Archive for the ‘Εορτές’ Category

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ. Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου.

30 Ιουνίου, 2020

apostolon

Αδελφοί και πατέρες, ιδού τα εμφορώτατα κλήματα της αγίας και αθάνατης και αποτελούσης την αρχή της ζωής αμπέλου, που είναι ο ίδιος ο Χριστός) «Εγώ είμαι», λέγει, «η άμπε­λος, εσείς τα κλήματα». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι φίλοι του Θεού Λόγου και Σωτήρα μας . «Εσείς είστε φίλοι μου», λέγει, «εάν πράττετε όσα εγώ σας παραγγέλλω. Δεν σας λέγω πλέον δούλους, διότι ο δούλος δεν γνωρίζει τι πράττει ο Κύριός του».

Εγώ όμως «έχω ονομάσει εσάς φίλους, διότι εκείνα τα οποία άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα γνωστοποίησα». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι Απόστο­λοι και οι κήρυκες της αλήθειας. «Εγώ είμαι», λέγει, «η (απόλυτη) αλή­θεια» και καθώς «με έχει αποστείλει» ο Πατήρ «να κηρύξω την άφεση (συγχώρηση) σε εκείνους που είναι αιχμάλωτοι (της αμαρτίας) και (να χαρίσω) την ανάβλεψη (το φως) σε εκείνους που είναι τυφλοί (από το σκοτισμό των παθών και των αδυναμιών τους)», κατά τον ίδιο τρόπο και εγώ αποστέλλω εσάς με σκοπό να θερα­πεύετε «κάθε ασθένεια και κάθε αδιαθεσία», και (όλα) εκείνα τα οποία ακούσατε (κατ’ ιδίαν) στους ιδιαίτερους χώρους προσευχής από εμένα, «να τα κηρύξετε από τα δώματα (ώστε να τα ακούσουν και να τα μάθουν όλοι)».Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι αλιείς των ανθρώπων».

«Ακολουθήστε με», λέγει, «και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων (δηλαδή ικανούς να ψαρεύετε με τα δίκτυα του ευαγγελικού λόγου ανθρώπους και να τους προσελκύετε στη Βασιλεία του Θεού)». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι σωτήρες του κόσμου και ξένοι (προς τον υλιστικό και αμαρτωλό τρόπο ζωής) του κόσμου (αυτού). Δεν είναι, λέγει, από τον κόσμο τούτον, όπως (και) εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυτόν, και «φύλαξε αυτούς, Πάτερ, (ώστε να παραμείνουν ενωμένοι με­ταξύ τους) στο όνομά μου».

Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) τα ευπειθέστατα (πάρα πολύ υπάκουα) πρόβατα που φέρουν τη σφραγίδα του παναγίου ποιμένος (δηλαδή του Χριστού). «Ιδού», λέγει, «εγώ (ο Χριστός) σας αποστέλλω ως (ήμερα) πρόβατα μέσα σε (αιμοβόρους) λύκους».

Και για να αφήσω πίσω τα περισσότερα από αυτά τα εγκώμια (επαίνους), που δίδουν μαρτυρία του Θεού, ιδού, προς εμάς σήμερα επανήλθαν, οι κατά χάριν του Χριστού και Σωτήρα μας αδελφοί -αφού επιστρέφετε, λέγει (ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του, στις Μυροφόρες), πέστε «στους αδελφούς μου» (δη­λαδή στους Αποστόλους)- οι λιμένες της σωτηρίας, οι πύργοι της χάριτος, οι λογικοί ουρανοί, οι νεφέλες του γλυκασμού που φέρνουν βροχή, οι ευαγγελιστές της ειρήνης, οι γρήγοροι της (Θείας) χάριτος ίπ­ποι, οι στύλοι της Εκκλησίας, οι κήρυκες της (Αγίας) Τριάδος -και γι­ατί πρέπει να λέγω και να απαριθμώ πολλά; -τα μουσικά όργανα, λύρες του Πνεύματος και οι σάλπιγγες της σωτηρίας και (οι) κλειδούχοι της Βασιλείας (του Θεού), «διδάσκοντας και νουθετώντας» μας ομόφωνα ο καθένας τους, όπως από κάθε μεν κακία απέχουμε, κρατούμε όμως μπροστά μας (ως ασπίδα) κάθε αρετή.

Και προηγουμένως μεν κηρύττουν ομόφωνα το σωτηριώδες μυστήριο της κατ’ οικονομίαν ενσάρκωσης (του Χριστού) και το άκτιστο και όμοιο στη φύση του (μυστήριο) της (Αγίας) Τριάδος, έπειτα δε διδάσκουν αρμονικά και σε μάς όλα τα «συνδεόμενα με τη σωτηρία». Γι’ αυτό και εγώ έχω κρίνει ότι είναι δί­καιο (ορθό) να μην πω σήμερα κάτι από τον εαυτό μου προς την αγάπη σας, αλλά (κάτι) από εκείνα τα οποία εκείνοι θεοπνεύστως διδάσκουν, (δηλαδή) να εισάξω στο μέσο (σας) (να φέρω ενώπιον σας) προς υπενθύμισή σας λίγα από τα πολλά από εκείνα τα οποία προτρέπει (συμ­βουλεύει) πρώτος ο θείος και αδελφόθεος Ιάκωβος.

«Ποιό είναι το όφελος, αδελφοί μου», λέγει, «εάν κάποιος λέγει (ισχυρίζεται) ότι έχει πίστη, δεν έχει όμως (ενάρετα) έργα; Μήπως μπορεί η (χωρίς έργα θεω­ρητική) πίστη (του) να τον σώσει; Αλλά θα πει κάποιος: συ έχεις (θεω­ρητική) πίστη και εγώ έχω (ενάρετα) έργα (χωρίς όμως και να έχω πίστη). Απόδειξέ μου την πίστη σου από τα έργα σου και θα σου αποδείξω και εγώ την πίστη μου από τα έργα μου. Εσύ πιστεύεις ότι ο Θεός είναι ένας. Καλά κάνεις. (Όμως) και τα δαιμόνια πιστεύουν (στην ύπαρξη του Θεού) και ανατριχιάζουν (μπροστά στη δικαιοσύνη και στη δύναμή Του). Θέλεις να μάθεις, κενέ (ανόητε) άνθρωπε, ότι η (θεωρη­τική) πίστη χωρίς τα (ενάρετα) έργα είναι νεκρή (και δεν μπορεί να σε σώσει);» Μάθε (λοιπόν) ότι «ο Αβραάμ ο προπάτοράς μας δικαιώθηκε (έγινε δίκαιος) από τα (ενάρετα) έργα (του), αφού έφερε (ανέβασε) πάνω στο θυσιαστήριο τον Ισαάκ τον υιό του. Βλέπεις ότι η πίστη τελειοποι­ήθηκε από τα έργα;».
«Βλέπετε ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται (γίνεται δίκαιος) από τα (ενάρετα) έργα, και όχι από τη (θεωρητική) πίστη» μόνη της;

«Γι’ αυτό, αφού περιμαζέψετε όλο σας το μυαλό» με σωφροσύνη, λέγει ο θείος Πέτρος, «στηρίξετε πλήρως τις ελπίδες σας στη θεία Χάρη, που προσφέρεται σε σας με την αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, ως παιδιά της υπακοής, χωρίς να συσχηματίζεστε με τις πρότερον επιθυμίες σας, οι οποίες σας εξουσίαζαν, όταν βρισκόσασταν στην άγνοια, αλλά σύμφωνα με τον άγιο Θεό, που σας κάλεσε στο δρόμο του αγιασμού, να γίνεστε και σεις οι ίδιοι άγιοι σε κάθε συναναστροφή, διότι είναι γραμ­μένο: Να γίνεστε άγιοι, διότι εγώ (ο Πατέρας σας) είμαι άγιος. Και εάν ονομάζετε Πατέρα σας τον Θεό, ο Οποίος κρίνει αμερόληπτα όλους σύμφωνα με τις πράξεις του καθενός, με φόβο Θεού να συμπεριφερθείτε κατά το χρόνο της παροικίας σας στη γη, που δεν είναι η παντοτινή σας πατρίδα, γιατί γνωρίζετε ότι όχι με φθαρτά λύτρα, δηλαδή με αργυρά ή χρυσά νομίσματα, λυτρωθήκατε από τη μάταιη και αμαρτωλή ζωή και συναναστροφή σας, αλλά με το τίμιο αί­μα του Χριστού, το οποίο προσφέρθηκε θυσία ως αίμα αμώμου και καθαρού από κάθε ηθική κηλίδα αμνού».

Για τούτο, «αφού αποθέσετε κάθε κακία και κάθε δόλο και υποκρισίες και φθόνους και όλες τις καταλαλιές , ως νεογέννητα βρέφη να επιθυμήσετε πολύ το θρεπτικό ανόθευτο γάλα της θείας Χάριτος, για να μεγαλώσετε με αυτό, εάν βεβαίως γευθήκατε (και από την πείρα σας μάθατε) ότι ο Κύριος είναι πάντοτε ευεργετικός και αγαθός». Και αυτός ο οποίος, αφού έπαθε σωματικά (συσταυρούμενος με τον Χριστό), έχει παύσει να αμαρτάνει, έτσι ώστε να μην επιθυμεί πλέον να ζήσει τον υπόλοιπο χρόνο των ανθρώπων μέσα στην αμαρτία, αλλά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Διότι είναι αρκετός ο χρόνος της ζωής σας, που έχει περάσει μέσα στις ακολασίες».

«Διότι, εάν ο Θεός δε λογάριασε τους αγγέλους που αμάρτησαν, αλλά, αφού τους έριξε στα τάρταρα, τους παρέδωσε να είναι φυλαγμένοι σε σειρές από βαθύ σκότος μέχρι να δικαστούν κατά την ημέρα της Κρίσεως, και εάν δεν λυπήθηκε τον παλαιό κόσμο (προ του κατακλυσμού) και εάν, αφού μετέβαλε σε στάχτη τις πόλεις των Σοδόμων και των Γομόρρων, τις καταδίκασε σε καταστροφή, αφού τις είχε βάλει ως φοβερό παράδειγμα σε εκείνους που έμελλαν να ασεβούν», τότε να είστε βέ­βαιοι ότι, «θα έλθει η ημέρα του Κυρίου κατά την οποία θα κρί­νει τον κόσμο. Και θα έλθει ξαφνικά, όπως ο κλέφτης μέσα στη νύκτα, κατά την οποία οι ουρανοί με θορυβώδη ήχο θα παρέλθουν, τα δε στοιχεία, αφού θα καούν, θα διαλυθούν και η γη και τα έργα που θα υπάρχουν σ’ αυτήν, θα κατακαούν.

Αφού λοι­πόν όλα αυτά με αυτόν τον τρόπο διαλύονται, σκεφθείτε πόσο ταπει­νοί πρέπει να είστε σεις οι Χριστιανοί κατά τις αγίες συναναστροφές και τις ευσέβειές σας, προσδοκώντας και επιταχύνοντας την παρουσία (τον ερχομό) της ημέρας του Θεού;».
«Παιδιά μου», λέγει ο Ιωάννης ο Θεολόγος, «τελευταία και κρίσιμη είναι η σημερινή εποχή, και καθώς ακούσατε από τη διδασκαλία των Αποστόλων ότι έρχεται ο αντίχριστος, και τώρα ακριβώς έχουν παρουσιαστεί πολλοί αντίχριστοι· Απ’ αυτό μαθαίνουμε ότι είναι κρίσιμη η εποχή μας», «και σας αναγγέλλουμε, ότι ο Θεός είναι το φως, και ουδέν ίχνος σκό­τους υπάρχει εις Αυτόν. Εάν λοιπόν πούμε ότι έχουμε κοινωνία μαζί Του και ζούμε στο σκότος της αμαρτίας, ψευδόμαστε και δεν λέμε την αλήθεια. Εάν όμως περπατούμε μέσα στο φως. ζώντας σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο, όπως ο ίδιος ο Θεός είναι στο φως, τότε έχουμε κοινωνία με­ταξύ μας, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού του μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία». «Και τώρα, παιδάκια μου, μένετε σταθερά ενωμένοι με Αυτόν, ώστε, όταν φανερωθεί, να έχουμε παρρησία (θάρρος), και να μην αισθανθούμε ντροπή απ’ Αυτόν , όταν Τον δούμε κατά τη (Δευτέρα) Παρου­σία Του».

Και γι’ αυτό λέγει ο Ιούδας ο Ιακώβου: «Τους αγγέλους, οι οποίοι δεν φύλαξαν το (υψηλό) αξίωμά τους, αλλά εγκατέλειψαν την κατοικία τους (στους ουρανούς), τους έχει κρατήσει δεμένους με αιώνια δεσμά κάτω από σκότος για να δικαστούν στην Κρίση της μεγάλης ημέρας (δηλαδή κατά τη Δευτέρα Παρουσία). Όπως τα Σόδομα και τα Γόμορρα, έτσι και οι πόλεις που βρίσκονταν γύρω απ’ αυτά, οι οποίες με τον ίδιο με τα Σόδομα και τα Γόμορρα τρόπο, αφού παραδόθηκαν στην πορνεία και αφού παρασύρθηκαν σε παρά φύση ασέλγειες, βρίσκονται μπροστά μας ως παράδειγμα αμαρτωλών, που έχουν να δώσουν λόγο με την ποινή του αιωνίου πυρός».

«Ας μη βασιλεύει λοιπόν η αμαρτία», διδάσκει ο Παύλος, «στο θνητό σας σώμα, ώστε να υπακούετε σ’ αυτήν παρασυρόμενοι από τις επιθυμίες του, ούτε να προσφέρετε τα μέλη σας ως όργανα της αδικίας, με αποτέλεσμα να σας νικά και να σας εξουσιάζει με αυτά η αμαρτία, αλλά να προσφέρετε τους εαυτούς σας στο Θεό, ως άνθρωποι οι οποίοι, αφού αναστηθήκατε με το βάπτισμα από τους νεκρούς, είστε ζωντανοί έχοντας μία νέα και αγία ζωή», και «όπως ακριβώς προσφέρατε τα μέλη σας να εί­ναι δούλα στην αμαρτία, και με την παράβαση του νόμου (να είναι δού­λα) στην ανομία, έτσι και τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας (να είναι) δούλα στη δικαιοσύνη προς αγιασμό (σας)».

Γνωρίζετε, αγαπητοί μου αδελφοί, λύρα με δώδεκα χορδές, η οποία να παίζει με θεία έμπνευση και να ομοφωνεί ως προς το πόσο κακό (πράγμα) είναι η αμαρτία; Ας προσέχουμε λοι­πόν, αδελφοί (μου), τους εαυτούς μας, για να σωθούμε. Ας προσέχου­με (σ’ αυτές) τις προτροπές της Αγίας Γραφής και σ’ αυτά εδώ τα σωτηριώδη διδάγματα των Αποστόλων, και ας μη δίδουμε δευτερεύουσα σημασία στους λόγους του Α­γίου Πνεύματος. Διότι, γι’ αυτόν τον λόγο δεν σας είπα και σήμερα (πράγματα) από τον εαυτό μου, αλλά όλα όσα σας είπα είναι αγιοπνευματικά και αποστολικά (λόγια), ώστε να είναι βέβαιη η πίστη (σας σ’ αυτά).

Και τώρα μνημονεύω τον θείο Πέτρο, για να μου επι­σφραγίσει (επιβεβαιώσει) το λόγο και να προσευχηθεί θεόπνευστα για όλους σας, λέγοντας τα εξής: «Ο Θεός, που είναι η πηγή και ο χορηγός κάθε δωρεάς, ο Οποίος σας κάλεσε διά του Ιησού Χριστού στην αιώνια δόξα Του, Αυτός είθε να σας καταρτίσει, να σας στηρίξει, να σας ενδυναμώσει, να σας θεμελιώσει. Εις Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

(Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Κατήχησις ΙΖ΄, Εις τους Αγίους και Πανευφήμους Αποστόλους και περί της αγίας και θεοπνεύστου αυτών διδαχής και περί του μη παρέργως ακούειν των σωτηριωδών τούτων διδαγμάτων. Συγγράμματα τ. Β. Έκδ. Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου, σ.278-282.)

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμο -Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Ἀπόστολον Παῦλον-

29 Ιουνίου, 2020

Λόγος β´

1.-. Τί τέλος πάντων εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ πόση εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς δικῆς μας φύσης καὶ πόσο ἱκανὸ στὴν ἀρετὴ εἶναι αὐτὸ τὸ ὄν, μᾶς τὸ ἔδειξε περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὁ Παῦλος. Καὶ τώρα σηκώνεται, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔχει φθάσει, καὶ μὲ καθαρὴ φωνὴ πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ κατηγοροῦν τὴ φύση μας ἀπολογεῖται γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου, προτρέπει γιὰ ἀρετή, κλείνει τὰ ἀναίσχυντα στόματα τῶν βλάσφημων καὶ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἂν θέλουμε νὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας. Γιατὶ χωρὶς νὰ ἔχει ἄλλη φύση, οὔτε νὰ ἔχει λάβει ἄλλη ψυχή, οὔτε νὰ κατοίκησε σ᾿ ἄλλο κόσμο, ἀλλὰ ἂν καὶ ἀνατράφηκε στὴν ἴδια γῆ καὶ τόπο καὶ μὲ τοὺς ἴδιους νόμους καὶ συνήθειες, ξεπέρασε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἀπὸ τότε ποὺ ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι.

Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνοι ποὺ λέγουν, ὅτι εἶναι δύσκολο πράγμα ἡ ἀρετὴ καὶ εὔκολο ἡ κακία; Γιατὶ ὁ Παῦλος τοὺς ἀντικρούει λέγοντας· «Οἱ θλίψεις μας ποὺ γρήγορα περνοῦν, προετοιμάζουν σ᾿ ἐμᾶς σὲ ὑπερβολικὰ μεγάλο βαθμὸ αἰώνιο βάρος δόξας» (Β´ Κορ. 4, 17). Ἐὰν ὅμως τέτοιες θλίψεις περνοῦν εὔκολα, πολὺ περισσότερο οἱ φυσικὲς ἡδονές…

Καὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτὸ τὸ θαυμαστό του, ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ πολλὴ προθυμία δὲν αἰσθανόταν τοὺς κόπους του γιὰ τὴν ἀρετή, ἀλλ᾿ ὅτι ἀσκοῦσε αὐτὴν χωρὶς ἀμοιβή. Ἐμεῖς βέβαια δὲν ὑπομένουμε κόπους γι᾿ αὐτὴν ἂν καὶ ὑπάρχουν ἀμοιβές. Ἐκεῖνος ὅμως καὶ χωρὶς τὰ ἔπαθλα τὴν ἐπιζητοῦσε καὶ τὴν ἀγαποῦσε, καὶ ἐκεῖνα ποὺ θεωροῦνταν ὅτι εἶναι ἐμπόδιά της τὰ ξεπερνοῦσε μὲ κάθε εὐκολία. Καὶ δὲν ἐπικαλέσθηκε οὔτε τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος, οὔτε τὴν τυραννίδα τῆς φύσης, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἂν καὶ εἶχε ἀναλάβει μεγαλύτερη φροντίδα ἀπὸ τοὺς στρατηγοὺς καὶ ὅλους τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, ἀλλ᾿ ὅμως κάθε ἡμέρα ἦταν ἀκμαῖος, καὶ ἐνῶ οἱ κίνδυνοί του ἐπαυξάνονταν, διέθετε νεανικὴ προθυμία. Γιὰ νὰ δείξει αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλεγε, «Ξεχνώντας τὰ ὅσα ἔγιναν στὸ παρελθὸν καὶ φροντίζοντας γιὰ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι μπροστά μου» (Φιλιπ. 3, 14).

Καὶ ἐνῶ περίμενε τὸ θάνατο, καλοῦσε σὲ συμμετοχὴ τῆς ἡδονῆς αὐτῆς λέγοντας, «Χαίρετε καὶ νὰ χαίρεστε μαζί μου» (Φιλιπ. 2, 18). Καὶ ἐνῶ τὸν ἀπειλοῦσαν κίνδυνοι καὶ προσβολὲς καὶ κάθε ἀτιμία, πάλι σκιρτοῦσε· καὶ ὅταν ἔγραφε τὴν ἐπιστολὴ στοὺς Κορινθίους ἔλεγε, «Γι᾿ αὐτὸ καὶ εὐφραίνομαι σὲ ἀσθένειες, σὲ προσβολές, σὲ διωγμοὺς» (Β´ Κορ. 12, 10). Καὶ τὰ ὀνόμασε αὐτὰ ὅπλα τῆς δικαιοσύνης, ἀποδεικνύοντας ὅτι καὶ ἀπὸ αὐτὰ εἶχε πολὺ μεγάλες ὠφέλειες καὶ ἀπὸ παντοῦ ἦταν ἀκατάβλητος στοὺς ἐχθρούς του. Καὶ ἐνῶ παντοῦ τὸν βασάνιζαν, τὸν περιφρονοῦσαν, τὸν κακολογοῦσαν, σὰν νὰ βάδιζε σὲ θριάμβους καὶ νὰ ἔστησε σταθερὰ τρόπαια σ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς γῆς, ἔτσι ὑπερηφανευόταν καὶ εὐχαριστοῦσε τὸ Θεὸ λέγοντας· «Ἡ εὐχαριστία ἀνήκει στὸ Θεὸ ὁ ὁποῖος πάντοτε μᾶς ὁδηγεῖ σὲ θρίαμβο» (Β´ Κορ. 2, 14).

2.-. Καὶ τὴν κακοποίηση καὶ τὴν προσβολὴ γιὰ τὸ κήρυγμα ἐπιζητοῦσε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τὴν τιμή, καὶ τὸ θάνατο ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τὴ ζωή, καὶ τὴ φτώχεια ἀπ᾿ ὅσο ἐμεῖς τὸν πλοῦτο, καὶ τοὺς κόπους περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἄλλοι τὶς ἀνέσεις, καὶ ὄχι ἁπλὰ περισσότερο, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο, καὶ τὴ λύπη περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἄλλοι τὴ χαρά, καὶ τὸ νὰ εὔχεται γιὰ τοὺς ἐχθροὺς περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τὸ νὰ τοὺς καταριοῦνται οἱ ἄλλοι. Καὶ ἀνάτρεψε τὴν τάξη τῶν πραγμάτων, ἢ καλύτερα ἐμεῖς τὴν ἀνατρέψαμε, ἐκεῖνος ὅμως, ὅπως τὴ νομοθέτησε ὁ Θεός, ἔτσι τὴ φύλασσε. Γιατὶ ὅλα αὐτὰ ἦταν σύμφωνα μὲ τὴ φύση, ἐκεῖνα ὅμως ἀντίθετα. Ποιά εἶναι ἡ ἀπόδειξη; Τὸ ὅτι ὁ Παῦλος, ἂν καὶ ἦταν ἄνθρωπος, ἀκολουθοῦσε περισσότερο αὐτὰ παρὰ ἐκεῖνα. Ἕνα μόνο πράγμα ἦταν φοβερὸ γι᾿ αὐτὸν καὶ ἀπόφευγε, τὸ νὰ ἀντιμάχεται τὸ Θεό, καὶ τίποτε ἄλλο.

Ὅπως βέβαια τίποτε ἄλλο δὲν τοῦ ἦταν ποθητό, ὅσο τὸ νὰ ἀρέσει στὸ Θεό. Καὶ δὲ λέγω τίποτε ἀπὸ τὰ παρόντα, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ τὰ μέλλοντα. Καὶ μὴ μοῦ πεῖς τὶς πόλεις καὶ τὰ ἔθνη καὶ τοὺς βασιλεῖς καὶ τὰ στρατόπεδα καὶ τὰ χρήματα καὶ τὶς σατραπεῖες καὶ τὶς δυναστεῖες, γιατὶ οὔτε ἱστὸ ἀράχνης τὰ θεωροῦσε αὐτά. Ἀλλὰ σκέψου αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν στοὺς οὐρανοὺς καὶ τότε θὰ καταλάβεις τὴ σφοδρὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε γιὰ τὸ Χριστό. Γιατὶ ὁ Παῦλος γι᾿ αὐτὴν τὴν ἀγάπη δὲ θαύμασε οὔτε τὴν ἀξία τῶν ἀγγέλων, οὔτε τῶν ἀρχαγγέλων, οὔτε τίποτε ἄλλο παρόμοιο.

Εἶχε μέσα του πιὸ μεγάλο ἀπ᾿ ὅλα, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ μαζὶ μὲ τοῦτο θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του τὸν πιὸ εὐτυχισμένο ἀπ᾿ ὅλους. Καὶ χωρὶς αὐτό, δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ γίνει ἕνας ἀπὸ τὶς κυριότητες, οὔτε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες (ὀνομασίες ἀγγελικῶν ταγμάτων), ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη αὐτὴν ἤθελε περισσότερο νὰ εἶναι ἀνάμεσα στοὺς τελευταίους καὶ τοὺς κολασμένους, παρὰ χωρὶς αὐτὴν ἀνάμεσα στοὺς πρώτους καὶ τιμημένους. Γιατὶ κόλαση γι᾿ αὐτὸν ἦταν μία, τὸ νὰ χάσει τὴν ἀγάπη αὐτήν.

Αὐτὸ ἦταν γιὰ τὸν Παῦλο γέεννα, αὐτὸ τιμωρία, αὐτὸ ἄπειρα κακά· ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἀπόλαυση, τὸ νὰ πετύχει τὴν ἀγάπη. Αὐτὸ ἦταν ἡ ζωή του, αὐτὸ ὁ κόσμος του, αὐτὸ ὁ ἄγγελὸς του, αὐτὸ τὰ παρόντα, αὐτὸ τὰ μέλλοντα, αὐτὸ βασιλεία, αὐτὸ ὑπόσχεση, αὐτὸ τὰ ἄπειρα ἀγαθά. Καὶ κάθε ἄλλο ποὺ δὲν ὁδηγοῦσε ἐδῶ, δὲν τὸ θεωροῦσε οὔτε δυσάρεστο, οὔτε εὐχάριστο. Ἔτσι ὅμως περιφρονοῦσε ὅλα τὰ ὁρατά, ὅπως τὸ σάπιο χόρτο. Καὶ οἱ τύραννοι καὶ οἱ πόλεις ποὺ ἄφριζαν ἀπὸ θυμὸ τοῦ φαίνονταν ὅτι εἶναι κουνούπια, ἐνῶ ὁ θάνατος καὶ οἱ τιμωρίες καὶ τὰ πάρα πολλὰ βασανιστήρια τοῦ φαίνονταν παιδικὰ παιχνίδια. Ἀλλὰ βέβαια τὰ ὑπόφερε γιὰ τὸ Χριστό.

3.-. Γιατὶ τότε τὰ δεχότανε μὲ χαρὰ αὐτὰ καὶ στὰ δεσμά του ἔτσι ὑπερηφανευόταν, ὅπως δὲ θὰ ὑπερηφανευόταν ὁ Νέρων ὅταν εἶχε στὸ κεφάλι του τὸ βασιλικὸ διάδημα. Καὶ ἔμεινε στὴ φυλακή, σὰν νὰ ἦταν ὁ οὐρανός, καὶ δεχόταν τὰ κτυπήματα καὶ τὶς μαστιγώσεις πιὸ εὐχάριστα άπὸ ἐκείνους ποὺ ἁρπάζουν τὰ βραβεῖα. Καὶ τοὺς πόνους ἀγαποῦσε ὄχι λιγότερο ἀπὸ τὰ ἔπαθλα, θεωρώντας τοὺς πόνους ὅτι εἶναι ἔπαθλο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τοὺς ὀνόμαζε χάρη.

Πρόσεχε ὅμως. Ἔπαθλο ἦταν, τὸ νὰ πεθάνει καὶ νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, τὸ νὰ παραμείνει ὅμως στὴ ζωή, ἦταν αὐτὸς ὁ ἀγώνας. Ἀλλ᾿ ὅμως αὐτὸ προτιμᾶ περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνο καὶ λέγει ὅτι τοῦ εἶναι ἀναγκαιότερο. Τὸ νὰ ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ τὸ Χριστό, ἦταν ἀγώνας καὶ κόπος, ἢ καλύτερα περισσότερο ἀπὸ ἀγώνα καὶ κόπο· τὸ νὰ παραμένει μαζί του, ἦταν ἔπαθλο. Αὐτὸ ὅμως προτιμᾶ περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνο γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Ἀλλὰ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ πεῖ κανείς, ὅτι ὅλα αὐτὰ τοῦ ἦταν εὐχάριστα γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ λοιπὸν λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ γιὰ μᾶς εἶναι αἰτία λύπης, αὐτὰ προκαλοῦσαν σ᾿ ἐκεῖνον μεγάλη εὐχαρίστηση. Καὶ γιατὶ λέγω τοὺς κινδύνους καὶ τὶς ἄλλες ταλαιπωρίες; Ἀφοῦ πραγματικὰ ἦταν σὲ διαρκὴ λύπη· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε· «Ποιός ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἀσθενῶ καὶ ἐγὼ μαζί του; ποιός σκανδαλίζεται καὶ δὲν δοκιμάζομαι καὶ ἐγώ; » (Β´ Κορ. 11, 19). Ἀλλ᾿ ὅμως καὶ τὴ λύπη θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι εἶχε σὰν εὐχαρίστηση. Γιατὶ πολλοὶ καὶ ὅταν χάσουν τὰ παιδιά τους καὶ τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ θρηνοῦν, παρηγοροῦνται· ὅταν ὅμως ἐμποδίζονται, στενοχωροῦνται.

Ἔτσι λοιπὸν καὶ ὁ Παῦλος, κλαίοντας νύκτα καὶ ἡμέρα, παρηγοροῦνταν. Γιατὶ κανένας δὲν πένθησε ἔτσι τὰ δικά του κακά, ὅπως ἐκεῖνος τὰ ξένα. Πῶς λοιπὸν θεωρεῖς ὅτι συμπεριφέρεται, ἀφοῦ οἱ Ἰουδαῖοι δὲ σώζονται, γιὰ νὰ σωθοῦν αὐτοί, ὅταν εὔχεται νὰ ἐκπέσει αὐτὸς ἀπὸ τὴν οὐράνια δόξα; Ἑπομένως εἶναι φανερὸ ὅτι τὸ νὰ μὴ σωθοῦν αὐτοὶ ἦταν πολὺ χειρότερο γι᾿ αὐτόν. Γιατὶ ἂν δὲν ἦταν χειρότερο, δὲν θὰ εὐχόταν ἐκεῖνο (Βλ. Ρωμ. 9, 3), ἀφοῦ τὸ προτίμησε σὰν ἐλαφρότερο καὶ ποὺ ἔχει μεγαλύτερη παρηγοριά. Καὶ ὄχι ἁπλῶς ἤθελε, ἀλλὰ φώναζε λέγοντας, «Ὅτι ὑπάρχει μέσα μου λύπη καὶ ἀδιάκοπος πόνος στὴν καρδιά μου» (Ρωμ. 9, 2).

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ὑπόφερε καθημερινά, σχεδόν, γιὰ ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς οἰκουμένης, καὶ γιὰ ὅλους μαζί, καὶ γιὰ τὰ ἔθνη, καὶ γιὰ τὶς πόλεις καὶ γιὰ τὸν καθένα χωριστά, μὲ ποιόν θὰ μπορέσει νὰ τὸν συγκρίνει κανείς; μὲ ποιό σίδηρο; μὲ ποιό διαμάντι; Τί θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκαλέσει κανεὶς τὴν ψυχὴν ἐκείνη; χρυσὴ ἢ ἀδαμάντινη; γιατὶ ἦταν σκληρότερη ἀπὸ κάθε διαμάντι καὶ πολυτιμότερη ἀπὸ τὸ χρυσάφι καὶ τὶς πολύτιμες πέτρες. Θὰ ξεπεράσει λοιπὸν τὴν ἀντοχὴ τοῦ διαμαντιοῦ καὶ τὴν ἀξία τοῦ χρυσοῦ. Μὲ ποιό λοιπὸν στοιχεῖο θὰ μποροῦσε νὰ τὴν συγκρίνει κανείς; Μὲ κανένα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν. Ἂν ὅμως ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ γίνει διαμάντι καὶ τὸ διαμάντι χρυσός, τότε κάπως θὰ μπορέσει νὰ τὴ συγκρίνει μὲ τὴν εἰκόνα τους.

4.-. Ἀλλὰ γιατὶ νὰ τὴν συγκρίνω μὲ διαμάντι καὶ χρυσό; Σύγκρινε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ τότε θὰ δεῖς ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Παύλου ἔχει περισσότερη ἀξία. Γιατὶ ἀφοῦ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ διακρίθηκαν φορώντας γιὰ ροῦχα δέρματα ζώων καὶ ζώντας σὲ σπήλαια καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς λέγει ὁ Παῦλος τοῦτο (Βλ. Ἑβρ. 11, 38), πολὺ περισσότερο θὰ μπορούσαμε ἐμεῖς νὰ τὸ ποῦμε γι᾿ αὐτόν, ἐπειδὴ πραγματικὰ ἦταν πιὸ ἄξιος ἀπ᾿ ὅλους. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἰσάξιος τοῦ Παύλου, ποιός ἦταν ἰσάξιός του; μήπως ὁ οὐρανός; Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι μικρό. Γιατὶ ἀφοῦ αὐτὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὰ εὑρισκόμενα στοὺς οὐρανοὺς προτίμησε τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, πολὺ περισσότερο ὁ Κύριος ποὺ εἶναι τόσο ἀγαθότερος ἀπ᾿ αὐτόν, ὅσο ἡ ἀγαθότητα ἀπὸ τὴν πονηρία, θὰ τὸν προτιμήσει αὐτὸν ἀπὸ ἄπειρους οὐρανούς. Γιατὶ δὲν μᾶς ἀγαπᾶ μὲ ὅμοιο τρόπο, ποὺ ἐμεῖς τὸν ἀγαποῦμε, ἀλλὰ τόσο περισσότερο, ὅσο οὔτε μὲ λόγια δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὸ παραστήσουμε.

Πρόσεχε λοιπὸν γιὰ πόσα τὸν θεώρησε ἄξιο καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ μέλλουσα ἀνάσταση. Στὸν Παράδεισο τὸν ἅρπαξε, στὸν τρίτο οὐρανὸ τὸν ἀνέβασε, τοῦ φανέρωσε τέτοια ἀπόρρητα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται σὲ κανένα ἄνθρωπο νὰ πεῖ. Καὶ πολὺ σωστά. Γιατὶ ἐνῶ βάδιζε στὴ γῆ, σὰν νὰ περιπολοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἔτσι ἔκαμε τὰ πάντα, καὶ ἐνῶ εἶχε θνητὸ σῶμα, παρουσίαζε τὴν καθαρότητα τῶν ἀγγέλων, καὶ ἐνῶ ὑπέκειτο σὲ τόσες ἀνάγκες, προσπαθοῦσε νὰ μὴ φανεῖ καθόλου κατώτερος ἀπὸ τὶς οὐράνιες δυνάμεις. Γιατὶ πραγματικὰ σὰν ἀσώματος περιφρονοῦσε τοὺς πόνους καὶ τοὺς κινδύνους, καὶ σὰν νὰ κέρδισε ἤδη τὸν οὐρανό, περιφρονοῦσε τὰ γήινα, καὶ σὰν νὰ συναναστρεφόταν μαζὶ μ᾿ αὐτὲς τὶς ἀσώματες δυνάμεις ἔτσι ἦταν σὲ διαρκὴ ἐγρήγορση.

Βέβαια πολλὲς φορὲς ἄγγελοι ἀνέλαβαν νὰ προστατεύουν διάφορα ἔθνη. Ἀλλὰ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τὸ ἔθνος, ποὺ τοῦ παραδόθηκε, δὲν τὸ φρόντισε ἔτσι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Καὶ μὴ μοῦ πεῖς ὅτι ὁ Παῦλος δὲν ἦταν αὐτὸς ποὺ τὰ ἔκαμνε, καθόσον καὶ ἐγὼ τὸ ὁμολογῶ. Γιατὶ καὶ ἂν δὲν ἦταν αὐτὸς ποὺ τὰ ἐκτελοῦσε αὐτά, ἀλλὰ οὔτε ἦταν τόσο ἀνάξιος τῶν ἐπαίνων γι᾿ αὐτά, ἀφοῦ ἑτοίμασε τὸν ἑαυτό του τόσο ἄξιο αὐτῆς τῆς μεγάλης χάρης. Ὁ Μιχαὴλ ἀνάλαβε τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων (Βλ. Δαν. 12, 1 καὶ 10, 13.21), ὁ Παῦλος ὅμως τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα καὶ τὸ κατοικούμενο μέρος καὶ τὸ ἀκατοίκητο. Καὶ αὐτὰ δὲν τὰ λέγω μὲ σκοπὸ νὰ προσβάλλω τοὺς ἀγγέλους, μακριὰ ἀπὸ μιὰ τέτοια σκέψη, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι εἶναι δυνατό, ἐνῶ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος, νὰ εἶναι μαζὶ μ᾿ ἐκείνους καὶ νὰ στέκεται κοντὰ τους. Καὶ γιὰ ποιό λόγο δὲν ἀνέλαβαν αὐτὰ οἱ ἄγγελοι; Γιὰ νὰ μὴν ἔχεις καμία δικαιολογία ὅταν εἶσαι ἀδιάφορος, οὔτε νὰ καταφεύγεις στὴ διαφορὰ τῆς φύσης ὅταν παραμένεις ἄπρακτος. Ἄλλωστε καὶ τὸ θαῦμα γινόταν μεγαλύτερο. Πῶς λοιπὸν δὲν εἶναι θαυμαστὸ καὶ παράξενο, ὁ λόγος ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἀνθρώπινη γλώσσα νὰ διώχνει τὸ θάνατο, νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες, νὰ διορθώνει τὴν ἀνάπηρη φύση καὶ νὰ κάνει οὐρανὸ τὴ γῆ;

5.-. Γι᾿ αὐτὸ ἐκπλήσσομαι μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὰ θαυμάζω τὴν προθυμία τοῦ Παύλου, ἐπειδὴ δέχτηκε τόση χάρη, ἐπειδὴ ἔκαμε τέτοιον τὸν ἑαυτό του. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ θαυμάζετε μόνο, ἀλλὰ καὶ νὰ μιμεῖσθε τὸ παράδειγμα αὐτὸ τῆς ἀρετῆς, γιατὶ ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ λάβουμε τὰ ἴδια μ᾿ ἐκεῖνον στεφάνια. Ἐὰν ὅμως ἀπορεῖς ἀκούοντας ὅτι, ἂν κατορθώσεις τὰ ἴδια, θὰ πετύχεις τὰ ἴδια μὲ τὸν Παῦλο, ἄκουσε αὐτὸν νὰ λέγει τὰ ἑξῆς· «Ἔχω ἀγωνισθεῖ τὸν καλὸ ἀγώνα, ἔχω φθάσει στὸ τέλος τοῦ δρόμου, ἔχω διαφυλάξει τὴν πίστη. Λοιπὸν μοῦ ἐπιφυλάσσεται τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, ποὺ θὰ μοῦ δώσει σὰν ἀνταμοιβὴ ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος κριτής, κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη· καὶ ὄχι μόνο σ᾿ ἐμένα, ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλους ποὺ ἔχουν ἀγαπήσει τὴν ἐμφάνισή του» (Β´ Τιμ. 4, 7-8).

Βλέπεις πῶς ὅλους τοὺς καλεῖ στὴν ἴδια κοινωνία; Ἐπειδὴ λοιπὸν ὑπάρχουν τὰ ἴδια γιὰ ὅλους, ἂς φροντίσουμε ὅλοι νὰ γίνουμε ἄξιοι τῶν ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ. Καὶ ἂς μὴ δοῦμε μόνο τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἔκταση τῶν κατορθωμάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ πάθος τῆς προθυμίας, μὲ τὴν ὁποία ἀπέσπασε τόση χάρη, καὶ τὴ συγγένεια τῆς φύσης, γιατὶ εἶχε ὅλα αὐτὰ τὰ κοινὰ μ᾿ ἐμᾶς. Καὶ ἔτσι καὶ τὰ ὑπερβολικὰ δύσκολα θὰ μᾶς φανοῦν εὔκολα καὶ ἐλαφρά, καὶ ἀφοῦ κοπιάσουμε στὸ σύντομο αὐτὸ χρόνο, θὰ φορέσουμε τὸ ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο ἐκεῖνο στεφάνι, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τoῦ Kυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη τώρα καὶ πάντοτε, καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (ἀπὸ Ἂγγελο Κ.)

14 Ιουνίου, 2020

Τὴν σημερινὴ ἡμέρα, Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή, γιορτάζουμε τὴν γιορτὴ ὅλων τῶν Ἁγίων ἁπανταχοῦ τῆς Οἰκουμένης στὴν Ἀσία, τὴ Λιβύη, καὶ τὴν Εὐρώπη, στὸν Βορρᾶ καὶ στὸν Νότο.

Ὅλους τοὺς φίλους  τοῦ Κυρίου μου ὑμνῶ

Κι ἂν κάποιος πρόκειται νὰ ρθεῖ, κι αὐτὸς στοὺς πάντες ἂς χωρεῖ.

Τὴν παροῦσα γιορτή, μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θέσπισαν νὰ τελοῦμε οἱ θειότατοι Πατέρες μας, σὰ νὰ δείχνουν κατὰ κάποιο τρόπο, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ παναγίου Πνεύματος τέτοια πράγματα ἐνήργησε διὰ τῶν Ἀποστόλων καθὼς ἁγίασε καὶ ἔκανε σοφοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ δικοῦ μας φυράματος, καὶ ἀποκατέστησε τούτους γιὰ νὰ ξεχρεώσουν τὸ γένος ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἐκπεσὸν ἀγγελικὸ τάγμα·  καὶ ὅτι τοὺς παρέπεμψε διὰ τοῦ Χριστοῦ στὸν Θεό, ἄλλους μὲ τὸ μαρτύριο καὶ τὸ αἷμα, κι ἄλλους μὲ τὴν ἐνάρετη πολιτεία καὶ ἀγωγή. Καὶ πράττει πράγματα ποὺ ὑπερβαίνουν τὴ φύση. Κατέρχεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μὲ τὴ μορφὴ τοῦ πυρὸς ἔχοντας τὴ ροπὴ ἐκ τῶν ἄνω. Κι ἀνεβαίνει πρὸς τὰ πάνω τὸ χῶμα καὶ τὸ δικό μας φύραμα, ἐνῶ ἀπὸ τὴ φύση του ἔχει τὴ ροπὴ πρὸς τὰ κάτω, καθὼς θεώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ Λόγο πρὶν ἀπὸ λίγο ἡ σάρκα ποὺ προσλήφθηκε καὶ ὑψώθηκε καὶ κάθισε ἐκ δεξιῶν τῆς πατρικῆς δόξης. Τώρα δὲ καὶ ὅλους ὅσους θέλουν τοὺς ἕλκει, ὅπως λέει και ἡ ὑπόσχεση,  κι ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Θεὸς Λόγος μᾶς δείχνει ποιὰ εἶναι τὰ ἔργα τῆς καταλλαγῆς καὶ ποιὸ εἶναι τὸ σκοπιμώτατο τέλος τῆς ἔνσαρκης παρουσίας του κοντά μας καὶ τῆς θείας οἰκονομίας. Γιατὶ ὅσους πρὶν εἶχαν ἀπωθηθεῖ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ ἕνωση καὶ φιλία Θεοῦ, καὶ προσφέρει στὸν Θεό τὸν ἀγνώμονα λαὸ τῆς ἀνθρώπινης φύσης ὅλων τῶν ἐθνῶν. Σὰν νὰ προσφέρει κατὰ κάποιον τρόπο ἡ ἀνθρώπινη φύση τὴν πρώτη προσφορά, τοὺς πρώτους της καρπούς, ὅσους εὐδοκίμησαν σὲ αὐτὴν τὴν ἕνωση καὶ τὴ φιλία τοῦ Θεοῦ μὲ διάφορους τρόπους. Κι ἐμεῖς, λοιπόν, ἔτσι γιορτάζουμε αὐτὴ τὴ γιορτὴ ὅλων τῶν ἁγίων μὲ ἕναν τρόπο.

Κατὰ δεύτερον δε, ἐπειδὴ πολλοὶ εὐαρέστησαν τὸν Θεό, καὶ λόγῳ τῆς ἀκραίας ἀρετῆς ἢ γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο ἢ ἐξ αἰτίας κάποιου ἄλλου ἀνθρώπινου παράγοντα, ἔμειναν ἀνώνυμοι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἔχουν πολλὴ δόξα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ·  ἢ καὶ διότι, πολλοὶ πολιτεύτηκαν κατὰ Χριστὸν στοὺς Ἰνδοὺς καὶ στοὺς Αἰγυπτίους καὶ στοὺς Ἄραβες, στὴ Μεσοποταμία καὶ στὴ Φρυγία, ἀλλὰ καὶ στὶς χῶρες ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὸν Εὔξεινο· κι ἀκόμα σ’ ὅλη τὴν Ἑσπερία μέχρι καὶ σ’ αὐτὲς τὶς Βρεττανικὲς νήσους·  μὲ δυὸ λόγια, σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση· δὲν θὰ ἦταν βολικὸ ὅλους αὐτοὺς ὅπως πρέπει νὰ τοὺς τιμήσουμε σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνήθεια ποὺ ἔχουμε παραλάβει, λόγῳ τοῦ ἄπειρου ἀριθμοῦ. Γιὰ νὰ ἀποσπάσουμε λοιπὸν τὴν βοήθεια ὅλων αὐτῶν, ὁπουδήποτε τῆς γῆς εὐαρέστησαν τὸν Θεό, και γιὰ ὅσους ἀκόμα ἁγίους πρόκειται νὰ ἔρθουν, θέσπισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες νὰ γιορτάζουμε αὐτὴ τὴ γιορτὴ ὅλων τῶν ἁγίων, τιμώντας καὶ συμπεριλαμβάνοντας ὅλους καὶ τοὺς πρότερον καὶ τοὺς ὕστερον ἀφανεῖς ἀλλὰ καὶ φανερούς, (ὅσους τοὺς ἁγίασε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ποὺ σκήνωσε σὲ αὐτούς).   

Ἢ καὶ τρίτο: ἔπρεπε οἱ ἅγιοι ποὺ γιορτάζουμε κάθε ἡμέρα νὰ συναχθοῦν σὲ μιὰν ἡμέρα γιὰ νὰ δειχθεῖ ὅτι ἀγωνίστηκαν ὑπὲρ ἑνὸς Χριστοῦ καὶ ὅλοι τὸ ἴδιο στάδιο τῆς ἀρετῆς ἔτρεξαν καὶ ἔτσι ὅλοι ἑνὸς Θεοῦ ὑπῆρξαν δοῦλοι· καὶ στεφανώθηκαν ἐπάξια καὶ αὐτοὶ συνέστησαν τὴν Ἐκκλησία ἀναπληρώνοντας τὴν οὐράνια τάξη. Καὶ κεντρίζουν κι ἐμᾶς νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν ἴδιο ἀγώνα μ’ αὐτούς, ποὺ εἶναι διαφορετικὸς γιὰ τὸν καθένα καὶ μὲ πολλὲς μορφές, κι ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμη ποὺ ἔχει ὁ καθένας πρἐπει νὰ σπεύδει ὁλοπρόθυμα. Γι’αὐτοὺς ὅλους τοὺς ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίους ὁ Λέων ὁ φημισμένος καὶ σοφώτατος βασιλεὺς ἔχτισε μεγάλο καὶ περικαλλῆ ναό. Εἶναι πολὺ κοντὰ στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ πρῶτα ξεκίνησε νὰ τὸν οἰκοδομεῖ γιὰ τὴν Θεοφανώ, τὴν πρώτη του, ὅπως λένε, γυναίκα, ποὺ εὐαρέστησε στὸ ἔπακρο τὸν Θεό. Καὶ τὸ πιὸ παράδοξο, τὸν εὐαρέστησε ἐν μέσῳ τῶν κοσμικῶν θορύβων καὶ μέσα στὰ βασίλεια. Κι ὅταν ὁ Λέων ἀνακοίνωσε στὴν ἐκκλησία τὸν σκοπό του δὲν μπόρεσε νὰ τὴν πείσει γιὰ τὸ θέλημά του. […] 

Ὁ σοφώτατος βασιλεύς, τότε, μὲ τὴν σύμφωνη γνώμη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἀφιέρωσε τὸν ἀνεγερθέντα ναὸ σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, λέγοντας: ἂν καὶ ἡ Θεοφανὼ εἶναι ἁγία ἂς συναριθμηθεῖ μαζὶ μὲ ὅλους αὐτούς. 

 Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω ὅτι ἀπὸ ἐδῶ μᾶλλον ἔχει τὴν ἀρχή του ὁ ἑορτασμὸς τῆς παρούσας ἑορτῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ πρωτύτερα. Ἀλλὰ χάριν τούτου, τοποθετεῖται ὡς τελευταία στὸ Τριώδιο, καὶ γενικὰ σὰν ἕνας φράχτης περικλείει ὅλες τὶς γιορτές. Διότι ἡ εὐταξία καὶ ἡ ὅλη κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας ἐνῶ ἔχει ἄνωθεν τὴν ἀρχή της, σταδιακά κατέστη ἄριστη καὶ καθὼς πρέπει, καὶ μάλιστα στὶς μέρες τοῦ Βασιλιᾶ αὐτοῦ ὁλοκληρώθηκε καὶ πῆρε τὴν μορφή της, καὶ καθιερώθηκε ἡ τάξη της ὅπως ἰσχύει καὶ τώρα. Τὸ δὲ Τριώδιο, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μὲ δυὸ λόγια, περιέχει ἐντός του διηγούμενο ἐμμελῶς ὅσα ὁ Θεὸς ἐνήργησε, μὲ ἄρρητα λόγια, σχετικὰ μὲ ἐμᾶς: τὴν ἔκπτωση τοῦ Διαβόλου ἀπὸ τὸν οὐρανό, μὲ τὴν πρώτη παρακοή. Τὴν ἐξορία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν παράβαση. Ὅλη τὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου ποὺ ἀφορᾶ ἐμᾶς. Καὶ ὅτι ἀνεβήκαμε πάλι στοὺς οὐρανοὺς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀναπληρώσαμε ἐκεῖνο τὸ ἐκπεσὸν τάγμα, καθίσταται γνωστὸ μέσῳ τῶν ἁγίων πάντων. 

Ἂς γνωρίζουμε ὅτι γιορτάζουμε τώρα ὅλα ὅσα μὲ τὸ ἀγαθό του δόσιμο ἁγίασε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ἐννοῶ βέβαια τοὺς ὑψηλότατους καὶ ἁγιαστικοὺς νόες, τὰ ἐννέα δηλαδὴ τάγματα, τοὺς Προπάτορες καὶ Πατριάρχες, τοὺς Προφῆτες καὶ τους ἱεροὺς Ἀποστόλους, τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς Ἱεράρχες, τοὺς Ἱερομάρτυρες καὶ Ὁσιομαρτυρες, τοὺς Ὁσίους καὶ Δικαίους καὶ ὅλες τὶς χορεῖες τῶν ἁγίων γυναικῶν καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνώνυμους ἁγίους. Μαζὶ μὲ τοὺς ὁποίους συγκαταλέγονται καὶ ὅσοι θὰ ἀκολουθήσουν. Ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ ὅλους καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλους καὶ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους Ἁγία, τὴν ὑπεραγία καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀγγελικὰ τάγματα ὑπερασυγκρίτως ἀνώτερη, τὴν Κυρία μας καὶ Δέσποινα Θεοτόκο, Μαρία τὴν ἀειπάρθενο.  

Γιά τούς Ἁγίους (Ἅγιος ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ ὁ Ἀθωνίτης)

14 Ιουνίου, 2020
Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Αγίων Πάντων

«Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, τούς δέ δοξάζοντάς με δοξάσω, λέγει ὁ Κύριος »

Θεός δοξάζεται μέ τούς Ἁγίους Του καί οἱ Ἅγιοι δοξάζονται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δόξα πού δίνει ὁ Θεός στούς Ἁγίους εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τόν Ἅγιο ὅπως εἶναι, ἀπό τήν εὐλάβεια καί τό φόβο θά ἔπεφταν καταγῆς, γιατί ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη τή δόξα τῆς οὐράνιας ἐμφανίσεως.

Μήν θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὁ Κύριος ἀγάπησε τόσο τό πλάσμα Του, ὥστε ἔδωσε Ἅγιο Πνεῦμα μ᾽ ἀφθονία στόν ἄνθρωπο, καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τό Θεό.

Γιατί, λοιπόν, ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τόσο τόν ἄνθρωπο; Γιατί εἶναι ἡ Αὐτοαγάπη καί ἡ ἀγάπη αὐτή γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Κύριο, τό Δημιουργό του, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα γεμίζει μέ τή χάρη Του ὅλο τόν ἄνθρωπο: καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.

Ὁ Κύριος ἔδωσε στούς Ἁγίους τή χάρη Του κι ἐκεῖνοι Τόν ἀγάπησαν καί προσκολλήθηκαν ὁλοκληρωτικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ τήν ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί τήν ὀμορφιά του.

Κι ἄν ἔτσι γίνεται στή γῆ, τότε στόν οὐρανό οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀκόμα πιό πολύ ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο μέ τήν ἀγάπη. Κι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἀνείπωτα γλυκειά καί ἐκχύνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα κι ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις μ᾽ αὐτήν τρέφονται.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους εἶναι ἀγάπη.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγαλύνεται ὁ Κύριος στούς οὐρανούς. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουν οἱ Ἅγιοι τό Θεό καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζει ὁ Κύριος τούς Ἁγίους καί αὐτή ἡ δόξα δέν ἔχει τέλος.

Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά μακριά εἶναι ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ᾽ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς οὐρανούς τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί στή γῆ εἶναι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ζῆ στήν Ἐκκλησία μας, Αὐτό ἐνεργεῖ στά μυστήρια, Αὐτό πνέει στήν Ἁγία Γραφή, Αὐτό ζῆ στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τούς πάντες, καί γι᾽ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι κοντά μας. Κι ὅταν προσευχώμαστε σ᾽ αὐτούς, τότε ἀκοῦνε αὐτοί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τίς προσευχές, κι οἱ ψυχές μας αἰσθάνονται τήν πρεσβεία τους γιά χάρη μας.

Πόσο εὐτυχισμένοι καί καλότυχοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ζωή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εὐφραίνονται οἱ ψυχές μας. Πρέπει ὅμως νά φυλᾶμε μέ σύνεση τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀρκεῖ κι ἕνας ἄσκοπος λογισμός γιά νά ἐγκαταλείψη τήν ψυχή, καί τότε στερούμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐξαφανίζεται ἡ παρρησία ἀπό τήν προσευχή, χάνεται καί ἡ σίγουρη ἐλπίδα πώς θά λάβουμε αὐτό πού ἐπιζητοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι ζοῦν σ᾽ ἄλλο κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας. Ζώντας στή γῆ διδάχτηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὅποιος ἀπέκτησε στή γῆ τήν ἀγάπη διαβαίνει μαζί της στήν αἰώνια ζωή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπου ἡ ἀγάπη αὐξάνει ὡσότου γίνη τέλεια. Κι ἄν στή γῆ ἡ ἀγάπη δέν μπορῆ νά λησμονήση τόν ἀδελφό, πολύ περισσότερο στούς οὐρανούς οἱ Ἅγιοι δέν μᾶς λησμονοῦν καί δέονται γιά μᾶς.

Ὁ Κύριος χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους, κι αὐτοί μᾶς ἀγαποῦν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων γνωρίζουν τόν Κύριο καί τήν ἀγαθοσύνη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί καίγονται πνευματικά ἀπό ἀγάπη γιά τό λαό. Ὅσο ζοῦσαν στή γῆ, δέν μποροῦσαν ν᾽ ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, χωρίς πόνο στήν καρδιά, κι ἔχυναν δάκρυα στήν προσευχή τους γι᾽ αὐτούς. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐξέλεξε γιά νά προσεύχωνται γιά ὅλο τό κόσμο καί τούς ἔδωσε πηγές δακρύων. Τό Ἅγιο Πνεῦμα σκορπίζει στούς ἐκλεκτούς Του τόσο μεγάλη ἀγάπη, ὥστε οἱ ψυχές καίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί νά δοῦν τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Οἱ Ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλο τό κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάναμε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι᾽ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στό Θεό γιά μᾶς.

Οἱ Ἅγιοι χαίρονται γιά τή μετάνοιά μας καί στενοχωριοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό Θεό κι ἐξομοιώνωνται ἔτσι μέ τά ἄλογα ζῶα. Λυποῦνται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν στή γῆ χωρίς νά ξέρουν πώς, ἄν ἀγαποῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, θά ὑπῆρχε ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία. Κι ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει χαρά καί ἀγαλλίαση πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι ἔτσι ὅπου καί νά στραφῆ τό βλέμμα, τά πάντα εἶναι ἀγαπημένα κι ἡ ψυχή ἀπορεῖ καί ἀναρωτιέται «γιατί νοιώθω τόσο καλά», καί δοξολογεῖ τό Θεό.

Νά ἐπικαλεῖστε μέ πίστη τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. αὐτοί ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ξέρουν καί τούς διαλογισμούς μας.

Καί μή θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν Ἁγίων ζῆ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ᾽ ὅλο τόν κόσμο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ Ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ Ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας.

Οἱ Ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τό Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σ᾽ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν.

Ὁ πάτερ Ρωμανός, ὁ γυιός τοῦ πάτερ Δοσιθέου, μοῦ διηγόταν πώς ὅταν ἦταν ἀκόμα στόν κόσμο πολύ νέος, ἔτυχε νά διαβῆ σ᾽ ἐποχή χειμώνα τό Δόν. Ξαφνικά ράγισαν οἱ πάγοι τοῦ ποταμοῦ καί τ᾽ ἄλογό του ἔπεσε μέσα στήν τρύπα πού ἄνοιξε καί σέ λίγο ὅλο τό ἕλκηθρο καί τό ἄλογο βυθίζονταν στούς πάγους. Αὐτός, μικρό παιδί, φώναξε: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθησέ με νά σύρω ἔξω τό ἕλκηθρο» καί τραβώντας τά χαλινάρια εἶδε ἀμέσως ἕλκηθρο καί ἄλογο ἔξω ἀπό τούς πάγους.

Κι ὁ πάτερ Ματθαῖος, πού ἦταν συγχωριανός μου, ὅταν ἦταν παιδί ἔβοσκε, σάν τόν προφήτη Δαβίδ, τά πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάστημα ἴσα μέ πρόβατο. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἐργαζόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κάμπου. Ξαφνικά βλέπει νά ὁρμοῦν λύκοι καταπάνω στό Μίσα – ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ πάτερ Ματθαῖος κατά κόσμον – κι ὁ μικρός Μίσα ἄφησε κραυγή: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθα με». Καί μόλις φώναξε, οἱ λύκοι γύρισαν πίσω καί δέν ἔκαμαν κακό οὔτε σ᾽ αὐτόν οὔτε στά πρόβατα. Καί γιά πολύν καιρό γελοῦσαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας κι ἔλεγαν: «Ὁ Μίσα ἐτρόμαξε φοβερά ἀπό τούς λύκους, ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόλας τόν γλύτωσε».

Κι ὅλοι μας ξέρομε πλῆθος περιπτώσεων, πού οἱ Ἅγιοι ἔρχονται παρευθύς νά βοηθήσουν. Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι, λοιπόν, φανερό πώς ἀκούγονται οἱ προσευχές μας στούς οὐρανούς.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι ὅμοιοι μ᾽ ἐμᾶς. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς εἶχαν μεγάλες ἁμαρτίες, ἀλλά μέ τήν μετάνοια πέτυχαν τήν Οὐράνια Βασιλεία. Κι ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σ᾽ αὐτήν, μέ τή μετάνοια ἔρχονται πού μᾶς χάρισε ὁ Ἐλεήμων Κύριος μέ τά πάθη Του.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ζοῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες καί Πατριάρχες, πού κράτησαν μέ ἀνδρεία καί παρέδωσαν τήν πίστη τους. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Προφῆτες, πού ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί μέ τό λόγο τους καλοῦσαν τό λαό πρός τό Θεό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, πού πέθαναν γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ μάρτυρες, πού ἔδωσαν μέ χαρά τή ζωή τους ἀπό τήν ἀγάπη γιά τό Χριστό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, μιμητές τοῦ Κυρίου, πού βάσταξαν τά βάρη τῶν πνευματικῶν τους προβάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές καί οἱ κατά Χριστόν σαλοί, πού νίκησαν μέ τήν ἄσκηση τόν κόσμο. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ Δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί κατανίκησαν τά πάθη.

Πρός τά ἐκεῖ, σ᾽ ἐκείνη τή θεσπέσια ἅγια Σύναξη, πού συγκάλεσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἑλκύεται ἡ ψυχή μου. Ἀλλά ἀλίμονο σέ μένα! Ἀφοῦ δέν ἔχω ταπείνωση, ὁ Κύριος δέν μοῦ δίνει δύναμη γιά τήν ἄθληση, καί τό ἀσθενικό μου πνεῦμα σβύνει σάν μικρό κερί, ἐνῶ τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων ἔκαιγε σάν φλόγα φωτιᾶς, κι ὄχι μόνο δέν τό ἔσβυνε ὁ ἄνεμος τῶν πειρασμῶν, ἀλλά ἄναβε ἀκόμα περισσότερο. Περπατοῦσαν στή γῆ καί τά χέρια τους ἐργάζονταν, ἀλλά τό πνεῦμα τους ἔμενε πάντα κοντά στό Θεό κι ὁ νοῦς τους δέν ἤθελε ν᾽ ἀποσπασθῆ ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γιά χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν ὅλες τίς θλίψεις στή γῆ καί δέν φοβόνταν κανένα πόνο, κι ἔτσι δόξαζαν τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό κι ὁ Κύριος τούς ἀγάπησε καί τούς δόξασε καί τούς χάρισε τήν αἰώνια Βασιλεία μαζί Του.

Ἅγιος ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ  ὁ Ἀθωνίτης

ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ-ἀπὸ τὸν Ἂγγελο Κ.-

8 Ιουνίου, 2020

(

ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Τὴ μέρα αὐτὴ, τὴν Δευτέρα τῆς Πεντηκοστῆς, γιορτάζουμε αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιὸ καὶ παντοδύναμο Πνεῦμα, τὸν ἕνα Θεὸ τῆς Τριάδος, ποὺ εἶναι ὁμότιμο καὶ ὁμοούσιο καὶ ὁμόδοξο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό.

Πᾶσα πνοὴ δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου

Ποὺ ἀφανίζει τὸ θράσος πονηρῶν πνευμάτων

Τὴν ἴδια τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐπεδήμησε στοὺς Ἀποστόλους τὸ Πνεῦμα οὐσιωδῶς μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν καὶ κάθισε πάνω στὸν καθένα στὸ ὑπερῶο, ἐκεῖ ποῦ ἔμεναν. Καὶ γιὰ νὰ τιμήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα οἱ θεῖοι Πατέρες, ποὺ ὅλα τὰ ὅρισαν καλῶς, θέσπισαν νὰ τὸ γιορτάζουμε καὶ ξεχωριστὰ καὶ τὴν μέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὑποσχέθηκε ὁ Σωτήρας πρὸ τοῦ πάθους τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πνεύματος λέγοντας: Συμφέρει νὰ φύγω ἐγώ. Ἐὰν δὲν φύγω ἐγώ, δὲν θὰ ἔρθει ὁ Παράκλητος. Καὶ πάλι:  Ὅταν ἔρθει ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξει καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήσει σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Κι ἀμέσως μετά: Θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Πατέρα νὰ σᾶς στείλει τὸν ἄλλο Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Καὶ μετὰ τὸ Πάθος πάλι, ὅταν ἀνέβαινε στὸν οὐρανό, εἶπε: Ἐσεῖς νὰ παραμείνετε στὴν Ἱερουσαλήμ, ἕως ὅτου ἐνδυθεῖτε δύναμη ἐξ ὕψους.

Καὶ καθὼς περίμεναν αὐτοί, στὸ ὑπερῶο, ὅταν ἔφτασε ἡ μέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας, ξαφνικὰ ἔπεσε μιὰ βροντὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ διαπέρασε καὶ τὸ πλῆθος τῆς οἰκουμένης. Καὶ μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν φανερώθηκε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο σὲ καθέναν ἀπὸ αὐτούς, ὄχι μόνο στοὺς Δώδεκα, ἀλλὰ καὶ στοὺς Ἑβδομήκοντα καὶ μιλοῦσαν ξένες γλῶσσες, δηλαδή, ἕνας ἕκαστος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους μιλοῦσε ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ἐθνῶν. Δὲν ἄκουγε ὁ ἀλλόφυλος τὴν ἰδιαίτερη γλώσσα τοῦ Ἀποστόλου καθὼς μιλοῦσε, ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος ἄκουγε τὴν γλώσσα τοῦ κάθε ἔθνους καὶ τὴ μιλοῦσε. Γι’αὐτὸ καὶ οἱ συγκεντρωμένοι τοὺς πέρασαν γιὰ μεθυσμένους. Ἐπειδὴ δὲν ἤξερε ὁ καθένας πῶς ὁ κάθε Ἀπόστολος συζητοῦσε ἰδιαιτέρως μὲ ὅλους, νόμιζαν ὅτι αὐτὸς εἶχε μεθύσει. Κι ἄλλοι ἀποροῦσαν κι ἔλεγαν: τί εἶναι τοῦτο πάλι; Κι ἦταν μαζεμένοι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς γιὰ τὴ γιορτή: Πάρθοι, Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖτες ποὺ εἶχαν πιαστεῖ αἰχμἀλωτοι πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ ἀπὸ  τὸν Ἀντίοχο.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψη πέρασαν δέκα μέρες καὶ τότε ἔρχεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὄχι ἀμέσως μὲ τὴν Ἀνάληψη, γιὰ νὰ κάνει τοὺς μαθητὲς θερμότερους ἀκόμα περισσότερο καθὼς τὸ περίμεναν. Λένε μερικοὶ ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡμέρα κάθε ἕνα ἀγγελικὸ τάγμα προσερχόταν καὶ προσκυνοῦσε ἐκείνη τὴ θεωθεῖσα σάρκα. Κι ἀφοῦ πέρασαν οἱ ἐννέα ἡμέρες, τὴ δέκατη, καθὼς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἔγινε ἡ συμφιλίωση,  ἐπεδήμησε ὁ Παράκλητος. Κι ἔγινε πενήντα μέρες μετὰ τὸ Πάσχα γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὸν παλαιὸ Νόμο. Γιατὶ ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τότε ποὺ πέρασε τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, πέρασαν πενήντα μέρες καὶ μετὰ ἔλαβε τὸν Δεκάλογο. Βλέπε δὲ καὶ τὰ σύμβολα: ἐκεῖ ὄρος, ἐδῶ ὑπερῶον· ἐκεῖ πῦρ, ἐδῶ πύρινες γλῶσσες· κι ἀντὶ γιὰ τὶς βροντὲς καὶ τὸν γνόφο, πνοὴ βιαία ἐδῶ. 

Κατέβηκε λοιπὸν μὲ τὴ μορφὴ τῶν γλωσσῶν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, γιατὶ φανερώνει ὅτι εἶναι οἰκεῖο πρὸς τὸν Ζῶντα Λόγο· ἢ καὶ διότι οἱ Ἀπόστολοι ἔμελλαν νὰ διδάξουν καὶ νὰ ὁδηγήσουν τὰ ἔθνη μὲ τὴν γλώσσα· καὶ μὲ πύρινες γλῶσσες,  γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι φωτιὰ ποὺ καίει, καὶ ἐπὶ πλέον γιὰ νὰ δηλώσει τὴν κάθαρση. Καὶ μερίζονται οἱ γλῶσσες γιὰ νὰ δηλώσουν τὰ ἰδιαίτερα χαρίσματα. Καὶ ὅπως κάποτε αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν τὴ μία γλώσσα, σὲ πολλὰ μέρη τοὺς διαίρεσε καὶ τοὺς ἔφερε σύγχυση, ἔτσι καὶ τώρα αὐτοὺς ποὺ ἤξεραν μόνο μιὰ γλώσσα τοὺς μοίρασε σε πολλὲς, γιὰ νὰ συνάξει ὅσους μιλώντας τὴν δική τους γλώσσα ἔχουν διασπαρεῖ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Κι ἔγινε σὲ μέρα γιορτῆς γιὰ νὰ ἔχουν συγκεντρωθεῖ περισσότεροι, κι ἔτσι νὰ γίνει ξακουστὸ παντοῦ αὐτὸ ποὺ ἔγινε. Καὶ γιὰ νὰ μποροῦν νὰ θαυμάζουν ὅσοι βρέθηκαν ἐκεῖ γιὰ τὸ Πάσχα καὶ ὅσοι εἶδαν ὅσα συνέβησαν μὲ τὸν Χριστό. Καὶ ἔγινε στὴν γιορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς γιατὶ σ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ποὺ δόθηκε πρὶν ὁ νόμος, στὸν ἴδιο χρόνο ἔπρεπε καὶ ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος νὰ ἐκκενωθεῖ. Σύμφωνα μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ὁ Χριστὸς ἔπραξε. Στὴ διάρκεια τοῦ νομικοῦ Πάσχα, τελώντας τὸ δικό του Πάσχα, τὸ ἀληθινὸ Πάσχα.

Δὲν κάθισε τὸ Πνεῦμα στὸ στόμα, ἀλλὰ στὰ κεφάλια τῶν Ἀποστόλων, ποὺ εἶναι τὸ ἡγεμονικὸ μέρος τοῦ σώματος ποὺ ὑπερέχει τοῦ σώματος καὶ περιλαμβάνει καὶ τὸν ἴδιο τὸν νοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ ἡ γλώσσα ἔχει τὸ λέγειν. Ἢ, καὶ διότι κατὰ κάποιο τρόπο τὸ Πνεῦμα βγάζει φωνὴ μὲ τὶς πύρινες γλῶσσες, σὰ νὰ χειροτονεῖ τοὺς Ἀποστόλους, καθὼς ἐπικάθεται στὴν κεφαλή τους, ὡς διδασκάλους ὅλης τῆς οἰκουμένης ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό. Γιατὶ ἡ χειροθεσία γίνεται στὴν κορυφὴ τῆς κεφαλῆς. Καὶ ὁ ἦχος καὶ ἡ φωτιὰ γιατὶ καὶ στὸ ὅρος Σινᾶ ταὰ ἴδια ἔγιναν. Γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιο Πνεῦμα εἶναι καὶ τότε καὶ τώρα αὐτὸ ποὺ νομοθετεῖ καὶ τὰ πάντα ὁρίζει. Καὶ ἐπεκράτησε σύγχυση στὸ πλῆθος μὲ τὸν ἦχο τῆς πνοῆς, διότι νόμισαν ὅτι ἦρθε τὸ τέλος, ὅσα  δηλαδὴ εἶχε προαναγγείλει ὁ Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους γιὰ τὴν καταστροφή τους. Καὶ εἶπε ὅτι θὰ εἶναι σὰν φωτιά, γιὰ νὰ μὴν ἐννοήσει κανεὶς τίποτα σωματικὸ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 

Γιὰ μέθη λοιπὸν κατακρίνονται οἱ Ἀπόστολοι. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος στάθηκε καὶ ἀγόρευσε στὸ λαὸ ἐν μέσῳ τοῦ πλήθους, κι ἔτσι ἀπέδειξε ὅτι δὲν ἦταν στ’ ἀλήθεια μεθυσμένοι, καὶ ἐπαλήθευσε μὲ τὸν λόγο του τὴν Προφητεία τοῦ Ἰωήλ. Καὶ ἀπὸ αὐτοὺς κατέκτησε ἕως τρεῖς χιλιάδες. 

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λέγεται Παράκλητος ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μᾶς παραμυθεῖ καὶ νὰ μᾶς ἀναψύχει. Καὶ τὸ λάβαμε τοῦτο ἀντὶ γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ τὸ ἔχουμε διὰ τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ γιὰ μᾶς μὲ φωνὲς ἀλάλητες, καθὼς στέκεται μπροστά μας φιλάνθρωπο, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Χριστός. Γιατὶ καὶ ἐκεῖνος εἶναι Παράκλητος. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λέγεται ἄλλος Παράκλητος. Λέει ὁ Ἀπόστολος: Ἔχουμε Παράκλητο τὸν Ἰησοῦ πρὸς τὸν Θεό. Ἄλλος εἶπε ὅτι λέγεται Παράκλητος καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα γιὰ τὸ Ὁμοούσιο. Γιατὶ εἶναι ἄλλα Πρόσωπα, ἀλλὰ ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία καὶ τὴν ἴδια φύση. Καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ γνωρίσαμε νὰ ἐμφανίζεται μὲ διάφορες φύσεις. Αὐτὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνυπάρχει καὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸν Υἱὸ κατὰ πάντα. Ὡς ἐκ τούτου καὶ συνδημιουργεῖ μὲ αὐτοὺς τὸ πᾶν.  Καὶ αὐτὴ τὴν ἀνάσταση ποὺ θὰ γίνει. Καὶ πράττει ὅσα βούλεται, ἁγιάζει, ἀφορίζει, νεοποιεῖ, ἀποστέλλει, σοφίζει, χρίει Προφῆτες. Γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἁπλὰ κάνει τὰ πάντα, καθὼς εἶναι αὐτεξούσιο, παντοδύναμο, ἀγαθό, εὐθές, ἡγεμονικό. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸ ἔρχεται κάθε σοφία, ζωή, κίνηση, κι ὅτιδήποτε μετέχει στὴν ἁγιοσύνη καὶ γενικὰ στὴ ζωή. Ἁπλῶς ἔχει ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱός, πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως, καθὼς ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. 

Καὶ καθὼς ἐκχέεται σὲ κάθε σαρκικὸ ἄνθρωπο ὁ κόσμος πλημμυρίζει μὲ διάφορα χαρίσματα καὶ μέσῳ αὐτοῦ ὅλα τὰ ἔθνη χειραγωγοῦνται πρὸς τὴν θεογνωσία καὶ ἀπομακρύνεται κάθε νόσος καὶ κάθε ἀδυναμία. Μὲ τρεῖς τρόπους δόθηκε στοὺς μαθητὲς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀπὸ τὸν Χριστό. Πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος, πολὺ ἀμυδρά. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση ἔγινε ἐμφανέστερο, διὰ ἐμφυσήματος. Καὶ τώρα τὸ κατέπεμψε οὐσιωδῶς. Ἢ καλύτερα τὸ ἴδιο κατῆλθε, φωτίζοντας καὶ ἁγιάζοντας αὐτοὺς τελειότερα. 

Καὶ διὰ τῶν Ἀποστόλων οἰκειώθηκε τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. 

Περὶ τῆς Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς (ἀπὸ Ἂγγελο Κ.)

7 Ιουνίου, 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Αὐτὴ τὴν μέρα, τὴν Κυριακὴ τὴν ὄγδοη ἀπὸ τὸ Πάσχα, γιορτάζουμε τὴν ἁγία Πεντηκοστή.

Μὲ βίαιη πνοὴ μὲ πύρινες γλῶσσες μοιράζει

ὁ Χριστὸς τὸ θεῖο Πνεῦμα στοὺς Ἀποστόλους.

Ἐκχύνεται τὸ Πνεῦμα μέσα σὲ μιὰ μεγάλη μέρα στοὺς ψαράδες.

Κι αὐτὴ τὴ γιορτὴ ἀπὸ τὶς ἑβραϊκὲς βίβλους τὴν παραλάβαμε. Ὅπως ἐκεῖνοι γιορτάζουνε τὴν δική τους Πεντηκοστή, τιμώντας τὸν ἕβδομο ἀριθμό, καὶ διότι μετὰ τὸ Πάσχα, ἀφοῦ περάσανε πενήντα μέρες, ἔλαβαν τὸν Νόμο, ἔτσι κι ἐμεῖς, μετὰ τὸ Πάσχα, γιορτάζοντας πενήντα μέρες, λαμβάνουμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, αὐτὸ ποὺ νομοθετεῖ καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ κάθε ἀλήθεια καὶ διευθετεῖ κατὰ τὴν τάξη ὅσα ἀρέσουν στὸν Θεό. 

Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι γιὰ τοὺς Ἑβραίους τρεῖς ἦταν οἱ γιορτές: τὸ Πάσχα,
ἡ Πεντηκοστὴ καὶ ἡ Σκηνοπηγία. Τὸ Πάσχα λοιπὸν τὸ γιόρταζαν σὲ ἀνάμνηση τῆς διαβάσεως τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, γιατὶ Πάσχα σημαίνει διάβασις. Κι αὐτὴ ἡ γιορτὴ φανέρωνε τὴν δική μας διάβαση καὶ τὴν ἐπάνοδο ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ ἁμαρτία στὸν Παράδεισο πάλι. 

Τὴν Πεντηκοστὴ τὴ γιόρταζαν σὲ ἀνάμνηση τῆς κακοπαθείας τους στὴν ἔρημο, καὶ ποὺ μέσα ἀπὸ πολλὲς θλίψεις εἰσῆλθαν στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας καὶ ἀπολαύσανε τότε τοὺς καρπούς, τὸν σίτο καὶ τὸν οἶνο. Καὶ δήλωνε καὶ τὴν δική μας κάκωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν εἴσοδό μας στὴν Ἐκκλησία. Τότε κι ἐμεῖς, μπαίνοντας δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία, μεταλαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τὸ Δεσποτικό. 

Κάποιοι λοιπὸν γι’ αὐτὴ τὴν αἰτία λένε ὅτι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους γιορτάζεται ἡ Πεντηκοστή. Ἄλλοι ὅμως λένε ὅτι γιορτάζεται γιὰ νὰ τιμηθοῦν οἱ πενήντα μέρες ποὺ νήστεψε ὁ Μωυσῆς καὶ δέχτηκε τὸν θεόγραφο Νόμο. Καὶ μαζὶ μνημονεύουν καὶ τὴ μοσχοθυσία κι ὅλα τ’ ἄλλα ποὺ ἔπραξε ὁ Μωυσῆς κι ὅταν ἀνέβαινε στὸ ὄρος κι ὅταν κατέβαινε. Κι ἄλλοι πιστεύουν ὅτι ἐπινόησαν οἱ Ἑβραῖοι τὴν Πεντηκοστὴ γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ ἑπτά, ὅπως εἴπαμε. Αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς ὅταν πολλαπλασιαστεῖ ἐπὶ ἑπτὰ μᾶς δίνει τὸ πενήντα πλὴν μιᾶς ἡμέρας. Καὶ ἡ πεντηκοστὴ δὲν τιμᾶ μόνο ἡμέρες ἀλλὰ καὶ ἔτη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δημιουργεῖται σύμφωνα μὲ αὐτοὺς τὸ Ἰωβηλαῖο. Ὅταν ἑπταπλασιαστοῦν τὰ ἔτη δημιουργεῖται τὸ Ἰωβηλαῖο. Τότε καὶ τὴ γῆ τὴν ἀφήνουν χωρὶς σπορά, καὶ τὰ ζῶα τὰ ξεκουράζουν κι ἀφήνουν τοὺς δούλους ποὺ ἔχουν ἀγοράσει νὰ φύγουν. 

Τρίτη γιορτὴ ἡ Σκηνοπηγία, ποὺ γιορταζεται μετὰ τὴ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν, δηλαδὴ πέντε μῆνες μετὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα. Ἐτελεῖτο δὲ αὐτὴ εἰς μνήμην τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποία ὁ Μωυσῆς γιὰ πρώτη φορὰ ἔστησε τὴν Σκηνὴ στὸ ὄρος Σινᾶ, ποὺ τὴν εἶδε σὰν ὅραμα μέσα ἀπὸ νεφέλη καὶ τὴν ὁποία κατασκεύασε ὁ ἀρχιτέκτονας Βεσελεὴλ. Ἔστηναν λοιπὸν κι αὐτοὶ σκηνὲς κι ἔτσι τελοῦσαν τὴ γιορτή, καὶ μένανε στοὺς ἀγρούς, κι εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεὸ ἀποκομίζοντας τὸν καρπὸ τοῦ δικοῦ τους κόπου. Σ’ αὐτὴ τὴ γιορτὴ φαίνεται ὅτι κι ὁ Δαβὶδ γράφει τοὺς ψαλμοὺς ὑπὲρ τῶν ληνῶν. Ἀποτυπώνει ἡ γιορτὴ αὐτὴ τὴ δική μας ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση, ὅταν, ἀφοῦ διαλυθοῦν οἱ δικές μας σωματικὲς σκηνές, καὶ ξαναστηθοῦν, θὰ ἀπολαύσουμε τοὺς καρποὺς τῶν δικῶν μας κόπων, πανηγυρίζοντας στὶς αἰώνιες σκηνές. 

Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ γιορταζόταν ἡ Πεντηκοστὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐπεδήμησε στοὺς μαθητές. Κι ἐπειδὴ φάνηκε καλὸ στοὺς ἅγιους Πατέρες νὰ ξεχωρίσουν τὶς ἑορτὲς γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Παναγίου καὶ Ζωοποιοῦ Πνεύματος, γιατὶ εἶναι τὸ ἔνα Πρόσωπο τῆς Ἁγίας καὶ ζωαρχικῆς Τριάδος, γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς τὴν αὐριανὴ ἡμέρα θὰ ποῦμε ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἐπεδήμησε.

Κυριακὴ τῶν Πατὲρων (ἀπὸ Ἂγγελο Κ.)

31 Μαΐου, 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Αὐτὴν τὴν ἡμέρα, τὴν ἕβδομη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα, γιορτάζουμε τὴν Πρώτη ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τῶν τριακοσίων δεκαοκτὼ θεοφόρων Πατέρων

Φεγγοβόλα ἀστέρια πόλου νοητοῦ

Μὲ τὶς ἀχτίνες σας φωτίστε μου τὸν νοῦ

Κατὰ Ἀρείου

Ἔλεγε ξένο τὸν Υἱὸ ἀπ’τὴν οὐσία τοῦ Πατέρα

ὁ Ἄρειος καὶ τοὔγινε ξένη κι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ.

Τὴν παροῦσα ἑορτὴ τὴ γιορτάζουμε γιὰ τὴν ἑξῆς αἰτία. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς φόρεσε τὴ δική μας σάρκα καὶ ἐνήργησε ὅλη τὴν οἰκονομία μὲ τρόπο ἀνείπωτο, καὶ ἀποκαταστάθηκε στὸν πατρικὸ θρόνο, θέλοντας νὰ δείξουν οἱ Ἅγιοι ὅτι ἀληθῶς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὁ Θεὸς ὡς τέλειος ἄνθρωπος ἀνελήφθη καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλοσύνης στὰ ὑψηλὰ καὶ ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τὸν ἀνεκήρυξε καὶ τὸν ὁμολόγησε ὡς ὁμοούσιο καὶ ὁμότιμο μὲ τὸν Πατέρα·

γι’ αὐτὸ τὸν λόγο μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψη, θέσπισε τὴν παροῦσα ἑορτή, ἐπειδὴ ἡ σύνοδος ὅλων αὐτῶν τῶν Πατέρων ἀνέδειξαν αὐτὸ ἀκριβῶς καθὼς ἀνακήρυξαν τὸν ἐν σαρκὶ ἀναληφθέντα ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τέλειο ἄνθρωπο ἐνσαρκωθέντα.

Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ἔγινε ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, στὸ εἰκοστὸ ἔτος τῆς βασιλείας του. Ἀφοῦ ἔπαψε ὁ διωγμὸς, αὐτὸς βασιλεύει ἀρχικὰ στὴ Ρώμη. Μετὰ ὅμως κτίζει τὴν πανευδαίμονα πόλη ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του, τὸ ἔτος 5838 ἀπὸ κτίσεως κόσμου.

Τότε λοιπὸν ξεκίνησαν καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ἄρειο. Αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τὴν Λιβύη. Πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν ἅγιο ἱερομάρτυρα Πέτρο Ἀλεξανδρείας.

Ἐπειδὴ ἄρχισε νὰ βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀνακηρύσσοντάς τον κτίσμα, γενημένο ἐξ οὐκ ὄντος, κι ὅτι πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τὴν θεϊκὴ ἀξία, κι ὅτι λέγεται καταχρηστικὰ Σοφία καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, θέλοντας τάχα νὰ ἀντιπαρατεθεῖ στὸν δυσσεβὴ Σαβέλλιο, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ἡ θεότητα εἶναι μονοπρόσωπη καὶ μονοϋπόστατη, καὶ πότε γίνεται ὀ Πατέρας, πότε ὁ Υἱὸς καὶ πότε τὸ ἅγιο Πνεῦμα.

Ἐπειδὴ τέτοια βλάσφημα δίδασκε ὁ Ἄρειος, ὁ μέγας Πέτρος τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν ἱεροσύνη, ἀφοῦ εἶδε τὸν Χριστὸ ὡς βρέφος ἐπὶ τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου, φορώντας ἕνα ξεσκισμένο ροῦχο καὶ νὰ τοῦ λέει ὅτι ὁ Ἄρειος τὸ ἔσκισε. Ὁ Ἀχιλλᾶς ὅμως ποὺ ἔγινε ἀρχιερέας τῆς Ἀλεξάνδρειας μετὰ τὸν Πέτρο, μετὰ ἀπὸ πολλὲς ὑποσχέσεις, ἀποκαθιστᾶ τὸν Ἄρειο.

Καὶ μάλιστα, τὸν χειροτονεῖ πρεσβύτερο καὶ τοῦ ἀναθέτει νὰ διευθύνει τὸ διδασκαλεῖο τῆς Ἀλεξάνδρειας. Καὶ μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἀχιλλᾶ, γίνεται ἀρχιερέας ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ ὁποῖος βλέποντας ὅτι ὁ Ἄρειος τὰ ἴδια καὶ χειρότερα βλασφημεῖ, τὸν ἔδιωξε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καὶ μὲ Σύνοδο τὸν καθαίρεσε.

Ὅπως λέει ὁ Θεοδώρητος αὐτὸς ἐδογμάτιζε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε τρεπτὴ φύση κι αὐτὸς πρῶτος ξεστόμισε ὅτι ὁ Κύριος ἀναλήφθηκε μὲ σάρκα χωρὶς νοῦ καὶ ἄψυχη. Καθὼς ὅμως ὁ Ἄρειος εἶχε ὁδηγήσει πολλοὺς στὴ δικιά του δυσσέβεια, γράφει, καὶ οἰκειοῦται τὸν Νικομηδείας Εὐσέβιο, τὸν Τύρου Παυλίνο, καὶ τὸν Εὐσέβιο Καισαρείας, καὶ ἄλλους καὶ στρέφεται κατὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου.

Κι ὁ Ἀλέξανδρος, ἔστειλε σὲ ὅλους  ἀπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης μήνυμα γιὰ τὴν βλασφημία του καὶ τὴν καθαίρεση, καὶ πολλοὺς ξεσήκωσε γιὰ νὰ ἀμυνθοῦν.

Ἐνῶ λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία ταρασσόταν καὶ καμιὰ θεραπεία γιὰ τὴν φιλονικία περὶ τοῦ δόγματος δὲν φαινόταν, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Οἰκουμενης,  μὲ δημόσια ὀχήματα, τοὺς παρόντες πατέρες συγκέντρωσε στὴ Νίκαια, καὶ ἐκεῖ πηγαίνει κι αὐτός.

Κι ὅπως κάθισαν ὅλοι οἱ Πατέρες, τὸν προέτρεψαν καὶ κάθισε κι αὐτός, ὄχι σὲ θρόνο βασιλικό, ἀλλὰ σὲ ἕνα κάθισμα χαμηλῆς ἀξίας. Κι ἀφοῦ μίλησαν ἐναντίον τοῦ Ἄρειου, ὑποβάλλουν σὲ ἀνάθεμα κι ἐκεῖνον κι ὅλους ὅσοι συμφωνοῦν μὲ ἐκεῖνον.

Κι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἅγιους πατέρες ἀνακηρύσσεται ὁμοούσιος καὶ ὁμότιμος καὶ συνάναρχος μὲ τὸν Πατέρα. Καὶ διατυπώνουν αὐτοὶ καὶ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως μέχρι τὸ «καὶ εὶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον»· τὰ ὑπόλοιπα τὰ συμπλήρωσε ἡ δεύτερη Σύνοδος.

Ἐκύρωσε δὲ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἡ Σύνοδος καὶ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, πότε καὶ πῶς πρέπει ἐμεῖς νὰ τὴν ἑορτάζουμε κι ὄχι μαζὶ μὲ τοὺς Ἰουδαίους ὅπως ἦταν πρῶτα τὸ ἔθιμο.

Καὶ διατυπώνουν εἴκοσι κανόνες γιὰ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση. Καὶ τὸ ἅγιο Σύμβολο τῆς Πίστεως, τελευταῖος ἀπὸ ὅλους, τὸ ἐπικύρωσε ὁ Μέγας καὶ ἰσαπόστολος Κωνσταντῖνος μὲ κόκκινα γράμματα.

Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἅγιους Πατέρες ἦταν ἀρχιερεῖς οἱ διακόσιοι τριάντα δύο. Ἱερεῖς καὶ διάκονοι καὶ ἐπίσης μονάζοντες ὀγδόντα ἕξι. Κι ὅλοι μαζὶ τριακόσιοι δεκαοκτώ.

Οἱ πιὸ γνωστοὶ ἦταν τοῦτοι: Σίλβεστρος, ἀρχιερέας Ρώμης, κι ὁ Μητροφάνης Κωνσταντινουπόλεως ὁ ὁποῖος ἦταν ἀσθενής. Αὐτοὶ ἐκπροσωπήθηκαν ἀπὸ τοποτηρητές.

Ὁ Ἀλέξανδρος Ἀλεξανδρείας μαζὶ μὲ τὸν Μεγάλο Ἀθανάσιο, ποὺ ἦταν τότε ἀρχιδιάκονος. Ὁ Εὐστάθιος Ἀντιοχείας καὶ ὁ Μακάριος Ἱεροσολύμων. Ὁ ὅσιος ἐπίσκοπος Κουδρούβης.

Ὁ Παφνούτιος ὁ ὁμολογητής. Ὁ μυροβλήτης Νικόλαος καὶ ὁ Τριμυθοῦντος Σπυρίδων, ὁ ὁποῖος τὸν ἐκεῖ φιλόσοφο τὸν κατέβαλε καὶ τὸν ἐβάπτισε, ὑποδεικνύοντας σ’ αὐτὸν τὸ τρισήλιον.

Ἐνῶ γινόταν δὲ ἡ Σύνοδος, δύο Πατέρες Ἀρχιερεῖς ἐκοιμήθησαν κι ὁ μέγας Κωνσταντῖνος ἔβαλε τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου στὴν κάσα τους ἀφοῦ τὶς ἔκλεισε μὲ ἀσφάλεια, τὴν βρῆκε τὴν ἀπόφαση νὰ ἔχει κυρωθεῖ καὶ νὰ ἔχει ὑπογραφεῖ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τὴν ἄρρητη χάρη τοῦ Θεοῦ. 

Κι ἀφοῦ τελείωσε ἡ Σύνοδος καὶ εἶχε ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς Πόλης, προσκαλεῖ ὁ Κωνσταντῖνος ὁ μέγας ὅλους ἐκείνους τοὺς ἅγιους Πατέρες.

Αὐτοὶ ἀνταποκρίθηκαν ὅλοι καὶ εὐχήθηκαν νὰ εἶναι γιὰ πολλὰ χρόνια ἡ Βασιλεύουσα τῶν πόλεων καὶ τὴν εὐλογοῦν καὶ τὴν ἀφιέρωσαν στὴν Μητέρα τοῦ Λόγου, μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Βασιλιᾶ. Κι ἔτσι οἱ Ἅγιοι ἀνεχώρησαν γιὰ τὴν πατρίδα του ὁ καθένας. 

Ἀλλὰ ὅταν ἔφυγε ἀπ’ τὴ ζωὴ καὶ πῆγε κοντὰ στὸν Θεὸ ὁ Κωνσταντῖνος, ποὺ κρατοῦσε τὰ μαζὶ μὲ τὸν γιό του Κωνστάντιο, ὁ Ἄρειος προσεγγίζει τὸν Βασιλιὰ καὶ τοῦ λέει ὅτι τὰ ἐγκαταλείπει ὅλα κι ὅτι θὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ.

Καὶ ὅτι ἔγραψε τὶς βλασφημίες του καὶ τὶς κρέμασε ἀπὸ τὸν τράχηλό του· κι ὄτι τάχα πείσθηκε ἀπὸ τὴ Σύνοδο κι ἐκεῖνα τὰ κατέστρεψε μὲ τὰ χέρια του κι ἔλεγε ὅτι πειθαρχεῖ σὲ ὅσα ἐκείνη ἀποφάσισε.

Χωρὶς ἄλλο καὶ ὁ Βασιλιὰς, πρόσταξε τὸν Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ δεχθεῖ σὲ κοινωνία τὸν Ἄρειο. Ἦταν τότε, μετὰ τὸν Μητροφάνη, Πατριάρχης ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ ὁποῖος γνωρίζοντας τὸ δύστροπο τοῦ ἀνδρός, ἀμφέβαλλε καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει, ἂν ἦταν θέλημά Του νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν Ἄρειο.

Ἐπειδὴ πλησίαζε καὶ ὁ καιρός, ποὺ ἔπρεπε να συλλειτουργήσει μ’αὐτόν, ἄρχισε νὰ προσεύχεται πιὸ θερμά. Καὶ καθὼς ὁ Ἄρειος ἐρχόταν στὴν Ἐκκλησία, κάπου ὁ κίονας τοῦ φόρου (τῆς ἀγορᾶς δηλαδή) τοῦ χτυπάει τὴν κοιλιά καὶ πηγαίνει σ’ ἕνα δημόσιο ἀποχωρητήριο.

Κι ἐκεῖ ἔσκασε καὶ ἔβγαλε ὅλη τὴν ἔνδοξο πλάσι ἀπὸ κάτω κι ἔπαθε τὴ ρήξη τοῦ Ἰούδα γιατὶ ἡ προδοσία τοῦ Λόγου ἦταν ἡ ἴδια.

Κι ὅπως αὐτὸς ἀπέκοψε ἀπὸ τὴν Πατρικὴ οὐσία τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι αὐτὸς ἔμεινε ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καθὼς βρέθηκε νεκρός. 

Κι ἔτσι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ τὴ λύμη του.

Ἡ Ἀνὰληψις τοῦ Κυρὶου

28 Μαΐου, 2020

ταν τὰ χελιδόνια μένουν ἀπὸ τροφὴ καὶ τὸ κρύο πλησιάζει, ξεκινοῦν τὸ ταξίδι τους γιὰ τὰ θερμὰ κλίματα. Ἐκεῖ θὰ βροῦν πολὺ ἥλιο καὶ ἀρκετὴ τροφή. Ἕνα χελιδόνι πετᾶ μπροστά, δοκιμάζει τὸν ἀέρα καὶ δείχνει τὸ δρόμο. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα χελιδόνια ἀκολουθοῦν τὴν πορεία του.

Ὅταν οἱ ψυχὲς μας μένουν ἀπὸ τροφὴ στὸν ὑλικὸ κόσμο κι ὅταν ἡ κρυάδα τοῦ θανάτου πλησιάζει, τότε τί καλὰ θὰ ἦταν νὰ ὑπῆρχε ἕνα χελιδόνι σὰν κι ἐκεῖνο, νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ τόπο θερμό, ὅπου θὰ βρίσκαμε πολλὴ πνευματικὴ ζέστη καὶ τροφή! Ὑπάρχει ἄραγε τέτοιος τόπος; Καὶ μποροῦμε ἄραγε νὰ βροῦμε τέτοιο χελιδόνι;

Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει κανένας πού νὰ μπορεῖ νὰ δώσει ἀξιόπιστη ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό. Μόνο ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα. Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ παραδείσου πού νοσταλγεῖ ἡ ψυχή μας, τώρα πού ζεῖ στὸ παγωμένο σύθαμπο τῆς ἐπίγειας ὕπαρξής μας.

Γνωρίζει ἐπίσης τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο χελιδόνι, τὸ πρῶτο πού πετάει πρὸς τὸν τόπο τῆς νοσταλγίας, τῆς ἐπαγγελίας, πού διαλύει τὸ σκοτάδι, διαπερνᾶ μὲ τὰ δυνατὰ φτερὰ του τὴ βαριὰ ἀτμόσφαιρα ἀνάμεσα σὲ γῆ καὶ οὐρανὸ κι ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὸ σμῆνος πού ἀκολουθεῖ.

Κι ἀκόμα ἡ στρατευόμενη Ἐκκλησία στὴ γῆ θὰ σοῦ πεῖ γι’ ἀμέτρητα σμήνη χελιδονιῶν πού ἀκολούθησαν τὸ πρῶτο Χελιδόνι καὶ πέταξαν μαζί Του στὸν εὐλογημένο τόπο, ὅπου ἀφθονοῦν ὅλα τ’ ἀγαθὰ, τὸν τόπο τῆς αἰώνιας ἄνοιξης.

Θὰ ἔχεις ἀντιληφθεῖ πώς μὲ τὸ σωστικὸ αὐτὸ χελιδόνι ἐννοῶ τὸν ἀναληφθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ ἴδιος δὲν εἶπε πώς εἶναι ἡ Ὁδός; Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους, «πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ’ 2, 3); Καὶ πρὶν ἀπ’αὐτὸ δὲν τοὺς εἶχε πεῖ, «κἀγώ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» (Ἰωάν.ιβ’ 32);

Ὅλ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος εἶχε πεῖ, ἄρχισαν νὰ ἐκπληρώνονται λίγες βδομάδες ἀργότερα καὶ συνεχίζουν νὰ ἐκπληρώνονται μέχρι σήμερα καὶ θὰ ἐκπληρώνονται ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Χριστός, πού ἦταν ἡ ἀρχή τῆς πρώτης δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἔγινε ἀρχή καὶ τῆς δεύτερης δημιουργίας ἢ ἡ εὐλογημένη ἀνακαίνιση τῆς παλιᾶς.

Ἡ ἁμαρτία ἔδεσε τὰ φτερὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῶν ἀπογόνων του κι ἔτσι ἀπομακρύνθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς τύφλωσε ὁ ἴδιος πηλὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶχαν πλαστεῖ.

Ὁ Χριστός, ὁ πρῶτος Ἀδὰμ καὶ πρῶτος Ἄνθρωπος, ὁ πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀναλήφθηκε μὲ πνευματικὰ φτερὰ στὸν οὐρανό, στὸ θρόνο τῆς αἰώνιας δόξας καὶ δύναμης.

Βάδισε τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄνοιξε ὅλες τὶς πύλες του γιὰ τοὺς πιστοὺς πού ἔχουν ἀνοιγμένα τὰ πνευματικὰ φτερά τους, ὅπως ὁ ἀετὸς ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὰ ἀϊτόπουλα, ὅπως τὸ χελιδόνι πού πετᾶ πρῶτο, ἐπικεφαλῆς, δείχνει στὸ σμῆνος τὸ δρόμο κι ἐκμηδενίζει τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀέρα.

«Τὶς δώςῃ μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλμ. νδ’ 7), ἀναφωνεῖ θλιμμένος ὁ Ψαλμωδὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Γιατί; Ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος: «ἡ καρδιά μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέ με σκότος» (Ψαλμ. νδ’ 5,6).

Τέτοια τρομερὴ αἴσθηση νεκρικῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας πρέπει νὰ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐρημιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς, σὰν ἐφιάλτης σκοτεινὸς πού βάραινε ὅλο τὸ λογικὸ καὶ δίκαιο κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

«Ποιὸς θὰ μοῦ δώσει φτερὰ γιὰ νὰ πετάξω μακριὰ ἀπ’αὐτὴ τὴ ζωή;» πρέπει νὰ ἦταν ἡ ἐρώτηση πού ἔκαναν πολλὲς εὐγενικὲς κι εὐαίσθητες ψυχές. Ἀλλά ποῦ θὰ κατευθυνθεῖς, ἁμαρτωλὴ ἀνθρώπινη ψυχή; Μπορεῖς ἀκόμα νὰ ὀνειρεύεσαι, νὰ νιώθεις τὸν τόπο τῆς θαλπωρῆς καὶ τοῦ φωτὸς ἀπ’ ὅπου ἐξορίστηκες; οἱ πύλες ἔκλεισαν πίσω σου, τὶς προσέχουν τὰ χερουβὶμ μὲ τὰ πύρινα ξίφη τους, γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν προσέγγισή σου.

Ἡ ἁμαρτία κόλλησε τὰ φτερά σου, ὄχι τὰ φτερὰ τοῦ πτηνοῦ, μὰ τὰ θεϊκά, κι ἔχεις ἐγκλωβιστεῖ στὴ γῆ. Χρειάζεσαι κάποιον γιὰ νὰ σ’ ἐλευθερώσει πρῶτα ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, νὰ σὲ καθαρίσει καὶ νὰ νὰ σὲ βοηθήσει νὰ σταθεῖς ὄρθιος. Μετὰ χρειάζεσαι κάποιον νὰ τοποθετήσει νέα φτερά, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ πετάξεις.

Μετὰ θὰ χρειαστεῖς κάποιον ἄλλον, κάποιον πολὺ δυνατό, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ παραμερίσουν τὰ χερουβὶμ μὲ τὰ πύρινα ξίφη, ὥστε γιὰ χάρη Του νὰ περάσεις στὴν ἔνδοξη πατρίδα σου.

Καὶ τελευταῖο, ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον πού θὰ ζητήσει γιὰ λογαριασμό σου ἔλεος ἀπὸ τὸν Δημιουργό, ὥστε νὰ σὲ δεχτεῖ ξανὰ στὸν τόπο τῆς αἰώνιας πατρίδας.

Αὐτὸς ὁ «κάποιος» ἦταν ἄγνωστος στὸν προχριστιανικὸ κόσμο. Αὐτοαποκαλύφτηκε ὡς Κύριος καὶ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, Υἱὸς τοῦ Ζῶντος Θεοῦ. Ἀπὸ ἀγάπη γιὰ σένα κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, ντύθηκε ἀνθρώπινη σάρκα, φυλακίστηκε γιὰ χάρη σου, ἐπειδὴ ἤσουν φυλακισμένος, ἵδρωσε, κρύωσε, πείνασε καὶ δίψασε, δέχτηκε ἐμπτυσμούς, καρφώθηκε στὸ σταυρό, ἔμεινε στὸν τάφο τρεῖς μέρες, κατέβηκε στὸν Ἅδη γιὰ νὰ καταστρέψει μιὰ φυλακὴ χειρότερη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, πού εἶχε προετοιμαστεῖ γιὰ σένα ὅταν ἡ ψυχή σου θὰ χωριζόταν ἀπὸ τὸ σῶμα. Καί ὅλ’ αὐτὰ γιὰ νὰ σὲ σώσει ἀπὸ ἐκεῖ πού κυλιόσουν στὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, νὰ σὲ κάνει νὰ σταθεῖς ὄρθιος.

Μετὰ ἀναστήθηκε «ἐκ νεκρῶν», γιὰ νὰ δώσει καὶ σὲ σένα φτερά, νὰ πετάξεις στὸν οὐρανό. Τελικὰ ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ γιὰ ν’ ἀνοίξει καὶ γιὰ σένα τὸ δρόμο, νὰ σὲ ὁδηγήσει στὰ σκηνώματα τῶν ἀγγέλων.

Τώρα δὲν ἔχεις λόγο ν’ ἀναστενάζεις μὲ φόβο καὶ τρόμο, ὅπως ὁ προφητάνακτας Δαβίδ, οὔτε νὰ ἐπιθυμεῖς πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς. Τώρα ἐμφανίστηκε ὁ Ἀετός, πού ἄνοιξε τὰ φτερά Του καὶ σοῦ ἔδειξε τὸ δρόμο. Τὸ μόνο πού ἔχεις νὰ κάνεις, εἶναι ν’ ἀναπτύξεις τὰ πνευματικὰ φτερὰ πού σοῦ δόθηκαν ὅταν βαφτίστηκες στὸ ὄνομά Του καὶ νὰ ἐπιθυμήσεις μ’ ὅλη σου τὴν ψυχὴ ν’ ἀνεβεῖς ἐκεῖ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Ἴδιος.

Ὁ Κύριος ἔκανε τὰ ἐνενήντα ἐννιὰ ἀπὸ τὰ ἑκατὸ βήματα πού χρειάζεσαι γιὰ τὴ σωτηρία σου. Δὲν θὰ προσπαθήσεις νὰ κάνεις τὸ βῆμα πού ἀπέμεινε γιὰ νὰ ἐπιτύχεις τὴ σωτηρία σου, ὅταν μάλιστα «οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Β’ Πέτρ.α’ 11);

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ ἦταν τόσο ἀπρόσμενη στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ἦταν καὶ στοὺς ἀγγέλους ἡ ἐλευσή Του ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ κι ἡ κατὰ σάρκα γένννησή Του. Ἀλλά καὶ ποιὸ γεγονὸς στὴ ζωή Του δὲν ἀντιπροσωπεύει κάτι μοναδικὸ κι ἀπρόσμενο στὸν κόσμο;

Ὅπως οἱ ἄγγελοι παρατηροῦσαν μὲ θαυμασμὸ πῶς ξεχώριζε ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὴν πρώτη δημιουργία καὶ τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν ξηρά, πῶς τοποθέτησε τὰ ἄστρα στὸν οὐράνιο θόλο καὶ πῶς δημιούργησε τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τελικὰ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, δίνοντάς του ψυχὴ ζῶσα, ἔτσι κι ἐμεῖς ὅλοι βλέπουμε μὲ θαυμασμὸ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Σωτήρα μας, ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου ὡς καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

Ἀπὸ μιὰ πρώτη ματιὰ ἦταν ὅλα ἀπρόσμενα, ἀναπάντεχα. Ὅταν ὅμως γίνεται φανερὸ πώς ὑπηρετοῦν τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας μας, ὅλοι οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι πρέπει νὰ κραυγάσουν μὲ χαρὰ καὶ νὰ δοξολογήσουν τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Δὲν μπορεῖς ν’ ἀφαιρέσεις κάποιο γεγονὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴ παραμορφώσεις ὁλόκληρο τὸ ἔργο Του, ὅπως δὲν μπορεῖς νὰ κόψεις τὸ χέρι ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ τὸ πόδι του καὶ νὰ μὴ τὸν παραμορφώσεις, ἤ νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸν οὐράνιο θόλο τὸ φεγγάρι ἤ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ μυριάδες ἄστρα καὶ νὰ μὴν παραμορφώσεις τὴν τάξη καὶ τὸ κάλλος τοῦ οὐρανοῦ.

Γι’ αὐτὸ μὴ σκέφτεσαι πώς ἴσως «δὲν ἦταν ἀπαραίτητο ν’ ἀναληφθεῖ ὁ Κύριος». Ὅταν μερικοὶ ἀπό τούς Ἰουδαίους ἀναγκάστηκαν νὰ παραδεχτοῦν καὶ νὰ κραυγάσουν πώς «καλῶς πάντα πεποίηκε» (Μάρκ. ζ’ 37), πῶς ἐμεῖς πού βαφτιστήκαμε στὸ ὄνομά Του νὰ μὴν πιστέψουμε πώς ὅλα ὅσα ἔκανε ἦταν καλά; Ὅλα τὰ σχεδίασε καὶ τὰ ἔφτιαξε μὲ μεγάλη σοφία. Καὶ ἡ Ἀνάληψή Του ἦταν καλὰ σχεδιασμένη, μὲ πολλὴ σοφία, ὅπως ἦταν κι ἡ Ἐνσάρκωση, τὸ Βάπτισμα, ἡ Μεταμόρφωση κι ἡ Ἀνάστασή Του. «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιστ’ 7), εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του.

 Βλέπεις πώς ρυθμίζει καὶ κάνει τὰ πάντα γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἀνθρώπων; Κάθε λόγος καὶ κάθε πράξη Του ἔχουν ὡς σκοπὸ τους τὸ καλὸ ὅλων μας. Διαφορετικὰ δὲν θὰ εἶχε ἀναληφθεῖ.

Ἂς μείνουμε ὅμως στὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάληψης, ὅπως τὸ περιγράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὰ δυό του ἒργα: στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του: «εἶπεν αὐτοῖς ὅτι οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ» (Λουκ. κδ’ 46). Ἀπὸ ποιὸν γέγραπται; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ ἔγραψε, μέσῳ τῶν προφητῶν στὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ, στοὺς προφῆτες καὶ στοὺς Ψαλμούς.

Ὁ Κύριος ἐκτιμᾶ τὰ βιβλία αὐτά, στὸ μέτρο πού ἀναφέρονται προφητικὰ σὲ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ τοῦ συμβοῦν. Ἐκεῖ εἶχαν γραφεῖ κι ἐκπληρώθηκαν. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἡ σκιά, ἐδῶ ἡ ζωὴ κι ἡ ἀλήθεια.

«Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς» (Λουκ. κδ’ 45). Ἡ «διάνοιξη» τοῦ νοῦ εἶναι θαῦμα ἴσο μὲ ἀνάσταση νεκρῶν, γιατί κάτω ἀπὸ τὸ πυκνὸ πέπλο τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀνθρώπινη ἀντίληψη βρίσκεται στὸ σκοτάδι τοῦ τάφου. Διαβάζει, μὰ δὲν καταλαβαίνει, κοιτάζει, μὰ δὲ βλέπει, ἀφουγκράζεται, μὰ δὲν ἀκούει. Ποιὸς ἄνθρωπος στὴν Ἱερουσαλὴμ εἶχε δεῖ κι εἶχε διαβάσει καλύτερα ἀπό τούς Γραμματεῖς τὰ λόγια τῶν Γραφῶν; Μὰ τὰ προσέξανε τόσο λίγο! Γιατί ὁ Κύριος δὲν τράβηξε τὸν πυκνὸ πέπλο ἀπὸ τὸ νοῦ τους, ὥστε νὰ κατανοήσουν κι αὐτοὶ ὅπως οἱ ἀπόστολοι;

Ἐπειδὴ οἱ ἀπόστολοι θέλησαν νὰ γίνει αὐτὸ ἐνῶ οἱ Γραμματεῖς ἀρνήθηκαν. Ἐπειδὴ οἱ Γραμματεῖς κι οἱ πρεσβύτεροι εἶπαν ὅτι «οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτωλός ἐστι» καὶ περίμεναν τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ τὸν σκοτώσουν, οἱ ἀπόστολοι ὅμως εἶπαν: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» (Ἰωάν. στ’ 68). Ὁ Θεὸς «διανοίγει τὸ νοῦ» ἐκείνων πού τὸ θέλουν χορηγεῖ τὸ ζῶν ὕδωρ σ’ αὐτοὺς πού διψᾶνε, ἀποκαλύπτεται σὲ ὅσους τὸν ἀναζητοῦν.

«Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει…» Ἄν τὴν Ἁγία Γραφὴ τὴν εἶχαν γράψει συνηθισμένοι ἄνθρωποι, μὲ ἀνθρώπινη ἀντίληψη, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ εἶχε ἀναφερθεῖ στὰ κείμενά τους. Τὰ κείμενα τῶν προφητῶν ὅμως ἦταν ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι ὁ Θεός, πού εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του, ἔστειλε τὸ Μονογενῆ Του Υἱό γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὶς προφητεῖες καὶ νὰ τηρήσει τὶς ἐπαγγελίες Του.

«Οὕτως ἔδει…» εἶπε Ἐκεῖνος πού βλέπει ὁλόκληρο τὸν κτιστὸ κόσμο, ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη στὴν ἄλλη, ὅπως ὁ ἄνθρωπος βλέπει μιὰ γραμμένη σελίδα πού ἔχει μπροστά του. Κι ὅταν ὁ πάνσοφος λέει πώς «οὕτως ἔδει…» δὲν εἶναι καταγέλαστοι οἱ τυφλοὶ πού λένε πώς δὲν ἦταν ἀπαραίτητο νὰ γίνει ἡ Ἀνάληψή Του; Ἔπρεπε νὰ γίνει. Ὁ Κύριος ἔπρεπε νὰ πάθει στὴν ὥρα Του, νὰ χαρεῖ στὴν αἰωνιότητα. Ἔπρεπε ν’ ἀναστηθεῖ, γιὰ ν’ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς στὴν αἰώνια ζωή.

«Καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν και ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ» (Λουκ. κδ’ 47). Ὁ Μάρκος στὸ εὐαγγέλιό του ἀναφέρει τὸ ἴδιο μὲ ἄλλα λόγια: «κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ. ιστ’ 15).

Πάσῃ τῇ κτίσει σημαίνει σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, στὴν ΙΣΤ΄ ὁμιλία του λέει: «Ὁ ἄνθρωπος ἔχει κάτι κοινὸ μὲ ὅλη τὴν κτίση. Μὲ τὴν πέτρα ἔχει τὴν ἴδια ὕπαρξη· μὲ τὸ ξύλο, τὴ ζωή· μὲ τὰ ζῶα, τὶς αἰσθήσεις· μὲ τοὺς ἀγγέλους, τὸ νοῦ… Ἔτσι μὲ τὴν ἔκφραση πάσῃ τῇ κτίσει πρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὸν ἄνθρωπο».

Ἂν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν εἶχε πάθει καὶ δὲν εἶχε πεθάνει γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ποιὸς ἀπό μᾶς θὰ γνώριζε πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι τέτοιο θανατηφόρο δηλητήριο; Ἂν δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ, ποιὸς ἀπό μᾶς, πού εἶχε ἀνακαλύψει πόσο φοβερὸ πράγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία, θὰ εἶχε ἐλπίδα;

Τότε ἡ μετάνοια θὰ ἦταν ἀνώφελη, ἡ συγχώρηση ἀδύνατη. Ἡ μετάνοια συνδέεται μὲ τὸ πάθος, ἡ συγχώρηση μὲ τὴν ἀνάσταση, μέσω τῆς Θείας χάρης. Μὲ τὴ μετάνοια ὁ παλιὸς ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας πεθαίνει, ὁδηγεῖται στὸν τάφο. Μὲ τὴ συγχώρηση γεννιέται ὁ νέος ἄνθρωπος, στὴν καινούργια ζωή.

Προσέξτε! Ἐδῶ εἶναι οἱ πιὸ χαρμόσυνες εἰδήσεις γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ξεκινώντας ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶναι ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸ δίκαιο Ἰωσὴφ μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α’ 21). Αὐτὰ βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μὲ τὴν ἐμπειρία Ἐκείνου πού ἔπαθε καὶ τὸ δικαίωμα Αὐτοῦ πού νίκησε. Γιατί λέει ὅμως, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ;

Γιατί στὴν Ἱερουσαλὴμ ἔγινε ἡ μέγιστη θυσία γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ἐπειδὴ ἐκεῖ ἔλαμψε ἀπὸ τὸν τάφο τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης. Ἂν ἡ Ἱερουσαλὴμ ἀντιπροσωπεύει τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ κάποιο μυστηριώδη τρόπο εἶναι εὐνόητο πώς ἡ μετάνοια κι ἡ ταπείνωση πρέπει νὰ ξεκινήσουν ἀπὸ τὸ νοῦ κι ἀπὸ κεῖ νὰ διαχυθοῦν σ’ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξη.

Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ ἔστειλε τὸ σατανᾶ στὴν κόλαση· ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ χώρισε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ἀπὸ τὸν Θεό, ὤθησε τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Γραμματεῖς νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό.

Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ εἶναι τὸ πιὸ πρόσφορο ἔδαφος γιὰ ν’ ἀναπτυχθεῖ ἡ ἁμαρτία ὡς τὶς μέρες μας. Ἂν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δὲν γονατίσει μπροστὰ στὸν Χριστό, τὰ γόνατά του δὲν θὰ λυγίσουν. Ὅποιος ξεκίνησε νὰ εἰρηνέψει τὸ νοῦ του μὲ τὴ μετάνοια, ἄρχισε ἤδη νὰ θεραπεύει καὶ τὰ βαθύτερα τραύματά του.

«Ὑμεῖς δὲ ἐστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. κδ’ 48). Μάρτυρες σὲ τί; Μάρτυρες τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, τῆς ἔνδοξης Ἀνάστασής Του. Μάρτυρες τῆς ἀνάγκης γιὰ μετάνοια, μάρτυρες τῆς ἀλήθειας, τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ διώκτης ἄλλαξε κι ἔγινε ἀπόστολος, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι» (Πράξ. κστ’ 16).

Κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος εἶπε στὸ πρῶτο κήρυγμά του πρὸς τὸ λαὸ μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ Θεός, οὐ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες» (Πράξ. β’ 32). Λέει ἐπίσης κι ὁ ἀπόστολος κι εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον» (Α’ Ἰωάν. α’1, 3).

Οἱ ἀπόστολοι ἦταν αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ, τῶν θαυμάτων Του κι ὅλων ἐκείνων πού ἔγιναν στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, ὅλων αὐτῶν στὰ ὁποῖα θεμελιώθηκε ἡ σωτηρία μας. Ἄκουσαν, εἶδαν, συμμετεῖχαν στὴν Ἀλήθεια.

Ἦταν οἱ πρῶτοι πού μπῆκαν στὸ πλοῖο τῆς σωτηρίας, γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μπορέσουν νὰ βάλουν κι ἄλλους στὸ πλοῖο γιὰ νὰ τοὺς σώσουν. Ὁ νοῦς τους ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια κι οἱ καρδιὲς τους καθαρίστηκαν ἀπὸ τὰ πάθη.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς διαβεβαίωσε γι’ αὐτό: «ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε’ 3). Κι ἦταν μάρτυρες ὄχι μόνο τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, πού μποροῦσαν νὰ δοῦν, ν’ ἀκούσουν, νὰ ἐρευνήσουν καὶ ν’ ἀγγίξουν σχετικὰ μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μάρτυρες καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀναγέννησης καὶ ἀνακαίνισης τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Τὸ εὐαγγέλιο δὲν ἀνοίχτηκε μόνο μπροστὰ στὰ μάτια καὶ τ’ αὐτιά τους, ἀλλά καὶ μέσα τους, στὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ τους. Στὰ τρία χρόνια πού ἦταν μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, στὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ τους ἔγινε ὁλόκληρη ἐπανάσταση.

Ἡ ἐπανάσταση αὐτὴ συνίστατο στὴν ὀδυνηρὴ διαδικασία θανάτου τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, καὶ στὴν ἀκόμα πιὸ ὀδυνηρὴ γέννηση μέσα τους τοῦ νέου, τοῦ καινοῦ ἄνθρωπου. Πόσους νεκρικοὺς πόνους δοκίμασε ἡ ψυχὴ τους ὡσότου ἀναγεννηθοῦν, φωτιστοῦν καὶ μπορέσουν τελικὰ ν’ ἀναφωνήσουν: «ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Α’ Ἰωάν. γ’ 14);

Πόσος χρόνος, πόσος κόπος, πόση ἀμφιβολία, φόβος, ἀγωνία, περιπλάνηση καὶ ἔρευνα, ὥσπου νὰ γίνουν ἀληθινοὶ καὶ πιστοὶ μάρτυρες τῶν σωματικῶν παθῶν, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, καθὼς καὶ τῶν δικῶν τους πνευματικῶν παθῶν, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀνάστασής τους; Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βέβαια οἱ ἀπόστολοι δὲν ἦταν ἀρκετὰ ὥριμοι καὶ πνευματικὰ σταθεροί.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος συνέχισε νὰ τοὺς καθοδηγεῖ σὰν παιδιὰ καὶ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει τὴ στιγμὴ τοῦ χωρισμοῦ μὲ τὰ λόγια: «Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανοὺς» (Ἰωάν. ιδ’ 18). Γι’ αὐτὸ κι ἔμεινε μαζί τους σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του «οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α’ 3). Καὶ τελικά τούς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δύναμιν ἐξ ὕψους.

«᾿Εξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν». (Λουκ. κδ’ 50-51). Τί μεγαλειώδης, τί συγκινητικὴ ἀναχώρηση ἀπὸ τὴ γῆ! Ἐκεῖ στὴν ἄκρη τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, μὲ θέα τὸ λόφο ὅπου ὁ νεκρὸς Λάζαρος ἀναστήθηκε καὶ ξαναγύρισε στὴν πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή, ὁ ἀναστημένος Κύριος ἀναλήφθηκε στὰ ἄπειρα ὕψη τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό, ὄχι στ’ ἄστρα, μὰ πάνω ἀπ’ αὐτά. Δὲν πῆγε κοντὰ στοὺς ἀγγέλους, ἀλλά πάνω ἀπ’ αὐτούς, πάνω ἀπὸ τὶς οὐράνιες δυνάμεις, πάνω ἀπό τούς χοροὺς τῶν ἀθανάτων κι οὐράνιων ὑπάρξεων, πάνω ἀπ’ ὅλα τὰ παραδείσια ἐνδιαιτήματα τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων.

Ἀναλήφθηκε ψηλά, ἐκεῖ πού δὲν τὸν φτάνουν τὰ μάτια τῶν Χερουβίμ, στὸ θρόνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, στὸ μυστικὸ θυσιαστήριο τῆς Ἁγίας καὶ Ζωοποιοῦ Τριάδος. Τὰ μέτρα πού ἒχουν αὐτὰ τὰ ὕψη δὲν ὑπάρχουν στὸ δημιουργημένο κόσμο.

Τὸ μόνο συγκρίσιμο μέγεθος ἴσως εἶναι τὸ βάθος ὅπου ἒριξε ἡ ὑπερηφάνεια τὸν Ἑωσφόρο, ὁ ὁποῖος ἀποστάτησε ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ βάθος ὅπου ὁ Ἑωσφόρος θέλει νὰ ρίξει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὸν ἀτέλειωτο αὐτὸ ὄλεθρο. Κι ἀντὶ γιὰ τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου, μᾶς ἀνάστησε στὰ θεία ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. Γιὰ δυὸ λόγους μᾶς ἀνάστησε:

Πρῶτο ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀναστήθηκε ὡςἄνθρωπος κατὰ σάρκα, ὅπως εἴμαστε κι ἐμεῖς· καὶ δεύτερο ἐπειδὴ δὲν ἀναστήθηκε γιὰ δική Του χάρη ἀλλά γιά μᾶς, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸ δρόμο τῆς εἰρήνευσης μὲ τὸν Θεό. Ἀναλήφθηκε μὲ τὸ ἀναστημένο σῶμα Του, ἐκεῖνο πού οἱ ἄνθρωποι εἶχαν σκοτώσει κι εἶχαν θάψει στὴ γῆ. Τοὺς εὐλόγησε μὲ τὰ χέρια Του, πού ἔφεραν τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιά.

Εὐλογημένε, πολυεύσπλαχνε Κύριε, πόσο μεγάλο εἶναι τὸ ἒλεός Σου! Ἡ ἱστορία τῆς ἔλευσής Σου στὸν κόσμο ξεκίνησε μὲ εὐλογία καὶ τελειώνει μὲ εὐλογία. Ὅταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἀνάγγειλε τὴν ἐλευσή Σου στὸν κόσμο, χαιρέτησε τὴν Παναγία Μητέρα Σου μὲ τὰ λόγια: «Χαῖρε, κεχαριτωμένη… εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί!» (Λουκ. α’ 28).

Τώρα πού ἀποχαιρετᾶς ἐκείνους πού πίστεψαν σὲ Σένα, ἄνοιξες διάπλατα τὰ χέρια Σου καὶ τοὺς ἔδωσες τὴν εὐλογία Σου. Ὦ, ὑπερευλογημένε! Ὦ, Πηγὴ κάθε εὐλογίας! Εὐλόγησε καί μᾶς, ὅπως εὐλόγησες τοὺς ἀποστόλους Σου!

«Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξ. α’ 10-11).

Οἱ δυὸ ἄνθρωποι πού ἦταν ντυμένοι ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, εἶναι δυὸ ἀπὸ τὶς ἀόρατες χορεῖες ἀγγέλων πού συνόδευσαν τὸν Κύριό τους ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ὅπως τὸν εἶχαν συνοδεύσει νωρίτερα ἀπό τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ, ὅταν ἔγινε ἡ σύλληψή Του στὴ Ναζαρὲτ κι ἡ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ. Στὴν Ἀνάληψη δυὸ ἀπ’αὐτοὺς μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔγιναν ὁρατοὶ στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ δώσουν ἕνα μήνυμα στοὺς μαθητές.

Τὸ μήνυμα αὐτὸ ἦταν ζωτικῆς σημασίας γι’ αὐτούς, ἀπαραίτητο, γιὰ νὰ μὴ νιώσουν μόνοι τους κι ἐγκαταλελειμμένοι μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Σωτήρα μας· «οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται». Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα πού ἒστειλε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὲς μέσω τῶν δύο ἀγγέλων Του.

Βλέπεις τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τῆς Ἀνάληψής Του στοὺς οὐρανούς, στὸ θρόνο τῆς δόξας τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὸν ἑαυτό Του ἡ μὲ τὴ δόξα Του, μετὰ τὶς ταπεινώσεις πού δέχτηκε, οὔτε ν’ ἀναπαυτεῖ μετὰ τὸ βαρὺ ἔργο πού ἒκανε ὅσο ζοῦσε στὴν ἐπίγεια ζωή, ἀλλά μὲ τοὺς μαθητές Του, πού ἔμειναν πίσω στὴ γῆ.

Ἂν καὶ τοὺς εἶχε συμβουλεύσει πολὺ ὁ ἴδιος καὶ τοὺς εἶχε ἐνθαρρύνει, τοὺς στέλνει καὶ τοὺς ἀγγέλους Του γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει περισσότερο καὶ νὰ τοὺς χαροποιήσει. Μ’ ὅλο πού εἶχε ὑποσχεθεῖ πώς θὰ τοὺς στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, ἂν καὶ τοὺς εἶχε πεῖ πώς «οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανοὺς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς» (Ἰωάν. ιδ’ 18), ὁ ἴδιος κάνει τώρα στὴν πράξη κάτι περισσότερο ἀπ’ ὅσα εἶχε ὑποσχεθεῖ:

τοὺς φανερώνει ἀγγέλους ἀπὸ τὸν οὐρανό, τοὺς ὑπηρέτες κι ἀγγελιοφόρους Του, πρῶτον γιά νὰ τοὺς πείσει γιὰ τὴν ἐξουσία Του καὶ δεύτερον γιὰ ν’ ἀνανεώσει μὲ τὰ χείλη τῶν ἀγγέλων τὴν ὑπόσχεσή Του πώς θὰ ἔρθει πάλι κοντά τους.

«Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης», (Λουκ. κδ’ 52). Προσκύνησαν τὸν Κύριο μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τους, σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ὑπακοῆς. Ἡ προσκύνησή τους σημαίνει: Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, παντοδύναμε Κύριε!

Κι ἔπειτα γύρισαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν στὴν Ἱερουσαλήμ, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ πού εἶχαν λάβει. Γύρισαν μετὰ χαρᾶς μεγάλης, ὄχι μὲ λύπη. Θὰ ἦταν λυπημένοι ἂν ὁ Κύριός τους εἶχε ἀποχωριστεῖ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο. Ὁ ἀποχωρισμὸς αὐτὸς ὅμως γι’ αὐτοὺς ἦταν μιὰ καινούργια καὶ μεγαλειώδης ἀποκάλυψη. Δὲν εἶχε ἐξαφανιστεῖ ἀπὸ μπροστά τους μὲ κάποιο τρόπο γιὰ νὰ πάει ἀπλά κάπου. Ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ μὲ δόξα καὶ δύναμη.

Ἔτσι ἐκπληρώθηκαν κι ἐδῶ τὰ προφητικὰ λόγια Του, ὅπως εἶχαν ἐκπληρωθεῖ στὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Κι ὁ νοῦς τῶν ἀποστόλων ἄνοιξε γιὰ νὰ κατανοήσουν αὐτὰ πού τοὺς εἶχε πεῖ: «Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν εἰμὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὧν ἐν τῷ οὐρανῷ» (Ἰωάν. γ’ 13).

Κι ἄλλοτε τοὺς εἶχε πεῖ κάτι μὲ τὴ μορφὴ ἐρώτησης, τότε πού εἶχαν σκανδαλιστεῖ μὲ τὰ λόγια Του γιὰ τὸν ἄρτο πού κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό: «Ἐὰν οὖν θεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον;» (Ἰωάν. στ’ 62). Κι ἀλλοῦ πάλι: «Ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον· πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα» (Ἰωάν. ιστ’ 28).

Τὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας σκορπάει φόβο καὶ σύγχυση στὴν ψυχή. Τὸ φῶς τῆς γνώσης τῆς ἀλήθειας παρέχει χαρά, δημιουργεῖ δύναμη καὶ πίστη. Οἱ μαθητὲς βρίσκονταν σὲ σύγχυση καὶ φόβο ὅταν ὁ Κύριος τούς μιλοῦσε γιὰ τὸ θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅταν ὅμως τὸν εἶδαν ζωντανό, ἀναστημένο, εἶχαν χαρὰ μεγάλη.

Οἱ μαθητὲς θὰ πρέπει νὰ ξαναβρέθηκαν σὲ σύγχυση καὶ φόβο, ὅταν ὁ Κύριος τούς μίλησε γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν ἀποχωρισμό τους. Ὅταν αὐτὸ ὅμως ἔγινε μπροστὰ στὰ μάτια τους, ὅπως τὸ εἶχε προφητέψει, τότε γύρισαν μετὰ χαρᾶς μεγάλης.

Ὁ φόβος τους ἐξαφανίστηκε, ἡ ἀμφιβολία τους διαλύθηκε, ἡ σύγχυση τοὺς ἐγκατέλειψε. Καὶ τὴ θέση ὅλων αὐτῶν πῆρε ἡ βεβαιότητα, μιὰ θαυμάσια καὶ ὁλοφώτεινη βεβαιότητα.

Κι ἀπὸ τὴ βεβαιότητα αὐτὴ προέκυψε δύναμη καὶ χαρά. Βεβαιώθηκαν πώς ὁ Κύριος καὶ Διδάσκαλός τους εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀφοῦ τώρα ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανό. πώς τὸν ἔστειλε ὁ Πατέρας, ἀφοῦ τώρα γύρισε στὸν Πατέρα.

 Πώς ἦταν καὶ εἶναι στὴ γῆ, ἀφοῦ ἄγγελοι τὸν συνοδεύουν καὶ κάνουν τὸ θέλημά Του. Μὲ τὴ βεβαιότητα αὐτὴ εἶχε συνδεθεῖ τώρα κι ἡ βέβαιη πίστη τους πώς θὰ ξανὰ ‘ρθει, τώρα ὅμως μὲ δόξα καὶ δύναμη, ὅπως τοὺς εἶχε πεῖ πολλὲς φορές.

Κι οἱ ἄγγελοι τώρα ἐπανέλαβαν τὴν ὑπόσχεσή Του. Γι’ αὐτοὺς λοιπὸν δὲν ἔμενε τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ τηρήσουν τὶς ἐντολές Του μὲ ζῆλο καὶ θέρμη. Τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μείνουν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ νὰ περιμένουν δύναμιν ἐξ ὕψους.

Κι ἐκεῖνοι γύρισαν στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ μεγάλη καὶ δικαιολογημένη χαρά, ἀλλά καὶ μὲ μεγάλη πίστη πώς ἡ δύναμις ἐξ ὕψους θὰ τοὺς ἐπισκεφτεῖ.

«Καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ Ἱερῷ αἰνοῦντες χαὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεὸν» (Λουκ. κδ’ 53). Σ’ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς συνέχισαν ὅλοι ὁμοθυμαδὸν νὰ προσκαρτεροῦν στὴν προσευχὴ (Πράξ. α’ 14).

Μετὰ ἀπ’ ὅλα ὅσα εἶχαν δεῖ κι εἶχαν διδαχτεῖ, δὲν μποροῦσαν νὰ κρατήσουν τὸ νοῦ τους μακριὰ ἀπὸ τὸν Κύριο, πού ἀναλήφθηκε μπροστὰ στὰ μάτια τους, μὰ πού ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ λόγο εἶχε μπεῖ μέσα στὶς ψυχές τους. Εἶχε ἐνοικήσει στὴν καρδιά τους μὲ δύναμη καὶ δόξα, κι ἐκεῖνοι αἰνοῦσαν διαρκῶς καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Κύριο.

Ὁ Κύριος γύρισε κοντὰ τους πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπ’ ὅ,τι περίμεναν. Δὲν εἶχε ἔρθει ὁρατός, γιὰ νὰ τὸν δοῦν τὰ σωματικὰ μάτια, μὰ εἶχε κατοικήσει μέσα τους, εἶχε μπεῖ στὴν ψυχή τους.

Μὰ δὲν εἶχε ἔρθει μόνος Του στὴν ψυχή τους, ἀλλά μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶχε πεῖ γιὰ ὅλους ὅσοι τὸν ἀγαποῦν: «(Ἐγώ) καὶ ὁ πατήρ μου… πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα και μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσωμεν» (Ἰωάν. ιδ’ 23). Ἐκεῖνο πού ἔμενε, ἦταν νὰ ἔρθει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ κατοικήσει μέσα τους, γιὰ νὰ τοὺς κάνει τέλειους ἄντρες, στοὺς ὁποίους ἀνακαινίζεται ἡ εἰκόνα καὶ ἡ ὁμοίωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ περιμένουν στὴν Ἱερουσαλήμ. Νὰ περιμένουν ὡσότου πραγματοποιηθεῖ.

Δέκα μέρες ἀργότερα κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ δύναμις ἐξ ὕψους, στὴν πρώτη αὐτὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μὴν ἐγκαταλείψει ποτὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέχρι σήμερα καὶ μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Αἰνοῦμε κι εὐλογοῦμε τὸν Κύριο, γιατί μὲ τὴν Ἀνάληψή Του φώτισε τὸ νοῦ μας γιὰ νὰ δοῦμε τὸ δρόμο καὶ τὸν προορισμὸ τῆς ζωῆς μας. Αἰνοῦμε κι εὐλογοῦμε τὸν Πατέρα, πού μὲ τὴν ἀγάπη Του ἀνταποκρίνεται στὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Υἱό καὶ ἐνοικεῖ, μαζὶ μὲ τὸν Υἱό, σὲ ὅλους ἐκείνους πού ὁμολογοῦν καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του.

Ἔχουμε διαρκῶς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ στὸ νοῦ μας, τοὺς αἰνοῦμε καὶ τοὺς εὐλογοῦμε ὅπως ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι στὴν Ἱερουσαλὴμ κι ἀναμένουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, νὰ ἔρθει καὶ σέ μᾶς. Περιμένουμε Ἐκεῖνον πού μᾶς ἐπισκιάζει ὅλους στὸ βάπτισμα, ἀλλά ἀποσύρεται ὅταν ἁμαρτάνουμε.

Εἴθε ν’ ἀνακαινιστεῖ μέσα μας ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ οὐράνιος. Εἴθε κι ἐμεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους νὰ αἰνοῦμε καὶ νὰ εὐλογοῦμε τὸν ἀναληφθέντα στοὺς οὐρανοὺς Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, στὸν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα καὶ ὕμνος, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος

Περὶ τῆς Ἀναλὴψεως τοῦ Κυρὶου

28 Μαΐου, 2020

(από Άγγελο Κ.)

ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ

Τὴν ἴδια μέρα, Πέμπτη τῆς ἕκτης ἑβδομάδος ἀπὸ τὸ Πάσχα, γιορτάζουμε τὴν Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Κάθισες Λόγε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς

Κι ἔδωσες στοὺς μύστες ἀφαλέστερη πίστη

Ἐπειδὴ ὅταν ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὲς πρὸ τοῦ πάθους ὐποσχέθηκε τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λέγοντας:

«Συμφέρει νὰ φύγω. Ἐὰν δὲν φύγω ἐγώ, δὲν θὰ ἔρθει ὁ Παράκλητος». Καὶ πάλι: «ὅταν ἔρθει ἐκεῖνος, θὰ σᾶς διδάξει ὅλη τὴν ἀλήθεια».

Καὶ γι’ αὐτὸ μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση, γιὰ σαράντα μέρες ἐμφανιζόταν σὲ αὐτούς, ὄχι συνεχῶς, ἀλλὰ μὲ διαλείμματα, τρώγοντας καὶ πίνοντας μαζί τους, παρουσιάζοντάς τους βεβαιότερη τὴν ἀνάσταση.

Καὶ τελευταία, ἀφοῦ πολλὰ ὑποσχέθηκε γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ νὰ μείνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ δεχθοῦν τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ βαπτισθοῦν δι’ αὐτοῦ.

Γιατὶ προτύτερα ἦταν βαπτισμένοι μόνο στὸ νερὸ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη (ἂν καὶ ἀργότερα ὁ Ἐπιφάνιος Κύπρου ἱστόρησε ὅτι ὁ μὲν Ἰωάννης ὁ Θεολόγος βαπτίζει τὴν Θεοτόκο, ὁ δὲ Πέτρος πάλι τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους). Τοὺς παρήγγειλε λοιπὸν νὰ μείνουν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ βεβαιωθεῖ ἐκεῖ ἀκριβῶς τὸ πρῶτο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, μήπως, ἂν πήγαιναν σὲ ξένους τόπους, τοὺς συκοφαντοῦσαν εὐκολότερα.

Κι ὅτι ἔπρεπε, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται μὲ κάποιους στρατιῶτες, ἀπὸ ἐκεῖ νὰ προετοιμαστοῦν μὲ τὰ ὅπλα τοῦ Πνεύματος, κι ἔτσι νὰ προχωρήσουν στὴ μάχη μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ. 

Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔφτασε ὁ καιρὸς τῆς Ἀναλήψεως, τοὺς βγάζει στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν (ὀνομάζεται δὲ ἔτσι διότι εἶναι κατάφυτο μὲ πάρα πολλὲς ἐλιές)· καὶ συζητοῦσε μαζί τους γιὰ τὴν ἀνακήρυξή του στὰ πέρατα, ἀκόμα δὲ καὶ γιὰ τὴν ἀκατάλυτη Βασιλεία Του, τὴ μελλοντική, ἐπειδὴ κι ἐκεῖνοι ἐπρόκειτο νὰ ρωτήσουν τὰ δέοντα, ἔβλεπε νὰ εἶναι ἐκεῖ παροῦσα καὶ ἡ ἄχραντη μητέρα του, τοὺς στέλνει ἀγγέλους, ποὺ τοὺς ὑποδεικνύουν τὴν ἄνοδο στοὺς οὐρανούς.

Καὶ πράγματι μπροστά στὰ μάτια τους, ὄπως ἦταν ἀνάμεσά τους, τὸν πῆρε ἕνα σύννεφο κι ἄρχισε ν’ ἀνεβαίνει ψηλά. Κι ἔτσι τὸν ὁδηγοῦσαν οἱ Ἄγγελοι προτρέποντας ὁ ἔνας τὸν ἄλλον.

Καὶ εἶδαν ποὺ σηκώθηκαν οἱ οὐράνιες θύρες κι ἔμειναν κατάπληκτοι μὲ τὸ κόκκινο ἀπὸ τὰ αἵματα τῆς σάρκας του, κι ἀνέβηκε καὶ κάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα, θεώνοντας τὴ σάρκα, καὶ τολμῶ νὰ πῶ, κάνοντάς την κι αὐτὴ ὁμόθεη. Κι ἐμεῖς μέσῳ αὐτῆς τῆς θέωσης συμφιλιωθήκαμε μὲ τὴ σάρκα, ἀφοῦ διαλύθηκε ἡ ἀρχαία ἔχθρα.

Καὶ στοὺς Ἀποστόλους οἱ Ἄγγελοι, μὲ μορφὴ ἀνδρῶν, παρουσιάστηκαν καὶ εἶπαν: ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τι στέκεστε κατάπληκτοι, καὶ ἀτενίζετε στὸν οὐρανό; Αὐτὸς ποὺ βλέπετε, ὁ Θεὸς ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴ σάρκα του, ἔτσι θὰ ἔρθει πάλι, δηλαδὴ μὲ τὴ σάρκα του·

πλὴν ὅμως ὄχι ὅπως πρῶτα φτωχικὰ καὶ ἥσυχα, ἀλλὰ μὲ δόξα μεγάλη, συνοδευόμενος ὅπως καὶ τώρα ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους.

Τότε οἱ Ἀπόστολοι κουράστηκαν νὰ κοιτάζουν καὶ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

Εἶναι κοντὰ στὴν Ἱερουσαλὴμ αὐτὸ κι ἀπέχει ἀπ’ αὐτὴν δυὸ χιλιάδες βήματα μὲ τὰ πόδια.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς τοῦ Σαββάτου. Γιατὶ ἔτσι ἔχει νομοθετηθεῖ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ, νὰ περπατάει κανεὶς τόσα βήματα τὸ Σάββατο. Γιατὶ ἀκριβῶς καὶ ἡ Σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου τόσα βήματα μὲ τὰ πόδια ἀπεῖχε ἀπὸ τὸ κατάλυμα τῶν Ἰουδαίων.

Μποροῦσαν βέβαια μερικοὶ νὰ πᾶνε ἐκεῖ τὸ Σάββατο γιὰ νὰ προσκυνήσουν καὶ νὰ μὴν κάνουν πλέον τὴν πορεία.

Γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκε καὶ ὁδὸς τοῦ Σαββάτου. Μερικοὶ πιστεύουν ἐξαιτίας αὐτοῦ ὅτι καὶ ἡ Ἀνάληψη τοῦ κυρίου ἔγινε Σάββατο, πράγμα ποὺ θεωρεῖται πιὰ ἀπίθανο. 

Ἐπέστρεψαν λοιπὸν οἱ Ἀπόστολοι, ἀνέβηκαν στὸ ὑπερῶο, ἐκεῖ ποὺ ἔμεναν, μαζὶ μὲ τὶς μυροφόρες γυναῖκες καὶ τὴν Μητέρα τοῦ Λόγου, καὶ ζοῦσαν μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ καὶ δεήσεις περιμένοντας τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ἦταν ἡ ὑπόσχεση.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (ἀπὸ Ἂγγελο Κ.)

24 Μαΐου, 2020

Κυριακή του Τυφλού: Κάθε χρόνο τη πέμπτη Κυριακή μετά το Πάσχα ...

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

Ὁ χορηγὸς τοῦ φωτός, τὸ φῶς ποὺ γίνεται φῶς

Αὐτὴ τὴ μέρα, τὴν ἕκτη Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, γιορτάζουμε τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος καὶ Θεὸς καὶ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστὸς στὸν ἐκ γενετῆς τυφλό. 

Στὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸ δίνεις τὰ μάτια του Λόγε ξανά.

Κι αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔγινε μὲ τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, ὄπως τῆς Σαμαρείτιδος καὶ τοῦ Παραλύτου· κι ἔγινε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὁ Χριστὸς συζητοῦσε μὲ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἀποδείκνυε τὸν ἑαυτό του ἴσο μὲ τὸν Πατέρα του κι ἔλεγε ὅτι «ἐγὼ ὑπάρχω καὶ πρὶν νὰ γενηθεῖ ὁ Ἀβραὰμ», κι ἐκεῖνοι τὸν πήρανε μὲ τὶς πέτρες. Αὐτὸς τότε ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ βρίσκει τὸν τυφλὸ νὰ παραπαίει. Ἔτσι εἶχε γεννηθεῖ, ἔχοντας μόνο τὰ κοῖλα καὶ τὸν τύπο τῶν ὀφθαλμῶν. Καὶ καθὼς τὸν βρῆκε ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι ἔτσι, τὸν ρωτᾶνε οἱ μαθητές του, (γιατὶ εἶχαν ἀκούσει στὸ θαῦμα τοῦ Παραλύτου: «Ὀρίστε ἔγινες ὑγιὴς καὶ πιὰ μὴν ἁμαρτάνεις».

Καὶ τὸ «ἡ ἁμαρτία τῶν γονέων πέφτει πάνω στὰ τέκνα»). Ραββί, ποιὸς ἁμάρτησε, αὐτὸς ἢ οἱ γονεῖς του, γιὰ νὰ γεννηθεῖ τυφλός; Ἄλλως τε ἐπικρατοῦσε καὶ μιὰ Ἐπικούρεια ἄποψη, ὅτι οἱ ψυχὲς προϋπάρχουν κι ἀφοῦ ἁμάρτησαν καθὼς εἶναι ἄυλες ἔρχονται καὶ κατοικοῦν στὰ σώματα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναίρεσε ὁ Χριστὸς καὶ εἶπε:

Ὄχι γι’ αὐτὸ τὸν λόγο, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἐμοῦ. Δὲν ἦταν γιὰ τὸν Πατέρα ὁ λόγος, κι αὐτὸ τὸ «γιὰ νὰ» ἀναφέρεται στὴν ἀπὸφαση (δηλαδὴ στὸν σκοπό) καὶ ὄχι στὴν αἰτία. 

Καὶ μόλις εἶπε αὐτὸ ὁ Χριστός, ἔφτυσε χάμω, ἔφτιαξε πηλὸ καὶ ἐπέχρισε τοὺς τύπους τῶν ὀφθαλμῶν του καὶ τὸν ἔστειλε νὰ πάει στὴν πηγὴ τοῦ Σιλωὰμ καὶ νὰ νιφτεῖ. Γιὰ νὰ δείξει ὅτι αὐτὸς εἶναι ποὺ κατ’ ἀρχὰς ἔλαβε χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο.

Ἐπειδὴ ὁ ὀφθαλμὸς εἶναι τὸ κυριώτερο ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν στὸ σῶμα μας, αὐτὸν πλάθει ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε, δείχνοντας ὅτι αὐτὸς παρέχει καὶ στὴν ψυχικὴ δύναμη τὴν κίνηση. Καὶ δὲν χρησιμοποίησε νερό, ἀλλὰ πτύσμα, γιὰ νὰ γίνει γνωστὸ ὅτι ὅλη ἡ χάρη ἦταν ἀπὸ τὸ στόμα αὐτοῦ ποὺ ἔφτυσε. Κι ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τὸν στείλει στὸν Σιλωάμ, γιὰ νὰ ἔχει πολλοὺς μάρτυρες τῆς ἰάσεως.

Γιατὶ θὰ συναντοῦσε πολλοὺς πηγαίνοντας, καθὼς ἦταν κεχρισμένος στὰ μάτια μὲ πηλό, καὶ μερικοὶ λένε, ὅτι ὅταν νίφτηκε, δὲν ἔφυγε ὁ πηλὸς ἀπὸ τὸ πτύσμα, ἀλλὰ μόλις ἔπεσε πάνω τὸ νερὸ αὐτὸς ὁ πηλὸς μετασχηματίστηκε στὸ πλάσιμο τῶν ὀφθαλμῶν. 

Σιλωὰμ σημαίνει ἀπεσταλμένος. Ἡ κολυμπήθρα αὐτὴ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ἱερουσαλὴμ. Στὰ χρόνια τοῦ Ἐζεκίου, ὅταν οἱ ἐχθροὶ κυρίευσαν τὴν πόλη καὶ κατέλαβαν τὸν Σιλωὰμ τότε ἐκτινάχτηκε τὸ νερό ἀπὸ ἐκεῖ. Προτοῦ ἀνοίξουν πηγάδια καὶ λάκκους ἐκεῖ μέσα, ἂν κάποιος εἶχε σταλεῖ ἐκεῖ, μὲ τὴν προσταγὴ τοῦ Προφήτου Ἠσαΐα, τὸ νερὸ πάλι ἀνάβλυζε ὁρμητικὰ καὶ αὐτὸς ποὺ ἦταν σταλμένος τὸ ἀντλοῦσε.

Ἂν κάποιος πήγαινε μόνος του ἢ ἂν ἦταν ἐχθρός, σταματοῦσε ἡ ροὴ τοῦ νεροῦ. Γιὰ νὰ δείξει λοιπὸν ὁ Χριστὸς ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ τυφλὸς ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ αὐτὸ τὸν στέλνει ἐκεῖ κι ἀμέσως βρίσκει τὸ φῶς του. Πολλοὶ νομίζουν ὅτι ὁ Σιλωὰμ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἔστειλε ἐκεῖ αὐτὸν τὸν τυφλό. 

Βρῆκε τὰ μάτια του ὅταν νίφτηκε ὁ τυφλός, μὲ κάποια ἄρρητη δύναμη χωρὶς οὔτε αὐτὸς ὁ ἴδιος ποὺ τοῦ συνέβη αὐτὸ τὸ θαῦμα νὰ δεῖ τὸ μυστήριο. Οἱ γείτονές του καὶ ὅσοι μὲ κάποιο τρόπο τὸν γνώριζαν μόλις τὸν εἶδαν νὰ ἔχει βρεῖ τὸ φῶς του ἐξεπίτηδες καὶ κακοπροαίρετα ἀμφέβαλαν. Ἐκεῖνος βέβαια ὁμολογοῦσε ὅτι ἦταν ὁ ἴδιος ὁ τυφλὸς ποὺ ἤξεραν.

Κι ὅταν τὸν ρωτοῦσαν γιὰ τὸν αἴτιο ποὺ τὸν ἔκανε νὰ βρεῖ τὴν ὄρασή του, ἔκανε γνωστὸ σὲ ὅλους ὅτι ὁ γιατρός του ἦταν ὁ Χριστός. Κι οἱ Φαρισαῖοι ποὺ ἄκουσαν τὸ παράδοξο αὐτὸ σημεῖο, πάλι βλασφημοῦν καὶ κακολογοῦν τὸν Σωτήρα, ὄτι τάχα δὲν τήρησε τὸ Σάββατο.

Γιατί, ὅπως φαίνεται, Σάββατο ἔγινε καὶ τὸ θαῦμα τοῦ τυφλοῦ. Κι ἔγινε σχίσμα μεταξύ τους, καθὼς ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι ἐκ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἰησοῦς, λόγω τῶν θαυμάτων ποὺ ἔκανε, κι ἄλλοι ὅτι δὲν ἦταν ἀπὸ Θεοῦ, γιατὶ δὲν τηρεῖ τὸ Σάββατο.

Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ ἦταν καλοπροαίρετοι ρωτᾶνε τὸν τυφλό: Ἐσὺ τί λὲς γι’ αὐτόν; Κι αὐτὸς τὸν ἀνακηρύσσει προφήτη. Ποὺ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἦταν ἡ μεγαλύτερη τιμή. Κι αὐτοὶ πάλι διαπιστώνουν ὅτι ἐνῶ ἦταν τυφλός, ὁ Χριστὸς τοῦ χάρισε τὴν θεραπεία. Τὸ δίχως ἄλλο, φωνάζουν τοὺς γονεῖς του, νὰ ἐξετάσουν μήπως πιστεύουν τοὺς γείτονες.

Ἔτσι ἐνῶ θέλησαν νὰ συσκοτίσουν τὸ θαῦμα, τὸ κάνουν περισσότερο ὁλοφάνερο, ἀφοῦ οἱ γονεῖς του ὁμολογοῦν τὰ πάντα, ἀκόμα κι ἂν, γιὰ νὰ μὴ γίνουν ἀποσυνάγωγοι, τοὺς παραπέμπουν στὴν ἡλικία του. Κι αὐτοὶ πάλι λένε στὸν τυφλό:

Δόξασε τὸν Θεὸ διότι ἀπὸ ἐκεῖνον ἦρθε ἡ γιατριά σου. Ὄχι ἀπὸ τὸν Χριστό, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλὸς ἀφοῦ καταλύει τὸ Σάββατο. Κι ὁ τυφλὸς θέλοντας νὰ δηλώσει στὴν πράξη ὅτι αὐτὸς ποὺ τὸν ἔκανε καλὰ εἶναι Θεός, λέει:  Δὲν ξέρω. Ἕνα γνωρίζω, ὅτι ὄντας τυφλός, χάρη σ’ αὐτὸν βλέπω. 

Πάλι λοιπὸν τοῦ εἶπαν: Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια; Κι αὐτὸς ἐπειδὴ στενοχωρήθηκε, δὲν τὰ λέει καταλεπτῶς, ἀλλὰ τονίζει ὅτι, ἂν δὲν ἦταν ἀπὸ Θεοῦ, δὲν θὰ ἔκανε τέτοιο σημεῖο. Καὶ ἀρχικὰ ἐκεῖνοι τὸν ὑβρίζουν, διότι τάχα ὁμολόγησε ὅτι εἶναι μαθητής του.

Κι γιατὶ εἶπε: Κανεὶς δὲν ἄνοιξε τὰ μάτια ἑνὸς γεννημένου τυφλοῦ, τυφλοὺς κι ἄλλοι γιάτρεψαν. Ἀλλὰ γεννημένο τυφλό, κανείς. Αὐτοὶ τὸν ἐνέπαιξαν καὶ τὸν ἔδιωξαν μακριὰ ἀπὸ τὴ συναγωγή. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὸν βρίσκει ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ λέει: ἐσὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;

Κι αὐτὸς καθὼς ἔμαθε ποιός ἦταν αὐτὸς ποὺ τοῦ μιλάει κι ὅτι χάρη σ’ αὐτὸν βρῆκε τὴν ὄρασή του (δὲν τὸν γνώριζε προτύτερα ἔπειδὴ ἦταν τυφλός), τὸν προσκύνησε κι ἔγινε μαθητής του, κηρύσσοντας παντοῦ τὴν εὐεργεσία. 

Θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε καὶ μὲ μιὰ ἀναγωγή: Καὶ ὁ λαὸς τῶν ἐθνῶν τυφλὸς ἦταν καὶ τὸν συναντάει, ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς τὸν βρῆκε βαδίζοντας καὶ ζώντας στὴν γῆ κι ὄχι στὸν οὐρανό.

Ἢ καὶ ὅτι γιὰ τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ ἦρθε ὁ Χριστός, ἀλλὰ στὸ πέρασμά του συνάντησε καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη. Κι ἔφτυσε χάμω κι ἔφτιαξε πηλὸ κι ἔχρισε ὅπως πρῶτα ἐδίδαξε αὐτοὺς.

Κι ὅτι ὁ ἴδιος σὰν μιὰ σταγόνα κατέβηκε στὴ γῆ καὶ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο. Ἔπειτα μᾶς παρέδωσε καὶ τὸ θεῖο βάφτισμα, πράγμα ποὺ δηλώνεται μὲ τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ.

Κι ἔπειτα ὁ χριστιανικὸς λαὸς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ ἔθνη παρρησιάζεται πρὸς ὅλους, καὶ διώκεται καὶ μαρτυρεῖ καὶ ὕστερα ὁ Χριστὸς ἀπὸ αὐτὸν τὸν λαὸ ἀνακηρύσσεται ὡς Θεὸς καὶ δοξάζεται.