Archive for the ‘Εορτές’ Category

Εις τα Εισοδια της Θεοτόκου (Προκλου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως)

21 Νοεμβρίου, 2020

Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως

Νά πάλι ἑορτή

Νά πάλι πανηγύρι.

Νά πάλι χαρούμενο ἀναψοκέρι γιά τήν μητέρα τοῦ Κυρίου.

Νά ἡ προπόρευσις τῆς ἀψεγάδιαστης νύμφης.

Νά τό πρῶτο ξεπροβόδισμα τῆς βασιλίσσης.

Νά τό σίγουρο σημάδι γιά τήν δόξα πού τήν περιμένει.

Νά προάγγελος τῆς χάριτος πού πρόκειται νά τήν ἐπισκιάση.

Νά γνώρισμα, πού φαίνεται ἀπό μακρυά, τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος.

Διότι ἐκεῖ πού ὁ ἱερέας εἰσερχόμενος ὄχι πολλές φορές, ἀλλά μόνον μία φορά τόν χρόνο, τελεῖ τίς μυστικές λατρεῖες, ἐκεῖ γιά νά παραμένη μόνιμα ὁδηγεῖται ἀπό τούς γονεῖς της οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύονται ἔτσι λειτουργοί τῆς χάριτος.

Ποιός γνώρισε παρόμοια περίπτωσι στό παρελθόν; Ποιός εἶδε ἤ ἄκουσε τώρα ἤ ἀπό παληά κορίτσι νά ὁδηγεῖται βαθειά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, αὐτά πού, παρά λίγο θά ἦταν ἀπλησίαστα καί γιά τούς ἄνδρες, καί σ᾽ αὐτά νά μένη καί νά τρέφεται; Ἄραγε δέν εἶναι αὐτό τρανή ἀπόδειξις τῶν ἀσυνήθιστα μεγάλων θαυμασίων πού θά τῆς γίνουν μελλοντικά; Ἄραγε δέν εἶναι σημάδι ξεκάθαρο; Ἄραγε δέν εἶναι σίγουρη ἀπόδειξις;

Ἄς μᾶς δείξουν ὅσοι κακολογοῦν ἐναντίον της, καί ἐνῶ βλέπουν εἶναι σάν νά μή βλέπουν: Ποῦ τά εἶδαν αὐτά, δηλ. κόρη καί μάλιστα μόλις τριῶν ἐτῶν, πού γεννήθηκε μέ θεία ὑπόσχεσι, νά προσφέρεται ὡς δῶρο τέλειο καί γιά νά ζήση ἐκεῖ, καί νά συνοδεύεται ἀπό τούς πλουσίους τοῦ λαοῦ, νά ὁδηγεῖται μέ λαμπάδες, καί νά παραλαμβάνεται ἀπό τά γνώριμα χέρια τῶν ἱερέων καί τῶν προφητῶν; Γιατί δέν θέλησαν νά ἔρθουν στά καλά τους; Γιατί, ἐνῶ ἔβλεπαν τά πρῶτα σημάδια, δέν πίστεψαν στά κατοπινά; Γιατί ἐνῶ προϊδεάσθηκαν ἀπό τά παράξενα καί διαφορετικά, δέν ἀποδέχθηκαν τά ὅσα ἔγιναν μετά;

Διότι, ὅσα ἔγιναν στήν ἀρχή γύρω ἀπό αὐτήν, δέν ἦσαν συμπτωματικά καί τυχαῖα, ἀλλ᾽ ὅλα ἦταν προμηνύματα γιά ὅσα θά γίνονταν στή συνέχεια.

Ἐπί τέλους ἄς μᾶς ποῦν τίς ματαιοπονίες τους αὐτοί πού θεωροῦνται σοφοί. Γιατί ἡ θυγατέρα καμμιᾶς ἀπό τίς στεῖρες πού γέννησαν δέν ὁδηγήθηκε στά ἅγια τῶν ἁγίων καί δέν παραλήφθηκε ἀπό τούς προφήτας;

Σίγουρα, αὐτοί πού λεπτολογοῦν πάνω σ᾽ αὐτά, τίποτα δέν εἶχαν νά ποῦν, ὅπως (δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτα) καί οἱ μεταγενέστεροι ὁμόφρονές τους γιά τόν υἱό ἐκείνης, ἀλλ᾽ ἁπλῶς σήκωναν τούς ὤμους μέ τήν ἀπορία· «Ἄραγε τί θά γίνη αὐτό τό παιδί;» Τίποτε ἀπολύτως δέν εἶχαν νά ποῦν.

Σίγουρα μποροῦν νά πορεύωνται τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας ὅσοι ἔχουν πλανεμένη πίστι, καί εἶναι ἐλεύθεροι νά πέφτουν στόν λάκκο πού μόνοι τους ἔσκαψαν.

Ὅμως ἐμεῖς, ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἱερεῖς καί ἄρχοντες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, τεχνῖτες καί γεωργοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐλᾶτε νά συγκεντρωθοῦμε πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου καί, κατ᾽ οἰκονομίαν, νά παρακολουθήσωμε ὅσα θαυμαστά τῆς ἔγιναν. Πῶς δηλ. προσφέρεται σήμερα ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ καθ᾽ ὅλα ἱερή, στό ναό τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται. Πῶς ὁ προφήτης αὐτήν τήν δέχεται μέσα στό ναό καί τήν εἰσάγει στά ἄδυτα, χωρίς ἀντίρρησι, χωρίς νά πῆ στούς γονεῖς της·

Δέν τό κάνω αὐτό τό πρωτόφαντο τόλμημα καί νά φέρω ἕνα κορίτσι νά ζῆ συνέχεια στά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου μόνον σέ ἐμένα μία φορά τό χρόνο μοῦ δόθηκε ἡ ἐντολή νά μπαίνω. Ὁ προφήτης ἐκεῖνος τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶπε, ἀλλά τή δέχεται μέ προθυμία, ὡσάν νά προγνώριζε αὐτό πού θά γινόταν, ἐξ ἄλλου προφήτης ἦταν, σίγουρα ἐπειδή τήν περίμενε καί τήν ἀνέμενε, ὅπως τόν υἱό της μετά ἀπό αὐτήν ὁ Συμεών.

Ἔπειτα, ἀφοῦ χαιρέτησε βιαστικά τήν μητέρα, καί κρατώντας ἀπό τά χέρια τήν κόρη τήν προσφώνησε μέ αὐτά τά λόγια· Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;

Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά τοῦ εἶπα·

Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν πονεμένων ψυχῶν.

Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;

Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;

Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;

Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;

Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;

Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε, ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα ζῶα.

Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.

Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό.

Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας.

Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα. Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες, καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.

Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά παρακάτω·

Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια, πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο.

Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.

Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε· Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.

Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·

Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.

Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.

Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.

Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.

Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.

Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.

Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.

Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.

Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.

Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.

Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.

Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.

Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο, καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία.

Ἔμεινε λοιπόν αὐτή στά ἐσώτερα ἅγια τῶν ἁγίων, τρεφομένη ἀπό ἄγγελο μέ τροφή ἀμβροσίας καί ποτιζομένη μέ θεῖο νέκταρ, μέχρι τήν εἴσοδό της στήν ἐφηβεία. Καί τότε, μέ θεῖο νεῦμα καί μέ τή γνώμη τῶν ἱερέων δίνεται γι᾽ αὐτήν κλῆρος, καί μέ κλῆρο παίρνει τήν ἁγία αὐτή Παρθένο ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος καί κατ᾽ οἰκονομίαν τήν παραλαμβάνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερέων του, γιά νά ξεγελασθῆ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, γιά νά μήν προσβάλη τήν καθαρή κόρη ὡς παρθένο, ἀλλά νά τήν προσπεράση ὡς μνηστευμένη.

Βρισκόταν λοιπόν ἡ πεντακάθαρη στό σπίτι τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ φυλασσόμενη γιά τόν ἀρχιτέκτονα Θεό, μέχρις ὅτου πραγματοποιήθηκε σ᾽ αὐτήν τό πρίν ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες κρυφό καί ἅγιο μυστήριο, καί ἀπό αὐτήν ὁ Θεός ἔγινε ὅμοιος μέ τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλης πραγματείας καί εὐκαιρίας, πού ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ καιρός θά γίνη ὁ ἀναγκαῖος λόγος. Τώρα στό προκείμενο πάλι, νά ἐπανέλθη ὁ λόγος καί, μέρα πού εἶναι, νά δοξολογηθοῦν σήμερα τά εἰσόδια.

Πήγαινε λοιπόν, ὦ Δέποινα Θεομῆτορ, πήγαινε στήν κληρωμένη θέσι σου, καί βάδιζε κοντά στόν Κύριο νά χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι, νά τρέφεσαι καί νά ἐλπίζης, περιμένοντας ἀπό μέρα σέ μέρα, τόν ἐρχομό μέσα σου τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τήν ἐπισκίασι τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, καί τή σύλληψι τοῦ υἱοῦ σου, σύμφωνα μέ τήν προσφώνησι πού σοῦ ἔκανε ὁ Γαβριήλ.

Καί νά χαρίσης, σέ ὅσους τελοῦν τήν ἑορτή σου, τήν βοήθειά σου, τήν σκέπη σου καί τήν προστασία σου, σώζωντάς τους πάντοτε, μέ τίς ἱκεσίες σου, ἀπό κάθε ἀνάγκη καί κινδύνους, ἀρρώστιες καί δοκιμασίες καί διάφορες συμφορές, καί ἀπό τή μέλλουσα ἀπειλή τοῦ υἱοῦ σου.

Ὡς μητέρα τοῦ Δεσπότου καί τελεία δόσις τῶν ἐπιθυμητῶν, κατάταξέ τους σέ τόπους φωτός, εὐφροσύνης καί εἰρήνης. Νά γίνουν ἄλαλα τά πονηρά χείλη πού κακολογοῦν μέ ὑπερηφάνεια καί περιφρόνησι ἐσένα τή δίκαιη. Νά ἐκμηδενισθῆ ἡ παρουσία τους μέσα στήν πόλι σου, νά ντραποῦν καί νά σβήσουν, καί νά καταλάβουν ὅτι τό ὄνομά σου εἶναι Δέσποινα καί ὅτι ἐσύ εἶσαι ἡ μόνη Θεόνυμφος Θεοτόκος.

Ἐμεῖς ἐσένα μέ πίστι σέ εὐλογοῦμε, μέ πόθο σέ δοξολογοῦμε καί μέ φόβο σέ προσκυνοῦμε, πάντοτε ἐσένα μεγαλύνοντες καί μέ σεβασμό μακαρίζοντες.

Διότι πράγματι εἶναι μακάριος ὁ πατέρας σου ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἡ μητέρα σου ἀπό τίς γυναῖκες.

Μακάριο τό σπίτι σου

Μακάριοι οἱ γνωστοί σου

Μακάριοι ὅσοι σέ εἴδανε

Μακάριοι ὅσοι σοῦ μίλησαν

Μακάριοι οἱ τόποι σου

Μακάριος ὁ ναός στόν ὁποῖο σέ ἀφιερώσανε,

Μακάριος ὁ Ζαχαρίας πού σέ ἀγκάλιασε.

Μακάριο τό κρεββάτι σου.

Μακάριος ὁ τάφος σου.

Διότι ἐσύ εἶσαι ἡ τιμή ὅσων σέ τιμοῦν καί βραβεῖο τῶν βραβείων καί κορυφή τῶν κορυφῶν, ἡ μόνη θεία δροσιά τοῦ ἐσωτερικοῦ μου καύσωνος, ἡ θεοστάλακτη δροσιά τῆς ξεραμένης μου καρδιᾶς, τῆς μαύρης μου ψυχῆς ἡ φωτεινότατη λαμπάδα, ὁ ὁδηγός τῆς πορείας μου, ἡ δύναμις τῆς ἀσθενείας μου, τό ντύσιμο τῆς γυμνότητός μου, ὁ πλοῦτος τῆς πτωχείας μου, ἡ θεραπεία τῶν ἀγιάτρευτων πληγῶν, τό σκούπισμα τῶν δακρύων, τό σταμάτημα τῶν στεναγμῶν, ἡ μεταστροφή τῶν συμφορῶν, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν πόνων, τό λύσιμο τῶν δεσμῶν, ἡ μόνη ἐλπίδα κατά τῆς πικρίας.

Εἰσάκουσε τίς προσευχές μου, συμπόνεσε τούς στεναγμούς μου, ἐλέησέ με μαλακώνοντας ἀπό τά δάκρυά μου, λυπήσου με ὡς μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου καί ἠρέμησε τήν τρικυμία μου.

Ἱκανοποίησέ μου τή μεγάλη ἐπιθυμία καί κατάταξέ με μαζί μέ τή σύζυγό μου καί δική σου δούλη, στήν γῆ τῶν πράων, στίς σκηνές τῶν δικαίων, στό χορό τῶν ἁγίων.

 Καί ἀξίωσέ με, ἐσύ πού εἶσαι ἡ προστασία ὅλων, ἡ χαρά καί ἡ λαμπρή εὐθυμία ὅλων, νά χαιρόμαστε μέσα σέ αὐτή, σέ παρακαλῶ, τή χαρά, τήν πραγματικά ἀνέκφραστη πού προέρχεται ἀπό τό Θεό καί βασιλέα τόν γεννημένο ἀπό σένα, καί στόν ἄφθαρτό σου νυμφῶνα καί στήν ἀτελείωτη καί ἀπέραντη βασιλεία σου.

Πράγματι, Δέσποινα, καί δική μου καταφυγή, ἡ ζωή καί ἡ βοήθειά μου, τό ὅπλο καί τό καμάρι μου, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δύναμίς μου, δῶσε μαζί μέ αὐτήν νά ἀπολαύσω τίς ἀνεκδιήγητες καί ἀκατάληπτες δωρεές στήν ἐπουράνιο διαμονή. Διότι ἔχεις μαζί μέ τήν θέλησι καί τόν τρόπο, ὡς μητέρα τοῦ Ὑψίστου, καί γι᾽ αὐτό τολμῶ νά τό ζητήσω.

Μή λοιπόν γίνει νά στερηθῶ, πανάχραντε καί κυρία Δέσποινα, αὐτό πού περιμένω, ἀλλά νά τό πετύχω αὐτό, Θεόνυμφε, πού εἶσαι ὁλονῶν προσδοκία καί ἀναμονή, ἐσύ πού, μέ τρόπο πού ξεπερνάει τή λογική, γέννησες τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί Δεσπότη, στόν ὁποῖο ταιριάζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνημα, μαζί μέ τόν χωρίς ἀρχή Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Περί του Αγίου και Ευαγγελιστου Λουκα-Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Ἰωακεὶμ-

17 Οκτωβρίου, 2020

Ὁμιλία στὸν ἔνδοξο ἀπόστολο καὶ εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ 
Λουκᾶς ὁ ἔνδοξος ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐαγγελιστὴς συνεκάλεσε τὴν παροῦσα λαμπρὴ ὁμήγυρη μαζὶ καὶ πανήγυρη σήμερα, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, στὴν ἁγία μνήμη του.
Καὶ συνάθροισε ἐμᾶς, τὸ πιστὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, στὸν παλαιό του τοῦτο καὶ εὐλογημένο ναό, γιὰ νὰ τὸν τιμήσουμε κατὰ χρέος, κατὰ τὸ Γραφικό·
 «ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν», καὶ νὰ δοξάσουμε συνάμα τὸν Θεό, «τὸν ἐνδοξαζόμενον ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ»
.Στὴν περίφημη ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀπευθυνόμενος στοὺς μαθητές Του, τοὺς εἶπε· «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ φῶς τοῦ κόσμου», καί, «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Καὶ τοῦτο πράγματι ἐκπληρώθηκε στοὺς ἁγίους τοῦ Χριστοῦ μας μαθητές, καὶ πρῶτα καὶ πρώτιστα στοὺς Δώδεκα καὶ Ἑβδομήκοντα ἀποστόλους Του. Τοῦτο ἐκπληρώθηκε μὲ κάθε ἰδιαιτερότητα καὶ στὸ ἅγιο πρόσωπο τοῦ φωτωνύμου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ
. Φωτωνύμου, καθὼς τὸ ὄνομά του παράγεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ lux-lucis, ποὺ σημαίνει φῶς , καὶ ἑλληνικοποιήθηκε, ὅπως καὶ ἄλλαξε νικὰ ὀνόματα, μὲ τὴν κατάληξη-ᾶς. Λουκᾶς λοιπὸν ἑρμηνεύεται Φωτεινός. Καὶ τὸ θαυμαστὸ φῶς τῆς Χάριτος, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔλαβε ὁ θεηγόρος Λουκᾶς, δὲν τὸ ἔκρυψε «ὑπὸ τὸν μόδιον» τῆςσιγῆς, τῆςἀφάνειας, τῆςἀπραξίας τῶν καλῶν ἔργων, ἀλλὰ τήρησε ἄσβεστη τὴ λαμπάδα τῆς Πίστεως μέχρι τέλους καὶ τὸ μετέδωσε ἀφθονοπάροχα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους στοὺς ἐσκοτισμένους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀπιστία συνανθρώπους του, ὅπως θὰ ἰδοῦμε στὴ συνέχεια.
Ἐπίγεια πατρίδα τοῦ ἐπιγείου τούτου ἀγγέλου καὶ οὐρανίου ἀνθρώπου ὑπῆρξε ἡ περίλαμπρη μεγαλόπολη κα ὶπρωτεύουσα τῆς ἀνατολικῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, Ἀντιόχεια ἡ Μεγάλη, ὅπου γεννήθηκε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας. Πιθανότατα ὑπῆρξε γόνος οἰκογένειας πλουσίων καὶ εὐγενῶν ἐθνικῶν.
Νοῦς μεγάλος καὶ μεγάλη καρδιά, μὲ ἄπλετη δίψαν ὰγνωρίσει τὴν ἀλήθεια καὶ συνάμα νὰ διακονήσει τὸν συνάνθρωπό του, ἀφιερώθηκε ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας στὴν ἀναζήτηση τῆς σοφίας καὶ τὴ μελέτη τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν.
Ἡ μεγάλη του αὐτὴ ἔφεση γιὰ γνώση τὸν ὁδήγησε σὲ πολυάριθμα ταξίδια στὶς παραμεσόγειες χῶρες, καὶ τὸν κατέστησε πολύγλωσσο (γνώριζε ἄριστα τὴν ἑλληνική, τὴν ἑβραϊκὴ καὶ τὴν ἀραμαϊκὴ) καὶ διαπρεπὴ στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ τὴ ζωγραφικὴ τεχνη.
Ὁ μεγάλος τοῦτος νοῦς καὶ πολυτάλαντος ἄνθρωπος ἀγκιστρεύθηκε τέλος ἀπὸ τὸν Μεγάλο Ἁλιέα τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καί, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, συγκαταλέχθηκε στὴ χορεία τῶν Ἑβδομήκοντα μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Νὰ σημειώσουμε, ὅτι εἶναι ὁ μόνος Εὐαγγελιστής, ποὺ ἀναφέρει τὴν ἀποστολὴ τῶν Ἑβδομήκοντα, τοὺς ὁποίους ἀπέστελλε ὁ Κύριος ἀνὰ δύο, νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιο σὲ πόλεις καὶ χωριὰ τῆς Συροπαλαιστίνης. Τὸν καιρὸ τοῦ Δεσποτικοῦ Πάθους βρισκόταν στὰ Ἱεροσόλυμα, ἐνῶ τὸ πρωὶ τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα πορεύονταν μὲ τὸν Κλεόπα σκυθρωποὶ πρὸς τὸ χωριὸ Ἐμμαούς, ὅπου ἀξιώθηκαν ἀπὸ τοὺς πρώτους νὰ ἰδοῦν τὸν ἀναστάντα Ἰησοῦν καὶ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου. Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παραμένει γιὰ ἕνα διάστημα στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει ἀργότερα στὴν πατρίδα του Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ θὰ συναντήσει τὸν κορυφαῖο ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο περὶ τὸ ἔτος 50, μὲ τὸν ὁποῖο συνδέεται διὰ βίου καὶ καθίσταται συνοδός του μέχρι τὸ ἔνδοξο μαρτύριό του στὴ Ρώμη.
Κατὰ τὴ 2η ἀποστολική του περιοδεία, ὁ Παῦλος ἔχει καὶ τὸν Λουκᾶ στὴ συνοδία του ἀπὸ τὴν Τρωάδα μέχρι καὶ τοὺς Φιλίππους, ὅπου τὸν ἐγκαθιστᾶ, γιὰ νὰ ἑδραιώσει τὴ νεοσύστατη τοπικὴ Ἐκκλησία. Ἀφοῦ παραμένει γιὰ ἀρκετὰ ἔτη στὴ Μακεδονία ὁ Λουκᾶς, κατὰ τὴν 3η ἀποστολική του περιοδεία ὁ Παῦλος (περὶ τὸ 58), ἐπισκεπτόμενος ξανὰ τὴν περιοχή, τὸν ἀποστέλλει στὴν Κόρινθο γιὰ ἱεραποστολικὴ διακονία. Κι ὅταν ὁ Παῦλος συλλαμβάνεται στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Λουκᾶς δὲν τὸν ἐγκαταλείπει, ἀλλὰ τὸν συνοδεύει καθόλο ἐκεῖνο τὸ περιπετειῶδες ταξίδι μέχρι τὴ Ρώμη, ὅπου παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Καίσαρος καὶ παραμένει φυλακισμένος.
Ἐκεῖ στὴν κοσμοκράτειρα Ρώμη, σύμφωνα μὲ μία ἀρχαία παράδοση, κατὰ τὴ διετὴ φυλάκιση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, συγγράφει ὁ Λουκᾶς, μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Παύλου, τόσο τὸ Εὐαγγέλιό του, ὅσο καὶ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.
  Βιβλία θεόπνευστα, ποὺ ἀφιέρωσε στὸν ἡγεμόνα τῆς Ἀχαΐας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος εἶχε πρόσφατα τότε ἀσπασθεῖ τὸν Χριστιανισμό. Βιβλία, γιὰ τὰ ὁποῖα κατέστησε ὀφειλέτες ὅλους τοὺς πιστοὺς μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, νὰ τὸν εὐγνωμονοῦν καὶ εὐχαριστοῦν. Καὶ στὸ μὲν Εὐαγγέλιό του, ὁ Λουκᾶς μᾶς διασώζει, ὄχι μόνο μοναδικὲς λεπτομέρειες καὶ ἱστορικὲς ἀναφορές, ποὺ δὲν καταγράφονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους Εὐαγγελιστές, ἀλλὰ καὶ σημαίνοντα θεῖα γεγονότα, ὅπως τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σύλληψη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἀλλὰ καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι γι᾽ αὐτό, ποὺ στὸ ὡραιότατο ἐκεῖνο τροπάριο στὰ Ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀπόψε, ψάλλουμε:
«Χαῖρε, ὁ μόνος γράψας ἡμῖν, τό, Χαῖρε, χαίρων τῆς Ἁγνῆς εὐαγγέλιον, καὶ ταύτην Κυριοτόκον εἰπόντα τὸν Βαπτιστήν, ἐκ γαστρός, οὗ γράφεις καὶ τὴν σύλληψιν». Μᾶς περιγράφει λοιπὸν ὁ Λουκᾶς στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιό του μὲ ἰδιάζουσες λεπτομέρειες τὸν ὅλο πανάγιο ἐπὶ γῆς βίο τοῦ Κυρίου, ἀπὸ τὴν ἄσπορο σύλληψή Του
«ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου» μέχρι καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἔνδοξη ἀνάληψή του, τονίζοντας ἰδιαιτέρως τὴ φιλευσπλαγχνία καὶ φιλανθρωπία Του πρὸς τὸ ἁμαρτωλὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸ ὁποῖο ἦλθε γιὰ νὰ σώσει.
Στὸ δὲ ἱστορικότατο βιβλίο τῶν Πράξεων, ἀφοῦ διηγηθεῖ τὰ γεγονότα τῆς ἵδρυσης τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἀρχικῆς διάδοσης τοῦ Χριστιανισμοῦ στὶς περιοχὲς τῆς Συρίας καὶ Παλαιστίνης μὲ τὸ θεοφόρο κήρυγμα καὶ τὰ θαύματα τῶν ἀποστόλων, μάλιστα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἀφηγεῖται στὴ συνέχεια τοὺς ἀποστολικοὺς ἄθλους τοῦ διδασκάλου του Παύλου γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἐθνῶν, μέχρι τὴν πρώτη φυλάκισή του στὴ Ρώμη.Κατὰ τοὺς φοβεροὺς διωγμοὺς τοῦ Νέρωνος, ποὺ ἐπακολούθησαν τὴν ἀποφυλάκιση τοῦ Παύλου καὶ τὶς ἐκ νέου περιοδεῖες του μὲ τὸν Λουκᾶ, ὁ τελευταῖος παραμένει πιστὸς κοντά του στὴ νέα του φυλάκιση, ὅταν οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει («Λουκᾶς ἐστι μόνος μετ᾽ ἐμοῦ» [Β´ Τιμ. 4,11]), καὶ παρευρίσκεται πιθανότατα καὶ στὸ μαρτύριό του στὴ Ρώμη (περὶ τὸ ἔτος 68).
Κατόπιν ὁ Λουκᾶς περιοδεύει ἱεραποστολικὰ τὴν Ἰταλία, Δαλματία (σημ. Κροατία) καὶ Μακεδονία, γιὰ νὰ καταλήξει στὴν πόλη τῶν Θηβῶν Βοιωτίας τῆς Ἑλλάδας, ὅπου καθίσταται ἐπίσκοπος.
Ἐκεῖ, χειροτονεῖ πρεσβυτέρους καὶ διακόνους, ἀνεγείρει ναοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύει μὲ τὴν προσευχή του πάθη ποικίλα τῶν ἀνθρώπων, ψυχικὰ καὶ σωματικά.
Σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν, κατὰ τὴ μαρτυρία πρώιμων χριστιανῶν συγγραφέων (ὅπως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου), συλλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τὸν ἔγδαραν ζωντανό, τὸν σταύρωσαν σὲ μιὰ ἐλιά, ὅπου παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος.
Ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση, εἶναι στὸ σημερινὸ παλαιὸ κοιμητήριο τῶν Θηβῶν (ἀνατολικὰ τῆς πόλεως), ὅπου ὁ ναὸς τιμᾶται στὸ ὄνομά του καὶ μέσα στὸν ὁποῖο εὑρίσκεται ἡ ἀρχαία ρωμαϊκὴ λάρνακα (σαρκοφάγος), ὅπου εἶχε ἐναποτεθεῖ τὸ ἅγιό του σκῆνος.
Πολυάριθμα θαύματα ἐπιτέλεσε ὁ ἀπόστολος, μάλιστα μέσῳ ἑνὸς θαυματουργοῦ ὑγροῦ, τὸ ὁποῖο ἀνέβλυζε ἀπὸ τὸν τάφο του καὶ τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν τὰ Συναξάρια ὡς κολλύρια, καὶ θεράπευε ἰδιαίτερα τὶς ὀφθαλμικὲς ἀσθένειες ὅσων χρίονταν μ᾽ αὐτὸ μὲ πίστη. Ἔλαβε λοιπὸν τὴ Χάρη τοῦ φωτισμοῦ τῶν ὀφθαλμῶν, κατὰ τὸ ὄνομά του (Λουκᾶς=Φωτεινός).
Ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς λάρνακάς του ἐνεργεῖ  ἰάσεις μέχρι καὶ τὶς μέρες μας.Στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 357, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος, υἱὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀπέστειλε τὸν τότε δοῦκα τῆς Αἰγύπτου καὶ μετέπειτα μεγαλομάρτυρα Ἀρτέμιο, γιὰ νὰ μετακομίσει ἀποστολικὰ λείψανα, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν στὴ συνέχεια κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τοῦ περίφημου ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴν Κωνσταντινούπολη. Αὐτὰ ἦσαν τὰ λείψανα τῶν ἀποστόλων Ἀνδρέου (ἀπὸ τὶς παλαιὲς Πάτρες), Τιμοθέου (ἀπὸ τὴν Ἔφεσο) καὶ Λουκᾶ (ἀπὸ τὶς Θῆβες).
Τὸ 1204, μὲ τὴν πτώση τῆς Βασιλεύουσας στοὺς σταυροφόρους τῆς Δ´ Σταυροφορίας, μεταξὺ τῶν πλείστων ὅσων ἁρπαγέντων ἁγίων λειψάνων καὶ λοιπῶν τιμαλφῶν, ἦσαν καὶ τὰ τίμια λείψανα τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, τὰ ὁποῖα, σχεδὸν στὸ σύνολό τους (μεταξύ τους καὶ ἡ ἁγία του κάρα), κατέληξαν στὴν Πάδοβα τῆς Ἰταλίας, ὅπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα στὸν ναὸ Santa Justina στὸ κέντρο τῆς πόλεως.
Τὴν ἁγία του δεξιά, ἄφθαρτη, εὐωδιάζουσα, θερμὴ καὶ θαυματουργή, ἀξιώθηκα νὰ προσκυνήσω στὴ Μονὴ Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου τώρα ἀποθησαυρίζεται.
Ἀναφέραμε στὴν ἀρχή, πὼς ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς διέπρεψε καὶ στὴ ζωγραφικὴ τέχνη, ὡς ἁγιογράφος.
Ἀρχαιότατη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρει, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἀγιογράφος καὶ ὅτι φιλοτέχνησε κυρόχυτη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου (στὴν τεχνικὴ αὐτὴ ζωγραφικῆς τῶν ἑλληνιστικῶν-ρωμαϊκῶν χρόνων, τὰ χρώματα διαλύονται μὲ κερί), ἐνόσῳ ἀκόμη ἐκείνη ζοῦσε. Ὅταν τὴν ἀντίκρυσε ἡ Παναγία μας, εἶπε:
« Ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη δι᾽ ἐμοῦ μετ᾽ αὐτῆς!»
Οἱ σχετικὲς παραδόσεις ἀποδίδουν στὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ἄλλοτε περισσότερες, κι ἄλλοτε τρεῖς μόνο εἰκόνες τῆς Θεοτόκου Βρεφοκρατούσης:
Αὐτές, ποὺ βρίσκονται στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου στὴν Πελοπόννησο, στὴ Μονὴ Παναγίας τοῦ Σουμελᾶ στὸν Πόντο καὶ στὴ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου. Ἔτσι, καθιερώθηκε στὴν Ἐκκλησία ἡ ἁγία τούτη παράδοση τῆς εἰκονογραφικῆς ἀπόδοσης τῶν μορφῶν τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, καὶ ἡ τιμητική τους προσκύνηση.Καὶ βεβαίως οἱ πανηγύρεις τῶν ἁγίων τελοῦνται, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὄχι μόνο γιὰ νὰ τοὺς τιμοῦμε μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικές, καὶ μὲ τὶς  προσφορές μας σὲ κερὶ καὶ λάδι καὶ ἄρτους καὶ θυμιάματα, πράγματα ποὺ ἔχομε ἱερὸ χρέος νὰ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ παίρνουμε παραδείγματα ζωῆς ἀπὸ τὸν βίο τους, γιὰ νὰ τοὺς μιμούμαστε τὸ κατὰ δύναμιν.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ διαβάζουμε καὶ διηγούμαστε στὶς μνῆμες τους τοὺς βίους τους, ποὺ τοὺς προβάλλει καὶ ὑμνολογικὰ ἡ Ἐκκλησία μας. Ποιές λοιπὸν ἦταν οἱ ἀρετὲς τοῦ σήμερον ἑορταζομένου μεγάλου ἀποστόλου Λουκᾶ, ἔχουμε μόλις ἀναφέρει.
Ἡ θερμή του πίστη στὸν Θεό, ὁ ἱεραποστολικός του ζῆλος, ἡ ἐλπίδα, ἡ ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα καὶ πλεῖστες ἄλλες, ἰδιαίτερα ὅμως, ἡ κορυφαία καὶ θεώνυμη ἀγάπη, ἡ διπλὴ ἀγάπη, στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ σπούδασε τὴ φιλάνθρωπη ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς καὶ θεράπευε δωρεάν, ἀναργύρως, τοὺς ἀνθρώπους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ περιῆλθε τόσους τόπους καὶ χῶρες, γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου τοὺς ἐσκοτισμένους στὴν ἀπιστία συνανθρώπους του. Καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ τούτη εἶναι γεμάτα τὰ γραπτὰ ἔργα του.
Καί, δὲν νοεῖται ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, χωρὶς ἀγάπη στὸν πλησίον μας, στὸν κάθε συνάνθρωπό μας. Καὶ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἀσφαλῶς μόνο λόγια· εἶναι κατεξοχὴν ἔργα!
Μὲ ὅποιο τρόπο μποροῦμε, ἐπιβάλλεται κι ἐμεῖς νὰ τὴν ἐξασκοῦμε, ἀπαλύνοντας τὸν πόνο καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν πλησίον μας. Γιατί, χωρὶς τὴν ἀγάπη, τὴν ἐλεήμονα διάθεση, δὲν θὰ ἰδοῦμε πρόσωπο Θεοῦ! Φθάνει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κρίσεως:
Ἐκεῖ ἰδιαίτερα μᾶς ζητεῖται λόγος γιὰ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης στοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἂν τὰ πράξαμε ἢ ὄχι!Ἂς παρακαλέσουμε θερμὰ τὸν Κύριο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μᾶς δωρήσει καὶ νὰ ἐπαυξήσει μέσα μας τούτη τὴ μέγιστη ἀρετὴ τῆς ἀγάπης, μὲ τὶς ἰκεσίες τοῦ ἀγαπημένου Του μαθητῆ, ἐνδόξου ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τοῦ ὁποίου τὴν ἑορτὴ πανηγυρίζουμε, καὶ ὅλων  τῶν ἁγίων, καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει μὲ τὸ ἔλεός του τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν!

Αρχη της Ινδικτου

1 Σεπτεμβρίου, 2020
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Eις την A΄, αρχή της Iνδίκτου, ήτοι του νέου έτους.

Ίνδικτον ημίν ευλόγει Nέου Xρόνου,
Ω και παλαιέ, και δι’ ανθρώπους νέε (ήτοι συ ω Xριστέ).

+ Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Eκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα, διά τρία αίτια. Πρώτον, επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν γλώσσαν, θέλει να ειπή ορισμός1. Kαι δεύτερον εορτάζει ταύτην η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα: «Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία». Όθεν ο λαός ταύτα ακούων, εθαύμαζε διά τα χαριτωμένα λόγια, οπού εύγαινον εκ του στόματός του, ως τούτο γράφει ο αυτός Eυαγγελιστής Λουκάς (αυτόθι)2.
Eίναι δε και τρίτη αιτία, διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση τον νέον χρόνον, και χαρίση τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτον από όλα τα σωματικά αγαθά. Kαι ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τω Θεώ, με την φύλαξιν των εντολών του. Kαι ούτω να τύχωμεν των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών3.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι ότι η Iνδικτιών αναβαίνει εις δεκαπέντε χρόνους, και πάλιν αρχίζει από την πρώτην. Άρχισε δε η της Kωνσταντινουπόλεως Iνδικτιών τη εικοστή τετάρτη του Σεπτεμβρίου, εν έτει από Xριστού τκζ΄ [327]. Δηλαδή κατά τον καιρόν της εν Nικαία πρώτης Oικουμενικής Συνόδου. Iνδικτιών δε κατά τον Συμεώνα Λογοθέτην εν τω Xρονικώ, σημαίνει Eπινέμησιν: ήγουν του χρόνου μερισμόν. Eκείνο γαρ οπού σημαίνει η Iνδικτιών λατινικά, τούτο σημαίνει και η Eπινέμησις ελληνικά.
Διατί δε η Iνδικτιών αναβαίνει εις δεκαπέντε μόνον ημέρας και πάλιν επιστρέφει. Kαι τι δηλούσιν αι δεκαπέντε ημέραι αύται. Ή διατί η Iνδικτιών μόνη δεν συμφωνεί ούτε με τους κύκλους της σελήνης και τα θεμέλια, ούτε με τους κύκλους του ηλίου και με την εβδομάδα, ουδέν βέβαιον ηδυνήθην να εύρω. Πλην τούτο μόνον λέγει ο κυρ Mατθαίος, ότι η αιτία του να αναβαίνη η Iνδικτιών έως εις τας δεκαπέντε, είναι η εναλλαγή των ανθρωπίνων ηλικιών. Kατά δεκαπέντε γαρ χρόνους αλλάττουν οι άνθρωποι μεγάλας εναλλαγάς. Διότι εις τους δεκαπέντε χρόνους αρχίζει ο άνθρωπος να τριχόνη. Eις τους δις δεκαπέντε, λαμβάνει το τέλειον της ηλικίας. Eις τους τρίς δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος μεσοκαιρίτης. Eις τους τετράκις δεκαπέντε, γίνεται ασπρογένης. Eις τους πεντάκις δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος γέρων. Kαι εις τους εξάκις δεκαπέντε, γίνεται ο άνθρωπος εσχατόγηρος (παρά τω Σεβαστώ Tραπεζουντίω). Λέγουσι δέ τινες, ότι ο μοναχός Πανόδωρος, είτε άλλος τις, εφεύρεν, ότι κατά τους 7980, κατά την περίοδον, λέγω, ταύτην, συμφωνεί η Iνδικτιών με τους κύκλους του ηλίου και της σελήνης. Tότε γαρ έχει πρώτον κύκλον ο ήλιος, πρώτον κύκλον η σελήνη, και τότε είναι και πρώτη Iνδικτιών. Oμοίως και εν τη συντελεία του κόσμου, ο μεν ήλιος θέλει έχει κύκλους εικοσιοκτώ. H δε σελήνη κύκλους δεκαεννέα. Kαι η Iνδικτιών κύκλους δεκαπέντε. Oι μεν ουν κύκλοι του ηλίου, και της σελήνης οι κύκλοι και τα θεμέλια, και αι επακταί των μηνών, αρχίζουν από τον Mάρτιον. Aι δε Iνδικτιώνες, αρχίζουν από τον Σεπτέμβριον. Όρα Aλέξανδρον εις τα Iουδαϊκά, σελ. ιβ΄, και τον πρώτον τόμ. του Mελετίου εν τη εισαγωγή.

2. Σημείωσαι, ότι μερικοί θέλουν, πως ο Kύριος εισήλθεν εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και ανέγνω την άνωθεν περικοπήν του Hσαΐου, κατά το δεύτερον έτος του Eυαγγελικού αυτού κηρύγματος, αφ’ ου εποίησε το εν Kανά θαύμα, και συνωμίλησε με την Σαμαρείτιδα εν τω φρέατι. Tότε γαρ από της Σαμαρείας απελθών εις την Γαλιλαίαν εκήρυσσε το Eυαγγέλιον της Bασιλείας, και πολλά σημεία εις Kαπερναούμ εκτελέσας, μετέβη και εις Nαζαρέτ, εν η ανετράφη. Όπου και εμβήκεν εις την Συναγωγήν. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα.)

3. Σημείωσαι, ότι πανηγυρικόν λόγον έχει ο Xρυσόστομος εις την αρχήν ταύτην της Iνδίκτου, ου η αρχή· «Θαυμασταί των ορθοδόξων αι πανηγύρεις». (Σώζεται εν τω πέμπτω τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως.) Oμοίως και έτερον λόγον εις την αυτήν, ου η αρχή· «Eπάλληλον σημείον παρά του Δεσπότου Xριστού, η των αγαθών επομβρία». (Σώζεται εν τω αυτώ τόμω.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ: Ὁμιλία στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

15 Αυγούστου, 2020

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ: Ὁμιλία στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

Ἄν ὁ θανατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καί ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπό ἐγκώμια (Παρμ. 10,7), πόσο μᾶλλον τή μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διά τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλος ὁ ἁγιασμός στούς ἁγίους, δηλ. τή μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καί Θεομήτορος, πρέπει νά τήν ἐπιτελοῦμε μέ τίς μεγαλύτερες εὐφημίες;

Αὐτό πράττουμε ἑορτάζοντας τήν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἤ μεταστάσεώς της (μεταβιώσεως), πού ἄν καί μέ αὐτή εἶναι λίγο κατώτερη ἀπό τούς ἀγγέλους, ὅμως ξεπέρασε σέ ἀσύγκριτο βαθμό καί τούς ἀγγέλους καί τούς ἀρχαγγέλους καί ὅλες τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις μέ τήν ἐγγύτητά της πρός τόν Θεό καί μέ τά ἀπό παλαιά γραμμένα καί πραγματοποιηθέντα σ’ αὐτή θαυμάσια.

Ὁ θάνατός της εἶναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σέ οὐράνια καί ἀθάνατη ζωή, καί ἡ μνήμη τούτου εἶναι χαρμόσυνη ἑορτή καί παγκόσμια πανήγυρις, πού ὄχι μόνο ἀνανεώνει τή μνήμη τῶν θαυμασίων τῆς Θεομήτορος, ἀλλά καί προσθέτει τήν κοινή καί παράδοξη συνάθροιση τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ἀπό κάθε μέρος τῆς γῆς γιά τήν πανίερη κηδεία της, μέ θεολήπτους καί θεοφάντορας ὕμνους, μέ τίς ἀγγελικές ἐπιστασίες καί χοροστασίες καί λειτουργίες γι’ αὐτήν.

Οἱ Ἀπόστολοι προπέμπουν, ἀκολουθοῦν, συμπράττουν καί συνεργοῦν μέ ὅλη τή δύναμη μαζί μέ ἐκεί­νους πού ἐγκωμιάζουν τό ζω­αρχικό καί θεοδόχο ἐκεῖνο σῶμα, τό σωστικό φάρμακο τοῦ γένους μας, τό σεμνολόγημα ὅλης τῆς κτίσεως.

Ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Σαβαώθ καί Υἱός αὐτῆς τῆς ἀειπάρθενης, εἶναι ἀοράτως παρών καί ἀποδίδει στή μητέρα τήν ἐξόδιο τιμή. Σέ αὐτοῦ τά χέρια ἐναπέθεσε καί τό θεοφόρο πνεῦμα της, διά τοῦ ὁποίου ἔπειτα ἀπό λίγο μεταθέτει καί τό συνδεδεμένο πρός ἐκεῖνο σῶμα σέ χῶρο ἀείζωο καί οὐράνιο.

Διότι μόνο αὐτή, βρισκόμενη ἀνάμεσα στόν Θεό καί σ’ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, τόν μέν Θεό κατέστησε υἱόν ἀνθρώπου, τούς δέ ἀνθρώπους ἔκανε υἱούς Θεοῦ, οὐρανώσασα τή γῆ καί θεώσασα τό γένος. Καί μόνο αὐτή ἀπ’ ὅλες τίς γυναῖκες ἀναδείχθηκε μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐκ φύσεως πάνω ἀπό κάθε φύση· ὑπῆρξε βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου καί ὑπερκοσμίου κτίσματος μέ τόν ἄφραστο τόκο της.

Τώρα ἔχοντας καί τόν οὐρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ὡς ταιριαστό της βασίλειο, στόν ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπό τή γῆ, στάθηκε καί στά δεξιά τοῦ παμβασιλέως «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη πεποικιλμένη», μέ διάχρυσο ἱματισμό ντυμένη καί στολισμένη, ὅπως λέγει ὁ προφήτης (Ψαλμ. 44,10). Διάχρυσος ἱματισμός σημαίνει ὅτι τό θεαυγές σῶμα της ἦταν στολισμένο μέ τίς παντοειδεῖς ἀρετές. Διότι μόνο αὐτή κατέχει τώρα μαζί μέ τό θεοδόξαστο σῶμα καί μέ τόν Υἱό, τόν οὐράνιο χῶρο. Δέν μποροῦσε πραγματικά γῆ καί τάφος καί θάνατος νά κρατεῖ ἕως τό τέλος τό ζωαρχικό καί θεοδόχο σῶμα της καί ἀγαπητό ἐνδιαίτημα τοῦ οὐρανοῦ καί τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν.

Ἀποδεικτικό γιά τούς μαθητές στοιχεῖο περί τῆς ἀναστάσεώς της ἀπό τούς νεκρούς γίνονται τά σινδόνια καί τά ἐντάφια, πού μόνα ἀπέμειναν στόν τάφο καί βρέθηκαν ἀπό ἐκείνους πού ἦλθαν νά τή ζητήσουν, ὅπως συνέβη προηγούμενα μέ τόν Υἱό καί δεσπότη. Δέν χρειάσθηκε νά μείνει καί αὐτή ἐπίσης γιά λίγο πάνω στή γῆ, ὅπως ὁ Υἱός της καί Θεός, γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε ἀμέσως πρός τόν ὑπερουράνιο χῶρο ἀπό τόν τάφο.

Μέ τήν ἀνάληψή της ἡ Θεομήτωρ συνῆψε τά κάτω μέ τά ἄνω καί περιέλαβε τό πᾶν μέ τά γύρω της θαυμάσια, ὥστε καί τό ὅτι εἶναι ἐλαττωμένη πολύ λίγο ἀπό τούς ἀγγέλους, γευόμενη τόν θάνατο, αὐξάνει τήν ὑπεροχή της σέ ὅλα. Καί ἔτσι εἶναι ἡ μόνη ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες καί ἀπό ὅλους τούς ἀρίστους πού διαιτᾶται μέ τό σῶμα στόν οὐρανό μαζί μέ τόν Υἱό καί Θεό.

Ἡ Θεομήτωρ εἶναι ὁ τόπος ὅλων τῶν χαρίτων καί πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας καί εἰκόνα κάθε ἀγαθοῦ καί κάθε χρηστότητος, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη πού ἀξιώθηκε ὅλα μαζί ἀνεξαίρετα τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος καί μάλιστα ἡ μόνη πού ἔλαβε παράδοξα στά σπλάχνα της Ἐκεῖνον στόν ὁποῖο βρίσκονται οἱ θησαυροί ὅλων τῶν χαρισμάτων. Τώρα δέ μέ τόν θάνατό της προχώρησε ἀπό ἐδῶ πρός τήν ἀθανασία καί δίκαια μετέστη καί εἶναι συγκάτοικος μέ τόν Υἱό στά ὑπερουράνια σκηνώματα καί ἀπό ἐκεῖ ἐπιστατεῖ μέ τίς ἀκοίμητες πρός αὐτόν πρεσβεῖες ἐξιλεώνοντας αὐτόν πρός ὅλους μας.

Εἶναι τόσο πολύ πλησιέστερη ἀπό τούς πλησιάζοντας τόν Θεό, ὄχι μόνο ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό αὐτές τίς ἀγγελικές ἱεραρχίες. Γι’ αὐτές τίς ἀγγελικές ἀνώτατες ταξιαρχίες ὁ Ἠσαΐας γράφει «τά Σεραφίμ στέκονταν γύρω του» (Ἠσ. 6,2) καί ὁ Δαβίδ λέγει «παρέστη ἡ βασίλισσα στά δεξιά σου» (Ψαλμ. 44,10).

Βλέπετε τή διαφορά τῆς στάσεως; Ἀπό αὐτή μπορεῖτε νά καταλάβετε καί τή διαφορά της, κατά τήν ἀξία τῆς τάξεως. Διότι τά Σεραφίμ ἦταν γύρω ἀπό τόν Θεό, πλησίον δέ στόν Ἴδιο μόνο ἡ παμβασίλισσα καί μάλιστα στά δεξιά του. Αὐτή εἶναι φωτός φαιδροτέρα, παραδείσων θείων εὐανθεστέρα, κόσμου παντός ὁρατοῦ καί ἀοράτου κοσμιωτέρα. Γι’ αὐτό, ὅπου κάθισε ὁ Χριστός στόν οὐρανό, δηλ. στά δεξιά τῆς μεγαλοσύνης, ἐκεῖ στέκεται καί αὐτή τώρα πού ἀνέβηκε ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό.

Ποιός δέν γνωρίζει ὅτι ἡ Παρθενομήτωρ εἶναι ἐκείνη ἡ βάτος πού ἦταν ἀναμμένη ἀλλά δέν καταφλεγόταν (Ἐξ. 3,2); Καί αὐτή ἡ λαβίδα, πού πῆρε τό Σεραφίμ, τόν ἄνθρακα ἀπό τό θυσιαστήριο (Ψαλμ. 6,6), πού συνέλαβε δηλαδή ἀπυρπολήτως τό θεῖο πῦρ καί κανείς ἄλλος δέν θά μποροῦσε νά ἔλθει πρός τόν Θεό. Ἑπομένως, μόνη αὐτή εἶναι μεθόριο τῆς κτιστῆς καί τῆς ἄκτιστης φύσεως. Καί κανείς ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά προσεγγίσει τόν Θεό, εἰμή δι’ αὐτῆς πού εἶναι ἀληθινά ἡ θεαυγής λυχνία πού καταυγάζει· «ὁ Θεός γάρ ἐν μέσῳ αὐτῆς, καί οὐ σαλευθήσεται», δηλ. στό μέσον εἶναι ὁ Θεός καί δέν κλονίζεται, λέγει ὁ προφήτης (Ψαλμ. 45,6).

Ποιός θά ἀγαποῦσε τόν Υἱό καί Θεό περισσότερο ἀπό τή Μητέρα, ἡ ὁποία ὄχι μόνο μονογενῆ τόν γέννησε μέ ἄρρητο τρόπο, ἀλλά καί μόνη της αὐτή χωρίς ἀνδρική ἕνωση, ὥστε νά εἶναι τό φίλτρο διπλάσιο (μή μοιραζόμενο μέ ἄλλο πρόσωπο).

Ὅπως λοιπόν μόνο δι’ αὐτῆς ὁ Υἱός ἐπεδήμησε πρός ἐμᾶς, φανε­ρώθηκε καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους, ἐνῶ πρίν ἦταν ἀθέατος, ἔτσι καί στόν μελλοντικό ἀτελεύτητο αἰώνα κάθε πρόοδος καί ἀποκάλυψη θείων μυστηρίων χωρίς Αὐτή θά εἶναι ἀδύνατος.

Διά μέσου τῆς Θεομήτορος θά ὑμνοῦν τόν Θεό γιατί αὐτή εἶναι ἡ αἰτία, ἡ προστάτιδα καί πρόξενος τῶν αἰωνίων. Αὐτή εἶναι θέμα τῶν προφητῶν, ἀρχή τῶν Ἀποστόλων, ἑδραίωμα τῶν μαρτύρων, κρηπίδα τῶν διδασκάλων, ἡ ρίζα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν, ἡ κορυφή καί τελείωση κάθε ἁγίου.

Ὤ Παρθένε θεία καί τώρα οὐρανία, πῶς νά περιγράψω ὅλες σου τίς ἀρετές; Πῶς νά σέ δοξάσω, τόν θησαυρό τῆς δόξας; Ἐσένα καί ἡ μνήμη μόνο ἁγιάζει αὐτόν πού τή χρησιμοποιεῖ.

Μετάδωσε λοιπόν πλούσια τά χαρίσματά σου σέ ὅλο τόν λαό σου, Δέσποινα, δῶσε τή λύση τῶν δεινῶν μας· μετάτρεψε ὅλα πρός τό καλύτερο μέ τή δύναμή σου, δίδοντας στό σῶμα καί στήν ψυχή μας ἄφθονη τή χάρη σου γιά νά δοξάζουμε τόν προαιώνιο Λόγο πού σαρκώθηκε ἀπό σένα γιά μᾶς, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτε­λεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.

——————–

Πηγή: Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγος ΛΖ΄, εἰς τήν πάνσεπτον κοίμησιν τῆς πανυπεράγνου δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 151, 460-472. Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 10 (Θεσ/νίκη: «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»). Ἀποσπάσματα].

π.Αλεξανδρος Σμεμαν-περί της Μεταμορφωσεως του Σωτήρος-

6 Αυγούστου, 2020


Πατρός Ἀλεξάνδρου Σμέμαν: Ἡ Μεταμόρφωση
Τὸ αἰώνιο Φῶς.  Μεταμόρφωση! Τί ὄμορφη, τί ὡραία, τί χαρούμενη λέξη! Ἀντηχεῖ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ νοῦ μὲ τέτοια λαμπρότητα καὶ πανηγυρικότατα! Γιὰ αἰῶνες οἱ Ρῶσοι ἀγάπησαν αὐτὸ τὸ καλοκαίρι, τὴν αὐγουστιάτικη γιορτὴ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου, τότε πού, κατὰ τὰ λόγια τοῦ Θεόδωρου Τιοῦτσεφ, “εἶναι σὰν ὁλόκληρη ἡ μέρα νὰ γίνεται κρυστάλλινη καὶ φεγγοβόλα”
.Σὲ ποιὸ πράγμα ἀναφέρεται αὐτὴ ἡ γιορτή, ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ φωτός της; Κατ’ ἀρχὰς ἂς ἀκούσουμε τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γι’ αὐτὸ τὸ γεγονός.Ὁ Ἰησοῦς, σύμφωνα μὲ τὴν ἀφήγηση τοῦ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγελίου
, «μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· 2 καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. 3 καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ. 5 ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε· 6 καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 7 καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. 8 ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον. 9 καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ»
(Ματθ. 17, 1-9).
Τί σημαίνει αὔτη ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία; Τί θέση ἔχει αὐτὴ ἡ αἰνιγματικὴ ἀποκάλυψη τῆς δόξας στὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ;Λίγοι θὰ διαφωνήσουν πώς ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὰ εὐαγγέλια εἶναι κατεξοχὴν μιὰ εἰκόνα ταπείνωσης. Ἤδη κατὰ τὴ γέννησή Του δὲν βρέθηκε χῶρος σὲ κανένα ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς πόλης, κι ἔτσι γεννήθηκε ἔξω, σὲ μιὰ σπηλιά. Μέχρι τέλους δὲν εἶχε σπίτι, “οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνη” (Ματθ. 820), σύμφωνα μὲ τὰ δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αὐτοὺς πού θεραπεύει καὶ βοηθᾶ νὰ μὴ μιλήσουν σὲ κανένα γιὰ τὴ βοήθεια πού δέχθηκαν.
Ἀποφεύγει κάθε τιμὴ καὶ κάθε εὐκαιρία πού τοῦ δίνεται γιὰ νὰ ἀποκτήσει φήμη. Ἑκουσίως μάλιστα ἄφησε τὴν ἀσφάλεια τῆς Γαλιλαίας, ὅπου δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀπειλή, καὶ διάλεξε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου τὸν περίμενε ὁ πόνος, ἡ ταπείνωση τῆς δίκης καὶ τῆς καταδίκης, καὶ μιὰ ὀδυνηρὴ καὶ ἐπαίσχυντη ἐκτέλεση. “Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ”, εἶπε, ” ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ…” (Ματθ. 11,29).
Σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ταπεινοφροσύνης καὶ αὐταπάρνησης, λίγες ἦταν οἱ περιπτώσεις πού οἱ κρυμμένες ἀκτίνες τῆς θείας ἐνέργειας καὶ δόξας φάνηκαν ἐξωτερικά. Δίχως ἐξαίρεση, μόνο πολὺ λίγοι ἄνθρωποι ἔγιναν ζωντανοὶ μάρτυρες τῶν περιπτώσεων ἐκείνων πού “περιεβλήθη τὴν δόξαν”, καὶ αὐτοὶ συνήθως δὲν κατανοοῦσαν τὴ σημασία αὐτῶν πού ἔβλεπαν. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη τὴ νύχτα τῆς γέννησής Του, ὅταν οἱ ἁπλοὶ ποιμένες ἄκουσαν τὸν ἀγγελικὸ ὕμνο, καὶ τὰ νέα της μεγάλης χαρᾶς, ὅπως μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο (Λουκ. 2,10).Τὸ ἴδιο συνέβη πολλὰ χρόνια ἀργότερα, τὴν ἡμέρα πού ὁ Ἰησοῦς ἦλθε στὸν Ἰορδάνη γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸ βάπτισμα, ὅταν ἀκούστηκε ἡ ἴδια φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἐνῶ τὰ ἴδια λόγια ἀκούστηκαν καὶ κατὰ τὴ Μεταμόρφωση: ” οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα….” (Ματθ. 3,17)
.Τελικὰ δοξάζεται ἐδῶ στὸ ὄρος παρουσία τῶν τριῶν μαθητῶν. Κάθε φορἀ δὲ πού ἀποκαλύπτεται αὐτὴ ἡ μυστηριώδης οὐράνια δόξα, δὲν προέρχεται ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλά ἀπὸ πάνω, ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἡ Ἐκκλησία στὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ σημασία πού ἔχουν οἱ ἐπίγειες φανερώσεις τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ ἀπαντᾶ ὄχι μὲ ἐξηγήσεις ἀλλά μὲ πανηγυρισμούς, ἑορτάζοντας αὐτὴ τὴ μοναδικὴ χαρὰ πού σημαδεύει τὴν ἐτήσια μνήμη τῆς Μεταμορφώσεως.Μία λέξη κυριαρχεῖ σ’ ὅλες τὶς εὐχές, τοὺς ὕμνους καὶ τὰ ἀναγνώσματα αὐτῆς τῆς ἑορτῆς. Εἶναι ἡ λέξη φῶς. “Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον”.
Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα σκοτεινό, ψυχρὸ καὶ τρομακτικὸ μέρος. Αὐτὸ τὸ σκοτάδι δὲν διαλύεται ἀπὸ τὸ φυσικὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἀντίθετα, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου ἴσως κάνει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ νὰ φαίνεται ἀκόμη τρομερότερη καὶ ἀπελπιστικότερη καθὼς ἡ ζωὴ ξεχύνεται ἀμείλικτα καὶ ἀδυσώπητα πρὸς τὸ θάνατο καὶ τὸν ἀφανισμὸ περικυκλωμένη ἀπὸ πόνο καὶ μοναξιά. Ὅλα εἶναι καταδικασμένα, ὅλα ὑποφέρουν, ὅλα ὑπόκεινται στὸν ἀκατανόητο καὶ ἀνελέητο νόμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Τότε ὅμως ἐμφανίζεται πάνω στὴ γῆ, εἰσέρχεται στὸν κόσμο ἕνας ἄνθρωπος ταπεινὸς καὶ ἄστεγος, πού δὲν ἐξασκεῖ καμιὰ ἐξουσία πάνω σὲ κανένα, καὶ δὲν διαθέτει καμιὰ ἐπίγεια ἐξουσία
. Λέει δὲ στοὺς ἀνθρώπους πώς αὐτὸ τὸ βασίλειο τοῦ σκότους, τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ θανάτου δὲν εἶναι ἡ ἀληθινή τους ζωή· πώς δὲν εἶναι ὁ κόσμος πού δημιούργησε ὁ Θεὸς· πώς μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ νικηθεῖ τὸ κακό, ὁ πόνος καὶ τελικὰ ὁ ἴδιος ὁ θάνατος· καὶ πώς ἔχει σταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν Πατέρα Του, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν τρομακτικὴ δουλεία στὴν ἁμαρτία καὶ στὸ θάνατο.Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ξεχάσει τὴν ἀληθινή τους φύση καὶ κλήση, τὶς ἔχουν ἀπαρνηθεῖ. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν γιὰ νὰ δοῦν πώς ἔχουν χάσει τὴν ἱκανότητα νὰ βλέπουν, καὶ νὰ ἀκοῦν αὐτὰ πού εἶναι ἀνίκανοι ἤδη νὰ ἀκούσουν. Πρέπει νὰ ξαναπιστέψουν πώς τὸ καλὸ εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὸ κακό, ἡ ἀγάπη ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸ μίσος, ἡ ζωὴ ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸ θάνατο.
Ὁ Χριστὸς θεραπεύει, βοηθᾶ καὶ δίνεται σὲ ὅλους. Παρ’ ὅλα αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουν, δὲν ἀκοῦν, δὲν πιστεύουν. Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀποκαλύψει τὴν οὐράνια δόξα καὶ δύναμή Του, καὶ νὰ τοὺς ὑποχρεώσει νὰ πιστέψουν. Θέλει ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀποδοχὴ ποὺ δίνονται ἐλεύθερα. Γνωρίζει πώς τὴν ὥρα τῆς ἔσχατης θυσίας Του, τῆς ἔσχατης αὐτοπροσφορᾶς Του, οἱ πάντες θὰ φύγουν ἀπὸ φόβο καὶ θὰ Τὸν ἐγκαταλείψουν. Ὅμως ἀκριβῶς τότε, ὅπως καὶ μετά. ὅταν ὅλα θὰ ἔχουν τελειώσει, ὁ κόσμος θὰ διαθέτει ἀκόμη κάποια ἔνδειξη γιὰ τὴν κατεύθυνση πού εἶχε καλέσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ πάρουν, γιὰ τὸ τί μᾶς προσέφερε ὡς δῶρο, ὡς ζωή, ὡς πληρότητα νοήματος καὶ χαρᾶς· τώρα λοιπόν, κρυμμένος ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ἀποκαλύπτει σὲ τρεῖς ἀπό τούς μαθητὲς Του αὐτὴ τὴ δόξα, αὐτὸ τὸ φῶς, αὐτὸν τὸ νικητήριο ἑορτασμὸ στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἔχει κληθεῖ πρὸ αἰώνων νὰ μετάσχει.Τὸ θεῖο φῶς πού διαπερνᾶ ὅλον τὸν κόσμο.
Τὸ θεῖο φῶς πού μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ θεῖο φῶς στὸ ὁποῖο τὰ πάντα ἀποκτοῦν τὸ ἔσχατο καὶ αἰώνιο νόημά τους. “Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι “, φώναξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὅταν εἶδε αὐτὸ τὸ φῶς καὶ αὐτὴ τὴ δόξα. Καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ Χριστιανισμός, ἡ Ἐκκλησία, ἡ πίστη εἶναι μιὰ συνεχής, χαρούμενη ἐπανάληψη αὐτῶν τῶν λόγων, “καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι”.
Ἡ πίστη ὅμως εἶναι καὶ μιὰ ἔκκληση γιὰ τὸ ἀΐδιο φῶς· μιὰ δίψα γι’ αὐτὸν τὸ φωτισμὸ καὶ γι’ αὐτὴ τὴ μεταμόρφωση. Αὐτὸ τὸ φῶς συνεχίζει νὰ λάμπει, μέσα στὸ σκοτάδι καὶ στὸ κακὸ, μέσα στὴ μουντὴ γκριζάδα καὶ στὴ θολὴ ρουτίνα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, σὰν ἡλιαχτίδα πού διασχίζει τὰ σύννεφα. Τὸ ἀναγνωρίζει ἡ ψυχή, παρηγορεῖ τὴν καρδιά, μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε ζωντανοί, καὶ μᾶς μεταμορφώνει ἐκ τῶν ἔσω.“Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι “!
Ἂς γίνονταν δικά μας αὐτὰ τὰ λόγια, ἂς γίνονταν ἀπάντηση τῆς ψυχῆς μας στὸ δῶρο τοῦ θείου φωτός, ἂς γινὸταν ἡ προσευχὴ μας προσευχὴ γιὰ τὴ μεταμόρφωση, γιὰ τὴ νίκη τοῦ φωτός! “Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον”.Ἡ εὐλογία τῶν καρπῶνΣτὶς Ὀρθόδοξες ἐκκλησίες ὑπάρχει τὸ ἀρχαῖο ἔθιμο νὰ εὐλογοῦνται καρποὶ καὶ λαχανικὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως. Αὐτὸ μᾶς παρακινεῖ νὰ ἀναρωτηθοῦμε: ποιὸ εἶναι τὸ νόημα αὐτῆς τῆς ἀρχαίας τελετῆς, καὶ τί σημαίνει γενικὰ ἡ εὐλογία καὶ ὁ ἐξαγιασμός, ἀφοῦ ἡ εὐλογία τῶν καρπῶν κατὰ τὴ Μεταμόρφωση εἶναι μόνο μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄλλες τέτοιες τελετές;Ἂν ἀνοίξουμε τὸ λειτουργικὸ βιβλίο ὅπου εἶναι συγκεντρωμένες ὅλες αὐτὲς οἱ τελετές, τὸ ἐπονομαζόμενο “Μεγάλο Εὐχολόγιο”, θὰ βροῦμε ἐκεῖ εἰδικὲς τελετὲς ὅπως ὁ καθαγιασμὸς καινούριου σπιτιοῦ, ἀγροῦ, κήπου, πηγαδιοῦ.
Εἶναι ὡς ἐὰν ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀπευθύνεται σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ὡς ἐὰν τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Θεοῦ πού εὐλογεῖ, νὰ ἁπλώνεται πάνω σὲ ὅλα τὰ πράγματα μέσα ἀπ’ ὅλες αὐτὲς τὶς τελετὲς εὐλογίας καὶ ἐξαγιασμοῦ. Γιατί ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων οἱ ἄνθρωποι ἔνιωσαν τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐξαγιασμό;Θὰ πρέπει ἀμέσως νὰ ποῦμε πώς οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας θεωροῦν ἀνεπιφύλακτα ὅλες αὐτὲς τὶς τελετὲς ὡς προλήψεις, καὶ κατὰ τὴ γνώμη τους ἀποτελοῦν ὅλο τὸ περιεχόμενο τῆς θρησκείας.
Ἰσχυρίζονται πώς οἱ προλήψεις εἶναι καρπὸς τοῦ φόβου: ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται μήπως δηλητηριαστεῖ, φοβᾶται μήπως ἔχει κακὴ σοδιά, φοβᾶται μήπως καεῖ τὸ σπίτι του, φοβᾶται τοὺς ἄλλους. Ἡ θρησκεία προμηθεύει τὴν ἀπελευθέρωση ἀπό τὸ φόβο: ράντισε τὰ φροῦτα ἤ τὸν κῆπο ἤ τὸ σπίτι μὲ ἁγιασμὸ καὶ ὁ Θεὸς θὰ προστατέψει ἐσένα κι ἐκεῖνα. Ἔτσι ὅπως βλέπετε, τὰ πάντα εἶναι χονδροειδὴς ἄγνοια, πρόληψη καί….ἀπάτη”
.Ὡστόσο παρουσιάζοντας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ θέμα, ἡ ἄθεη προπαγάνδα δὲν ἀναφέρει καμία ἀπὸ τὶς εὐχὲς καὶ τὸ τυπικὸ πού περιλαμβάνεται σ’ αὐτὲς τὶς ὑποτιθέμενες προλήψεις. Προσπαθοῦν ἔτσι νὰ ἐμφανίσουν τοὺς ἱερεῖς, τὸν κλῆρο, ὡς μιὰ ὁμάδα ἀπὸ ἀπατεῶνες πού ἐκμεταλλεύονται τὸ φόβο καὶ τὴν ἄγνοια χρησιμοποιώντας ἀκατανόητα μαγικὰ ξόρκια.
Ἂν κάποιος ὅμως ἀκούσει προσεκτικὰ αὐτὲς τὶς εὐχὲς καὶ δεῖ ἀπὸ κοντὰ αὐτὲς τὶς τελετές, ἂν μόνο γιὰ μιὰ φορὰ στὴ ζωὴ του βιώσει τὴ χαρὰ πού προέρχεται ἀπὸ τὴν εὐλογία τῆς λαμπρῆς καὶ ἡλιόλουστης Μεταμόρφωσης, τότε γίνεται σαφὲς πώς ἡ ἀπάτη δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀπὸ τὴν κακόβουλη ἀθεϊστικὴ προπαγάνδα. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ προπαγάνδα, καὶ ὄχι ἡ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας, πού διαπερνᾶται ἀπὸ φόβο, δυσπιστία, καὶ ἀνάγκη νὰ ἀρνηθεῖ ὁ,τιδήποτε τὸ ἀνώτερό της, τὸ καθαρότερο καὶ βαθύτερο ἀπὸ τὴ δική της ἁπλουστευτική, γήινη καὶ ὑλιστικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Ἐπειδὴ αὐτὸ πού βλέπουμε, ἀκοῦμε καὶ ζοῦμε πάνω ἀπ’ ὅλα σ’ αὐτὲς τὶς τελετὲς καὶ τὶς εὐχὲς εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐχαριστία
. Ἄν ἦταν παρὼν ὁ φόβος, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει χαρὰ καὶ εὐχαριστία καὶ ἀντίστροφα, ἂν εἶναι παροῦσα ἡ χαρά. δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει φόβος. Ὁ φόβος παράγει μιζέρια καὶ δυσπιστία, καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπ’ αὐτὰ στὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως.Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐχαριστίας;…Ὁ ἴδιος ὁ κόσμος εἶναι καρπὸς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἀγαπήσουν μὲ τὴ σειρά τους…
Καὶ μόνο ἀγαπώντας ἀληθινὰ τὴ ζωὴ του μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ κατὰ συνέπεια τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἡ πτώση μας, ἡ ἁμαρτία μας εἶναι πώς παίρνουμε τὰ πάντα ὡς δεδομένα, καὶ συνεπῶς τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, γινόμαστε πεζοί, καταθλιπτικοί, κενοί. Τὸ μῆλο εἶναι μόνο μῆλο. Τὸ ψωμὶ εἶναι ψωμί. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀκριβῶς ἄνθρωπος.
Γνωρίζουμε τὸ βάρος τους, τὴν ἐμφάνισή τους, τὶς δραστηριότητές τους, ξέρουμε τὰ πάντα γι’ αὐτούς, ἀλλά δὲν γνωρίζουμε πλέον τοὺς ἴδιους, ἐπειδὴ δὲν διακρίνουμε τὸ φῶς πού λάμπει μέσα τους.Αἰώνιο καθῆκον τῆς πίστης καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ξεπεράσει αὐτὴ τὴν ἁμαρτωλή, μονότονη ἐξοικείωση· νὰ μᾶς κάνει νὰ θυμηθοῦμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ πώς ἔχουμε ξεχάσει τὸν τρόπο νὰ βλέπουμε ‒νὰ αἰσθανόμαστε ὅσα πλὲον δὲν αἰσθανόμαστε‒ νὰ βιώνουμε ὅ,τι πλέον δὲν μποροῦμε νὰ βιώσουμε. Ἔτσι ὁ Ἱερέας εὐλογεῖ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί, σηκώνοντας τὰ πρὸς τὸν οὐρανό, ἐνῶ ἡ πίστη βλέπει σ’ αὐτὰ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, βλέπει θυσία καὶ δωρεά, βλέπει κοινωνία μὲ τὴν αἰώνια ζωή.
Ἔτσι τὴν ἡμέρα της Μεταμορφώσεως φέρνουμε στὴν Ἐκκλησία μῆλα, ἀχλάδια, σταφύλια, λαχανικά, καὶ ξαφνικὰ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία μεταμορφώνεται σ’ ἕνα μυστικὸ κῆπο, σ’ αὐτὸν τὸν εὐλογημένο παράδεισο ἀπ’ ὅπου ξεκίνησε ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ συνάντησή του μὲ τὸν Θεό.Ὅπως δὲ ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἀγαλλίασε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καθὼς ἄνοιξε τὰ μάτια του γιὰ πρώτη φορὰ καὶ εἶδε τὸν κόσμο, ὅπου τὰ πάντα, μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἦταν “καλὰ λίαν”, ἔτσι καὶ σ’ αὐτὴ τὴν τελετὴ τοῦ ἁγιασμοῦ βλέπουμε τὸν κόσμο σὰν νὰ ἦταν ἡ πρώτη φορά, ὡς ἀντανάκλαση τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καὶ εὐφραινόμαστε, καὶ εὐχαριστοῦμε. Μέσα δὲ ἀπὸ αὐτὴ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐχαριστία ἡ ζωὴ μας καθαίρεται, ἀνακαινίζεται καὶ ἀναγεννᾶται. Ὄχι, δὲν ἀρνούμαστε τὸν ὑλικὸ κόσμο, ὅπως ψευδῶς ἰσχυρίζεται ἡ ἀθεϊστικὴ προπαγάνδα, οὔτε τὸν ἀπορρίπτουμε· ἀντίθετα, τὸν εὐλογοῦμε καὶ τὸν ἁγιάζουμε, ἐπειδὴ σ’ αὐτὸν βλέπουμε καὶ αἰσθανόμαστε μὲ χαρὰ καὶ εὐχαριστία τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ.
«Οὐρανὸς καὶ γῆ πλήρεις τῆς δόξης Αὐτοῦ», ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία.Ἡ σημασία τοῦ ἁγιασμοῦ εἶναι πώς μέσω αὐτοῦ ἡ δόξα αὐτὴ ξεχύνεται στὴν ἀποκοιμισμένη συνείδησή μας· ἀνοίγει τὰ μάτια μας. καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ γίνεται δοξολογία, χαρὰ καὶ εὐχαριστία.Τί γίνεται ὅμως μὲ τὸ κακό. μὲ ρωτοῦν οἱ ἄνθρωποι.
Τί γίνεται μὲ τὸν πόνο καὶ τὸ θάνατο; Σ’ αὐτὸ ἀπαντοῦμε: ἂν γεμίσουμε μ’ αὐτὸ τὸ φῶς, ἂν δεχθοῦμε μὲ γνησιότητα αὐτὸν τὸν ἐξαγιασμὸ καὶ αὐτή τὴν εὐλογία, καὶ τὰ φέρουμε μέσα μας, τότε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι γινόμαστε ὁ χῶρος ὅπου ἀρχίζει ἡ νίκη πάνω στὸ κακό.
:Καὶ ὁ θάνατος θὰ καταποθεῖ ἀπὸ αὐτή τὴ νίκη. ἐπειδὴ ζοῦμε σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ἔζησε ὁ Χριστὸς καὶ συνεχίζει νὰ εἶναι παρὼν εἰς τὸν αἰώνα. Ἂν δὲ στὸν καθένα καὶ στὸ καθετί σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο διακρίνουμε Αὐτόν, ἀγαποῦμε Αὐτόν, προσφερόμαστε σ’ Αὐτὸν ἂν σ’ ὅλα βλέπουμε τὸ φῶς τῆς παρουσίας Του, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς νίκης Του, τότε τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπ’ Αὐτόν

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ. Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου.

30 Ιουνίου, 2020

apostolon

Αδελφοί και πατέρες, ιδού τα εμφορώτατα κλήματα της αγίας και αθάνατης και αποτελούσης την αρχή της ζωής αμπέλου, που είναι ο ίδιος ο Χριστός) «Εγώ είμαι», λέγει, «η άμπε­λος, εσείς τα κλήματα». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι φίλοι του Θεού Λόγου και Σωτήρα μας . «Εσείς είστε φίλοι μου», λέγει, «εάν πράττετε όσα εγώ σας παραγγέλλω. Δεν σας λέγω πλέον δούλους, διότι ο δούλος δεν γνωρίζει τι πράττει ο Κύριός του».

Εγώ όμως «έχω ονομάσει εσάς φίλους, διότι εκείνα τα οποία άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα γνωστοποίησα». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι Απόστο­λοι και οι κήρυκες της αλήθειας. «Εγώ είμαι», λέγει, «η (απόλυτη) αλή­θεια» και καθώς «με έχει αποστείλει» ο Πατήρ «να κηρύξω την άφεση (συγχώρηση) σε εκείνους που είναι αιχμάλωτοι (της αμαρτίας) και (να χαρίσω) την ανάβλεψη (το φως) σε εκείνους που είναι τυφλοί (από το σκοτισμό των παθών και των αδυναμιών τους)», κατά τον ίδιο τρόπο και εγώ αποστέλλω εσάς με σκοπό να θερα­πεύετε «κάθε ασθένεια και κάθε αδιαθεσία», και (όλα) εκείνα τα οποία ακούσατε (κατ’ ιδίαν) στους ιδιαίτερους χώρους προσευχής από εμένα, «να τα κηρύξετε από τα δώματα (ώστε να τα ακούσουν και να τα μάθουν όλοι)».Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι αλιείς των ανθρώπων».

«Ακολουθήστε με», λέγει, «και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων (δηλαδή ικανούς να ψαρεύετε με τα δίκτυα του ευαγγελικού λόγου ανθρώπους και να τους προσελκύετε στη Βασιλεία του Θεού)». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι σωτήρες του κόσμου και ξένοι (προς τον υλιστικό και αμαρτωλό τρόπο ζωής) του κόσμου (αυτού). Δεν είναι, λέγει, από τον κόσμο τούτον, όπως (και) εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυτόν, και «φύλαξε αυτούς, Πάτερ, (ώστε να παραμείνουν ενωμένοι με­ταξύ τους) στο όνομά μου».

Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) τα ευπειθέστατα (πάρα πολύ υπάκουα) πρόβατα που φέρουν τη σφραγίδα του παναγίου ποιμένος (δηλαδή του Χριστού). «Ιδού», λέγει, «εγώ (ο Χριστός) σας αποστέλλω ως (ήμερα) πρόβατα μέσα σε (αιμοβόρους) λύκους».

Και για να αφήσω πίσω τα περισσότερα από αυτά τα εγκώμια (επαίνους), που δίδουν μαρτυρία του Θεού, ιδού, προς εμάς σήμερα επανήλθαν, οι κατά χάριν του Χριστού και Σωτήρα μας αδελφοί -αφού επιστρέφετε, λέγει (ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του, στις Μυροφόρες), πέστε «στους αδελφούς μου» (δη­λαδή στους Αποστόλους)- οι λιμένες της σωτηρίας, οι πύργοι της χάριτος, οι λογικοί ουρανοί, οι νεφέλες του γλυκασμού που φέρνουν βροχή, οι ευαγγελιστές της ειρήνης, οι γρήγοροι της (Θείας) χάριτος ίπ­ποι, οι στύλοι της Εκκλησίας, οι κήρυκες της (Αγίας) Τριάδος -και γι­ατί πρέπει να λέγω και να απαριθμώ πολλά; -τα μουσικά όργανα, λύρες του Πνεύματος και οι σάλπιγγες της σωτηρίας και (οι) κλειδούχοι της Βασιλείας (του Θεού), «διδάσκοντας και νουθετώντας» μας ομόφωνα ο καθένας τους, όπως από κάθε μεν κακία απέχουμε, κρατούμε όμως μπροστά μας (ως ασπίδα) κάθε αρετή.

Και προηγουμένως μεν κηρύττουν ομόφωνα το σωτηριώδες μυστήριο της κατ’ οικονομίαν ενσάρκωσης (του Χριστού) και το άκτιστο και όμοιο στη φύση του (μυστήριο) της (Αγίας) Τριάδος, έπειτα δε διδάσκουν αρμονικά και σε μάς όλα τα «συνδεόμενα με τη σωτηρία». Γι’ αυτό και εγώ έχω κρίνει ότι είναι δί­καιο (ορθό) να μην πω σήμερα κάτι από τον εαυτό μου προς την αγάπη σας, αλλά (κάτι) από εκείνα τα οποία εκείνοι θεοπνεύστως διδάσκουν, (δηλαδή) να εισάξω στο μέσο (σας) (να φέρω ενώπιον σας) προς υπενθύμισή σας λίγα από τα πολλά από εκείνα τα οποία προτρέπει (συμ­βουλεύει) πρώτος ο θείος και αδελφόθεος Ιάκωβος.

«Ποιό είναι το όφελος, αδελφοί μου», λέγει, «εάν κάποιος λέγει (ισχυρίζεται) ότι έχει πίστη, δεν έχει όμως (ενάρετα) έργα; Μήπως μπορεί η (χωρίς έργα θεω­ρητική) πίστη (του) να τον σώσει; Αλλά θα πει κάποιος: συ έχεις (θεω­ρητική) πίστη και εγώ έχω (ενάρετα) έργα (χωρίς όμως και να έχω πίστη). Απόδειξέ μου την πίστη σου από τα έργα σου και θα σου αποδείξω και εγώ την πίστη μου από τα έργα μου. Εσύ πιστεύεις ότι ο Θεός είναι ένας. Καλά κάνεις. (Όμως) και τα δαιμόνια πιστεύουν (στην ύπαρξη του Θεού) και ανατριχιάζουν (μπροστά στη δικαιοσύνη και στη δύναμή Του). Θέλεις να μάθεις, κενέ (ανόητε) άνθρωπε, ότι η (θεωρη­τική) πίστη χωρίς τα (ενάρετα) έργα είναι νεκρή (και δεν μπορεί να σε σώσει);» Μάθε (λοιπόν) ότι «ο Αβραάμ ο προπάτοράς μας δικαιώθηκε (έγινε δίκαιος) από τα (ενάρετα) έργα (του), αφού έφερε (ανέβασε) πάνω στο θυσιαστήριο τον Ισαάκ τον υιό του. Βλέπεις ότι η πίστη τελειοποι­ήθηκε από τα έργα;».
«Βλέπετε ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται (γίνεται δίκαιος) από τα (ενάρετα) έργα, και όχι από τη (θεωρητική) πίστη» μόνη της;

«Γι’ αυτό, αφού περιμαζέψετε όλο σας το μυαλό» με σωφροσύνη, λέγει ο θείος Πέτρος, «στηρίξετε πλήρως τις ελπίδες σας στη θεία Χάρη, που προσφέρεται σε σας με την αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, ως παιδιά της υπακοής, χωρίς να συσχηματίζεστε με τις πρότερον επιθυμίες σας, οι οποίες σας εξουσίαζαν, όταν βρισκόσασταν στην άγνοια, αλλά σύμφωνα με τον άγιο Θεό, που σας κάλεσε στο δρόμο του αγιασμού, να γίνεστε και σεις οι ίδιοι άγιοι σε κάθε συναναστροφή, διότι είναι γραμ­μένο: Να γίνεστε άγιοι, διότι εγώ (ο Πατέρας σας) είμαι άγιος. Και εάν ονομάζετε Πατέρα σας τον Θεό, ο Οποίος κρίνει αμερόληπτα όλους σύμφωνα με τις πράξεις του καθενός, με φόβο Θεού να συμπεριφερθείτε κατά το χρόνο της παροικίας σας στη γη, που δεν είναι η παντοτινή σας πατρίδα, γιατί γνωρίζετε ότι όχι με φθαρτά λύτρα, δηλαδή με αργυρά ή χρυσά νομίσματα, λυτρωθήκατε από τη μάταιη και αμαρτωλή ζωή και συναναστροφή σας, αλλά με το τίμιο αί­μα του Χριστού, το οποίο προσφέρθηκε θυσία ως αίμα αμώμου και καθαρού από κάθε ηθική κηλίδα αμνού».

Για τούτο, «αφού αποθέσετε κάθε κακία και κάθε δόλο και υποκρισίες και φθόνους και όλες τις καταλαλιές , ως νεογέννητα βρέφη να επιθυμήσετε πολύ το θρεπτικό ανόθευτο γάλα της θείας Χάριτος, για να μεγαλώσετε με αυτό, εάν βεβαίως γευθήκατε (και από την πείρα σας μάθατε) ότι ο Κύριος είναι πάντοτε ευεργετικός και αγαθός». Και αυτός ο οποίος, αφού έπαθε σωματικά (συσταυρούμενος με τον Χριστό), έχει παύσει να αμαρτάνει, έτσι ώστε να μην επιθυμεί πλέον να ζήσει τον υπόλοιπο χρόνο των ανθρώπων μέσα στην αμαρτία, αλλά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Διότι είναι αρκετός ο χρόνος της ζωής σας, που έχει περάσει μέσα στις ακολασίες».

«Διότι, εάν ο Θεός δε λογάριασε τους αγγέλους που αμάρτησαν, αλλά, αφού τους έριξε στα τάρταρα, τους παρέδωσε να είναι φυλαγμένοι σε σειρές από βαθύ σκότος μέχρι να δικαστούν κατά την ημέρα της Κρίσεως, και εάν δεν λυπήθηκε τον παλαιό κόσμο (προ του κατακλυσμού) και εάν, αφού μετέβαλε σε στάχτη τις πόλεις των Σοδόμων και των Γομόρρων, τις καταδίκασε σε καταστροφή, αφού τις είχε βάλει ως φοβερό παράδειγμα σε εκείνους που έμελλαν να ασεβούν», τότε να είστε βέ­βαιοι ότι, «θα έλθει η ημέρα του Κυρίου κατά την οποία θα κρί­νει τον κόσμο. Και θα έλθει ξαφνικά, όπως ο κλέφτης μέσα στη νύκτα, κατά την οποία οι ουρανοί με θορυβώδη ήχο θα παρέλθουν, τα δε στοιχεία, αφού θα καούν, θα διαλυθούν και η γη και τα έργα που θα υπάρχουν σ’ αυτήν, θα κατακαούν.

Αφού λοι­πόν όλα αυτά με αυτόν τον τρόπο διαλύονται, σκεφθείτε πόσο ταπει­νοί πρέπει να είστε σεις οι Χριστιανοί κατά τις αγίες συναναστροφές και τις ευσέβειές σας, προσδοκώντας και επιταχύνοντας την παρουσία (τον ερχομό) της ημέρας του Θεού;».
«Παιδιά μου», λέγει ο Ιωάννης ο Θεολόγος, «τελευταία και κρίσιμη είναι η σημερινή εποχή, και καθώς ακούσατε από τη διδασκαλία των Αποστόλων ότι έρχεται ο αντίχριστος, και τώρα ακριβώς έχουν παρουσιαστεί πολλοί αντίχριστοι· Απ’ αυτό μαθαίνουμε ότι είναι κρίσιμη η εποχή μας», «και σας αναγγέλλουμε, ότι ο Θεός είναι το φως, και ουδέν ίχνος σκό­τους υπάρχει εις Αυτόν. Εάν λοιπόν πούμε ότι έχουμε κοινωνία μαζί Του και ζούμε στο σκότος της αμαρτίας, ψευδόμαστε και δεν λέμε την αλήθεια. Εάν όμως περπατούμε μέσα στο φως. ζώντας σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο, όπως ο ίδιος ο Θεός είναι στο φως, τότε έχουμε κοινωνία με­ταξύ μας, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού του μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία». «Και τώρα, παιδάκια μου, μένετε σταθερά ενωμένοι με Αυτόν, ώστε, όταν φανερωθεί, να έχουμε παρρησία (θάρρος), και να μην αισθανθούμε ντροπή απ’ Αυτόν , όταν Τον δούμε κατά τη (Δευτέρα) Παρου­σία Του».

Και γι’ αυτό λέγει ο Ιούδας ο Ιακώβου: «Τους αγγέλους, οι οποίοι δεν φύλαξαν το (υψηλό) αξίωμά τους, αλλά εγκατέλειψαν την κατοικία τους (στους ουρανούς), τους έχει κρατήσει δεμένους με αιώνια δεσμά κάτω από σκότος για να δικαστούν στην Κρίση της μεγάλης ημέρας (δηλαδή κατά τη Δευτέρα Παρουσία). Όπως τα Σόδομα και τα Γόμορρα, έτσι και οι πόλεις που βρίσκονταν γύρω απ’ αυτά, οι οποίες με τον ίδιο με τα Σόδομα και τα Γόμορρα τρόπο, αφού παραδόθηκαν στην πορνεία και αφού παρασύρθηκαν σε παρά φύση ασέλγειες, βρίσκονται μπροστά μας ως παράδειγμα αμαρτωλών, που έχουν να δώσουν λόγο με την ποινή του αιωνίου πυρός».

«Ας μη βασιλεύει λοιπόν η αμαρτία», διδάσκει ο Παύλος, «στο θνητό σας σώμα, ώστε να υπακούετε σ’ αυτήν παρασυρόμενοι από τις επιθυμίες του, ούτε να προσφέρετε τα μέλη σας ως όργανα της αδικίας, με αποτέλεσμα να σας νικά και να σας εξουσιάζει με αυτά η αμαρτία, αλλά να προσφέρετε τους εαυτούς σας στο Θεό, ως άνθρωποι οι οποίοι, αφού αναστηθήκατε με το βάπτισμα από τους νεκρούς, είστε ζωντανοί έχοντας μία νέα και αγία ζωή», και «όπως ακριβώς προσφέρατε τα μέλη σας να εί­ναι δούλα στην αμαρτία, και με την παράβαση του νόμου (να είναι δού­λα) στην ανομία, έτσι και τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας (να είναι) δούλα στη δικαιοσύνη προς αγιασμό (σας)».

Γνωρίζετε, αγαπητοί μου αδελφοί, λύρα με δώδεκα χορδές, η οποία να παίζει με θεία έμπνευση και να ομοφωνεί ως προς το πόσο κακό (πράγμα) είναι η αμαρτία; Ας προσέχουμε λοι­πόν, αδελφοί (μου), τους εαυτούς μας, για να σωθούμε. Ας προσέχου­με (σ’ αυτές) τις προτροπές της Αγίας Γραφής και σ’ αυτά εδώ τα σωτηριώδη διδάγματα των Αποστόλων, και ας μη δίδουμε δευτερεύουσα σημασία στους λόγους του Α­γίου Πνεύματος. Διότι, γι’ αυτόν τον λόγο δεν σας είπα και σήμερα (πράγματα) από τον εαυτό μου, αλλά όλα όσα σας είπα είναι αγιοπνευματικά και αποστολικά (λόγια), ώστε να είναι βέβαιη η πίστη (σας σ’ αυτά).

Και τώρα μνημονεύω τον θείο Πέτρο, για να μου επι­σφραγίσει (επιβεβαιώσει) το λόγο και να προσευχηθεί θεόπνευστα για όλους σας, λέγοντας τα εξής: «Ο Θεός, που είναι η πηγή και ο χορηγός κάθε δωρεάς, ο Οποίος σας κάλεσε διά του Ιησού Χριστού στην αιώνια δόξα Του, Αυτός είθε να σας καταρτίσει, να σας στηρίξει, να σας ενδυναμώσει, να σας θεμελιώσει. Εις Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

(Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Κατήχησις ΙΖ΄, Εις τους Αγίους και Πανευφήμους Αποστόλους και περί της αγίας και θεοπνεύστου αυτών διδαχής και περί του μη παρέργως ακούειν των σωτηριωδών τούτων διδαγμάτων. Συγγράμματα τ. Β. Έκδ. Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου, σ.278-282.)

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμο -Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Ἀπόστολον Παῦλον-

29 Ιουνίου, 2020

Λόγος β´

1.-. Τί τέλος πάντων εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ πόση εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς δικῆς μας φύσης καὶ πόσο ἱκανὸ στὴν ἀρετὴ εἶναι αὐτὸ τὸ ὄν, μᾶς τὸ ἔδειξε περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὁ Παῦλος. Καὶ τώρα σηκώνεται, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔχει φθάσει, καὶ μὲ καθαρὴ φωνὴ πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ κατηγοροῦν τὴ φύση μας ἀπολογεῖται γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου, προτρέπει γιὰ ἀρετή, κλείνει τὰ ἀναίσχυντα στόματα τῶν βλάσφημων καὶ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἂν θέλουμε νὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας. Γιατὶ χωρὶς νὰ ἔχει ἄλλη φύση, οὔτε νὰ ἔχει λάβει ἄλλη ψυχή, οὔτε νὰ κατοίκησε σ᾿ ἄλλο κόσμο, ἀλλὰ ἂν καὶ ἀνατράφηκε στὴν ἴδια γῆ καὶ τόπο καὶ μὲ τοὺς ἴδιους νόμους καὶ συνήθειες, ξεπέρασε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἀπὸ τότε ποὺ ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι.

Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνοι ποὺ λέγουν, ὅτι εἶναι δύσκολο πράγμα ἡ ἀρετὴ καὶ εὔκολο ἡ κακία; Γιατὶ ὁ Παῦλος τοὺς ἀντικρούει λέγοντας· «Οἱ θλίψεις μας ποὺ γρήγορα περνοῦν, προετοιμάζουν σ᾿ ἐμᾶς σὲ ὑπερβολικὰ μεγάλο βαθμὸ αἰώνιο βάρος δόξας» (Β´ Κορ. 4, 17). Ἐὰν ὅμως τέτοιες θλίψεις περνοῦν εὔκολα, πολὺ περισσότερο οἱ φυσικὲς ἡδονές…

Καὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτὸ τὸ θαυμαστό του, ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ πολλὴ προθυμία δὲν αἰσθανόταν τοὺς κόπους του γιὰ τὴν ἀρετή, ἀλλ᾿ ὅτι ἀσκοῦσε αὐτὴν χωρὶς ἀμοιβή. Ἐμεῖς βέβαια δὲν ὑπομένουμε κόπους γι᾿ αὐτὴν ἂν καὶ ὑπάρχουν ἀμοιβές. Ἐκεῖνος ὅμως καὶ χωρὶς τὰ ἔπαθλα τὴν ἐπιζητοῦσε καὶ τὴν ἀγαποῦσε, καὶ ἐκεῖνα ποὺ θεωροῦνταν ὅτι εἶναι ἐμπόδιά της τὰ ξεπερνοῦσε μὲ κάθε εὐκολία. Καὶ δὲν ἐπικαλέσθηκε οὔτε τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος, οὔτε τὴν τυραννίδα τῆς φύσης, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἂν καὶ εἶχε ἀναλάβει μεγαλύτερη φροντίδα ἀπὸ τοὺς στρατηγοὺς καὶ ὅλους τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, ἀλλ᾿ ὅμως κάθε ἡμέρα ἦταν ἀκμαῖος, καὶ ἐνῶ οἱ κίνδυνοί του ἐπαυξάνονταν, διέθετε νεανικὴ προθυμία. Γιὰ νὰ δείξει αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλεγε, «Ξεχνώντας τὰ ὅσα ἔγιναν στὸ παρελθὸν καὶ φροντίζοντας γιὰ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι μπροστά μου» (Φιλιπ. 3, 14).

Καὶ ἐνῶ περίμενε τὸ θάνατο, καλοῦσε σὲ συμμετοχὴ τῆς ἡδονῆς αὐτῆς λέγοντας, «Χαίρετε καὶ νὰ χαίρεστε μαζί μου» (Φιλιπ. 2, 18). Καὶ ἐνῶ τὸν ἀπειλοῦσαν κίνδυνοι καὶ προσβολὲς καὶ κάθε ἀτιμία, πάλι σκιρτοῦσε· καὶ ὅταν ἔγραφε τὴν ἐπιστολὴ στοὺς Κορινθίους ἔλεγε, «Γι᾿ αὐτὸ καὶ εὐφραίνομαι σὲ ἀσθένειες, σὲ προσβολές, σὲ διωγμοὺς» (Β´ Κορ. 12, 10). Καὶ τὰ ὀνόμασε αὐτὰ ὅπλα τῆς δικαιοσύνης, ἀποδεικνύοντας ὅτι καὶ ἀπὸ αὐτὰ εἶχε πολὺ μεγάλες ὠφέλειες καὶ ἀπὸ παντοῦ ἦταν ἀκατάβλητος στοὺς ἐχθρούς του. Καὶ ἐνῶ παντοῦ τὸν βασάνιζαν, τὸν περιφρονοῦσαν, τὸν κακολογοῦσαν, σὰν νὰ βάδιζε σὲ θριάμβους καὶ νὰ ἔστησε σταθερὰ τρόπαια σ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς γῆς, ἔτσι ὑπερηφανευόταν καὶ εὐχαριστοῦσε τὸ Θεὸ λέγοντας· «Ἡ εὐχαριστία ἀνήκει στὸ Θεὸ ὁ ὁποῖος πάντοτε μᾶς ὁδηγεῖ σὲ θρίαμβο» (Β´ Κορ. 2, 14).

2.-. Καὶ τὴν κακοποίηση καὶ τὴν προσβολὴ γιὰ τὸ κήρυγμα ἐπιζητοῦσε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τὴν τιμή, καὶ τὸ θάνατο ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τὴ ζωή, καὶ τὴ φτώχεια ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τὸν πλοῦτο, καὶ τοὺς κόπους περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἄλλοι τὶς ἀνέσεις, καὶ ὄχι ἁπλὰ περισσότερο, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο, καὶ τὴ λύπη περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἄλλοι τὴ χαρά, καὶ τὸ νὰ εὔχεται γιὰ τοὺς ἐχθροὺς περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τὸ νὰ τοὺς καταριοῦνται οἱ ἄλλοι. Καὶ ἀνάτρεψε τὴν τάξη τῶν πραγμάτων, ἢ καλύτερα ἐμεῖς τὴν ἀνατρέψαμε, ἐκεῖνος ὅμως, ὅπως τὴ νομοθέτησε ὁ Θεός, ἔτσι τὴ φύλασσε. Γιατὶ ὅλα αὐτὰ ἦταν σύμφωνα μὲ τὴ φύση, ἐκεῖνα ὅμως ἀντίθετα. Ποιά εἶναι ἡ ἀπόδειξη; Τὸ ὅτι ὁ Παῦλος, ἂν καὶ ἦταν ἄνθρωπος, ἀκολουθοῦσε περισσότερο αὐτὰ παρὰ ἐκεῖνα. Ἕνα μόνο πράγμα ἦταν φοβερὸ γι᾿ αὐτὸν καὶ ἀπόφευγε, τὸ νὰ ἀντιμάχεται τὸ Θεό, καὶ τίποτε ἄλλο.

Ὅπως βέβαια τίποτε ἄλλο δὲν τοῦ ἦταν ποθητό, ὅσο τὸ νὰ ἀρέσει στὸ Θεό. Καὶ δὲ λέγω τίποτε ἀπὸ τὰ παρόντα, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ τὰ μέλλοντα. Καὶ μὴ μοῦ πεῖς τὶς πόλεις καὶ τὰ ἔθνη καὶ τοὺς βασιλεῖς καὶ τὰ στρατόπεδα καὶ τὰ χρήματα καὶ τὶς σατραπεῖες καὶ τὶς δυναστεῖες, γιατὶ οὔτε ἱστὸ ἀράχνης τὰ θεωροῦσε αὐτά. Ἀλλὰ σκέψου αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν στοὺς οὐρανοὺς καὶ τότε θὰ καταλάβεις τὴ σφοδρὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε γιὰ τὸ Χριστό. Γιατὶ ὁ Παῦλος γι᾿ αὐτὴν τὴν ἀγάπη δὲ θαύμασε οὔτε τὴν ἀξία τῶν ἀγγέλων, οὔτε τῶν ἀρχαγγέλων, οὔτε τίποτε ἄλλο παρόμοιο.

Εἶχε μέσα του πιὸ μεγάλο ἀπ᾿ ὅλα, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ μαζὶ μὲ τοῦτο θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του τὸν πιὸ εὐτυχισμένο ἀπ᾿ ὅλους. Καὶ χωρὶς αὐτό, δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ γίνει ἕνας ἀπὸ τὶς κυριότητες, οὔτε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες (ὀνομασίες ἀγγελικῶν ταγμάτων), ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη αὐτὴν ἤθελε περισσότερο νὰ εἶναι ἀνάμεσα στοὺς τελευταίους καὶ τοὺς κολασμένους, παρὰ χωρὶς αὐτὴν ἀνάμεσα στοὺς πρώτους καὶ τιμημένους. Γιατὶ κόλαση γι᾿ αὐτὸν ἦταν μία, τὸ νὰ χάσει τὴν ἀγάπη αὐτήν.

Αὐτὸ ἦταν γιὰ τὸν Παῦλο γέεννα, αὐτὸ τιμωρία, αὐτὸ ἄπειρα κακά· ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἀπόλαυση, τὸ νὰ πετύχει τὴν ἀγάπη. Αὐτὸ ἦταν ἡ ζωή του, αὐτὸ ὁ κόσμος του, αὐτὸ ὁ ἄγγελὸς του, αὐτὸ τὰ παρόντα, αὐτὸ τὰ μέλλοντα, αὐτὸ βασιλεία, αὐτὸ ὑπόσχεση, αὐτὸ τὰ ἄπειρα ἀγαθά. Καὶ κάθε ἄλλο ποὺ δὲν ὁδηγοῦσε ἐδῶ, δὲν τὸ θεωροῦσε οὔτε δυσάρεστο, οὔτε εὐχάριστο. Ἔτσι ὅμως περιφρονοῦσε ὅλα τὰ ὁρατά, ὅπως τὸ σάπιο χόρτο. Καὶ οἱ τύραννοι καὶ οἱ πόλεις ποὺ ἄφριζαν ἀπὸ θυμὸ τοῦ φαίνονταν ὅτι εἶναι κουνούπια, ἐνῶ ὁ θάνατος καὶ οἱ τιμωρίες καὶ τὰ πάρα πολλὰ βασανιστήρια τοῦ φαίνονταν παιδικὰ παιχνίδια. Ἀλλὰ βέβαια τὰ ὑπόφερε γιὰ τὸ Χριστό.

3.-. Γιατὶ τότε τὰ δεχότανε μὲ χαρὰ αὐτὰ καὶ στὰ δεσμά του ἔτσι ὑπερηφανευόταν, ὅπως δὲ θὰ ὑπερηφανευόταν ὁ Νέρων ὅταν εἶχε στὸ κεφάλι του τὸ βασιλικὸ διάδημα. Καὶ ἔμεινε στὴ φυλακή, σὰν νὰ ἦταν ὁ οὐρανός, καὶ δεχόταν τὰ κτυπήματα καὶ τὶς μαστιγώσεις πιὸ εὐχάριστα άπὸ ἐκείνους ποὺ ἁρπάζουν τὰ βραβεῖα. Καὶ τοὺς πόνους ἀγαποῦσε ὄχι λιγότερο ἀπὸ τὰ ἔπαθλα, θεωρώντας τοὺς πόνους ὅτι εἶναι ἔπαθλο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τοὺς ὀνόμαζε χάρη.

Πρόσεχε ὅμως. Ἔπαθλο ἦταν, τὸ νὰ πεθάνει καὶ νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, τὸ νὰ παραμείνει ὅμως στὴ ζωή, ἦταν αὐτὸς ὁ ἀγώνας. Ἀλλ᾿ ὅμως αὐτὸ προτιμᾶ περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνο καὶ λέγει ὅτι τοῦ εἶναι ἀναγκαιότερο. Τὸ νὰ ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ τὸ Χριστό, ἦταν ἀγώνας καὶ κόπος, ἢ καλύτερα περισσότερο ἀπὸ ἀγώνα καὶ κόπο· τὸ νὰ παραμένει μαζί του, ἦταν ἔπαθλο. Αὐτὸ ὅμως προτιμᾶ περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνο γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Ἀλλὰ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ πεῖ κανείς, ὅτι ὅλα αὐτὰ τοῦ ἦταν εὐχάριστα γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ λοιπὸν λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ γιὰ μᾶς εἶναι αἰτία λύπης, αὐτὰ προκαλοῦσαν σ᾿ ἐκεῖνον μεγάλη εὐχαρίστηση. Καὶ γιατὶ λέγω τοὺς κινδύνους καὶ τὶς ἄλλες ταλαιπωρίες; Ἀφοῦ πραγματικὰ ἦταν σὲ διαρκὴ λύπη· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε· «Ποιός ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἀσθενῶ καὶ ἐγὼ μαζί του; ποιός σκανδαλίζεται καὶ δὲν δοκιμάζομαι καὶ ἐγώ; » (Β´ Κορ. 11, 19). Ἀλλ᾿ ὅμως καὶ τὴ λύπη θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι εἶχε σὰν εὐχαρίστηση. Γιατὶ πολλοὶ καὶ ὅταν χάσουν τὰ παιδιά τους καὶ τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ θρηνοῦν, παρηγοροῦνται· ὅταν ὅμως ἐμποδίζονται, στενοχωροῦνται.

Ἔτσι λοιπὸν καὶ ὁ Παῦλος, κλαίοντας νύκτα καὶ ἡμέρα, παρηγοροῦνταν. Γιατὶ κανένας δὲν πένθησε ἔτσι τὰ δικά του κακά, ὅπως ἐκεῖνος τὰ ξένα. Πῶς λοιπὸν θεωρεῖς ὅτι συμπεριφέρεται, ἀφοῦ οἱ Ἰουδαῖοι δὲ σώζονται, γιὰ νὰ σωθοῦν αὐτοί, ὅταν εὔχεται νὰ ἐκπέσει αὐτὸς ἀπὸ τὴν οὐράνια δόξα; Ἑπομένως εἶναι φανερὸ ὅτι τὸ νὰ μὴ σωθοῦν αὐτοὶ ἦταν πολὺ χειρότερο γι᾿ αὐτόν. Γιατὶ ἂν δὲν ἦταν χειρότερο, δὲν θὰ εὐχόταν ἐκεῖνο (Βλ. Ρωμ. 9, 3), ἀφοῦ τὸ προτίμησε σὰν ἐλαφρότερο καὶ ποὺ ἔχει μεγαλύτερη παρηγοριά. Καὶ ὄχι ἁπλῶς ἤθελε, ἀλλὰ φώναζε λέγοντας, «Ὅτι ὑπάρχει μέσα μου λύπη καὶ ἀδιάκοπος πόνος στὴν καρδιά μου» (Ρωμ. 9, 2).

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ὑπόφερε καθημερινά, σχεδόν, γιὰ ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς οἰκουμένης, καὶ γιὰ ὅλους μαζί, καὶ γιὰ τὰ ἔθνη, καὶ γιὰ τὶς πόλεις καὶ γιὰ τὸν καθένα χωριστά, μὲ ποιόν θὰ μπορέσει νὰ τὸν συγκρίνει κανείς; μὲ ποιό σίδηρο; μὲ ποιό διαμάντι; Τί θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκαλέσει κανεὶς τὴν ψυχὴν ἐκείνη; χρυσὴ ἢ ἀδαμάντινη; γιατὶ ἦταν σκληρότερη ἀπὸ κάθε διαμάντι καὶ πολυτιμότερη ἀπὸ τὸ χρυσάφι καὶ τὶς πολύτιμες πέτρες. Θὰ ξεπεράσει λοιπὸν τὴν ἀντοχὴ τοῦ διαμαντιοῦ καὶ τὴν ἀξία τοῦ χρυσοῦ. Μὲ ποιό λοιπὸν στοιχεῖο θὰ μποροῦσε νὰ τὴν συγκρίνει κανείς; Μὲ κανένα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν. Ἂν ὅμως ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ γίνει διαμάντι καὶ τὸ διαμάντι χρυσός, τότε κάπως θὰ μπορέσει νὰ τὴ συγκρίνει μὲ τὴν εἰκόνα τους.

4.-. Ἀλλὰ γιατὶ νὰ τὴν συγκρίνω μὲ διαμάντι καὶ χρυσό; Σύγκρινε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ τότε θὰ δεῖς ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Παύλου ἔχει περισσότερη ἀξία. Γιατὶ ἀφοῦ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ διακρίθηκαν φορώντας γιὰ ροῦχα δέρματα ζώων καὶ ζώντας σὲ σπήλαια καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς λέγει ὁ Παῦλος τοῦτο (Βλ. Ἑβρ. 11, 38), πολὺ περισσότερο θὰ μπορούσαμε ἐμεῖς νὰ τὸ ποῦμε γι᾿ αὐτόν, ἐπειδὴ πραγματικὰ ἦταν πιὸ ἄξιος ἀπ᾿ ὅλους. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἰσάξιος τοῦ Παύλου, ποιός ἦταν ἰσάξιός του; μήπως ὁ οὐρανός; Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι μικρό. Γιατὶ ἀφοῦ αὐτὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὰ εὑρισκόμενα στοὺς οὐρανοὺς προτίμησε τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, πολὺ περισσότερο ὁ Κύριος ποὺ εἶναι τόσο ἀγαθότερος ἀπ᾿ αὐτόν, ὅσο ἡ ἀγαθότητα ἀπὸ τὴν πονηρία, θὰ τὸν προτιμήσει αὐτὸν ἀπὸ ἄπειρους οὐρανούς. Γιατὶ δὲν μᾶς ἀγαπᾶ μὲ ὅμοιο τρόπο, ποὺ ἐμεῖς τὸν ἀγαποῦμε, ἀλλὰ τόσο περισσότερο, ὅσο οὔτε μὲ λόγια δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὸ παραστήσουμε.

Πρόσεχε λοιπὸν γιὰ πόσα τὸν θεώρησε ἄξιο καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ μέλλουσα ἀνάσταση. Στὸν Παράδεισο τὸν ἅρπαξε, στὸν τρίτο οὐρανὸ τὸν ἀνέβασε, τοῦ φανέρωσε τέτοια ἀπόρρητα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται σὲ κανένα ἄνθρωπο νὰ πεῖ. Καὶ πολὺ σωστά. Γιατὶ ἐνῶ βάδιζε στὴ γῆ, σὰν νὰ περιπολοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἔτσι ἔκαμε τὰ πάντα, καὶ ἐνῶ εἶχε θνητὸ σῶμα, παρουσίαζε τὴν καθαρότητα τῶν ἀγγέλων, καὶ ἐνῶ ὑπέκειτο σὲ τόσες ἀνάγκες, προσπαθοῦσε νὰ μὴ φανεῖ καθόλου κατώτερος ἀπὸ τὶς οὐράνιες δυνάμεις. Γιατὶ πραγματικὰ σὰν ἀσώματος περιφρονοῦσε τοὺς πόνους καὶ τοὺς κινδύνους, καὶ σὰν νὰ κέρδισε ἤδη τὸν οὐρανό, περιφρονοῦσε τὰ γήινα, καὶ σὰν νὰ συναναστρεφόταν μαζὶ μ᾿ αὐτὲς τὶς ἀσώματες δυνάμεις ἔτσι ἦταν σὲ διαρκὴ ἐγρήγορση.

Βέβαια πολλὲς φορὲς ἄγγελοι ἀνέλαβαν νὰ προστατεύουν διάφορα ἔθνη. Ἀλλὰ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τὸ ἔθνος, ποὺ τοῦ παραδόθηκε, δὲν τὸ φρόντισε ἔτσι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Καὶ μὴ μοῦ πεῖς ὅτι ὁ Παῦλος δὲν ἦταν αὐτὸς ποὺ τὰ ἔκαμνε, καθόσον καὶ ἐγὼ τὸ ὁμολογῶ. Γιατὶ καὶ ἂν δὲν ἦταν αὐτὸς ποὺ τὰ ἐκτελοῦσε αὐτά, ἀλλὰ οὔτε ἦταν τόσο ἀνάξιος τῶν ἐπαίνων γι᾿ αὐτά, ἀφοῦ ἑτοίμασε τὸν ἑαυτό του τόσο ἄξιο αὐτῆς τῆς μεγάλης χάρης. Ὁ Μιχαὴλ ἀνάλαβε τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων (Βλ. Δαν. 12, 1 καὶ 10, 13.21), ὁ Παῦλος ὅμως τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα καὶ τὸ κατοικούμενο μέρος καὶ τὸ ἀκατοίκητο. Καὶ αὐτὰ δὲν τὰ λέγω μὲ σκοπὸ νὰ προσβάλλω τοὺς ἀγγέλους, μακριὰ ἀπὸ μιὰ τέτοια σκέψη, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι εἶναι δυνατό, ἐνῶ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος, νὰ εἶναι μαζὶ μ᾿ ἐκείνους καὶ νὰ στέκεται κοντὰ τους. Καὶ γιὰ ποιό λόγο δὲν ἀνέλαβαν αὐτὰ οἱ ἄγγελοι; Γιὰ νὰ μὴν ἔχεις καμία δικαιολογία ὅταν εἶσαι ἀδιάφορος, οὔτε νὰ καταφεύγεις στὴ διαφορὰ τῆς φύσης ὅταν παραμένεις ἄπρακτος. Ἄλλωστε καὶ τὸ θαῦμα γινόταν μεγαλύτερο. Πῶς λοιπὸν δὲν εἶναι θαυμαστὸ καὶ παράξενο, ὁ λόγος ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἀνθρώπινη γλώσσα νὰ διώχνει τὸ θάνατο, νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες, νὰ διορθώνει τὴν ἀνάπηρη φύση καὶ νὰ κάνει οὐρανὸ τὴ γῆ;

5.-. Γι᾿ αὐτὸ ἐκπλήσσομαι μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὰ θαυμάζω τὴν προθυμία τοῦ Παύλου, ἐπειδὴ δέχτηκε τόση χάρη, ἐπειδὴ ἔκαμε τέτοιον τὸν ἑαυτό του. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ θαυμάζετε μόνο, ἀλλὰ καὶ νὰ μιμεῖσθε τὸ παράδειγμα αὐτὸ τῆς ἀρετῆς, γιατὶ ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ λάβουμε τὰ ἴδια μ᾿ ἐκεῖνον στεφάνια. Ἐὰν ὅμως ἀπορεῖς ἀκούοντας ὅτι, ἂν κατορθώσεις τὰ ἴδια, θὰ πετύχεις τὰ ἴδια μὲ τὸν Παῦλο, ἄκουσε αὐτὸν νὰ λέγει τὰ ἑξῆς· «Ἔχω ἀγωνισθεῖ τὸν καλὸ ἀγώνα, ἔχω φθάσει στὸ τέλος τοῦ δρόμου, ἔχω διαφυλάξει τὴν πίστη. Λοιπὸν μοῦ ἐπιφυλάσσεται τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, ποὺ θὰ μοῦ δώσει σὰν ἀνταμοιβὴ ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος κριτής, κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη· καὶ ὄχι μόνο σ᾿ ἐμένα, ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλους ποὺ ἔχουν ἀγαπήσει τὴν ἐμφάνισή του» (Β´ Τιμ. 4, 7-8).

Βλέπεις πῶς ὅλους τοὺς καλεῖ στὴν ἴδια κοινωνία; Ἐπειδὴ λοιπὸν ὑπάρχουν τὰ ἴδια γιὰ ὅλους, ἂς φροντίσουμε ὅλοι νὰ γίνουμε ἄξιοι τῶν ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ. Καὶ ἂς μὴ δοῦμε μόνο τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἔκταση τῶν κατορθωμάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ πάθος τῆς προθυμίας, μὲ τὴν ὁποία ἀπέσπασε τόση χάρη, καὶ τὴ συγγένεια τῆς φύσης, γιατὶ εἶχε ὅλα αὐτὰ τὰ κοινὰ μ᾿ ἐμᾶς. Καὶ ἔτσι καὶ τὰ ὑπερβολικὰ δύσκολα θὰ μᾶς φανοῦν εὔκολα καὶ ἐλαφρά, καὶ ἀφοῦ κοπιάσουμε στὸ σύντομο αὐτὸ χρόνο, θὰ φορέσουμε τὸ ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο ἐκεῖνο στεφάνι, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τoῦ Kυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη τώρα καὶ πάντοτε, καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (ἀπὸ Ἂγγελο Κ.)

14 Ιουνίου, 2020

Τὴν σημερινὴ ἡμέρα, Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή, γιορτάζουμε τὴν γιορτὴ ὅλων τῶν Ἁγίων ἁπανταχοῦ τῆς Οἰκουμένης στὴν Ἀσία, τὴ Λιβύη, καὶ τὴν Εὐρώπη, στὸν Βορρᾶ καὶ στὸν Νότο.

Ὅλους τοὺς φίλους  τοῦ Κυρίου μου ὑμνῶ

Κι ἂν κάποιος πρόκειται νὰ ρθεῖ, κι αὐτὸς στοὺς πάντες ἂς χωρεῖ.

Τὴν παροῦσα γιορτή, μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θέσπισαν νὰ τελοῦμε οἱ θειότατοι Πατέρες μας, σὰ νὰ δείχνουν κατὰ κάποιο τρόπο, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ παναγίου Πνεύματος τέτοια πράγματα ἐνήργησε διὰ τῶν Ἀποστόλων καθὼς ἁγίασε καὶ ἔκανε σοφοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ δικοῦ μας φυράματος, καὶ ἀποκατέστησε τούτους γιὰ νὰ ξεχρεώσουν τὸ γένος ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἐκπεσὸν ἀγγελικὸ τάγμα·  καὶ ὅτι τοὺς παρέπεμψε διὰ τοῦ Χριστοῦ στὸν Θεό, ἄλλους μὲ τὸ μαρτύριο καὶ τὸ αἷμα, κι ἄλλους μὲ τὴν ἐνάρετη πολιτεία καὶ ἀγωγή. Καὶ πράττει πράγματα ποὺ ὑπερβαίνουν τὴ φύση. Κατέρχεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μὲ τὴ μορφὴ τοῦ πυρὸς ἔχοντας τὴ ροπὴ ἐκ τῶν ἄνω. Κι ἀνεβαίνει πρὸς τὰ πάνω τὸ χῶμα καὶ τὸ δικό μας φύραμα, ἐνῶ ἀπὸ τὴ φύση του ἔχει τὴ ροπὴ πρὸς τὰ κάτω, καθὼς θεώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ Λόγο πρὶν ἀπὸ λίγο ἡ σάρκα ποὺ προσλήφθηκε καὶ ὑψώθηκε καὶ κάθισε ἐκ δεξιῶν τῆς πατρικῆς δόξης. Τώρα δὲ καὶ ὅλους ὅσους θέλουν τοὺς ἕλκει, ὅπως λέει και ἡ ὑπόσχεση,  κι ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Θεὸς Λόγος μᾶς δείχνει ποιὰ εἶναι τὰ ἔργα τῆς καταλλαγῆς καὶ ποιὸ εἶναι τὸ σκοπιμώτατο τέλος τῆς ἔνσαρκης παρουσίας του κοντά μας καὶ τῆς θείας οἰκονομίας. Γιατὶ ὅσους πρὶν εἶχαν ἀπωθηθεῖ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ ἕνωση καὶ φιλία Θεοῦ, καὶ προσφέρει στὸν Θεό τὸν ἀγνώμονα λαὸ τῆς ἀνθρώπινης φύσης ὅλων τῶν ἐθνῶν. Σὰν νὰ προσφέρει κατὰ κάποιον τρόπο ἡ ἀνθρώπινη φύση τὴν πρώτη προσφορά, τοὺς πρώτους της καρπούς, ὅσους εὐδοκίμησαν σὲ αὐτὴν τὴν ἕνωση καὶ τὴ φιλία τοῦ Θεοῦ μὲ διάφορους τρόπους. Κι ἐμεῖς, λοιπόν, ἔτσι γιορτάζουμε αὐτὴ τὴ γιορτὴ ὅλων τῶν ἁγίων μὲ ἕναν τρόπο.

Κατὰ δεύτερον δε, ἐπειδὴ πολλοὶ εὐαρέστησαν τὸν Θεό, καὶ λόγῳ τῆς ἀκραίας ἀρετῆς ἢ γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο ἢ ἐξ αἰτίας κάποιου ἄλλου ἀνθρώπινου παράγοντα, ἔμειναν ἀνώνυμοι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἔχουν πολλὴ δόξα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ·  ἢ καὶ διότι, πολλοὶ πολιτεύτηκαν κατὰ Χριστὸν στοὺς Ἰνδοὺς καὶ στοὺς Αἰγυπτίους καὶ στοὺς Ἄραβες, στὴ Μεσοποταμία καὶ στὴ Φρυγία, ἀλλὰ καὶ στὶς χῶρες ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὸν Εὔξεινο· κι ἀκόμα σ’ ὅλη τὴν Ἑσπερία μέχρι καὶ σ’ αὐτὲς τὶς Βρεττανικὲς νήσους·  μὲ δυὸ λόγια, σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση· δὲν θὰ ἦταν βολικὸ ὅλους αὐτοὺς ὅπως πρέπει νὰ τοὺς τιμήσουμε σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνήθεια ποὺ ἔχουμε παραλάβει, λόγῳ τοῦ ἄπειρου ἀριθμοῦ. Γιὰ νὰ ἀποσπάσουμε λοιπὸν τὴν βοήθεια ὅλων αὐτῶν, ὁπουδήποτε τῆς γῆς εὐαρέστησαν τὸν Θεό, και γιὰ ὅσους ἀκόμα ἁγίους πρόκειται νὰ ἔρθουν, θέσπισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες νὰ γιορτάζουμε αὐτὴ τὴ γιορτὴ ὅλων τῶν ἁγίων, τιμώντας καὶ συμπεριλαμβάνοντας ὅλους καὶ τοὺς πρότερον καὶ τοὺς ὕστερον ἀφανεῖς ἀλλὰ καὶ φανερούς, (ὅσους τοὺς ἁγίασε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ποὺ σκήνωσε σὲ αὐτούς).   

Ἢ καὶ τρίτο: ἔπρεπε οἱ ἅγιοι ποὺ γιορτάζουμε κάθε ἡμέρα νὰ συναχθοῦν σὲ μιὰν ἡμέρα γιὰ νὰ δειχθεῖ ὅτι ἀγωνίστηκαν ὑπὲρ ἑνὸς Χριστοῦ καὶ ὅλοι τὸ ἴδιο στάδιο τῆς ἀρετῆς ἔτρεξαν καὶ ἔτσι ὅλοι ἑνὸς Θεοῦ ὑπῆρξαν δοῦλοι· καὶ στεφανώθηκαν ἐπάξια καὶ αὐτοὶ συνέστησαν τὴν Ἐκκλησία ἀναπληρώνοντας τὴν οὐράνια τάξη. Καὶ κεντρίζουν κι ἐμᾶς νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν ἴδιο ἀγώνα μ’ αὐτούς, ποὺ εἶναι διαφορετικὸς γιὰ τὸν καθένα καὶ μὲ πολλὲς μορφές, κι ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμη ποὺ ἔχει ὁ καθένας πρἐπει νὰ σπεύδει ὁλοπρόθυμα. Γι’αὐτοὺς ὅλους τοὺς ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίους ὁ Λέων ὁ φημισμένος καὶ σοφώτατος βασιλεὺς ἔχτισε μεγάλο καὶ περικαλλῆ ναό. Εἶναι πολὺ κοντὰ στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ πρῶτα ξεκίνησε νὰ τὸν οἰκοδομεῖ γιὰ τὴν Θεοφανώ, τὴν πρώτη του, ὅπως λένε, γυναίκα, ποὺ εὐαρέστησε στὸ ἔπακρο τὸν Θεό. Καὶ τὸ πιὸ παράδοξο, τὸν εὐαρέστησε ἐν μέσῳ τῶν κοσμικῶν θορύβων καὶ μέσα στὰ βασίλεια. Κι ὅταν ὁ Λέων ἀνακοίνωσε στὴν ἐκκλησία τὸν σκοπό του δὲν μπόρεσε νὰ τὴν πείσει γιὰ τὸ θέλημά του. […] 

Ὁ σοφώτατος βασιλεύς, τότε, μὲ τὴν σύμφωνη γνώμη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἀφιέρωσε τὸν ἀνεγερθέντα ναὸ σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, λέγοντας: ἂν καὶ ἡ Θεοφανὼ εἶναι ἁγία ἂς συναριθμηθεῖ μαζὶ μὲ ὅλους αὐτούς. 

 Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω ὅτι ἀπὸ ἐδῶ μᾶλλον ἔχει τὴν ἀρχή του ὁ ἑορτασμὸς τῆς παρούσας ἑορτῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ πρωτύτερα. Ἀλλὰ χάριν τούτου, τοποθετεῖται ὡς τελευταία στὸ Τριώδιο, καὶ γενικὰ σὰν ἕνας φράχτης περικλείει ὅλες τὶς γιορτές. Διότι ἡ εὐταξία καὶ ἡ ὅλη κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας ἐνῶ ἔχει ἄνωθεν τὴν ἀρχή της, σταδιακά κατέστη ἄριστη καὶ καθὼς πρέπει, καὶ μάλιστα στὶς μέρες τοῦ Βασιλιᾶ αὐτοῦ ὁλοκληρώθηκε καὶ πῆρε τὴν μορφή της, καὶ καθιερώθηκε ἡ τάξη της ὅπως ἰσχύει καὶ τώρα. Τὸ δὲ Τριώδιο, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μὲ δυὸ λόγια, περιέχει ἐντός του διηγούμενο ἐμμελῶς ὅσα ὁ Θεὸς ἐνήργησε, μὲ ἄρρητα λόγια, σχετικὰ μὲ ἐμᾶς: τὴν ἔκπτωση τοῦ Διαβόλου ἀπὸ τὸν οὐρανό, μὲ τὴν πρώτη παρακοή. Τὴν ἐξορία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν παράβαση. Ὅλη τὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου ποὺ ἀφορᾶ ἐμᾶς. Καὶ ὅτι ἀνεβήκαμε πάλι στοὺς οὐρανοὺς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀναπληρώσαμε ἐκεῖνο τὸ ἐκπεσὸν τάγμα, καθίσταται γνωστὸ μέσῳ τῶν ἁγίων πάντων. 

Ἂς γνωρίζουμε ὅτι γιορτάζουμε τώρα ὅλα ὅσα μὲ τὸ ἀγαθό του δόσιμο ἁγίασε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ἐννοῶ βέβαια τοὺς ὑψηλότατους καὶ ἁγιαστικοὺς νόες, τὰ ἐννέα δηλαδὴ τάγματα, τοὺς Προπάτορες καὶ Πατριάρχες, τοὺς Προφῆτες καὶ τους ἱεροὺς Ἀποστόλους, τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς Ἱεράρχες, τοὺς Ἱερομάρτυρες καὶ Ὁσιομαρτυρες, τοὺς Ὁσίους καὶ Δικαίους καὶ ὅλες τὶς χορεῖες τῶν ἁγίων γυναικῶν καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνώνυμους ἁγίους. Μαζὶ μὲ τοὺς ὁποίους συγκαταλέγονται καὶ ὅσοι θὰ ἀκολουθήσουν. Ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ ὅλους καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλους καὶ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους Ἁγία, τὴν ὑπεραγία καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀγγελικὰ τάγματα ὑπερασυγκρίτως ἀνώτερη, τὴν Κυρία μας καὶ Δέσποινα Θεοτόκο, Μαρία τὴν ἀειπάρθενο.  

Γιά τούς Ἁγίους (Ἅγιος ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ ὁ Ἀθωνίτης)

14 Ιουνίου, 2020
Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Αγίων Πάντων

«Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, τούς δέ δοξάζοντάς με δοξάσω, λέγει ὁ Κύριος »

Θεός δοξάζεται μέ τούς Ἁγίους Του καί οἱ Ἅγιοι δοξάζονται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δόξα πού δίνει ὁ Θεός στούς Ἁγίους εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τόν Ἅγιο ὅπως εἶναι, ἀπό τήν εὐλάβεια καί τό φόβο θά ἔπεφταν καταγῆς, γιατί ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη τή δόξα τῆς οὐράνιας ἐμφανίσεως.

Μήν θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὁ Κύριος ἀγάπησε τόσο τό πλάσμα Του, ὥστε ἔδωσε Ἅγιο Πνεῦμα μ᾽ ἀφθονία στόν ἄνθρωπο, καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τό Θεό.

Γιατί, λοιπόν, ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τόσο τόν ἄνθρωπο; Γιατί εἶναι ἡ Αὐτοαγάπη καί ἡ ἀγάπη αὐτή γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Κύριο, τό Δημιουργό του, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα γεμίζει μέ τή χάρη Του ὅλο τόν ἄνθρωπο: καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.

Ὁ Κύριος ἔδωσε στούς Ἁγίους τή χάρη Του κι ἐκεῖνοι Τόν ἀγάπησαν καί προσκολλήθηκαν ὁλοκληρωτικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ τήν ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί τήν ὀμορφιά του.

Κι ἄν ἔτσι γίνεται στή γῆ, τότε στόν οὐρανό οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀκόμα πιό πολύ ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο μέ τήν ἀγάπη. Κι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἀνείπωτα γλυκειά καί ἐκχύνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα κι ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις μ᾽ αὐτήν τρέφονται.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους εἶναι ἀγάπη.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγαλύνεται ὁ Κύριος στούς οὐρανούς. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουν οἱ Ἅγιοι τό Θεό καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζει ὁ Κύριος τούς Ἁγίους καί αὐτή ἡ δόξα δέν ἔχει τέλος.

Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά μακριά εἶναι ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ᾽ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς οὐρανούς τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί στή γῆ εἶναι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ζῆ στήν Ἐκκλησία μας, Αὐτό ἐνεργεῖ στά μυστήρια, Αὐτό πνέει στήν Ἁγία Γραφή, Αὐτό ζῆ στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τούς πάντες, καί γι᾽ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι κοντά μας. Κι ὅταν προσευχώμαστε σ᾽ αὐτούς, τότε ἀκοῦνε αὐτοί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τίς προσευχές, κι οἱ ψυχές μας αἰσθάνονται τήν πρεσβεία τους γιά χάρη μας.

Πόσο εὐτυχισμένοι καί καλότυχοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ζωή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εὐφραίνονται οἱ ψυχές μας. Πρέπει ὅμως νά φυλᾶμε μέ σύνεση τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀρκεῖ κι ἕνας ἄσκοπος λογισμός γιά νά ἐγκαταλείψη τήν ψυχή, καί τότε στερούμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐξαφανίζεται ἡ παρρησία ἀπό τήν προσευχή, χάνεται καί ἡ σίγουρη ἐλπίδα πώς θά λάβουμε αὐτό πού ἐπιζητοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι ζοῦν σ᾽ ἄλλο κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας. Ζώντας στή γῆ διδάχτηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὅποιος ἀπέκτησε στή γῆ τήν ἀγάπη διαβαίνει μαζί της στήν αἰώνια ζωή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπου ἡ ἀγάπη αὐξάνει ὡσότου γίνη τέλεια. Κι ἄν στή γῆ ἡ ἀγάπη δέν μπορῆ νά λησμονήση τόν ἀδελφό, πολύ περισσότερο στούς οὐρανούς οἱ Ἅγιοι δέν μᾶς λησμονοῦν καί δέονται γιά μᾶς.

Ὁ Κύριος χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους, κι αὐτοί μᾶς ἀγαποῦν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων γνωρίζουν τόν Κύριο καί τήν ἀγαθοσύνη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί καίγονται πνευματικά ἀπό ἀγάπη γιά τό λαό. Ὅσο ζοῦσαν στή γῆ, δέν μποροῦσαν ν᾽ ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, χωρίς πόνο στήν καρδιά, κι ἔχυναν δάκρυα στήν προσευχή τους γι᾽ αὐτούς. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐξέλεξε γιά νά προσεύχωνται γιά ὅλο τό κόσμο καί τούς ἔδωσε πηγές δακρύων. Τό Ἅγιο Πνεῦμα σκορπίζει στούς ἐκλεκτούς Του τόσο μεγάλη ἀγάπη, ὥστε οἱ ψυχές καίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί νά δοῦν τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Οἱ Ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλο τό κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάναμε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι᾽ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στό Θεό γιά μᾶς.

Οἱ Ἅγιοι χαίρονται γιά τή μετάνοιά μας καί στενοχωριοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό Θεό κι ἐξομοιώνωνται ἔτσι μέ τά ἄλογα ζῶα. Λυποῦνται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν στή γῆ χωρίς νά ξέρουν πώς, ἄν ἀγαποῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, θά ὑπῆρχε ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία. Κι ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει χαρά καί ἀγαλλίαση πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι ἔτσι ὅπου καί νά στραφῆ τό βλέμμα, τά πάντα εἶναι ἀγαπημένα κι ἡ ψυχή ἀπορεῖ καί ἀναρωτιέται «γιατί νοιώθω τόσο καλά», καί δοξολογεῖ τό Θεό.

Νά ἐπικαλεῖστε μέ πίστη τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. αὐτοί ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ξέρουν καί τούς διαλογισμούς μας.

Καί μή θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν Ἁγίων ζῆ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ᾽ ὅλο τόν κόσμο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ Ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ Ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας.

Οἱ Ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τό Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σ᾽ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν.

Ὁ πάτερ Ρωμανός, ὁ γυιός τοῦ πάτερ Δοσιθέου, μοῦ διηγόταν πώς ὅταν ἦταν ἀκόμα στόν κόσμο πολύ νέος, ἔτυχε νά διαβῆ σ᾽ ἐποχή χειμώνα τό Δόν. Ξαφνικά ράγισαν οἱ πάγοι τοῦ ποταμοῦ καί τ᾽ ἄλογό του ἔπεσε μέσα στήν τρύπα πού ἄνοιξε καί σέ λίγο ὅλο τό ἕλκηθρο καί τό ἄλογο βυθίζονταν στούς πάγους. Αὐτός, μικρό παιδί, φώναξε: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθησέ με νά σύρω ἔξω τό ἕλκηθρο» καί τραβώντας τά χαλινάρια εἶδε ἀμέσως ἕλκηθρο καί ἄλογο ἔξω ἀπό τούς πάγους.

Κι ὁ πάτερ Ματθαῖος, πού ἦταν συγχωριανός μου, ὅταν ἦταν παιδί ἔβοσκε, σάν τόν προφήτη Δαβίδ, τά πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάστημα ἴσα μέ πρόβατο. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἐργαζόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κάμπου. Ξαφνικά βλέπει νά ὁρμοῦν λύκοι καταπάνω στό Μίσα – ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ πάτερ Ματθαῖος κατά κόσμον – κι ὁ μικρός Μίσα ἄφησε κραυγή: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθα με». Καί μόλις φώναξε, οἱ λύκοι γύρισαν πίσω καί δέν ἔκαμαν κακό οὔτε σ᾽ αὐτόν οὔτε στά πρόβατα. Καί γιά πολύν καιρό γελοῦσαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας κι ἔλεγαν: «Ὁ Μίσα ἐτρόμαξε φοβερά ἀπό τούς λύκους, ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόλας τόν γλύτωσε».

Κι ὅλοι μας ξέρομε πλῆθος περιπτώσεων, πού οἱ Ἅγιοι ἔρχονται παρευθύς νά βοηθήσουν. Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι, λοιπόν, φανερό πώς ἀκούγονται οἱ προσευχές μας στούς οὐρανούς.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι ὅμοιοι μ᾽ ἐμᾶς. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς εἶχαν μεγάλες ἁμαρτίες, ἀλλά μέ τήν μετάνοια πέτυχαν τήν Οὐράνια Βασιλεία. Κι ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σ᾽ αὐτήν, μέ τή μετάνοια ἔρχονται πού μᾶς χάρισε ὁ Ἐλεήμων Κύριος μέ τά πάθη Του.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ζοῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες καί Πατριάρχες, πού κράτησαν μέ ἀνδρεία καί παρέδωσαν τήν πίστη τους. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Προφῆτες, πού ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί μέ τό λόγο τους καλοῦσαν τό λαό πρός τό Θεό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, πού πέθαναν γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ μάρτυρες, πού ἔδωσαν μέ χαρά τή ζωή τους ἀπό τήν ἀγάπη γιά τό Χριστό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, μιμητές τοῦ Κυρίου, πού βάσταξαν τά βάρη τῶν πνευματικῶν τους προβάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές καί οἱ κατά Χριστόν σαλοί, πού νίκησαν μέ τήν ἄσκηση τόν κόσμο. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ Δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί κατανίκησαν τά πάθη.

Πρός τά ἐκεῖ, σ᾽ ἐκείνη τή θεσπέσια ἅγια Σύναξη, πού συγκάλεσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἑλκύεται ἡ ψυχή μου. Ἀλλά ἀλίμονο σέ μένα! Ἀφοῦ δέν ἔχω ταπείνωση, ὁ Κύριος δέν μοῦ δίνει δύναμη γιά τήν ἄθληση, καί τό ἀσθενικό μου πνεῦμα σβύνει σάν μικρό κερί, ἐνῶ τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων ἔκαιγε σάν φλόγα φωτιᾶς, κι ὄχι μόνο δέν τό ἔσβυνε ὁ ἄνεμος τῶν πειρασμῶν, ἀλλά ἄναβε ἀκόμα περισσότερο. Περπατοῦσαν στή γῆ καί τά χέρια τους ἐργάζονταν, ἀλλά τό πνεῦμα τους ἔμενε πάντα κοντά στό Θεό κι ὁ νοῦς τους δέν ἤθελε ν᾽ ἀποσπασθῆ ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γιά χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν ὅλες τίς θλίψεις στή γῆ καί δέν φοβόνταν κανένα πόνο, κι ἔτσι δόξαζαν τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό κι ὁ Κύριος τούς ἀγάπησε καί τούς δόξασε καί τούς χάρισε τήν αἰώνια Βασιλεία μαζί Του.

Ἅγιος ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ  ὁ Ἀθωνίτης

ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ-ἀπὸ τὸν Ἂγγελο Κ.-

8 Ιουνίου, 2020

(

ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Τὴ μέρα αὐτὴ, τὴν Δευτέρα τῆς Πεντηκοστῆς, γιορτάζουμε αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιὸ καὶ παντοδύναμο Πνεῦμα, τὸν ἕνα Θεὸ τῆς Τριάδος, ποὺ εἶναι ὁμότιμο καὶ ὁμοούσιο καὶ ὁμόδοξο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό.

Πᾶσα πνοὴ δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου

Ποὺ ἀφανίζει τὸ θράσος πονηρῶν πνευμάτων

Τὴν ἴδια τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐπεδήμησε στοὺς Ἀποστόλους τὸ Πνεῦμα οὐσιωδῶς μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν καὶ κάθισε πάνω στὸν καθένα στὸ ὑπερῶο, ἐκεῖ ποῦ ἔμεναν. Καὶ γιὰ νὰ τιμήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα οἱ θεῖοι Πατέρες, ποὺ ὅλα τὰ ὅρισαν καλῶς, θέσπισαν νὰ τὸ γιορτάζουμε καὶ ξεχωριστὰ καὶ τὴν μέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὑποσχέθηκε ὁ Σωτήρας πρὸ τοῦ πάθους τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πνεύματος λέγοντας: Συμφέρει νὰ φύγω ἐγώ. Ἐὰν δὲν φύγω ἐγώ, δὲν θὰ ἔρθει ὁ Παράκλητος. Καὶ πάλι:  Ὅταν ἔρθει ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξει καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήσει σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Κι ἀμέσως μετά: Θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Πατέρα νὰ σᾶς στείλει τὸν ἄλλο Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Καὶ μετὰ τὸ Πάθος πάλι, ὅταν ἀνέβαινε στὸν οὐρανό, εἶπε: Ἐσεῖς νὰ παραμείνετε στὴν Ἱερουσαλήμ, ἕως ὅτου ἐνδυθεῖτε δύναμη ἐξ ὕψους.

Καὶ καθὼς περίμεναν αὐτοί, στὸ ὑπερῶο, ὅταν ἔφτασε ἡ μέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας, ξαφνικὰ ἔπεσε μιὰ βροντὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ διαπέρασε καὶ τὸ πλῆθος τῆς οἰκουμένης. Καὶ μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν φανερώθηκε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο σὲ καθέναν ἀπὸ αὐτούς, ὄχι μόνο στοὺς Δώδεκα, ἀλλὰ καὶ στοὺς Ἑβδομήκοντα καὶ μιλοῦσαν ξένες γλῶσσες, δηλαδή, ἕνας ἕκαστος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους μιλοῦσε ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ἐθνῶν. Δὲν ἄκουγε ὁ ἀλλόφυλος τὴν ἰδιαίτερη γλώσσα τοῦ Ἀποστόλου καθὼς μιλοῦσε, ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος ἄκουγε τὴν γλώσσα τοῦ κάθε ἔθνους καὶ τὴ μιλοῦσε. Γι’αὐτὸ καὶ οἱ συγκεντρωμένοι τοὺς πέρασαν γιὰ μεθυσμένους. Ἐπειδὴ δὲν ἤξερε ὁ καθένας πῶς ὁ κάθε Ἀπόστολος συζητοῦσε ἰδιαιτέρως μὲ ὅλους, νόμιζαν ὅτι αὐτὸς εἶχε μεθύσει. Κι ἄλλοι ἀποροῦσαν κι ἔλεγαν: τί εἶναι τοῦτο πάλι; Κι ἦταν μαζεμένοι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς γιὰ τὴ γιορτή: Πάρθοι, Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖτες ποὺ εἶχαν πιαστεῖ αἰχμἀλωτοι πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ ἀπὸ  τὸν Ἀντίοχο.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψη πέρασαν δέκα μέρες καὶ τότε ἔρχεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὄχι ἀμέσως μὲ τὴν Ἀνάληψη, γιὰ νὰ κάνει τοὺς μαθητὲς θερμότερους ἀκόμα περισσότερο καθὼς τὸ περίμεναν. Λένε μερικοὶ ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡμέρα κάθε ἕνα ἀγγελικὸ τάγμα προσερχόταν καὶ προσκυνοῦσε ἐκείνη τὴ θεωθεῖσα σάρκα. Κι ἀφοῦ πέρασαν οἱ ἐννέα ἡμέρες, τὴ δέκατη, καθὼς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἔγινε ἡ συμφιλίωση,  ἐπεδήμησε ὁ Παράκλητος. Κι ἔγινε πενήντα μέρες μετὰ τὸ Πάσχα γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὸν παλαιὸ Νόμο. Γιατὶ ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τότε ποὺ πέρασε τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, πέρασαν πενήντα μέρες καὶ μετὰ ἔλαβε τὸν Δεκάλογο. Βλέπε δὲ καὶ τὰ σύμβολα: ἐκεῖ ὄρος, ἐδῶ ὑπερῶον· ἐκεῖ πῦρ, ἐδῶ πύρινες γλῶσσες· κι ἀντὶ γιὰ τὶς βροντὲς καὶ τὸν γνόφο, πνοὴ βιαία ἐδῶ. 

Κατέβηκε λοιπὸν μὲ τὴ μορφὴ τῶν γλωσσῶν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, γιατὶ φανερώνει ὅτι εἶναι οἰκεῖο πρὸς τὸν Ζῶντα Λόγο· ἢ καὶ διότι οἱ Ἀπόστολοι ἔμελλαν νὰ διδάξουν καὶ νὰ ὁδηγήσουν τὰ ἔθνη μὲ τὴν γλώσσα· καὶ μὲ πύρινες γλῶσσες,  γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι φωτιὰ ποὺ καίει, καὶ ἐπὶ πλέον γιὰ νὰ δηλώσει τὴν κάθαρση. Καὶ μερίζονται οἱ γλῶσσες γιὰ νὰ δηλώσουν τὰ ἰδιαίτερα χαρίσματα. Καὶ ὅπως κάποτε αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν τὴ μία γλώσσα, σὲ πολλὰ μέρη τοὺς διαίρεσε καὶ τοὺς ἔφερε σύγχυση, ἔτσι καὶ τώρα αὐτοὺς ποὺ ἤξεραν μόνο μιὰ γλώσσα τοὺς μοίρασε σε πολλὲς, γιὰ νὰ συνάξει ὅσους μιλώντας τὴν δική τους γλώσσα ἔχουν διασπαρεῖ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Κι ἔγινε σὲ μέρα γιορτῆς γιὰ νὰ ἔχουν συγκεντρωθεῖ περισσότεροι, κι ἔτσι νὰ γίνει ξακουστὸ παντοῦ αὐτὸ ποὺ ἔγινε. Καὶ γιὰ νὰ μποροῦν νὰ θαυμάζουν ὅσοι βρέθηκαν ἐκεῖ γιὰ τὸ Πάσχα καὶ ὅσοι εἶδαν ὅσα συνέβησαν μὲ τὸν Χριστό. Καὶ ἔγινε στὴν γιορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς γιατὶ σ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ποὺ δόθηκε πρὶν ὁ νόμος, στὸν ἴδιο χρόνο ἔπρεπε καὶ ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος νὰ ἐκκενωθεῖ. Σύμφωνα μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ὁ Χριστὸς ἔπραξε. Στὴ διάρκεια τοῦ νομικοῦ Πάσχα, τελώντας τὸ δικό του Πάσχα, τὸ ἀληθινὸ Πάσχα.

Δὲν κάθισε τὸ Πνεῦμα στὸ στόμα, ἀλλὰ στὰ κεφάλια τῶν Ἀποστόλων, ποὺ εἶναι τὸ ἡγεμονικὸ μέρος τοῦ σώματος ποὺ ὑπερέχει τοῦ σώματος καὶ περιλαμβάνει καὶ τὸν ἴδιο τὸν νοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ ἡ γλώσσα ἔχει τὸ λέγειν. Ἢ, καὶ διότι κατὰ κάποιο τρόπο τὸ Πνεῦμα βγάζει φωνὴ μὲ τὶς πύρινες γλῶσσες, σὰ νὰ χειροτονεῖ τοὺς Ἀποστόλους, καθὼς ἐπικάθεται στὴν κεφαλή τους, ὡς διδασκάλους ὅλης τῆς οἰκουμένης ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό. Γιατὶ ἡ χειροθεσία γίνεται στὴν κορυφὴ τῆς κεφαλῆς. Καὶ ὁ ἦχος καὶ ἡ φωτιὰ γιατὶ καὶ στὸ ὅρος Σινᾶ ταὰ ἴδια ἔγιναν. Γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιο Πνεῦμα εἶναι καὶ τότε καὶ τώρα αὐτὸ ποὺ νομοθετεῖ καὶ τὰ πάντα ὁρίζει. Καὶ ἐπεκράτησε σύγχυση στὸ πλῆθος μὲ τὸν ἦχο τῆς πνοῆς, διότι νόμισαν ὅτι ἦρθε τὸ τέλος, ὅσα  δηλαδὴ εἶχε προαναγγείλει ὁ Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους γιὰ τὴν καταστροφή τους. Καὶ εἶπε ὅτι θὰ εἶναι σὰν φωτιά, γιὰ νὰ μὴν ἐννοήσει κανεὶς τίποτα σωματικὸ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 

Γιὰ μέθη λοιπὸν κατακρίνονται οἱ Ἀπόστολοι. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος στάθηκε καὶ ἀγόρευσε στὸ λαὸ ἐν μέσῳ τοῦ πλήθους, κι ἔτσι ἀπέδειξε ὅτι δὲν ἦταν στ’ ἀλήθεια μεθυσμένοι, καὶ ἐπαλήθευσε μὲ τὸν λόγο του τὴν Προφητεία τοῦ Ἰωήλ. Καὶ ἀπὸ αὐτοὺς κατέκτησε ἕως τρεῖς χιλιάδες. 

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λέγεται Παράκλητος ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μᾶς παραμυθεῖ καὶ νὰ μᾶς ἀναψύχει. Καὶ τὸ λάβαμε τοῦτο ἀντὶ γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ τὸ ἔχουμε διὰ τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ γιὰ μᾶς μὲ φωνὲς ἀλάλητες, καθὼς στέκεται μπροστά μας φιλάνθρωπο, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Χριστός. Γιατὶ καὶ ἐκεῖνος εἶναι Παράκλητος. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λέγεται ἄλλος Παράκλητος. Λέει ὁ Ἀπόστολος: Ἔχουμε Παράκλητο τὸν Ἰησοῦ πρὸς τὸν Θεό. Ἄλλος εἶπε ὅτι λέγεται Παράκλητος καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα γιὰ τὸ Ὁμοούσιο. Γιατὶ εἶναι ἄλλα Πρόσωπα, ἀλλὰ ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία καὶ τὴν ἴδια φύση. Καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ γνωρίσαμε νὰ ἐμφανίζεται μὲ διάφορες φύσεις. Αὐτὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνυπάρχει καὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸν Υἱὸ κατὰ πάντα. Ὡς ἐκ τούτου καὶ συνδημιουργεῖ μὲ αὐτοὺς τὸ πᾶν.  Καὶ αὐτὴ τὴν ἀνάσταση ποὺ θὰ γίνει. Καὶ πράττει ὅσα βούλεται, ἁγιάζει, ἀφορίζει, νεοποιεῖ, ἀποστέλλει, σοφίζει, χρίει Προφῆτες. Γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἁπλὰ κάνει τὰ πάντα, καθὼς εἶναι αὐτεξούσιο, παντοδύναμο, ἀγαθό, εὐθές, ἡγεμονικό. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸ ἔρχεται κάθε σοφία, ζωή, κίνηση, κι ὅτιδήποτε μετέχει στὴν ἁγιοσύνη καὶ γενικὰ στὴ ζωή. Ἁπλῶς ἔχει ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱός, πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως, καθὼς ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. 

Καὶ καθὼς ἐκχέεται σὲ κάθε σαρκικὸ ἄνθρωπο ὁ κόσμος πλημμυρίζει μὲ διάφορα χαρίσματα καὶ μέσῳ αὐτοῦ ὅλα τὰ ἔθνη χειραγωγοῦνται πρὸς τὴν θεογνωσία καὶ ἀπομακρύνεται κάθε νόσος καὶ κάθε ἀδυναμία. Μὲ τρεῖς τρόπους δόθηκε στοὺς μαθητὲς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀπὸ τὸν Χριστό. Πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος, πολὺ ἀμυδρά. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση ἔγινε ἐμφανέστερο, διὰ ἐμφυσήματος. Καὶ τώρα τὸ κατέπεμψε οὐσιωδῶς. Ἢ καλύτερα τὸ ἴδιο κατῆλθε, φωτίζοντας καὶ ἁγιάζοντας αὐτοὺς τελειότερα. 

Καὶ διὰ τῶν Ἀποστόλων οἰκειώθηκε τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.