Archive for the ‘Εορτές’ Category

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ

19 Ιουνίου, 2022

 Ἁγίου ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ τοῦ Ἀθωνίτου

«Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, τούς δέ δοξάζοντάς με δοξάσω», λέγει ὁ Κύριος (πρβλ. Παρ. η΄ 17, Α΄ Βασιλ. β΄30).

Ὁ Θεός δοξάζεται μέ τούς Ἁγίους Του καί οἱ Ἅγιοι δοξάζονται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δόξα πού δίνει ὁ Θεός στούς Ἁγίους εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τόν Ἅγιο ὅπως εἶναι, ἀπό τήν εὐλάβεια καί τό φόβο θά ἔπεφταν καταγῆς, γιατί ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη τή δόξα τῆς οὐράνιας ἐμφανίσεως.

Μήν θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὁ Κύριος ἀγάπησε τόσο τό πλάσμα Του, ὥστε ἔδωσε Ἅγιο Πνεῦμα μ᾽ ἀφθονία στόν ἄνθρωπο, καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τό Θεό.

Γιατί, λοιπόν, ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τόσο τόν ἄνθρωπο; Γιατί εἶναι ἡ Αὐτοαγάπη καί ἡ ἀγάπη αὐτή γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Κύριο, τό Δημιουργό του, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα γεμίζει μέ τή χάρη Του ὅλο τόν ἄνθρωπο: καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.

Ὁ Κύριος ἔδωσε στούς Ἁγίους τή χάρη Του κι ἐκεῖνοι Τόν ἀγάπησαν καί προσκολλήθηκαν ὁλοκληρωτικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ τήν ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί τήν ὀμορφιά του.

Κι ἄν ἔτσι γίνεται στή γῆ, τότε στόν οὐρανό οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀκόμα πιό πολύ ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο μέ τήν ἀγάπη. Κι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἀνείπωτα γλυκειά καί ἐκχύνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα κι ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις μ᾽ αὐτήν τρέφονται.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους εἶναι ἀγάπη.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγαλύνεται ὁ Κύριος στούς οὐρανούς. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουν οἱ Ἅγιοι τό Θεό καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζει ὁ Κύριος τούς Ἁγίους καί αὐτή ἡ δόξα δέν ἔχει τέλος.

Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά μακριά εἶναι ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ᾽ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς οὐρανούς τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί στή γῆ εἶναι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ζῆ στήν Ἐκκλησία μας, Αὐτό ἐνεργεῖ στά μυστήρια, Αὐτό πνέει στήν Ἁγία Γραφή, Αὐτό ζῆ στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τούς πάντες, καί γι᾽ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι κοντά μας. Κι ὅταν προσευχώμαστε σ᾽ αὐτούς, τότε ἀκοῦνε αὐτοί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τίς προσευχές, κι οἱ ψυχές μας αἰσθάνονται τήν πρεσβεία τους γιά χάρη μας.

Πόσο εὐτυχισμένοι καί καλότυχοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ζωή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εὐφραίνονται οἱ ψυχές μας. Πρέπει ὅμως νά φυλᾶμε μέ σύνεση τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀρκεῖ κι ἕνας ἄσκοπος λογισμός γιά νά ἐγκαταλείψη τήν ψυχή, καί τότε στερούμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐξαφανίζεται ἡ παρρησία ἀπό τήν προσευχή, χάνεται καί ἡ σίγουρη ἐλπίδα πώς θά λάβουμε αὐτό πού ἐπιζητοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι ζοῦν σ᾽ ἄλλο κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας. Ζώντας στή γῆ διδάχτηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὅποιος ἀπέκτησε στή γῆ τήν ἀγάπη διαβαίνει μαζί της στήν αἰώνια ζωή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπου ἡ ἀγάπη αὐξάνει ὡσότου γίνη τέλεια. Κι ἄν στή γῆ ἡ ἀγάπη δέν μπορῆ νά λησμονήση τόν ἀδελφό, πολύ περισσότερο στούς οὐρανούς οἱ Ἅγιοι δέν μᾶς λησμονοῦν καί δέονται γιά μᾶς.

Ὁ Κύριος χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους, κι αὐτοί μᾶς ἀγαποῦν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων γνωρίζουν τόν Κύριο καί τήν ἀγαθοσύνη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί καίγονται πνευματικά ἀπό ἀγάπη γιά τό λαό. Ὅσο ζοῦσαν στή γῆ, δέν μποροῦσαν ν᾽ ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, χωρίς πόνο στήν καρδιά, κι ἔχυναν δάκρυα στήν προσευχή τους γι᾽ αὐτούς. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐξέλεξε γιά νά προσεύχωνται γιά ὅλο τό κόσμο καί τούς ἔδωσε πηγές δακρύων.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα σκορπίζει στούς ἐκλεκτούς Του τόσο μεγάλη ἀγάπη, ὥστε οἱ ψυχές καίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί νά δοῦν τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Οἱ Ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλο τό κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάναμε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι᾽ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στό Θεό γιά μᾶς.

Οἱ Ἅγιοι χαίρονται γιά τή μετάνοιά μας καί στενοχωριοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό Θεό κι ἐξομοιώνωνται ἔτσι μέ τά ἄλογα ζῶα. Λυποῦνται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν στή γῆ χωρίς νά ξέρουν πώς, ἄν ἀγαποῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, θά ὑπῆρχε ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία.

Κι ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει χαρά καί ἀγαλλίαση πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι ἔτσι ὅπου καί νά στραφῆ τό βλέμμα, τά πάντα εἶναι ἀγαπημένα κι ἡ ψυχή ἀπορεῖ καί ἀναρωτιέται «γιατί νοιώθω τόσο καλά», καί δοξολογεῖ τό Θεό.

Νά ἐπικαλεῖστε μέ πίστη τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. αὐτοί ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ξέρουν καί τούς διαλογισμούς μας.

Καί μή θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν Ἁγίων ζῆ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ᾽ ὅλο τόν κόσμο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ Ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ Ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας.

Οἱ Ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τό Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σ᾽ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν.

Ὁ πάτερ Ρωμανός, ὁ γυιός τοῦ πάτερ Δοσιθέου, μοῦ διηγόταν πώς ὅταν ἦταν ἀκόμα στόν κόσμο πολύ νέος, ἔτυχε νά διαβῆ σ᾽ ἐποχή χειμώνα τό Δόν. Ξαφνικά ράγισαν οἱ πάγοι τοῦ ποταμοῦ καί τ᾽ ἄλογό του ἔπεσε μέσα στήν τρύπα πού ἄνοιξε καί σέ λίγο ὅλο τό ἕλκηθρο καί τό ἄλογο βυθίζονταν στούς πάγους. Αὐτός, μικρό παιδί, φώναξε:

«Ἅγιε Νικόλα, βοήθησέ με νά σύρω ἔξω τό ἕλκηθρο» καί τραβώντας τά χαλινάρια εἶδε ἀμέσως ἕλκηθρο καί ἄλογο ἔξω ἀπό τούς πάγους.

Κι ὁ πάτερ Ματθαῖος, πού ἦταν συγχωριανός μου, ὅταν ἦταν παιδί ἔβοσκε, σάν τόν προφήτη Δαβίδ, τά πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάστημα ἴσα μέ πρόβατο. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἐργαζόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κάμπου.

Ξαφνικά βλέπει νά ὁρμοῦν λύκοι καταπάνω στό Μίσα – ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ πάτερ Ματθαῖος κατά κόσμον – κι ὁ μικρός Μίσα ἄφησε κραυγή: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθα με». Καί μόλις φώναξε, οἱ λύκοι γύρισαν πίσω καί δέν ἔκαμαν κακό οὔτε σ᾽ αὐτόν οὔτε στά πρόβατα. Καί γιά πολύν καιρό γελοῦσαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας κι ἔλεγαν: «Ὁ Μίσα ἐτρόμαξε φοβερά ἀπό τούς λύκους, ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόλας τόν γλύτωσε».

Κι ὅλοι μας ξέρομε πλῆθος περιπτώσεων, πού οἱ Ἅγιοι ἔρχονται παρευθύς νά βοηθήσουν. Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι, λοιπόν, φανερό πώς ἀκούγονται οἱ προσευχές μας στούς οὐρανούς.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι ὅμοιοι μ᾽ ἐμᾶς. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς εἶχαν μεγάλες ἁμαρτίες, ἀλλά μέ τήν μετάνοια πέτυχαν τήν Οὐράνια Βασιλεία. Κι ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σ᾽ αὐτήν, μέ τή μετάνοια ἔρχονται πού μᾶς χάρισε ὁ Ἐλεήμων Κύριος μέ τά πάθη Του.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ζοῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες καί Πατριάρχες, πού κράτησαν μέ ἀνδρεία καί παρέδωσαν τήν πίστη τους. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Προφῆτες, πού ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί μέ τό λόγο τους καλοῦσαν τό λαό πρός τό Θεό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, πού πέθαναν γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ μάρτυρες, πού ἔδωσαν μέ χαρά τή ζωή τους ἀπό τήν ἀγάπη γιά τό Χριστό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, μιμητές τοῦ Κυρίου, πού βάσταξαν τά βάρη τῶν πνευματικῶν τους προβάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές καί οἱ κατά Χριστόν σαλοί, πού νίκησαν μέ τήν ἄσκηση τόν κόσμο. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ Δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί κατανίκησαν τά πάθη.

Πρός τά ἐκεῖ, σ᾽ ἐκείνη τή θεσπέσια ἅγια Σύναξη, πού συγκάλεσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἑλκύεται ἡ ψυχή μου.

Ἀλλά ἀλίμονο σέ μένα! Ἀφοῦ δέν ἔχω ταπείνωση, ὁ Κύριος δέν μοῦ δίνει δύναμη γιά τήν ἄθληση, καί τό ἀσθενικό μου πνεῦμα σβύνει σάν μικρό κερί, ἐνῶ τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων ἔκαιγε σάν φλόγα φωτιᾶς, κι ὄχι μόνο δέν τό ἔσβυνε ὁ ἄνεμος τῶν πειρασμῶν, ἀλλά ἄναβε ἀκόμα περισσότερο. Περπατοῦσαν στή γῆ καί τά χέρια τους ἐργάζονταν, ἀλλά τό πνεῦμα τους ἔμενε πάντα κοντά στό Θεό κι ὁ νοῦς τους δέν ἤθελε ν᾽ ἀποσπασθῆ ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ.

Γιά χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν ὅλες τίς θλίψεις στή γῆ καί δέν φοβόνταν κανένα πόνο, κι ἔτσι δόξαζαν τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό κι ὁ Κύριος τούς ἀγάπησε καί τούς δόξασε καί τούς χάρισε τήν αἰώνια Βασιλεία μαζί Του.

Ἀπό τό βιβλίο, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, ΕΣΣΕΧ Ἀγγλίας 1988

Ἁγιότητα καὶ Θεὸς

19 Ιουνίου, 2022

Metropolitan Anthony Bloom

Κάθε ἁγιότητα εἶναι ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ μέσα μας: εἶναι μία ἁγιότητα ποὺ σημαίνει συμμετοχὴ καὶ ὑπὸ μία ἔννοια κάτι περισσότερο ἀπὸ αὐτό, ἀφοῦ συμμετέχοντας σ’ ὅ,τι δεχόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό, γινόμαστε μία ἀποκάλυψη ἐκείνου ποὺ μᾶς ξεπερνᾶ. Καθὼς γινόμαστε φῶς περιορισμένο, ἀποκαλύπτουμε τὸ Φῶς. Ὅμως, δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι σ’ αὐτὴ τὴ ζωή ἐντός τῆς ὁποίας πασχίζουμε γιὰ ἁγιότητα, ἡ πνευματικότητά μας πρέπει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ πολὺ ἀντικειμενικοὺς καὶ συγκεκριμένους ὅρους.

 Ὅταν διαβάζουμε βιβλία γιὰ τὴν πνευματικότητα ἢ βιβλία ποὺ καταπιάνονται μὲ τὴ μελέτη τοῦ θέματος αὐτοῦ, βλέπουμε πὼς ἡ πνευματικότητα ὁρίζεται πολὺ συχνὰ (εἴτε αὐτὸ λέγεται ρητὰ εἴτε ἁπλῶς ὑπονοεῖται) ὡς μία στάση, μία κατάσταση τῆς ψυχῆς, μία ἐσωτερικὴ συνθήκη, ἕνας τύπος ἐσωτερικότητας κ.ο.κ.

Στὴν πραγματικότητα, ἂν ἀναζητήσετε τὴ βαθύτερη σημασία καὶ τὸν ἐσωτερικὸ πυρήνα τῆς πνευματικότητας, θὰ ἀνακαλύψετε ὅτι αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ καταστάσεις τῆς ψυχῆς, οἰκεῖες σέ μᾶς, ἀλλὰ ὅτι ἀποτελεῖ τὴν παρουσία καὶ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο, ἐντὸς ἡμῶν, ἐξ ἡμῶν καὶ δι’ ἡμῶν. Κατ’ οὐσίαν δηλαδή, δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ζήτημα τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο τὴν ἐκφράζουμε.

Ὑπάρχει μία ἀπόλυτη ἀντικειμενικότητα τόσο στὴν ἁγιότητα ὅσο καὶ στὴν πνευματικότητα ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπ’ αὐτή. Ἡ πνευματικότητα εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει ὅτι εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μᾶς διδάσκει νὰ λέμε: «Ἀββᾶ ὁ πατήρ». Εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, αὐτὸ ποὺ δίνει ἐντὸς μας σχῆμα στὴ θεία γνώση.

Κι ἀκόμα, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἁγιότητα ἀπὸ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ -μόνο ὡς σῶμα Χριστοῦ μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε στὴν ἁγιότητα, μόνο ὡς σῶμα Χριστοῦ μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε στὸν Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τότε ἀναδύεται ἕνα ἐρώτημα τεράστιας σημασίας. Στὴν προοπτική τῆς ἀναζήτησής μας γιὰ ἁγιότητα, μέσα στὸ πλαίσιο (εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι) τοῦ κτιστοῦ κόσμου καὶ τοῦ κόσμου τῶν ἀνθρώπων (τοῦ τραγικοῦ καὶ περίπλοκου κόσμου ποὺ ζοῦμε), ἂν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αὐτὸ ποὺ ἡ ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἐκφράζει στὸ πρόσωπο καθενὸς ἀπὸ τὰ μέλη της, τότε ποιὸ εἶναι τὸ ὅριο αὐτῆς τῆς ἀγάπης; Μὲ ἄλλα λόγια, ποῦ βρίσκεται τὸ ὅριο τῆς δικῆς μας αἴσθησης ἀλληλεγγύης καὶ εὐθύνης;

Ὑπάρχει ἄραγε κάποια στιγμὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀπαγκιστρωθοῦμε καὶ νὰ ποῦμε: «Σὲ ἀφήνω, πάρε τὸν δρόμο σου· ἂν μετανοήσεις, ἂν ἀλλάξεις, θὰ ξαναβρεθοῦμε καὶ πάλι, ἀλλὰ ὅσο εἶσαι ἔτσι ὅπως εἶσαι, δὲν μπορῶ νὰ παραμένω μαζί σου»; Ἢ μήπως δὲν ὑπάρχουν ὅρια, ὄχι μόνο στὴ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ στὴν πελώρια καὶ παθιασμένη ἀλληλεγγύη Του;

Ἡ Βίβλος, σὲ περισσότερα ἀπὸ ἕνα ἐδάφια, θέλοντας νὰ μᾶς τοποθετήσει ἐνώπιον τῆς παρουσίας τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «Ἔρως», κάνει δηλαδὴ λόγο γιὰ μιὰ ἀγάπη καὶ μιὰ δέσμευση ἀπόλυτη καὶ παθιασμένη, ποὺ ἐναγκαλίζεται τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ἀποκλείει τίποτα.

Θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή σας σὲ μιὰ ἀναφορὰ ποὺ σίγουρα δὲν εἶναι βιβλικὴ καὶ δὲν διαθέτει κάποια αὐθεντία ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ ποὺ ὡστόσο μοῦ φαίνεται ἐνδιαφέρουσα. Τὸν δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ἕνας Ρῶσος ἱερέας. ἕνας ἄνθρωπος μὲ φλογερὸ φρόνημα, ἔγραψε τὴν αὐτοβιογραφία του. Ἤθελε νὰ καταδείξει πὼς ἕνας ἄνθρωπος πίστης μπορεῖ νὰ παραμείνει ἑδραῖος στὴν πίστη του, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ δολιότητα (ἢ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐξελάμβανε ὡς δολιότητα) τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρόλογο αὐτῆς τῆς αὐτοβιογραφίας, ὁ συγγραφέας κάνει λόγο γιὰ τὴ θεία Σύνοδο ποὺ προηγήθηκε τῆς κτίσης τοῦ κόσμου καὶ λέει:

«Στὸ φῶς ὅσων γνωρίζουμε γιὰ τὸν ἔνσαρκο Θεό, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς κάποια στιγμὴ ὁ Πατέρας εἶπε στὸν Υἱό: «Υἱέ μου, ἂς ποιήσουμε τὸν ὁρατὸ κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο». Καὶ ὁ Υἱὸς ἀπάντησε: «Πατέρα, ἂς γίνει κατὰ τὸ θέλημά Σου». Καὶ ὁ Πατέρας πρόσθεσε: «Υἱέ μου, γνωρίζεις ἄραγε πὼς ἂν ἐνεργήσω διά Σοῦ, θὰ ἔρθει κάποια μέρα ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ μᾶς προδώσει καί, προκειμένου νὰ τὸν φέρουμε πάλι κοντά μας, θὰ πρέπει νὰ πεθάνεις;».

Καὶ ὁ Υἱὸς ἀπάντησε καὶ πάλι: «‘Ἂς γίνει κατὰ τὸ θέλημά Σου, Πατέρα». Κι ἔτσι πλάστηκε ὁ κόσμος».

Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα δὲν εἶναι ἀπὸ κάποιο ἀπόκρυφο κείμενο, δὲν προσποιεῖται δηλαδὴ ὅτι διατυπώνει κάποια βιβλικὴ πραγματικότητα μὲ ἄλλη ὁρολογία, ἀλλὰ ἐκφράζει μία βαθιὰ ἐσωτερικὴ ἀλήθεια: ὁ Θεός, μέσα στὴν πραγματικότητα τῆς θείας πανσοφίας Του, θέλησε καὶ κάλεσε στὴν ὕπαρξη τὸν κόσμο, ἔχοντας πλήρη συνείδηση τῶν συνεπειῶν ποὺ αὐτὴ ἡ θεία κλήση (ἡ θεία κλήση ποὺ ἔκανε ἕναν ἐλεύθερο κόσμο νὰ ἀναδυθεῖ ἐκ τοῦ μηδενὸς) θὰ εἶχε γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι, θὰ λέγαμε, ἕνας ἀγώνας μεταξὺ Θεοῦ καὶ κόσμου, καὶ ἡ τραγωδία γιὰ τὴν ὁποία τόσο συχνὰ παραπονιόμαστε εἶναι πιὸ τραγικὴ γιὰ τὸν Θεὸ παρὰ γιὰ τὸν κόσμο!

Μέσα ἀπὸ τὴν Ἱστορία τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, βλέπουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει συνεχῶς τὴν πλήρη εὐθύνη τῆς δημιουργικῆς Του ἐνέργειας. Βῆμα-βῆμα ὑποστηρίζει τοὺς προφῆτες, διακηρύσσει τὸ θέλημά Του, ἀποκαλύπτει τὸ βάθος τῆς σκέψης Του.

Ὁ Ἀμὼς λέει ὅτι προφήτης εἶναι ἐκεῖνος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς μοιράζεται τὶς σκέψεις Του. Καὶ ὁ Θεὸς διατηρεῖ τὴν πιστότητά του, ὅταν ἡ κτίση γίνεται ἄπιστη -θυμηθεῖτε τὸν Ὠσηὲ καὶ τὶς εἰκόνες ποὺ δίνει γιὰ τὸν πιστὸ σύζυγο, ποὺ ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τὴ σύζυγό του.

Ἔτσι, πίσω ἀπὸ καθετὶ ὑπάρχει μία μονομερὴς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὅμως ὁ Θεὸς σηκώνει τὴν πλήρη καὶ ἔσχατη εὐθύνη. Αὐτὸ εἶναι σημαντικό, ἐπειδὴ ἂν εἴμαστε «ἐν Θεῷ», πρέπει νὰ μοιραστοῦμε μαζί Του αὐτὴ τὴ θεία εὐθύνη, ἢ τουλάχιστον νὰ λάβουμε ἀπ’ αὐτὴ τὸ μερίδιό μας.

Ἡ ἐπιλογή μας νὰ εἴμαστε Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ παραδείσιο προνόμιο. Εἶναι κατ’ οὐσίαν μία ἐπιλογὴ συμμετοχῆς στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ συνάμα καὶ μία ἐπιλογὴ συμμετοχῆς στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Ἐνσάρκωση καὶ τὴ θεία οἰκονομία τῆς σωτηρίας.

Θέλω ἐδῶ νὰ ἐπιμείνω στὴν ἔνταση αὐτῆς τῆς ἀλληλεγγύης, στρέφοντας ἁπλὰ τὴ σκέψη σας σ’ ἐκεῖνα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ τελευταῖα Του σχεδὸν λόγια, ποὺ πρόφερε πάνω στὸν σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;».

Ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἀλληλεγγύη τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ τὴν Ἐνσάρκωση, ἔχουμε συνεχῶς κατὰ νοῦ τὶς μείζονες καὶ ἐλάσσονες ἐκφράσεις αὐτῆς τῆς ἀντινομίας. Ἔχουμε κατὰ νοῦ τοὺς περιορισμοὺς στοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος ὁ Θεῖος Λόγος ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό Του, εἰσερχόμενος στὴν ἱστορία καὶ γενόμενος δέσμιος τοῦ χώρου: πεινᾶ, διψᾶ, κουράζεται. Καὶ σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο: ἀναζητᾶ καὶ ἀποδέχεται τὴ συντροφιὰ τῶν ἁμαρτωλῶν.

Ζεῖ καταμεσῆς τοῦ μίσους καὶ ἐν τέλει αὐτὸ τὸ μίσος εἶναι ποὺ Τὸν σκοτώνει. Αὐτὲς οἱ δύο τελευταῖες λέξεις μοῦ φαίνονται πολὺ ἀδύναμες, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀδυναμία τους: «τὸ ἀνθρώπινο μίσος Τὸν σκοτώνει». Αὐτὸ ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ κατανοήσουν τί τὸ ἰδιαίτερο εἶχε ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Ἂν εἶναι ζήτημα θανάτου, τότε ὅλοι ὅσοι συμμετέχουν στὴ θνητότητα πεθαίνουν -κι Ἐκεῖνος δὲν ἔκανε τίποτα παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ὅλοι μας κάποτε θὰ κάνουμε.

Ἂν εἶναι ζήτημα βασάνων, τότε ὑπάρχουν μυριάδες ἄνθρωποι ποὺ ὑπέφεραν ἀπείρως περισσότερο ἀπ’ ὅσο Ἐκεῖνος στὸν σταυρό. Δύο ληστὲς σταυρωνόντουσαν τὴν ἴδια ὥρα μ’ Ἐκεῖνον – πέθαναν κι ἐκεῖνοι θάνατο ἀνθρώπινο πάνω στὸν σταυρό.

Ἂν φέρουμε στὸ νοῦ μας τὸ ἑνδέκατο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς, βλέπουμε ὅτι τὰ ἀνθρώπινα βάσανα, ἡ ἀνθρώπινη φρίκη, ἀκόμα κι ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἁγιότητας, ἔχουν ξεπεράσει ὅ,τι θὰ μπορούσαμε νὰ φανταστοῦμε γιὰ τὰ σωματικὰ βάσανα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ τραγικότητα τοῦ θανάτου Του δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀπώτατη συμμετοχή Του στὴν ἀνθρώπινη τραγωδία καὶ τὴν ἀνθρώπινη μοίρα.

Ἡ μοναδικὴ ἀνθρώπινη τραγωδία, ἡ μόνη ποὺ μετρᾶ, αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὁποία προκύπτουν ὅλες οἱ ἄλλες, εἶναι ἡ θνητότητα, καὶ αὐτὴ ἡ θνητότητα συνδέεται μὲ τὴν ἁμαρτία, μὲ τὸν ἀποχωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ εἶναι σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο ποὺ ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀλληλεγγύη Του μὲ μᾶς περιέχει κάτι πιὸ τρομερὸ ἀπ’ ὅσο μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέει στὴ μελέτη του γιὰ τὴν Ἐνσάρκωση: «Εἶναι ἀδιανόητο νὰ λέμε πὼς θὰ μποροῦσε ἡ ἀνθρώπινη σάρκα ποὺ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴ Θεότητα παντοτινὰ νὰ εἶναι θνητή, ἔστω καὶ ὡς ἀνθρώπινη σάρκα». Νὰ εἶσαι θνητὸς σημαίνει νὰ εἶσαι ἀποχωρισμένος. Καὶ ὁ Μάξιμος ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἐνσάρκωσης, ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, ἐξαιτίας τῆς συνόδου θεότητας καὶ ἀνθρωπότητας στὸ πρόσωπό Του, ἦταν ἀθάνατος, ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ θανάτου.

Ὁ θάνατός Του δὲν εἶναι μόνο μία ἁπλὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης, ἀλλὰ διέπεται ἀπὸ τὴν ἔσχατη ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας, ποὺ συνίσταται στὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θανάτωση ἐξαιτίας αὐτοῦ.

Ἐδῶ ἔχουμε κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικό: Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνσάρκωσή Του ἀποδέχτηκε ὄχι μόνο τὰ ὅρια ἀλλὰ καὶ τὸ βάθος τῆς τραγωδίας μας. Ὅπως λέει καὶ τὸ παλιὸ λόγιο, ὅ,τι ὁ Χριστὸς δὲν προσέλαβε, παραμένει ἐκτός τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας.

Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε συμμετάσχει στὴ διάρρηξη τῶν σχέσεών μας μὲ τὸν Θεό, στὴν ἀποξένωσή μας ἀπὸ Ἐκεῖνον, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἕνας θεολόγος μας ἀποκάλεσε «ψυχολογικὴ ἔκληψη» καὶ ποὺ Τὸν ἔκανε νὰ ἀπωλέσει τὴ θέα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, τότε δὲν θὰ εἶχε πλήρως συμμετάσχει στὴ θνητότητά μας, καὶ ἡ θνητότητά μας θὰ ἔμενε ἔξω ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἀπολύτρωσης.

Ἑπομένως, βλέπουμε πόσο μακριὰ πηγαίνει ἡ θεία ἀγάπη μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀλληλεγγύη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς: Ὁ Χριστὸς ἀποδέχεται ὄχι μόνο τὸ νὰ εἶναι ὡς ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὄχι μόνο νὰ συμμετέχει σὲ καθετὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ συμμετέχει καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἀποξένωσή μας, στὸ γεγονὸς τῆς ξενιτείας καὶ τῆς ἀπομάκρυνσής μας ἀπὸ τὸν Πατέρα, προκειμένου νὰ συμμετέχει στὴ μοναδικὴ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου: τὸν ἀθεϊσμό.

Ἡ ἴδια ἰδέα ἐκφράζεται καὶ στὸ Ἀποστολικὸ Σύμβολο, ὅταν λέμε «Καταβέβηκεν εἰς τὸν Ἅδη». Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Δάντη σκεφτόμαστε τὸν Ἅδη (τὴν κόλαση) μὲ ὅρους βασανιστηρίων. Ὅμως ὁ Ἅδης γιὰ τὸν ὁποῖο κάνει λόγο ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν εἶναι μία κόλαση βασανιστηρίων, ἀλλὰ ὁ Sheol, ὁ τόπος ἐκεῖνος ὅπου ἀποκόπτονταν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή, ὁ τόπος ὅπου δὲν ὑπῆρχε ὁ Θεός, ἐπειδὴ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀπολύτρωση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε ἕνα χάσμα μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο μόνο ἡ Ἀπολύτρωση, τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ μποροῦσε νὰ πληρώσει.

Κατεβαίνει λοιπὸν στὸν Ἅδη. Ὁ Ἅδης ἀνοίγει διάπλατα γιὰ νὰ ἁρπάξει ἕνα νέο θύμα καὶ νὰ γίνει αὐτὸ σημεῖο τῆς τελειωτικῆς του νίκης ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζει ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ δεχόταν. Καὶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν Ἅδη ποὺ δέχεται ἕναν ἄνθρωπο, εἰσέρχεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Πιστεύω πὼς ὑπάρχει ἐδῶ μιὰ μικρολεπτομέρεια ποὺ ἐξηγεῖ τί εἴδους προμήνυμα εἶχε ὁ ψαλμωδός, ὅταν διακήρυττε: «Ποῦ νὰ πάω μακριὰ ἀπὸ τὸ Πρόσωπό Σου;

Στὸν οὐρανό; Μὰ ἐκεῖ εἶναι ἡ κατοικία Σου. Στὸν Ἅδη; Μὰ κι ἐκεῖ εἶσαι Ἐσύ».

Δὲν ὑπάρχει τίποτα πλέον ἀπὸ τὴ συνθήκη τοῦ κτιστοῦ, τίποτα ἀπὸ τὴ συνθήκη τοῦ ἀνθρώπου (πέρα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία), ποὺ νὰ εἶναι ἐκτός τῆς ἐμπειρίας τοῦ Χριστοῦ, ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τοῦ Χριστοῦ.

Τὰ πάντα περιέχονται σ’ Ἐκεῖνον, καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἀθεϊστὴς στὸν κόσμο ποὺ νὰ γνώρισε τὸν ἀθεϊσμό, τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴ γνώρισε ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ποὺ πέθανε πάνω στὸν σταυρὸ μὲ αὐτὴ τὴν ἀπόλυτη κραυγὴ τῆς ὀδύνης καὶ τῆς ἀγωνίας. Κι ἐδῶ πάλι βλέπουμε τὸ εὖρος τῆς θείας ἀγάπης καὶ τὸ βάθος τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ὅλων ἐκείνων ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ἀνθρώπινη συνθήκη.

«Τίποτα ἀνθρώπινο δὲν μοῦ εἶναι ξένο», λέει ὁ Τερτυλλιανός. Ἴσως δὲν γνώριζε τί ἔκταση εἶχε αὐτὴ ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Πέθανε. Πέθανε ἀναμάρτητος. Μὲ τί εἴδους θάνατο πέθανε; Μὲ τὸν δικό μας, μὲ ἕνα θάνατο δανεικό. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ θεία κλήση, νὰ παραμένεις ἀναμάρτητος καὶ νὰ πεθαίνεις ἕνα θάνατο δανεικό;

Προσευχὴ καὶ Ἁγιότητα” , ἐκδ. Ἐν πλῷ

Ἡ ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

13 Ιουνίου, 2022

 Metropolitan Anthony Bloom

Σήμερα γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τί γνωρίζουμε γι’ αὐτό; Ἀκούσαμε ὑπέροχες προσευχές χθὲς τήν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ ἄς σκεφτοῦμε τὸ ὄνομα ποὺ τοῦ ἔχει δοθεῖ στὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ὁποῖο στὰ Ἀγγλικὰ μεταφράζεται ὡς «ὁ Παράκλητος», ἐνῶ σὲ ἄλλες γλῶσσες ὡς «ὁ Μεσολαβητής».

Πράγματι Αὐτὸ εἶναι ὁ μόνος Παρηγορητής ποὺ μᾶς παρηγορεῖ γιὰ τὸν χωρισμό μας ἀπὸ τὸν Χριστό, Αὐτὸ παρηγορεῖ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε σὰν ὀρφανά, ποὺ ἀνυπομονοῦμε νὰ βρεθοῦμε μὲ τὸν Θεὸ μας, τὸν Σωτήρα μας καὶ ποὺ γνωρίζουμε ὅτι ὅσο εἴμαστε δέσμιοι τῆς σάρκας – καὶ αὐτὰ εἶναι λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου – εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ Ἐκεῖνον.

Ἀλλὰ γιὰ νὰ νοιώσουμε τὶ εἶναι γιά μᾶς ἡ παρηγοριά καί ὁ Παράκλητος, πρέπει πρῶτα νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ζοῦμε χώρια του καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο ἐρώτημα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε στὸν ἑαυτό μας: τὸ ἔχουμε συνειδητοποιήσει, ἤ ζοῦμε τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ζοῦμε κατὰ Θεὸ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ζεῖ μέσα ἀπὸ ἐμᾶς,καὶ ὅτι τίποτα περισσότερο δὲν χρειαζόμαστε;

Τὶ περισσότερο χρειαζόμαστε!

Ἐπειδὴ εἶναι ὁ Παράκλητος, μᾶς δίνει δύναμη, δύναμη νὰ ζοῦμε, παρὰ τὸν χωρισμό μας, τὴν δύναμη νὰ ὑπομένομε καὶ νὰ γινόμαστε οἱ λειτουργοί τοῦ Καλοῦ, ποὺ μέσα ἀπὸ ἐμᾶς ἐκπληρώνονται οἱ Ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τοῦ Μόνου ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει στὴν ψυχή μας ρώμη και σθένος, θέληση, δύναμη γιὰ νὰ ἐνεργοῦμε.

Αὐτό ὅμως, ἐάν στραφοῦμε καὶ τοῦ ποῦμε : Ἔλα! ἔλα καὶ κατοίκησε μέσα μας! Ἔλα καὶ λεύκανε τὴν ψυχή μας! Γίνε ὄχι μόνο ὁ Παρηγορητής μας ἀλλὰ καὶ ἡ δύναμη μας.

Ἐν τέλει εἶναι Αὐτὸ ποὺ μᾶς δίνει, ἤδη ἀπὸ τώρα, τὴ χαρὰ νὰ γνωρίζουμε πόσο κοντὰ βρισκόμαστε, πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ μεγάλη ἀπόσταση ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ μὲ ἀνεκλάλητους ἀναστεναγμούς, μιλάει στὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ὕπαρξής μας· εἶναι τὸ μόνο ποὺ, ἐπειδὴ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, τὰ ἀδέλφια καὶ οἱ ἀδελφές του – καὶ τοῦτα εἶναι τὰ δικά Του λόγια – μαρτυρα ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Πατέρα.

Ἡ χαρὰ, τὸ θαῦμα, ἡ ἀξιοπρέπεια ποὺ φέρνει στην ζωή μας! Ἐπίσης ἡ εὐθύνη.

Ἐὰν θυμηθοῦμε τὸν κόσμο μας, ποὺ σὲ μιὰ τέτοια ἔκταση εἶναι σύμμαχος τοῦ Θεοῦ, τὸ Πνεῦμα εἶναι ἤδη ἡ ἀπαρχὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ἡ παρουσία του ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς ἀποφασιστικῆς σημασίας. Εἶναι Ἐκεῖνο ποὺ χτυπιέται, ὅπως ἡ θάλασσα πάνω στὰ βράχια, σπάει ὅ,τι Τοῦ ἀντιστέκεται, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς αἰώνιας ζωῆς ποὺ κρούει τὴν θύρα τῆς ψυχῆς μας, ποὺ μὲ τὴ βία θέλει νὰ μετέχει στὴ ζωή μας, ποὺ μᾶς θυμίζει τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ὁ Πατέρας μας, τὸν Σωτήρα μας Χριστὸ καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ ὑπεροχὴ ποὺ ἔχουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δείχνοντάς μας ὅτι ὅλα εἶναι δυνατὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ ποὺ μᾶς στηρίζει.

Ἄς κρατήσουμε στὴν ψυχὴ μας τὴν σημερινὴ ἑορτὴ μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ ὑπευθυνότητα, καὶ μπορεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατῆλθε μὲ τὴ μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν στοὺς Ἀποστόλους, – νὰ ἐπισκεφτεῖ καὶ ἐμᾶς – ἴσως σὰν μιὰ πυρκαγιὰ ποὺ θὰ μᾶς καταυγάσει, ὅπως τὴν Φλεγόμενη Βάτο, ἤ θὰ μᾶς ἀγγίξει σὰν τὴ γαλήνια, ἁπαλὴ φωνὴ ποὺ ἄκουσε ὁ Προφήτης στην ἐρημιὰ ὅπου βρισκόταν ὁ Θεός, μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωσή Του, τὴν παράδοση Του σὲ μᾶς, τὴν ἀγάπη Του. Ἀμήν.

Γνώση τοῦ Θεοῦ

13 Ιουνίου, 2022

Τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη

Ὁ Πατέρας μᾶς ἀγάπησε τόσο, πού μᾶς ἔδωσε τόν Υἱό Του. ᾿Αλλά καί ὁ ῎Ιδιος ὁ Υἱός θέλησε καί ἐνσαρκώθηκε κι ἔζησε μαζί μας στή γῆ. Κι οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι καί ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων εἶδαν τόν Κύριο κατά σάρκα, ἀλλά δέν τόν ἐγνώρισαν ὅλοι ὡς Κύριο. Σ᾿ ἐμένα δέ, τόν γεμάτον ἁμαρτίες, δόθηκε ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα νά γνωρίσω πώς ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναι Θεός.
῾Ο Κύριος ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο καί ἐμφανίζεται σ᾿ αὐτόν, ὅπως ὁ ῎Ιδιος εὐδοκεῖ. Καί ἡ ψυχή, ὅταν δῆ τόν Κύριο, εὐφραίνεται ταπεινά γιά τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Δεσπότη καί δέν μπορεῖ πιά ν᾿ ἀγαπήση τίποτε ἄλλο τόσο, ὅπως ἀγαπᾶ τόν Δημιουργό της. Κι ἄν ἀκόμα ὅλα τά βλέπη κι ὅλους τούς ἀγαπᾶ, ὅμως πάνω ἀπ᾿ ὅλους θά ἀγαπᾶ τόν Κύριο.
῾Η ψυχή γνωρίζει αὐτή τήν ἀγάπη, δέν μπορεῖ ὅμως νά τήν μεταδώση μέ λόγια, γιατί γνωρίζεται μόνο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
῾Η ψυχή ξαφνικά βλέπει τόν Κύριο καί Τόν ἀναγνωρίζει.
Ποιός θά μποροῦσε νά περιγράψη αὐτή τή χαρά καί ἀγαλλίαση;
Μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα γεμίζει ὅλο τόν ἄνθρωπο.καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.
῎Ετσι γνωρίζεται ὁ Θεός καί στόν οὐρανό καί στή γῆ.
῾Ο Κύριος μοῦ ἔδωσε κατά τό ἄμετρο ἔλεός Του κι ἐμέ τοῦ ἁμαρτωλοῦ αὐτή τή χάρη, γιά να γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό καί νά στραφοῦν πρός Αὐτόν.
Γράφω στό ὄνομα τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ.
Ναί, τήν ἀλήθεια.
Μάρτυράς μου ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος.
῾Ο Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ σάν παιδιά Του καί ἡ ἀγάπη Του εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τῆς μάνας.γιατί ἡ μάνα μπορεῖ νά λησμονήση τό παιδί της, ἐνῶ ὁ Κύριος ποτέ δέν μᾶς λησμονεῖ. Κι ἄν ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος δέν ἔδινε τό ῞Αγιο Πνεῦμα στόν ὀρθόδοξο λαό καί τούς μεγάλους μας ποιμενάρχες, δέν θά μπορούσαμε νά γνωρίσωμε πόσο πολύ μᾶς ἀγαπᾶ.
῎Ας εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος καί ἡ μεγάλη Του εὐσπλαγχνία πού δίνει σ᾿ ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς τή χάρη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Πλούσιοι καί βασιλιάδες δέν γνωρίζουν τόν Κύριο, ἀλλά ἐμεῖς οἱ φτωχοί μοναχοί καί βοσκοί γνωρίζομε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
Γιά νά γνωρίση κανείς τόν Κύριο δέν χρειάζεται νά εἶναι πλούσιος ἤ ἐπιστήμονας, ἀλλά χρειάζεται νά εἶναι ὑπάκουος, ἐγκρατής, νά ἔχη πνεῦμα ταπεινό καί ν᾿ ἀγαπᾶ τόν πλησίον. ῾Ο Κύριος θ᾿ ἀγαπήση μιά τέτοια ψυχή, θά τῆς φανερώση ὁ ῎Ιδιος τόν ῾Εαυτό Του καί θά τήν διδάξη τή θεία ἀγάπη καί ταπείνωση καί θά τῆς δώση κάθε τι ὠφέλιμο γιά νά βρῆ ἀνάπαυση κοντά στόν Θεό.
῞Οσα κι ἄν μάθουμε, εἶναι πάρα ταῦτα ἀδύνατο νά γνωρίσωμε τόν Κύριο, ἄν δέν ζήσωμε σύμφωνα μέ τίς ἐντολές Του. Γιατί ὁ Κύριος δέν γνωρίζεται μέ τήν ἐπιστήμη, ἀλλά μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. Πολλοί φιλόσοφοι καί ἐπιστήμονες ἔφτασαν μέχρι τήν πίστη στήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν ἐγνώρισαν τόν Θεό. Κι ἐμεῖς οἱ μοναχοί μελετοῦμε μέρα καί νύχτα τόν νόμο τοῦ Κυρίου, ἀλλά δέν ἐγνώρισαν ὅλοι τόν Θεό – ἀπέχομε πολύ ἀπ᾿ αὐτό – παρότι ὅλοι πιστεύουν.
῎Αλλο νά πιστεύης πώς ὑπάρχει Θεός κι ἄλλο νά γνωρίζης τόν Θεό.
Νά τό μυστήριο.῾Υπάρχουν ψυχές πού γνώρισαν τόν Κύριο.ὑπάρχουν ψυχές πού δέν Τόν γνώρισαν, ἀλλά πιστεύουν.ὑπάρχουν ὅμως καί ἄλλες, πού οὔτε Τόν γνώρισαν οὔτε πιστεύουν – κι ἀνάμεσά τους ὑπάρχουν ἀκόμα ἐπιστήμονες καί διανοούμενοι.
῾Η ἀπιστία προέρχεται ἀπό τήν ὑπερηφάνεια. ῾Ο ὑπερήφανος ἰσχυρίζεται πώς θά γνωρίση τά πάντα μέ τό νοῦ του καί τήν ἐπιστήμη, ἀλλά ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ παραμένει ἀνέφικτη γι᾿ αὐτόν, γιατί ὁ Θεός γνωρίζεται μόνο μέ ἀποκάλυψη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Ο Κύριος ἀποκαλύπτεται στίς ταπεινές ψυχές. Σ᾿ αὐτές δείχνει ὁ Κύριος τά ἔργα Του, πού εἶναι ἀκατάληπτα γιά τό νοῦ μας. Μέ τό φυσικό μας νοῦ μποροῦμε νά γνωρίσωμε μόνο τά γήϊνα πράγματα, κι αὐτά μερικῶς, ἐνῶ ὁ Θεός καί ὅλα τά οὐράνια γνωρίζονται μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
Μερικοί μοχθοῦν ὅλη τή ζωή τους γιά νά μάθουν τί ὑπάρχει στόν ἥλιο ἤ στή σελήνη ἤ κάτι παρόμοιο, ἀλλ᾿ αὐτά δέν ὠφελοῦν τήν ψυχή. ῎Αν ὅμως προσπαθούσαμε νά γνωρίσωμε τί ὑπάρχει μέσα στήν ἀνθρώπινη καρδιά, τότε θά βλέπαμε στήν ψυχή τοῦ ἁγίου τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί στήν ψυχή τοῦ ἁμαρτωλοῦ σκοτάδι καί κόλαση. Κι εἶναι ὠφέλιμο νά τό ξέρωμε, γιατί θά εἴμαστε αἰώνια εἴτε στή Βασιλεία εἴτε στή κόλαση.
῾Ο νωθρός στή προσευχή ἐξετάζει μέ περιέργεια πάντα, ὅσα βλέπει στή γῆ καί στόν οὐρανό, ἀλλά δέν γνωρίζει ποιός εἶναι ὁ Κύριος οὔτε προσπαθεῖ νά τό μάθη καί ὅταν ἀκούη διδασκαλία γιά τόν Θεό λέει·
“Μά πῶς εἶναι δυνατό νά γνωρίσωμε τόν Θεό; Καί σύ ἀπό πού Τόν γνωρίζεις;”
Θά σοῦ πῶ.Μαρτυρεῖ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. Αὐτό γνωρίζει καί μᾶς διδάσκει.
“᾿Αλλά μήπως τό Πνεῦμα εἶναι ὁρατό;”
Οἱ ᾿Απόστολοι Τό εἶδαν νά κατεβαίνη σέ πύρινες γλῶσσες κι ἐμεῖς Τό αἰσθανόμαστε μέσα μας. Εἶναι γλυκύτερο ἀπό κάθε τι γήϊνο. Αὐτό γεύονταν οἱ Προφῆτες καί μιλοῦσαν στόν λαό κι ὁ λαός τούς πρόσεχε. Οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι πῆραν ῞Αγιο Πνεῦμα καί κήρυξαν σωτηρία στόν κόσμο χωρίς νά φοβοῦνται τίποτε, γιατί τό ῞Αγιο Πνεῦμα τούς ἐνίσχυε. ῾Ο ᾿Απόστολος ᾿Ανδρέας εἶπε στό ἡγεμόνα τῶν Πατρῶν πού τόν ἀπειλοῦσε πώς θά τόν σταυρώση, ἄν ἐξακολουθῆ νά κηρύττη·
“῎Αν φοβόμουν τόν Σταυρό, δέν θά τόν ἐκήρυττα”.
Τό ἴδιο καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ᾿Απόστολοι καί μετά οἱ μάρτυρες καί ὕστερα οἱ ἅγιοι ἀσκητές πήγαιναν χαρούμενοι στό μαρτύριο καί τά πάθη. Κι ὅλα αὐτά, γιατί τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ἀγαθό καί γλυκύ, ἔλκει τήν ψυχή στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου κι ἔτσι ἡ ψυχή δέν φοβᾶται τά βασανιστήρια, ἕνεκα τῆς γλυκύτητας τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
Πολλοί ἅγιοι μάρτυρες γνώρισαν μέσα στά βασανιστήρια τόν Κύριο καί τή βοήθειά Του. Πολλοί μοναχοί ἀντέχουν σέ μεγάλη ἄσκηση καί σέ πολλούς κόπους γιά χάρη τοῦ Κυρίου. Κι αὐτοί γνώρισαν τόν Κύριο καί παλαίβουν γιά νά νικήσουν τά πάθη καί προσεύχονται γιά ὅλη τήν οἰκουμένη καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τούς ἐμπνέει τήν ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς. Γιατί ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τούς ἐχθρούς, αὐτός δέν γνώρισε ἀκόμη ὅλο τόν πλοῦτο τῆς χάρης τοῦ Κυρίου, ὁ ῾Οποῖος πέθανε στό Σταυρό γιά τούς ἐχθρούς καί μᾶς ἔδωσε τόν ῾Εαυτό Του ὡς πρότυπο καί μᾶς ἔδωσε τήν ἐντολή ν᾿ ἀγαποῦμε τούς ἐχθρούς.
῾Ο Κύριος εἶναι ἀγάπη. Καί μᾶς ἔδωσε ἐντολή ν᾿ ἀγαποῦμε ἀλλήλους καί ν᾿ ἀγαπούμε τούς ἐχθρούς.καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα μᾶς διδάσκει αὐτη τήν ἀγάπη.
Ψυχή πού δέν γνώρισε τό ῞Αγιο Πνεῦμα δέν καταλαβαίνει πῶς εἶναι δυνατό ν᾿ ἀγαπᾶς τούς ἐχθρούς καί δέν τό δέχεται αὐτό. ῾Ο Κύριος ὅμως σπλαγχνίζεται τούς πάντες κι ὅποιος θέλει νά εἶναι μέ τόν Κύριο ὀφείλει ν᾿ ἀγαπᾶ τούς ἐχθρούς.
῞Οποιος γνώρισε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γίνεται ὅμοιος μέ τόν Κύριο, ὅπως εἶπε ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Θεολόγος.“῞Ομοιοι Αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα Αὐτόν καθώς ἐστιν” καί θά βλέπωμε τή δόξα Του.
Λές πώς πολλοί ἄνθρωποι πάσχουν ἀπό πολλές δυστυχίες καί ἀπό κακούς ἀνθρώπους. Σέ παρακαλῶ ὅμως, ταπείνωσε τόν ἑαυτό σου κάτω ἀπό τό ἰσχυρό χέρι τοῦ Θεοῦ καί τότε ἡ χάρη θά σέ διδάξη καί θά ἐπιθυμῆς καί σύ ὁ ἴδιος νά πάσχης γιά τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Νά τί θά σέ διδάξη τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο γνωρίσαμε ἐμεῖς στήν ᾿Εκκλησία.
῞Οποιος ὅμως κατηγορεῖ τούς κακούς ἀνθρώπους, ἀντί νά προσεύχεται γι᾿ αὐτούς, αὐτός δέν θά γνωρίση τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
῎Αν θέλης νά μάθης πόσο μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος, μίσησε τίς ἁμαρτίες καί τούς κακούς λογισμούς καί προσευχήσου ἔνθερμα μέρα καί νύχτα καί θά σοῦ δώση ὁ Κύριος τή χάρη Του καί θά γνωρίσης μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα τόν Κύριο καί μετά θάνατον, ὅταν θά πᾶς στόν παράδεισο, θ᾿ ἀναγνωρίσης κι ἐκεῖ μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα τόν Κύριο, ὅπως τόν γνώρισες στή γῆ.
Καί στόν οὐρανό καί στή γῆ ὁ Κύριος γνωρίζεται μόνο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα καί ὄχι μέ τήν ἐπιστήμη. Καί τά παιδιά πού δέν σπούδασαν καθόλου γνωρίζουν τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. ῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Βαπτιστής βρικόταν ἀκόμα στήν κοιλιά τῆς μητέρας του ὅταν αἰσθάνθηκε τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου. ῾Ο Συμεών ὁ Στυλίτης ὁ Θαυμαστορείτης ἦταν ἑφτά χρονῶν, ὅταν Τοῦ φανερώθηκε ὁ Κύριος καί Τόν ἐγνώρισε. ῾Ο ῞Οσιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ βρισκόταν σέ ὥριμη ἡλικία ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ἐμφανίστηκε κατά τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας. Κι ὁ Συμεών ὁ Θεοδόχος ἐγνώρισε τόν Κύριο στά βαθειά γηρατειά του καί Τόν δέχτηκε στά χέρια του.
῎Ετσι ὁ Κύριος προσαρμόζεται μ᾿ ἐμᾶς, γιά νά παρηγορήση κάθε ψυχή ὅσο τό δυνατόν περισσότερο.
῾Η ἀγάπη τοῦ Κυρίου δέν γνωρίζεται ἀλλιῶς, παρά μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα. Καί εἰρηνική ψυχή, πού κρατᾶ καθαρή τή συνείδηση, ἀπό τή θεωρία τῆς δημιουργίας γνωρίζει τόν Θεό, γιατί αὐτός ἔκτισε τόν οὐρανό καί τή γῆ. Κι αὐτό εἶναι, παρότι μικρό ακόμη, ἔργο τῆς χάρης. Χωρίς ὅμως τή χάρη δέν μπορεῖ ὁ νοῦς μᾶς νά γνωρίση τόν Θεό, ἀλλά σύρεται πάντα πρός τή γῆ, πρός τόν πλοῦτο, πρός τή δόξα, πρός τίς ἡδονές.
῞Οπως ἡ ἀγάπη τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καί τά πάθη Του ὑπῆρξαν τόσο μεγάλα, πού δέν μποροῦμε νά τά καταλάβωμε, γιατί ἀγαποῦμε λίγο τόν Κύριο. ῞Οποιος ὅμως ἀγαπᾶ περισσότερο, αὐτός μπορεῖ νά καταλάβη βαθύτερα καί τά πάθη τοῦ Κυρίου. ῾Υπάρχει ἀγάπη μικρή, ὑπάρχει μέση, ὑπάρχει καί ἡ τέλεια ἀγάπη. Κι ὅσο τελειότερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο τελειότερη ἡ γνώση.
Γενικῶς καθένας μας μπορεῖ νά κρίνη γιά τόν Θεό κατά τό μέτρο τῆς χάρης τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος πού ἐγνώρισε. Γιατί πῶς εἶναι δυνατόν νά σκεφτώμαστε καί νά κρίνωμε γιά πράγματα πού δέν εἴδαμε ἤ γιά τό ὁποῖα δέν ἀκούσαμε καί δέν ξέραμε; Νά, οἱ ῞Αγιοι λέγουν πώς εἶδαν τόν Θεό. ᾿Αλλά ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι πού λέγουν πώς δέν ὑπάρχει Θεός. Εἶναι φανερό πώς μιλοῦν ἔτσι, γιατί δέν γνώρισαν τόν Θεό.αὐτό ὅμως δέν σημαίνει καθόλου πώς ὁ Θεός δέν ὑπάρχει.
Οἱ ῞Αγιοι μιλοῦν γιά πράγματα πού πραγματικά εἶδαν καί γνωρίζουν. Δέν μιλοῦν γιά κάτι πού δέν εἶδαν. Δέν λέγουν, ἐπί παραδείγματι, πώς εἶδαν ἕνα ἄλογο ἕνα χιλιόμετρο μῆκος ἤ ἕνα πλοῖο δέκα χιλιομέτρων, πού δέν ὑπάρχουν. Κι ἐγώ νομίζω πώς, ἄν δέν ὑπῆρχε Θεός, δέν θά μιλοῦσαν κἄν γι᾿ Αὐτόν στή γῆ. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως θέλουν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τό δικό τους θέλημα, καί γι᾿ αὐτό λένε πώς δέν ὑπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας ἔτσι μᾶλλον πώς ὑπάρχει.
Καί τῶν ἐθνικῶν ἡ ψυχή αἰσθανόταν πώς ὑπάρχει ὁ Θεός, ἄν καί δέν ἤξεραν νά λατρεύουν τόν ἀληθινό Θεό. Τό ῞Αγιο Πνεῦμα ὅμως δίδαξε τούς ἅγιους Προφῆτες, ἔπειτα τούς ᾿Αποστόλους, κατόπι τούς ἅγιους Πατέρες καί τούς ἐπισκόπους μας κι ἔτσι ἔφτασε μέχρι ἐμᾶς ἡ ἀληθινή πίστη. Καί ἐμεῖς γνωρίσαμε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα, καί ὅταν Τόν γνωρίσαμε, τότε στερεώθηκε σ᾿ Αὐτόν ἡ ψυχή μας.
Γνωρίσατε λαοί, πώς κτισθήκαμε γιά νά δοξάσωμε τόν οὐράνιο Θεό καί μήν προσκολλᾶσθε στή γῆ, γιατί ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας καί μᾶς ἀγαπᾶ σάν πολυπόθητα παιδιά Του.
῾Ο ᾿Ελεήμων Κύριος ἔδωκε τό ῞Αγιο Πνεῦμα στή γῆ καί στό ῞Αγιο Πνεῦμα στερεώθηκε ἡ ἁγία ᾿Εκκλησία.
Τό ῞Αγιο Πνεῦμα μᾶς ἀπεκάλυψε ὄχι μόνο τά ἐπίγεια, ἀλλά καί τά ἐπουράνια. Μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γνωρίσαμε τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. ῾Η ἀγάπη τοῦ Κυρίου εἶναι φλογερή. Γεμάτοι ἀπό ἀγάπη οἱ ἅγιοι ᾿Απόστολοι διέτρεξαν ὅλη τήν οἰκουμένη καί διψοῦσε τό πνεῦμα τούς, νά γνωρίσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τόν Κύριο.
Τό ῞Αγιο Πνεῦμα χαροποιοῦσε τούς ἀγαπημένους τοῦ Θεοῦ Προφῆτες κι ὁ λόγος τούς ἦταν δυνατός καί εὐχάριστος, γιατί κάθε ψυχή ἐπιθυμεῖ ν᾿ ἀκούση τό λόγο τοῦ Κυρίου.
῎Ω θαῦμα! ῾Ο Κύριος δέν μέ παρέβλεψε, ἐμέ τόν τόσο μεγάλο ἁμαρτωλό, ἀλλά μοῦ ἔδωσε νά Τόν γνωρίσω μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
῞Ω Πνεῦμα ῞Αγιο, Μεγάλε Βασιλιά! Τί νά σοῦ ἀνταποδώσω ἐγώ, ἡ ἁμαρτωλή γῆ; ᾿Εσύ μοῦ ἀπεκάλυψες ἕνα ἀκατάληπτο μυστήριο. ᾿Εσύ μοῦ ἔδωσες νά γνωρίσω τόν Κτίστη μου. ᾿Εσύ μοῦ ἔδωσες νά γνωρίσω πόσο ἄμετρη εἶναι ἡ ἀγάπη Του γιά μᾶς.
῾Ο Κύριος εἶπε.“οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς”. Καί βλέπομε πώς πραγματικά δέν μᾶς ἐγκατέλειψε, ἀλλά μᾶς ἔδωσε τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
Τό ῞Αγιο Πνεῦμα δίνει ἀοράτως στήν ψυχή τή γνώση. Στό ῞Αγιο Πνεῦμα βρίσκει ἡ ψυχή τήν ανάπαυση. Τό ῞Αγιο Πνεῦμα εὐφραίνει τήν καρδιά καί τῆς δίνει χαρά ἐπί γῆς. Πόση ἄραγε θά εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίαση στούς οὐρανούς; ᾿Εμεῖς γνωρίσαμε μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐκεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θά εἶναι τέλεια. ῞Ω, ἐγώ ὁ ἀδύναμος ἄνθρωπος! ᾿Εγνώρισα μόνο στήν τελειότητά της τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν μπορῶ νά τήν ἀποκτήσω καί καθημερινά θρινεῖ ἡ ψυχή μου καί συνεχῶς σκέφτομαι. “ἀκόμη δέν ἔλαβε ἡ ψυχή μου αὐτό πού ποθεῖ”.
῞Οταν τό ῞Αγιο Πνεῦμα ἐπεφοίτησε στούς ᾿Αποστόλους, τότε ἔμαθαν μέ τήν πείρα τους τί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο.
“Τεκνία μου, οὕς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν ὑμῖν”, λέγει ὁ ᾿Απόστολος (Γαλ. δ´ 19).
Πόσο εὐτυχής θά ἤμουν ἄν ὅλοι οἱ λαοί ἐγνώριζαν τόν Κύριο!
Κύριε, δῶσε Σύ ὁ ῎Ιδιος, νά Σέ γνωρίσουν μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.ὅπως ἔδωσες στούς ᾿Αποστόλους τό ῞Αγιο Πνεῦμα καί Σέ γνώρισαν, δῶσε ἔτσι καί σ᾿ ὅλο τόν κόσμο νά Σέ γνωρίση μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.

Τὰ ψυχοσάββατα:

11 Ιουνίου, 2022

Τὰ ψυχοσάββατα: Ἡ ἰδιαίτερη μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας για τοὺς κεκοιμημένους

Μέσα στήν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιά τοὺς κεκοιμημένους ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι’ αὐτούς.

Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἕνα ἐβδομαδιαῖο Πάσχα, ἔτσι τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιά νά τοὺς μνημονεύουμε καὶ νά ἔχουμε κοινωνία μαζὶ τους.

Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στίς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθροὺς του πού ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ἀλλὰ ζητᾶ καί τίς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτούς.

Στό δίπτυχο, ποὺ φέρνουμε μαζί μέ τὸ πρόσφορο γιά τήν θεία Λειτουργία, ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται.

Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποῖα ἀφιερώνει στούς κεκοιμημένους της. Εἶναι τὰ μεγάλα Ψυχοσάββατα· τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀποκρέω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.

Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιά τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γῆς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή.

Μέσα στήν μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στήν γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στούς οὐρανούς.

Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπομένη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐκείνη τήν φοβερὴ ἡμέρᾳ κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στόν θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτή.

Γιά τὸν λόγο αὐτό μέ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νά γίνει ἵλεως καὶ νά δείξει τήν συμπάθεια καὶ τήν μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στούς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νά μᾶς κατατάξει μεταξὺ τῶν υἱῶν τῆς ἐπουράνιας Βασιλείας Του.

Κατὰ τὰ δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σὲ μία παγκόσμια ἀνάμνηση «πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου». Μνημονεύει:

Ὅλους ἐκείνους πού ὑπέστησαν «ἄωρον θάνατον», σὲ ξένη γῆ καὶ χώρα, σὲ στεριὰ καὶ σὲ θάλασσα.

Ἐκείνους πού πέθαναν ἀπὸ λοιμικὴ ἀσθένεια, σὲ πολέμους, σὲ παγετούς, σὲ σεισμοὺς καὶ θεομηνίες.

Ὅσους κάηκαν ἢ χάθηκαν.

Ἐκείνους πού ἤταν φτωχοὶ καὶ ἄποροι καὶ δέν φρόντισε κανεὶς νά τοὺς τιμήσει μέ τίς ἀνάλογες Ἀκολουθίες καὶ τὰ Μνημόσυνα.

Ὁ Θεὸς δέν περιορίζεται ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο. Γι’ Αὐτὸν εἶναι γνωστὰ καὶ συνεχῶς παρόντα ὄχι μόνο ὅσα ἐμεῖς ἀντιλαμβανόμαστε στό παρόν, ἀλλὰ καὶ τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα.

Τὸ διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχὴ τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, ποὺ ἀποδίδεται στον ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνὸ ἢ στόν ἅγιο Συμεὼν τὸν νέο θεολόγο:

«Ἐπὶ τὸ βιβλίον δὲ Σοῦ καὶ τὰ μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοὶ τυγχάνει».

Ὁ Θεὸς ἔχει γραμμένες στό βιβλίο τῆς ἀγάπης Του καί τίς πράξεις πού θὰ γίνουν στό μέλλον, ἄρα καί τίς προσευχές πού ἀναπέμπουμε τώρα γιά πρόσωπα πού ἔζησαν στό παρελθόν.

Ὡς αἰώνιος καὶ πανταχοῦ παρὼν ὁ πανάγαθος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγκαλιάζει μέ τήν θεία τοῦ Πρόνοια τὸ ἄπειρο σύμπαν καὶ τοὺς ἀτέρμονες αἰῶνες.

Ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πού ἔζησαν, ζοῦν καὶ θὰ ζήσουν τοὺς νοιάζεται ἡ ἀγάπη Του· «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς» (Β΄Κορ. 5, 14).

Μὲ αὐτὴν τὴν πίστη ἀναθέτουμε στήν ἀγάπη καὶ στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους», τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους μας.

Κυριακή πρὶν τὴν Πεντηκοστή

5 Ιουνίου, 2022

Metropolitan Anthony Bloom

Ἔχουμε ἀκούσει στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων πώς, καθὼς ἡ Ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς πλησίαζε, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶχε ἀρχίσει τὸ ταξίδι του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα για νὰ βρεθεῖ μὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα εἶχαν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἀπό ὅλους αὐτούς, ἦταν ὁ μόνος ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν παρών στὸ ὑπερῶο ὅπου συνέβη τὸ γεγονός. Κι ὅμως, ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε δώσει μιὰ τέλεια, μιὰ πραγματικὴ μεταστροφὴ στὴν καρδιά, στὸ νοῦ, στὴ ζωὴ καὶ τοῦ εἶχε δωρίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ ἀπάντηση τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσοίωσής του σ’ Ἐκεῖνον ποὺ λάτρεψε ἄν καὶ δὲν Τὸν εἶχε γνωρίσει.

Καὶ ἐμεῖς πορευόμαστε πρὸς τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς· θὰ ἑορτάσουμε τὸ γεγονὸς τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα. Ὅταν ὁ Παῦλος ἦταν καθ’ ὁδόν, ἀναλογιζόταν τὶ τοῦ εἶχε συμβεῖ στὸ μοναχικὸ του ταξίδι ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ στὴ Δαμασκὸ καὶ τὴν Δωρεὰ τοῦ Πνεύματος ποὺ εἶχε λάβει μέσῳ τοῦ Ἀνανία.

Ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ πρέπει νὰ ἀναλογιστοῦμε τὶ μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός. Μᾶς ἔδωσε ὀντότητα καὶ ἐνεφύσησε τὴ ζωὴ μέσα μας, ὄχι μόνο τὴν σωματική, ἀλλὰ μιὰ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔκανε συγγενεῖς μὲ Αὐτόν, συγγενεῖς μὲ τὴν δική Του ζωή.

Μᾶς ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ Τὸν γνωρίσουμε, Αὐτὸν τὸν Ζωντανὸ Θεό, καὶ νὰ συναντήσουμε, στὸ Εὐαγγέλιο και στὴ ζωή, τὸν Μονογενῆ Υιό Του, τὸν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό.

Ἡ συνάντηση αὐτὴ συμβαίνει, στὸ Βάπτισμα, στὸ Ἅγιο Χρῖσμα, στὴν Κοινωνία μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, στὴν μυστηριώδη, σιωπηλὴ κοινωνία τῆς προσευχῆς, στὶς στιγμὲς ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἦρθε κοντά μας, ἄν καὶ δὲν Τὸν σκεφτόμασταν· μᾶς ἔχει δώσει τόσα πολλά.

Ἄς συλλογιστοῦμε ὅλα ὅσα μᾶς ἔχει δώσει, ρωτώντας τὸν ἑαυτό μας ἄν ὄντως εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ξέρουμε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο τὶ σημαίνει νὰ εἶναι κάποιος μαθητής: ὅλη του ἡ ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός, τὸ νὰ πεθάνει εἶναι ὄφελος γιατὶ ὅσο ζεῖ εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Χριστὸ ποὺ ἀγαπάει καὶ εἶναι τὰ πάντα γιὰ τὴν ζωή του, ὄχι μόνο στὴν ἐποχή του, ἀλλὰ στὴν αἰωνιότητα.

Ὡστόσο λέει ὁ Ἀπόστολος ὅτι εἶναι προετοιμασμένος νὰ ζήσει καὶ ὄχι νὰ πεθάνει γιατὶ ἡ παρουσία του στὴ γῆ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τοὺς ἄλλους.

Αὐτὸ εἶναι τὸ μέτρο τῆς κοινωνίας ποὺ εἶχε μὲ τὸν Χριστό. Καὶ αὐτὸ φαίνεται τόσο συγκινητικὰ σὲ ἕναν παραλληλισμὸ μεταξὺ μιᾶς μικρῆς φράσης στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὸ Εὐαγγέλιο: Καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ μαθητὴς λένε ὅτι τώρα πᾶνε πίσω στὸν Πατέρα, ὅτι ἡ ὥρα τῆς ἀναχώρησής τους ἔχει ἔρθει.

Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ τοῦ μαθητῆ ἔχει ταυτιστεῖ σὲ τέτοιο βαθμό μὲ ὅ,τι ἀντιπροσώπευε ὁ Χριστός, καὶ, πέρα ἀπὸ αὐτό, μὲ αὐτὸ ποὺ ἦταν ὁ Χριστός, ὥστε ὅ,τι ἔγινε πράξη στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἔγινε καὶ στὸν μαθητή.

Ὄντως, γιὰ τὸν μαθητή, ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Χριστὸς ἦταν ἡ ζωή του καὶ ἀποζητοῦσε τὸν θάνατο του, ἀλλὰ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν Θεὸ κάτι παραπάνω ἀπ’ αὐτὴν τὴν λαχτάρα γιὰ ἐλευθερία, γιὰ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ ποὺ εἶχε λατρέψει καὶ ὑπηρετήσει τόσο πιστά – εἶχε μάθει ὅτι τὸ νὰ δίνει εἶναι μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ τὸ νὰ λαμβάνει.

Οἱ ἅγιοι εἶχαν ἀκούσει τὸν Χριστὸ νὰ λέει, «Κανεὶς δὲν ἀγαπάει περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θυσιάζει τὴ ζωή του γιὰ τοὺς φίλους του». Ὁ Παῦλος, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, και ἀμέτρητοι μεταγενέστερα ἅγιοι ἔδωσαν τὶς ζωές τους, ἀψηφώντας την μέρα μὲ τὴ μέρα ξεχνώντας τοὺς ἑαυτούς τους, ἀπορρίπτοντας κάθε σκέψη, κάθε ἔγνοια γιὰ τοὺς ἴδιους, ἔχοντας στὴν σκέψη τους μόνο αὐτοὺς ποὺ χρειάζονταν τὸν Θεό, αὐτούς ποὺ χρειάζονταν τὸν λόγο τῆς ἀλήθειας, τὴν Θεία ἀγάπη.

Ἔζησαν γιὰ τοὺς ἄλλους, δίνοντας τόσο γενναιόδωρα ὅσα ἔλαβαν.

Καλούμαστε ἐπίσης νὰ μάθουμε τὴ χαρά, τὴν εὐφρόσυνη καὶ θαυμάσια χαρὰ τῆς προσφορᾶς, τὴ χαρὰ τοῦ νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας ὥστε νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι νὰ προσφέρουμε, καὶ νὰ τὸ κάνουμε σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις, στὰ πιὸ μικρὰ καὶ στὰ πιὸ σπουδαῖα πράγματα.

Καὶ αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ μάθουμε μόνο μέσῳ τῆς δύναμης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μᾶς κάνει ἕνα σῶμα μὲ Αὐτόν, ἕνα σῶμα ἀνθρώπων ἑνωμένων μὲ τὰ δεσμὰ μιᾶς ἀπόλυτης συντροφικότητας, ἕνα μὲ τὸν Θεὸ ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἑνότητα μας.

Ἄς σκεφτοῦμε ὅλα ὅσα ἔχουμε δεχθεῖ ἀπό τὸν Θεὸ καὶ ἄς ἀναρωτηθοῦμε:

Τὶ μποροῦμε νὰ δώσουμε πρῶτα σὲ Αὐτόν, ὥστε νὰ χαρεῖ γιὰ μᾶς, ὥστε νὰ ξέρει ὅτι δὲν ἔχει ζήσει καὶ δὲν ἔχει πεθάνει μάταια; Καὶ τὶ μποροῦμε νὰ δώσουμε σὲ ὅλους ὅσους εἶναι γύρω μας, ξεκινώντας ἀπὸ τὶς μικρότερες, τὶς πιὸ ταπεινὲς δωρεὲς πρὸς αὐτοὺς ποὺ εἶναι πιὸ κοντὰ μας καὶ τελειώνοντας μὲ τὸ νὰ προσφέρουμε ὅτι μποροῦμε σὲ αὐτοὺς ποὺ χρειάζονται περισσότερα;

Τότε ἡ Πεντηκοστὴ θὰ ἔρθει σὰν ἕνα δῶρο ζωῆς, ἕνα δῶρο ποὺ μᾶς ἑνώνει σέ ἕνα σῶμα τὸ ὁποῖο εἶναι ἱκανὸ νὰ εἶναι γιὰ τοὺς ἄλλους ἕνα ἐπίγειο ὅραμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ πηγὴ ζωῆς καὶ χαράς, ὥστε πραγματικὰ ἡ χαρά μας καὶ ἡ χαρὰ ὅλων αὐτῶν ποὺ συναντοῦμε νὰ γίνει πραγματικότητα. Ἀμήν.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

2 Ιουνίου, 2022

 π.Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

Ἕνα ρίγος χαρᾶς διαπερνᾶ τὴ λέξη “ἀνὰληψη”, πού δείχνει μιὰ πρόκληση πρὸς τοὺς ἀποκαλούμενους “νόμους τῆς φύσεως”, πρὸς τὴ διαρκῆ κάθοδο καὶ πτώση· εἶναι μιὰ λέξη πού ἀκυρώνει τοὺς νόμους τῆς βαρύτητας καὶ πτώσης.

Ἐδῶ ἀντίθετα τὰ πάντα εἶναι ἐλαφράδα, πέταγμα, μιὰ ἀτέλειωτη ἄνοδος. Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου γιορτάζεται σαράντα μέρες μετὰ τὸ Πάσχα, τὴν Πέμπτη τῆς ἕκτης ἑβδομάδας μετὰ τὴ γιορτὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ.

Τὴν Τετάρτη, τὴν παραμονή, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴν ἀποκαλούμενη “Ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα”, σὰν νὰ χαιρετᾶ δηλ. τὸ Πάσχα.

Ἡ ἀκολουθία εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως αὐτὴ τῆς νύχτας τοῦ Πάσχα, μὲ τὴν ἀπαγγελία ἀκριβῶς τῶν ἴδιων στίχων:

“Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ Αὐτοῦ…”, “Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ”.

Ὅταν ψάλλει αὐτοὺς τοὺς στίχους ὁ ἱερεύς, κρατᾶ τὴν πασχάλια λαμπάδα καὶ θυμιατίζει ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία, ἐνῶ σὲ ἀπάντηση ψάλλεται τὸ “Χριστὸς ἀνέστη”. Ἀποχωριζόμαστε τὸ Πάσχα, τὸ “ἀποδίδουμε” στὸ ἑπόμενο ἔτος.

Ἴσως νὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθανόμαστε λυπημένοι. Ἀντί ὅμως γιὰ λύπη, μᾶς δίνεται νέα χαρά: ἡ χαρὰ νὰ στοχαζόμαστε καὶ νὰ γιορτάζουμε τὴν Ἀνάληψη.

Σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἔδωσε τὶς τελευταῖες ὁδηγίες στοὺς μαθητές,

«ἐξήγαγε … αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης», (Λουκ. 24, 50-52). “Μετὰ χαρᾶς μεγάλης…”.

Ποιὰ εἶναι ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς μεγάλης χαρᾶς πού ἀντέχει μέχρι σήμερα καὶ ἐκρήγνυται μὲ τέτοια ἐκπληκτικὴ λαμπρότητα τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως; Ἐπειδὴ φαίνεται σὰν ὁ Χριστὸς νὰ ἔφυγε καὶ νὰ ἄφησε μόνους τούς μαθητές· ἦταν μιὰ μέρα χωρισμοῦ.

Μπροστά τους βρίσκεται ὁ πολὺ μακρὺς δρόμος τοῦ κηρύγματος, τῶν διωγμῶν, τοῦ πόνου καὶ τοῦ πειρασμοῦ πού γεμίζουν μέχρι ὑπερχείλισης τὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Φαίνεται πώς παρῆλθε ἡ χαρά, ἡ χαρὰ τῆς ἐπίγειας καὶ καθημερινῆς συντροφιᾶς μὲ τόν Χριστό, πώς ἔφθασε στὸ τέλος ἡ προστασία πού παρεῖχε ἡ δύναμη καὶ ἡ θεότητά Του.

Πόσο σωστὰ ὅμως ἔκανε κάποιος ἱερέας πού ὀνόμασε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν Ἀνάληψη “χαρὰ τοῦ χωρισμοῦ”! Φυσικὰ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἑορτάζει τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Χριστὸς εἶπε: «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». (Ματθ. 28, 20), καὶ ὁλόκληρη ἡ χαρὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστης βρίσκεται στὴ συνειδητοποίηση τῆς παρουσίας Του, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ὑποσχέθηκε: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Δὲν γιορτάζουμε τὴν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τὴν ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς.

Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως ἀποτελεῖ γιορτασμὸ τοῦ ἀνοίγματος τοῦ οὐρανοῦ στοὺς ἀνθρώπους, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τοῦ νέου καὶ αἰώνιου οἴκου, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τῆς ἀληθινῆς μας πατρίδας. Ἡ ἁμαρτία χώρισε βίαια τὴ γῆ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς ἔκανε γήινους καὶ χοντροκομμένους, προσήλωσε τὸ βλέμμα μας σταθερὰ στὸ ἔδαφος καὶ ἔκανε τὴ ζωὴ μας ἀποκλειστικὰ γεωτροπική. Ἁμαρτία εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὐρανοῦ μέσα στὴν ψυχή.

Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ μέρα, τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, νιώθουμε τρομοκρατημένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση πού γεμίζει ὁλόκληρο τὸν κόσμο.

Ὁ ἄνθρωπος μὲ ὑπεροψία καὶ περηφάνια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός, πώς ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι ὑλικός, καὶ πώς τίποτε δὲν ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸ ὑλικό. Καὶ γιὰ κάποιο λόγο εἶναι ἀκόμη καὶ χαρούμενος γι’ αὐτό, καὶ μιλᾶ μὲ οἶκτο καὶ συγκατάβαση γι’ αὐτοὺς πού ἀκόμη πιστεύουν σὲ κάποιου εἴδους “οὐρανὸ” σὰν νὰ πρόκειται γιὰ γελωτοποιοὺς ἤ γιὰ ἀγροίκους. Ἐλᾶτε ἀδελφοί, “οὐρανοὶ” εἶναι ἁπλῶς ὁ οὐρανός, εἶναι τόσο ὑλικὸς ὅσο καὶ καθετί ἄλλο··δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, δὲν ὑπῆρξε οὔτε καὶ θὰ ὑπάρξει.

Πεθαίνουμε, ἐξαφανιζόμαστε· ἔτσι στὸ μεταξὺ ἂς κτίσουμε ἕναν ἐπίγειο παράδεισο καὶ ἂς ξεχάσουμε τὶς φαντασίες τῶν παπάδων. Αὐτὸ ἐν συντομία εἶναι τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἡ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς ἰδεολογίας μας.

Ἡ πρόοδος καταλήγει στὸ νεκροταφεῖο, μὲ τὴν πρόοδο τῶν σκουληκιῶν ποῦ τρέφονται ἀπὸ τὰ πτώματα. Ἀλλά τί μᾶς προτείνετε, μᾶς ἐρωτοῦν, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ οὐρανὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶτε, στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἀνελήφθη; Τέλος πάντων, τίποτε δὲν ὑπάρχει στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶτε.

Ἂς ἀπαντήσει σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἔζησε δέκα ἔξι αἰῶνες πρίν. Μιλώντας γιὰ τὸν οὐρανό, ἀναφωνεῖ: «Τί ἀνάγκη ἔχω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅταν ἐγώ ὁ ἴδιος θὰ γίνω οὐρανὸς;».

Ἂς ἔρθει ἡ ἀπάντηση ἀπό τούς Πατέρες μας πού ὀνόμαζαν τὴν Ἐκκλησία “ἐπίγειο οὐρανό”. Τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο αὐτῶν τῶν δύο ἀπαντήσεων εἶναι τὸ ἑξῆς: οὐρανὸς εἶναι τὸ ὄνομα τῆς αὐθεντικῆς κλήσης μας ὡς ἀνθρώπινα πλάσματα, οὐρανὸς εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴ γῆ. Ὄχι.

Ὁ οὐρανὸς δὲν βρίσκεται κάπου στὸ ἀπώτερο διάστημα πέρα ἀπό τούς πλανῆτες ἤ σὲ κάποιον ἄγνωστο γαλαξία. Οὐρανὸς εἶναι αὐτὸ πού μᾶς ἐπιστρέφει ὁ Χριστός, ὅ,τι χάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, μὲ τὶς ἐπίγειες, ἀποκλειστικὰ γήινες, ἐπιστῆμες καὶ ἰδεολογίες, καὶ τώρα εἶναι ἀνοικτός, μᾶς τὸν προσφέρει καὶ μᾶς τὸν ἐπιστρέφει ὁ Χριστός.

Οὐρανὸς εἶναι τὸ βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ βασίλειο τῆς ἀλήθειας, τῆς καλωσύνης καὶ τῆς ὀμορφιᾶς. Οὐρανὸς εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς· οὐρανὸς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ νίκη πάνω στὸ θάνατο, ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας·

οὐρανὸς εἶναι ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἔσχατης ἐπιθυμίας, γιὰ τὴν ὁποία εἰπώθηκε: «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2, 9). Ὅλα αὐτὰ μᾶς ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ, μᾶς ἔχουν δοθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ ἔτσι ὁ οὐρανὸς διαπερνᾶ τὴ ζωή μας ἐδῶ καὶ τώρα, ἡ ἴδια ἡ γῆ γίνεται μιὰ ἀντανάκλαση, ἕνα εἴδωλο τῆς οὐράνιας ὀμορφιᾶς. Ποιὸς κατῆλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς ἐπιστρέψει τὸν οὐρανό; Ὁ Θεός. Ποιὸς ἀνέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό; Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέει πώς “ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός”.

Ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐμεῖς νὰ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανό! Αὐτὸ ἀκριβῶς γιορτάζουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως! Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς λαμπρότητας καὶ τῆς ἄρρητης χαρᾶς. Ἂν ὁ Χριστὸς βρίσκεται στὸν οὐρανό, κι ἂν Τὸν πιστεύουμε καὶ Τὸν ἀγαποῦμε, τότε εἴμαστε κι ἐμεῖς μαζί Του, στὸ δεῖπνο Του, στὴ Βασιλεία Του.

Ἂν ἡ ἀνθρωπότητα ἀναληφθεῖ μαζί Του, καὶ δὲν πέσει, τότε θὰ ἀνέβω μαζί Του κι ἐγὼ προσκεκλημένος ἀπ’ Αὐτόν. Καὶ “ἐν Αὐτῷ” μοῦ ἀποκαλύπτεται ὁ σκοπός, τὸ νόημα καὶ ἡ ἔσχατη χαρὰ τῆς ζωῆς μου. Τὸ καθετί γύρω μας μᾶς τραβᾶ πρὸς τὰ κάτω.

Ἀτενίζω ὅμως τὴ θεϊκὴ σάρκα νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανό, τὸν Χριστὸ νὰ τραβᾶ πρὸς τὰ πάνω «ἐν φωνῇ σάλπιγγος», καί λέω στόν ἑαυτό μου καί στόν κόσμο: ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, ἐδῶ εἶναι ἡ ζωή στήν ὁποία ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ ἀπό τήν αἰωνιότητα.

Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν καί οὐδείς καθ’ ὑμῶν.

Xριστός Ἀνέστη

1 Ιουνίου, 2022

«Χαίρετε ἄνθρωποι»

“Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν”

Aὐτὸ εἶπε ὁ ἄγγελος· αὐτὸ εἶδαν καὶ οἱ γυναῖκες· αὐτὸ μαρτυροῦν καὶ οἱ σφραγίδες τοῦ Πιλάτου· ὁ ἄδειος τάφος τὸ φωνάζει δυνατά· τὸ μαρτυρεῖ ὁ κυλισμένος λίθος·

οἱ φύλακες ἐλέγχονται μὲ τὴν φυγή τους· ἡ κουστωδία (φρουρὰ) τὸ ὁμολογεῖ καὶ λαμβάνει τὰ χρήματα· οἱ ἀρχιερεῖς (Ἄννας καὶ Καϊάφας) ἀποδεικνύονται ἔνοχοι·

ὁ Πιλάτος αἰσθάνεται ἐντροπή· ὁ κεντυρίων (ἑκατόνταρχος), μὲ τὸ σχίσιμο τοῦ καταπετάσματος, πιστεύει· ὁ ἥλιος τὸ ἐδίδαξε (ἔδειξε) πρίν, σκοτεινιάζοντας εἰς τὸν Σταυρό·

τὰ ἀναστημένα σώματα τῶν νεκρῶν τὴν ἀλήθεια διετράνωσαν· ὅλη ἡ φύσι τὴν Ἀνάστασι ἐμαρτύρησε, ποὺ ἔγινε εἰς τὸ τέλος τοῦ Σαββάτου πρὸς τὴν ἀρχὴ τῆς πρώτης ἡμέρας.

Χαίρετε ἄνθρωποι· Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν· ἡ μαρτυρία εἶναι παναληθής· ἀγαλλιάσθε, ἐλευθερωθήκατε· ὁ Ἅδης ἐδεσμεύθη εὐφραίνεσθε·

Ἀναστάσεως ἡμέρα, ὑψώσατε τὴν φωνή· ὁ ἀρχηγὸς τῆς σωτηρίας μας ἀνέστη ἐκ νεκρῶν· χαῖρε ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ· ἰδού, ἁρμονία μεταξὺ ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων, διὰ τῆς Ἀναστάσεως·

χαίρετε τὰ φυτά· ἡ νέκρωσι τοῦ Χριστοῦ ἔγινε εἰς τὸν Σταυρό, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ συνετελέσθη ἡ Ἀνάστασι· συνανέστησε τὸν Ἀδάμ·

ἡ Εὔα ἐλύθη ἀπὸ τὰ δεσμά της· οἱ προφῆτες προπορεύονται ἀπὸ τὸν Δεσπότη· οἱ βασιλεῖς, Σολομῶν καὶ Δαυίδ, προσφέρουν τοὺς ἐπινίκιους ὕμνους.

Χαίρετε ἄνθρωποι· ἐμειώθη τὸ σκότος, εἰσῆλθε τὸ φῶς· ἔφυγε τροχάδην ἡ σκιά, ἐπῆλθε ἡ χάρις· τὸ ἔαρ (ἄνοιξι) τῆς ζωῆς ἀνέτειλε.

Μήπως κανεὶς πρέπει νὰ διδάξη τὸν Κύριο; μά, δὲν Τὸν γνωρίζουν ὅλοι ἀναστημένο ἐκ τῶν νεκρῶν; Ὁ Πιλάτος γιατί μαίνεται ὀργισμένος; ὁ Καϊάφας σκέπτεται, ποῦ νὰ λάβει χώρα τὸ συμβούλιο τῶν βουλευτῶν.

Εὐφραίνου καὶ σύ, ὁ ληστής, καὶ εἴσελθε, μὲ τὴν συνέλευσι ὅλων, εἰς τὸν παράδεισο· ἰδού, ἡ φλογίνη ρομφαία ἔστρεψε τὰ νῶτα· ὁ προπάτωρ ἐλευθερώθη· τὰ παιδιά του, εὐφραίνεσθε.

Ἀπὸ τὴν προμήτορα Εὔα προῆλθε ἡ πτῶσι, ἀπὸ τὴν ἁγνὴ Θεομήτορα ἡ ἀνόρθωσι· μὲ τὴν παρακοὴ ἐπῆλθε ὁ θάνατος, μὲ τὴν ταπείνωσι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐδόθη, ὡς βραβεῖο, ἡ Ἀνάστασι.

Καὶ πάλι λέγω: Χαίρετε ἄνθρωποι· ἐδεσμεύθη ὁ Ἅδης· πρὸς τὰ ἄνω τρέχετε γρήγορα· κάθε φιλόθεος καὶ φιλάρετος ἂς τρέξει νὰ ἰδεῖ τὴν Ἀνάστασι·

ἂς μὴ νικήσει ἡ ὀλιγωρία τῶν γυναικῶν, ἀλλ’ ἂς προλάβει ἡ ἀνδρεία· οἱ γυναῖκες κραυγάζουν: Χαίρετε εἰς τὸ ἑξῆς· σὰν θερμοτέρες εἰς τὸν ζῆλο, κινοῦνται· κι ἐμεῖς, ἂς μὴ ναρκωθοῦμε· γιατί δὲν εἶναι χάριν τοῦ θεάτρου ἡ ὁδοιπορία, ἀλλὰ χάριν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ ἦχος τῶν σαλπίγγων·

εἰς τὶς πανηγύρεις ἤδη ἀντηχεῖ τῶν γυναικῶν ὁ λόγος, ποὺ ἐλέχθη πρὶν εἰς τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ γυναίκα προῆλθε ἡ πτῶσι καὶ μὲ γυναίκα κηρύσσεται ἡ Ἀνάστασι.

Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν· οἱ νεφέλες ἂς ράνουν (ραντίσουν) μὲ νερὸ ἀγαλλιάσεως, τὰ φυτὰ ἂς φέρουν χλωρὰ φύλλα κι ἂς δώσει ἡ γῆ τὸν καρπό της·

ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ σεῖς βλαστήσατε· τῆς ἀρετῆς οἱ κλάδοι ἀνθήσατε, γιατί ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Ποιὸς δὲν χαίρει σήμερα; ποιὸς δὲν ἐνθουσιάζεται; ποιὸς δὲν τέρπεται; καὶ ποιός, γιὰ νὰ τὸ εἰπῶ ἔτσι, δὲν εὐφραίνεται;

Ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ τοῦ Ἅδου τὸ βασίλειο κατέλυσε· ἀνέστη, καὶ τὸν διάβολο κατήργησε· ἀνέστη, καὶ τὴν ἁμαρτία ἐξήλειψε· ἀνέστη, καὶ τὴν εἰδωλομανία ἐμείωσε· ἀνέστη, καὶ τὴν πλάνη ἀπεδίωξε· ἀνέστη, καὶ τὸν Ἀδὰμ διέσωσε·

ἀνέστη καὶ τοὺς ἀγγέλους ἔκαμε ἀμετακίνητους πρὸς τὸ κακό· ἀνέστη, καὶ τὸν ἄνθρωπο ἔσωσε· ἀνέστη, καὶ τὰ οὐράνια συνέδεσε μὲ τὰ ἐπίγεια, ὑποδεικνύοντας τὸν Ἑαυτὸ Του παγκόσμιο βασιλέα καὶ ὑπέρτατο Δεσπότη ὅλων: τῶν ἀγγέλων, τῶν ἀνθρώπων, τῶν στοιχείων, τῶν στοιχειωτῶν καί, πρωτοφανές, τῶν δαιμόνων.

Χαίρετε, λοιπόν, μὲ ἀνεκλάλητη χαρά· ὅσοι ἀκούετε ὅτι, ὁ Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, εὐφραίνεσθε· ποιὸς δὲν προσκυνεῖ τὸν Πρῶτο καὶ τὸν Ἔσχατο, κατὰ τὴν θεηγόρο φωνή· ποιὸς δὲν Τὸν δοξάζει; Διελύθη τὸ σκοτάδι· ἐλευθερωθήκαμε ἀπὸ τὰ δεσμά· πρὸς τὴν ἄνω βασιλεία ὑψωθήκαμε.

Ἀναστάσεως ἡμέρα· καὶ ποιὸς δὲν θὰ λάβει πνευματικὴ κινύρα (κιθάρα) γιὰ νὰ ψάλει ἐπαναλαμβανόμενο μέλος (ἄσμα), μὲ ὠδὲς καὶ ψαλμοὺς καὶ ἀγαλλίασι μεγάλη, καὶ μὲ διαπεραστικὴ μελωδία νὰ ἀλαλάξει καὶ νὰ βοήσει τό, ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν;

Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Φύγε μακριὰ μας κάθε δαιμονικὴ φάλαγγα· κι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ σκότους, μὲ τὴν στρατιά σου κάτελθε πρὸς τὰ τάρταρα· γιατί ἀνέστη ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς καὶ τὸ βασίλειό σου ἐσκύλευσε·

Κανείς, ὢ πιστοί, μὲ πενιχρὰ ἐνδύματα ἂς μὴ συνδράμει (συντρέξει) εἰς τὴν ἑορτή· ἂς λαμπροφορήσωμε, οἱ ὀρθόδοξοι, στὶς αἰσθητὲς αἰσθήσεις μας καὶ στὶς νοητές, τῶν ἀρετῶν· ἂς λαμπροφορήσωμε, οἱ ὀρθόδοξοι· ὁ ἀντικείμενος (διάβολος) ἀπέθανε· ὁ Δεσπότης ἀνέστη· ἡ χθεσινὴ λύπη, ἀπὸ χαρὰ διεβιβάσθη πρὸς χαρά·

τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ συμψάλωμε μὲ τοὺς μαθητές; νὰ ψάλωμε τὰ ἐπινίκια μαζὶ μὲ τὶς Μαρίες; Ἡ θεία οἰκονομία συνετελέσθη· ἡ συγκατάβασι, ἡ σύλληψι, ὁ τόκος ὁ ἐκ Παρθένου, τὸ Βάπτισμα, οἱ θεοσημεῖες, τὰ Πάθη καὶ ἡ Ἀνάστασι, Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν· χαίρετε λαοὶ καὶ ἀγαλλιάσθε.

Ἔτσι, λοιπόν, κι ἐμεῖς κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο, μὲ θεῖο ὕμνο μελωδοῦμε τὸν Δεσπότη Χριστόν, τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν· τὸν ἀληθῶς ἀναστάντα· τὸν ἀληθῶς καὶ πέραν πάσης ἀμφισβητήσεως.

Θεοδώρου Δούκα τοῦ Λάσκαρι

“ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ”

Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ

21 Μαΐου, 2022

π.Ἀλέξανδρος Σμέμαν

18[1]

Τέσσερις ἑβδομάδες μετὰ τὸ Πάσχα τὸ εὐαγγέλιο πού διαβάζεται στὶς ἐκκλησίες εἶναι ἡ ἀφήγηση τοῦ εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη γιὰ τὴν ἐκπληκτικὴ συζήτηση τοῦ Χριστοῦ μὲ μιὰ Σαμαρείτισσα. Σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς σταματᾶ σ’ ἕνα πηγάδι κοντὰ στὴν πόλη Σιχάρ. ἐνῶ οἱ μαθητὲς Του πᾶνε στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Μιὰ γυναίκα ἔρχεται στὸ πηγάδι γιὰ νὰ πάρει νερό, καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ζητεῖ νὰ πιεῖ. Ἀρχίζουν μιὰ συζήτηση, καὶ κάποια στιγμὴ ἡ γυναίκα ἐρωτᾶ τὸν Χριστό, οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτω προσεκύνησαν καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν (Ἰωάν. 4, 20).

Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀφορᾶ μιὰ πολύχρονη ἀντιδικία μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν, πού εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο Ἰουδαϊσμό. Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τὸ θρησκευτικὸ κέντρο ἦταν ἡ Ἱερουσαλήμ· γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες ἕνα βουνὸ στὴ Σαμάρεια. Εἶναι σαφὲς πώς ἦταν μιὰ διαμάχη γιὰ τὰ ἐξωτερικά, τελετουργικὰ χαρακτηριστικά τῆς θρησκείας.

Ἀπαντώντας της ὁ Χριστὸς τῆς λέει: «γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν. ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν». (Ἰωάν. 4, 21-24).

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς οἱ στίχοι αὐτοὶ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη εἶναι κρίσιμοι στὴν κατανόηση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὰ τὰ λόγια ἐκφράζουν καὶ αἰώνια διακηρύσσουν μιὰ γνήσια θρησκευτικὴ ἐπανάσταση, μιὰ ἐπανάσταση στὴν ἔννοια τῆς θρησκείας· σ’ αὐτὲς τὶς λίγες γραμμὲς βλέπουμε τὴ γέννηση τοῦ Χριστιανισμοῦ.

“Ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Ἡ θρησκεία μέχρι τότε καὶ γιὰ αἰῶνες ἀποτελεῖτο ἀπὸ κανόνες, νόμους καὶ διατάξεις, καὶ ἔτσι ἡ τήρηση τῆς θρησκείας συνίστατο ἀποκλειστικὰ ἀπὸ μιὰ τυφλή, ἀναντίρρητη ὑποταγὴ σ’ αὐτοὺς τοὺς κανόνες. Ὄχι σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀλλά στὰ Ἱεροσόλυμα· ὄχι ἐδῶ, ἀλλά ἐκεῖ· ὄχι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀλλά μ’ ἐκεῖνον.

Ἔτσι προσφέροντας στὸν Θεὸ χιλιάδες τέτοιες συνταγές, οἱ ἄνθρωποι προστατεύονταν ἀπό τούς μπελάδες, ἀπὸ τὸ φόβο καὶ ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἀναζήτηση. Εἶχαν κατασκευάσει ἕνα κλουβὶ στὸ ὁποῖο τὸ καθετί ἦταν προσεκτικὰ καὶ σαφῶς καθορισμένο καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ἀπαίτηση ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ τήρησή του. Ὅλα αὐτὰ τώρα σβήνονται καὶ ἀνατρέπονται μὲ λίγες λέξεις. Ἡ προσκύνηση δὲν γίνεται σ’ αὐτὸ τὸ βουνό, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, ἄλλα “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Μ’ ἄλλα λόγια ὄχι μὲ φόβο καὶ στὰ τυφλά, ὄχι μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια, ἀλλά μὲ γνώση καὶ ἐλευθερία, μὲ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ καὶ ἀγάπη, ὅπως ἡ ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ γιὰ τὸν πατέρα του.

Τώρα στὸ κέντρο τῆς θρησκείας, στὴν καρδιά της, δὲν βρίσκεται ὁ νόμος, ἡ ὑποταγή, ἡ συνταγή, ἀλλά ἡ ἀλήθεια: “γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν”, εἶπε ὁ Χριστός, “καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” (Ἰωάν. 8, 32). Στὴν καρδιὰ της τώρα βρίσκεται ἡ διαδικασία τῆς ἀναζήτησης: “ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε” (Ματθ. 7, 7). Ὄχι καθησυχασμός, ἀλλά δίψα: “μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην” (Ματθ. 5, 6). Ὄχι δουλεία, ἀλλά ἐλευθερία: “οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος” (Ἰωάν. 15, 15). Ὄχι φιλονομία ἀλλά ἀγάπη: “ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν” (Μάτθ. 9, 13)· “ἐντολήν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους” (Ἰωάν. 13, 34).

Φυσικὰ στὴν Ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ξέχασαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ ἐπέστρεψαν στὴ θρησκεία τοῦ φόβου καὶ τῆς τυπολατρίας, στὴ διαμάχη γιὰ τὸ βουνὸ καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἀπ’ ἔξω δὲ ὁ Χριστιανισμὸς πολὺ συχνὰ φαίνετει νὰ εἶναι μόνο νόμοι καὶ συνταγές. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ κριθεῖ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά, οὔτε ἀπὸ τὶς ἧττες καὶ τὶς παραμορφώσεις, ἀλλά ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ θεία φώτιση. Πρέπει νὰ κριθεῖ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν πού δέχθηκαν σοβαρὰ καὶ χωρὶς καμιὰ ἐπιφύλαξη αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια, καὶ πού ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τους ἔχει γίνει μιὰ συνεχὴς πτήση ἀγάπης, ἐλευθερίας, χαρᾶς καὶ πνευματικῆς μεταμόρφωσης.

Παρ’ ὅλες τὶς ἱστορικὲς πτώσεις καὶ ἀποτυχίες του, ὁ Χριστιανισμὸς ποτὲ δὲν ἔσβησε αὐτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο, καὶ γι’αὐτὸ κρίνεται μὲ βάση αὐτά.

Ἡ ἀντιθρησκευτικὴ προπαγάνδα, μὲ πολὺ πιὸ τραγικὰ ἀποτελέσματα, μὲ τὸ τυφλὸ μίσος της πρὸς τὴ θρησκεία, ἀγνοεῖ αὐτὰ τὰ λόγια σὰν νὰ μὴν εἰπώθηκαν ποτέ, καὶ γιὰ νὰ ξεμπερδέψει μὲ τὴ θρησκεία μὲ τὴ μεγαλύτερη εὐκολία, τὴν ἐξισώνει μὲ τὰ ἐξωτερικὰ χαρακτηριστικά, τὶς προλήψεις καὶ τὸ φόβο.

Ὁ Χριστιανισμὸς ὅμως κατεξοχὴν εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ἡ διδασκαλία Του, τὸ εὐαγγέλιο. Τὸ εὐαγγέλιο ἀφηγεῖται πώς οἱ ἄνθρωποι προτίμησαν τὴ δική τους γνώμη, τὴ δική τους ἰδεολογία, τὸ δικό τους νόμο ἀπὸ τὸ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, καὶ πόσο ἀφόρητη ἦταν αὐτή ἡ πρόσκληση γιὰ ἀπελευθέρωση. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων πού ἀπέρριψαν Αὐτὸν πού τοὺς κάλεσε νὰ ζήσουν “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, βρίσκεται ὁλόκληρο τὸ νόημα τοῦ εὐαγγελίου.

Ἔτσι τὸ ἴδιο τὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει μιὰ ἐξήγηση γιὰ τὸ μίσος ἐνάντια στὸν Χριστό, τὸ ἴδιο μίσος πού σήμερα ἀναγκάζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ψεύδονται, νὰ συκοφαντοῦν καὶ σιωπηλὰ νὰ Τὸν ἀγνοοῦν.

Ἀκόμη καὶ τώρα ἡ ἀπειλή πού θέτει ὁ Χριστιανισμὸς σὲ κάθε ἰδεολογία εἶναι αὐτὸ τὸ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Αὐτὰ τὰ λόγια εἶναι μιὰ αἰώνια χειρονομία περιφρόνησης κάθε εἰδώλου, θρησκευτικοῦ ἢ ἰδεολογικοῦ·

ὅσο δὲ αὐτὲς οἱ λέξεις δὲν ἔχουν ἐντελῶς ξερριζωθεῖ ἀπὸ τὴ μνήμη, ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν θὰ δεχθεῖ ὁλοκληρωτικὰ μιὰ διδασκαλία πού τὸν σκλαβώνει στὴν ὕλη καὶ πού τὸν μετατρέπει σὲ ἕναν ὀδοντωτὸ τροχὸ μίας ἀπρόσωπης πορείας, σὲ ἕναν ὑπηρέτη μιᾶς ἀπρόσωπης συλλογικότητας. Ὅταν λοιπὸν οἱ ὀπαδοὶ τέτοιων ἰδεολογιῶν προσβάλλουν τὴ θρησκεία μὲ τὴ δικαιολογία πώς ξερριζώνουν τὴν πρόληψη, αὐτὸ γίνεται μόνο γιὰ ἐπίδειξη.

Ὄχι, ἡ θρησκεία ὡς πρόληψη, ὡς νόμος, ὡς δουλεία τοὺς εἶναι ἀκόμη χρήσιμη, ἐπειδὴ ἐπαληθεύει τὰ ἐπιχειρήματά τους. Αὐτὸ πού τοὺς φοβίζει περισσότερο ἀπὸ καθετί ἄλλο στὸν κόσμο, εἶναι μήπως κάποιος ἀνακαλύψει τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς πίστεως, αὐτὰ τὰ ἐκπληκτικὰ καὶ ἀπελευθερωτικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”.

Ἡ δύναμη βρίσκεται τώρα μὲ τὸ πλευρὸ τῆς στρατευμένης ἀθεΐας. Ἡ πίστη ἔχει φιμωθεῖ. Καὶ μόνο αὐτὸ ὅμως ἀποδεικνύει τὴ δύναμή της. Ἡ φωνὴ της εἶναι φιμωμένη ἀκριβῶς ἐπειδὴ μέσα στὰ βάθη της συντηρεῖ ἀκόμη τὴ διδασκαλία τοῦ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, πού σημαίνει πώς δίχως τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, πώς τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἰσχυρότερα ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο πάνω στὴ γῆ.

Ἡ συζήτηση πού ἄρχισε δίπλα ἀπὸ τὸ πηγάδι ἐκεῖνο τὸ ζεστὸ μεσημέρι ἀκόμη συνεχίζεται, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποτὲ δὲν θὰ σταματήσουν νὰ ψάχνουν, νὰ ἀναζητοῦν, νὰ διψοῦν καὶ νὰ ἀνακαλύπτουν ξανὰ καὶ ξανὰ πώς αὐτὴ ἡ δίψα, αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση, αὐτή ἡ πνευματικὴ πείνα δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο μὲ τὸ Θεό, πού εἶναι Πνεῦμα καὶ Ἀλήθεια, Ἀγάπη καὶ Ἐλευθερία, αἰώνια Ζωὴ καὶ πληρότητα τῶν πάντων.

Ἀπό τό βιβλίο:ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

ἐκδ. Ἀκρίτας

ΣΤΗΝ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ

21 Μαΐου, 2022

  Ἀρχιμ. Ἀνανία Κουστένη,

74e937b1f40334bd13733b8565b690cb_Generic[1]

         Προοίμιον

Ὅταν ὁ Κύριος ἦρθε στὸ πηγάδι,

ἡ Σαμαρείτις τὸν Σπλαχνικὸ παρακαλοῦσε:

«Δῶσε μου τὸ νερὸ τῆς πίστεως,

καὶ θὰ βαπτισθῶ στῆς κολυμπήθρας τὰ νάματα

καὶ θὰ λάβω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία».

                               Οἶκοι

Α΄ Τὰ χαρίσματα, ψυχή μου, πού σοῦ δόθηκαν, μὴν τὰ

παρατήσης δίχως καλλιέργεια,

γιὰ νὰ μὴν τραβήξης τὴν ντροπὴ τῆς τεμπελιᾶς

στὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ θὰ κρίνη ὁ Θεὸς τὴν οἰκουμένη.

Γιατί τότε ἐρχόμενος ἀμέσως θὰ σὲ κρίνη ἀπαιτητικά.

Θὰ κάνη τὸ λογαριασμὸ καὶ θὰ σὲ φορολογήση μὲ βάση

ὅσο κέρδισες καὶ ὄχι ὅσο ἔλαβες.

Γιατί παίρνει μὲ τόκο τὸ δάνειο ἀπ’ τὸν καθένα.

Ψυχή μου, μὴν τεμπελιάζης, ψυχή μου, γίνε ἔμπορος,

ψυχή μου, δῶσε καὶ πάρε,

γιὰ νὰ σοῦ δώση σὰν ἔρθη ὁ βασιλιάς σου ἀνταμοιβή,

γιὰ τὴ φιλότιμη προσπάθεια καὶ τὸν κόπο,

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

β΄ Δὲν σοῦ πρέπει νὰ ἔχης, ψυχή μου, καὶ ὅσα ἔχεις καὶ

βαστᾶς

τὰ χρωστᾶς στὴ Χάρι Ἐκείνου πού σοῦ τάδωκε. Μὴν

παραμελῆς, λοιπόν, νὰ διαμοιράζης

τὰ καλά σου σὲ ὅσους τὰ ζητοῦνε, ὅπως τὰ διέδωσε

κάποτε ἡ Σαμαρείτις.

Γιατί ἐνῶ ἄντλησε μόνη πρόσφερε καὶ στοὺς ἄλλουτς ἀπὸ

αὐτὸ ποὺ ἔλαβε.

Κανεὶς δὲν τῆς ἐγύρευε καὶ σ’ ὅλους δῶρο πρόσφερνε

ἁπλόχερα ἀπ’ τὸ χάρισμα.

Διψᾶ καὶ ὁλόγυρα σκορπίζει, δίχως νὰ πιῆ ποτίζει.

Ἀκόμα δὲν καλογεύτηκε καὶ σὰν μεθυσμένη στοὺς

συμπατριῶτες της φωνάζει:

«Ἐλᾶτε καὶ δεῖτε νερὸ ποὺ εὑρῆκα. Μήπως Αὐτὸς εἶναι

πράγματι

Ἐκεῖνος ποὺ δίνει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία;»

γ΄ Ἀπὸ τ’ ἀθάνατα νερὰ λοιπόν, ἀπ’ τὰ ὁποῖα ἡ πιστὴ

Σαμαρείτις

χόρτασε καθὼς τὰ βρῆκε, τώρα ἐμεῖς μὲ λαχτάρα

ἀφοῦ ἤπιαμε ἂς ψάξουμε καλὰ ὅλες τὶς φλέβες τους.

Λιγάκι δὲ καὶ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου νὰ μελετήσουμε,

βλέποντας τὸ Φῶς, τὸν Χριστό, τὸ Νερὸ ποὺ τότε ἤπιε ἡ

Σαμαρείτις,

καὶ πῶς αὐτὴ ἀπὸ νερὸ ἄλλο νερὸ ἐπρόσφερε,

καὶ γιὰ ποιὸ λόγο τότε δὲν ἔδωκε νερὸ στὸν Ἰησοῦ ποὺ

δίψαγε καὶ ποιὸ ἦταν τὸ ἐμπόδιο.

Γιατί ὅλα αὐτὰ τὰ μεγαλεῖα ἡ Ἁγία Γραφὴ περιέχει

καὶ προσφέρει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

δ΄ Τί, λοιπόν, μᾶς διδάσκει ἡ Βίβλος; Ὁ Χριστός, λέει,

πού δίνει

τὴ ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία

ἐπειδὴ κουράστηκε καθότανε κοντὰ στὸ πηγάδι τῆς

Σαμάρειας.

Καὶ τὸ λιοπύρι ἔκαιγε, γιατί ἐμεσημέριαζε, καθὼς ἡ

Βίβλος γράφει.

Ἔτσι καταμεσήμερο ἔφτασεν ὁ Μεσσίας γιὰ νὰ φωτίση

τῆς νύχτας τὰ παιδιά.

Ἔπιασε τὸ πηγάδι ἡ Πηγὴ τῆς ἀγάπης ὄχι γιὰ νὰ πιῆ

ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεπλύνη.

Ὄντας Πηγὴ ἀθάνατου Νεροῦ στ’ αὐλάκι τῆς ταλαίπωρης

ἀνθρωπότητος παρουσιάστηκε σὰν

ἀναγκεμένος.

Κουράζεται ποὺ περπατᾶ Αὐτὸς ποὺ βάδισε στὴ θάλασσα

χωρὶς κόπο,

Ἐκεῖνος ποὺ προσφέρει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ἐ΄ Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Εὔσπλαχνος βρισκόταν, ὅπως εἶπα, στὸ

πηγάδι

νὰ καὶ μία γυναίκα ἀπ’ τὴ Σαμάρεια ποὺ στὸν ὦμο τὴ

στάμνα της

ἐπῆρε καὶ ἦρθε βγαίνοντας ἀπ’ τὴν Συχάρ, τὴν πατρίδα

της.

Καὶ ποιὸς δὲν καλοτυχίζει τὴν ἔξοδο ἐκείνης καὶ τὴν

εἴσοδο;

Βγῆκε κριματισμένη καὶ μπῆκε σφραγισμένη σὰν

καθαρὴ ἐκκλησιά.

Ἐβγῆκε κι ἐρούφηξε τὴ ζωὴ σὰν τὸ σφουγγάρι.

Βγῆκε νερὸ νὰ πάρη κι ἐμπῆκε κουβαλώντας τὸν Θεό.

Καὶ ποιὸς δὲ μακαρίζει

ἐτούτη τὴ γυναίκα; ἢ καλλίτερα ποιὸς δὲν σέβεται αὐτὴ

τὴν ἐθνική, ποὺ τὸ βάπτισμα

ἔλαβε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία;

στ΄ Ἦρθε, λοιπόν, στὸν Χριστὸ ἡ ἁγιασμένη κι ἐφέρθηκε μὲ

φρονιμάδα.

Καθὼς εἶδε δηλαδὴ τὸν Κύριο κατάκοιτο καὶ διψασμένο

καὶ νὰ λέει: «Γυναίκα, δῶσε μου νὰ πιῶ», δὲν φέρθηκε

μ’ ἀγένεια,

μὰ ἔπιασε κουβέντα καὶ εἶπε: «Καὶ πῶς ἐσύ μοῦ ζήτησες

νερὸ ὄντας Ἰουδαῖος;»

Τοῦ θύμισε τὴ θρησκευτικὴ διαφορά, κι ὕστερα τὸ πιοτὸ

μὲ φρονιμάδα τοῦ ἔταξε.

Δὲν τοῦπε δηλαδή: «Δὲν δίνω σὲ Σένα τὸν ἀλλόφυλο νερό»,

ἀλλ’ εἶπε: «Πῶς ἐζήτησες;» Ὅπως κάποτε στὸν Ἄγγελο

ἀποκρίθηκεν ἡ Θεοτόκος:

«Πῶς θὰ συμβῆ αὐτό, πῶς Ἐκεῖνος ποὺ μάνα δὲν ἔχει

ἐμένα μητέρα θὰ κάνη,

Αὐτὸς ποὺ προσφέρει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία;»

ζ΄ Ἔχω τὴ γνώμη πὼς δύο εἰκόνες ἡ Σαμαρείτις

ἐζωγράφισε,

στὴ Συχὰρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Μαρίας.

Γι’ αὐτὸ ἂς μὴν τὴν προσπεράσουμε, γιατί χαρὰ προσφέρει.

Ἂς πῆ λοιπὸν ἡ γυναίκα καὶ πάλι στὸ Δημιουργό: «Πῶς

μοῦ ἐζήτησες;

Ἄν σοῦ δώσω θὰ πιῆς, καὶ πίνοντας θ’ ἀφήσης τὸ

Ἰουδαϊκὸ δόγμα,

καὶ θὰ σὲ φέρω στὴ δική μου πίστι ἀπ’ τὸ νερὸ ποὺ

γύρεψες.»

Πόσο μ’ ἀρέσουνε τὰ λόγια της Σαμαρείτιδας,

ἐξεικονίζουνε

τὴν κολυμπήθρα στὸ πηγάδι, ἀπ’ τὴν ὁποία κάνει δούλη

Του τὴ γυναίκα

Ἐκεῖνος ποὺ παρέχει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ἡ΄ «Τώρα ἄκουσέ με, γυναίκα», ἔλεγεν ὁ Ἰησοῦς:

«τί προσφέρω ἂν ἤξερες, καὶ ποιὸς εἰν’ Αὐτὸς πού σοῦ

εἶπε

‘δῶσε μου νερό’, ἐσὺ θὰ Τοῦ ζητοῦσες ἀληθινὸ νερό,

γιατί Αὐτὸς προσφέρει ἀθάνατο νερό.» Ἀπάντησε σὲ

τοῦτα αὐτὴ μ’ ἀμφιβολία:

«Δὲν ἔχεις δοχεῖο νὰ βγάλης νερό, κι εἶν’ βαθὺ τὸ

πηγάδι, κι ἀπὸ ποῦ θὰ βρῆς τὸ νερὸ πού μοῦ

λές;

Μήπως εἶσαι μεγαλύτερος ἢ πιὸ καλὸς ἀπ’ τὸν πατέρα

μας τὸν Ἰακώβ;

Γιατί αὐτὸς μᾶς ἔδωκε παλιὰ ἐτοῦτο τὸ πηγάδι. :Καὶ

πῶς τώρα Ἐσὺ λές:

‘μπορῶ νὰ σοῦ δώσω νερὰ ἀθάνατα ποὺ δὲν στερεύουν

καὶ δίνουν

σὲ ὅποιον τὰ ζητάει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία’;»

θ΄ «Δὲν ἐκατάλαβες καλά, γυναίκα, αὐτὸ ποὺ λέω· δὲν

ἔφτασες ἐκεῖ ποὺ θέλω·

γι’ αὐτὸ σκύψε ν’ ἀκούσης κι ἄνοιξέ μου τὸν νοῦ σου

μέσα γιὰ νὰ μπῶ καὶ νὰ μείνω, ἀφοῦ αὐτὸ μ’ εὐχαριστεῖ·

γιατί ἀπ’ τὸ νερὸ αὐτὸ αὐτὸς ποὺ πίνει κάθε μέρα θὰ

διψάση ξανά,

ὅμως τὸ Νερὸ ποὺ θὰ δώσω Ἐγὼ σ’ ὅσους διαθέτουν

πίστι φλογερὴ σίγουρα θὰ τοὺς ξεδιψάση.

Ἀφοῦ ὅσοι τὸ πίνουν θὰ τρέξη ἀπὸ μέσα τους

πηγὴ ἀθάνατου νεροῦ ποὺ θὰ πηδᾶ καὶ θ’ ἀναβρύζη τὴν

αἰώνια ζωή.

Αὐτὸ τὸ νερὸ βέβαια παλιὰ στὴν ἔρημο οἱ Ἑβραῖοι τὸ

δοκίμασαν

ἀλλὰ δὲ βρήκανε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ι΄ Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια πρὸς τὴ δίψα ἔφτασε ἡ Σαμαρείτις

χωρὶς νὰ καταλάβη.

κι ἄλλαξε ἡ τάξι τῶν πραγμάτων. Γιατί αὐτὴ ποὺ λίγο

πρὶν ἐπρόσφερνε νερὸ

τώρα διψοῦσε κι Αὐτὸς ποὺ πρωτοδίψασε τώρα ποτίζει.

Καὶ πέφτει μπρὸς στὰ πόδια Του ἡ γυναίκα καὶ λέει:

«Δῶσε μου, Κύριε, αὐτὸ τὸ νερό,

γιὰ νὰ μὴν ἔρχομαι πιὰ σ’ αὐτὸ τὸ πηγάδι, πού μοῦ ’δωκεν

ὁ Ἰακώβ.

Αὐτὰ ποὺ γέρασαν νὰ φύγουν καὶ τὰ καινούργια ν’

ἀνθίσουν.

Τὰ πρόσκαιρα ἂς πάρουν πόδι. Γιατί ἦρθε πράγματι ἡ

ὥρα τοῦ Νεροῦ ποὺ διαθέτεις.

Αὐτὸ ἂς ἀναβρύζη κι ἂς ποτίζη ἐμένα κι ὅσους μὲ πίστι

θερμὴ

ζητᾶνε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ια΄ «Ἄφθονα νερὰ καθάρια, ἐὰν θέλης νὰ σοῦ δώσω,

πήγαινε, φώναξε τὸν ἄντρα σου. Δὲν μιμοῦμαι τὸν τρόπο

σου,

δὲν θὰ σοῦ πῶ: ‘Σαμαρείτιδα εἶσαι καὶ πῶς νερὸ

ἐγύρεψες;’

Δὲν σὲ ταλαιπωρῶ μὲ τὴ δίψα, ἀφοῦ ἐγὼ πρὸς τὴ δίψα

μὲ τὴ δίψα μου σὲ ἔφερα.

Παράστησα τὸ διψασμένο κι ὅτι ἀπόκαμα γιὰ νερὸ γιὰ

νὰ σὲ κάμω νὰ διψάσης.

Πήγαινε τὸ λοιπόν, φώναξε τὸν ἄντρα σου κι ἔλα.»

Καὶ ἡ γυναίκα εἶπε: «Ἀλοίμονο δὲν ἔχω ἄντρα.» Κι

ὁ Πλάστης πρὸς ἐκείνη:

«Σίγουρα δὲν ἔχεις; Γιατί εἶχες πέντε, καὶ τὸν ἕκτο θὰ

ἀφήσης

γιὰ νὰ κερδίσης

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ιβ΄ Ὢ τί σοφοὶ ὑπαινιγμοί, τί ταιριαστὰ χαρακτηριστικά.

Ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν πίστι τῆς

ἁγιασμένης

ἐξεικονίζονται μὲ χρώματα ζωντανά, ἁπαλαίωτα.

Δηλαδὴ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἡ γυναίκα μὲ τοὺς πολλοὺς

ἄντρες ἀρνήθηκε τὸν ἄντρα,

ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία ποὺ σὰν ἄντρες εἶχε τοὺς πολλοὺς

θεοὺς τοὺς ἀρνήθηκε καὶ τοὺς ἄφησε

καὶ ἐμνηστεύθηκε μὲ τὸ βάπτισμα τὸν Ἕνα Θεό.

Ἡ Σαμαρείτις πέντε ἄντρες ἀπόχτησε καὶ τὸν ἕκτο

παράνομο εἶχε. Ἡ δὲ Ἐκκκλησία τοὺς πέντε

ἄντρες

τῆς ἀσεβείας τώρα ἄφησε τὸν ἕκτο μὲ τὸ βάπτισμα

Ἐσένα παίρνει,

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ιγ΄ Ἂς μισήσουμε τὰ εἴδη τῆς εἰδωλολατρίας.

Ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἔλαβε Νυμφίο τὸν Χριστὸ τὴν

ἀποστρέφεται

καὶ τὴν ἀπαρνιέται γιατί εἶναι μισητή, κι ἔτσι

ἀποχτάει ρίζα γλυκειά.

Καὶ ἴσως ρωτήσει κάποιος: «Ποιὰ εἶναι αὐτὰ τὰ πέντε

εἴδη τῆς εἰδωλολατρίας;»

Ἡ εἰδωλολατρικὴ πλάνη εἶναι πολλῶν εἰδῶν καὶ ἔχει

πέντε κέρατα:

τὴν ἀσέβεια, τὴν ἀκολασία καὶ τὴν πορνεία,

κι ἀκόμα τὴν ἀσπλαχνία καὶ τὴν παιδοκτονία, ὅπως μᾶς

λέει καὶ ὁ Δαβίδ:

«Ἐθυσίασαν στοὺς δαίμονες γιοὺς καὶ θυγατέρες

καὶ δὲ βρήκανε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ιδ΄ Ἀρνήθηκε λοιπὸν τὰ τόσο μεγάλα κακὰ ἡ Ἐκκλησία ποὺ

μνηστεύθηκε

κι ἀπὸ ’κει πέρα τρέχει στῆς κολυμπήθρας τὸ πηγάδι,

καὶ ἀπαρνιέται τὰ παλιά, ὅπως ἔκανε τότε ἡ Σαμαρείτις.

Δηλαδή, δὲν ἔκρυψε τίποτα αὐτὴ ἀπὸ Κεῖνον ποὺ ξέρει τὰ

πάντα ἀκόμα καὶ πρὶν νὰ γίνουν,

μονάχα εἶπε: «Δὲν ἔχω». Δὲν εἶπε φυσικά· «Δὲν εἶχα»,

καὶ νομίζω πὼς ἐννοοῦσε τὸ ἑξῆς:

«Κι ἂν εἶχα προηγουμένως ἄντρες, τώρα δὲν θέλω νὰ ἔχω

ἐκείνους τοὺς ὁποίους εἶχα, γιατί τώρα Ἐσένα ἔχω

ἐξουσιαστή, ποὺ μὲ ἐσήκωσες καὶ μ’ ἔβγαλες

ἀπὸ τὴ λάσπη τῶν κακῶν μου, γιατί μὲ πίστι ἄντλησα

γιὰ νὰ λάβω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ιε΄ Καθὼς ἡ ἁγιασμένη κατανόησε τοῦ Σωτήρα τὴν ἀξία,

ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τῆς φανέρωσε, λαχταροῦσε περισσότερο

νὰ μάθη καλὰ τί καὶ Ποιὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ κάθεται

κοντὰ στὸ πηγάδι.

Καὶ πιθανὸν μὲ τὸ δίκιο της τέτοιες σκέψεις νὰ ἔκανε:

«Εἶναι ἄραγε Θεὸς ἢ ἄνθρωπος Αὐτὸς πού βλέπω;

Οὐράνιος ἢ γήινος;

Γιατί νὰ καὶ τὰ δύο μοῦ τὰ γνωρίζει μὲ τὸν Ἕνα

Θεάνθρωπο,

πού διψάει μαζὶ καὶ ποτίζει, ποὺ μαθαίνει καὶ προφητεύει

καὶ πάλι μὲ καλεῖ κοντά Του

τὴν παράνομη, καὶ μοῦ φανερώνει ὅλα τὰ σφάλματα,

γιὰ νὰ λάβω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ιστ΄ Εἶναι λοιπὸν οὐράνιος καὶ φέρνει ἐπίγεια φύση;

Ἂν λοιπὸν εἶναι Θεάνθρωπος, σὲ μένα σὰν ἄνθρωπος

παρουσιάστηκε,

κι ἐνῶ σὰν ἄνθρωπος δίψασε, σὰν Θεὸς μὲ ποτίζει καὶ

μοῦ προφητεύει.

Γιατί στὸν οὐρανὸ δὲν ἤτανε σὰν ἄνθρωπος γιὰ νὰ ξέρη

τὴ ζωή μου κι ὅλα νὰ τὰ θυμᾶται,

ἀφοῦ αὐτὸ ’ναι γνώρισμα τοῦ Ἀόρατου ποὺ τώρα Τὸν

ἔχω μπροστά μου, νὰ μοῦ δείξη καὶ νὰ μὲ

ἐλέγξη.

Αὐτὸς εἶναι σὲ θέσι νὰ ξέρη ἐμένα καὶ νὰ φανερώση ποιὰ

εἶμαι.

Αὐτοῦ θὰ πάρω τὴ σοφία, Αὐτοῦ θὰ ρουφήξω τὴ γνῶσι,

μ’ Αὐτοῦ τὰ λόγια θὰ πλύνω

ὅλων τῶν σφαλμάτων μου τὴν ἀσχήμια ὥστε μὲ καθαρὴ

ψυχὴ

ν’ ἀποκτήσω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ιζ΄ Υἱὲ ἀνθρώπου καθὼς σὲ βλέπω, Υἱὲ Θεοῦ καθὼς Σὲ

νοιώθω,

Ἐσὺ τὸ νοῦ φώτισέ μου, καὶ μάθε μου

Ποιὸς εἶσαι;» εὐγενικὰ παρακαλοῦσε τὸ Χριστὸ ἡ

Σαμαρείτις:

«Νὰ καθαρὰ Σὲ βλέπω καὶ μὲ τὴν πίστι Σὲ αἰσθάνομαι

καὶ νὰ μὴ μοῦ τὸ κρύψης.

Μήπως λοιπὸν εἶσαι Σὺ ὁ Χριστός, τὸν Ὁποῖο

προανήγγειλαν οἱ προφῆτες πώς θὰ ἔρθη;

Ἂν εἶσαι Σύ, καθὼς εἶπαν, πὲς το μου καθαρά.

Διαπιστώνω σίγουρα ὅτι ὄντως ξέρεις τὰ ὅσα ἔπραξα,

καθὼς καὶ τῆς καρδιᾶς μου

ὅλα τὰ μυστικά. Καὶ γι’ αὐτὸ μ’ ὅλη μου τὴν ψυχὴ

παρακαλῶ,

γιὰ νὰ πάρω

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

ιη΄ Κι ὅταν διάβασεν ὁ Παντογνώστης τὰ λόγια τῆς

συνετῆς γυναίκας

καὶ τὴν πίστι τῆς καρδιᾶς, αὐτοστιγμῆς ἀπάντησε

σ’ αὐτήν: «Αὐτόν, ποὺ ἀποκαλεῖς Μεσσία, αὐτὸν ποὺ οἱ

προφῆτες προεῖπαν ὅτι τώρα ἔρχεται, Αὐτὸν βλέπεις

μπροστά σου καὶ τὴ λαλιὰ Του ἀκοῦς.

Ἐγὼ εἶμαι ποὺ βλέπεις, Ἐγὼ εἶμαι ποὺ μ’ ἔχεις στὴ

μέση τῆς καρδιᾶς σου.

Ἐγὼ ἦρθα ποὺ λαχτάραγα κοντά μου νὰ σὲ φέρω νὰ σωθῆς.

Τώρα διαλάλησε σὲ ὅλους ὅσους θέλουν νὰ σωθοῦνε μέσα

στὴν πόλη τῆς Συχάρ,

στοὺς συγγενεῖς καὶ συμπατριῶτες σου, κι ἐλᾶτε ’δῶ

ὅλοι μαζὶ

ὅσοι διψᾶτε

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

ιθ΄ Τώρα, γυναίκα, λευτερώθηκες ἀπ’ τοῦ κακοῦ τὸ λάκκο

τὸν ἀβάσταχτο.

Ἐγώ, ὁ Ὁποῖος δὲν ἔχω οὔτε κουβὰ νὰ βγάλω νερό, τὴν

καρδιά σου καθάρισα

δίχως νερὸ καὶ ξελαμπικάρισα τὸν νοῦ σου καὶ νερὸ δὲ

χρειάστηκα.

Τόθελα καὶ σ’ ἔκαμα κατοικία μου καὶ σοῦ φανέρωσα

Ποιὸς εἶμαι καὶ νερὸ δὲν ἤπια.»

Πάνω στὴν ὥρα ποὺ λεγόντουσαν καὶ συνέβαιναν αὐτὰ

ἔφτασαν οἱ μαθητές.

Γιατί δὲν ἦσαν, ὅπως λέει ἡ γραφή, στὸ πηγάδι ἐνῶ

γινόντουσαν τὰ παραπάνω,

ἀλλὰ ἦρθαν τὸ κατόπιν καὶ καθὼς τὰ πληροφορήθηκαν

μὲ θαυμασμὸ ἐφώναξαν:

«Ὢ τῆς φιλανθρωπίας τῆς ἀνείπωτης, καταδέχτηκε

καὶ κατέβηκε τὴ γυναίκα νὰ βοηθήση,

Ἐκεῖνος ποὺ παρέχει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

κ΄ Ἐνίσχυσι καὶ δύναμι ἐπῆρε ἡ Σαμαρείτις καὶ τρέχει

στοὺς Σαμαρεῖτες

ἀφοῦ ἄφησε τὴ στάμνα κι ἔλαβε στοὺς ὤμους

τῆς καρδιᾶς της Ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει τὶς καρδιὲς καὶ

τὶς ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων.

Καὶ καθὼς ἔφτασε στὴν πόλι ἐδιαλάλησε παντοῦ μὲ

τέτοια λόγια:

«Γέροντες καὶ παιδιά, νεαροὶ καὶ κορίτσια, στὸ πηγάδι

τρέξτε γρήγορα.

Ξεχείλισε τὸ νερὸ καὶ ἄφθονο χύνεται γιὰ ὅλους.

Ἐκεῖ εὑρῆκα ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸν λέω

ἄνθρωπο, γιατί ἔχει ἔργα Θεοῦ,

ὅλα τὰ προλέγει καὶ τὰ προφητεύει, Αὐτὸς ποὺ θέλει

ὅλους νὰ σώση

καὶ παρέχει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

κα΄ Δὲν εἶπαν ἀπολύτως τίποτα οἱ ἀπόστολοι τοῦ Σωτῆρος

πού βρῆκαν νὰ συνομιλῆ μὲ τὴ γυναίκα Ἐκεῖνον ποὺ

ἦρθε

κι ἐγεννήθηκε στὴ γῆ ἀπ’ τὴν Παρθένο ἀπὸ μέριμνα

στοργικὴ παρακινούμενος.

Γιατί ἐνῶ ἐπῆγαν τρόφιμα γιὰ νὰ φέρουν, Τὸν βρῆκαν

φαγητὸ ὑπερφυσικὸ

νὰ δίνη σ’ ὅσους τὸ ζητοῦν, τροφὴ π’ ἀθανάτους τούς

κάνει. Κι ἀπάντησε στοὺς ἀποστόλους:

«Δικό μου φαγητὸ ποὺ μὲ χορταίνει εἶναι νὰ κάμνω

πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου.

Γι’ αὐτὸ τρώω φαγητὸ Ἐγὼ ποὺ σεῖς δὲν τὸ γνωρίζετε,

τὸ ὁποῖο ὅσοι τρῶνε

τοὺς προσφέρει τέλεια ζωὴ καὶ πίστι ἀναφαίρετη

πού δίνει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.»

κβ΄ Συγκεντρώθηκε κοντὰ στὸν Πλάστη ὁ λαός τῆς

Σαμάρειας,

ἄφησε τὰ σπίτια του κι ἔγινε μὲ τὴν πίστι

σὰν σπίτια Ἐκείνου ποὺ εἶπε στὶς θεόπνευστες Γραφές:

«Θὰ κατοικήσω μέσα τους καὶ θὰ περπατήσω ἀνάμεσά

τους», καθὼς εἶναι γραμμένο.

Σὲ τέτοια σπίτια, στοὺς πιστούς, ποὺ ἄφησαν τὰ πάντα,

γονεῖς, χωράφια κι ὅ,τι ἄλλο ἀγαπημένο,

Θεὸς τους θά ’μαι καὶ Σωτήρας ἀπ’ τὶς παγίδες τοῦ κακοῦ.

Κι αὐτοὶ θὰ μοῦ εἶναι λαὸς ἁγιασμένος καὶ θὰ προσφέρουν

κατοικία

στὴν ἄναρχη κι ἀχώριστη Ἁγία Τριάδα, ποὺ

πλουσιοπάροχα

πηγάζει

χαρὰ μεγάλη καὶ σωτηρία.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο, Ρωμανοῦ Μελωδοῦ «Ὕμνοι»,

ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ Ἀρχιμ. Ἀνανία Κουστένη, τ. Α΄