Archive for the ‘Επικαιρότητα’ Category

Ἁγιοκατὰταξις τοῦ γὲροντος Ἰακὼβου Τσαλὶκη (1920-1991)

Νοέμβριος 28, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για π.ιακωβος τσαλικης

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που συνεδριάζει στο Φανάρι υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, αποφάσισε πριν από λίγο – σήμερα Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017 – την αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη της Μονής Οσίου Δαυΐδ στην Εύβοια (1920-1991).

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου*
Ο άγιος Ιάκωβος εγεννήθη το 1920 στα ματωμένα χώματα της Μικράς Ασίας, εις το Λιβίσι της Μάκρης, απέναντι από τη γειτονική μας νήσο Ρόδο.

Ένεκεν αυτής της γειτονίας ένιωθε πάντοτε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Κύπρο. Η μάνα του Θεοδώρα, όταν ήθελε να παρακαλέσει την Παναγία, εγύριζε κατά τα βουνά του Κύκκου και φώναζε: «Παναγία του Κύκκου μου. Φύλαγε τα παιδιά του κόσμου και τα δικά μου». Αυτή τη σχέση της μάνας του με την Παναγία του Κύκκου, με την Κύπρο, θα την κληρονομήσει ο γέροντας μαζί με όλη τη μικρασιατική παράδοση και θα τη μεταφέρει πρόσφυγας το 1922 στη βόρεια Εύβοια.

Όταν τα καράβια της προσφυγιάς έφτασαν το 1922 στον Πειραιά, με τους πονεμένους πρόσφυγες να παρηγορούνται με τη σκέψη ότι θα τους αγκάλιαζε η μητέρα Ελλάδα, τότε άκουσαν τους ανθρώπους του λιμανιού να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία:

«Για τους δικούς μας ανθρώπους», έλεγε ο γέροντας, «ήταν πρωτάκουστα ακούσματα και όλοι φωνάξαμε, παρά να βρίζουν τον Χριστό και την Παναγία μας, καλύτερα πίσω στους Τούρκους». Οι κυνηγημένοι πρόσφυγες ήταν φορείς μιας άλλης παράδοσης, αυστηρής, καλογερικής.

Και ο γέροντας ένιωθε πάντοτε ότι ήταν απόγονος αγίων ανδρών, αφού άκουε από τη μάνα του ότι καταγόταν από εφτά γενεές ιερέων. Ένας από αυτούς ήτο ασκητής στα Ιεροσόλυμα, την ίδια δε τη μάνα του Θεοδώρα τη χαρακτήριζε ως ασκήτρια.

Είχε τόση αρετή η ευλογημένη αυτή γυναίκα, που προείδε τον θάνατό της πολλές μέρες πριν και τον ανακοίνωσε στα παιδιά της, για να τα προετοιμάσει.

Την προσφυγική οικογένεια του Τσαλίκη τη δέχτηκαν τα φιλόξενα χώματα της βορείου Ευβοίας, συγκεκριμένα το χωριό Φαράκλα. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού, τα οποία ήσαν και τα τελευταία. Δεν συνέχισε ο γέροντας στο γυμνάσιο. Ο πατέρας του ένεκεν της φτώχειας, που είχαν τότε, τον έβγαλε από το σχολείο και τον έπαιρνε μαζί του στα κτίσματα, για να τον βοηθά.

Ο γέροντας Ιάκωβος και η Αγία Παρασκευή

Τα βράδια, όταν όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι, έβγαινε κρυφά και πήγαινε σε ένα ξωκλήσι του χωριού, για να προσευχηθεί, στην Αγία Παρασκευή. Εκεί έκανε πολλές μετάνοιες, όπως τον συνήθισε η μάνα του Θεοδώρα, και προσευχόταν για ώρες πολλές. Μετά γύριζε στο σπίτι, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τίποτα.

Ένα βράδυ εκεί στο ξωκλήσι, που γονατιστός ο μικρός Ιάκωβος προσευχόταν, είδε μια σκιά μέσα στο ιερό. Αυτός φοβήθηκε και το πρωί το είπε στη μάνα του. Η διακριτική κυρία Δωρούλα του λέει: «Μη φοβάσαι, Ιακωβάκο μου, το ράσο του παπά θα είναι και το φεγγάρι του κάνει σκιά». Έτσι διασκέδασε το λογισμό του Ιακωβάκου της.

Το βράδυ πήγε πάλι ο μικρός μας γέροντας στο ξωκλήσι για τον κανόνα του. Όταν τέλειωσε και εξερχόταν από το ταπεινό ξωκλήσι, είδε κάτω από ένα μεγάλο δένδρο μια ψηλή μαυροφορεμένη γυναίκα να του κάνει νόημα να την πλησιάσει.

Πήγε κοντά της και τον ρωτά: «Τι θέλεις, Ιάκωβέ μου, να σου χαρίσω για τις τόσες προσευχές, που κάνεις στο σπίτι μου;».

«Ποια είσαι εσύ, καλή μου κυρία;»

«Εγώ είμαι η Αγία Παρασκευή και ό,τι μου ζητήσεις θα στο δώσω».

«Εγώ είμαι μικρός και δεν ξέρω τι θέλω, θα ρωτήσω όμως τη μάνα μου και ό,τι μου πει θα στο ζητήσω».

Το πρωί λέει στην ευλογημένη μάνα: «Μάνα, ψες έξω από το ξωκλήσι είδα την Αγία Παρασκευή και μου είπε, ό,τι της ζητήσω θα μου το δώσει. Τι να της ζητήσω, μάνα;». Άνοιξε τότε η μάνα τα δυο της χέρια διάπλατα, σαν να ‘θελε να χωρέσουν όλον τον ουρανό, και έκραξε φωνή μεγάλη:

«Την τύχη μου, Αγία Παρασκευή, να μου δώσεις, την τύχη μου».

Την επομένη ο μικρός Ιάκωβος επανέλαβε, σαν γνήσιος υποτακτικός, τα λόγια της γερόντισσάς του στην αγία. Η Αγία Παρασκευή στην απλοϊκή απάντηση της μάνας Θεοδώρας απάντησε προφητικά: «Θα σου δώσω εγώ τύχη, να τη ζηλέψουν πολλοί».

Έλεγε αργότερα σ’ εμάς ο γέροντας: «Και μήπως ψέματα μου είπε, παιδάκι μου, η Αγία Παρασκευή; Μικρή τύχη του έδωκε; Με έκαμε ιερέα των μυστηρίων του Θεού!». Και θυμόταν και μας διηγιόταν με το ιδιαίτερο γεροντικό του χιούμορ. «Όταν λειτουργούσε ο παπάς του χωριού, την ώρα, που οι ψάλτες έψαλλαν, «Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες…» εγώ άκουα φτερουγίσματα γύρω από την Αγία Τράπεζα. Ο παπάς ενόμιζα ότι δεν έχει σώμα. Είναι άγγελος. Έλεγα έχει δυο κόκαλα στους ώμους, σαν κρεμάστρα, και κρέμονται τα ράσα απ’ εκεί».

Έτσι έβλεπαν την ιεροσύνη τα παιδικά μάτια της ψυχής του, και έτσι στ’ αλήθεια τα θεία πράγματα είναι. έβλεπε τον παπά, σαν επίγειο άγγελο, που λειτουργεί με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Από μικρός απόκτησε χερουβικούς οφθαλμούς, να θεωρεί τα επουράνια μυστήρια.

Όταν μια μέρα ο παπάς του χωριού τον πήρε μαζί του στα μελίσσια, που είχε στο δάσος, κάπου πιάστηκαν τα ράσα του παπά και φάνηκε το παντελόνι από κάτω από το αντερί. Τότε για πρώτη φορά άρχισε να υποψιάζεται ότι και ο παπάς είναι άνθρωπος, «σάρκα φορών και τον κόσμο οικών».

Στο χωριό γιατρός τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε. Υπήρχε όμως ο πατήρ Ιάκωβος. Από τον καιρό, που ήτο δεκαπενταετής, όλοι οι κάτοικοι του χωριού έβλεπαν ότι ο Ιάκωβος του Τσαλίκη ήταν άνθρωπος του Θεού, σκεύος εκλογής, γι’ αυτό και τον φώναζαν, πάτερ Ιάκωβε. Όποιος αρρώσταινε καλούσαν τον πατέρα Ιάκωβο, του διάβαζε μια ευχή και γινόταν καλά. Πολλές γυναίκες, που είχαν δυσκολίες στη γέννα, καλούσαν τον πατέρα Ιάκωβο να κάνει προσευχή, και αυτές αμέσως απελευθερώνονταν.

Έτσι μια μέρα ο παπάς του χωριού κάλεσε τον πατέρα Ιάκωβο, που ήτο τότε δώδεκα ή δεκατριών ετών, να διαβάσει την ετοιμόγεννη παπαδιά. «Επήρα και εγώ μια παλαιά εκκλησιαστική φυλλάδα προσευχών, που είχα, και με μεγάλη ντροπή γονάτισα σε μια γωνιά και έκανα την προσευχή για την παπαδιά». Μόλις βγήκε από την πόρτα, γέννησε το Βαγγελάκη.

Η μάνα του Γέροντα, Θεοδώρα

Η μητέρα του Θεοδώρα «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής», και βλέποντας αυτά τα σημεία στον Ιάκωβό της, αντελήφθη ότι το παιδί αυτό έχει ιερά αποστολή να επιτελέσει. Η μάνα του γέροντα δεν ήτο μια οποιαδήποτε συνηθισμένη γυναίκα του λαού. Ο ίδιος ο γέροντας την αποκαλούσε ασκήτρια.

Περνούσε τη ζωή της με υπομονή στις θλίψεις, συνεχή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, χαμαικοιτία. Μικρασιάτισσα. Γυναίκα της Ανατολής. Για τον π. Ιάκωβο ήτο η γερόντισσά του, κι υποτασσόταν σ’ αυτή μέχρι την κοίμησή της. Μια μέρα βροχερή της είπε: «Μάνα πάλι βρέχει!». Και η αυστηρή γερόντισσα του απάντησε επιτιμητικά: «Παιδί μου, Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει».

Η μάνα Θεοδώρα προείδε το θάνατό της πολλές μέρες πριν και προετοίμασε τα παιδιά της, για να μη λυπηθούν υπερβαλλόντως. Παρ’ όλα αυτά ο ευαίσθητος π. Ιάκωβος κόντεψε να ξεψυχήσει και αυτός πάνω στον τάφο της αγίας μητέρας του. Ένεκεν αυτής του της στάσεως στον θάνατο της μάνας του πάντα μας τόνιζε να είμεθα εγκρατείς στις θλίψεις και ότι η υπερβολική στενοχωρία ή λύπη είναι αμαρτία.

Το 1952, αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, ο γέροντας ήλθε στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ, όπου έμεινε επί τριάντα εννέα έτη, δηλαδή μέχρι της κοιμήσεώς του.

Είχε ήδη περάσει το τριακοστό έτος της ηλικίας ο γέροντας, όταν έφτασε στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ. Εδώ έμελλε να επιτελέσει την ιερά αποστολή του κατά τα προφητικά λόγια της μάνας Θεοδώρας.

Στην είσοδο της μονής τον περίμενε ο ίδιος ο Όσιος Δαβίδ. Όπως η Αγία Παρασκευή υποσχέθηκε στο μικρό Ιακωβάκο μία ουράνια τύχη, έτσι και τώρα ο μέγας Γέροντας Δαβίδ υποδεχόταν τον αρτιγέννητο γέρο Ιάκωβο με την υπόσχεση: «Αν φυλάξεις ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή, παραμένοντας άχρι τέλους στη μονή, θα σε προσκυνήσουν αρχιερείς, οι πατριάρχες θα σε ευλαβούνται, πλούτος πολύς θα περάσει από μπροστά σου, αλλά δεν θα τον αγγίξεις».

Αυτή η πρώτη συνομιλία με τον Όσιο Δαβίδ έμοιαζε με ακολουθία κουράς, όπου ο γέροντας εισάγει τον υποτακτικό στο μυστικό κήπο της βασιλείας του Θεού. Ο Όσιος Δαβίδ θα είναι πλέον ο γέροντας του πατρός Ιακώβου, όπως άλλοτε η μάνα του Θεοδώρα. Εξάλλου έτσι ήταν και είναι γνωστός ο όσιος σ’ όλη την Εύβοια: Ο Γέροντας. Και το μοναστήρι του η μονή του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος.

Η μονή είναι κτισμένη τον 16ο αιώνα, ένα αιώνα καρποφόρο για την Εκκλησία, παρόλα τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο αιώνας αυτός προσέφερε πολλούς αγίους – Άγιο Γεράσιμο, τον Διονύσιο εν Ολύμπω, τον Τιμόθεο Πεντέλης, την Φιλοθέη Αθηναία, τον Όσιο Δαβίδ – και άλλους, οι οποίοι έκτισαν μοναστήρια, απ’ όπου αντλούσε ο λαός του Θεού πίστη και ελπίδα.

Ο γέροντας Ιάκωβος στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ

Το 1952, έτος, που ο π. Ιάκωβος εισήλθε στη Μονή του Γέροντος Δαβίδ, το μοναστήρι ήτο ένα ετοιμόρροπο κτίριο, που επιζητούσε τον ανακαινιστή του. Έμεναν τότε στη μονή δύο τρεις αμόναχοι μοναχοί, ιδιορρυθμίτες, που δεν είδαν με καλό μάτι τον νέο μικρασιάτη καλόγερο.

Του έδωσαν ένα ανώγειο κελί με τρύπιο πάτωμα, όπου στο ισόγειό του έβαζαν τα γίδια της μονής. Σ’ αυτό το περιβάλλον έζησε την αρχή της καλογερικής του ζωής, μόνος με το Μόνο Θεό, προσευχόμενος νυχθημερόν, ως επίγειος άγγελος, προσφέροντας τη λογική λατρεία με τα άλογα ζώα του ισογείου.

Τις καθημερινές ακολουθίες στο καθολικό της μονής τις κάνει με τον ευλαβή και απλοϊκό μοναχό π. Ευθύμιο.

Στα νότια της μονής και σε απόσταση είκοσι λεπτών οδοιπορικώς, πλάι σε χαράδρα, μέσα σε βράχο, βρίσκεται ένα μικρό σπήλαιο, γνωστό ως ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ. Σ’ αυτό ο όσιος παρέμενε όλη τη βδομάδα, και το Σάββατο ανέβαινε στη μονή να λειτουργηθεί και να δώσει τις σοφές συμβουλές του. Αυτό το ασκητήριο στην τωρινή εποχή μας, όπου εψυχράνθη ο ζήλος των πολλών, δεχόταν τα βράδια ένα νεαρό επισκέπτη, ένα νέο ευχέτη, να δέεται υπέρ της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου. Ως γνήσιος υποτακτικός του γέροντος Οσίου Δαβίδ, ακολουθεί το παράδειγμά του, νηστεύων, αγρυπνών, προσευχόμενος «εν σπηλαίοις και όρεσι και ταις οπαίς της γης».

Ο γέροντας προσεύχεται στο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ

Όπως τότε ο μικρός Ιάκωβος πήγαινε κρυφά από τους δικούς του στο ταπεινό ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευή, έτσι και τώρα μυστικά, όταν οι λίγοι της μονής κοιμόντουσαν, αυτός επήγαινε στο αγιασμένο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ για τη νυχτερινή του προσευχή.

Έλεγε ο γέροντας: «Τότε, παιδί μου, δεν υπήρχε δρόμος, ένα στενό μονοπάτι ήτο, και εμείς, μακριά από τον κόσμο, δεν είχαμε τον τρόπο μας να κινηθούμε τη νύχτα. Ούτε ένα φανάρι δεν είχαμε. Τόσο πόθο όμως είχαν να πηγαίνω τα βράδια στο ασκητήριο του αγίου μας, και ας είμαι εκ φύσεως δειλός, που τολμούσα να πάω. Καθ’ οδόν όμως, αφού δεν έβλεπα, έπεφτα μέσα σε αυλάκια και χαράδρες και έτσι ήτο αδύνατο να φτάσω. Τότε παρακάλεσα: «Θεέ μου, φώτισε μου το δρόμο να φτάσω στο ασκητήριο.

Και ο καλός Θεός άκουσε το αίτημά μου. Από τα πολλά άστρα του ουρανού μου έδωσε κι εμένα ένα. Αυτό πήγαινε μπροστά και μου ‘φεγγε το δρόμο. εγώ από πίσω του. Έτσι έφτανα στο ασκητήριο. Εκεί, «ελθών ο αστήρ, έστη επάνω του σπηλαίου», έκανα την προσευχή μου και μετά πάλιν μπροστά ο αστέρας μου φέγγει μέχρι την πόρτα της μονής. Οι πατέρες εκάθευδον και τίποτα δεν καταλάβαιναν από όλα αυτά».

Ένα βράδυ εκεί στο ασκητήριο οι δαίμονες στην προσπάθειά τους να εκφοβίσουν τον γέροντα, για να εμποδίσουν τις πυρφόρες αναβάσεις του στον ουρανό, μετασχηματίσθηκαν σε ένα σμήνος από σκορπιούς. Τον περικύκλωσαν από όλες τις πλευρές, ακόμη κι’ από την οροφή του σπηλαίου κρεμόντουσαν, σαν τσαμπιά από σταφύλι. Ο γέροντας, επικαλούμενος τις πρεσβείες του Οσίου Δαβίδ και την αψευδή εξουσία του Κυρίου «του περιπατείν επάνω όφεων και σκορπίων», διέλυσε τις μηχανές και φαντασίες του νοερού εχθρού.

Αυτά είναι μερικά περιστατικά, ενδεικτικά των ασκητικών αγώνων του γέροντα, που τον αναδεικνύουν συνεχιστή των παλαιών οσίων του γεροντικού και της ερήμου.

Τα χρόνια περνούσαν, οι παλαιοί πατέρες της μονής απήρχοντο εκ του κόσμου τούτου, και δύο νέοι μοναχοί έρχονται βοηθοί του γέροντος στην αναστήλωση της μονής, αναστήλωση πνευματική και κτιριακή. Το 1962 ήρθε στη μονή ο π. Κύριλλος και αργότερα μετά τον θάνατο της συζύγου του ο π. Σεραφείμ. Το 1975 ο γέροντας γίνεται ηγούμενος και πνευματικός. Η πνευματική πατρότης στο πρόσωπο του π. Ιακώβου δεν ήτο ψιλός τίτλος, αλλά χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, που το γευόταν κάθε πονεμένη ψυχή, όταν τον πλησίαζε, και ξεδιψούσε τη δίψα της. Η μονή επί των ημερών του διπλασιάζεται κτιριακά με ξενώνες, τραπεζαρία για τους προσκυνητές, καμπαναριό κλπ., ενώ ταυτόχρονα ο ναός ευπρεπίστηκε έτσι, που να ξαναβρεί η μονή το αρχέγονο κάλλος της.

Το μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ

Η φήμη της μονής για τα θαύματα του Οσίου Δαβίδ, τον αγιασμένο ηγούμενό της, και την αβραμιαία φιλοξενία των πατέρων της ξεπερνά τα όρια της Εύβοιας. Γίνεται πανελλήνιο προσκύνημα, πανορθόδοξη αναφορά του αιώνα μας. Από όλα τα μέρη της Ελλάδας φτάνουν προσκυνητές, για να αποθέσουν στο πετραχήλι του γέροντα τον πόνο και τις αμαρτίες τους. Πολλές φορές έκπληκτοι ακούαμε από τον διορατικό γέροντα την αμαρτία ή το πρόβλημά μας, πριν ακόμα το εκφράσουμε.

Ο προσεκτικός προσκυνητής θα έπρεπε να αντιληφθεί ότι οι διάφορες διηγήσεις του γέροντα – ιστορίες της μάνας του από τη Μικρά Ασία και της κατοπινής μοναχικής του ζωής – τον αφορούσαν προσωπικά. Ο γέροντας, ως γνήσιος ανατολίτης, που ήτο, μιλούσε και φώτιζε τις πικραμένες ψυχές με ιστορίες και παραβολές, για να ακούγονται γλυκύτερα οι ιαματικές του συμβουλές. Στην τράπεζα, στην κουζίνα, στη μεγάλη αυλή της μονής, παντού και πάντοτε είχε κάτι να διηγηθεί από τη ζωή του. Και αυτό το κάτι συχνά αφορούσε τη δική μας ζωή. Όλα αυτά τα διηγιόταν με ιδιαίτερη χάρη -αφού τον χαρίτωνε το Άγιο Πνεύμα- παραστατικότητα, με τις ανάλογες κινήσεις και φωνές, που απαιτούσε η κάθε διήγηση. Είχε μιμητική ικανότητα, που τον καθιστούσε χάρμα ακοής και οφθαλμών.

Ο φιλακόλουθος γέροντας Ιάκωβος

Αυτός ήτο ο γέρο-Ιάκωβος πριν την ακολουθία, απλούς και χαριέστατος. Μέσα στο ναό, στη λατρεία, γινόταν άλλος άνθρωπος. Επίγειος άγγελος «συλλειτουργών», όπως ο ίδιος, έλεγε, «με Χερουβίμ και Σεραφίμ». Χωρίς να είναι ιδιαίτερα ψηλός, έδινε την αίσθηση ενός μεγαλοπρεπούς άρχοντα, που με ύψος υψηλού κηρύγματος κατά την ανάγνωση του εξάψαλμου και ευαγγελίου αναγγέλλει την παρουσία του Κυρίου στην κάθε λειτουργία. Ήταν, όπως λέμε, μεγαλοπρεπής εν απλότητι.

Κατά τη διάρκεια των ακολουθιών του συνέβαιναν πολλά πνευματικά γεγονότα, τα οποία μετά μας διηγείτο. Όταν εμνημόνευε στην προσκομιδή, έβλεπε πολλές φορές τις ψυχές των παλαιών πατέρων της μονής να ζητούν τις προσευχές του. Πόση θλίψη είχε, όταν μας περιέγραψε αργότερα τη μετά θάνατο κατάσταση μερικών εξ αυτών.

Όταν εκάλυπταν τα Τίμια Δώρα ευλαβείς ιερείς την ώρα, που έθεταν τον αστερίσκο επάνω του αμνού, έβλεπε ένα φωτοειδή αστέρα επάνω από το κεφάλι του ιερουργούντος ιερέως. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας την περισσότερη ώρα, όταν το επέτρεπε η στιγμή, ήτο γονυπετής.

Εντύπωση προκαλούσε η άμεση σχέση, που είχε με τον Όσιο Δαβίδ. Όταν κάποτε οι κάτοικοι του χωριού Λιβανάτες ήρθαν, για να πάρουν την κάρα του οσίου στο χωριό τους με σκοπό να βρέξει εκείνη την άνυδρη χρονιά, ο γέροντας πήγε μπροστά στην εικόνα του οσίου και του μίλησε, μάλλον τον διέταξε μετά παρρησίας: «Γέρο, ήρθαν οι χωριανοί σου να σε πάνε στους Λιβανάτες για την ανομβρία. Σε παρακαλώ τώρα, που θα πάμε, να μπουμπουνίσεις. Πρόσεξε, μη με προσβάλεις!». Και ο Όσιος Δαβίδ τον άκουσε αμέσως. Μετά την παράκληση άρχισαν δυνατές βροχές. Αυτή την άμεση σχέση, που είχε με τον Όσιο Δαβίδ, την περιέγραφε σαν ένα τηλέφωνο: «Εγώ, παιδί, τα λέγω στο αυτί του αγίου, και αυτός ανοίγει γραμμή με τον Χριστό μας!».

Ο Όσιος Δαβίδ εξεπλήρωσε τις υποσχέσεις, που έδωκε στον γέροντα, όταν πρωτοεισερχόταν στη μονή, στο ακέραιο. Πατριάρχες και αρχιερείς εξομολογήθηκαν κοντά του και ζητούσαν τις αποτελεσματικές ευχές του. Ο μακαριστός οικουμενικός πατριάρχης Δημήτριος του έστειλε επιστολές και ο νυν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος τον επισκέφθη. Ο Αλεξανδρείας Νικόλαος επίσης. Οι ένδοξοι της γης μπροστά του εταπεινώθησαν, όπως ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας Ανδρέας Παπανδρέου, όταν συναντήθηκαν σε νοσοκομείο των Αθηνών.

Ο ταπεινός Ιακωβάκος, που δεν πήγε γυμνάσιο, για να βοηθά τον φτωχό πατέρα του στα κτίσματα, έγινε διαχειριστής πολλών εκατομμυρίων δραχμών. Κατά το προφητικό λόγιο του Οσίου Δαβίδ δεν τα άγγιξε τα χρήματα. Τα πήρε, για να τα σκορπίσει, ως άλλος Ιωάννης Ελεήμων, σε φτωχούς και άπορους. Αυτό όμως, που πλούσια έδωσε σ’ εμάς τους φτωχούς τότε φοιτητές, είναι η ζωντανή πίστη ότι -όπως τακτικά ο ίδιος ομολογούσε- «ζει Κύριος ο Θεός μου», ποιών στις δύσκολες μέρες μας στο πρόσωπο του αγιασμένου θεράποντα Του ένδοξά τε και εξαίσια.

Ήταν τέτοιας θέρμης η ζέση της πίστεώς του, που το Πάσχα πήγαινε στο κοιμητήριο της μονής και έλεγε: «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους πατέρες, τα δε Χριστούγεννα η ευαίσθητη καρδία του συνέχιζε τον εορτασμό και την πανήγυρη της ημέρας μέσα στο γειτονικό δάσος. Εκεί όλως τυχαία και ξαφνικά ακούσαμε φωνή να ψάλλει: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε… Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη…». Ήταν η φωνή του γέροντα, που έψαλλε με τα χέρια αναπεπταμένα στον εορτάζοντα ουρανό ανάμεσα στα γέρικα πλατάνια, ενώ σμήνος πουλιών συνεόρταζε τριγύρω του.

Αυτές τις καταβασίες έψαλλε την ημέρα των Εισοδίων της Παναγίας κατά το παρελθόν έτος 1991. Μετά εξομολόγησε τον αδελφό Γεννάδιο και τον παρεκάλεσε να μείνει, γιατί «το απόγευμα θα χρειαστεί», όπως είπε, «να τον αλλάξει». Πράγματι το απόγευμα εκοιμήθη, για να κάνει μαζί με τα Εισόδια της Θεοτόκου τη δική του είσοδο στον εορτάζοντα ουρανό.

Ο γέροντας Πορφύριος, που ετοίμαζε εκείνες τις μέρες τη δική του έξοδο από αυτό τον κόσμο, είπε: «Εκοιμήθη ο γέρο-Ιάκωβος, ένας από τους μεγαλύτερους αγίους του αιώνα μας. Είχε μέγα διορατικό και προορατικό χάρισμα το οποίο έκρυβε επιμελώς, για να μη δοξάζεται». Κύριε Παντοκράτορα, ο Θεός των πατέρων ημών Ιακώβου και Πορφυρίου, «γένου ίλεως επί τας αμαρτίας ημών».

* Κείμενο, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Ορθόδοξη Μαρτυρία που εκδίδεται στην Κύπρο. Χρόνος συγγραφής: 1991. Και είναι στην ουσία το πρώτο δημοσιευμένο κείμενο που αναφέρεται στο βίο του Γέροντος Ιακώβου.

Θεσσαλονίκην οὒ μ’ ἐθέσπισεν, -Αὐτοβιογραφικά κείμενα τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου-ἀπὸ Μπὰμπη-

Οκτώβριος 27, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για θεσσαλονικη

[απόσπασμα σχετικό με την εθνική γιορτή]

«… Αλλά το εκπληκτικότερο είναι ότι μαζί με το σπίτι μας βομβαρδίστηκε και η ίδια η Αγία Σοφία. Ίσως οι Ιταλοί είχαν ένα σατανικό σχέδιο: να βομβαρδίσουν τα μνημεία μας. Και άρχισαν από την Αγια-Σοφιά και την Παναγία Χαλκέων. Γιατί δεν μπορώ να διανοηθώ τι άλλο ήθελαν να βομβαρδίσουν σε κείνη την περιοχή. Και φαίνεται ότι τα κατάφεραν αρκετά καλά γιατί δύο ή τρεις βόμβες έπεσαν πάνω στον τρούλο της Αγίας Σοφίας.
Το πράγμα ήταν τρομερό. Γιατί, όπως ξέρετε, ο τρούλος έχει ένα από τα ωραιότερα ψηφιδωτά όλου του κόσμου. Είναι η Ανάληψη του Χριστού. Ο Χριστός ανεβαίνει στους ουρανούς, από κάτω τον βλέπουν όρθιοι οι Δώδεκα Απόστολοι και μαζί τους η Παναγία. Είναι και δύο άγγελοι. Ένα τεράστιο ψηφιδωτό ανεκτίμητης τέχνης, που καλύπτει όλο τον τρούλο και που έγινε πιθανώς περί το 885 μ.Χ. Λοιπόν καταλαβαίνετε τι τρομερό πράγμα ήταν να βομβαρδιστεί ο τρούλος μ’ αυτό το αριστούργημα. Αλλά όσο και τρομερό να ήταν, όσο και σατανικά να σκέφτηκαν οι Ιταλοί, η Παναγία φαίνεται πως έβαλε το χέρι της.
Και, ω του θαύματος, οι τρεις βομβίτσες γλίστρησαν κι έπεσαν στη βόρεια αυλή της εκκλησίας, δηλαδή στο τμήμα της αυλής που ήταν πολύ κοντά προς το σπίτι μας. Και πέφτοντας στο χώμα δεν έκαναν κανένα κακό. Παρ’ όλα αυτά, πρόλαβε μία βόμβα και γκρέμισε ένα μικρό τοιχάκι του τρούλου. Ο τρούλος στηρίζεται σε τέσσερα μικρά τοιχία, από τα οποία το ένα, το βορειοδυτικό, η βόμβα το κατέστρεψε και ταυτόχρονα έπεσαν μερικές ψηφίδες, ευτυχώς όχι ολόκληρο το τμήμα του ψηφιδωτού. Αυτή ήταν η μοναδική καταστροφή. Υπάρχουν ακόμα φωτογραφίες με το κατεστραμμένο αυτό τοιχίο και είναι συγκινητικό ότι ο έφορος αρχαιοτήτων Χαράλαμπος Μακαρόνας, εφτά μήνες μετά τον βομβαρδισμό, με πενιχρά μέσα και άγριες κατοχικές πείνες, κατάφερε να χτίσει το τοιχίο και να αποκαταστήσει εντελώς τη βλάβη στον τρούλο. Ο λαός, πάντως, ήξερε ένα πράγμα: η Παναγία είχε κάνει το θαύμα της. Και πήγαιναν όλοι στο μέρος που έπεσαν οι βόμβες και προσκυνούσαν.
Δεν σου επέτρεπε την παραμικρή αμφιβολία
Ωστόσο, το γεγονός αυτό πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από έναν άλλο κύκλο θαυμάτων, που ήταν απείρως πιο εντυπωσιακός. Ξαφνικά, εμφανίστηκαν σε καμιά δεκαριά σημεία, στο κέντρο της πόλης (Θεσσαλονίκης), εικόνες της Παναγίας στα τζάμια διαφόρων μαγαζιών. Στην αρχή μας το λέγαν και δεν το πιστεύαμε. Οι Παναγίες που εμφανίστηκαν στα τζάμια δεν ήταν ζωγραφισμένες, αλλά αχειροποίητες. Η εικόνα σχηματιζόταν στο εσωτερικό του τζαμιού, μέσα δηλαδή στην ύλη του γυαλιού, δεν ήταν ούτε από την έξω μεριά ούτε από την μέσα. Και ήταν και χρωματισμένη, αλλά με άυλα και ανεξίτηλα χρώματα.
Στην αρχή μερικοί δύσπιστοι έλεγαν ότι ήταν η ιδέα μας, ότι αυτά ήταν υστερίες του πλήθους. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι διάφοροι έξυπνοι το σοφίστηκαν αυτό, κυρίως καντηλανάφτες, για να πηγαίνει ο λαός να προσκυνάει και να αγοράζει κεριά. Πάντως κάποιοι είχαν φέρει μανουάλια και μπορούσες να ανάψεις εκεί μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού, όπου είχε εμφανιστεί η Παναγία, ένα κερί. Αυτό διαδίδονταν για διάφορα σημεία της πόλεως. Και μια μέρα, Αγίας Σοφίας και Εγνατία σχεδόν στη γωνία, λίγο παρακάτω από το ξενοδοχείο «Κασσάνδρα», σ’ ένα κουρείο, όπου πολλά χρόνια αργότερα πήγαινα και κουρευόμουνα κι εγώ, εμφανίστηκε στην τζαμαρία του μια ζωγραφιά της Παναγίας. Ήταν τόσο καθαρή, τόσο βυζαντινή και τόσο ανεξίτηλη, που δεν σου επέτρεπε την παραμικρή αμφιβολία. Μπορεί οι διάφοροι να είχαν τις απιστίες τους, αλλά ο κόσμος στεκόταν με τις ώρες στην ουρά (που έφτανε από το κουρείο μέχρι την Αγια-Σοφιά) για να προσκυνήσει.
Κάποτε πήγα κι εγώ και έτσι αξιώθηκα να δω την Παναγία από κοντά. Έπιανες το τζάμι και δεν έπιανες τίποτα. Αλλά η εικόνα υπήρχε. Δεν κάλυπτε όλη την επιφάνεια του τζαμιού, αλλά μόνο το κέντρο του. Θα έλεγες πως ήταν σαν βιτρώ, αλλά δεν ήταν ούτε βιτρώ. Τα χρώματα ήταν πολύ άυλα και αχνά. Ο κόσμος προσκυνούσε και ασπάζονταν την αχειροποίητη εικόνα στο τζάμι, μερικοί άναβαν και κάνα κερί που έφερναν μαζί τους αλλά κανείς δεν έδινε λεφτά. Και άλλωστε πού να τα δώσει και γιατί; Ήταν πραγματικά μια από τις συγκινητικότερες στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου. Γιατί διαβάζαμε στις εφημερίδες ότι και οι πολεμιστές στο μέτωπο έβλεπαν την Παναγία να διαγράφεται στον ορίζοντα και να τους κατευθύνει.
Ακόμη και το θαύμα του τρούλου της Αγίας Σοφίας ήταν λιγότερο εντυπωσιακό, αλλά το θαύμα της Παναγίας πάνω στα τζάμια ήταν κάτι απερίγραπτο. Και επειδή καθόμασταν πολύ κοντά στο κουρείο (δυο τετράγωνα μας χώριζαν όλο κι όλο), το μικρό εκκλησάκι με τον βυζαντινό τοίχο γέμιζε κάθε απόγευμα από γυναίκες, ακόμη και νέες, που έλεγαν τον Ακάθιστο Ύμνο.
Αν θυμούμαι καλά, οι αχειροποίητες αυτές εικόνες της Παναγίας έμειναν ένα μήνα και μετά χάθηκαν ακριβώς όπως ήρθαν. Τότε πολλοί διέδωσαν ότι η εξαφάνιση των εικόνων ήταν κακό σημάδι και πως θα χάναμε όπου να ’ταν τον πόλεμο στην Αλβανία…»

Συνέντευξη τῆς ἡθοποιοῦ Ὃλιας Λαζαρίδου

Μαΐου 10, 2017
 
«Ο Θεός μιλά σιγά μέσα μας και όχι με κορόνες. Είναι πνοή αύρας λεπτής!»
 
olia1Μια φράση που είχατε πει πριν από καιρό, ότι «πρέπει να φυσήξει Θεός», ομολογώ ότι αποπνέει μια ιδιαίτερη αίσθηση και συγχρόνως απελευθερώνει την φλόγα μιας εσωτερικής δύναμης…

Αυτήν την περίοδο -πέρα από τα προφανώς σοβαρά οικονομικά προβλήματα- θεωρώ ότι η κρίση που βιώνουμε ως χώρα είναι κυρίως πνευματική. Υπάρχει πολύ μεγάλη ένδεια πνευματική. Αισθάνομαι ότι ζούμε το παρόν, το νυν, αλλά εάν αυτό δεν εμπεριέχει και το «αεί» τότε η ζωή γίνεται πολύ στενή. Για εμένα τουλάχιστον θα ήτανε αφόρητη. Νιώθω ότι αυτό το κομμάτι της ζωής μας είναι σαν ένα παράθυρο, που επιτρέπει στον αέρα να έρχεται προς τα μέσα αλλά συγχρόνως και να βγαίνει. Να κυκλοφορεί, δηλαδή, ανεμπόδιστα…

Η παρουσία μέσα σας του Θεού είναι αρκετή για να θέσει σε κίνηση το πιο δημιουργικό κομμάτι της ύπαρξής σας; Να γονιμοποιήσει το ταλέντο σας;

Δεν νομίζω ότι είναι έτσι τα πράγματα…Δεν τον βρήκα εγώ τον Θεό, Αυτός με βρήκε. Έτσι νομίζω ότι συμβαίνει. Τον Θεό δεν Τον χρησιμοποιείς, Εκείνος σε κυριεύει. Ο Θεός μιλά πολύ σιγά μέσα μας και όχι με κορώνες. Είναι πνοή αύρας λεπτής. Σε βρίσκει Αυτός, και εσύ από εκεί και πέρα το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να χαμηλώσεις λίγο. Και αυτό επειδή στα μεγάλα αναστήματα δεν πολύ χωράει ο Θεός. Χωράει στα μικρά. Επομένως, να παραδίνεσαι πρέπει και όχι να χρησι-μοποιείς. Αυτή είναι η σχέση, που εγώ τουλάχιστον έχω νιώσει απέναντι στον Θεό. Από εκεί και πέρα ότι ο Θεός σε γεμίζει με «δώρα», σε εμπλουτίζει ψυχικά, αυτό ασφαλώς και είναι σίγουρο. Αυτό όμως είναι ένα διαφορετικό πράγμα …

Και ποια αλλαγή έχετε νοιώσει έως σήμερα στην ζωή σας μέσα από την σχέση με τον Θεό;

Ένα μόνο πράγμα: την χαρά. Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή που έχω νιώσει μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Ότι άνοιξε στη ζωή μου ένα παράθυρο χαράς. Σε παλαιότερες περιόδους της ζωής μου με γοήτευε το μαύρο, το σκοτεινό… Σιγά-σιγά όμως κατάλαβα ότι αυτό στην πραγματικότητα ναι μεν ήταν γοητευτικό, αλλά ρηχό. Και ότι αυτό που όχι μόνο δεν έχει τέλος, αλλά μπορεί να σε συντροφέψει για μια ολόκληρη ζωή, είναι ο πραγματικός αγώνας να βρεθείς σε μια πορεία προς το φως.

Ο Θεός συμβολίζει την εγκατάλειψη του παλαιού εαυτού μας και την κατοίκηση εντός μας του αληθινού λόγου;

Εγώ αυτά δεν τα πολυσκέφτομαι και δεν τα ψάχνω κατ’ αυτόν τον τρόπο. Απέναντι σε αυτά εγώ τοποθετούμαι σαν παιδί. Προσπαθώ να έχω την απλότητα του παιδιού. Όταν προσπαθείς να ερμηνεύσεις κάτι πολύ σχολαστικά, τότε νομίζω ότι χάνεις την ουσία. Μοιάζει κατά κάποιον τρόπο με μια σκέψη που είχα κάνει στο παρελθόν σχετικά με το τί σημαίνει ταλέντο: Ότι, δηλαδή, το ταλέντο είναι κάτι που εάν το έχεις πρέπει να κάνεις σαν να μην το έχεις, γιατί αλλιώς θα πάψεις να το έχεις. Ορισμένα πράγματα, είναι από μόνα τους τόσο μεγάλα, που μόνο με ευγνωμοσύνη πρέπει να τα προσεγγίζουμε και όχι με το μυαλό. Η σκέψη, νομίζω, δεν σε οδηγεί μακριά.

fws1Ποια ερμηνεία θα μπορούσατε να δώσετε στην θρησκευτική πίστη;

Δεν ξέρω, αλλά όσον αφορά εμένα, ήρθε και με βρήκε. Ήταν κάτι τελείως διαφορετικό με τις αναζητήσεις που είχα στην εφηβεία π.χ. με τις ιδεολογίες, τα κόμματα, την τέχνη κ.α. Κάτι που μου ξαναθύμισε, με βοήθησε να ενωθώ ξανά με ξεχασμένα συναισθήματα του παιδικού μου κόσμου. Να βρω ξανά αυτό το νήμα.

Και σε ποια περίοδο της ζωής σας νοιώσατε να γεμίζετε και να νοηματοδοτείται η ύπαρξή σας από αυτό το συναίσθημα της σύνδεσης με τον Θεό;

Πριν από 20 χρόνια βρέθηκα κοντά στο περιβάλλον της Εκκλησίας. Με πολύ δυσκολία, ομολογώ, και αρκετή δυσπιστία και φόβο στην αρχή. Και χωρίς να μεσολαβήσουν για αυτό οι άνθρωποι της οικογένειάς μου ή άλλοι γνωστοί. Άλλωστε, στο παρελθόν ήμουν πιο κοντά στην αριστερή ιδεολογία, αυτός ήταν ο χώρος μου . Ήταν όμως μια δίψα που γεννήθηκε μέσα μου. Βρέθηκα βέβαια και στο σωστό πλαίσιο, που με βοήθησε να ξεπεράσω τους φόβους μου και να προχωρήσω. Σιγά-σιγά έγινα πιο δεκτική στην αγάπη του Θεού. Σίγουρα, σε προσωπικό επίπεδο μού συνέβησαν κάποια πράγματα που διαδραμάτισαν τον δικό τους ρόλο, αλλά δεν θα ήθελα να πω περισσότερα πράγματα. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε όπως συμβαίνει με το θέατρο, όπου συναντάς έναν σκηνοθέτη και αυτός σε καθοδηγεί για να προχωρήσεις. Πρόκειται για κάτι βαθύτατα εσωτερικό που το γνωρίζει μόνο ο Θεός και αυτός που έχει βιώσει αυτή την εμπειρία.

Τελικά, αυτή η προσωπική εμπειρία δεν είναι εύκολο να την μεταδώσει και να την εξηγήσει κάποιος στους δικούς του ανθρώπους;

Αυτό που είναι ο κάθε άνθρωπος είναι ωραίο, νομίζω, να δηλώνεται μόνο μέσα από την παρουσία και τις πράξεις του! Και να γίνεται έτσι αντιληπτό από τους υπόλοιπους χωρίς καν να γνωρίζουν αυτοί πολλά πράγματα για την προσωπικότητά του. Να ζει κάποιος διακριτικά. Σε αυτούς βέβαια τους ανθρώπους έχω πιο μεγάλη εμπιστοσύνη. Το μεγαλύτερο επιχείρημα κάποιου είναι οι πράξεις και η ίδια του η ζωή. Και να σας αναφέρω και ένα παράδειγμα: Ανοίγετε την τηλεόραση και βλέπετε να μιλάνε κάποιοι πολιτικοί. Εάν κλείσετε την φωνή και βλέπετε μόνο τα πρόσωπα, χωρίς να ακούτε τί λένε, τότε αμέσως τους περισσότερους θα τους απορρίψετε. Αυτό που θα δείτε δεν θα σας εμπνέει.

Η αλλαγή που νοιώθατε ότι σας κυρίευε συντελέστηκε σταδιακά ή συνέβη άμεσα;

Ο Θεός ήρθε και άνοιξε ένα παράθυρο στην ζωή μου. Η αγάπη του Θεού υπάρχει, αλλά είμαστε φορτωμένοι με τόσα πολλά άχρηστα πράγματα, που μας εμποδίζουν να τη νοιώσουμε. Η πίστη προς τον Θεό με βοήθησε ακόμη να χαλαρώσω και ως προς μερικά εξωτερικά πράγματα. Σιγά-σιγά μεγαλώνοντας μπόρεσα να ξεχωρίσω μέσα μου ότι άλλο είναι η Εκκλησία των ανθρώπων και διαφορετική είναι η Εκκλησία, στην οποία υπάρχει μέσα της ο Θεός. Είπα στον εαυτό μου πολλές φορές ότι υπάρχει καθαρό νερό μέσα σε αυτό το ποτήρι, οπότε για να πλησιάσεις και να πιείς αυτό το νερό θα πρέπει να παραβλέψεις ότι μερικές φορές το κύπελλο μπορεί να είναι βρώμικο. Πιο παλιά στεκόμουν πολύ στην θέα αυτού του βρώμικου κυπέλλου, επειδή ήμουν σαν φοβισμένο γατί. Έχω την αίσθηση ότι μπορεί κάποιοι άνθρωποι να θέλουν να πλησιάσουν, αλλά δυσκολεύονται να βρουν πόρτα να μπουν… κι αυτό είναι κρίμα. Το ότι εγώ μπόρεσα να βρω μια χαραμάδα και να μπω, να γευτώ το αληθινό πρόσωπο της Εκκλησίας, νοιώθω ότι ήταν μεγάλη τύχη. Και μεγάλο δώρο.

Τώρα, λοιπόν, είστε πιο δυνατή από ποτέ;

Παλιά ήμουν σαν το καρυδότσουφλο που το χτυπούσε η τρικυμία και πήγαινε μια δεξιά και μια αριστερά. Τώρα, αυτό που νοιώθω να έχει αλλάξει είναι, ότι ξέρω πως μπορεί να καραβοτσακιστώ αλλά στο τέλος το καραβάκι θα ισιώσει. Κι αυτό είναι η ελπίδα.

Στο θέατρο πόσο εύκολο είναι να συναντηθεί και να συνεργαστεί ένας θρησκευόμενος άνθρωπος με τον δεδηλωμένο άθεο;

Όταν κάτι έχει χαρακτήρα πνευματικό, τότε είναι λάθος να παίρνει ιδεολογική χροιά. Αυτό δημιουργεί φανατισμό και διαχωριστικές γραμμές. Είμαστε άνθρωποι. Και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αγαπήσουμε τον διπλανό μας. Αυτό είναι το χαμένο στοίχημα της ανθρωπότητας. Οι αδυναμίες μας είναι που μας κάνουν να μην μπορούμε να αγαπηθούμε και όχι οι διαφορές. Δεν αγαπάμε πραγματικά. Ούτε αρκετά. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα ύφασμα γεμάτο μαύρες τρύπες και ευτυχώς που υπάρχει ο Θεός και τις καλύπτει.

Το πρόσωπο του Θεού πώς γίνεται στην καθημερινή ζωή ευδιάκριτο σε εσάς εκπέμποντας τα δικά Του μηνύματα;

Το βλέπω σε ένα εκκλησάκι στο κέντρο της Αθήνας, που όταν το επισκέπτομαι βρίσκονται εκεί έξω τοξικομανείς σε μια άθλια κατάσταση. Για αυτά τα πλάσματα, που υποφέρουν τόσο, νοιώθω ότι αφού υπάρχει τόση λύπη δεν μπορεί παρά να υπάρχει και απέραντο έλεος. Σε κάτι τέτοιες βασανισμένες ψυχές αντικρίζω την τόσο λειψή δικαιοσύνη που υπάρχει επί της Γης. Και σκέφτομαι: «αφού υπάρχει αυτό δεν μπορεί να μην υπάρχει από την άλλη πλευρά και το έλεος του Θεού». Σε αυτά τα πρόσωπα βλέπω τον Θεό ολοζώντανο. Στα αδύναμα αυτού του κόσμου βλέπω τον Θεό όσο πουθενά αλλού.

Εσάς οι άλλοι θα θέλατε να σας βλέπουν ως έναν άνθρωπο που πιστεύει στο καλό;

Η μεγαλύτερη παγίδα του ανθρώπου είναι η ματαιοδοξία. Δεν είναι σωστό να βάζεις ταμπέλες στον εαυτό σου νομίζοντας π.χ. ότι είσαι καλός και έτσι να προχωράς. Το σημαντικότερο είναι να προσπαθείς να απελευθερώνεσαι από την οποιαδήποτε ταμπέλα. Με εμπνέει πάρα πολύ να σκέφτομαι ότι ο Θεός μας βλέπει όλους ίδιους και τον καθένα ξεχωριστά. Τι ωραίο!

Ποιος είναι ο πλέον αγαπημένος σας προσκυνηματικός τόπος;

Πρόσφατα ταξίδεψα στα Ιεροσόλυμα και εκεί ένοιωσα μοναδικά συναισθήματα που δεν μπορώ καν να σας μεταφέρω με λόγια. Ένοιωσα μια τρομερή έλξη προς τον Πανάγιο Τάφο, σε σημείο τέτοιο ώστε ήθελα να πηγαίνω εκεί συνέχεια. Η αίσθηση της αφής του προσώπου μου πάνω στο μάρμαρο του Τάφου με έκανε να πιστέψω, ότι δεν έχω ακουμπήσει στο δέρμα μου ποτέ πιο ζωντανό πράγμα από αυτό.

Και η πιο αγαπημένη σας μορφή από την πλευρά των Αγίων;

Με έχει συγκινήσει πάρα πολύ το συναξάρι που είχα διαβάσει, μιας πολύ ταπεινής μορφής μοναχού, του Όσιου Ευφρόσυνου του μάγειρα. Αυτή η ταπεινότητά του είναι το πιο ζωντανό παράδειγμα για όλους εμάς, που είμαστε σκλάβοι στο «εγώ» μας. Όταν είμαστε τόσο απόλυτα κυριευμένοι από τον εαυτό μας, πώς είναι δυνατόν να χωρέσουν άλλοι;

Επικαλείστε συχνά την βοήθεια του Θεού; 

Αυτό που προσπαθώ κυρίως να κάνω είναι να αφήνω χώρο για τον Θεό. Και να μην μπλέκομαι και πολύ στα πόδια Του…


* Συνέντευξη στον Σωτήρη Λέτσιο στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια», Τετάρτη 3 Μαϊου 2017.

Ἒθιμα Μ.Παρασκευῆς σε διὰφορα μὲρη τῆς πατρὶδας μας

Απρίλιος 14, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για εθιμα μεγαλης παρασκευης

Από την Κρήτη ως τη Θράκη και από τη Ρόδο ως τη Κέρκυρα κάθε γωνιά της Ελλάδας γιορτάζει το Πάσχα με το δικό της μοναδικό τρόπο. Έθιμα και παραδόσεις της Μεγάλης Παρασκευής ζωντανεύουν στην πλουσιότερη, σε λαογραφικές εκδηλώσεις, γιορτή της χριστιανοσύνης.

Μακεδονία
Στο Λιτόχωρο Πιερίας, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στο παζάρι η συνάντηση των Επιταφίων που συνοδεύονται από χορωδίες Λιτοχωριτών.

Κεντρική Ελλάδα
Στο Αιτωλικό, πολλοί προσκυνητές επισκέπτονται το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου βρίσκεται ο Επιτάφιος, ιστορικό κειμήλιο του 13ου – 14ου αιώνα. Την Κυριακή του Πάσχα, κάθε γειτονιά είναι μία μεγάλη υπαίθρια ψησταριά, όπου ο χορός και το τραγούδι έχουν τον πρώτο λόγο, ενώ προσφέρονται κρασί και παραδοσιακοί μεζέδες δωρεάν.

Στη Ναύπακτο, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, πλήθος κόσμου, ντόπιοι και επισκέπτες, ακολουθούν την περιφορά του Επιταφίου σχηματίζοντας πομπές, οι οποίες διέρχονται από το λιμάνι, όπου είναι αναμμένες δάδες ειδικά τοποθετημένες στις τάπες του Κάστρου, γύρω από το λιμάνι. Στο μέσον της εισόδου του λιμανιού οι δάδες σχηματίζουν μεγάλο σταυρό που φωταγωγεί ολόκληρο το λιμάνι, παρουσιάζοντας μία φαντασμαγορική εικόνα. Το έθιμο συνδυάζει τη θρησκευτική μυσταγωγία με την ηρωική προσπάθεια του μπουρλοτιέρη Ανεμογιάννη να πυρπολήσει τη τουρκική ναυαρχίδα στο χώρο αυτό.

Θράκη
Στις Μέτρες της Θράκης, τα παιδιά φτιάχνουν το ομοίωμα του Ιούδα και το περιφέρουν στα σπίτια, ζητώντας κλαδιά για να τον κάψουν την επομένη στον Επιτάφιο. Την Μεγάλη Παρασκευή, η πομπή του Επιταφίου σταματά έξω από ένα παρεκκλήσι, εκεί όπου βρίσκεται έτοιμη η φωτιά για να καεί ο Ιούδας. Τη στιγμή που ο ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο ανάβουν τη φωτιά και καίνε το ομοίωμα. Αργότερα, θα πάρουν μια χούφτα από εκείνη τη στάχτη και θα τη ρίξουν στα μνήματα.

Κυκλάδες
Η Σύρος βιώνει με ιδιαίτερο τρόπο το Πάσχα. Οι δύο θρησκευτικές της κοινότητες, η Ορθόδοξη και η Καθολική, γιορτάζουν συγχρόνως τις μέρες του Πάσχα. Οι Επιτάφιοι των Καθολικών στην Άνω Σύρο ξεκινούν από τον ναό του Αγίου Γεωργίου. Στην Ερμούπολη, ο Επιτάφιος των Καθολικών ξεκινάει από τον Ιερό Ναό Ευαγγελιστών, οι Επιτάφιοι των Ορθοδόξων από τις ενορίες Αγίου Νικολάου, της Κοιμήσεως και τη Μητρόπολη της Μεταμορφώσεως. Κατά την περιφορά τους συναντώνται στην κεντρική πλατεία Μιαούλη, όπου γίνεται κατανυκτική δέηση.
Στην Πάρο, η περιφορά του Επιταφίου της Μάρπησσας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς κατά την διάρκειά της γίνονται δεκαπέντε περίπου στάσεις. Σε κάθε στάση φωτίζεται και ένα σημείο του βουνού, όπου τα παιδιά ντυμένα Ρωμαίοι στρατιώτες ή μαθητές του Χριστού, αναπαριστούν σκηνές από την είσοδο στα Ιεροσόλυμα, την προσευχή στο Όρος των Ελαιών, το Μαρτύριο της Σταύρωσης και την Ανάσταση.

Διαβάστε εδώ:  Πασχαλινά έθιμα: Μεγάλη Εβδομάδα και Λαμπρή

Στη Νάξο, την Μεγάλη Παρασκευή οι κοπέλες καθαρίζουν τις εκκλησιές, στολίζουν τον Επιτάφιο και μετά ακολουθεί η περιφορά. Στο πασχαλινό τραπέζι ξεχωρίζει το παραδοσιακό «μπατούδο», κατσικάκι γεμιστό με εντόσθια, λαχανικά, ρύζι, αυγά και τυρί ψημένο στο φούρνο.

Επτάνησα
Στην Κέρκυρα, ο Επιβλητικός Επιτάφιος ξεκινά από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Φρούριο. Μέχρι της 9.30 το βράδυ, από κάθε εκκλησία βγαίνει ο Επιτάφιος με την απαραίτητη μπάντα της ενορίας, τις χορωδίες, τους πιστούς. Τελευταίος βγαίνει ο μεγαλοπρεπέστατος Επιτάφιος της Μητρόπολης. Στις 9 το πρωί γίνεται η περιφορά του Επιταφίου της Εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα, καθώς το 1574 οι Βενετσιάνοι απαγόρευσαν στους Ορθοδόξους την περιφορά του την Μεγάλη Παρασκευή, και από τότε οι Κερκυραίοι πραγματοποιούν την περιφορά μαζί με το Σεπτό Σκήνωμα του Αγίου. Είναι η πιο παλιά και πιο κατανυκτική Λιτανεία που βγαίνει σε ανάμνηση του θαύματος του Αγίου, που έσωσε τον κερκυραϊκό λαό από την σιτοδεία.

Στη Ζάκυνθο, η κατανυκτική ατμόσφαιρα και οι ιδιαιτερότητες του «Ζακυνθινού Πάσχα» με τα ιδιόμορφα «αντέτια» (έθιμα) το κάνουν να είναι ξεχωριστό. Το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, πλήθος πιστών συμμετέχει στην περιφορά του Εσταυρωμένου που διασχίζει όλη την πόλη. Στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων, η περιφορά του Επιταφίου, σύμφωνα με παμπάλαιο τοπικό έθιμο, γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ με την ανατολή του ηλίου, ο Δεσπότης σηκώνει την Ανάσταση. Με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας, ο Δεσπότης αφήνει ελεύθερα άσπρα περιστέρια ενώ από το καμπαναριό πετάνε στο δρόμο πήλινα δοχεία, όπως και όλοι οι κάτοικοι του νησιού από τα παράθυρά τους.

Στη Λευκάδα, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στον κεντρικό δρόμο της πόλης, με κατάληξη την παραδοσιακή, ενετική, κεντρική πλατεία, η περιφορά των Επιταφίων των ενοριών, συνοδεία Φιλαρμονικής.

Περὶ τοῦ Μεγὰλου Κανὼνος

Μαρτίου 30, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ανδρεας κρητης

Βρισκόμαστε στην Ε’ εβδομάδα των νηστειών. Η εβδομάδα αυτή είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της .

Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκτενέστερες. Στη συνήθη ακολουθία των προηγουμένων εβδομάδων προστίθενται δυό νέες ακολουθίες.

Ο , που τον ψάλλαμε τμηματικά την Α’ εβδομάδα των νηστειών, και ο , που τον ψάλλαμε κατά στάσεις τις προηγούμενες Παρασκευές, τώρα ψάλλονται ολόκληροι.

Στα μοναστήρια ψάλλεται στον όρθρο της Πέμπτης ο και στον όρθρο του Σαββάτου ο Ακάθιστος Ύμνος. Στις πόλεις όμως, επειδή οι συνθήκες της ζωής είναι διαφορετικές και οι πιστοί δεν είναι ελεύθεροι τα πρωινά, ψάλλεται το βράδυ της Τετάρτης ο Μέγας Κανών και το βράδυ της Παρασκευής ο Ακάθιστος Ύμνος, μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου.

Μέγας Κανών ονομάζεται, διότι ενώ οι συνηθισμένοι κανόνες έχουν γύρω στα τριάντα τροπάρια, αυτός έχει διακόσια πενήντα τροπάρια, διότι τόσοι είναι οι στίχοι των εννέα ωδών της αγίας Γραφής. Δηλαδή ο ποιητής του ύμνου έχει γράψει ένα τροπάριο για κάθε στίχο, ενώ οι άλλοι κανόνες έχουν μόνο τέσσερα τροπάρια για κάθε ωδή της αγίας Γραφής

Αργότερα άλλοι υμνωδοί προσέθεσαν κι άλλα τροπάρια, περίπου τριάντα, προς τιμή της Μαρίας της Αιγυπτίας και του Αγίου Ανδρέα. Έτσι ο κανόνας σήμερα αριθμεί περίπου διακόσια ογδόντα τροπάρια.

Τον Μεγάλο Κανόνα έγραψε και συνέθεσε ο , ο επονομαζόμενος και Ιεροσολυμίτης (660 – 740 μ.Χ.), λόγω της διακονίας του ως μοναχού στα Ιεροσόλυμα.

Ο Άγιος Ανδρέας, ένας από τους εξέχοντες εκπροσώπους της Εκκλησιαστικής ποιήσεως, (όπου εορτάζεται στις 4 Ιουλίου), συγκέντρωσε αρκετές από τις ιστορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι και την Ανάληψη του Κυρίου μας και το κήρυγμα των Αγίων Αποστόλων, και τις μελοποίησε.

Κυριακή τῆς Συγνώμης τοῦ π. Ἀλέξανδρου Σμέμαν-ἀπὸ Μπὰμπη-

Φεβρουαρίου 27, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ Τ[ΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ

……Τελικὰ ἔρχεται ἡ τελευταία μέρα, ποὺ συνήθως, τὴν ὀνομάζουμε Κυριακή τῆς συγγνώμης, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἕνα ἄλλο λειτουργικὸ ὄνομα ποὺ θὰ πρέπει νὰ θυμόμαστε: «τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτόπλαστου Ἀδάμ».

Τὸ ὄνομα αὐτὸ συνοψίζει οὐσιαστικὰ τὴν πλήρη προπαρασκευὴ γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ νὰ ζεῖ στὸν Παράδεισο, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία μαζί Του. Ἡ ἁμαρτία του ὅμως τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ζωὴ καὶ ἔτσι ἡ ὕπαρξή του στὴ γῆ εἶναι μιὰ ἐξορία. Ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ἀνοίγει τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου στὸν καθένα ποὺ Τὸν ἀκολουθεῖ, καὶ ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ νὰ μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ὀμορφιὰ τῆς Βασιλείας, κάνει τὴ ζωὴ μας μιὰ προσκυνηματικὴ πορεία πρὸς τὴν οὐράνια πατρικὴ γῆ.

Ἔτσι, ἀρχίζοντας τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἴμαστε σὰν τὸν Ἀδάμ:

Ἐξεβλήθη Ἀδὰμ τοῦ Παραδείσου, διὰ τῆς βρώσεως διὸ καὶ καθεζόμενος ἀπέναντι τούτου, ὠδύρετο ὀλολλύζων, ἐλεεινῇ τῇ φωνῇ καὶ ἔλεγεν οἴμοι, τί πέπονθα ὁ τάλας ἐγώ! Μίαν ἐντολὴν παρέβην τὴν τοῦ Δεσπότου, καὶ τῶν ἀγαθῶν παντοίων ἐστέρημαι. Παράδεισε ἁγιώτατε, ὁ δι’ ἐμὲ πεφυτευμένος, καὶ διὰ τὴν Εὔαν κεκλεισμένος, ἱκέτευε τῷ σὲ ποιήσαντι, κἀμὲ πλάσαντι, ὅπως τῶν σῶν ἀνθέων πλησθήσωμαι. Διὸ καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ Σωτήρ τὸ ἐμὸν πλάσμα οὐ θέλω ἀπολέσθαι, ἀλλὰ βούλομαι τοῦτο σώζεσθαι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν ὅτι τὸν ἐρχόμενον πρὸς με, οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω.

Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ «κόσμου τούτου». Καὶ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς (Ματθ. 6, 14-21) θέτει τοὺς ὅρους γιὰ μία τέτοια ἀπελευθέρωση.

Πρῶτος ὅρος εἶναι ἡ νηστεία – ἡ ἄρνηση δηλαδὴ νὰ δεχτοῦμε τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς «πεπτωκυίας» φύσης μας σὰν ὁμαλές, ἡ προσπάθεια νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴ δικτατορία τῆς σάρκας καὶ τῆς ὕλης πάνω στὸ πνεῦμα.

Γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ ἡ νηστεία μας δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑποκριτική, δηλαδὴ «πρὸς τὸ θεαθῆναι». Νὰ μὴ φαινόμαστε «τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες», ἀλλὰ «τῷ Πατρὶ ἡμῶν τῷ ἐν τῷ κρύπτῳ».

Δεύτερος ὅρος εἶναι ἡ συγγνώμη. «Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος», (Ματθ. 6,14). Ὁ θρίαμβος τῆς ἁμαρτίας, τὸ κύριο σημάδι τοῦ ρόλου της πάνω στὸν κόσμο, εἶναι ἡ διαίρεση, ἡ ἀντίθεση, ὁ χωρισμός, τὸ μίσος. Ἔτσι τὸ πρῶτο σπάσιμο σ’ αὐτὸ τὸ φρούριο τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ συγχωρητικότητα:

«ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἑνότητα, στὴν σύμπνοια, στὴν ἀγάπη». Τὸ νὰ συγχωρήσω κάποιον σημαίνει νὰ βάζω ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ στὸν «ἐχθρό» μου τὴν ἀκτινοβόλα συγχώρεση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ συγχωρήσω εἶναι νὰ ἀγνοήσω τὰ ἀπελπιστικὸ ἀδιέξοδο στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις καὶ νὰ τὰ ἀναφέρω στὸ Χριστό.

Συγχώρεση πραγματικὰ εἶναι ἕνα πέρασμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἁμαρτωλὸ καὶ «πεπτωκότα» κόσμο.

Οὐσιαστικὰ ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἀρχίζει μὲ τὸν Ἑσπερινὸ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς. Αὐτὴ ἡ μοναδικὴ σὲ βάθος καὶ ὡραιότητα ἀκολουθία ἔχει δυστυχῶς ἐκλείψει ἀπὸ ἀρκετὲς ἐκκλησίες. Ὅμως παρ’ ὅλα αὐτὰ τίποτε, ἄλλο δὲν ἀποκαλύπτει καλύτερα τὸ χαρακτηριστικὸ τόνο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲ διακηρύσσεται τόσο καλὰ ἡ ἔντονη πρόσκληση στὸν ἄνθρωπο.

Ἡ ἀκολουθία ἀρχίζει μὲ τὸν κατανυκτικὸ ἑσπερινὸ ὅπου ὁ ἱερέας εἶναι ντυμένος μὲ λαμπερὰ ἄμφια. Τὰ κατανυκτικὰ στιχηρὰ ποὺ λέγονται ὕστερα ἀπὸ τὸν ψαλμὸ «Κύριε ἐκέκραξα πρὸς Σέ…» ἀναγγέλλουν τὸν ἐρχομὸ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καί, πέρα ἀπ’ αὐτή, τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάσχα!

Τὸν τῆς Νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρὸς ἀγῶνας πνευματικοὺς ἑαυτοὺς ὑποβάλλοντες, ἁγνίσωμεν τὴν ψυχήν, τὴν σάρκαν καθάρωμεν νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν ἐκ παντὸς πάθους, τὰς ἀρετὰς τρυφῶντες τοῦ Πνεύματος, ἐν αἶς διατελοῦντες ποθῶ, ἀξιωθείημεν πάντες, κατιδεῖν τὸ πάνσεπτον πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιωμένοι.

Κατόπιν γίνεται ἡ εἴσοδος τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο: «φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης…». Ὁ ἱερέας τώρα προχωρεῖ πρὸς τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ ν’ ἀναφωνήσει τὸ ἑσπερινὸ Προκείμενο ποὺ πάντοτε ἀναγγέλλει τὸ τέλος τῆς μιᾶς καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἄλλης μέρας.

Τὸ Μέγα προκείμενο αὐτῆς τῆς ἡμέρας ἀναγγέλλει τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Μὴ ἀποστρέψης τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι· ταχὺ ἐπάκουσόν μου· πρόσχες τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αὐτήν.

Ἀκοῦστε τὴ θαυμάσια μελωδία τοῦ στίχου τούτου, αὐτὴ τὴν κραυγὴ ποὺ ξαφνικὰ γεμίζει τὴν ἐκκλησία «… ὅτι θλίβομαι!» – καὶ θὰ καταλάβετε τὸ σημεῖο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεκινάει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή: τὸ μυστηριῶδες μίγμα τῆς ἐλπίδας μὲ τὴν ἀπογοήτευση, τοῦ φωτὸς μὲ τὸ σκοτάδι. Ἡ ὅλη προετοιμασία ἔφτασε πιὰ στὸ τέλος.

Στέκομαι μπροστὰ στὸ Θεό, μπροστὰ στὴ δόξα καὶ στὴν Ὀμορφιὰ τῆς Βασιλείας Του. Συνειδητοποιῶ ὅτι ἀνήκω σ’ αὐτή, ὅτι δὲν ἔχω ἄλλη κατοικία, οὔτε ἄλλη χαρά, οὔτε ἄλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ἀκόμα ὅτι εἶμαι ἐξόριστος ἀπὸ αὐτὴ μέσα στὸ σκοτάδι καὶ στὴ λύπη τῆς ἁμαρτίας γι’ αὐτὸ «θλίβομαι»!

Τελικὰ παραδέχομαι ὅτι μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει σ’ αὐτὴ τὴ θλίψη, ὅτι μόνον σ’ Αὐτὸν μπορῶ νὰ πῶ «πρόσχες τῇ ψυχῇ μου». Μετάνοια πάνω ἀπ’ ὅλα, εἶναι τὸ ἀπελπισμένο κάλεσμα γιὰ τὴ Θεία βοήθεια.

Πέντε φορὲς ἐπαναλαμβάνουμε αὐτὸ τὸ Προκείμενο. Καὶ τότε νά! ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἀρχίζει. Τὰ φωτεινὰ χρωματιστὰ ἄμφια καὶ καλύμματα τοῦ ναοῦ ἀλλάζουν τὰ φῶτα σβήνουν. Ὁ ἱερέας ἐκφωνεῖ τὶς αἰτήσεις, ὁ χορὸς ἀπαντάει μὲ τὰ «Κύριε ἐλέησον» τὴν κατ’ ἐξοχὴν σαρακοστιανὴ ἀπάντηση.

Γιὰ πρώτη φορὰ διαβάζεται ἡ προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ μετάνοιες. Στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας ὅλοι οἱ πιστοὶ πλησιάζουν τὸν ἱερέα καὶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ζητώντας τὴν ἀμοιβαία συγχώρεση.

Ἀλλὰ καθὼς γίνεται αὐτὴ ἡ ἱεροτελεστία τῆς συμφιλίωσης, καθὼς ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἐγκαινιάζεται μ’ αὐτὴ τὴν κίνηση τῆς ἀγάπης, τῆς ἑνότητας καὶ τῆς ἀδελφοσύνης, ὁ χορὸς ψάλλει πασχαλινοὺς ὕμνους.

Πρόκειται τώρα πιὰ νὰ περιπλανηθοῦμε σαράντα ὁλόκληρες μέρες στὴν ἔρημο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Ὅμως ἀπὸ τώρα βλέπουμε νὰ λάμπει στὸ τέλος τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης, τὸ φῶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή-Πορεία πρὸς τὸ Πάσχα, ἐκδ. Ἀκρίτας, Αθήνα 1981

Ὁ ῝Αγιος Παΐσιος για τα μνημόσυνα και το Ψυχοσάββατο-ἀπὸ Μπὰμπη-

Φεβρουαρίου 20, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος

-Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί (πλην των Αγίων) μπορούν να προσεύχονται;

-Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια , αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό:

να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Μου λέει ο λογισμός ότι μόνο το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση, και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια! Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει και τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνει αυτό ο πατέρας του;

Οι άλλοι όμως οι υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μία ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία.

Και όπως σε αυτή τη ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι κι αν είναι κανείς φίλος με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στο Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους από την μία φυλακή σε άλλη καλύτερη, από το ένα κρατητήριο σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμα μπορεί να τους μεταφέρει και σε ένα δωμάτιο ή σε διαμέρισμα.

Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κλπ που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για τη ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και ταμνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν….

…Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για τη σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στο διάβολο να πει: Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε; Όταν εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι: Σπείρετε εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία (Α’ Κορινθ, κεφ 15, εδ 42)(δηλαδή συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση του ανθρώπου), λέει η Γραφή…

-Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;

-Εμ , όταν μπαίνει κάποιος στη φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνει κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στη πραγματικότητα να μην ήταν-και είχε αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για τη ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για τη σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί “να αγιάσουν τα κόκκαλά του”, ώστε να καμθεί ο Θεός και να τον ελεήσει.

Έτσι ότι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι’ αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμα και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.

Έχω υπόψη μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιο γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου. Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσεις, με ξέχασες και υποφέρω!

Πράγματι, μου λέει (ο προσκηνυτής) εδώ και 20 μέρες είχα ξεχαστεί με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν.

-Όταν, Γέροντα, πεθάνει κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι’ αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;

-Άμα κάνεις κομποσχοίνι γι’αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάει η αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνο επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους;

Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθεί γι’αυτούς! Μερικοί, κάθε τόσο, κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτό το τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στο Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι’ αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.

-Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχονται γι’αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;

-Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους… Αν καμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου.

Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθεί στο πόλεμο, τον είδα μπροστά μου μετά τη Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονεύονταν στη Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνο ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι!

Ειρήνη εστί μετ’ εκείνων, οίτινες ενίκησαν τον κόσμον. ειρήνη ειή μεθ’ ημών, οίτινες έτι και νυν αγωνιζόμεθα. Ούτω φεύγει η θλίψις του κόσμου, ούτως εξαφανίζεται του θανάτου το κέντρον, και ώς νικητής υπεράνω της κόνεως ίσταται ο Χριστός μετά πάντων των εις αυτών πιστευόντων και λέγει:»ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». (Ιωαν 16 33)

Λόγοι του π. Παϊσίου, Δ’ τόμος, Οικογενειακή Ζωή,
Εκδόσεις Ησυχαστήριο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη.

Ψυχοσὰββατο

Φεβρουαρίου 18, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για κολυβα

Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω, λέγεται – «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο.

Είναι το πρώτο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το δεύτερο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής).

Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής:

Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών,

«οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ’ αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».

Επειδή την Κυριακή της Απόκρεω ποιούμε ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και οι κεκοιμημένοι μας ακόμη δεν κρίθηκαν, τους μνημονεύουμε σήμερα και, επικαλούμενοι το άπειρο έλεος Του, παρακαλούμε τον Θεό με το μνημόσυνο πού κάνουμε, να τους αναπαύσει.

Συγχρόνως δε, ενθυμούμενοι και εμείς το θάνατο και «διεγειρόμεθα προς μετάνοιαν…».

 

Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἰεραρχῶν

Ιανουαρίου 30, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για τρεις ιεραρχες

Ὁμοῦ δίκαιον τρεῖς σέβειν Ἑωσφόρους,
Φῶς τρισσολαμπὲς πηγάσαντες ἐν βίῳ.
Κοινὸν τὸν ὕμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
Τοῖς ἐκχέασι πᾶσι κοινὴν τὴν χάριν.
Ἔαρ χελιδὼν οὐ καθίστησι μία·
Αἱ τρεῖς ἀηδόνες δὲ τῶν ψυχῶν ἔαρ.
Τὴν μὲν νοητὴν ἡ Τριὰς λάμπει κτίσιν,
Τριάς γε μὴν αὕτη δὲ τὴν ὁρωμένην.
Ἀπώλεσαν μὲν οἱ πάλαι Θεοῦ σέβας,
Ἐξ Ἡλίου τε καὶ Σελήνης ἀφρόνως·
Κὰλλoς γὰρ αὐτῶν θαυμάσαντες καὶ τάχος,
Ὥσπερ θεοῖς προσῆγον οὐκ ὀρθῶς σέβας.
Ἐκ τῶν τριῶν τούτων δὲ φωστήρων πάλιν,
Ἡμεῖς ἀνηνέχθημεν εἰς Θεοῦ σέβας,
Κάλλει βίου γάρ, τῇ τε πειθοῖ τῶν λόγων,
Πείθουσι πάντας τὸν μόνον Κτίστην σέβειν.
Κτίσιν συνιστᾷ τὴν δὲ τὴν ὁρωμένην,
Τὸ Πῦρ, Ἀήρ, Ὕδωρ τε, καὶ Γῆς ἡ φύσις.
Οἱ δ᾿ αὖ συνιστῶντές τε κόσμον τὸν μέγαν,
Τὴν πρὸς Θεόν τε Πίστιν, ὡς ἄλλην κτίσιν
Στοιχειακῆς φέρουσι Τριάδος τύπον.
Μέλει γὰρ αὐτοῖς οὐδενὸς τῶν γηΐνων,
Καὶ γήϊνον νοῦν ἔσχον οὐδὲν ἐν λόγοις.
Ὁ Γρηγόριος γὰρ πῦρ πνέει νοῦς τὸν λόγον,
Πρὸς ὕψος αὖ πείθοντα πάντα ἐκτρέχειν.
Τοῖς λιποθυμήσασι δ᾿ ἐκ παθῶν πάλιν,
Ἀναπνοὴ τις οἱ Βασιλείου λόγοι.
Μιμούμενος δὲ τὴν ῥοὴν τῶν ὑδάτων,
Ὁ καρδίαν τε καὶ στόμα χρυσοῦς μόνος,
Τοὺς ἐκτακέντας ἐκ παθῶν ἀναψύχει.
Οὕτω πρὸς ὕψος τὴν βροτῶν πᾶσαν φύσιν,
Ἐκ τῆς χθονὸς φέρουσι τοῖς τούτων λόγοις.

Λάμψεν ἑνὶ τριακοστῇ χρυσοτρισήλιος αἴγλη.

Η αιτία για την εισαγωγή της εορτής των Τριών Ιεραρχών στην Εκκλησία είναι το εξής γεγονός:Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού (1081 – 1118 μ.Χ.), ο οποίος διαδέχθηκε στη βασιλική εξουσία τον Νικηφόρο Γ’ τον Βοτενειάτη (1078 – 1081 μ.Χ.), έγινε στην Κωνσταντινούπολη φιλονικία ανάμεσα σε λόγιους και ενάρετους άνδρες.

Άλλοι θεωρούσαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο  χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα και υπέροχη φυσιογνωμία. Άλλοι τοποθετούσαν ψηλά τον ιερό Χρυσόστομο και τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο και, τέλος, άλλοι, προσκείμενοι στον Γρηγόριο τον Θεολόγο  θεωρούσαν αυτόν ανώτερο από τους δύο άλλους, δηλαδή από τον Βασίλειο και τον Χρυσόστομο.

Η φιλονικία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να διαιρεθούν τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι ονομάζονταν «Ιωαννίτες», άλλοι «Βασιλείτες» και άλλοι «Γρηγορίτες».

Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, Ιωάννης ο Μαυρόπους. Αυτός, κατά την διήγηση του Συναξαριστή, είδε σε οπτασία τους μέγιστους αυτούς Ιεράρχες, πρώτα καθένα χωριστά και στη συνέχεια και τους τρεις μαζί.

Αυτοί του είπαν: «Εμείς, όπως βλέπεις, είμαστε ένα κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζει ή να μας κάνει να αντιδικούμε. Όμως, κάτω από τις ιδιαίτερες χρονικές συγκυρίες και περιστάσεις που βρέθηκε ο καθένας μας, κινούμενοι και καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, γράψαμε σε συγγράμματα και με τον τρόπο του ο καθένας, διδασκαλίες που βοηθούν τους ανθρώπους να βρουν τον δρόμο της σωτηρίας.

Επίσης, τις βαθύτερες θείες αλήθειες, στις οποίες μπορέσαμε να διεισδύσουμε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, τις συμπεριλάβαμε σε συγγράμματα που εκδώσαμε. Και ανάμεσά μας δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, αλλά, αν πεις τον ένα, συμπορεύονται δίπλα του και οι δύο άλλοι. Σήκω, λοιπόν, και δώσε εντολή στους φιλονικούντες να σταματήσουν τις έριδες και να πάψουν να χωρίζονται για εμάς.

Γιατί εμείς, και στην επίγεια ζωή που είμασταν και στην ουράνια που μεταβήκαμε, φροντίζαμε και φροντίζουμε να ειρηνεύουμε και να οδηγούμε σε ομόνοια τον κόσμο. Και όρισε μία ημέρα να εορτάζεται από κοινού η μνήμη μας και καθώς είναι χρέος σου, να ενεργήσεις να εισαχθεί η εορτή στην Εκκλησία και να συνταχθεί η ιερή ακολουθία.

Ακόμη ένα χρέος σου, να παραδόσεις στις μελλοντικές γενιές ότι εμείς είμαστε ένα για τον Θεό. Βεβαίως και εμείς θα συμπράξουμε για τη σωτηρία εκείνων που θα εορτάζουν τη μνήμη μας, γιατί έχουμε και εμείς παρρησία ενώπιον του Θεού».

Έτσι ο Επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης ανέλαβε τη συμφιλίωση των διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου και συνέγραψε και κοινή Ακολουθία, αντάξια των τριών Μεγάλων Πατέρων.

Η εορτή αυτής της Συνάξεως του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποτελεί το ορατό σύμβολο της ισότητας και της ενότητας των Μεγάλων Διδασκάλων, οι οποίοι δίδαξαν με τον άγιο βίο τους το Ευαγγέλιο του Χριστού.

Είναι εκείνοι, οι οποίοι εξ’ αιτίας της ταπεινώσεώς τους μπροστά στην αλήθεια, έχουν λάβει το χάρισμα να εκφράζουν την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας και ότι διδάσκουν δεν είναι απλώς δική τους σκέψη ή προσωπική τους πεποίθηση, αλλά είναι επιπλέον η ίδια η μαρτυρία της Εκκλησίας, γιατί μιλούν από το βάθος της καθολικής της πληρότητας.

Περί τις αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ. ανεγέρθη ναός των Τριών Ιεραρχών κοντά στην Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, δίπλα σχεδόν στη μονή της Παναχράντου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου θεότητος, τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιῤῥύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν, καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννη, τῷ τήν γλῶτταν χρυσοῤῥήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι, ὑπέρ ὑμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.

Θεοφὰνεια καὶ Παπαδιαμὰντης

Ιανουαρίου 5, 2017

Σχετική εικόνα

«Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς εὐσεβής. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν ἰατρὸν εἶπεν εἰς αὐτόν: «Τί θέλεις σὺ ἐδῶ;» «Ἦρθα νὰ σὲ δῶ» τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. «Νὰ ἡσυχάσης» τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, «ἐγὼ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ῾ρθῆς ἐσύ»… Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεὺς διὰ νὰ κοινωνήση. «Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!» ἔλεγεν.Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, «ἀνάψτε ἕνα κηρί», εἶπε « Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ᾿ἔξω». Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ «τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμένην…»

Τι σχέση μπορεί να έχουν τα Θεοφάνεια με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη; Τα τελευταία χρόνια, ψηλαφώντας τον Ποιητή της Πεζογραφίας, όπως τον χαρακτήρισε ο Κ.Παλαμάς, για μένα είναι απολύτως συνδεδεμένη η μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης μαζί του. Αυτό συμβαίνει κυρίως εξαιτίας του δοξαστικού της Θ΄ ώρας των Ωρών: “την χείραν σου την αψαμένην”, που έψαλλε λίγο πριν κοιμηθεί. Γι’ αυτό και προτίθεμαι να αναφέρω κάποια γεγονότα της ζωής του, όπως και σκέψεις ή εκτιμήσεις για τον ίδιο ή το έργο του, αρχίζοντας ανάστροφα από τις τελευταίες του στιγμές, τέτοιες μέρες, εκατό χρόνια μετά. Τα γεγονότα που επέλεξα νομίζω πως καταδεικνύουν το ταπεινό του φρόνημα, το σπάνιο ήθος του, την αγάπη του για την πενία και την εγκαρτέρησή της, στο Όνομα του Πατέρα των Φώτων. Το μικρό αυτό αφιέρωμα είναι μέσα από λόγια των ομότεχνών του και κλείνει με δικά του από την αλληλογραφία του.

O γνωστός οικονόμος της Σκιάθου αείμνηστος π. Γεώργιος Ρήγας

σε επιστολή του προς τον εκδότη Ηλ. Δικαίο έγραψε για τα χριστιανικά τέλη του κυρ-Αλεξάνδρου τα παρακάτω που διεξάγονται, όταν ο συγγραφέας ζήτησε να προσέλθει ο ιερεὺς της Σκιάθου παπα-Ανδρέας Μπούρας και οι αδελφές του ζήτησαν να πάει μαζί στο σπίτι κι ο γιατρός. Διηγείται λοιπόν ο π. Γεώργιος Ρήγας :

 

«Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς εὐσεβής. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν ἰατρὸν εἶπεν εἰς αὐτόν: «Τί θέλεις σὺ ἐδῶ;» «Ἦρθα νὰ σὲ δῶ» τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. «Νὰ ἡσυχάσης» τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, «ἐγὼ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ῾ρθῆς ἐσύ»… Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεὺς διὰ νὰ κοινωνήση. «Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!» ἔλεγεν. Ἦτο  ἡ παραμονὴ τοῦ θανάτου του καὶ τότε του ἀπονεμήθηκε τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, «ἀνάψτε ἕνα κηρί», εἶπε «φέρτε μου κι ἕνα ἐκκλησιαστικὸν βιβλίον». Τὸ κηρίο ἠνάφθη, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ βιβλίον, ἀλλὰ πάλιν ἀποκαμῶν ὁ Παπαδιαμάντης εἶπεν: «Ἀφῆστε τὸβιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ᾿ἔξω». Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ «τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμένην…» (πρόκειται για το δοξαστικό της Θ’ ώρας των Μ. Ωρών της εορτής τωνΘεοφανείων σε ήχο πλ.α’).

Θα συνεχίσω αναφέροντας την μαρτυρία του Π. Νιρβάνα, που δούλεψε μαζί του στο “ΑΣΤΥ” την περίοδο 1899-1902:

“Μου μένει εντυπωμένη η πρώτη φορά, που είχε έρθει ν’ αναλάβει υπηρεσία στο γραφείο. Ο κ. Κακλαμάνος, αφού του μίλησε για τη δουλειά, που είχε να κάνει, έφτασε με κάποια επιφύλαξη και στο ζήτημα του μισθού. -Ο μισθός σας θα είναι εκατόν πενήντα δραχμές… του είπε. Ο Παπαδιαμάντης κοντοστάθηκε, σα να έκανε κάποιους υπολογισμούς με το νου του. -Μήπως είναι λίγα, του είπε δειλά ο κ. Κακλαμάνος, έτοιμος ν’ αυξήσει το ποσό, που είχε προτείνει. Τότε άκουσα απ’ τα χείλη του Παπαδιαμάντη τη μοναδικότερη απάντηση που θα μπορούσε να δώσει άνθρωπος σε τέτοια στιγμή. -Πολλές είναι 150… είπε. Με φτάνουνε 100… Και έφυγε” (ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ βιογραφικό του Παπαδιαμάντη από το βιβλίο “ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΑΠΑΝΤΑ” Εκδόσεις ΓΙΟΒΑΝΗ)

Ο Κωστής Παλαμάς γράφει για τον Παπαδιαμάντη, “Ακρόπολις”, 4 Ιαν.1911,

δανειζόμενος λεπτομερή στοιχεία από τη βιογραφία που σενέταξε ο Ι. Ζερβός στα Άπαντα του συγγραφέα που τυπώθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Φέξη στην Αθήνα. Επαναδημοσίευση περιοδικό “Ερουρέμ”, περίοδος Β΄τεύχος 3:

“Στὴν Ἀθήνα ἔφθασε στὰ εἴκοσί του χρόνια, ὅπου γράφτηκε στὴ Φιλοσοφικὴ  σχολή, χωρὶς νὰ παρακολουθεῖ τακτὰ τὰ  μαθήματα• ὡς ἐκ τούτου δὲν πῆρε τὸδίπλωμά του. Γιὰ  νὰ ζήση κατεγίνετο μὲ μεταφράσεις ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ τὰ γαλλικὰ γιὰ τὶς ἐφημερίδες. Διάβαζε πολύ, ἡ ἀνάγνωσίς του ἐγίνετο τυχαίως, χωρὶς σύστημα, ἦτο ὅμως συνεχὴς καὶ  ἐπίμονος. Θαύμαζε τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Αἰσχύλο σὰν ἄφθαστα πρότυπα τέχνης. Ἐκ τῶν νεωτέρων τοῦ  ἦσαν ἀγαπητοί ὁΘερβάντες καὶ  ὁ  Δίκενς, μὰ τοποθετοῦσε τὸν Σαίξπηρ πάνω ἀπὸ  ὅλους.

Εἰς τὸ πενιχρόν του δωμάτιο, ὅπου συχνὰ δὲν ὑπῆρχε οὔτε τραπέζι —καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ  ἔγραφε στὸ πάτωμα— ὑπῆρχεν ἀπαραιτήτως ἕνα κιβώτιον μὲ βιβλία καὶ ἕνα κερί. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ ἒζησε σὲμεγάλη ἔνδεια. Δὲν ἄντεχε πλέον εἰς τὴν βαρεῖαν δημόσιογραφικὴν ἐργασίαν…

Ο Γιώργος Σεφέρης θυμάται μια επίσκεψή του στη Σκιάθο, το 1930:

«Σπίτι του Παπαδιαμάντη. Η γριά αδερφή του έκλαιγε καθώς μας μιλούσε γι’ αυτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινή ράτσα. Το σπιτάκι καθαρό και ασπρισμένο, μια μεγαλωμένη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στον τοίχο στην κάμαρα όπου πέθανε. Από το παράθυρο ως το μικρό σκιαθίτικο τζάμι, ένα στρώμα κατάχαμα σκεπασμένο μ’ ένα κιλίμι. Εκεί πάνω ξεψύχησε (2 Ιανουαρίου), αφού ζήτησε να τον σηκώσουν και να τον καθίσουν κοντά στη φωτιά. Το μόνο βιβλίο του που είδα πάνω στο μικρό τραπέζι, μια φτηνή αγγλική έκδοση (Omnibus) του Σαίξπηρ.  (ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ)

Είναι εξαιρετική η περιγραφή που δίνει ο Παύλος Νιρβάνας για τον εραστή όχι μόνον του Ακτίστου Φωτός, αλλά και του φυσικού.

“ΤΟΝ ΕΙΔΑ – αὐτὸ δὲν θὰ τὸ  λησμονήσω ποτὲ-» – νὰ  τρέχη ὀπίσω ἀπὸτὸν Ἥλιον, ὅπως τρέχει ἕνα μειράκιον ἐρωτευμένον ὀπίσω ἀπὸ τὴν ἐρωμένην του. Ἦτο τὸ  θέαμα αὐτὸ  ἀπὸ  τὰ  τραγικώτερα, ποὺ  εἶδα εἰς τὴν ζωήν μου· καὶ  δὲν ἐνθυμοῦμαι αἰσθητικὴ  συγκίνησις ἀπὸ ἔργον τέχνης νὰ μοῦ ἔδωκεν παρομοίου τραγικοῦ τόνον κλονισμόν.

Ἦτο ἕνα δειλινὸν φθινοπώρου καὶ   ὁ Ἥλιος ἔδυε μελαγχολικὸς ὀπίσω ἀπὸ  τὸν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως. Εἶδα τότε τὸν Παπαδιαμάντη νὰ βαδίζῃ  βιαστικὸς πρὸς τοὺς στύλους τοῦ  Ὀλυμπιείου. Καὶ  εἶχα τὴν ἀνοησίαν νὰ  τὸν καλέσω. Ἐκεῖνος χωρὶς νὰ  σταθῇ  καθόλου μοῦ  εἶπε μὲ  μίαν πικρίαν ἀπολύτως τραγικήν…

– Ἄφησέ με! Πηγαίνω νὰ  προφθάσω τὸν Ἥλιον πρὶν δύσῃ. Εἶναι ἕνας μήνας ποὺ  ἔχω νὰ  τὸν ἰδῶ. Καὶ ποτὲ  δὲν τὸν προφθαίνω.

Καὶ  ἔτρεχε ὀπίσω ἀπὸ τὸν Ἥλιον, ὁ  ὁποῖος ἐκρύπτετο ἤδη ὀπίσω ἀπὸ  τὰ  βουνὰ  τῆς Σαλαμῖνος. Κλεισμένος ἕως τὸ   δειλινὸν μέσα εἰς τὰ  γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος του, ὅταν ἄφηνε τὸ γραφεῖόν του, δὲν εὕρισκε πλέον τὸν Ἥλιον εἰς τὰς Ἀθήνας.

Κι  ἔτρεχε νὰ τὸν προφθάσῃ εἰς τὸν ἀνοικτὸν ὁρίζοντα, νὰ τὸν ἀντικρύσῃ ὀπίσω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, νὰ τὸν χαιρετίσῃ  εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μακρινοῦ  βουνοῦ. Καὶ ἔτρεχεν ὀπίσω ἀπὸτὸν Ἥλιον, χωρὶς νὰ  τὸν προφτάνῃ».

Ο Ελύτης στο βιβλίο του “Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη” γράφει:

“…Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να ‘χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το “θα μπορούσαμε” είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. “Σα να ‘χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου”…

Ο Κωστής Μπαστιάς στο δοκίμιό του “Παπαδιαμάντης”, εκδ. Ιωάννη Κ. Μπαστιά, Αθήνα, 1974:

“Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε φτωχός, έζησε φτωχός και πέθανε φτωχός. Τραγούδησε τους φτωχούς, και το έργο του στάθηκε το μεγάλο χρονικό της Ελληνικής φτωχολογιάς… Και άλλοι γεννηθήκανε, ζήσανε και πεθάνανε φτωχοί. Και τραγουδήσανε τους φτωχούς χωρίς να μοιάζουνε του Παπαδιαμάντη. Η πνευματική τους στάση ήτανε ριζικά αντίθετη με τη φτώχεια τους. Ήτανε φτωχοί, αλλά ζήσανε και πεθάνανε με τον καϋμό και τη λαχτάρα του πλούτου… Ο άνθρωπος που ζει με τον καϋμό του πλούτου δεν ξεχωρίζει σε τίποτα απ’ τον πλούσιο. Ο πλούτος είναι το ιδανικό του. Για το χρυσάφι χτυπά η καρδιά του… τίποτα δεν σημαίνει αν τέτοιοι άνθρωποι γράφουνε πλήθος ιστορίες για τους φτωχούς. Δε γράφουνε επειδή αγαπάνε τους φτωχούς, αλλά επειδή φτονούνε τους πλούσιους. Οι φτωχοί στα χέρια τους γίνουνται πέτρα για το ανάθεμα που βγαίνει από τα χείλη τους για κείνους που τους λογαριάζουνε αφορμή της αδικίας. Ο λόγος τους, η φωνή τους, δεν είναι τραγούδι, αλλά κατάρα και οργή. Η φτώχεια του Παπαδιαμάντη κι αρκετοί φτωχοί  που κινούνται στο έργο του, δεν έχουν τίποτα κοινό μ’ αυτούς τους παραχαράκτες της φτώχειας. Ο Παπαδιαμάντης δεν πέθανε με τον καϋμό του πλούτου.  Πέθανε ψέλνοντας, που σημαίνει δοξολογόντας. Τούτο φανερώνει πως ευχαριστούσε τον Πλάστη για όσα τούχε χαρίσει. Τον ευχαριστούσε που τον αξίωσε να γεννηθεί φτωχός, να ζήσει φτωχός και να πεθάνει φτωχός… Και τούτο γιατί το κλειδί της ζωής του Παπαδιαμάντη είναι ο Χριστός. Ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός, έζησε φτωχός και πέθανε πάνω στο Σταυρό. Δε χωρούσε λοιπόν στο νου του πως ο άνθρωπος που έκλεισε στη καρδιά του τον Χριστό μπορεί να προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα και να Του ζητά μαι ζωή διαφορετική από κείνην που έζησε ο Μονογενής Υιός Του.”

Και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος γράφει εν κατακλείδι:

“Η θα πάρουμε στα σοβαρά τον κόσμο που μας παρουσίασε, ολόκληρο όμως τον κόσμο της ορθόδοξης ελληνικής χριστιανοσύνης, ως τις ακρότατες συνέπειες του, και τότε θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Παπαδιαμάντη όχι μόνο σαν λογοτέχνη, αλλά σαν πνευματικό μας κεφάλαιο – αυτό δεν ισχυριζόμαστε πως είναι; – η αλλιώς θα γυρίσουμε πίσω στις αισθητικές επιφάνειες, στη «λογοτεχνία» ή στην ψυχολογία των διηγημάτων, και θα θερίσουμε ό,τι σπείραμε: την άσκοπη (l’ art pour l’ art) νεροτριβή της ευαισθησίας μας. Όσοι θέλουν είναι ελεύθεροι να το κάνουν αυτό. Μόνο που χάνουν το δικαίωμα να παίρνουν τον Παπαδιαμάντη στα σοβαρά, η αν τον πάρουν στα σοβαρά, τότε χάνουν το δικαίωμα να παραμερίζουν αφρόντιστα όσα λάτρευε εκείνος και τα είχε κάνει ζωή του, ή να τα θεωρούν μόνο «ποίηση» και «γραφικότητα» και να συνεχίζουν με το αζημίωτο τα ατομικά πάρε δώσε – όσοι άνθρωποι τόσες και εντυπώσεις (impressionisme) – με τις αισθητικές επιφάνειες. Διέξοδος δεν υπάρχει. (Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μελέτες, Γαλαξίας, σελ. 166-167).

Ας κλείσουμε όμως το μικρό αυτό και ελάχιστο της αξίας, -συγγραφικής και πνευματικής-, του Ποιητή της Πεζογραφίας με λίγα λόγια δικά του, από την Αλληλογραφία του, όπως την επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα, 1992.

148

Εν Αθήναις τη 10 9βρίου 1882

Σεβασταί μοι πάτερ

Έλαβον την τελευταίαν επιστολήν σας, εν η μοι εγράφετε περί της αφίξεως του Νικολάκη εις Σκίαθον και περί της ασθενείας του πατρός του Νήφωνος κλπ. Συγχρόνως σας έγραψα επιστολήν τινά, ην αγνοώ αν ελάβετε. Μεταγενεστέρον σας δεν έλαβον.

Έμαθον ότι ο αδελφός μου μετέβη εις Λάρισσαν. Γράψατέ μοι περί τούτου.

Η ιδική μου τύχη εν γένει υπάρχει καλλίτερα τώρα, δόξα τω Θεώ. Έχω 100 φράγκα τον μήνα μα όχι πολλήν εργασίαν. Προσπαθώ δε αδιακόπως και περί της επιτυχίας των εξετάσεών μου. Σας παρακαλώ, πάτερ και συ μήτερ μου, να μην έχητε βαρύ παράπονον κατ’ εμού. Ό, τι σας λέγουν να μην το πιστεύετε εύκολα. Να μη δεινοπαθείτε και να έχετε υπομονήν. Ο Θεός είναι μέγας. Αμφιβάλλετε ότι από επτά μηνών εργάζομαι αδιακόπως να συστηθεί επιτροπή διά να μ’ εξετάση και ότι δεν έγεινε μέχρι τούδε; Πιστεύσατέ το είναι η μόνη αλήθεια. Έκτοτε ημπορεί να ευρέθην και εγώ εις σφλομονή και να είπα και κανέναν λόγον επιπόλαιον ότι τέτοιαις εξετάσεις, όπου είναι ρουσφέτι, ας λείπουν, και το ρωμέικο είναι βρώμα κλπ… Σας πέμπτω σήμερον τρία φύλλα της εφημερίδος “Μη χάνεσαι”. Η επιφυλλίς υπό τον τίτλον “Οι Έμποροι των Εθνών” είναι ιδικόν μου έργον. Είναι σατυρική εφημερίς, αλλ’ εγώ δεν σατυρίζω, γράφω επιφυλλίδα ιστορικήν και φιλολογικήν, και τούτο το κάμνω εξ’ ανάγκης διά να λάβω χρήματα, ώστε μη με κατακρίνετε σας παρακαλώ. Ασπάζομαι την δεξιάν σας και της μητρός.

(Σημείωση της γράφουσας: Παρακαλώ να μου συγχωρεθεί το μονοτονικό σύστημα για τα κείμενα που αντέγραψα ιδιοχείρως από βιβλία).

πηγὴ:protagon.gr