Archive for the ‘Εορτές’ Category

Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ-Β᾽Κυριακὴ Νηστειῶν

15 Μαρτίου, 2020

Αποτέλεσμα εικόνας για β κυριακη των νηστειων

Σέ ἕναν ἀπό τους Ψαλμούς διαβάζουμε τόν παρακάτω στίχο· «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι..» (Ψαλμ. 125, 5)12. ῎Αν στίς ἑβδομάδες τῆς προετοιμασίας πού πέρασαν, ἀντικρύσαμε νά καθρεφτίζεται στίς παραβολές ὅ,τι εἶναι ἄσχημο καί ἀνάξιο γιά μᾶς, ἄν σταθήκαμε μπροστά στό κριτήριο τῆς συνειδήσεώς μας καί τοῦ Θεοῦ, τότε ὄντως ἔχουμε σπείρει τή σωτηρία μας ἐν δάκρυσι. Καί ὅμως, ὑπάρχει ἀκόμη χρόνος, διότι ἀκόμη κι ὅταν μπαίνουμε στόν καιρό τῆς συγκομιδῆς, ὁ Θεός μᾶς δίνει ἕνα περιθώριο·

προχωρώντας πρός τή Βασιλεία, πρός τήν ῾Ημέρα τῆς ᾿Αναστάσεως, μποροῦμε ἀκόμη, κάθε στιγμή, μέ τήν προοπτική τῆς σωτηρίας, ἐνώπιον τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ, νά στρεφόμαστε πρός αὐτόν μέ εὐγνωμοσύνη καί συντριβή μαζί καί νά λέμε, «῎Οχι, Κύριε! Μπορεῖ νά εἶμαι ὁ ἐργάτης τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, ἀλλά δέξου με, ὅπως τό ἔχεις ὑποσχεθεῖ!».

Τήν περασμένη Κυριακή ἑορτάσαμε τόν θρίαμβο τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία διακήρυξε ὅτι νομιμοποιεῖται καί ἔχει τό δικαίωμα νά ἀπεικονίζει τή μορφή τοῦ Χριστοῦ· ἡ διακήρυξη δέν ἀφοροῦσε τήν τέχνη, ἀλλά ἦταν μιά βαθιά θεολογική ὁμολογία τῆς ᾿Ενσαρκώσεως.

῾Η Παλαιά Διαθήκη μᾶς ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός δέν ἀπεικονίζεται μέ κανένα τρόπο διότι εἶναι ἕνα ἀπύθμενο μυστήριο· δέν ἔχει οὔτε ὄνομα ἐκτός ἀπό τό μυστηριῶδες ὄνομα τό ὁποῖο γνωρίζει ὁ ῞Υψιστος ᾿Αρχιερεύς. Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως μάθαμε, καί γνωρίζουμε ἀπό ἐμπειρία, ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ῎Ανθρωπος, ὅτι τό πλήρωμα τῆς Θεότητος κατοίκησε καί ἐξακολουθεῖ νά κατοικεῖ γιά πάντα ἐν σαρκί· ἄρα ὁ Θεός ἔχει ἕνα ἀνθρώπινο ὄνομα (᾿Ιησοῦς) καί ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀναπαρασταθεῖ σέ εἰκόνες.

Συνεπῶς, κάθε εἰκόνα εἶναι μία ὁμολογία τῆς βεβαιότητάς μας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος· καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά ἐπιτύχει -μέ τρόπο τραγικό καί ἔνδοξο μαζί- τήν ὑπέρτατη ἀλληλεγγύη μ’ ἐμᾶς, νά γίνει ἕνας ἀπό μᾶς ὥστε νά γίνει ὁ καθένας μας ἕνα ἀπό τά παιδιά τοῦ Θεοῦ. «Αὐτός ἐνηνθρώπισεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», ὅπως λέει καί ἡ Γραφή.

Γι’ αὐτό ἤδη ἀπό τήν ἑβδομάδα πού μᾶς πέρασε μπορούσαμε νά εὐφραινόμαστε· καί ἐνῶ, μιά ἑβδομάδα πρίν, ἤδη προετοιμαζόμαστε νά συναντήσουμε αὐτό τό θαῦμα, αὐτό τό θάμβος τῆς ᾿Ενσάρκωσης, ἡ ᾿Εκκλησία μας, χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, ἔψαλλε τόν Κανόνα τοῦ Πάσχα· Χριστός ᾿Ανέστη ἐκ νεκρῶν· διότι δέν πρόκειται γιά μία μελλοντική ὑπόσχεση, ἀλλά γιά μία παρούσα βεβαιότητα, μία ἀνοικτή πόρτα γιά νά εἰσέλθουμε διά τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς Θύρας, ὅπως ὀνομάζει τόν ῾Εαυτό Του, στήν αἰωνιότητα.

Σήμερα, μνημονεύουμε τόν ῞Αγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἕναν ἀπό τούς μεγάλους ῾Αγίους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι στήν αἵρεση καί τήν ἀμφιβολία, διακήρυξε ἐκ τῶν ἔσω τήν ἐμπειρία τῶν ἀσκητῶν καί ὅλων τῶν πιστῶν· ὅτι δηλαδή ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα κτιστό δῶρο·

ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι πού ἐκφράζει τόν ῾Εαυτό Του σέ μᾶς, ὥστε πλημμυρισμένοι ἀπό τήν παρουσία Του καί ἔχοντας ὡς μοναδική προϋπόθεση τήν ἀποδοχή Του μέσα μας, νά ἀνοιχτοῦμε σταδιακά πρός Αὐτόν καί νά γίνουμε κάπως διαφανεῖς σ’ αὐτό τό Φῶς, καί σιγά σιγά, ὅλο καί πιό πολύ νά μετέχουμε στή Θεία φύση Του.

Αὐτό δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ὑπόσχεση ἀλλά μία βεβαιότητα καθώς ἔχει συμβεῖ σέ χιλιάδες χιλιάδων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, τούς ὁποίους ἐμεῖς τιμοῦμε ὡς ῾Αγίους· ἔγιναν θείας φύσεως κοινωνοί καί ἀποτελοῦν γιά μᾶς μιά ἀποκάλυψη καί μιά σιγουριά γιά τό τί καλούμαστε νά εἴμαστε καί νά γίνουμε.

Σήμερα λοιπόν, κάνουμε ἄλλο ἕνα βῆμα πού μᾶς φέρνει στή χαρά καί τή δόξα τοῦ Πάσχα. Σέ ἄλλη μία ἑβδομάδα θά ὑμνήσουμε τόν Σταυρό· τόν Σταυρό πού ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν κακούργων καί ἔχει γίνει τό σημεῖο τῆς νίκης καί τῆς σωτηρίας.

Γιά μᾶς εἶναι τό σημάδι ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει μέτρο, δέν ἔχει ὅρια, εἶναι τόσο βαθιά ὅσο ᾿Εκεῖνος, ἀγκαλιάζει τά πάντα ὅπως ᾿Εκεῖνος καί εἶναι, ὄντως, ἡ νίκη της τόσο τραγική ὅπως καί ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τραγικός καί νικητής μαζί, Αὐτός πού ἐμπνέει τό δέος ἀλλά καί ἀκτινοβολεῖ τό ἱλαρό φῶς πού ψάλλουμε στόν ῾Εσπερινό.

῎Ας ἑτοιμαστοῦμε λοιπόν γιά τό ἑπόμενο γεγονός πού εἶναι ἡ θέα τοῦ Σταυροῦ· ἄς Τόν κοιτάξουμε κι ἄς δοῦμε σ’ αὐτόν τό σημεῖο τῆς θείας ἀγάπης, μιά νέα βεβαιότητα γιά τό ἐφικτό τῆς σωτηρίας μας· κι ὅταν ὁ χορός θά ψάλλει -τούτη τή φορά πιό δυνατά- τόν Κανόνα τῆς ᾿Αναστάσεως, ἄς συνειδητοποιήσουμε ὅτι βῆμα πρός βῆμα ὁ Θεός μᾶς ὁδηγεῖ στή νίκη πού ᾿Εκεῖνος ἔχει κερδίσει, καί τήν ὁποία θέλει νά μοιραστεῖ μαζί μας.

Στή συνέχεια, θά προχωρήσουμε γιά νά ἀκούσουμε τόν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τῆς Κλίμακος, πού διδάσκει πῶς νά δεχτοῦμε τή χάρη πού προσφέρει ὁ Θεός, πῶς νά γίνουμε ἄξιοί Του. Καί στό ἑπόμενο σκαλοπάτι θά δοῦμε τή νίκη τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί θά φθάσουμε στό κατώφλι τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος.

῎Ας μήν ξεχνᾶμε ὅτι τώρα εἴμαστε στήν περίοδο τῆς καινότητος, σέ μιά περίοδο πού μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ καί ἐμεῖς καλούμαστε νά τήν περιπτυχθοῦμε, νά ἀνταποκριθοῦμε μέ εὐγνωμοσύνη· μιά εὐγνωμοσύνη πού θά μᾶς κάνει νέους ἀνθρώπους, καί φυσικά χαρούμενους ἀνθρώπους. Καί ἡ χαρά μας θά εἶναι μιά χαρά πού προσφέρει τά δάκρυά μας ὡς ἀπάντηση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μιά χαρά πού ἀποτελεῖ τήν ὑπεύθυνη ἀνταπόκρισή μας στή θεία ἀγάπη.

*

Σέ κάθε Θεία Λειτουργία, ἰδιαίτερα ὅμως στίς περιόδους τῆς ἄσκησης καί τῆς περισυλλογῆς (ὅπως ἡ Σαρακοστή), πολλοί ἀπό μᾶς προσερχόμαστε στή Θεία Κοινωνία. Κι ὅμως, πολλές φορές οὔτε καταλαβαίνουμε βαθιά τί ἔχει συμβεῖ -δέν ἐννοῶ διανοητικά, ἀλλά μέ ὅλη τήν καρδιά καί τό εἶναι μας- οὔτε (ἀκόμα χειρότερα) φέρουμε τούς καρπούς πού θά ’πρεπε νά φέρουμε.

Δέν καταλαβαίνουμε πάντα ὅτι στή Θεία Κοινωνία γινόμαστε ἕνα μέ τόν Χριστό. Σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα πού μᾶς δίνει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ καθαρή, τέλεια, ἀναμάρτητη ἀνθρωπότητά Του διεισδύουν μέσα μας κατά τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ φωτιά εἰσχωρεῖ καί διαπερνᾶ ἕνα ξίφος πού πυρακτώθηκε μέσα σ’ ἕνα καμίνι.

᾿Από κρύο μέταλλο πού ἦταν, ὅταν τό βγάλουμε ἔξω εἶναι ὅλο φωτιά, σέ τέτοιο βαθμό πού μποροῦμε τώρα νά κάψουμε μέ τό σίδερο καί νά κόψουμε μέ τή φωτιά. Αὐτό συμβαίνει καί σ’ ἐμᾶς (ἔστω σπερματικά), ὅταν δεχόμαστε τή Θεία Κοινωνία. Γινόμαστε κοινωνοί τῆς ἀναμάρτητης, τέλειας καί καθαρῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ· καί αὐτή εἶναι ξέχειλη ἀπό τή θεία Του φύση καί οὐσία.

Αὐτό συμβαίνει κάθε φορά πού κοινωνοῦμε. Τό παίρνουμε εἴδηση; Μᾶς καταλαμβάνει ὄντως δέος; Δεχόμαστε τήν Κοινωνία μέ τήν αἴσθηση ὅτι ἔχουμε γίνει τώρα, μ’ ἕναν τρόπο ἄρρητο, σχεδόν ἀπίστευτο, ὅ,τι εἶναι ὁ Χριστός· ὄχι πλήρως, ὄχι σέ βαθμό τελειότητας, ἀλλά κατά ἕνα βαθμό πού συνεχῶς θά αὐξάνεται, ἄν συνεχίσουμε νά παραμένουμε πιστοί σ’ αὐτό πού μᾶς δίνεται;

᾿Αλλά ἄν ἔχουν πράγματι ἔτσι τά πράγματα, τότε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κινούμενα ἀπό θεία ἔμπνευση, ἀποτελοῦν ταυτόχρονα καί μία προειδοποίηση· ὅταν λέει ὅτι ὅσοι ἔχουν βαπτιστεῖ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅσοι κοινωνοῦν, εἶναι τόσο ἑνωμένοι μαζί Του, ὥστε ὅ,τι κάνουν συμβαίνει καί στόν ἴδιο τόν Χριστό, τότε ὅταν ἁμαρτάνουμε μέ τά λόγια, τά ἔργα ἤ τίς σκέψεις μας, εἶναι σάν νά ὑποβάλλουμε ὄχι μόνο τόν ἑαυτό μας ἀλλά καί τόν Χριστό στή ντροπή τῆς ἀποτυχίας μας.

῎Αν ὄντως πιστεύουμε ὅτι μέ τή Θεία Κοινωνία ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό μέ τόν τρόπο πού μᾶς τό περιέγραψε πιό πάνω ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τότε, πῶς πρέπει νά προετοιμαζόμαστε γι’ αὐτό; Μέ πόσο δέος καί εὐλάβεια θά πρέπει νά προσερχόμαστε!

᾿Αλλά καί πῶς ἐκ τῶν προτέρων θά ἑτοιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, ἐξετάζοντας τήν ψυχή μας, τή ζωή μας, τίς σχέσεις μας, καθετί πού μᾶς ἀφορᾶ, ὥστε νά ἀπορρίψουμε ὅ,τι δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί Του καί νά ἐνισχύσουμε τό ἐλάχιστο ἴσως πού μπορεῖ νά προσληφθεῖ ἀπό Αὐτόν! Πῶς θά ἑτοιμάζουμε τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά αὐξηθοῦμε ἐν Χριστῷ, ὥσπου σταδιακά νά φθάσουμε σ’ αὐτό πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει «μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»!

᾿Αλλά καί ὅταν ἔχουμε λάβει τή Θεία Εὐχαριστία, πόσο προσεκτικά πρέπει νά πορευόμαστε, πόσο προσεκτικά νά βαδίζουμε στή ζωή μας, πόσο καθαρές πρέπει νά διατηροῦμε ὄχι μόνο τίς πράξεις μας, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπό αὐτό πού ἔχουμε μέσα μας, ἀλλά καί τίς σκέψεις μας· οἱ κινήσεις τῆς καρδιᾶς μας πόσο ἅγιες πρέπει νά γίνουν! ῞Ολα αὐτά δέν μποροῦν νά γίνουν μέ μία κίνηση τῆς βουλήσεως ἤ τῆς ἐπιθυμίας μας, ἀλλά μέσα ἀπό τή διαρκή προσπάθεια νά εἴμαστε ἄξιοι τοῦ γεγονότος ὅτι γίναμε Σῶμα Χριστοῦ, καθένας χωριστά, ἀλλά καί ὡς κοινότητα.

Κι αὐτό εἶναι ἐπίσης κάτι πού δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε· κοινωνός τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται ὁ καθένας ἀτομικά, ὡς ἐάν ἦταν ἀποκομμένος ἀπό τούς ἄλλους. ῞Ολοι οἱ ἐν Χριστῷ εἶναι ἕνα, καί διδασκόμαστε ὅτι τό ὅλο σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ σαρκωμένη παρουσία Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο· ἀτελής ναί, ἀλλά παρουσία. Δέν εἴμαστε φῶτα οὔτε ὁ καθένας μας ξεχωριστά οὔτε ὅλοι μαζί· μποροῦμε ὅμως νά γίνουμε μία φλογίτσα, πού ἴσως ἁπλά νά τρεμοπαίζει, ἀλλά ταυτόχρονα νά κάνει καί λιγότερο πηχτό τό σκοτάδι αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἀκυρώνοντας τήν παντοδυναμία του.

῎Ας προετοιμαζόμαστε λοιπόν γιά τήν Εὐχαριστία, ἐρευνώντας τή ζωή μας ἀπό κάθε ἄποψη καί ἀπορρίπτοντας ὅλα ὅσα μόνο νά καοῦν μποροῦν μέσα στή φωτιά τοῦ Χριστοῦ. ῎Ας καλοδεχθοῦμε τόν ἐρχομό Του καί ἄς Τοῦ ἐπιτρέψουμε νά εἰσχωρήσει μέσα μας ὅπως ἡ φωτιά εἰσχωρεῖ στό σίδερο τῆς ψυχῆς, γιά τό ὁποῖο μιλᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος.

Καί κατόπιν, ἐάν ἔχουμε ἔστω καί λίγο κατανοήσει τί μᾶς συμβαίνει, ἄς εἶναι ἡ ζωή μας μιά πράξη εὐγνωμοσύνης, μιά μαρτυρία ὅτι ὁ Κύριός μας δέν ἔζησε καί δέν πέθανε μάταια, ὅτι ἄξιζε νά δώσει τόν ἑαυτό Του γιά μᾶς, ἄξιζε νά ὑποστεῖ τήν ταπείνωση νά κάνει ἐμᾶς δοχεῖα τῆς παρουσίας Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο. ῾Η εὐγνωμοσύνη θά ’πρεπε νά μᾶς παρακινήσει σέ μία ζωή περισσότερο ἄξια τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ.

῎Ας στοχαστοῦμε πάνω σ’ αὐτά κατά τίς ἑβδομάδες πού ἔρχονται, πρίν ἀπό τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, ὥστε νά μποῦμε στήν περίοδο τῶν Παθῶν προετοιμασμένοι νά μοιραστοῦμε μαζί Του τόν δρόμο τοῦ Σταυροῦ· νά παραιτηθοῦμε ἀπό καθετί πού Τόν φόνευσε, Τόν ταπείνωσε, Τόν πρόδωσε, καί νά εἰσέλθουμε μαζί Του στήν αἰώνια ζωή!

Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

Ψαρι και αρτος

Περί της Κυριακής της Ορθοδοξίας (από τον Άγγελο Κ.)

8 Μαρτίου, 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα, τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, μνημονεύουμε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν Εἰκόνων, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς ἀείμνηστους Αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαὴλ καὶ τῆς μητέρας του Θεοδώρας, ὅταν ἦταν Πατριάρχης ὁ ἅγιος καὶ ὁμολογητὴς Μεθόδιος.

Τὶς εἰκόνες ποὺ ἐξόρισαν ἄπρεπα

Χαίρομαι ποὺ βλέπω νὰ προσκυνοῦνται ὅπως πρέπει.

Ὅταν ὁ Λέων ὁ Ἴσαυρος ἀπὸ τὴν ὀνηλασία καὶ τὸν χειρωνακτικὸ βίο κράτησε τὰ σκῆπτρα τῆς Βασιλείας, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, καὶ παράλληλα ὁ Ἅγιος Γερμανὸς εἶχε ἀναλάβει τὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀμέσως ἐκεῖνος ἔστειλε νὰ τὸν καλέσουν καὶ τοῦ λέει: Δέσποτα, κατὰ τὴ γνώμη μου οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ τὰ εἴδωλα. Πρόσταξε λοιπὸν γρήγορα νὰ τὶς βγάλουνε ἀπὸ τὴ μέση. Κι ἂν εἶναι ἀληθινὲς οἱ μορφὲς τῶν Ἁγίων, νὰ ἀναρτηθοῦν ψηλότερα, γιὰ νὰ μὴν τὶς ἀσπαζόμεθα καὶ τὶς μολύνουμε ἐμεῖς ποὺ κυλιόμαστε μέσα στὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ὁ Πατριάρχης προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τέτοιο μίσος καὶ τοῦ ἔλεγε: Βασιλιά, ἀκοῦμε ὅτι κάποιος ἔχει λυσσάξει ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τὸ ὄνομά του εἶναι Κόνων.

Κι αὐτὸς τοῦ εἶπε: Μὰ ἐμένα μὲ φωνάζανε ἔτσι ὅταν ἤμουν μικρός. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν κατάφερε νὰ πείσει τὸν Πατριάρχη νὰ συγκατατεθεῖ τὸν ἐξορίζει καὶ τὸν ἀντικαθιστᾶ μὲ τὸν ὁμόφρονά του Αναστάσιο. Κι ἔτσι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πάλι μάχεται μετὰ παρρησίας ἐναντίον τῶν ἁγίων Εἰκόνων. Λέγεται δε, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι πρώτα τοῦ ἐμφύσησαν αὐτὸ τὸ μίσος οἱ ὁποῖοι μὲ κἀποιες μαγγανεῖες προέβλεψαν τὴν ἄνοδό του στὸν θρόνο, ὅταν ἀκόμα ἦταν φτωχός καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς κέρδιζε τὸ ψωμί του μὲ τὴν ὀνηλασία.

Κι ὅταν ἐκεῖνος ἔφυγε κακὴν κακῶς ἀπὸ τὴν ζωή, ὁ γιός του σὰν ἕνα λιονταρόπουλο ἀκόμα πιὸ ὠμό, ὁ κοπρώνυμος Κωνσταντῖνος, τὸν διαδέχεται στὴν ἐξουσία καμὲ περισσότερη λύσσα στρέφεται κατὰ τῶν εἰκόνων. Καὶ τί πρέπει νὰ ποῦμε γιὰ τὸ ποιὰ καὶ πόσα αὐτὸς ὁ παράνομος διέπραξε;

Πλὴν ὅμως ὅταν κι ἐκεῖνος ἔφυγε ἀπ’ τὴ ζωὴ μὲ ἀκόμα χειρότερο τρόπο, γίνεται βασιλιὰς ὁ γιὸς ἐκείνου καὶ τῆς Χαζάρας. Ἀλλὰ κι αὐτὸς ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ ἡ Εἰρήνη καὶ ὁ Κωνσταντῖνος κληρονόμησαν τὴν ἐξουσία. Αὐτοὶ καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸν ἁγιώτατο Πατριάρχη Ταράσιο συγκρότησαν τὴν Ἕβδομη Σύνοδο καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπολαμβάνει καὶ πάλι τὶς ἅγιες Εἰκόνες.

ΚΙ ἀφοῦ ἔφυγαν αὐτοὶ ἀπὸ τὸν θρόνο, ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν θέση τοῦ Γενικοῦ ὁ Νικηφόρος κι ἔπειτα ὁ γιός του Σταυράκιος καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸν ὁ Μιχαὴλ Ραγγαβὲς ποὺ σεβάστηκαν τὶς θεῖες εἰκόνες.

Ἀλλὰ τὸν Μιχαὴλ τὸν διαδέχεται ὁ θηριώδης Λέων ὁ Ἀρμένιος, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ διεφθάρη μὲ δόλο ἀπὸ κάποιον ἔγκλειστο καὶ δυσσεβὴ Μοναχό, ξεσηκώνει τὴ δεύτερη εἰκονομαχία καὶ πάλι ἡ Ἐκκλησία μένει χωρὶς τὸ κόσμημά της.

Αὐτὸν τὸν διαδέχεται ἔπειτα ὁ Μιχαὴλ ἀπὸ τὸ Ἀμόριο κι αὐτὸν πάλι ὁ Θεόφιλος, ὁ γιός του,  στὴ μανία κατὰ τῶν εἰκόνων, ποὺ ξεπέρασαν τοὺς ὑπόλοιπους. Αὐτὸς ὁ Θεόφιλος λοιπὸν σὲ πολλοὺς ἅγιους Πατέρες ἐπέβαλε ποινὲς καὶ τιμωρίες ἀλλόκοτες.

Κυβέρνησε δώδεκα χρόνια καὶ προσβλήθηκε ἀπὸ τὴ νόσο τῆς δυσεντερίας καὶ κόντευε νὰ φύγει ἀπὸ τὴ ζωή, ἀφοῦ λίγο περισσότερο νὰ ἄνοιγε τὸ στόμα του φαινόντουσαν μέσα τὰ ἔγκατά του. Καὶ ἡ Αὐγούστα Θεοδώρα καθὼς εἶχε πονέσει πολὺ ἀπὸ τὸ συμβὰν αὐτό, μιὰ φορὰ μόλις τ5ὴν πῆρε ὁ ὕπνος βλέπει στὸ ὄνειρό της τὴν ἄχραντο Θεοτόκο νὰ ἔχει στὴν ἀγκαλιά της τὸ προαιώνιο βρέφος καὶ νὰ περιστοιχίζεται ἀπὸ λαμπροφανεῖς Ἀγγέλους.

Κι αὐτοὶ νὰ μαστιγώνουν καὶ νὰ ὀνειδίζουν τὸν Θεόφιλο τὸν σύζυγό της. Καθὼς πετάχτηκε ἀπὸ τὸν ὕπνο της ἀκούει τὸν Θεόφιλο νὰ φωνάζει: Ἀλλοίμονό μου, ὁ ἄθλιος. Γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες μαστίζομαι καὶ ὑποφέρω.  Τότε ἀμέσως ἡ Βασίλισσα βάζει πάνω του τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν παρακαλεῖ μὲ δάκρυα.

Καὶ ὁ Θεόφιλος, ἂν κα ἦταν σὲ τέτοια κατάσταση, βλέποντας κάποιον ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν περιστοίχιζαν νὰ φοράει κάποιο ἐγκόλπιο, τὸ ἁρπάζει καὶ τὸ ἀσπάζεται μὲ πάθος, κι ἀμέσως τὸ στόμα του ποὺ ἐφρύαξε κατὰ τῶν εἰκόνων καὶ ὁ λάρυγγάς του ποὺ ἔχασκε ξεχειλωμένος ἐπανέρχεται στὴν προηγούμενη συνηθισμένη κατάσταση κι ἔπαψε ἡ βία καὶ ἡ κακοπάθεια ποὺ τὸν κυρίευε κι ἀφοῦ ὁμολόγησε ὅτι εἶναι καλὸ νὰ τιμοῦμε καὶ νὰ σεβόμαστε τὶς ἅγιες εἰκόνες παραδόθηκε στὸν ὕπνο.

Τότε λοιπὸν καὶ ἡ Βασίλισσα ἔβγαλε τὶς ἅγιες καὶ σεπτὲς εἰκόνες ἀπὸ τὰ κιβώτιά της κι ἔβαλε τὸν Θεόφιλο νὰ τὶς ἀσπάζεται κι λόψυχα νὰ τὶς τιμᾶ.

Μετὰ ἀπὸ λίγον καιρὸ ὁ Θεόφιλος ἔφυγε ἀπ’τὴ ζωή. Κι ἡ Θεοδώρα ἀνεκάλεσε ὅλους ἀπὸ τὶς ἐξορίες καὶ τὶς φυλακὲς καὶ πρόσταξε νὰ κυκλοφοροῦν ἐλεύθερα καὶ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Ἰωάννης, ποὺ λεγόταν καὶ Ἰαννίς, καὶ ἦταν μᾶλλον μαντιάρχης καὶ δαιμονάρχης παρὰ Πατριάρχης. Καὶ τὸν διαδέχεται ὁ ὁμολογητὴς τοῦ Χριστοῦ Μεθόδιος ποὺ ἔπαθε πολλὰ πρωτύτερα καὶ κλείστηκε νὰ ζεῖ μέσα σὲ τάφο.

Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὁ Ἰωαννίκιος ὁ μεγάλος ποὺ ἀσκήτευε στὰ ὄρη τοῦ Ὀλύμπου δέχεται θεία ἐπίσκεψη. Τὸν πλησίασε ὁ μέγας ἀσκητὴς Ἀρσάκιος καὶ τοῦ λέει: Ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλε σὲ σένα, γιὰ νὰ ἔρθουμε στὸν ὁσιώτατο ἄνδρα Ἡσαΐα, τὸν ἔγκλειστο στὴ Νικομήδεια, καὶ νὰ μάθουμε ὅσα εἶναι ἀρεστὰ στὸν Θεὸ καὶ ρμοζουν στὴν Ἐκκλησία του.

Καὶ λοιπὸν μόλις φτάσανε στὸν ὁσιώτατο Ἡσαΐα ἀκοῦνε ἀπὸ αὐτόν: Αὐτὰ λέει ὁ Κύριος. Ἰδού, ἦρθε τὸ τέλος τῶν ἐχθρῶν τῆς δικῆς μου ἀπεικόνισης. Ἐσεῖς λοιπὸν καὶ στὴν Βασίλισσα Θεοδώρα καὶ στὸν Πατριάρχη Μεθόδιο νὰ πεῖτε τὰ ἑξῆς: Πάψε ὅλους τοὺς ἀνίερους κι ἔτσι μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἀγγέλους νὰ μοῦ προσφέρεις θυσία σεβόμενος τὴν Εἰκόνα μου καὶ τὸν Σταυρό.

Μόλις τ’ ἄκουσαν αὐτὰ πᾶνε ἀμέσως στὴν Κπολη καὶ τὰ λένε ὅλα στὸν Μεθόδιο τὸν Πατριάρχη καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἐκλεκτούς του. Ὅλοι αὐτοὶ λοιπὸν συναθροίστηκαν καὶ παρουσιάζονται στὴν Βασίλισσα τὴν ὁποία τὴν βρῆκαν σὲ ὅλα εὐπειθὴ καθὼς ἦταν εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος ἀπὸ τὴν οἰκογενειακή της παράδοση. Ἀμέσως λοιπὸν ἡ Βασίλισσα τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ εἶχε κρεμασμένη στὸ λαιμό της τὴν ἔβγαλε καὶ μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων τὴν ἀσπαζόταν λέγοντας: Ἂν κάποιος αὐτὲς τὶς εἰκόνες δὲν τὶς προσκυνεῖ καὶ δὲν τὶς ἀσπάζεται, ἐπειδὴ σχετίζονται με τὸ πρόσωπο ποὺ εἰκονίζεται κι ὄχι ἐπειδὴ λατρεύουμε τὸ ξύλο, κι ὄχι σὰν νὰ εἶναι θεὸς ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι Εἰκόνες τοῦ ἀρχετύπου, ἂς ἔχει ἀνάθεμα· κι ὅλοι χαρήκανε χαρὰ μεγάλη. Ἀλλὰ κι αὐτὴ τος ζητάει τὴ χάρη νὰ κάνουν δέηση γιὰ τὸν ἄντρα της τὸν Θεόφιλο.

Κι αὐτοὶ βλέποντας τὴν πίστη της, ἂν καὶ τὸν εἶχαν ἀπορρίψει, πείθονται ὅμως.  Καὶ μάλιστα, ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ ἡμῶν Μεθόδιος, ἀφοῦ σύναξε ὅλο τὸν λαὸ καὶ ὅλο τὸν Κλῆρο, καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς στὴ μεγάλη τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ αὐτοὶ οἱ ἐκλεκτοὶ ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο, ὁ μέγας Ἰωαννίκιος καὶ ὁ Ἀρσαάκιος, καὶ ὁ Ναυκράτιος καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, καὶ ὁ Θεοφάνης τοῦ μεγάλου ἀγροῦ, καὶ ὁ Θεόδωρος, οἱ γραπτοὶ καὶ ὁμολογητές, ὁ Μιχαὴλ ὁ ἁγιοπολίτης καὶ Σύγκελλος  κι ἄλλοι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν ὅλονύκτια δέηση ὑπὲρ Θεοφίλου κι ὅλοι εὔχοντας μὲ δάκρυα καὶ μὲ συντονισμένες δεήσεις. Κι αὐτὴ τὴν δέηση τὴν ἔκαναν ὅλη τὴν πρὠτη Ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν καὶ μαζὶ προσευχόταν καὶ ἡ Βασίλισσα Θεοδώρα μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὸν ὑπόλοιπο λαό.

Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, ἡ Βασίλισσα Θεοδώρα γύρω στὴν κονταυγὴ τοῦ ὄρθρου τῆς Παρασκευῆς ἔγειρε καὶ τὴν πῆρε ὁ ὕπνος, καὶ τῆς φάνηκε πὼς βρέθηκε στὸν κίονα τοῦ Σταυροῦ κι ἔβλεπε κάποιους νὰ περνᾶνε στὸν δρόμο μὲ θόρυβο καὶ νὰ περιφέρουν διάφορα κολαστήρια ὄργανα. Κι ἀνάμεσά τους ἔσερναν δέσμιο καὶ τὸν βασιλέα Θεόφιλο μὲ τὰ χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Κι αὐτὴ τὸν γνώρισε κι ἀκολουθοῦσε τοὺς ἀπαγωγεῖς του.

Κι ὅταν ἔφτασε μέχρι τὴν Χαλκὴ πύλη, εἶδε κάποιον ἄνδρα ὑπερφυσικὸ στὴν ὄψη νὰ κάθεται μπροστὰ στὴν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦκι ἀπέναντι ἔστησε τὸν Θεόφιλο. Κι ἡ Βασίλισσα τοῦ πιάνει τὰ πόδια καὶ τὸν ἱκέτευε ὑπὲρ τοῦ βασιλέως, κι αὐτὸς ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε: Μεγάλη ἡ πίστη σου γυναίκα.

Μάθε λοιπὸν ὅτι γιὰ τὰ δάκρυἀ σου κι ἀκόμα γιὰ την πίστη καὶ τὴν παράκληση καὶ τὴν ἱκεσία τῶν δούλων μου καὶ τῶν ἱερέων μου, δίνω ἄφεση στὸν Θεόφιλο τὸν ἄντρα σου. Κι ἔπειτα λέγει στοὺς ἀπαγωγεῖς του: Λύστε τον καὶ παράδώστε τον στὴν γυναίκα του. Κι αὐτὴ τὸν πῆρε κι ἔφυγε ὅλο χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Κι ἀμέσως τῆς ἔφυγε ὁ ὕπνος.

Αὐτὰ εἶδε ἡ Βασίλισσα Θεοδώρα. Ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος τώρα ἀφοῦ ἔγιναν οἱ δεήσεις καὶ οἱ εὐχὲς ὑπὲρ τοῦ Θεοφίλου, πῆρε ἕνα κοινὸ χαρτί, κι ἔγραψε σ’ αὐτὸ τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν αἱρετικῶν βασιλέων, καὶ συμπεριέλαβε καὶ αὐτὸ τοῦ Θεοφίλου, καὶ τὰ τοποθέτησε κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα. Τὴν Παρασκευή, βλέπει κι αὐτὸς ἕναν φοβερὸ Ἄγγελο νὰ εἰσέρχεται μέσα στὸν μεγάλο Ναό, καὶ νὰ τὸν πλησιάζει καὶ λέγεται ὅτι τοῦ εἶπε:

Εἰσακούσθηκε ἡ δέησή σου, Ἐπίσκοπε, κι ἔτυχε συγγνώμης ὁ βασιλιὰς Θεόφιλος. Μὴν ἔνοχλεῖς λοιπὸν ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἄλλο τὸν Θεὸ γι’ αὐτόν. Κι αὐτὸς θέλοντας νὰ δοκιμάσει ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ ὅραμά του, πῆρε τὸ χαρτὶ τὸ ξετύλιξε καὶ εἶδε, ὢ Θεέ μου ἡ κρίση Σου- ὅτι εἶχε ἀπαλειφθεῖ ἀπὸ Θεοῦ τελείως τὸ ὄνομα τοῦ Θεόφιλου. Τὄμαθε αὐτὸ ἡ Βασίλισσα καὶ καταχάρηκε καὶ στέλνει μήνυμα στὸν Πατριάρχη νὰ συναθροίσει ὅλο τὸν λαό, μαζὶ μὲ τοὺς τίμιους Σταυροὺς καὶ τὶς ἅγιες Εἰκόνες στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία ὥστε νὰ ἀποδοθεῖ στὴν Ἐκκλησία τὸ κόσμημα τῶν Εἰκόνων καὶ νὰ γίνει σὲ ὅλους γνωστὸ τὸ καινούργιο θαῦμα.

Καὶ πράγματι σχεδὸν ὅλοι μαζεύτηκαν στὴν Ἐκκλησία μὲ τὰ κεριά τους, καὶ παραβρέθηκε καὶ ἡ Βασίλισσα μὲ τὸν γιό της, κι ἐκεῖ ἔγινε ἡ Ἀκολουθία τῆς Λιτῆς καὶ μαζὶ μὲ τὶς ἅγιες Εἰκόνες καὶ τὰ θεῖα καὶ σεβάσμια ξύλα τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ ἱερὸ καὶ θεῖο Εὐαγγέλιο  ἔφτασαν ἀνακράζοντας τὸ Κύριε Ἐλέησον μέχρι τὸ λεγόμενο Μίλι. Κι ἔτσι πάλι ἐπέστρεψαν στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐτέλεσαν τὴν Θεία Λειτουργία ἐνῶ οἱ  ἅγιοι Ἄνδρες ποὺ ξεχώρισαν ἀναστήλωσαν τὶς ἅγιες καὶ σεβάσμιες εἰκόνες καὶ ἀνακηρύχθηκαν ὀρθῶς ὡς εὐσεβεῖς καὶ δοξάζοντες αὐτὲς, ἐνῶ οἱ ἀντίθετοι ποὺ ἀσέβησαν καὶ δὲν ἀποδέχτηκαν νὰ ἀποδώσουν τιμὴ στὶς ἅγιες εἰκόνες ἀποκηρύχθηκαν καὶ παραδόθηκαν στὸ Ἀνάθεμα.

Κι ἀπὸ τότε ὅρισαν αὐτοὶ οἱ ἅγιοι ὁμολογητὲς νὰ γίνεται ἐτησίως μὲ τὸν ἴδιο τρόπο αὐτὴ ἡ ἱερ πανήγυρις, γιὰ νὰ μὴν ξαναπέσουμε πάλι στὴν ἴδια ἀσέβεια.

Σάββατο Α ´ εβδομάδας Νηστειων (από τονΆγγελο Κ.)

7 Μαρτίου, 2020

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ Α΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα, τὸ Σάββατο τῆς Α΄ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, γιορτάζουμε τὸ παράδοξο θαῦμα διὰ τῶν Κολλύβων τοῦ ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.

Ὅταν πῆρε τὰ σκῆπτρα τῆς Βασιλείας ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, μετὰ τὸν Κωνστάντιο τὸν γιὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, καὶ ἐπανέφερε τὴν εἰδωλολατρία ἀντὶ γι τὸν Χριστιανισμό, ξέσπασε πολύ μεγάλος διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, καὶ φανερὰ καὶ στὰ κρυφά. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποφάσισε ὁ δυσσεβὴς νὰ τοὺς τιμωρεῖ σκληρὰ καὶ φανερὰ καὶ ἀπάνθρωπα, μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο βάζει σὲ πειρασμὸ τοὺς Χριστιανούς, ἀτιμάζοντάς τους καὶ ὑποτιμώντας τους, γιὰ νὰ μὴν πολλαπλασιάζονται.  Ἀποφάσισε λοιπὸν ὁ δόλιος καὶ ὁ ἀνόσιος τὸν τρόπο ποὺ θτος μιάνει χωρὶς αὐτὸ νὰ γίνει φανερό. Ἔτσι ἀφοῦ ἀφησε νὰ τηρηθεῖ ἡ χριστιανικὴ συνήθεια κατὰ τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, κάλεσε τὸν ἔπαρχο της πόλης καὶ τὸν διατάσσει νὰ ἐξαφανίσει τὰ συνηθισμένα ὤνια ποὺ πουλοῦσαν στὴν ἀγορά. Καὶ νὰ φέρει στὴν ἀγορὰ ἄλλα ψώνια, δηλαδὴ  τροφὲς καὶ ποτά, ποὺ τὰ εἶχαν ἀναμίξει πρωτύτερα  μὲ τὰ αματα τῶν θυσιῶν του κι ἔτσι καθὼς εἶχε μιάνει τὰ τρόφιμα θὰ τὰ ψώνιζαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ μιαίνονταν κι αὐτοί.

Ἀμέσως λοιπὸν ὁ Ἔπαρχος καταπιάνεται μὲ τὸ ἔργο καὶ πηγαίνει καὶ φέρνει τὰ φαγώσιμα καὶ τὰ ποτὰ, ποὺ ἦταν μιασμένα ἀπὸ τὶς θυσίες καὶ τὰ εἰδωλόθυτα, σὲ ὅλη τὴν ἀγορά.

Ἀλλὰ ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ βλέπει τὰ πάντα καὶ πιάνει τοὺς ἔξυπνους καὶ τοὺς σοφοὺς μέσα ἀπὸ τὶς πανουργίες τους, καὶ ποὺ προνοεῖ πάντα γιὰ μᾶς τοὺς δούλους του, διέλυσε καὶ τὰ μυσαρὰ ἐναντίον μας ἐπινοήματα τοῦ Παραβάτη. Στέλνει τὸν μέγα ἀθλοφόρο Θεόδωρο, ποὺ ἀνῆκε στὸ Τηρωνικὸ τάγμα καὶ γι’ αὐτὸ νομαζόταν Τήρωνας, στὸν Ἀρχιερέα τῆς Πόλεως Εὐδόξιο, ποὺ δὲν ἀνέβηκε μὲ ὄρθὸ τρόπο στὸν θρόνο, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ἐτύγχανε σεβασμοῦ. Καὶ μάλιστα τοῦ παρουσιάστηκε σὲ ὅραμα καὶ ὄχι σὲ ὄνειρο, ἔτσι ὅπως λέγεται. Σήκω γρήγορα καὶ σύναξε τὸ ποίμνιο τῶν Χριστιανῶν καὶ νὰ τοὺς προτρέψεις μὲ σιγουριὰ νὰ μὴν ψωνίσουν τίποτα ἀπὸτὴν ἀγορά. Γιατὶ αὐτὰ ἔχουν μιανθεῖ μὲ τὸ αμα τῶν θυσιῶν ἀπὸ τὸν ἀσαβέστατο Βασιλιά. Ἀλλὰ αὐτὸς ἀποροῦσε καὶ ρωτοῦσε: καὶ πόσο εὔκολο εἶναι αὐτὸ γι’αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν τὴν ἄνεση ἀπὸ τὸ σπίτι τους νὰ μὴν ψωνίσουν ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχουν βγεῖ στὴν ἀγορά; Κι ὁ Ἅγιος τοῦ λέει, νὰ τοὺς δώσεις κόλλυβα γιὰ νὰ παρηγορήσεις τὴν ἀνάγκη τους.  Κι αὐτὸς καθς δὲν ἤξερε, ἀποροῦσε καὶ ρωτοῦσε νὰ μάθει τί εἶναι τοῦτα τὰ κόλλυβα. Κι ὁ μέγας Θεὀδωρος τοῦ λέει: Τὸ βρασμένο σιτάρι. Ἔτσι συνηθίζαμε νὰ τὸ λέμε ἐμεῖς στοὺς Εὐχαΐτες. Ἀλλὰ ἤθελε ἀκόμη ὁ Πατριάρχης νὰ σιγουρευτεῖ καὶ γιὰ τοῦτο: καὶ ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ τὸ προμηθεύσει στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα; Κι ὁ Ἅγιος τοῦ λέει ἀμέσως: Ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Θεόδωρος. Αὐτὸς ποὺ μόλις στάλθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ βοηθός σας.

Σηκώθηκε λοιπον ἀμέσως ὁ Πατριάρχης καὶ ἀνήγγειλε στὸ πλῆθος τὸ ὅραμά του καὶ ἀφοῦ ἔτσι ἔκανε κράτησε τὸ ποίμνιο ἀμόλυντο ἀπὸ τὶς ἐπινοήσεις τοῦ ἐχθροῦ καὶ παραβάτη. Κι αὐτὸς ἀφοῦ εἶδε ὅτι ἡ ἐνέδρα του φανερώθηκε καὶ δὲν κατάφερε τίποτα καὶ ντροπιάστηκε γιὰ τὰ καλά, πρόσταξε νὰ ξαναφέρουν στὴν ἀγορὰ τὰ συνηθισμένα ψώνια. Καὶ ὁ λαὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑβδομάδα,  θέλοντας νὰ ἀποτίσουν εὐχαριστία στὸν εὐεργέτη κα μάρτυρα, αὐτὸ τὸ Σάββατο ἀποφάσισαν νὰ τὸ τιμήσουν διὰ τῶν Κολλύβων, ἀγαλλόμενοι τὴν μνήμη του. Ἀπὸ τότε λοιπὸν μέχρι σήμερα, οἱ πιστοὶ ἀνανεώνουμε τὸ θαῦμα γιὰ νὰ μὴν τὸ σβήσει ὁ χρόνος, αὐτὸ τὸ τόσο μεγάλο κατόρθωμα τοῦ Μάρτυρος, καὶ δοξάζουμε τὸν μέγα Θεόδωρο διὰ τῶν Κολλύβων.

Αὐτὸν τὸν μέγα Θεόδωρο ὁ ἀσεβὴς Βρίγγας ἐπὶ Μαξιμίνου τὸν κατήγγειλε ὅτι κατέστρεψε πρῶτα καὶ μετὰ ἔβαλε φωτιὰ στὸ ναὸ τῆς θεᾶς τους, κι ὅτι τὰ στολίδια τοῦ ναοῦ τὰ μοίρασε στοὺς φτωχούς. Μερικοὶ μάλιστα τοῦ ζήτησαν τὸν λόγο καὶ θέλανε νὰ τὸν διώξουν καὶ τὸν συμβούλευαν νὰ φύγει, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν τὸ δέχτηκε. Ὑπέμεινε λοιπὸν πολλὰ πάθη κι ὕστερα

ἀνάψανε ἕνα καμίνι μεγάλο καὶ τὸν πετάξανε μέσα. Μὰ χωρὶς νὰ πάθει  τίποτα ἀπὸ τὴν κάμινο, μέσα σ’ ἐκείνη τὴν κάμινο παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.

Μεγάλη Σαρακοστή,πορεία προς το Πάσχα-π.Αλ.Σμεμαν-

2 Μαρτίου, 2020

Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, ἡ Ἑορτὴ Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατὶ αὐτὴ ἀποκαλύπτει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή μας.

Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴκαὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.

Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρὰ; Γιατί ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιά ἔννοια ἐορτάζομεν», καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουμε «θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσινἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν…;»

Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις ἡ ἀπάντηση εἶναι: ἡ νέα ζωὴ ἡ ὁποία πρὶν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες περίπου χρόνια «ἀνέτειλεν ἐκ τοῦ τάφου», προσφέρθηκε σὲ μᾶς, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό. Μᾶς δόθηκε τὴ μέρα ποὺ βαφτιστήκαμε, τὴ μέρα δηλαδὴ ποὺ ὅπως λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος: «συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).

Ἔτσι τὸ Πάσχα πανηγυρίζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν γεγονὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἀκόμη γίνεται σὲ μᾶς. Γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔλαβε τὸ δῶρο αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ ζήσει διὰ μέσου της. Εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ ριζικὰ ἀλλάζει τὴ διάθεσή μας ἀπέναντι σὲ κάθε κατάσταση αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἀπέναντι στὸ θάνατο. Μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ ἐπιβεβαιώνουμε θριαμβευτικὰ τό: «νικήθηκε ὁ θάνατος».

Φυσικὰ ὑπάρχει ἀκόμα ὁ θάνατος, εἶναι σίγουρος, τὸν ἀντιμετωπίζουμε, καὶ κάποια μέρα θὰ ἔρθει καὶ γιὰ μᾶς. Ἀλλὰ ὅλη ἡ πίστη μας εἶναι ὅτι μὲ τὸ δικό Του θάνατο ὁ Χριστὸς ἄλλαξε τὴ φύση ἀκριβῶς τοῦ θανάτου. Τὸν ἔκανε πέρασμα-διάβαση, «Πάσχα», στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μεταμορφώνοντας τὴ δραματικότερη τραγωδία σὲ αἰώνιο θρίαμβο, σὲ νίκη. Μὲ τὸ θανάτῳ θάνατον πατήσας», μᾶς ἔκανε μέτοχους τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀκριβῶς γι αὐτὸ στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς Ἀνάστασης -στὸν Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμο- λέμε θριαμβευτικά: Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι». Τέτοια εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ φανερώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἀναρίθμητων ἁγίων της.

Ἀλλὰ μήπως δὲ ζοῦμε καθημερινὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ πίστη σπάνια γίνεται καὶ δική μας ἐμπειρία; Μήπως δὲ χάνουμε πολὺ συχνὰ καὶ δὲν προδίνουμε αὐτὴ τὴ νέα ζωὴ ποὺ λάβαμε σὰν δῶρο, καὶ στὴν πραγματικότητα ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ σὰν νὰ μὴν ἔχει νόημα γιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ μοναδικὸ γεγονὸς; Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας μας, τῆς ἀνικανότητάς μας νὰ ζοῦμε σταθερὰ μὲ πίστη ἐλπίδα καὶ ἀγάπη», στὸ ἐπίπεδο ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἀνέβασε ὁ Χριστὸς ὅταν εἶπε: Ζητεῖτε πρώτον τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ. Ἁπλούστατα ἐμεῖς ξεχνᾶμε ὅλα αὐτὰ γιατὶ εἴμαστε τόσο ἀπασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στὶς καθημερινὲς ἔγνοιες μας καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ξεχνᾶμε, ἀποτυχαίνουμε.

Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ λησμοσύνη, τὴν ἀποτυχία καὶ τὴν ἁμαρτία ἡ ζωή μας γίνεται ξανὰ παλαιὰ», εὐτελής, σκοτεινὴ καὶ τελικὰ χωρὶς σημασία, γίνεται ἕνα χωρὶς νόημα ταξίδι γιὰ ἕνα χωρὶς νόημα τέρμα.

Καταφέρνουμε νὰ ξεχνᾶμε ἀκόμα καὶ τὸ θάνατο καὶ τελικά, ἐντελῶς αἰφνιδιαστικά, μέσα στὶς «ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς» μᾶς ἔρχεται τρομακτικός, ἀναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεῖ κατὰ καιροὺς νὰ παραδεχόμαστε τὶς ποικίλες ἁμαρτίες μας καὶ νὰ τὶς ἐξομολογούμαστε, ὅμως ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴν ἀναφέρουμε τὴ ζωή μας σ᾿ ἐκείνη τὴ νέα ζωὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε καὶ μᾶς ἔδωσε.

Πραγματικὰ ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἦρθε ποτὲ Ἐκεῖνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ ἁμαρτία, ἡ ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ἀπύθμενη θλίψη καὶ τραγωδία ὅλων τῶν κατ᾿ ὄνομα χριστιανῶν. Ἂν τὸ ἀναγνωρίζουμε αὐτό, τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τί εἶναι τὸ Πάσχα καὶ γιατὶ χρειάζεται καὶ προϋποθέτει τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατὶ τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλος ὁ κύκλος τῶν ἀκολουθιῶν της ὑπάρχουν, πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ξαναβροῦμε τὸ ὅραμα καὶ τὴν γεύση αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς, ποὺ τόσο εὔκολα χάνουμε καὶ προδίνουμε, καὶ ὕστερα νὰ μπορέσουμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν Ἐκκλησία.

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ ἐπιθυμοῦμε κάτι ποὺ δὲν τὸ ξέρουμε; Πῶς μποροῦμε ἂν βάλουμε πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο στὴ ζωή μας κάτι ποὺ ποτὲ δὲν ἔχουμε δεῖ καὶ δὲν ἔχουμε χαρεῖ; Μὲ ἄλλα λόγια: πῶς μποροῦμε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητήσουμε μιὰ Βασιλεία γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἔχουμε ἰδέα;

Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ εἶναι ἀκόμα καὶ τώρα ἡ εἴσοδος καὶ ἡ ἐπικοινωνία μας μὲ τὴ νέα ζωὴ τῆς Βασιλείας. Μέσα ἀπὸ τὴ λειτουργική της ζωὴ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει ἐκεῖνα ποὺ ὀφθαλμὸς οὐκ οἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Κορ. 2,9). Καὶ στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, σὰν καρδιά της καὶ μεσουράνημά της, σὰν ἥλιος ποὺ οἱ ἀκτίνες του διαπερνοῦν καθετὶ – εἶναι τὸ Πάσχα.

Τὸ Πάσχα εἶναι ἡ πόρτα, ἀνοιχτὴ κάθε χρόνο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὑπέρλαμπρη Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πρόγευση τῆς αἰώνιας χαρᾶς ποὺ μᾶς περιμένει, εἶναι ἡ δόξα τῆς νίκης ἡ ὁποία ἀπὸ τώρα, ἂν καὶ ἀόρατη, πλημμυρίζει ὅλη τὴν κτίση: νικήθηκε ὁ θάνατος». Ὁλόκληρη ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὀργανωμένη γύρω ἀπὸ τὸ Πάσχα, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ λειτουργικὸς χρόνος, δηλαδὴ ἡ διαδοχὴ τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν ἑορτῶν, γίνεται ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα στὸ Πάσχα, ποὺ εἶναι τὸ Τέλος καὶ ποὺ ταυτόχρονα εἶναι ἡ Ἀρχή. Εἶναι τὸ τέλος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀποτελοῦν τὰ παλαιὰ» καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς «νέας ζωῆς», μιὰ συνεχὴς «διάβαση ἀπὸ τὸν «κόσμο τοῦτο» στὴν Βασιλεία ποὺ ἔχει ἀποκαλυφτεῖ ἐν Χριστῷ.

Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἡ παλαιὰ» ζωή, ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μικρότητας, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξεπεραστεῖ καὶ ν᾿ ἀλλάξει. Τὸ Εὐαγγέλιο περιμένει καὶ ζητάει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνει μιὰ προσπάθεια ἡ ὁποία, στὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται τώρα ὁ ἄνθρωπος, εἶναι οὐσιαστικὰ ἀπραγματοποίητη. Ἀντιμετωπίζουμε μία πρόκληση. Τὸ ὅραμα, ὁ στόχος, ὁ τρόπος τῆς νέας ζωῆς εἶναι γιὰ μᾶς μία πρόκληση ποὺ βρίσκεται τόσο πολὺ πάνω ἀπὸ τὶς δυνατότητές μας!

Γι᾿ αὐτό, ἀκόμα καὶ οἱ Ἀπόστολοι, ὅταν ἄκουσαν τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου Τὸν ρώτησαν ἀπελπισμένα: τὶς ἄρα δύναται σωθῆναι; (Ματθ. 19,26). Στ’ ἀλήθεια δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο ν’ ἀπαρνηθεῖς ἕνα ἀσήμαντο ἰδανικὸ ζωῆς καμωμένο μὲ τὶς καθημερινὲς φροντίδες, μὲ τὴν ἀναζήτηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, μὲ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν ἀπόλαυση καὶ νὰ δεχτεῖς ἕνα ἄλλο ἰδανικὸ ζωῆς τὸ ὁποῖο βέβαια δὲν στερεῖται καθόλου τελειότητας στὸ σκοπὸ του: Γίνεσθε τέλειοι ὡς ὁ Πατὴρ ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν.

Αὐτὸ ὁ κόσμος μὲ ὅλα του τὰ μέσα» μᾶς λέει: νὰ εἶσαι χαρούμενος, μὴν ἀνησυχεῖς, ἀκολούθα τὸν «εὐρὺ» δρόμο. Ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο λέει: διάλεξε τὸ στενὸ δρόμο, ἀγωνίσου καὶ ὑπόφερε, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴ μόνη ἀληθινὴ εὐτυχία. Καὶ ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν βοηθάει πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ φοβερὴ ἐκλογὴ; Πῶς μποροῦμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν ὑπέροχη ὑπόσχεση ποὺ μᾶς δίνεται κάθε χρόνο τὸ Πάσχα;

Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ἐμφανίζεται ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Αὐτὴ εἶναι ἡ χείρα βοηθείας» ποὺ ἁπλώνει σὲ μᾶς ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι τὸ σχολεῖο τῆς μετάνοιας ποὺ θὰ μᾶς δώσει δύναμη νὰ δεχτοῦμε τὸ Πάσχα ὄχι σὰν μιὰ ἁπλὴ εὐκαιρία νὰ φᾶμε, νὰ πιοῦμε, ν᾿ ἀναπαυτοῦμε, ἀλλά, βασικά, σὰν τὸ τέλος τῶν «παλαιῶν» ποὺ εἶναι μέσα μας καὶ σὰν εἴσοδό μας στὸ νέο.

Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ὁ βασικὸς σκοπὸς τῆς Σαρακοστῆς ἦταν νὰ προετοιμαστοῦν οἱ Κατηχούμενοι, δηλαδὴ οἱ νέοι ὑποψήφιοι χριστιανοί, γιὰ τὸ βάπτισμα πού, ἐκεῖνο τὸν καιρό, γίνονταν στὴ διάρκεια τῆς ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία δὲν βαφτίζει πιὰ τοὺς χριστιανοὺς σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ ὁ θεσμὸς τῆς κατήχησης δὲν ὑπάρχει πιά, τὸ βασικὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς παραμένει τὸ ἴδιο. Γιατί, ἂν καὶ εἴμαστε βαφτισμένοι, ἐκεῖνο ποὺ συνεχῶς χάνουμε καὶ προδίνουμε εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λάβαμε στὸ Βάπτισμα.

Ἔτσι τὸ Πάσχα γιὰ μᾶς εἶναι ἡ ἐπιστροφή, ποὺ κάθε χρόνο κάνουμε, στὸ βάπτισμά μας καὶ ἑπομένως ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ προετοιμασία μας γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιστροφὴ, ἡ ἀργὴ ἀλλὰ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ πραγματοποιήσουμε τελικὰ τὴ δική μας διάβαση», τὸ Πάσχα» μας στὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Τὸ ὅτι, καθὼς θὰ δοῦμε, οἱ ἀκολουθίες στὴ σαρακοστιανὴ λατρεία διατηροῦν ἀκόμα καὶ σήμερα τὸν κατηχητικὸ καὶ βαπτιστικὸ χαρακτήρα, δὲν εἶναι γιατὶ διατηροῦνται «ἀρχαιολογικὰ» ἀπομεινάρια, ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ ζωντανὸ καὶ οὐσιαστικὸ γιὰ μᾶς.

Γι αὐτὸ κάθε χρόνο ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα εἶναι, μιὰ ἀκόμα φορά, ἡ ἀνακάλυψη καὶ ἡ συνειδητοποίηση τοῦ τί γίναμε μὲ τὸν «διὰ βαπτίσματός» μας θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση. Ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα! Καθὼς τὸ ἀρχίζουμε, καθὼς κάνουμε τὸ πρῶτο βῆμα στὴ χαρμολύπη» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς βλέπουμε -μακριά, πολὺ μακριὰ- τὸν προορισμό. Εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Λαμπρῆς, εἶναι ἡ εἴσοδος στὴ δόξα τῆς Βασιλείας. Εἶναι αὐτὸ τὸ ὅραμα, ἡ πρόγευση τοῦ Πάσχα, ποὺ κάνει τὴ λύπη τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς χαρά, φῶς, καὶ τὴ δική μας προσπάθεια μιὰ πνευματικὴ ἄνοιξη.

Ἡ νύχτα μπορεῖ νὰ εἶναι σκοτεινὴ καὶ μεγάλη, ἀλλὰ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τοῦ δρόμου μιὰ μυστικὴ καὶ ἀκτινοβόλα αὐγὴ φαίνεται νὰ λάμπει στὸν ὁρίζοντα. «Μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς ἀπὸ τῆς προσδοκίας ἡμῶν, Φιλάνθρωπε!».

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», ἐκδόσεις «Ἀκρίτας

Περί της Κυριακής της Τυρινης (ἀπὸ Ἂγγελο Κ.)

1 Μαρτίου, 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Τὴν ἴδια μέρα μνημονεύουμε τὴν ἐξορία τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου.

Ὁ κόσμος ὰς θρηνήσει πικρὰ μὲ τοὺς γενάρχες

Ποὺ ἔπεσε μαζὶ μ’ αὐτοὺς ποὺ πέσανε ἀπ’ τὴν γλυκιὰ τὴν βρώση.

Αὐτὴν τὴν ἀνάμνηση οἱ Ἅγιοι Πατέρες τὴν τοποθέτησαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἁγία Τεσσαρακοστὴ σὰ νὰ ἀναδεικνύουν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ κάποια πράγματα, πόσο δηλαδὴ ὠφέλιμο εἶναι τὸ φάρμακο τῆς νηστείας γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, καὶ πάλι πόσο μεγάλη εἶναι ἡ αἰσχρότητα τῆς ἀδηφαγίας καὶ τῆς ἀνυπακοῆς. Παραλείποντας οἱ Πατέρες ὅσα ἄπειρα ἐπὶ μέρους γίνονται ἐξ αἰτίας της, μᾶς προβάλλουν τὸν πρωτόπλαστο Ἀδὰμ πόσο κακὸ ἔπαθε ποὺ δὲν νήστεψε γιὰ λίγο κι ἀπὸ ἐκεῖ παρέσυρε καὶ τὴν δική μας φύση, παρουσιάζοντας μὲ σαφήνεια ὅτι τὸ πρῶτο παράγγελμα τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ καλὸ τῆς νηστείας. Ἐκεῖνος καθὼς δὲν κράτησε τὴ νηστεία ἀλλὰ ἀκολούθησε τὴν γαστέρα, ἢ μᾶλλοντὸν πλάνο ὄφι μέσω τῆς Εὔας, ὄχι μόνο δὲν ἔγινε Θεός, ἀλλὰ καὶ τὸν θάνατο  προκάλεσε καὶ μετέδωσε τὸν μολυσμὸ σ’ ὅλο τὸ γένος.

Γιὰ τὴν τρυφὴ λοιπὸν τοῦ πρώτου Ἀδάμ, ὁ Κύριος νήστεψε σαράντα μέρες κι ἔκανε ὑπακοή. Καὶ γιὰ χάρη του ἐπινοήθηκε ἡ παροῦσα  ἁγία  Τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε μὲ τὴν νηστεία, ὅσοι τὴν κρατήσουμε αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνος, ὁ Ἀδὰμ δηλαδή, ποὺ δὲν τὴν κράτησε ἔπαθε χάνοντας τὴν ἀφθαρσία.

Ἄλλωστε ὅπως εἴπαμε προηγουμένως ὁ σκοπὸς τῶν Ἁγίων αὐτὸς εἶναι, νὰ συμπεριλάβουν ἐν βραχεῖ ὅσα ἔγιναν ἀπ’ τὸν Θεὸ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος. Καὶ ἐπειδὴ αἰτία ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ παράβαση καὶ ἡ ἔκπτωση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν τρυφή, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο τοποθετοῦν τώρα αὐτὴν ὥστε μνημονεύοντας ἐκείνους νὰ ἀποφύγουμε αὐτὴ τὴν πτώση καὶ νὰ μὴν ζηλέψουμε τὴν ἀκράτεια γενικῶς.

Τὴν ἕκτη μέρα πλάστηκε ὁ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ τιμήθηκε μὲ τὸ κατ’ εἰκόνα διὰ ἐμφυσήματος κι ἀμέσως ἔλαβε τὴν ἐντολὴ κι ἔμεινε ἕξι ὧρες στὸν Παράδεισο. Ὁ Ἑβραῖος Φίλων λέει ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἔκανε ἑκατὸ χρόνια στὸν Παράδεισο. Κι ἄλλοι λένε ἑπτὰ ἡμέρες ἢ χρόνια, γιὰ νὰ τιμήσουν τὸν συμβολικὸ ἀριθμὸ ἑπτά. Ἀλλὰ ὅτι κατὰ τὴν ἕκτη ὥρα ἅπλωσε τὰ χέρια κι ἔπιασε τὸν καρπὸ τὸ δήλωσε καὶ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, ποὺ τὴν ἕκτη ἡμέρα καὶ ὥρα ἅπλωσε τὶς παλάμες στὸν Σταυρό, γιατρεύοντας τὸν ὄλεθρο ἐκείνου. Καὶ δημιουργήθηκε στὸ μέσον μεταξὺ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας γιὰ νὰ στραφεῖ μὲ ἐλεύθερη βούληση σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο καὶ ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο θὰ συγκατανεύσει ἐκεῖνο καὶ θὰ ἀποκτήσει. Μποροῦσε βέβαια ὁ Θεὸς νὰ τὸν κάνει ἀναμάρτητο· ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνει καὶ κατόρθωμα τῆς δικῆς του προαιρέσεως γι’αὐτὸ καὶ τοῦ δίνει τὸν νόμο: ὅλους τοὺς καρποὺς νὰ τοὺς ἀγγίζει ἀλλὰ ἐκεῖνον ὄχι. Ἴσως νὰ ἐννοεῖ τὴν ἐπίγνωση τῆς θείας δύναμης ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα, ἀλλὰ νὰ μὴν γνωρίζει καθόλου τὴ φύση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ μάλιστα λέει καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ποὺ φιλοσοφώντας ὑποστηρίζει ὅτι τὸ ξῦλο ( ὁ καρπὸς) εἶναι οἱ θεῖες ἔννοιες. Δηλαδή, ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὸν Ἀδὰμ νὰ μεριμνᾶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα στοιχεῖα καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες ποιότητες καὶ ὅλα νὰ τὰ σκέφτεται καὶ νὰ τὰ ξανασκέφτεται μὲ τὸν νοῦ του καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ δοξάζει τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ τρυφή. Ἴσως καὶ γιὰ τὴν δική του ἀνθρώπινη φύση. Ἀλλὰ περὶ Θεοῦ, ποια εἶναι ἡ φύση του καὶ ποῦ καὶ πῶς δημιούργησε τὸ πᾶν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, αὐτὸ καθόλου δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀναζητεῖ. Κι ὅμως αὐτὸς ἄφησε τὰ ἄλλα κι ἄρχισε νὰ ἐρευνᾶ τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ περιεργαζόταν ἐπακριβῶς τὴν φύση Του καὶ καθὼς λοιπὸν ἦταν ἀκόμα ἀτελὴς καὶ ἁπλούστατος καὶ νήπιος γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήματα ἐξέπεσε  ἀφοῦ ὁ Σατανᾶς τοῦ ἐνέβαλε τὴν φαντασία τῆς θεώσεως διὰ τῆς Εὔας.

Ὁ δὲ μέγας καὶ θεῖος Χρυσόστομος λέει ὅτι τὸ ξῦλο ( ὁ καρπὸς) ἐκεῖνο ἔχει διπλῆ δύναμη καὶ λέει ἀπίσης ὅτι ὁ Παράδεισος εἶναι στὴ γῆ καὶ φιλοσοφεῖ ὅτι εἶναι νοητὸς καὶ αἰσθητός, ὅπως καὶ ὁ Ἀδὰμ εἶχε ἀμφότερες τὶς ἰδιότητες καθὼς ἦταν στὸ ματαίχμιο μεταξὺ φθορᾶς και ἀφθαρσίας, διασώζοντας μαζὶ καὶ τὴν γραφὴ χωρὶς πάλι νὰ ἐπιμένει κατὰ γράμμα.

Λένε μάλιστα μερικοὶ ὅτι τὸ ξῦλο ἐκεῖνο τῆς παρακοῆς εἶναι ἡ συκιά. Γιατὶ μόλις ἀντιλήφθηκαν τὴν γύμνωσή τους, τὰ φύλλα ἐκείνης χρησιμοποίησαν καὶ σκεπάστηκαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἐπειδὴ αὐτὴ ἔγινε ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς παραβάσεως τὴν καταράστηκε. Φἐρνει λίγο καὶ πρὸς τὴν ἁμαρτία. Πρῶτα σὲ γλυκαίνει. Ἔπειτα ἀπὸ τὰ φύλλα της ἔχει κάτι τὸ τραχύ. Καὶ τέλος τὸ κολλῶδες διὰ τοῦ γάλακτος.

Ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ ποὺ ἑρμηνεύουν τὸ ξῦλο ἐκεῖνο μὲ τὴν συνεύρεση τῆς Εὔας καὶ τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ δὲν εἶναι σωστό.

κανε λοιπὸν τὴν παράβαση καὶ φόρεσε τὴν θνητὴ σάρκα καὶ ἔλαβε τὴν κατάρα καὶ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ προστάχθηκε ὁ Ἄγγελος νὰ φυλάει τὴν πύλη τοῦ Παραδείσου μὲ τὴν φλόγινη ρομφαία. Κι αὐτὸς καθόταν ἀπέναντι κι ἔκλαιγε ποὺ στερήθηκε τόσα ἀγαθὰ ἐπειδὴ δὲν νήστεψε  γιὰ λίγο καιρὸ κι ἐπειδὴ ἐξ αἰτίας του εἶχε τὴν ἴδια μοίρα μ’ ἐκεῖνον σύμπαν τὸ γένος μας. Ἕως ὅτου ὁ Πλάστης μας ἐλέησε τὴν φύση μας ποὺ τὴν λυμαινόταν ὁ Σατανᾶς καὶ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο καὶ ἔζησε ἄριστο βίο ὐποδεικνύοντάς μας τὴν ὁδὸ μὲ τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔκανε ὁ Ἀδάμ, δηλαδὴ τὴν νηστεία καὶ τὴν ταπείνωση κι ἀφοῦ νίκησε ἐπιδέξια αὐτὸν ποὺ μᾶς ἐξαπάτησε, μᾶς ὁδήγησε πάλι στὸ ἀρχαῖο μας ἀξίωμα.

Ὅλα αὐτὰ οἱ θεοφόροι Πατέρες θέλοντας νὰ τὰ παραστήσουν μέσα ἀπὸ τὸ ὁλόκληρο Τριώδιο, πρῶτα μᾶς ἔβαλαν τὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κι ἀπὸ αὐτὰ πρῶτα τὴν Δημιουργία καὶ τὴν ἔκπτωση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν τρυφὴ, τὴν ὁποία μνημονεύσαμε λίγο πρίν, κι ἔπειτα ὅλα τὰ ὑπόλοιπα μέσα ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Μωϋςῆ, τῶν Προφητῶν καὶ πολὺ περισσότερο τοῦ Δαυίδ καὶ κάποια ἄλλα ἀκόμα ποὺ μᾶς μεταδίσουν τὴν χάρη. Ἔπειτα κατὰ τὴν τάξη καὶ τὰ τῆς Κιανῆς Διαθήκης. Ἐκ τῶν ὁποίων πρῶτα εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς σύμφωνα μὲ τὴν ἀνείπωτη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ποὺ πάντα πέφτει μέσα στὴν ἁγία Τεσσαρακοστή. Μετὰ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα μὲ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ποὺ ἀναγινώσκονται, καὶ τὰ ἅγια καὶ σωτήρια Πάθη τοῦ Χριστοῦ ποὺ καταλεπτῶς ὐμνοῦνται. Ἔπειτα καὶ ἡ Ἀνάσταση καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέχρι τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὶς ἱερὲς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ποὺ διακηρύττουν πῶς κηρύχτηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς συνάχθηκαν οἱ Ἅγιοι ἐπὶ τὸ αὐτό. Οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων βεβαιώνουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπὸ τὰ θαύματα.

Ἐπειδὴ λοιπὸν γιὰ νὰ μὴ νηστέψει μιὰ φορὰ ὁ Ἀδὰμ πάθαμε αὐτὰ ποὺ πάθαμε, προηγεῖται τώρα ἡ δική του ἀνάμνηση μὲ τὴν εἴσοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς. Γιὰ νὰ θυμηθοῦμε πόσο μεγάλο κακὸ προκάλεσε μὲ τὸ νὰ μὴν νηστέψει κα νὰ φροντίσουμε νὰ ὑποδεχθοῦμε τὴν νηστεία περιχαρεῖς. καὶ νὰ ἔχουμε τὸν νοῦ μας ὥστε νὰ πετύχουμε ἐκεῖ ποὺ ὁ Ἀδὰμ ἀστόχησε. Ὀδυρόμενοι, νηστεύοντες και ταπεινούμενοι μέχρις ὅτιυ δεχθοῦμε τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ χωρὶς τὴν ἐπίσκεψή του δὲν εἶναι εὔκολο νὰ λάβουμε αὐτὸ ποὺ χάσαμε.

Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι τὸ ἕν δέκατο ὅλου τοῦ ἔτους. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀπὸ ραθυμία δὲν νηστεύουμε πάντα καὶ δὲν ἐπιλέγουμε νὰ ἀπέχουμε ἀπὸ τὸ κακό, μᾶς τὴν παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες σὰν ἕνα θέρος τῶν ψυχῶν. Σὰ νὰ πρόκειται, ὅσα ἄτοπα διαπράξαμε ὅλο τὸν χρόνο, τώρα μὲ τὴν συντριβὴ καὶ μὲ τὴν ταπείνωση διὰ τῆς νηστείας νὰ τὰ ἀπαλείψουμε γι’αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὴν τηροῦμε μὲ περισσότερη ἀκρίβεια. Ἀλλὰ βέβαια καὶ τὶς ὑπόλοιπες τρεῖς, ἐννοῶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Σαρανταημέρουτὶς ὅρισαν οἱ Πατέρες κατ’ἀναλογία μὲ τὶς τέσσερις ἐποχὲς τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ αὐτὴν ἐδῶ τὴν τίμησαν περισσότερο ἐξ αἰτίας τῶν Ἁγίων Παθῶν, ἀλλὰ καἰ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς αὐτὴ τὴ νηστεία νήστεψε καὶ δοξάστηκε, ἀλλὰ καὶ ὁ Μωϋσῆς σαράντα μέρες νήαστεψε καὶ ἔλαβε τὸν Νόμο, ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Ἠλίας καὶ ὁ Δανιὴλ καὶ τόσοι ἄλλοι ποὺ τιμηθήκανε ἀπὸ τὸν Θεό.

Ὅτι εἶναι καλὴ ἡ νηστεία τὸ ἀποδεικνύει ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ὁ Ἀδάμ. Γι’αὐτὴ λοιπὸν τὴν αἰτία καὶ ἡ ἐξορία τοῦ Ἀδὰμ θεσπίστηκε ἀπὸ τοὺς Ἅγιους Πατέρες.

Σάββατο της Τυρινης (Από τον Άγγελο Κ.)

29 Φεβρουαρίου, 2020

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα κάνουμε τὸ μνημόσυνο ὅλων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν.

Γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν Δικαίων ποὺ ἡ μνήμη τους  παντοτινὴ θὰ μείνει

σὰν Χοὲς  που θὰ μείνουν,προσκομίζω τοὺς λόγους

Ἤρεμα μὲ τὶς προηγούμενες γιορτὲς οἱ θεοφόροι Πατέρες μᾶς παιδαγώγησαν καὶ μᾶς ἑτοίμασαν γιὰ τὸ στάδιο τοῦ ἀγώνα, ἀπομακρύνοντάς μας ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ τὸν κόρο καὶ μᾶς κατάρτισαν στοιχειωδῶς μὲ τὸν φόβο τῆς μέλλουσας κρίσης. Μὲ τὴν Ἑβδομάδα τῆς Τυροφάγου ὅπως πρέπει μᾶς προετοίμασαν μὲ τὸν καθαρισμὸ καὶ ἀνάμεσα ἔθεσαν τὶς δύο νηστεῖες γιὰ νὰ μᾶς παρακινήσουν σιγὰ-σιγὰ γιὰ τὴν μεγάλη νηστεία. Νὰ λοιπὸν ποὺ καὶ ὅσους ἔζησαν ὁσιακὰ καὶ ξέχωρα, μαζὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες τοὺς ἔβαλαν στὴ μέση, σὰ νὰ θέλουν νὰ μᾶς κάνουν πιὸ δυνατοὺς γιὰ τὸ στάδιο τῆς νηστείας μὲ τὴν μνημόνευση αὐτῶν καὶ τῶν ἀγώνων τους, ἔχοντας τοῦς βίους ἐκείνων δὰν ὁδηγὸ καὶ ὑπογραμμὸ καὶ ἀποσπώντας ἀπὸ αὐτοὺς τὴν συμμαχία καὶ τὴν ἀρωγή, νὰ δοθοῦμε στοῦς πνευματικοῦς ἀγῶνες, ἀναλογιζόμενοι ὅτι καὶ αὐτοὶ μοιράζονται μὲ μᾶς τὴν ἴδια φύση.

Ὅπως ἀκριβῶς οἱ στρατηγοὶ ὅταν ἔχουν παραταχθεῖ τὰ στρατεύματα, καὶ ἤδη στέκονται κατὰ μέτωπο, μὲ λόγια καὶ μὲ παραδείγματα καὶ μὲ μνῆμες ἀρχαίων ἀνδρῶν ποὺ ὑπῆρξαν ἄριστοι στρατηγοὶ καὶ ἐπέδειξαν ἀνδρεία ἐρεθίζουν καὶ τὸν δικό τους στρατὸ κι ἔτσι κι ἐκεῖνοι ἐνδυναμώνονται καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς νίκης ὁλόψυχα ρίχνονται στη μάχη, ἔτσι καὶ τώρα οἱ θεοφόροι Πατέρες σοφὰ πράττουν. Καὶ τοὺς ἄντρες καὶ τὶς γυναῖκες, μὲ τὸ παράδειγμα αὐτῶν ποὺ ἔζησαν ὁσιακά, τοὺς δυναμώνουν γιὰ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Ἔτσι μὰς ὁδηγοῦν στὸ στάδιο τῆς νηστείας γιὰ νὰ καλλιεργοῦμε τὶς ἀρετὲς βλέποντας τὸν βίο ἐκείνων ὡς ἀρχέτυπο καὶ ὄχι ἐπιπόλαια, καθὼς στὸν καθένα προηγουμένως ἔχει προστεθεῖ δύναμη μὲ τὴν ἀγάπη καὶ μὲ τὴν μετὰ νοὸς ἀποχὴ ἀπὸ τὰ ἄσεμνα ἔργα καὶ τὶς πράξεις. Ἔτσι δηλαδὴ καὶ ἡ νηστεία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀποξένωση μόνο ἀπὸ τὶς  τροφές, ἀλλὰ εἶναι καλὴ ἀλλοίωση καὶ τῆς γλώσσας καὶ τῆς ψυχῆς καὶ τῶν ματιῶν καὶ μὲ ἕνα λόγο ἡ ἀποχὴ καὶ ἡ ἀλλοτρίωση παντὸς κακοῦ.

Γι’αὐτὴ τὴν αἰτία, οἱ Ἅγιοι Πατέρες κατέταξαν ἐδῶ τὴν παροῦσα μνήμη ὅλων τῶν Ἁγίων, ὁδηγώντας μπροστά μας ὅσους εὐαρέστησαν τὸν Θεὸ μὲ τὴ νηστεία καὶ μὲ ἄλλα καλὰ καὶ ἀγαθὰ ἔργα. Κι ἔτσι παρωθοῦν κι ἐμᾶς μὲ τὴν εἰκόνα αὐτῶν πρὸς τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν καὶ μᾶς ὁπλίζουν γενναία ἐνάντια στὰ πάθη καὶ τοὺς δαίμονες καὶ μὲ ποιό τρόπο βάζοντας αὐτοὺς ὡς θεμέλιο καὶ ἂν κι ἐμεῖς δείξουμε τὴν ἴδια σπουδὴ μ’αὐτούς, δὲν θὰ ὑπάρξει κανένα ἐμπόδιο γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς τὰ ἴδια βραβεῖα μ’ αὐτούς. Γιατί κι αὐτοὶ μοιράζονται τὴν ἴδια φύση.

Γιὰ τὴν Τυροφάγο τώρα ἰσχυρίζονται μερικοὶ ὅτι ὁ βασιλιᾶς Ἡράκλειος τὴν καθιέρωσε ἐνῶ πρὶν ἦταν κρεωφάγος. Καθὼς εἶχε ἐκστρατεύσει γιὰ ἕξι χρόνια ἐναντίον τοῦ Χοσρόη καὶ τῶν Περσῶν προσευχήθηκε στὸν Θεό ἂν τοὺς νικήσει, αὐτὴν τὴν Κυριακὴ νὰ τὴν ἀλλάξει καὶ νὰ τὴν καταστήσει μεταξὺ νηστείας καὶ τρυφῆς, πράγμα ποὺ ἔκανε.

Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι κι ἂν αὐτὸ ἴσως συνέβη, ὅτι κι αὐτὴ ἐπινοήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο μία προκάθαρσις. Γιὰ νὰ μὴν στενοχωρηθοῦμε ποὺ ἀπότομα ἀπὸ τὰ κρέατα καὶ τὴν ἀδηφαγία θὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν ἄκρα ἀσιτία καὶ βλαφθοῦμε ἀπὸ τὴν σωματικὴ ἕξι, ἀλλὰ ἤρεμα καὶ σιγὰ σιγὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὶς λιπαρὲς καὶ εὔχάριστες τροφές, ὅπως τὰ ἀτίθασα ἄλογα, μὲ τὴν μείωση τῆς τροφῆς, νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸ χαλινάρι τῆς νηστείας. Ὅπως ἔκαναν γιὰ ταῆν ψυχὴ μὲ τὶς παραβολές, ἔτσι καὶ γιὰ τὸ σῶμα ἐπινόησαν ὥστε βῆμα βῆμα νὰ περικόψουν τὰ ἐμπόδια τῆς νηστείας.

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Μεγάλου Βασιλείου

25 Δεκεμβρίου, 2019

… Τί νὰ σοῦ κάνω ἄνθρωπέ μου; Ἐνῶ ὁ Θεὸς κατοικοῦσε στὰ ὕψη, δὲν προσπάθησες νὰ τὸν συναντήσεις· ὅταν συγκατατέθηκε νὰ κατεβεῖ σὲ σένα καὶ μὲ σάρκα νὰ σοῦ ὁμιλεῖ, δὲν τὸν παραδέχτηκες, ἀλλά ψάχνεις νὰ βρεῖς τὸν τρόπο πῶς θὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν Θεό.

Νὰ ξέρεις ὅτι γι’ αὐτόν τὸν λόγο ὁ Θεὸς ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα, ἐπειδὴ ἔπρεπε αὐτή ἡ καταραμένη σάρκα νὰ ἁγιασθεῖ, αὐτή πού ἐξασθένησε νὰ ἐνδυναμωθεῖ, αὐτή πού ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ συμφιλιωθεῖ μ’ αὐτόν, αὐτή πού διώχτηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο νὰ ἀνεβεῖ στὸν οὐρανό.

Ποιὸς εἶναι ὁ χῶρος ὅπου πραγματοποιεῖται τὸ σωτήριο αὐτό σχέδιο; Τὸ σῶμα τῆς ἁγίας Παρθένου. Ποιὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα τῆς γεννήσεως; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου, πού κάλυψε τὴ Θεοτόκο. Μᾶλλον ἄκουσε αὐτά τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου πού λένε: «Ἡ μητέρα του ἡ Μαρία ἀρραβωνιάστηκε μὲ τὸν Ἰωσήφ. Προτοῦ ὅμως νὰ συνευρεθοῦν ἔμεινε ἔγκυος μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁίου Πνεύματος». Ἐνῶ ἦταν παρθένος καὶ ἀρραβωνιασμένη μὲ κάποιον, κρίθηκε κατάλληλη νὰ διακονήσει τὸ μυστήριο τῆς Θείας οἰκονομίας, ὥστε καὶ ἡ παρθενία νὰ τιμηθεῖ καὶ ὁ γάμος νὰ μὴν ἐξευτελιστεῖ.

Ἡ παρθενία διαλέχτηκε σὰν κατάλληλη γιὰ ἁγιασμό, μὲ τὴ μνηστεία συμπεριλήφθηκαν τὰ στοιχεῖα τοῦ γάμου. Συγχρόνως γιὰ νὰ εἶναι καὶ ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀνάλογος μάρτυρας τῆς ἁγνότητας τῆς Μαρίας καὶ γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐκτεθειμένος στοὺς συκοφάντες, ὅτι τάχα αὐτή βεβήλωσε τὴν παρθενία, τὸν εἶχε μνηστήρα φύλακα τῆς ζωῆς της.

Ἔχω καὶ κάποιον ἄλλο λόγο νὰ πῶ ἐφάμιλλο μ’ αὐτούς πού εἰπώθηκαν, ὅτι ὁ κατάλληλος γιὰ τὴν ἔνανθρωπιση τοῦ Κυρίου χρόνος, ἀπὸ παλιὰ ὁρισμένος καὶ διαταγμένος πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχή τοῦ κόσμου, ἐκείνη τὴ στιγμὴ εἶχε φτάσει· τότε ἔπρεπε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου νὰ δώσουν ὑπόσταση σὲ ἐκείνη τὴ θεοφόρο σάρκα.

Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε σὲ ἐκείνη τὴ γενιὰ τῶν ἀνθρώπων κάποια ἰσότιμη στὴν καθαρότητα μὲ τὴ Μαρία, ὥστε νὰ ὑποδεχτεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος −εἶχε βέβαια ἐξασφαλισθεῖ προηγουμένως μὲ τὴ μνηστεία− διαλέχτηκε ἡ μακαρία Παρθένος χωρὶς νὰ βλαφτεῖ κάτι ἀπὸ τὴν παρθενία της ἐξαιτίας τῆς μνηστείας της.

Ἔχει διατυπώσει κάποιος ἀπό τούς παλιοὺς κι ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι γιὰ νὰ ξεγελαστεῖ ὁ ἄρχοντας τοῦ κακοῦ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, δηλαδὴ ὁ Διάβολος, ἀπὸ τὴν παρθενία τῆς Μαρίας, γι’ αὐτό ἐπινοήθηκε ἡ μνηστεία τοῦ Ἰωσήφ. Γιατί τὸ πρόσχημα τῆς μνηστείας γύρω ἀπὸ τὴν Παρθένο ἐπινοήθηκε κατὰ κάποιο τρόπο γιὰ τὴν ἔπαρση τοῦ πονηροῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ παλιὰ παρακολουθοῦσε τὶς παρθένες ἀπὸ τότε πού ἄκουσε τὸν Προφήτη νὰ λέει:

«Νά, ἡ παρθένος θὰ συλλάβει μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο καὶ θὰ γεννήσει γιό». Ξεγελάστηκε λοιπὸν μὲ τὴ μνηστεία ὁ ἐχθρός τῆς παρθενίας. Γιατί γνώριζε τὴν καταστροφὴ τῆς ἐξουσίας του, πού ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ μὲ τὴ σαρκικὴ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου.

«Προτοῦ ὅμως συνευρεθοῦν, ἔμεινε ἔγκυος μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καὶ τὰ δύο, δηλαδὴ καὶ τὴν κύηση καὶ τὴν αἰτία της, διαπίστωσε ὁ Ἰωσὴφ ὅτι προέρχονταν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐπειδὴ φοβήθηκε νὰ θεωρεῖται ἄνδρας τέτοιας γυναίκας «ἀποφάσισε νὰ διαλύσει τὸν ἀρραβώνα χωρὶς τὴν ἐπίσημη διαδικασία», χωρὶς νὰ τολμήσει νὰ κάνει γνωστὰ τὰ σχετικὰ μ’ αὐτήν τὴν ὑπόθεση. Ἐπειδὴ ἦταν δίκαιος, τοῦ ἀποκαλύφθηκαν τὰ μυστήρια.

«Ὅταν ὅμως κατέληξε σ’ αὐτήν τὴ σκέψη, τοῦ ἐμφανίσθηκε στὸν ὕπνο του ἕνας ἄγγελος σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοῦ εἶπε- “Μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, τὴ γυναίκα σου. Οὔτε νὰ βάλεις στὸ μυαλό σου τὴ σκέψη, ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ ἀστήρικτες ὑπόνοιες νὰ συγκαλύψεις τὴν ἁμαρτία. Ὀνομάστηκες δίκαιος καὶ δὲν ταιριάζει σὲ δίκαιο ἄνθρωπο μὲ τὴ σιωπή του νὰ σκεπάζει τὶς ἁμαρτίες. Μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, τὴ γυναίκα σου”». Ἀπέδειξε ὁ Ἰωσὴφ πώς δὲν ἀγανακτοῦσε οὔτε ἔνιωθε ἀποτροπιασμό, ἀλλά ὅτι σεβόταν τὴ Μαριάμ, ἐπειδὴ ἦταν πλήρης ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα. «Γιατί τὸ παιδὶ πού περιμένει προέρχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα».

Ἀπ’ αὐτό τὸ γεγονὸς γίνεται ὁλοφάνερο ὅτι ἡ σύσταση τῆς σάρκας τοῦ Κυρίου δὲν ἦταν ὅμοια μὲ τὴν κοινὴ φύση τῆς σάρκας. Γιατί ἀμέσως τὸ ἔμβρυο ἦταν τέλειο κατὰ σάρκα καὶ δὲν σχηματίστηκε μὲ διαδοχικὰ στάδια, ὅπως τὸ δηλώνουν οἱ σημασίες τῶν λέξεων. Δὲν εἰπώθηκε «αὐτό πού κυοφορήθηκε», ἀλλά «αὐτό πού γεννήθηκε». Ἐπειδὴ ἡ σάρκα διαμορφώθηκε ἀπὸ ἁγιωσύνη, ἦταν ἄξια νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴ θεότητα τοῦ Μονογενῆ.

«Θὰ γεννήσει γιὸ καὶ θὰ τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα Ἰησοῦς». Ἔχουμε παρατηρήσει ὅτι ὅπου μπαίνουν ἐπίτηδες ὀνόματα, αὐτά ὑποδηλώνουν τὴ φύση πού κρύβεται πίσω τους, ὅπως παραδείγματος χάριν τὰ ὀνόματα Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰσραήλ. Γι’ αὐτό καὶ τώρα ὀνομάζεται Ἰησοῦς, δηλαδὴ «Σωτηρία τοῦ λαοῦ».

Ἤδη τὸ προκαθορισμένο πρὶν ἀπὸ αἰῶνες μυστήριο καὶ τὸ ὁποῖο ἀπὸ παλιὰ διακηρύχθηκε, πραγματοποιοῦνταν. «Νά, ἡ παρθένος θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει γιὸ καὶ θὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ, πού σημαίνει, Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας». Καὶ ἡ παλιὰ γνωστὴ ὀνομασία ὁλόκληρου τοῦ μυστηρίου ἔχει τὴν ἑρμηνεία της, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσα στοὺς ἄνθρωπους, ἐπειδὴ ἑρμηνεύεται, λέει, τὸ Ἐμμανουὴλ «Ὃ Θεὸς εἶναι μαζί μας».

Κανεὶς λοιπὸν νὰ μὴν ἀλλάξει γνώμη ἐξαιτίας τῶν ἰουδαϊκῶν ὕβρεων, οἱ ὁποῖες λένε ὅτι ὁ προφήτης ὀνόμασε τὴ Μαριὰμ νεάνιδα κι ὄχι παρθένο. Λένε: «Νά, ἡ νεάνιδα θὰ μείνει ἔγκυος».

Πρῶτα βέβαια αὐτό πού ἔδωσε ὁ Κύριος ὡς σημεῖο εἶναι τὸ πιὸ παράδοξο ἀπ’ ὅλα, δηλαδὴ αὐτό πού ὄντας κοινὸ νὰ θεωρεῖται πώς εἶναι παραδεκτὸ ἀπ’ ὅλη τὴ φύση. Γιατί τί λέει ὁ Προφήτης; «Μίλησε ὁ Κύριος καὶ πάλι στὸν Ἀχαζ καὶ εἶπε: “Γιὰ νὰ πιστέψεις αὐτά πού εἶπα, ζήτησε νὰ γίνει κάποιο σημεῖο ἀπὸ τὸν Κύριο τὸν θεό σου ἡ στὰ βάθη τῆς γῆς ἡ στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ”.

Ἀπάντησε ὁ “Ἄχαζ: “Δὲν πρόκειται ἐγώ νὰ ζητήσω κάτι τέτοιο καὶ δὲν θὰ βάλω σὲ πειρασμὸ τὸν Κύριο”». Ἔπειτα ἀπὸ μερικὰ ἄλλα λέγει: «Γι’ αὐτό θὰ δώσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος σὲ σᾶς σημεῖο, δηλαδὴ μεγάλο καὶ καταπληκτικὸ θαῦμα. Νά, ἡ παρθένος θὰ συλλάβει».

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Ἄχαζ δὲν ζήτησε νὰ γίνει σημεῖο βαθιὰ στὴ γῆ ἡ ψηλὰ στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι αὐτός πού κατέβηκε στὰ βάθη τῆς γῆς εἶναι ὁ ἴδιος πού ἀνέβηκε πάνω ἀπό τούς οὐρανούς, γι’ αὐτό ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔδωσε σημεῖο, ἕνα σημεῖο κάπως παράδοξο καὶ ἀλλόκοτο καὶ πάρα πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοινὴ φύση, δηλαδὴ ἡ ἴδια γυναίκα νὰ εἶναι καὶ παρθένος καὶ μητέρα καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὸν ἁγιασμὸ τῆς παρθενίας καὶ νὰ κληρονομεῖ τὴν εὐλογία τῆς τεκνογονίας.

Ἂν μερικοὶ ἀπό τούς μεταφραστὲς τῆς ἑβραϊκῆς γλώσσας μετὲφρασαν γράφοντας ἀντὶ τὴ λέξη παρθένος τὴ λέξη νεάνιδα, αὐτό δὲν βλάπτει καθόλου τὴ μετάφραση τῆς Γραφῆς.

Γιατί συναντήσαμε μὲ τὴν ἐπαφή μας μὲ τὴ Γραφὴ πολλὲς φορὲς νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἡ λέξη νεάνιδα ἀντὶ παρθένος, ὅπως παραδείγματος χάριν στὸ Δευτερονόμιο πού λέει:

«Ἂν ἕνας ἄνδρας συναντήσει μιὰ παρθένο, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μνηστευμένη, καὶ τὴν βιάσει ἀφοῦ κοιμηθεῖ μαζί της καὶ ἀνακαλυφθεῖ αὐτός πού διέπραξε αὐτό τὸ ἀδίκημα, θὰ δώσει αὐτός ὁ ἄνθρωπος στὸν πατέρα τῆς νεαρῆς πενήντα ἀργυρά δίδραχμα».

5. «Ὅταν ξύπνησε, πῆρε σπίτι του τὴ γυναίκα του». Καὶ παρόλο πού ἔνιωθε τὴν κατάλληλη διάθεση καὶ στοργὴ καὶ κάθε φροντίδα πού μᾶς ἐπιβάλλει ἡ συγκατοίκηση, ἀφοῦ τὴ θεωροῦσε γυναίκα του, ἀπεῖχε ἀπὸ τὰ συζυγικά του καθήκοντα

. Λέει ἡ Γραφή: «Καὶ δὲν εἶχε συζυγικὲς σχέσεις μαζί της, ὡσότου γέννησε τὸν Υἱό της, τὸν πρωτότοκο». Αὐτό δημιουργεῖ ἤδη τὴν ὑπόνοια, ὅτι μετὰ τὴν καθαρὴ διαδικασία τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἴσως ἡ Μαρία δὲν ἀρνήθηκε νὰ ἐκτελέσει τὰ νόμιμα συζυγικά της καθήκοντα. Ἂν καὶ δὲν βλάπτεται καθόλου ὁ εὐλαβής λόγος

—γιατί ἡ παρθενία ἦταν ἀναγκαία μέχρι νὰ ἐξυπηρετηθεῖ τὸ σχέδιο τῆς Θείας οἰκονομίας, ἐνῶ τὰ παραπέρα εἶναι ἄσχετα μὲ τὴν πορεία τοῦ μυστηρίου—,

ὅμως ἐπειδὴ οἱ φιλόχριστοι δὲν ἀνέχονται νὰ ἀκοῦν ὅτι κάποτε σταμάτησε ἡ Θεοτόκος νὰ εἶναι παρθένος, ἐγώ θεωρῶ αὐτές τὶς ἀποδείξεις πειστικές.

Σχετικὰ μὲ τὸ χωρίο πού λέει ὅτι: «Δὲν εἶχε συζυγικὲς σχέσεις μαζί της, ὡσότου γέννησε τὸν Υἱό της», ἡ λέξη «ὡσότου» σὲ πολλὲς περιστάσεις φαίνεται πώς ὑποδηλώνει κάποιον χρονικὸ περιορισμό, στὴν πραγματικότητα ὅμως δείχνει κάτι ἀόριστο.

Παρόμοιο εἶναι κι αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος: «Κι ἐγώ θὰ εἶμαι μαζί σας πάντα, ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου». Ὁ Κύριος βέβαια δὲν ἐπρόκειτο μετὰ ἀπ’ αὐτήν τὴ ζωὴ νὰ μὴ βρίσκεται μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους.

Ἐδῶ ἡ ὕποσχεση τοῦ παρόντος δηλώνει τὸ αἰώνιο, δὲν εἶναι διαγραφὴ τοῦ μέλλοντος. Μὲ τὴν ἴδια σημασία ἰσχυρίζομαι ὅτι καὶ σ’ αὐτό τὸ σημεῖο χρησιμοποιήθηκε τὸ «ὡσότου».

Ἐπειδὴ ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἡ λέξη «πρωτότοκος», δὲν πρέπει καθόλου νὰ συνδέεται ἡ λέξη πρωτότοκος μὲ μεταγενέστερα παιδιά, γιατί πρωτότοκος ὀνομάζεται αὐτός πού πρῶτος διανοίγει τὴ μήτρα. Μᾶς διδάσκει ἐπὶ πλέον καὶ ἡ ἱστορία τοῦ Ζαχαρία, ὅτι ἡ Μαρία ἦταν παρθένος γιὰ ὅλη της τὴ ζωή.

Ὑπάρχει μιὰ πληροφορία, πού ἔφτασε σὲ μᾶς μὲ τὴν παράδοση, πού λέει ὅτι ἐπειδὴ ὁ Ζαχαρίας στὸν προορισμένο γιὰ τὶς παρθένες χῶρο τοῦ ναοῦ τοποθέτησε τὴ Μαριὰμ μετὰ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτό σκοτώθηκε ἄγρια μεταξύ του ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου, ἀφοῦ κατηγορήθηκε ἀπὸ τὸν λαό, ὅτι μ’ αὐτή τὴν πράξη του κατασκεύασε τὴ γνωστὴ παράδοξη καὶ πολυσυζητημένη ἄποψη, πού ἔλεγε ὅτι γέννησε ἡ παρθένος χωρὶς νὰ καταστρέψει τὴν παρθενία της.

Λόγος στά Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου (Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως)

21 Νοεμβρίου, 2019

Νά πάλι ἑορτή

Νά πάλι πανηγύρι.

Νά πάλι χαρούμενο ἀναψοκέρι γιά τήν μητέρα τοῦ Κυρίου.

Νά ἡ προπόρευσις τῆς ἀψεγάδιαστης νύμφης.

Νά τό πρῶτο ξεπροβόδισμα τῆς βασιλίσσης.

Νά τό σίγουρο σημάδι γιά τήν δόξα πού τήν περιμένει.

Νά προάγγελος τῆς χάριτος πού πρόκειται νά τήν ἐπισκιάση.

Νά γνώρισμα, πού φαίνεται ἀπό μακρυά, τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος.

Διότι ἐκεῖ πού ὁ ἱερέας εἰσερχόμενος ὄχι πολλές φορές, ἀλλά μόνον μία φορά τόν χρόνο, τελεῖ τίς μυστικές λατρεῖες, ἐκεῖ γιά νά παραμένη μόνιμα ὁδηγεῖται ἀπό τούς γονεῖς της οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύονται ἔτσι λειτουργοί τῆς χάριτος.

Ποιός γνώρισε παρόμοια περίπτωσι στό παρελθόν; Ποιός εἶδε ἤ ἄκουσε τώρα ἤ ἀπό παληά κορίτσι νά ὁδηγεῖται βαθειά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, αὐτά πού, παρά λίγο θά ἦταν ἀπλησίαστα καί γιά τούς ἄνδρες, καί σ᾽ αὐτά νά μένη καί νά τρέφεται; Ἄραγε δέν εἶναι αὐτό τρανή ἀπόδειξις τῶν ἀσυνήθιστα μεγάλων θαυμασίων πού θά τῆς γίνουν μελλοντικά; Ἄραγε δέν εἶναι σημάδι ξεκάθαρο; Ἄραγε δέν εἶναι σίγουρη ἀπόδειξις;

Ἄς μᾶς δείξουν ὅσοι κακολογοῦν ἐναντίον της, καί ἐνῶ βλέπουν εἶναι σάν νά μή βλέπουν: Ποῦ τά εἶδαν αὐτά, δηλ. κόρη καί μάλιστα μόλις τριῶν ἐτῶν, πού γεννήθηκε μέ θεία ὑπόσχεσι, νά προσφέρεται ὡς δῶρο τέλειο καί γιά νά ζήση ἐκεῖ, καί νά συνοδεύεται ἀπό τούς πλουσίους τοῦ λαοῦ, νά ὁδηγεῖται μέ λαμπάδες, καί νά παραλαμβάνεται ἀπό τά γνώριμα χέρια τῶν ἱερέων καί τῶν προφητῶν; Γιατί δέν θέλησαν νά ἔρθουν στά καλά τους; Γιατί, ἐνῶ ἔβλεπαν τά πρῶτα σημάδια, δέν πίστεψαν στά κατοπινά; Γιατί ἐνῶ προϊδεάσθηκαν ἀπό τά παράξενα καί διαφορετικά, δέν ἀποδέχθηκαν τά ὅσα ἔγιναν μετά;

Διότι, ὅσα ἔγιναν στήν ἀρχή γύρω ἀπό αὐτήν, δέν ἦσαν συμπτωματικά καί τυχαῖα, ἀλλ᾽ ὅλα ἦταν προμηνύματα γιά ὅσα θά γίνονταν στή συνέχεια.

Ἐπί τέλους ἄς μᾶς ποῦν τίς ματαιοπονίες τους αὐτοί πού θεωροῦνται σοφοί. Γιατί ἡ θυγατέρα καμμιᾶς ἀπό τίς στεῖρες πού γέννησαν δέν ὁδηγήθηκε στά ἅγια τῶν ἁγίων καί δέν παραλήφθηκε ἀπό τούς προφήτας;

Σίγουρα, αὐτοί πού λεπτολογοῦν πάνω σ᾽ αὐτά, τίποτα δέν εἶχαν νά ποῦν, ὅπως (δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτα) καί οἱ μεταγενέστεροι ὁμόφρονές τους γιά τόν υἱό ἐκείνης, ἀλλ᾽ ἁπλῶς σήκωναν τούς ὤμους μέ τήν ἀπορία· «Ἄραγε τί θά γίνη αὐτό τό παιδί;» Τίποτε ἀπολύτως δέν εἶχαν νά ποῦν.

Σίγουρα μποροῦν νά πορεύωνται τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας ὅσοι ἔχουν πλανεμένη πίστι, καί εἶναι ἐλεύθεροι νά πέφτουν στόν λάκκο πού μόνοι τους ἔσκαψαν.

Ὅμως ἐμεῖς, ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἱερεῖς καί ἄρχοντες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, τεχνῖτες καί γεωργοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐλᾶτε νά συγκεντρωθοῦμε πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου καί, κατ᾽ οἰκονομίαν, νά παρακολουθήσωμε ὅσα θαυμαστά τῆς ἔγιναν. Πῶς δηλ. προσφέρεται σήμερα ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ καθ᾽ ὅλα ἱερή, στό ναό τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται. Πῶς ὁ προφήτης αὐτήν τήν δέχεται μέσα στό ναό καί τήν εἰσάγει στά ἄδυτα, χωρίς ἀντίρρησι, χωρίς νά πῆ στούς γονεῖς της·

Δέν τό κάνω αὐτό τό πρωτόφαντο τόλμημα καί νά φέρω ἕνα κορίτσι νά ζῆ συνέχεια στά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου μόνον σέ ἐμένα μία φορά τό χρόνο μοῦ δόθηκε ἡ ἐντολή νά μπαίνω. Ὁ προφήτης ἐκεῖνος τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶπε, ἀλλά τή δέχεται μέ προθυμία, ὡσάν νά προγνώριζε αὐτό πού θά γινόταν, ἐξ ἄλλου προφήτης ἦταν, σίγουρα ἐπειδή τήν περίμενε καί τήν ἀνέμενε, ὅπως τόν υἱό της μετά ἀπό αὐτήν ὁ Συμεών.

Ἔπειτα, ἀφοῦ χαιρέτησε βιαστικά τήν μητέρα, καί κρατώντας ἀπό τά χέρια τήν κόρη τήν προσφώνησε μέ αὐτά τά λόγια· Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;

Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά τοῦ εἶπα·

Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν πονεμένων ψυχῶν.

Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;

Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;

Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;

Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;

Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;

Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε, ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα ζῶα.

Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.

Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό.

Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας.

Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα. Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες, καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.

Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά παρακάτω·

Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια, πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο.

Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.

Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε· Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.

Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·

Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.

Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.

Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.

Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.

Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.

Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.

Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.

Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.

Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.

Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.

Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.

Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.

Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο, καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία.

Ἔμεινε λοιπόν αὐτή στά ἐσώτερα ἅγια τῶν ἁγίων, τρεφομένη ἀπό ἄγγελο μέ τροφή ἀμβροσίας καί ποτιζομένη μέ θεῖο νέκταρ, μέχρι τήν εἴσοδό της στήν ἐφηβεία. Καί τότε, μέ θεῖο νεῦμα καί μέ τή γνώμη τῶν ἱερέων δίνεται γι᾽ αὐτήν κλῆρος, καί μέ κλῆρο παίρνει τήν ἁγία αὐτή Παρθένο ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος καί κατ᾽ οἰκονομίαν τήν παραλαμβάνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερέων του, γιά νά ξεγελασθῆ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, γιά νά μήν προσβάλη τήν καθαρή κόρη ὡς παρθένο, ἀλλά νά τήν προσπεράση ὡς μνηστευμένη.

Βρισκόταν λοιπόν ἡ πεντακάθαρη στό σπίτι τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ φυλασσόμενη γιά τόν ἀρχιτέκτονα Θεό, μέχρις ὅτου πραγματοποιήθηκε σ᾽ αὐτήν τό πρίν ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες κρυφό καί ἅγιο μυστήριο, καί ἀπό αὐτήν ὁ Θεός ἔγινε ὅμοιος μέ τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλης πραγματείας καί εὐκαιρίας, πού ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ καιρός θά γίνη ὁ ἀναγκαῖος λόγος. Τώρα στό προκείμενο πάλι, νά ἐπανέλθη ὁ λόγος καί, μέρα πού εἶναι, νά δοξολογηθοῦν σήμερα τά εἰσόδια.

Πήγαινε λοιπόν, ὦ Δέποινα Θεομῆτορ, πήγαινε στήν κληρωμένη θέσι σου, καί βάδιζε κοντά στόν Κύριο νά χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι, νά τρέφεσαι καί νά ἐλπίζης, περιμένοντας ἀπό μέρα σέ μέρα, τόν ἐρχομό μέσα σου τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τήν ἐπισκίασι τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, καί τή σύλληψι τοῦ υἱοῦ σου, σύμφωνα μέ τήν προσφώνησι πού σοῦ ἔκανε ὁ Γαβριήλ.

Καί νά χαρίσης, σέ ὅσους τελοῦν τήν ἑορτή σου, τήν βοήθειά σου, τήν σκέπη σου καί τήν προστασία σου, σώζωντάς τους πάντοτε, μέ τίς ἱκεσίες σου, ἀπό κάθε ἀνάγκη καί κινδύνους, ἀρρώστιες καί δοκιμασίες καί διάφορες συμφορές, καί ἀπό τή μέλλουσα ἀπειλή τοῦ υἱοῦ σου.

Ὡς μητέρα τοῦ Δεσπότου καί τελεία δόσις τῶν ἐπιθυμητῶν, κατάταξέ τους σέ τόπους φωτός, εὐφροσύνης καί εἰρήνης. Νά γίνουν ἄλαλα τά πονηρά χείλη πού κακολογοῦν μέ ὑπερηφάνεια καί περιφρόνησι ἐσένα τή δίκαιη. Νά ἐκμηδενισθῆ ἡ παρουσία τους μέσα στήν πόλι σου, νά ντραποῦν καί νά σβήσουν, καί νά καταλάβουν ὅτι τό ὄνομά σου εἶναι Δέσποινα καί ὅτι ἐσύ εἶσαι ἡ μόνη Θεόνυμφος Θεοτόκος.

Ἐμεῖς ἐσένα μέ πίστι σέ εὐλογοῦμε, μέ πόθο σέ δοξολογοῦμε καί μέ φόβο σέ προσκυνοῦμε, πάντοτε ἐσένα μεγαλύνοντες καί μέ σεβασμό μακαρίζοντες.

Διότι πράγματι εἶναι μακάριος ὁ πατέρας σου ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἡ μητέρα σου ἀπό τίς γυναῖκες.

Μακάριο τό σπίτι σου

Μακάριοι οἱ γνωστοί σου

Μακάριοι ὅσοι σέ εἴδανε

Μακάριοι ὅσοι σοῦ μίλησαν

Μακάριοι οἱ τόποι σου

Μακάριος ὁ ναός στόν ὁποῖο σέ ἀφιερώσανε,

Μακάριος ὁ Ζαχαρίας πού σέ ἀγκάλιασε.

Μακάριο τό κρεββάτι σου.

Μακάριος ὁ τάφος σου.

Διότι ἐσύ εἶσαι ἡ τιμή ὅσων σέ τιμοῦν καί βραβεῖο τῶν βραβείων καί κορυφή τῶν κορυφῶν, ἡ μόνη θεία δροσιά τοῦ ἐσωτερικοῦ μου καύσωνος, ἡ θεοστάλακτη δροσιά τῆς ξεραμένης μου καρδιᾶς, τῆς μαύρης μου ψυχῆς ἡ φωτεινότατη λαμπάδα, ὁ ὁδηγός τῆς πορείας μου, ἡ δύναμις τῆς ἀσθενείας μου, τό ντύσιμο τῆς γυμνότητός μου, ὁ πλοῦτος τῆς πτωχείας μου, ἡ θεραπεία τῶν ἀγιάτρευτων πληγῶν, τό σκούπισμα τῶν δακρύων, τό σταμάτημα τῶν στεναγμῶν, ἡ μεταστροφή τῶν συμφορῶν, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν πόνων, τό λύσιμο τῶν δεσμῶν, ἡ μόνη ἐλπίδα κατά τῆς πικρίας.

Εἰσάκουσε τίς προσευχές μου, συμπόνεσε τούς στεναγμούς μου, ἐλέησέ με μαλακώνοντας ἀπό τά δάκρυά μου, λυπήσου με ὡς μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου καί ἠρέμησε τήν τρικυμία μου.

Ἱκανοποίησέ μου τή μεγάλη ἐπιθυμία καί κατάταξέ με μαζί μέ τή σύζυγό μου καί δική σου δούλη, στήν γῆ τῶν πράων, στίς σκηνές τῶν δικαίων, στό χορό τῶν ἁγίων.

 Καί ἀξίωσέ με, ἐσύ πού εἶσαι ἡ προστασία ὅλων, ἡ χαρά καί ἡ λαμπρή εὐθυμία ὅλων, νά χαιρόμαστε μέσα σέ αὐτή, σέ παρακαλῶ, τή χαρά, τήν πραγματικά ἀνέκφραστη πού προέρχεται ἀπό τό Θεό καί βασιλέα τόν γεννημένο ἀπό σένα, καί στόν ἄφθαρτό σου νυμφῶνα καί στήν ἀτελείωτη καί ἀπέραντη βασιλεία σου.

Πράγματι, Δέσποινα, καί δική μου καταφυγή, ἡ ζωή καί ἡ βοήθειά μου, τό ὅπλο καί τό καμάρι μου, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δύναμίς μου, δῶσε μαζί μέ αὐτήν νά ἀπολαύσω τίς ἀνεκδιήγητες καί ἀκατάληπτες δωρεές στήν ἐπουράνιο διαμονή. Διότι ἔχεις μαζί μέ τήν θέλησι καί τόν τρόπο, ὡς μητέρα τοῦ Ὑψίστου, καί γι᾽ αὐτό τολμῶ νά τό ζητήσω.

Μή λοιπόν γίνει νά στερηθῶ, πανάχραντε καί κυρία Δέσποινα, αὐτό πού περιμένω, ἀλλά νά τό πετύχω αὐτό, Θεόνυμφε, πού εἶσαι ὁλονῶν προσδοκία καί ἀναμονή, ἐσύ πού, μέ τρόπο πού ξεπερνάει τή λογική, γέννησες τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί Δεσπότη, στόν ὁποῖο ταιριάζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνημα, μαζί μέ τόν χωρίς ἀρχή Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Η αρχή της Ινδίκτου και αρχή μετανοίας

31 Αυγούστου, 2019
Αποτέλεσμα εικόνας για λογος στη αρχη ινδικτου

 

Η αρχή της Ινδίκτου πρέπει να συμβαδίζει με το τέλος της αυτοκριτικής μας και την αρχή της μετανοίας μας…!

Είμαστε σίγουροι ότι οι περισσότεροι, εντός και εκτός Εκκλησίας, αγνοούν ότι η 1η Σεπτεμβρίου είναι η αρχή του εκκλησιαστικού έτους γα την Εκκλησία μας. Λίγοι γνωρίζουν πραγματικά ότι «Πρωτοχρονιά» για την Εκκλησία μας, είναι η 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, όπου λέγεται «Αρχή της Ινδίκτου». Ο Σ. Ευστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, γράφει τα έξης σχετικά και κατατοπιστικά για την Ίνδικτο:

«Λέξις λατινική (indictio) ορισμόν σημαίνουσα καθ’ όν κατά δεκαπενταετή περίοδο πληρώνονταν εις τους αυτοκράτορας των Ρωμαίων οι φόροι. Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, την αρχήν της ίνδικτιώνος είσήγαγεν ό Αύγουστος Καίσαρ (1 -14), όταν διέταξε την γενική των κατοίκων του Ρωμαϊκού κράτους απογραφή και την είσπραξη των φόρων, κατά την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός. Από του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) έγινε επισήμως η χρήση της Ινδικτιώνος ως χρονολογίας, έκτοτε δε ή εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του νυν εορτάζει την α’ Σεπτεμβρίου ως αρχήν του εκκλησιαστικού έτους. «Ινδικτον ημιν ευλόγει νέου χρόνου, ώ και παλαιέ και δι’ ανθρώπους νέε».

Η Ινδικτιώνα λοιπόν, είναι ένας γενικότερος τρόπος μέτρησης του χρόνου ανά 15ετίες με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού ή για την ακρίβεια από το 3 π.Χ.. Στο διαδίκτυο μπορείς να βρεις και άλλα απαραίτητα στοιχεία που δείχνουν την ιστορική εξέλιξη και την εκκλησιαστικοποίηση της κοσμικής αυτής περιόδου: Στην περιοχή της Ανατολής τα περισσότερα ημερολόγια είχαν ως πρωτοχρονιά την 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επειδή όμως η 23 η ήταν η γενέθλια ημέρα του αυτοκράτορα της Ρώμης Οκταβιανού, η πρωτοχρονιά μετατέθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, η οποία και καθορίστηκε ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή της περιόδου του ρωμαϊκού διατάγματος για τον φόρο που ίσχυε για 15 έτη.

Έτσι Ίνδικτος κατάντησε να σημαίνει αργότερα το έτος και αρχή της Ινδίκτου την Πρωτοχρονιά. Αυτή την Πρωτοχρονιά βρήκε η Εκκλησία και της έδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, αφού τοποθέτησε σ’ αυτήν την εορτή της συλλήψεως του Προδρόμου, που αποτελεί και το πρώτο γεγονός της Ευαγγελικής Ιστορίας. Αργότερα, το 462 μ. Χ., για πρακτικούς λόγους και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους με την πρώτη του μηνός, η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε την 1 η Σεπτεμβρίου. Διευκρινίζεται ότι η πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου έχει Ρωμαϊκή προέλευση και ήρθε στην Ορθόδοξη Ανατολή κατά τα νεότερα χρόνια.

Η εκκλησιαστική ακολουθία για το νέο έτος τελείται την 1η Σεπτεμβρίου, μια ακολουθία απαράμιλλου κάλλους ως προς το υμνογραφικό υλικό. Σημειωτέον ότι πριν από λίγα χρόνια η Εκκλησία μας όρισε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα αφιερωμένη στο φυσικό περιβάλλον».

Τέλος ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ανακεφαλαιώνει τα παραπάνω και οριστικοποιεί τους 3 λόγους που η Εκκλησία εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου:

«Πρώτον,

επειδή και αυτή είναι αρχή του χρόνου. Διά τούτο και κοντά εις τους παλαιούς Pωμάνους πολλά ετιμάτο αυτή εξ αρχαίων χρόνων. Iνδικτιών δε κατά την ρωμαϊκή, ήτοι λατινική γλώσσα, θέλει να πει ο ορισμός.

Kαι δεύτερον

εορτάζει ταύτη η Eκκλησία, επειδή και κατά την σημερινή ημέρα, πήγε ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγή των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίο του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄).

Eίναι δε και τρίτη αιτία,

διά την οποίαν η Eκκλησία του Xριστού κάμνει σήμερον ενθύμηση της Iνδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου χρόνου: ήγουν, ίνα διά μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, οπού προσφέρομε εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γένη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήσει τον νέον χρόνο, και χαρίσει τούτον εις ημάς ευτυχή και γεμάτο από όλα τα σωματικά αγαθά.

Για να φωτίσει τας διανοίας μας, εις το να περάσουμε όλον τον χρόνο καθαρώς και με αγαθή συνείδηση, και εις το να ευαρεστήσουμε τω Θεώ, με την φύλαξη των εντολών του και ούτω να τύχουμε των εν Oυρανοίς αιωνίων αγαθών».

Πέρα από την παράθεση της απαραίτητης ιστορικής γνώσης για την αρχή της Ινδίκτου, πιο μεγάλη σημασία έχει τον τρόπο που ο κάθε ένας πιστός θα εορτάσει αυτό το γεγονός, στην προσωπική του ζωή. Έχουμε ξαναπεί ότι η Εκκλησία μας ότι εορτάζει και προβάλλει, γίνεται πάντα με σκοπό την σωτηρία μας. Αυτή η σωτηρία όμως δεν προέρχεται μαγικά, αλλά εκτός από την απαραίτητη θεία Χάρη που στέλνει ο Τριαδικός μας Θεός μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και τις Ιερές της Ακολουθίες, χρειάζεται και εκ μέρος μας μια απαραίτητη αυτοκριτική.

Η 31η Αυγούστου (τελευταία μέρα του Εκκλησιαστικού έτους) και 1η Σεπτεμβρίου (πρώτη μέρα του Εκκλησιαστικού έτους) είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να προβούμε στην απαραίτητη αυτοκριτική μας, για το πώς περάσαμε όλη αυτή την εκκλησιαστική χρονιά που φεύγει. Τι κάναμε σωστά; Που υστερήσαμε; Τι λάθη και σφάλματα έγιναν και πρέπει να διορθωθούν και να αποφευχθούν κατά την νέα Εκκλησιαστική χρονιά που μόλις ήρθε; Ποιους πικράναμε και στεναχωρήσαμε;

Ποιους αδικήσαμε; Τι μπορούσαμε να κάνουμε και δεν το πράξαμε; Πόσο εφαρμόσαμε τον Ευαγγελικό λόγο και τις εντολές Του Θεού στη ζωή μας; Πόσο και που σπαταλήσαμε το χρόνο άσκοπα ή μόνο για προσωπική μας ευχαρίστηση χωρίς να ν μοιραστούμε με τον αδελφό μας, ιδιαίτερα αυτόν που είχε ιδιαίτερη ανάγκη π.χ. όπως επίσκεψη σε ασθενή ή σε φυλακισμένο ή σε αναξιοπαθούντα κτλ.;

Αλλοίμονο αν ο χρόνος και τα έτη περνούν και εμείς δεν συνειδητοποιούμε σε πιο επίπεδο είμαστε και δεν φροντίζουμε να ετοιμαζόμαστε να πάμε εκεί που μας θέλει ο Θεός. Τι νόημα έχει να εορτάζουμε κάτι επιφανειακά και δεν μεταμορφώνεται εσωτερικά με την καλή αλλοίωση της θείας χάριτος όλη η ύπαρξή μας;

Γι αυτό αδελφοί μου καλό θα είναι, αν όχι κάθε βράδυ, αν όχι κάθε εβδομάδα, αν όχι κάθε μήνα, τουλάχιστον κάθε χρόνο να κάνουμε την αυτοκριτική μας, ώστε η αρχή κάθε εκκλησιαστικού έτους, να ταυτίζεται και με την αρχή της μετανοίας μας, με την αρχή του νέου ανακαινισμένου ευατού μας, που πνευματικά είναι βελτιωμένος από την χρονιά που έφυγε ή τουλάχιστον να έχει πάρει την απόφαση έστω να γίνει καλύτερος…

Ευχόμαστε από καρδιάς σε κάθε αναγνώστη, καλή, ευλογημένη και καρποφόρα νέα Εκκλησιαστική χρονιά!

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ: Ὁμιλία στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

14 Αυγούστου, 2019
Αποτέλεσμα εικόνας για πατερικοι λογοι στην κοιμηση της θεοτοκου Εκτύπωση
Ἄν ὁ θανατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καί ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπό ἐγκώμια (Παρμ. 10,7), πόσο μᾶλλον τή μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διά τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλος ὁ ἁγιασμός στούς ἁγίους, δηλ. τή μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καί Θεομήτορος, πρέπει νά τήν ἐπιτελοῦμε μέ τίς μεγαλύτερες εὐφημίες;

Αὐτό πράττουμε ἑορτάζοντας τήν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἤ μεταστάσεώς της (μεταβιώσεως), πού ἄν καί μέ αὐτή εἶναι λίγο κατώτερη ἀπό τούς ἀγγέλους, ὅμως ξεπέρασε σέ ἀσύγκριτο βαθμό καί τούς ἀγγέλους καί τούς ἀρχαγγέλους καί ὅλες τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις μέ τήν ἐγγύτητά της πρός τόν Θεό καί μέ τά ἀπό παλαιά γραμμένα καί πραγματοποιηθέντα σ’ αὐτή θαυμάσια.

Ὁ θάνατός της εἶναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σέ οὐράνια καί ἀθάνατη ζωή, καί ἡ μνήμη τούτου εἶναι χαρμόσυνη ἑορτή καί παγκόσμια πανήγυρις, πού ὄχι μόνο ἀνανεώνει τή μνήμη τῶν θαυμασίων τῆς Θεομήτορος, ἀλλά καί προσθέτει τήν κοινή καί παράδοξη συνάθροιση τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ἀπό κάθε μέρος τῆς γῆς γιά τήν πανίερη κηδεία της, μέ θεολήπτους καί θεοφάντορας ὕμνους, μέ τίς ἀγγελικές ἐπιστασίες καί χοροστασίες καί λειτουργίες γι’ αὐτήν.

Οἱ Ἀπόστολοι προπέμπουν, ἀκολουθοῦν, συμπράττουν καί συνεργοῦν μέ ὅλη τή δύναμη μαζί μέ ἐκεί­νους πού ἐγκωμιάζουν τό ζω­αρχικό καί θεοδόχο ἐκεῖνο σῶμα, τό σωστικό φάρμακο τοῦ γένους μας, τό σεμνολόγημα ὅλης τῆς κτίσεως.

Ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Σαβαώθ καί Υἱός αὐτῆς τῆς ἀειπάρθενης, εἶναι ἀοράτως παρών καί ἀποδίδει στή μητέρα τήν ἐξόδιο τιμή. Σέ αὐτοῦ τά χέρια ἐναπέθεσε καί τό θεοφόρο πνεῦμα της, διά τοῦ ὁποίου ἔπειτα ἀπό λίγο μεταθέτει καί τό συνδεδεμένο πρός ἐκεῖνο σῶμα σέ χῶρο ἀείζωο καί οὐράνιο.

Διότι μόνο αὐτή, βρισκόμενη ἀνάμεσα στόν Θεό καί σ’ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, τόν μέν Θεό κατέστησε υἱόν ἀνθρώπου, τούς δέ ἀνθρώπους ἔκανε υἱούς Θεοῦ, οὐρανώσασα τή γῆ καί θεώσασα τό γένος. Καί μόνο αὐτή ἀπ’ ὅλες τίς γυναῖκες ἀναδείχθηκε μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐκ φύσεως πάνω ἀπό κάθε φύση· ὑπῆρξε βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου καί ὑπερκοσμίου κτίσματος μέ τόν ἄφραστο τόκο της.

Τώρα ἔχοντας καί τόν οὐρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ὡς ταιριαστό της βασίλειο, στόν ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπό τή γῆ, στάθηκε καί στά δεξιά τοῦ παμβασιλέως «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη πεποικιλμένη», μέ διάχρυσο ἱματισμό ντυμένη καί στολισμένη, ὅπως λέγει ὁ προφήτης (Ψαλμ. 44,10). Διάχρυσος ἱματισμός σημαίνει ὅτι τό θεαυγές σῶμα της ἦταν στολισμένο μέ τίς παντοειδεῖς ἀρετές.

Διότι μόνο αὐτή κατέχει τώρα μαζί μέ τό θεοδόξαστο σῶμα καί μέ τόν Υἱό, τόν οὐράνιο χῶρο. Δέν μποροῦσε πραγματικά γῆ καί τάφος καί θάνατος νά κρατεῖ ἕως τό τέλος τό ζωαρχικό καί θεοδόχο σῶμα της καί ἀγαπητό ἐνδιαίτημα τοῦ οὐρανοῦ καί τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν.

Ἀποδεικτικό γιά τούς μαθητές στοιχεῖο περί τῆς ἀναστάσεώς της ἀπό τούς νεκρούς γίνονται τά σινδόνια καί τά ἐντάφια, πού μόνα ἀπέμειναν στόν τάφο καί βρέθηκαν ἀπό ἐκείνους πού ἦλθαν νά τή ζητήσουν, ὅπως συνέβη προηγούμενα μέ τόν Υἱό καί δεσπότη.

Δέν χρειάσθηκε νά μείνει καί αὐτή ἐπίσης γιά λίγο πάνω στή γῆ, ὅπως ὁ Υἱός της καί Θεός, γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε ἀμέσως πρός τόν ὑπερουράνιο χῶρο ἀπό τόν τάφο.

Μέ τήν ἀνάληψή της ἡ Θεομήτωρ συνῆψε τά κάτω μέ τά ἄνω καί περιέλαβε τό πᾶν μέ τά γύρω της θαυμάσια, ὥστε καί τό ὅτι εἶναι ἐλαττωμένη πολύ λίγο ἀπό τούς ἀγγέλους, γευόμενη τόν θάνατο, αὐξάνει τήν ὑπεροχή της σέ ὅλα.

Καί ἔτσι εἶναι ἡ μόνη ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες καί ἀπό ὅλους τούς ἀρίστους πού διαιτᾶται μέ τό σῶμα στόν οὐρανό μαζί μέ τόν Υἱό καί Θεό.

Ἡ Θεομήτωρ εἶναι ὁ τόπος ὅλων τῶν χαρίτων καί πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας καί εἰκόνα κάθε ἀγαθοῦ καί κάθε χρηστότητος, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη πού ἀξιώθηκε ὅλα μαζί ἀνεξαίρετα τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος καί μάλιστα ἡ μόνη πού ἔλαβε παράδοξα στά σπλάχνα της Ἐκεῖνον στόν ὁποῖο βρίσκονται οἱ θησαυροί ὅλων τῶν χαρισμάτων.

Τώρα δέ μέ τόν θάνατό της προχώρησε ἀπό ἐδῶ πρός τήν ἀθανασία καί δίκαια μετέστη καί εἶναι συγκάτοικος μέ τόν Υἱό στά ὑπερουράνια σκηνώματα καί ἀπό ἐκεῖ ἐπιστατεῖ μέ τίς ἀκοίμητες πρός αὐτόν πρεσβεῖες ἐξιλεώνοντας αὐτόν πρός ὅλους μας.

Εἶναι τόσο πολύ πλησιέστερη ἀπό τούς πλησιάζοντας τόν Θεό, ὄχι μόνο ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό αὐτές τίς ἀγγελικές ἱεραρχίες. Γι’ αὐτές τίς ἀγγελικές ἀνώτατες ταξιαρχίες ὁ Ἠσαΐας γράφει «τά Σεραφίμ στέκονταν γύρω του» (Ἠσ. 6,2) καί ὁ Δαβίδ λέγει «παρέστη ἡ βασίλισσα στά δεξιά σου» (Ψαλμ. 44,10).

Βλέπετε τή διαφορά τῆς στάσεως; Ἀπό αὐτή μπορεῖτε νά καταλάβετε καί τή διαφορά της, κατά τήν ἀξία τῆς τάξεως. Διότι τά Σεραφίμ ἦταν γύρω ἀπό τόν Θεό, πλησίον δέ στόν Ἴδιο μόνο ἡ παμβασίλισσα καί μάλιστα στά δεξιά του.

Αὐτή εἶναι φωτός φαιδροτέρα, παραδείσων θείων εὐανθεστέρα, κόσμου παντός ὁρατοῦ καί ἀοράτου κοσμιωτέρα. Γι’ αὐτό, ὅπου κάθισε ὁ Χριστός στόν οὐρανό, δηλ. στά δεξιά τῆς μεγαλοσύνης, ἐκεῖ στέκεται καί αὐτή τώρα πού ἀνέβηκε ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό.

Ποιός δέν γνωρίζει ὅτι ἡ Παρθενομήτωρ εἶναι ἐκείνη ἡ βάτος πού ἦταν ἀναμμένη ἀλλά δέν καταφλεγόταν (Ἐξ. 3,2); Καί αὐτή ἡ λαβίδα, πού πῆρε τό Σεραφίμ, τόν ἄνθρακα ἀπό τό θυσιαστήριο (Ψαλμ. 6,6), πού συνέλαβε δηλαδή ἀπυρπολήτως τό θεῖο πῦρ καί κανείς ἄλλος δέν θά μποροῦσε νά ἔλθει πρός τόν Θεό.

Ἑπομένως, μόνη αὐτή εἶναι μεθόριο τῆς κτιστῆς καί τῆς ἄκτιστης φύσεως. Καί κανείς ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά προσεγγίσει τόν Θεό, εἰμή δι’ αὐτῆς πού εἶναι ἀληθινά ἡ θεαυγής λυχνία πού καταυγάζει· «ὁ Θεός γάρ ἐν μέσῳ αὐτῆς, καί οὐ σαλευθήσεται», δηλ. στό μέσον εἶναι ὁ Θεός καί δέν κλονίζεται, λέγει ὁ προφήτης (Ψαλμ. 45,6).

Ποιός θά ἀγαποῦσε τόν Υἱό καί Θεό περισσότερο ἀπό τή Μητέρα, ἡ ὁποία ὄχι μόνο μονογενῆ τόν γέννησε μέ ἄρρητο τρόπο, ἀλλά καί μόνη της αὐτή χωρίς ἀνδρική ἕνωση, ὥστε νά εἶναι τό φίλτρο διπλάσιο (μή μοιραζόμενο μέ ἄλλο πρόσωπο).

Ὅπως λοιπόν μόνο δι’ αὐτῆς ὁ Υἱός ἐπεδήμησε πρός ἐμᾶς, φανε­ρώθηκε καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους, ἐνῶ πρίν ἦταν ἀθέατος, ἔτσι καί στόν μελλοντικό ἀτελεύτητο αἰώνα κάθε πρόοδος καί ἀποκάλυψη θείων μυστηρίων χωρίς Αὐτή θά εἶναι ἀδύνατος.

Διά μέσου τῆς Θεομήτορος θά ὑμνοῦν τόν Θεό γιατί αὐτή εἶναι ἡ αἰτία, ἡ προστάτιδα καί πρόξενος τῶν αἰωνίων. Αὐτή εἶναι θέμα τῶν προφητῶν, ἀρχή τῶν Ἀποστόλων, ἑδραίωμα τῶν μαρτύρων, κρηπίδα τῶν διδασκάλων, ἡ ρίζα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν, ἡ κορυφή καί τελείωση κάθε ἁγίου.

Ὤ Παρθένε θεία καί τώρα οὐρανία, πῶς νά περιγράψω ὅλες σου τίς ἀρετές; Πῶς νά σέ δοξάσω, τόν θησαυρό τῆς δόξας; Ἐσένα καί ἡ μνήμη μόνο ἁγιάζει αὐτόν πού τή χρησιμοποιεῖ.

Μετάδωσε λοιπόν πλούσια τά χαρίσματά σου σέ ὅλο τόν λαό σου, Δέσποινα, δῶσε τή λύση τῶν δεινῶν μας· μετάτρεψε ὅλα πρός τό καλύτερο μέ τή δύναμή σου, δίδοντας στό σῶμα καί στήν ψυχή μας ἄφθονη τή χάρη σου γιά νά δοξάζουμε τόν προαιώνιο Λόγο πού σαρκώθηκε ἀπό σένα γιά μᾶς, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτε­λεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.

——————–

Πηγή: Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγος ΛΖ΄, εἰς τήν πάνσεπτον κοίμησιν τῆς πανυπεράγνου δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 151, 460-472. Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμ. 10 (Θεσ/νίκη: «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»). Ἀποσπάσματα].