ οὔτε πάλι μᾶς ἔδωσε τή φύση, ἀλλὰ τή συνετήρησε• οὔτε μᾶς ἔπλασε αὐτή, ἀλλὰ πρόσφερε ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ἀναπλασθήκαμε. Ἔγινε ἔτσι βοηθός τοῦ πλὰστη, τὸ ἄγαλμα συνεργάσθηκε μὲ τὸν τεχνίτη. Αὐτὴ ξανάδωσε στὸ ἄγαλμα ὅ,τι εἶχε προηγουμένως κι Ἐκεῖνος πρόσθεσε αὐτὸ ποὺ δὲν εἶχε. Καὶ δὲν θά πρόσθετε βέβαια Ἐκεῖνος αὐτὸ ποὺ ἔλειπε, ἂν δὲν εὕρισκε αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε, πάνω στὸ ὁποῖο ἔπρεπε νά προσθέση τό δεὺτερο. Στὸν Ἀδὰμ ἀπὸ ὅλα τά ἄλλα ζῶα τοῦ Παραδείσου μόνη βοηθὸς ἦταν ἡ Εὔα. Καὶ τὸν Θεό, γιὰ νὰ φανερώση τή χρηστότητά Του, μόνη ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα τὸν ἐβοήθησε ἡ Παρθένος. Γιατί τίποτε ἄλλο δὲν μετεῖχε στὴ φύση τοῦ Ἀδὰμ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Εὔα, καὶ τίποτε ἑπομένως δὲν μποροῦσε νά λάβη μέρος στὶς πράξεις του.

Ἀλλὰ καὶ καμμιὰ ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες ὑπάρξεις δὲν συμμετεῖχε τόσο στὴ χρηστότητα τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ Παρθένος• ἔτσι κανεὶς ἄλλος δὲν μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήση. Γιατί βέβαια καὶ ὁ καλύτερος τεχνίτης φθάνει στὸ σκοπό του καὶ γίνεται φανερός, ὅτι εἶναι ἄριστος, ἂν βρῆ τὸ κατάλληλο ὄργανo ποὺ τὸν ἐξυπηρετεῖ στὴν πραγματοποίηση τῆς τέχνης του. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν βρῆκε ἁπλῶς ἕνα ὅργανο, ποὺ ταίριαζε κατὰ πάντα στὸ σκοπό του, ἀλλὰ ἕνα ἱκανώτατο συνεργάτη, τὴ μακαρία Παρθένο, κι ἔτσι φανέρωσε τὸν Ἑαυτό του.

Καί ὅλο τὸν ἄλλο καιρὸ παρέμενε, γιά νά τὸ ποῦμε ἒτσι, κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος ἀθέατος, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κανείς γιά νά τὸν φανερώση. Μὸλις ὅμως ὑπῆρξε ἡ Παρθένος, ἔγινε καὶ Αὐτὸς ἐντελῶς φανερός. Γιατί, ὅπως ἀκριβῶς ἀπὸ ὅλα τά σώματα μόνον διὰ μέσου τοῦ ἀέρος βλέπουμε καθαρὰ τὸν ἥλιο -ἐπειδὴ ὁ ἀέρας δὲν βάζει μαζὶ μὲ τὸ φῶς τίποτε τό δικό του μπροστὰ στὰ μάτια μας- κατὰ τὸν ἲδιο τρόπο καὶ Ἐκείνη τίποτε ἄλλο δὲν εἶχε ἐκτὸς ἀπὸ καθαρότητα καὶ ἀπὸ ὅ,τι ἦταν κατ’ ἐξοχήν συγγενικό πρός τὸ πρῶτο φῶς.

18. Γι’ αὐτὸ πανηγυρίζοντας μὲ εὐφροσύνη ἀπέραντη φθάνουμε λαμπροὶ καὶ μὲ τρόπο λαμπρὸ σ’ αὐτὴ τὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία ὅλα αὐτὰ ἔλαβαν τὴν ἀρχή τους. Στὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε ὄχι ἁπλῶς ἡ Παρθένος, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη, ποὺ Πρώτη καὶ μόνη εἶδε τὸν Ἀληθινὸ ἂνθρωπο, ἀπὸ τὸν Ὁποῖο ἐπήγασε γιὰ ὅλους ἡ δυνατότης νὰ γίνουν ἐπίσης ἀληθινοὶ ἄνθρωποι.

Σήμερα ἡ γῆ ἔδωκε καθαρὰ τὸν καρπό της, ἐνῶ ὅλο τὸν ἄλλο καιρὸ ἔδινε καρποὺς γεμάτους ἀπὸ ἀγκάθια καὶ τριβόλια, ἀπὸ τὴ συγκομιδὴ αὐτὴ ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Σήμερα ὁ οὐρανὸς κατάλαβε πὼς δὲν οἰκοδομήθηκε ἄσκοπα, ἀφοῦ Αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖον δημιουργήθηκε φανερώθηκε, ἀφοῦ ὁ ἥλιος εἶδε ἐκεῖνο, πού, γιὰ νὰ τὸ βλέπη, ἔλαβε τό φῶς.

Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση ἔνοιωσε τὸν ἑαυτὸ της καλύτερο καὶ λαμπρότερο, ἀφοῦ ἔλαμψε τό κοινὸ στολίδι τοῦ σύμπαντος.

Σήμερα “ὅλoι οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἔψαλαν μὲ φωνὴ κραταιὴ ὕμνους καὶ ἐγκώμια στὸν Κύριό τους”, τὸσο περισσότερο ἀπὸ τότε ποὺ στόλιζε τὸν οὐρανὸ μὲ τὸ στεφάνι τῶν ἀστέρων, ὅσο Αὐτὴ ποὺ ἀνατέλλει σήμερα εἶναι ὑψηλότερη, καὶ λαμπρότερη ἀπὸ κάθε ἀστέρι καὶ γιά ὁλόκληρο τὸν κὸσμο ὠφελιμώτερη.

Σὴμερα ἡ τυφλωμένη φύση τῶν ἀνθρώπων ἔλαβε διεισδυτικό ὀφθαλμό, τὴν Παρθένο, διὰ τοῦ ὁποίου ἔφθασε νά ἰδῆ τά μεγαλεῖα αὐτῆς ἐδῶ τῆς ἡμέρας. Γιατί, ὅπως ἀργότερα τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, ἔτσι ὅταν συνάντησε ὁ Θεὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση νά περιπλανιέται σκοντάφτοντας τὴν ἐλέησε καὶ τῆς ἔδωσε τὸν ἀξιοθαύμαστο αὐτὸ ὀφθαλμό. Καί εἶδε ὁ ἄνθρωπος αὐτὰ ποὺ “διὰ μέσου πολλῶν προφητῶν καὶ βασιλέων ἐπεθύμησε νά ἰδῆ ἀπὸ μακριά, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε”. Γιατί, ὅπως μέσα σ’ ἕνα σῶμα ὑπάρχουν πολλὰ μέρη καὶ μέλη, κανένα ὅμως ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μάτι δὲν ἔχει δημιουργηθῆ γιά νά βλέπη τὸν ἥλιο, ἒτσι ἀπὸ ὅλους τους ἀνθρώπους ποὺ ὑπῆρξαν ποτὲ μόνο στὴν Παρθένο δόθηκε ἀπόλυτα τό ἀληθινὸ Φῶς καί διά μέσου αὐτῆς δόθηκε σὲ ὅλους. Μιά ἀκατάπαυστη λοιπὸν ὑμνωδία προσφέρεται σ᾽ Αὐτὴν καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ κτίσεις. Μὲ μιὰ φωνὴ ὅλες oἱ γλῶσσες ψάλλουν τά δικά Της μεγαλεῖα κι εἶναι ἀσίγητοι ὑμνωδοί τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ὅλοι oἱ ἄνθρωποι κι ὅλοι οἱ χοροί τῶν Ἀγγέλων.

Καταθέτουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ψάλλοντας, στὴν κοινὴ εἰσφορὰ αὐτὰ ποὺ μπορέσαμε: λιγώτερα δυστυχῶς καὶ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὀφείλαμε καὶ ἔπρεπε νά εἴμαστε πρόθυμοι νά προσφέρουμε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ προθυμοποιηθήκαμε. Τόσα πολλὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ ὀφείλουμε.

Ἀλλὰ σ’ Ἐσένα καὶ στὴ δική σου φιλανθρωπία ἀνήκει, Πολυύμνητη, νὰ μὴ σταθμίσης τὴ χάρη ποὺ θά μᾶς δώσης σὲ τίποτε δικό μας, ἀλλὰ στὴ δική σου μεγαλοπρέπεια.

Κι ὅπως Ἐσύ, ἀφοῦ ἐξαιρέθηκες ἀπὸ τὸ κοινὸ γένος κι ἔγινες δῶρο στὸν Θεό, ἐκόσμησες ἔπειτα ὅλους τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους, ἔτσι καὶ σ᾽ ἐμᾶς, ἀντὶ γι᾽ αὐτοὺς ἐδῶ τούς λόγους πού σοῦ προσφέρουμε, ἁγίασε τὸ θησαυροφυλάκιο τῶν λόγων, τὴν καρδιά μας, κι ἀνάδειξε τὴ χώρα τῆς ψυχῆς ἄγονη γιὰ κάθε κακὸ μὲ τὴ χάρη καὶ τή φιλανθρωπία τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖον ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση μαζὶ μὲ τὸν ἂναρχό Του Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Copyright © 2012 ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΡΕΑ.

Ὁμιλία στὸ Εὐαγγέλιο τῆς ΙΑ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου

5 Σεπτεμβρίου, 2021

Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ

Κάτω ἀπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς παραβολῆς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς φανέρωσε, μὲ τὸν πιὸ παραστατικὸ τρόπο, μία μεγάλη ἀρετὴ καὶ τὴν ἀντίστοιχή της μεγάλη κακία:

Τὴν ἀρετὴ τῆς μακροθυμίας καὶ ἀνεξικακίας καὶ τὸ πάθος τῆς μνησικακίας.

Ἡ πρώτη, ἡ ἀνεξικακία, εἶναι ἀρκετὴ ἀπὸ μόνη της νὰ μᾶς σώσει. Ἡ δεύτερη, ἡ μνησικακία, εἶναι ἀρκετή, καὶ χωρὶς ἄλλο πάθος νὰ ἔχουμε, νὰ μᾶς βυθίσει στὴν κόλαση!

Ἂς ἰδοῦμε συνοπτικά, τί μᾶς λέει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ παραβολή. Ὁ Κύριος παρομοίασε τὸν Θεὸ μὲ ἕνα βασιλιά, ποὺ θέλησε νὰ ζητήσει ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους του λόγο γιὰ τὰ ἔργα τους.

Καὶ τοῦ πήρανε μπροστά του οἱ ὑπηρέτες του ἕνα ἄνθρωπο, ποὺ χρωστοῦσε «μύρια τάλαντα», δηλαδὴ δέκα χιλιάδες τάλαντα. Τὸ τάλαντο ἦταν στὴν ἀρχαιότητα μονάδα βάρους, καὶ γιὰ προϊόντα καὶ γιὰ νομίσματα. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἕνα τάλαντο ἰσοδυναμοῦσε περίπου μὲ ἑξήντα σημερινὰ κιλά.

Ἔτσι, τὰ μύρια τάλαντα νομισμάτων ἀντιστοιχοῦν μὲ ἑξακόσιες χιλιάδες κιλὰ ἀργυρῶν νομισμάτων, δηλαδὴ μὲ δισεκατομμύρια σημερινὰ εὐρώ. Ἕνα ἀσύλληπτα μεγάλο ποσὸ χρέους!

Καὶ ἐπίτηδες ἀναφέρει αὐτὸ τὸ τεράστιο ποσὸ ὀφειλῆς. Διότι ὁ ὀφειλέτης τῶν μυρίων ταλάντων εἴμαστε ἐμεῖς, ὁ κάθε ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, καθόσον ἡ ἁμαρτία, ὡς προσβολὴ τοῦ Ὑψίστου, τοῦ Δημιουργοῦ, δημιουργεῖ μία τεράστια, μία ἀνέκφραστα μεγάλη ὀφειλή μας ἀπέναντί Του.

  Κι ὅμως, ὁ Δημιουργός μας εἶναι εὔσπλαγχνος, μακρόθυμος, πολυέλεος.  Εἶναι ἀγάπη, ἡ ἀγάπη, ἡ σαρκωμένη καὶ ἐσταυρωμένη ἀγάπη. Καί, ὅταν δείξουμε μετάνοια εἰλικρινή, ὅταν ζητήσουμε συγχώρεση ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ ἐλέους, θὰ τὴ λάβουμε: Ἔπεσε τότε ἐκεῖνος ὁ δοῦλος στὰ πόδια τοῦ βασιλιᾶ, λέγοντας μὲ δάκρυα:

«Κύριε, δεῖξε μακροθυμία σ᾽ ἐμένα, καὶ θὰ σοῦ τὰ ἐξοφλήσω ὅλα.» Ἦταν δυνατὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἴκοσι ζωὲς νὰ ζοῦσε, νὰ ἐξοφλήσει ἐκεῖνο τὸ ὑπέρογκο χρέος; Κι ὅμως:

«Δείχνοντας τὴν ἄπειρη εὐσπλαγχνία Του ὁ Κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου», λέει τὸ Εὐαγγέλιο, «τὸν ἄφησε ἐλεύθερο, καὶ τοῦ χάρισε ἐκεῖνο τὸ τεράστιο χρέος.»

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου μας, ἀδελφοί, ἡ ἀνέκφραστη μακροθυμία καὶ ἀνεξικακία Του. Αὐτή, ποὺ ἔλαμψε πάνω ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη κατάληψη ἐπάνω στὸν Σταυρό, ὅπου τὸν κάρφωσε τὸ γένος τῶν Ἑβραίων, ὅπου ἐπέλεξε νὰ ἀποθάνει τὸν ἀτιμωτικότερο θάνατο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου.

Κι ἐκεῖ ἐπάνω, τί ἔλεγε; Τί προσευχόταν; Νὰ συγχωρήσει ὁ Θεὸς Πατέρας Tου τοὺς σταυρωτές Του, γιατὶ δὲν γνώριζαν τί ἔκαναν!

Ἂς ἔλθουμε στὴ συνέχεια, τὴ δραματικὴ συνέχεια: Βγαίνοντας ἀπ’ ἐκεῖ ὁ τόσο πολὺ εὐεργετημένος αὐτὸς δοῦλος, βρίσκει ἕνα σύνδουλό του, ποὺ τοῦ ὄφειλε ἑκατὸ δηνάρια. Ἑκατὸ εὐρώ, θὰ λέγαμε σήμερα. Ἕνα ἐλάχιστο, μηδαμινὸ ποσό, μπροστὰ στὰ δισεκατομμύρια, ποὺ ὁ ἴδιος χρωστοῦσε στὸν βασιλιά.

Κι ὅμως! Ἀντὶ ἀμέσως, αἰσθανόμενος ἐκείνη τὴν πρόσφατη ἄμετρη εὐεργεσία ποὺ δέχθηκε νὰ χαρίσει κι ἐκεῖνος μὲ τὴ σειρά του ἐκεῖνο τὸ μικρὸ χρέος στὸν συνάνθρωπό του, τί  κάνει; Τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τὸν ἔπνιγε, γιὰ νὰ τὸν ξοφλήσει. Κι ἀφοῦ τὸν βασάνισε, τὸν πῆρε τραβώντας τον, καὶ τὸν ἔβαλε στὴ φυλακή. Καὶ βέβαια, ὕστερα ἔλαβε τὴν ἁρμόζουσα τιμωρία ἀπὸ τὸν βασιλιά.

Καταδικάστηκε σὲ βάσανα αἰώνια, στὴν αἰώνια κόλαση. Εἶναι κι αὐτὰ εἰκόνες, ποὺ ἐμᾶς ζωγραφίζουν καὶ πάλιν, ἀδελφοί! Ὁ Κύριος μᾶς συγχωρεῖ τὰ ὅποια φοβερά μας ἁμαρτήματα, κι ἐμεῖς δὲν συγχωροῦμε οὔτε τὸ παραμικρὸ σφάλμα, μὲ τὸ ὁποῖο τυχὸν μᾶς λύπησε, μᾶς ἀδίκησε ὁ ἀδελφός μας. Καὶ κρατοῦμε μέσα μας, στὴν καρδιά μας, τὸ δηλητήριο αὐτὸ τῆς μνησικακίας καὶ ἀσυγχωρητικότητας!

Μνησικακίες ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν. Ὅταν αὐτὴ στηρίζεται σὲ πραγματικὸ κακό, ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ πλησίον, ὁ συνάνθρωπός μας, τότε ὀνομάζεται προφασιστή.  Ὅταν ὅμως μισῶ τὸν ἀδελφό μου, γιατὶ μὲ ἤλεγξε γιὰ τὴ διόρθωσή μου ἢ γιὰ κάτι ποὺ ἐκ παραδρομῆς εἶπε ἢ γιὰ μιὰ ὑποψία ποὺ γέννησε ἡ φαντασία μου, τότε ἡ μνησικακία μου αὐτὴ εἶναι ἀπροφάσιστη.

Ὑπάρχει καὶ ἡ θεωρητικὴ μνησικακία, ὅταν κάποιος ἔχει μέσα του τὸ μίσος στὸν ἄλλο, ἀλλὰ δὲν τὸν βλάπτει, εἴτε ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ, εἴτε ἐπειδὴ φοβᾶται. Ὑπάρχει καὶ ἡ πρακτική, ὅταν κάποιος ποὺ μπορεῖ καὶ δὲν φοβᾶται, βλάφτει μὲ κάθε τρόπο αὐτὸν ποὺ μισεῖ.

Ὑπάρχει καὶ ἡ φανερὴ μνησικακία, ὅταν δείχνει στὸν ἄλλο κάποιος τὸ μίσος, καὶ ὑπάρχει καὶ ἡ κρυπτή, ὅταν κρύβει τὸ μίσος, ἀλλὰ προσπαθεῖ στὰ κρυφὰ νὰ βλάψει τὸν ἄλλο κάποιος. Κάθε ὅμως εἶδος μνησικακίας, εἴτε προφασιστή, εἴτε ἀπροφάσιστη, εἴτε πρακτική, εἴτε θεωρητική, εἴτε φανερή, εἴτε κρυπτή, ἁρπάζει ἐξ ὁλοκλήρου ἀπ’ αὐτὸν ποὺ τὶς ἔχει κάθε ἐλπίδα σωτηρίας!  Γιατί τοῦτο;

Ἐπειδὴ ὅλος ὁ Νόμος, οἱ Προφῆτες, τὸ Εὐαγγελικὸ κήρυγμα, βάση καὶ θεμέλιο ἔχουν τὴν ἀγάπη! Καὶ κάθε ἀρετὴ βλαστάνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Κι ἀντίθετα, κάθε ἁμαρτία πληγώνει τὴν ἀγάπη, τὸ μίσος ὅμως τὴν ξερριζώνει τελείως! Μίσος καὶ ἀγάπη οὐδέποτε συγκατοικοῦν: «Αὐτὸς ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του», φωνάζει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης, «βρίσκεται στὸ σκοτάδι, καὶ στὸ σκοτάδι περιπατεῖ, καὶ δὲν βλέπει ποῦ βαδίζει». Κι ὅταν κάποιος βαδίζει στὰ τυφλά, εἶναι δυνατὸν νὰ πράξει κάθε κακό.

Κι ὁ μνησίκακος εἶναι δυνατὸν νὰ πράξει κάθε κακό. Διότι ὁ μνησίκακος εἶναι γυμνός, ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ καὶ τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν κάποιος εἰπεῖ, ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεό, καὶ μισεῖ τὸν ἀδελφό του», κηρύσσει πάλιν ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς καὶ διδάσκαλος τῆς ἀγάπης Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, «εἶναι ψεύστης. Διότι, ἂν τὸν ἀδελφό του ποὺ βλέπει, δὲν τὸν ἀγαπᾶ, πῶς μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἀόρατος;» Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον μας εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες. 

Χωρὶς τὴ μία, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἡ ἄλλη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ παντοδύναμος Θεὸς τὸ ἀποφάσισε καὶ τὸ κήρυξε φανερά, ὅπως καὶ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο: Ἐὰν μὲν συγχωρεῖτε ἀπ’ τὴν καρδιά σας τὰ σφάλματα τῶν ἀνθρώπων, συγχωρῶ κι ἐγὼ τὶς δικές σας ἁμαρτίες.

Ἐὰν ὅμως δὲν συγχωρεῖτε τοὺς ἄλλους γιὰ τὰ σφάλματά τους, οὔτε ἐγὼ συγχωρῶ τὶς δικές σας ἁμαρτίες! Φρίκη πρέπει νὰ μᾶς καταλαμβάνει, ὅταν ἀκοῦμε τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ!

Κύριε τοῦ ἐλέους, ἐλέησε τὸ πλάσμα σου, ἐκρίζωσε ἀπὸ τὶς καρδιές μας τὸ ψυχοφθόρο μίσος κι ἐμφύτευσε τὴν ψυχοσωτήρια ἀγάπη καὶ τὴ συμπάθεια πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας, μέσῳ τῆς ὁποίας εἶπες ὅτι ἐξαλείφεις τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μᾶς ἀξιώνεις τῆς αἰωνίου σου βασιλείας:

«Ἐὰν συγχωρεῖτε στοὺς ἄλλους τὰ σφάλματά τους, θὰ συγχωρήσει καὶ σ᾽ ἐσᾶς τὶς ἁμαρτίες σας ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος»!  Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε!

Στήν ἀποτομή τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου

29 Αυγούστου, 2021

Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης

Τόν εἶπαν καί «Ἠλία». «Καί ἄν θέλετε νά τό παραδεχτεῖτε, αὐτός εἶναι ὁ Ἠλίας πού πρόκειται νά ἔρθει» (Ματθ. 11, 14). «Καί αὐτός θά πορευτεῖ πρίν ἀπό τόν Κύριο μέ τή δύναμη καί τό πνεῦμα τοῦ προφήτη Ἠλία» (Λουκ. 1, 17).

Πολλοί τόν ἀποκάλεσαν καί «διδάσκαλο». «Ἦρθαν δέ καί τελῶνες νά βαφτιστοῦν καί τοῦ εἶπαν, δάσκαλε τί νά κάνουμε»; (Λουκ. 3, 12).

Ἀκόμη ὀνομάστηκε «ἑτοιμαστής». «Γιατί θά πορευτεῖς πιό μπροστά ἀπό τόν Κύριο, νά ἑτοιμάσεις στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων τό δρόμο τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 1, 76).

Καί «κήρυκας» ὀνομάστηκε. «Ὁ Ἰωάννης βάπτιζε στήν ἔρημο καί κήρυττε βάπτισμα μετανοίας γιά τή συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν καί κήρυττε λέγοντας. Ἔρχεται πίσω ἀπό μένα αὐτός πού εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό μένα». (Μάρκ. 1, 4-7).

Ὁ ἴδιος χαρακτήρισε τόν ἑαυτό του σάν φωνή. «Ποιός εἶσαι, πές μας. Ποιός εἶσαι γιά νά δώσουμε καί ἐμεῖς ἀπάντηση σ’ αὐτούς πού μᾶς ἔστειλαν. Πῶς θεωρεῖς ἐσύ τόν ἑαυτό σου; Καί ἐκεῖνος εἶπε. Ἐγώ εἶμαι ἡ φωνή ἐκείνου πού φωνάζει στήν ἔρημο» (Ἰωάν. 1, 22).

Εἶναι καί λέγεται καί «Βαπτιστής». «Φτάνει ὁ Ἰησοῦς στόν Ἰορδάνη ἀπό τή Γαλιλαία γιά νά βαπτιστεῖ ἀπό τόν Ἰωάννη» (Ματθ. 3, 13). «Ὁ δέ Ἰωάννης βρισκόταν ἐκεῖ καί βάπτιζε καί ἔρχονταν ὅλοι νά βαπτιστοῦν» (Μάρκ. 1, 4).

Πῆρε καί τό ὄνομα «ὁμολογητής». «Καί ὁμολόγησε καί δέν ἀρνήθηκε. Καί ὁμολόγησε ἐπίμονα καί εἶπε: Ἐγώ δέν εἶμαι ὁ Χριστός» (Ἰωάν. 1, 20).

Ἀναμφισβήτητα εἶναι καί «Μάρτυς». «Ἐκεῖνος δέν ἦταν τό φῶς, ἀλλά εἶχε σκοπό νά μαρτυρήσει, γιά τό φῶς» (Ἰωάν. 1, 8).

Αὐτός ἀκόμα ἀξιώθηκε νά ὑπογράψει τήν παρουσία τῆς Ἁγίας Τριάδος καί νά ὀνομαστεῖ γι’ αὐτό «ὑπογραφεύς τῆς Τριάδος». «Ἐκεῖνος ὅμως πού μέ ἔστειλε νά βαπτίζω στό νερό, Ἐκεῖνος μου εἶπε: Σ’ ὅποιον θά δεῖς νά κατεβαίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά μένει ἐπάνω του, Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού θά βαπτίζει μέ Ἅγιο Πνεῦμα. Καί ἐγώ τόν εἶδα Αὐτόν καί ἔδωσα τή μαρτυρία μου γι’ αὐτόν ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ». (Ἰωάν. 1, 33-34).

Ὀνομάστηκε ἀκόμα «Δίκαιος καί Ἅγιος». «Ὁ Ἡρώδης φοβόταν τόν Ἰωάννη, γιατί γνώριζε πολύ καλά ὅτι ἦταν δίκαιος καί ἅγιος ἄνθρωπος» (Μάρκ. 6, 20).

Τόν ἀποκάλεσαν καί «Ἀπόστολο». «Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι τό παραδέχεστε καί τό λέτε πώς σᾶς εἶπα ὅτι ἐγώ δέν εἶμαι ὁ Χριστός καί ὅτι ἐγώ ἔχω σταλεῖ, νά πορευτῶ πρίν ἀπό Ἐκεῖνον» (Ἰωάν. 3, 28).

Ἕνα ἄλλο ὀνομά του εἶναι «Εὐαγγελιστής». «Παρηγοροῦσε τό λαό μέ πολλά καί διάφορα ἄλλα, ἀλλά συγχρόνως τοῦ χάριζε καί τό χαρούμενο μήνυμα, τό Εὐαγγέλιο» (Λουκ. 3, 18).

Ἀκόμα ἔχει καί τό ὄνομα «Νυμφαγωγός». «Αὐτός πού ἔχει τή νύφη εἶναι Νυμφίος. Ἐκεῖνος πού εἶναι φίλος τοῦ Νυμφίου εἶναι αὐτός πού στέκεται στό πλάι του, τόν ἀκούει καί χαίρεται μέ βαθιά χαρά τή φωνή Του. Ἀπ’ αὐτή τή χαρά γέμισε καί ἡ δική μου ψυχή, γιατί ἀξιώθηκα νά σταθῶ πλάι στόν Νυμφίο Χριστό» (Ἰωάν. 3, 29-30).

Λέγεται καί «Λύχνος». «Ἐκεῖνος ἦταν τό λυχνάρι πού ἔκαιγε καί φώτιζε, ἐσεῖς δέ γιά μιά στιγμή θελήσατε νά κάνετε ἱλαρά τά πρόσωπά σας μέ τό δικό Του φῶς». (Ἰωάν. 5, 35).

Πῆρε καί τόν τίτλο «Ἔλεγχος τοῦ Ἡρώδη». «Γιατί ἔλεγε ὁ Ἰωάννης στόν Ἡρώδη. Δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά συζεῖς μέ τή γυναίκα τοῦ ἀδερφοῦ σου τοῦ Φιλίππου» (Μάρκ. 6, 18). «Ὁ Ἡρώδης ἐπειδή ἐλεγχόταν ἀπό τον Ἰωάννη γιά τήν Ἡρωδιάδα τόν ἔκλεισε στή φυλακή». (Λουκ. 3, 19).

Αὐτά τά τόσο μεγάλα καί τόσο σπουδαῖα ὀνόματα πῆρε ὁ Ἰωάννης. Μ’ αὐτά ἔχει τιμηθεῖ, γι’ αὐτό καί οἱ πράξεις του ἦταν σύμφωνες μέ τούς τίτλους του. Ἔτσι ὁ Ἰωάννης ὑπῆρξε ἐκεῖνος «πού δέ γεννήθηκε ἄνθρωπος μεγαλύτερός του στόν κόσμο» (Ματθ. 6, 11). Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο πραγματικά ὁ προφήτης Δαυίδ ψάλλει, σάν νά δανείζεται τό στόμα τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα καί λέει: «Ἑτοίμασα λυχνάρι γιά τόν Χριστό μου. Πάνω σ’ αὐτό δέ, θά φανερωθεῖ καί θά λάμψει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού θά τόν χρίσει Μεσσία καί βασιλιά» (Ψαλμ. 131, 17-18).

Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος ὁ μεγάλος Ἠλίας, ὄχι ὁ Θεσβίτης, ἀλλά αὐτός πού στάθηκε ἀνάμεσα στό νόμο καί στή Χάρη καί ἔγινε πρόδρομος τῆς πρώτης παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἄν καί ἱστορικά, ἔζησε μετά τόν Ἠλία τό Θεσβίτη, ἐκεῖνος πού εἶχε ὅμοια μ’ αὐτόν ἔμπνευση καί δύναμη, ὅπως προεῖπε ὁ ἀρχάγγελος στόν πατέρα του Ζαχαρία (Λουκ. 1, 17).

Καί σέ ποιόν Ζαχαρία τά εἶπε αὐτά ὁ ἄγγελος; Στό Ζαχαρία πού τό αἷμα του φωνάζει πιό δυνατά ἀπό τό αἷμα τοῦ δίκαιου Ἄβελ (Ματθ. 23, 35).

Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού σκίρτησε στήν κοιλιά τῆς μάνας του, πρίν ἀκόμα δεῖ τό φῶς τῆς ἡμέρας, γιατί πληροφορήθηκε τήν παρουσία τοῦ κυοφορούμενου Δεσπότη του. Αὐτός χρησιμοποίησε τή γλώσσα τῆς μάνας του καί, ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμα στήν κοιλιά της, προανάγγειλε τή γέννηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπό τή Θεοτόκο Μαρία, λέγοντας: «Καί πῶς ἔγινε σέ μένα αὐτό τό πράγμα νά ἔρθει στό σπίτι μου ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μου;» (Λουκ. 1, 43).

Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας θά μαλακώσει τίς καρδιές τῶν γονιῶν καί θά τίς ξαναφερει κοντά στά παιδιά τους καί «θά κάνει τούς παραστρατημένους νά ἀποκτήσουν φρόνηση ἁγίων καί δικαίων ἀνθρώπων καί ἔτσι θά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους, ὥστε νά δεχτοῦν τόν Κύριο καί νά γίνουν λαός Του» (Λουκ. 1, 17).

Αὐτός ὑπῆρξε καρπός θεϊκῆς ὑποσχέσεως, τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τοῦ Γαβριήλ, τό τρυφερό κλωνάρι πού χαρίστηκε ἀπό τόν Θεό, στό ξεραμένο ἀπό τήν ἡλικία δέντρο. Τό καρπερό λουλούδι τῆς στείρας. Ὁ προφήτης πού εἶναι γιός προφήτη. Ὁ τρόφιμος τῆς ἐρήμου. Αὐτός πού ἑτοίμασε καί ἑτοιμάζει τούς ἀνθρώπους ὅλης τῆς οἰκουμένης στούς πνευματικούς ἀγῶνες καί στό καλοδέξιμο τοῦ Κυρίου. Ὁ λαμπερός δορυφόρος τοῦ Ἡλίου, πού λάμπει παντοτινά.

Τό λυχνάρι τοῦ θεϊκοῦ Φωτός. Ὁ στρατιώτης τοῦ αἰώνιου βασιλιᾶ. Ὁ Νυμφαγωγός τοῦ Νυμφίου. Ὁ δοῦλος τοῦ Δεσπότη. Ἡ φωνή τοῦ Λόγου, πού ἱεράτευσε σάν τόν Μελχισεδέκ αἰώνια, ὡς ἀπάτορας, ἀμήτορας καί ἀγεννεαλόγητος. Ὁ ἱερέας πού ἀξιώθηκε νά ἱερουργήσει ἀκόμα καί τή Βάπτιση τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού ἄκουσε μέ τά ἴδια του τ’ ἀφτιά τόν Θεό Πατέρα νά μιλάει. Αὐτός πού βάπτισε τόν Υἱό καί Αὐτός πού εἶδε τόἍγιο Πνεῦμα.

Αὐτός πού ὑπῆρξε τό τέλος τοῦ νόμου· Αὐτός πού μεσολάβησε ἀνάμεσα στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί στούς ἀνθρώπους. Αὐτός πού ὑπῆρξε ὁ μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τούς προφῆτες καί στοῦ ὁποίου τό πρόσωπο ἐξαντλεῖται κάθε προφητική διακονία. Ὁ κήρυκας τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια. Ἡ θύρα ἀπό τήν ὁποία μπαίνουμε στό χῶρο τῆς μετάνοιας.

Αὐτός πού ὑπῆρξε τό κόσμημα καί ἡ λαμπρότητα τῶν παρθένων, Αὐτός πού ἑτοίμασε τή σωτηρία μας. Αὐτός πού νομοθέτησε τή σωφροσύνη καί ἔγινε χαλινάρι στούς παράνομους καί φαύλους καί ἀκόμη Αὐτός πού χειραγώγησε ὅσους σεβάστηκαν τό θεϊκό νόμο.

Αὐτός εἶναι ὁ μεγάλος Ἰωάννης. Τό ὄνομα πού βγῆκε ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ καί μεταφέρθηκε ἀπό τούς οὐρανούς στό Ζαχαρία μέ τήν ἀρχαγγελική φωνή. Αὐτός εἶναι ἡ φωνή πού γεννήθηκε ἀπό τόν κωφάλαλο πατέρα. Αὐτός πού μέ τή σιωπή τοῦ πατέρα του κατάργησε τή στειρότητα τῆς μάνας του. Αὐτός φανέρωσε τόν «Ἀμνό τοῦ Θεοῦ» μέ τό δάχτυλό του, δίνοντας σ’ αὐτό δύναμη πιό μεγάλη καί ἀπό τόν καλύτερο ρήτορα. Αὐτός πού στό πρόσωπό του ἔχει δικαίωμα νά καυχιέται ἡ ἐγκράτεια.

Αὐτός πού ἔζησε σάν ἄσαρκος τήν ἐπίγεια ζωή του, πού βρέθηκε σάν πολύτιμος μαργαρίτης μέσα στή λάσπη. Αὐτός πού σάν πολύτιμος θησαυρός βρέθηκε σέ εὔθραυστο καί φτηνό θησαυροφυλάκιο. Αὐτός πού ἀπείλησε τίς ἄκαρπες ψυχές μέ τό ξινάρι τῆς Θείας δικαιοσύνης, ἡ φιλέρημη τρυγόνα τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀσταμάτητο στόμα, ἡ φωνή ἐκείνου πού φωνάζει στήν ἔρημο καί ἀντηχεῖ βροντερά στά πέρατα τοῦ κόσμου, λέγοντας «ἑτοιμάστε τό δρόμο τοῦ Κυρίου, κάνετε ἴσια τά μονοπάτια ἀπ’ ὅπου θά περάσει ὁ Κύριος στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. 3, 3 -Ἰωάν. 1, 23).

Αὐτός εἶναι ἡ γλῶσσα πού μέ τά θεϊκά της λόγια καί μέ τήν ἁγνή φωνή της, ἀκόμα καί μετά τό θάνατό του, ἐλέγχει τόν Ἡρώδη καί κηρύττει τόν Χριστό, λέγοντας: «Μετανοεῖτε, γιατί ἔφτασε ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. 3, 2).

Στόν Θεό ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ μεγαλωσύνη στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν

Ἀπό τό βιβλίο: «Θεϊκό Λυχνάρι, ὁ Τίμιος Πρόδρομος»

Ἐκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Ομιλία εις το Ευαγγελιον της Θ´ Κυριακής Ματθαιου

22 Αυγούστου, 2021
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
Τὰ πολύτιμα μαργαριτάρια, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ἀνακαλύπτουν ὅσοι κατεβαίνουν στὰ βάθη τῆς θάλασσας.
Ἂς κατεβοῦμε κι ἐμεῖς σήμερα νοερά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, στὸ βάθος τῶν εὐαγγελικῶν λόγων, ποὺ μόλις ἀκούσαμε, γιὰ νὰ ἀνεβάσουμε ἀπὸ ἐκεῖ τὰ νοητὰ καὶ ἀτίμητα μαργαριτάρια τῶν θείων ἐννοιῶν,ἐξετάζοντας συνάμα τὰ θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μαρτυροῦν τὴ Θεότητά Του καὶ μᾶς ὁδηγοῦν στὸν δρόμο τῆς αἰώνιας ζωῆς.Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀποτελεῖ ἄμεση συνέχεια αὐτῆς, ποὺ ἀκούσαμε τὴν προηγούμενη Κυριακή.
Αν θυμᾶστε, ὁ Κύριός μας, ἀμέσως μετὰ τὸν θαυματουργικὸ πολλαπλασιασμὸ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ψαριῶν, μὲ τὰ ὁποῖα χόρτασε ἴσως καὶ δέκα χιλιάδες ἀνθρώπων, ἀναγκάζει τοὺς μαθητές Του νὰ μποῦνε σ᾽ ἕνα πλοῖο, ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ ἀγκυροβολοῦσαν στὶς ὄχθες τῆς Λίμνης τῆς Γεννησαρέτ (ἢ θάλασσας τῆς Τιβεριάδας, ὅπως διαφορετικὰ λεγόταν), καὶ νὰ μεταβοῦν στὴν ἀντίπερα ὄχθη, μέχρι αὐτὸς νὰ ἀπολύσει τοὺς ὄχλους ἐκείνους καὶ νὰ τοὺς στείλει εἰρηνικὰ στὰ σπίτια τους.
Μόλις λοιπὸν ἀναχώρησαν οἱ ὄχλοι, ὁ Χριστός μας ἀνέβηκε σ᾽ ἕνα βουνὸ ἐκεῖ κοντά, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μόνος Του. Τί μᾶς διδάσκει μ᾽αὐτὸ ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ ἐνεργοῦσε γιὰ νὰ δίνει παραδείγματα μίμησής Του καὶ τρόπους σωτηρίας; Πρῶτα, τὸ ὅτι ἦταν τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀπευθύνεται μὲ τὴν προσευχή Του στὸν Θεὸ Πατέρα. Κατόπιν, μᾶς ὑποδεικνύει τὴ μεγάλη ἀξία τῆς προσευχῆς σὲ ἔρημο καὶ ἥσυχο τόπο. Καὶ τοῦτο ἔπραξε ὁ Κύριος, ὄχι μόνο τότε, μὰ καὶ ἄλλες φορές, ποὺ διανυκτέρευσε στὴν προσευχὴ σὲ ἐρημικοὺς τόπους («Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι, καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ» [Λουκ. 6,12]), δείχνοντας, πὼς καὶ ἡ ἡσυχία τοῦ καιροῦ (τῆς νύκτας) καὶ τοῦ τόπου (ἡ ἔρημος) ὑποβοηθοῦν ἰδιαίτερα τὴν προσευχή μας νὰ ἀποδώσει πλούσιους καρπούς. Κι ἐμεῖς, καλὸ εἶναι, νὰ ἐπιλέγουμε ἕνα ἥσυχο μέρος καὶ κάποια ἥσυχη ὥρα, εἴτε στὸ σπίτι μας, εἴτε ἀλλοῦ, γιὰ νὰ ἀφοσιωνόμαστε, ὅσο γίνεται ἀπερίσπαστα, στὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ μελέτη.
Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ποῦ βρίσκονταν τότε; Στὸ μέσο τῆς λίμνης, μέσα στὸ πλοῖο, καὶ ταλαιπωροῦνταν, γιατὶ ὁ ἄνεμος ἦταν ἀντίθετος στὴν πορεία ποὺ εἶχαν. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, τί κάνει; Ἐπιτρέπει νὰ δοκιμασθοῦν: τοὺς ἀφήνει φαινομενικὰ μόνους, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴν πίστη τους, μέχρι ποὺ θὰ ἐρχόταν ἡ ὥρα νὰ ἐπέμβει.
Καὶ ἄλλη φορὰ κινδύνευσαν μὲ τὸ πλοῖο, ὅπως διηγοῦνται τὰ Εὐαγγέλια (βλ. Ματθ. 8, 23-27), ἀλλὰ τότε ἦταν μαζί τους σωματικὰ ὁ Κύριος καὶ κοιμότανε, μέχρι ποὺ τὸν ξύπνησαν ἔντρομοι οἱ μαθητές Του καὶ ἐπιτίμησε τὴ θάλασσα καὶ κόπασε, καὶ τοὺς ἀνέμους καὶ ἡσύχασαν. Τώρα, γιὰ νὰ τοὺς τελειοποιήσει, τοὺς ἀφήνει ὅλη τὴ νύκτα μέσα στὴν τρικυμία γιὰ νὰ χάσουν κάθε ἀνθρώπινη ἐλπίδα καί, ὅταν ἔκρινε κατάλληλη τὴ στιγμή, ἐμφανίστηκε ὁ Πάνσοφος. Διότι, λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε κοντά τους κατὰ τὴν τέταρτη φυλακὴ τῆς νύκτας, περιπατῶντας πάνω στὴ θάλασσα.
Ἐδῶ νὰ σημειώσουμε ὅτι, κατὰ τὴ ρωμαϊκὴ ἐποχή, οἱ σκοπιὲς τῶν στρατιωτῶν ὀνομάζονταν φυλακές, διαρκοῦσαν τρεῖς ὧρες, καί, ἀναλόγως, ἂν ἐκτελοῦνταν ἡμέρα ἢ νύκτα, ὀνομάζονταν «φυλακὲς τῆς ἡμέρας» ἢ «φυλακὲς τῆς νυκτός». Γιὰ τὶς νυκτερινὲς σκοπιές, ἡ πρώτη φυλακὴ ἦταν ἀπὸ τὶς 6 μ.μ. μέχρι 9 μ.μ.Ἔτσι, ἡ «τετάρτη φυλακὴ τῆς νυκτός», ποὺ ἀναφέρει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι τὸ διάστημα 3 π.μ.-6 π.μ.
Πρὶν λοιπὸν ἀρχίσει νὰ γλυκοχαράζει τὸ φῶς, ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος κοντὰ στοὺς μαθητές Του, διδάσκοντάς τους, ὅπως σοφὰ σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, νὰ ὑπομένουν μὲ γενναιότητα τὰ ἐπερχόμενα καὶ νὰ μὴ ζητοῦν ἀμέσως τὴ λύτρωση ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς. Ἀλλά, ἕνεκα καὶ τοῦ σκοταδιοῦ καὶ τῆς κακοκαιρίας ποὺ ἐπικρατοῦσαν καὶ τῆς ταλαιπωρίας ποὺ προηγήθηκε, δὲν ἀναγνώρισαν ἀμέσως τὸν καλό τους Διδάσκαλο οἱ ἀπόστολοι, ἀλλὰ νόμισαν πὼς ἦταν ἕνα φάντασμα, κι ἀπὸ τὸν φόβο τους ἄρχισαν νὰ φωνάζουν!
Ὅταν λοιπὸν ἔφθασαν στὸ ἔσχατο τοῦτο σημεῖο τῆς δοκιμασίας, τότε ἔκανε καθαρὰ φανερὸ τὸν ἑαυτό Του ὁ Κύριος. Ἀμέσως δηλαδὴ  τοὺς μίλησε, τοὺς ἔδωσε θάρρος: «Ἔχετε θάρρος, μὴ φοβᾶσθε, ἐγὼ εἶμαι!», εἶπε. Καὶ ἡ ἁγία ἐκείνη καὶ γλυκειά Του φωνὴ τὸν κατέστησε ἀμέσως ἐμφανὴ στοὺς ἀποστόλους.
Κι ὁ πάντοτε θερμότερος Πέτρος, ποὺ σὲ ὅλα προτρέχει, τί εἶπε τότε; «Κύριε, ἂν πράγματι ἐσὺ εἶσαι ὁ Διδάσκαλός μας, πρόσταξε νὰ περπατήσω κι ἐγὼ πάνω στὰ νερά, σὰν ἐσένα, καὶ νὰ ἔρθω κοντά Σου.» Ἐδῶ διαφαίνεται ἡ πίστη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Πέτρου, νὰ πάει τὸ συντομώτερο κοντὰ στὸν Ἰησοῦ.
«Ἔλα!», τοῦ εἶπε ὁ Κύριος. Καὶ κατέβηκε στὴ λίμνη ὁ Πέτρος. Καί, ὅσο εἶχε στέρεα τὴν πίστη, περπατοῦσε πάνω στὰ νερὰ σὰν σὲ ξηρά. Ὅταν ὅμως ἡ δύναμη τῶν ἀνέμων καὶ ἡ θαλασσοταραχὴ τὸν ἔκαναν νὰ δειλιάσει, νὰ ὀλιγοπιστήσει, ἄρχισε νὰ βυθίζεται! Μὰ μόλις φώναξε μὲ πίστη, «Κύριε, σῶσε με!», καὶ πάλιν ἀνταποκρίνεται ἄμεσα ὁ Φιλάνθρωπος Δεσπότης: Τοῦ ἅρπαξε τὸ χέρι καὶ τὸν ἀνέβασε στὴν ἐπιφάνεια, ἐπιτιμῶντας τον συνάμα μὲ ἀγάπη: «Ὀλιγόπιστε, γιατί δίστασες σ᾽ ὅ,τι σοῦ εἶπα;»
Καί, μόλις μπήκανε στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος καὶ γαλήνεψε τ᾽ ἀγριεμένο ἐκεῖνο πέλαγος.Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, σὲ δύο καίρια θέματα, ποὺ προβάλλει ἡ εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ θὰ ἤθελα γιὰ λίγο νὰ σταθοῦμε, δύο σημαντικώτατα γιὰ τὴ σωτηρία μας ἀλληλένδετα ζητήματα: Πρῶτο, αὐτὸ τῶν θλίψεων, τῶν δοκιμασιῶν στὴ ζωή μας. Καί, δεύτερο, αὐτὸ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πίστης, ποὺ ἐπιδεικνύουμε καὶ ἀποδεικνύουμε πὼς ἔχουμε, σ᾽ αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς πειρασμούς.
Πρέπει καταρχὴν νὰ ἐπισημάνουμε, πὼς τίποτα δὲν εἶναι τυχαῖο στὸν κόσμο τοῦτο. Σὲ θεὰ Τύχη δὲν πιστεύουμε, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ πιστεύουμε στὸν Κυβερνήτη τῶν ὅλων Θεό! Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο Δημιουργὸς τῶν πάντων, ἀλλὰ καὶ Προνοητὴς γιὰ ὅλα Του τὰ κτίσματα. Ἡ ἀγάπη του, ἡ πατρική του πρόνοια μεριμνᾶ γιὰ ὅλα, καὶ πολὺ περισσότερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θεάνθρωπος ἔχυσε τὸ αἷμα Του στὸν Σταυρό. Οὐδέποτε εἴμαστε μόνοι, ἀδελφοί! Φθάνει ὁ ἄνθρωπος ν᾽ ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, καὶ τὸ ἀντιλαμβάνεται τοῦτο. Γι᾽ αὐτό, ὅταν θλίψεις, ἀρρώστειες, κίνδυνοι μᾶς κυκλώνουν στὸ διάβα τῆς ζωῆς, εἶναι ἐπίσκεψη Θεοῦ, ποὺ τὰ ἐπιτρέπει γιὰ τὸ καλό μας.
Εἶναι ἡ ἄλλη ἔκφραση καὶ ὄψη τῆς ἀγάπης Του, γιὰ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ πίστη μας, νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας, νὰ καθαρίσει ἡ ψυχή μας. Εἶναι ὁ δρόμος, ποὺ ἐπέλεξε καὶ βάδισε ὁ ἴδιος ὁ Λυτρωτής, ἡ ὁδὸς τοῦ Γολγοθᾶ, τὴν ὁποία ἀκολουθῶντας ὁ ἄνθρωπος μὲ ὑπομονὴ καὶ πίστη καὶ ἐλπίδα σ᾽ Αὐτόν, ὁδηγεῖται στὴν Ἀνάσταση! Ποτέ, λοιπόν, νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε, ποτὲ νὰ μὴ χάνουμε τὴν πίστη μας.
Νὰ εἴμαστε ἀπόλυτα πεπεισμένοι, ὅτι ὁ Κύριος πάντοτε ἀποβλέπει στὸ καλό μας, στὴ σωτηρία μας, στὸ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ εἴμαστε κοντά Του στὴν αἰωνιότητα! «Ὁ Θεός ἀργεῖ, μὰ πάντα δίνει», λέγει μιὰ σοφὴ παροιμία. Κι ὅταν ἐμεῖς μὲ πίστη καὶ ὑπομονὴ καὶ ἀγῶνα πνευματικὸ ἀντιμετωπίζουμε τὶς ὅποιες δοκιμασίες, τοὺς ὅποιους πειρασμούς, θὰ ἔλθει ὁπωσδήποτε, θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ σ᾽ ἐμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς.
Θὰ μᾶς ἀδράξει τὸ χέρι, θὰ μᾶς ἀνασύρει ἀπὸ τὸν βυθὸ τῶν θλίψεων, θὰ μᾶς βάλει στὸ πλοῖο τῆς ἀγάπης Του καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὸ λιμάνι τῆς σωτηρίας, στὴν οὐράνια καὶ ἀσάλευτη καὶ ἀτελεύτητη Βασιλεία Του.
Ἀμήν! Γένοιτο, Κύριε!