Archive for the ‘…γενικώς…’ Category

Καλὴ σχολικὴ χρονιὰ ! ! !

Σεπτεμβρίου 11, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για αρχη σχολικης χρονιας 2017

Χρὸνια πολλὰ στὸν Παντελῆ…

Ιουλίου 27, 2017

P3040760.JPG

Διὴγηση ὠφὲλιμη κὰποιου γεωργοῦ,Μετρὶου ὀνομαζομὲνου

Ιουνίου 1, 2017

 

Bίος Mετρίου πάσι τοις χριστωνύμοις,
Στήλη πρόκειται αρετών τε και πίναξ.
Στη Γαλατία της Ασιατικής Παφλαγονίας ήταν κάποιος γεωργός, που ονομαζόταν Μέτριος. Αυτός λοιπόν έβλεπε τον γείτονα του που είχε γιους και τους προετοίμαζε για την Κωνσταντινούπολη, για να γίνουν αξιωματικοί και υπηρέτες του Βασιλιά. Τότε ο Μέτριος παρακάλεσε τον Θεό λέγοντας:

«Κύριε, αν και εγώ είμαι άξιος δούλος σου, χάρισε μου ένα αρσενικό παιδί για να το έχω αποκούμπι στα γηρατειά μου».

Αφού προσευχήθηκε, στη συνέχεια πήγε στο πανηγύρι που γινόταν κάθε χρόνο στην Παφλαγονία.

Στην επιστροφή, στάθηκε σε ένα δασάκι που είχε νερό, για να ποτίσει τα ζώα του. Εκεί λοιπόν βρήκε ένα πουγκί, που είχε μέσα 1500 φλουριά. Όπως ήταν σφραγισμένο, χωρίς να το ανοίξει, το πήρε και το πήγε στο σπίτι.

Την επόμενη χρονιά, ξαναπήγε στο πανηγύρι της Παφλαγονίας και όταν τελείωσε, ο Μέτριος πήγε και στάθηκε στο δασάκι που βρήκε τα φλουριά και παρατηρούσε τους διαβάτες. Τότε φάνηκε κάποιος, που κάτι έψαχνε και αναστέναζε βαριά.

Ο γεωργός τον ρώτησε γιατί αναστενάζει τόσο και αυτός του απάντησε ότι πέρυσι είχε πολλά εμπορεύματα, τα όποια πούλησε στο πανηγύρι και είχε μαζέψει 1500 φλουριά, τα όποια έχασε σ’ αυτό το δασάκι.
Τότε ο γεωργός έβγαλε από το αμάξι του το πουγκί, που είχε βρει και του το έδειξε. Ο έμπορος όταν το είδε έπεσε από τη χαρά του κάτω αναίσθητος.
Ο φτωχός γεωργός τον συνέφερε, αποσφράγισαν το πουγκί, μέτρησαν τα φλουριά και ήταν πράγματι 1500.

Ο έμπορος τότε θέλησε να δώσει στον γεωργό τα 500, αλλά αυτός δεν δέχθηκε τίποτα. Έτσι αφού ευχαρίστησαν και οι δυο τον Θεό αποχωρίστηκαν.

Τη νύχτα εκείνη, όταν ο γεωργός έπεσε να κοιμηθεί, είδε στον ύπνο του άγγελο Κυρίου, που του είπε ότι θα κάνει παιδί αρσενικό, θα το ονομάσει Κωνσταντίνο και θα φέρει μεγάλη ευλογία στο σπίτι του.

Έτσι και έγινε, μετά από ορισμένο χρόνο η γυναίκα του γεωργού γέννησε αγοράκι, το όποιο μεγάλωσε, μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ο βασιλιάς τον ανύψωσε σε Πατρίκιο.
Έτσι έφερε πολλά αγαθά στην οικογένεια του και ο Θεός αντάμειψε μ’ αυτό τον τρόπο τον γεωργό για την τίμια πράξη του.

ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ , Ὀδοιπορικὸ μιᾶς ψυχῆς, Ἐρουρεμ, τχ2, 1982 (ἀπὸ τὸν Ἂγγελο Καλογερὸπουλο)

Απρίλιος 22, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για που σου αδη το νικος

Tὸ χερι ψηλαφιζει μες στὸ ἡμιφως ἑνα παλιὸ σκονισμενο βιβλιο. Προμετωπιδα του ἡ εἰκονα μὲ το σκηνωμα του Ἁγιου Γερασιμου, ἡ νικη κατὰ τῆς φθορᾶς! Πιὸ κεῖ ὁ ἀναστημενος Χριστος – διαβαζω δυσκολα σχεδον συλλαβιζοντας την ἡμιφθαρτη βυζαντινὴ γραφή:

Ποῦ σου θανατε τὸ κεντρον;Ποῦ σοῦ ἁδη τὸ νῖκος Ἀνεστη Χριστος, καὶ σὺ καταβεβλησαι ἀνεστη Χριστος, καὶ πεπτωκασι δαιμονες ἀνεστη Χριστος, καὶ χαιρουσι Ἀγγελοι ἀνεστη Χριστος, καὶ ζωὴ πολιτευεται ἀνεστη Χριστος, καὶ οὐδεις ἐπὶ μνηματος Χριστος γαρ ἐγερθεις ἐκ νεκρῶν,
ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημενων ἐγενετο.

Σφαλιζω τὰ ματια. Τὸ ψελιζω, τὸ φωναζω, τὸ κραυγαζω, δεν συλλαμβανω τὸ νοημά του, εἶμαι τὸ νοημά του. Ἀφουγκραζομαι την ὑπαρξη καποιας ἀλλης Παρουσιας διπλα μου. […] Τὸ προσωπό του ομορφο:Προσκυνητης στους Ἐμμαους. Κηπουρος ἀγνωστος μπρος στἅ ματια τῆς Μαγδαληνῆς. Σαρκωθηκε γιὰ νὰ τον θωρῶ μεσα σὲ καθε ἀνθρωπο. Τὸ δραμα μας, δραμα Του. Ὁ πονος μας πονος Του, ἡ ἀναπνοή μας ἀνασα Του. Ἀλλωστε «ὁ Χριστος ἀγωνιᾶ μεχρι τὸ τελος τοῦ κοσμου».

Ἀχνοφεγγει μεσα ἀπὸ τὰ ἐρεβη τοῦ θανατου τὸ κατωφλι τῆς αἰωνιοτητας.

ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΧΕΛΙΔΩΝΗΣ , Ὁδοιπορικὸ μιᾶς ψυχῆς, Ἐρουρέμ, τχ2, 1982

Σικελιανὸς καὶ Ἃγιον Ὃρος (ἀπὸ Παντελῆ)

Μαρτίου 14, 2017

Σχετική εικόνα

Αρκετοί είναι αυτοί που γνωρίζουν το ποίημα του Άγγελου Σικιελιανού «Μαγδαληνή», που κλείνει με τους παρακάτω στίχους:

«Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι·
σέ μοναστήρι ανέβασες κ’ εμένανε πιστό,
γιά νά φιλήσω λείψανο τό ατίμητό Σου χέρι·
κ ήταν ακόμα, ώς πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό!».

Λίγοι όμως είναι αυτοί που γνωρίζουν από πού τους εμπνεύστηκε ο μεγάλος ποιητής.

Τον Νοέμβριο τού 1914, ο νεαρός Άγγελος Σικιελιανός επισκέπτεται το Άγιον Όρος. Ήταν τότε μόλις 30 ετών και βρισκόταν σε μία περίοδο έντονης αναζήτησης.

Μαζί του είχε τον Νίκο Καζαντζάκη.

Σαράντα μέρες περιπλανήθηκαν ως προσκυνητές στα μονοπάτια του Άθωνα και επισκέφθηκαν τα μοναστήρια και τις σκήτες του, αφήνοντας και οι δύο και γραπτές τις έντονες εντυπώσεις από την πνευματική αυτήν περιπλάνηση.

Σε αυτό το ταξίδι «πάλαιψαν» με τον Θεό…

Ανάμεσα στα μοναστήρια που επισκέφθηκαν τότε ήταν και η Σιμωνόπετρα.

Ανέβηκαν από το μονοπάτι του Αρσανά.

Όταν έφτασαν στο μοναστήρι, ο Σικελιανός «θα συναντηθεί» με την Αγία Μαγδαληνή.

Η συνάντησή του χαράχθηκε πολύ βαθιά μέσα του.

Όταν ασπάστηκε το άφθαρτο χέρι της, που φυλάσσεται στην μονή, θα το αισθανθεί θερμό.

Πρόκειται για φαινόμενο που παρατηρούν συχνά άνθρωποι που προσκυνούν το λείψανο της αγίας.

Η κατάπληξη του Σικελιανού ήταν τόσο μεγάλη, που θα ασπαστεί το χέρι της αγίας τρεις φορές!

Στη συνέχεια θα αποτυπώσει την θαυμαστή αυτή εμπειρία, που τον συγκλόνισε, σε στίχους:

«κ ήταν ακόμα, ώς πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό!»

Και την 1η Σεπτεμβρίου του 1915 θα γράψει στο ημερολόγιό του, αναπολώντας αυτήν την στιγμή:

Στής Σιμωνόπετρας

«Το έβγα μας στον  αρσανά. Θάλασσα·
ο αφρός φαίνεται άξαφνα ζεστός, σα να καίει μια  αγαλλίαση ζωής.
Και θυμούμαι άξαφνα το ζεστό χέρι της Μαγδαληνής, στη Σιμωνόπετρα.
Ο ανήφορος στη Σιμωνόπετρα.
Η δάφνη δεξιά ζερβά βλαστομανάει  απίστευτα·
δαφνοπόταμος.
Δίπλα τρέχει λαγκαδιά που τα ξερόδεντρα τυλίγουν άφθονα οι κισσοί.
Το κύμα  ακούεται κάτου, κι  πάνου το νερό.
Δάσος δαφνών βαΐα.
Απάνου καλεί ένα σήμαντρο χαρούμενο, τρεμάμενο
σα γεράκι που ζυγιάζεται στο γκρεμό και φέρνει κύκλους.
Μη τον ξεχνάς αυτόν τον δρόμο· τη θεία θέρμη της Μαγδαληνής.
Όλο το σώμα νικητήριο μέσ᾿ π᾿ τα άγια».
Μέσα από την θέρμη του χεριού της αγίας ο άγιος βίωσε την αγάπη της για τον Χριστό, που νίκησε και αυτό τον θάνατο.

από το ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Πυθαγὸρας (ἀπὸ Παντελῆ)

Φεβρουαρίου 7, 2017

εισιέναι εις τας πόλεις,

πρώτον τρυφήν,

έπειτα κόρον,

είτα ύβριν,

μετά δε ταύτα

ο όλεθρος

Moby & The Void Pacific Choir – Are You Lost In The World Like Me

Οκτώβριος 21, 2016

Γραμμένα φιλιά [απόσπασμα] του Γιάννη Ευσταθιάδη-ἀπὸ τὸν Μπὰμπη-

Οκτώβριος 15, 2016

….Κι αν πάθω αλτσχάιμερ και σε ξεχάσω;
Αν η γεροντική άνοια μου πάρει τα λογικά

και δεν σ’ αναγνωρίζω;
Αν, παραπληγικός, δεν μπορώ να κρατώ

στα δάχτυλα τις φωτογραφίες σου;
Αν χάσω για πάντα τον ύπνο μου

και δεν μπορώ να σε ξαναβρίσκω στα εφήμερα ενύπνια;
Αν χάσω την ακοή

και δεν μπορώ να σε συναντώ στις κοινόχρηστές μας μουσικές;
Αν τυφλωθώ

και δεν σε βλέπω απέναντί μου;
Αν ακρωτηριαστώ

και δεν μπορώ να σε χαϊδεύω;
Αν χάσω τα πόδια μου

και δεν μπορώ να βαδίζω χιλιόμετρα μες στο δωμάτιό σου;

Και πιο πολύ αν τίποτα απ όλα αυτά δεν συμβεί,

αν συνηθίσω την απουσία σου,

αν λησμονήσω,

αν ζω και ψευτοζώ χωρίς εσένα,

αν κάποια μέρα σ’ αρνηθώ;

………………………………………………………………………………………………………………….

(από τα 32 σύντομα πεζά)

Εὒγε στὴν ἀπὶθανη αὐτὴ γιαγιοὺλα…

Σεπτεμβρίου 21, 2016

Οὒτε λὲξη ( στιγμὲς ἀπὸ ἓνα μνημὸσυνο)

Σεπτεμβρίου 15, 2016

Αποτέλεσμα εικόνας για κρινακι ορνιθογαλο

ΟΥΤΕ ΛΕΞΗ

Ούτε λέξη δεν μπόρεσα να πω στα σαράντα μα ούτε και στην αλλαγή

του χρόνου σου,  στην ατμόσφαιρα της ημέρας.

Η επιθυμία να μιλήσω για σένα, όση ώρα μιλούσαν οι άλλοι, έμοιαζε

 με πουλί σε κλουβί που αναστατώνεται,  περισσότερο, όταν πλησιάζεις

το πρόσωπο να του μιλήσεις:« θα μας πεις κάτι ;» ρωτά η διπλανή,

η αλήθεια είναι ότι είχα βάλει κάτι στην σκέψη μου όμως η ερώτηση το μπέρδεψε.

Ξανά, « δεν  γίνεται, τους ξέρετε τόσα χρόνια »,

τότε αισθάνθηκα το χέρι σου να κλείνει το στόμα μου, το συνηθίζουν

 νομίζω οι πεθαμένοι, εγώ όμως ήθελα να πω κάτι για να επικοινωνήσουμε

 μ’ αυτά που έγραφες βιωματικά στην καρδιά μας, παρακαταθήκη,

 και μοίραζες σε ανυποψίαστους με αρωμάτιστη, σε αμύητη μύτη,  αγάπη μαζί με ελιές

μαζί με την φροντίδα να μένει ακοίμητο το κανδήλι του Αϊ Αντώνη, τάμα

γι’ αυτά που ζητούσες, μαζί πάλι με την στέρηση- την αφαγιά τα πλούσια

όμως ρήματα που λαχταρούσες, την καλοπέραση των ζώων, την φροντίδα

του δενδρολίβανου της δάφνης του πεύκου, αγαπημένα σου φυτά

των ιερών βιβλίων που τ’ άφηνες ακλάδευτα- αναμαλλιασμένα- αδιόρθωτα

 όπως η φύση ήθελε να τα κουμαντάρει κόβοντας προσεκτικά τ’ άνθη,

 από φυτά και ανθρώπους,  μα περισσότερο ήθελες να μαραθούν

 στο ίδιο τους το σώμα.

Το κρινάκι ορνιθόγαλο δεν ορθώνει ανάστημα έλεγες και σταματούσες,

το λένε όμως κι άστρο της Βηθλεέμ, αυτό το έκρυβες όπως η μάνα το στήθος της

όταν βυζαίνει το παιδί και το αγαπούσες γιατί τα κοινά,  μας φέρνουν κοντά.

Είδα την φίλη σου Αλεξάνδρα να στέκει βουβή και πήγα σε συναπάντημα

γιατί ήθελα ν’ ακούσω το μοιρολόι της, αφού γειτόνισσα ξέρει πολλά

για την γειτόνισσά της, και πράγματι άρχισε να λέει με ασταμάτητα λόγια

που έτρεχαν από τα μάταια της και το μόνο που έβγαινε από το στόμα ήταν Νίκη –Νίκη.

Ανακουφίστηκα, ακόμη περισσότερο όταν στο τέλος του διηγήματος η «αιωνόβια»,

Του Ντοστογιέφσκι, διάβαζα: «Αλήθεια, μερικές φορές θέλεις να μεταφέρεις

κάτι που άκουσες πριν από ένα μήνα και να το μετατρέψεις σε μια ενδιαφέρουσα

διήγηση, όταν όμως προσπαθείς να το κάνεις, τότε βλέπεις ότι είναι αδύνατον, είτε

γιατί δεν ταιριάζει με την ατμόσφαιρα, είτε « γιατί δεν λες όλα όσα γνωρίζεις “

και σε τελική ανάλυση δεν μένει τίποτα άλλο από διάφορα πράγματά,

χωρίς ιδιαίτερο θέμα…».

 

Αιωνία Σου η μνήμη κυρά Νίκη

+ετάρτη δεκατέσσερις  Σεπτεμβρίου 2016 (Π.Π.)