Archive for Απρίλιος 2019

Σιγησὰτῳ πὰσα σὰρξ…(Θ.Στανὶτσας)

27 Απριλίου, 2019

Μεγὰλη Παρασκευὴ

26 Απριλίου, 2019
Αποτέλεσμα εικόνας για μ.παρασκευη
Εἰς τὴν Σταύρωσιν
Ζῶν εἶ Θεὸς σύ, καὶ νεκρωθεὶς ἐν ξύλῳ,
Ὦ νεκρὲ γυμνέ, καὶ Θεοῦ ζῶντος Λόγε.Εἰς τὸν εὐγνώμονα Λῃστὴν
Κεκλεισμένας ἤνοιξε τῆς Ἐδὲμ πύλας,
Βαλὼν ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τό, Μνήσθητί μου.
Την Παρασκευή, στέλνεται ο Ιησούς δέσμιος από τον Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο.
Αυτός, αφού Τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους και αφού ομολόγησε δυο φορές ότι ο Ιησούς είναι αθώος, έπειτα, για να ευχαριστηθούν οι Ιουδαίοι, τον καταδικάζει σε θάνατο• και αφού τον μαστίγωσε σαν δραπέτη δούλο τον Δεσπότη των όλων, Τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.
Από ’κει και πέρα ο Ιησούς, αφού παραδόθηκε στους στρατιώτες, γυμνώνεται, φοράει κόκκινη χλαμύδα, στεφανώνεται με ακάνθινο στεφάνι, κρατάει κάλαμο σα σκήπτρο, προσκυνείται χλευαστικά, φτύνεται και χτυπιέται στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Μετά, φορώντας πάλι τα ρούχα του και βαστάζοντας το Σταυρό, πηγαίνει προς τον Γολγοθά, τον τόπο της καταδίκης και εκεί, γύρω στην Τρίτη ώρα της ημέρας, σταυρώνεται μεταξύ δυο ληστών, βλασφημείται από αυτούς που είχαν πάει στον Γολγοθά μαζί του, μυκτηρίζεται από τους αρχιερείς, ποτίζεται από τους στρατιώτες με ξύδι ανακατεμένο με χολή.

Γύρω στην ενάτη ώρα, αφού βγάζει πρώτα φωνή μεγάλη, και λέει: «Τετέλεσται», εκπνέει «ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», την ώρα κατά την οποία σφάζονταν, σύμφωνα με τον νόμο, ο πασχαλινός αμνός, ο οποίος καθιερώθηκε ως έθιμο στους Ιουδαίους, προτυπώνοντας τον Εσταυρωμένο Χριστό, πρίν από 1043 χρόνια.

Το δεσποτικό αυτό θάνατο και η άψυχη κτίση, πενθώντας, τον τρέμει και αλλοιώνεται από το φόβο αλλά ο Δημιουργός της κτίσεως ακόμα και όταν είναι νεκρός, λογχίζεται την ακήρατη πλευρά Του και ρέει απ’ αυτή αίμα και νερό.

Τέλος, κατά τη δύση του ηλίου, έρχεται ο Ιωσήφ από Αριμαθείας και ο Νικόδημος μαζί με αυτόν, και οι δυο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθηλώνουν από το Σταυρό το πανάγιο του διδασκάλου σώμα, το αρωματίζουν, το τυλίγουν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, κυλούν στο στόμιο του μεγάλο λίθο.

Αυτά τα φρικτά και σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού επιτελούμε σήμερα και εις ανάμνηση αυτών παραλάβαμε από αποστολική διαταγή, τη νηστεία της Παρασκευής.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.

Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοι.

Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’.

Τὸν δι’ ἡμᾶς Σταυρωθέντα, δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν· αὐτὸν γὰρ κατεῖδε Μαρία ἐπὶ τοῦ ξύλου, καὶ ἔλεγεν· Εἰ καὶ σταυρὸν ὑπομένεις, σὺ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου.

Ὁ Οἶκος

 

Τὸν ἴδιον Ἄρνα, ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον, ἠκολούθει Μαρία, τρυχομένη μεθ’ ἑτέρων γυναικῶν, ταῦτα βοῶσα· Ποῦ πορεύῃ Τέκνον, τίνος χάριν, τόν ταχὺν δρόμον τελεῖς; μὴ ἕτερος γάμος πάλιν ἐστὶν ἐν Κανᾷ; Κᾀκεὶ νῦν σπεύδεις, ἵνα ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσης; συνέλθω σοι Τέκνον, ἢ μείνω σοι μᾶλλον, δός μοι λόγον Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με, ὁ ἁγνὴν τηρήσας με· σὺ γὰρ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου.

Ἐγκὼμια ἐπιταφὶου Θρὴνου

26 Απριλίου, 2019

Εἰς τὴν Μεγὰλην Παρασκευὴ-Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος-

26 Απριλίου, 2019

Σχετική εικόνα

Αφού ο Κύριός μας παραδόθηκε από το φίλο και μαθητή Του, που τον πούλησε για τριάντα αργύρια, πρώτα-πρώτα οδηγείται στον Άννα, τον αρχιερέα. Αυτός με τη σειρά του Τον στέλνει στον Καϊάφα. Εκεί Τον φτύνουν στο πρόσωπο και Τον χτυπούν στο μάγουλο. Την ώρα μάλιστα που Τον εμπαίζουν και Τον περιγελούν, ακούει να Του λένε·

«Προφήτευσέ μας, Χριστέ, ποιος σε χτύπησε»; Εκεί ήλθαν και ψευδομάρτυρες που Τον κατηγορούσαν ότι είπε: «Γκρεμίστε αυτόν το ναό, και σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσω». Επιπλέον ισχυρίζονταν ότι ονόμασε τον εαυτό Του Υιό του Θεού. Τότε κι ο αρχιερέας μη μπορώντας τάχα ν’ αντέξει τη βλασφημία, έσχισε το χιτώνα του.

Όταν ξημέρωσε, οδηγείται στον Πιλάτο, στο Πραιτώριο, όμως οι Ιουδαίοι -λέει το Ευαγγέλιο- δε μπήκαν μέσα, για να μη μολυνθούν, γιατί ήθελαν να φάνε το Πάσχα καθαροί…!

Βγαίνει, λοιπόν, έξω ο Πιλάτος και τους ρωτάει «Τι τον κατηγορείτε;». Κι επειδή δεν Του βρήκε τίποτα επαρκές για κατηγορία, Τον στέλνει πίσω στον Καϊάφα. Εκείνος όμως πάλι Τον γύρισε στον Πιλάτο, γιατί ο Καϊάφας ήταν αυτός ο οποίος παρακινούσε τους Ιουδαίους να Τον σκοτώσουν. Ο Πιλάτος τότε τους λέει: «Πάρτε τον εσείς, κρίνετέ τον σύμφωνα με το νόμο σας, και σταυρώστε τον».

Αυτοί όμως του απαντούν « Εμάς δε μας επιτρέπεται να σκοτώσουμε κανέναν», προκαλώντας έτσι τον Πιλάτο να Τον σταυρώσει. Ρωτάει, λοιπόν, το Χριστό ο Πιλάτος, αν είναι βασιλιάς των Ιουδαίων. Εκείνος το παραδέχεται, αλλά διευκρινίζει ότι είναι αιώνιος Βασιλιάς. «Δεν είναι σ’ αυτόν τον κόσμο η Βασιλεία μου», του λέει. Ο Πιλάτος, επειδή θέλει να Τον ελευθερώσει, αρχικά λέει στους Ιουδαίους ότι δε βρίσκει καμιά πειστική κατηγορία εναντίον Του.

Έπειτα τους προβάλλει το έθιμο της εορτής, δηλαδή το να απελευθερώνει κάθε χρόνο έναν από τους φυλακισμένους. Όμως σ’ αυτούς ο Βαραββάς είναι πιο αρεστός από το Χριστό. Έτσι ο Πιλάτος, κάνοντας το χατίρι των Ιουδαίων, πρώτα-πρώτα μαστιγώνει τον Ιησού. Ύστερα τους Τον ξαναπαρουσιάζει δεμένο και κυκλωμένο από στρατιώτες, ντυμένο με μια κόκκινη χλαμύδα, να φοράει αγκάθινο στεφάνι, να κρατάει ένα καλάμι στο δεξί Του χέρι και να εμπαίζεται από τους στρατιώτες που Του έλεγαν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων!».

Έτσι, αφού έκανε όλες αυτές τις παρανομίες για να τους ευχαριστήσει, πάλι τους λέει ο Πιλάτος: «Δεν του βρίσκω καμία κατηγορία για να τον καταδικάσω ως ένοχο θανάτου». Αυτοί όμως επέμεναν: «Εμείς θα τον τιμωρήσουμε, γιατί ονομάζει τον εαυτό του υιό του Θεού». Καθώς λέγονταν όλα αυτά, ο Ιησούς σώπαινε. Κι οι όχλοι κραύγαζαν προς τον Πιλάτο: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον». Ήθελαν να Τον καταδικάσουν σε ατιμωτικό θάνατο, για να εξαλείψουν μ’ αυτόν τον τρόπο κάθε καλή ανάμνηση γι’ Αυτόν. Τότε ο Πιλάτος, για να τους κάνει να ντραπούν (και να σκεφθούν πιο συνετά), τους λέει: «Το Βασιλιά σας να σταυρώσω;»

Αυτοί όμως απαντούν ότι δεν έχουν άλλο βασιλιά εκτός από τον Καίσαρα. Κι επειδή δεν κατάφεραν τίποτα κατηγορώντας Τον μόνο ως βλάσφημο, γι’ αυτό ακριβώς αναφέρουν τον Καίσαρα, για να ικανοποιήσουν μ’ αυτόν τον τρόπο τη μανία τους (για την καταδίκη του Χριστού). Γιατί είχαν ένα νόμο που έλεγε ότι, όποιος θεωρεί τον εαυτό του βασιλιά, αντιστέκεται στον Καίσαρα.

Κι ενώ συνέβαιναν αυτά, η γυναίκα του Πιλάτου του στέλνει αγγελιοφόρο ζητώντας του να αθωώσει τον Ιησού, γιατί τη νύχτα κατατρόμαξε και βασανίστηκε για χάρη Του από φοβερά όνειρα. Του λέει λοιπόν: «Μην αναμιχθείς στην υπόθεση αυτού του δικαίου ανθρώπου. Ήδη όλη τη νύχτα, ταλαιπωρήθηκα πολύ για χάρη Του». Έτσι εκείνος, αφού ένιψε τα χέρια του, θεώρησε ότι τάχα απαλλάχτηκε από την ευθύνη για εκείνο το αθώο αίμα που θα χυνόταν.

Οι Ιουδαίοι πάλι από κάτω φώναζαν: «Το αίμα του ας πέσει σ’ εμάς και στα παιδιά μας. Εάν τον αφήσεις ελεύθερο δεν θα είσαι φίλος του Καίσαρα». Τότε, λοιπόν, ο Πιλάτος Τον έδεσε, παρόλο που ήταν σίγουρος ότι δεν έφταιγε, και Τον παρέδωσε στη σταυρική καταδίκη, αφού πρώτα ελευθέρωσε το Βαραββά. Όταν τα είδε αυτά ο Ιούδας, πήγε και πέταξε τα αργύρια στο Ναό (μπροστά στους αρχιερείς) κι αφού έφυγε από κει, κρεμάστηκε από ένα δέντρο.

Όμως δεν πέθανε αμέσως, αλλά πρήστηκε τόσο πολύ, ώστε έσπασε στη μέση και χύθηκαν έξω τα εντόσθιά του. Έτσι τιμωρήθηκε ο προδότης μ’ αυτόν τον τόσο εξευτελιστικό και φρικιαστικό τρόπο.

Οι στρατιώτες, αφού πρώτα ενέπαιξαν τον Ιησού χτυπώντας Τον με το καλάμι στο κεφάλι, Του φόρτωσαν το Σταυρό. Σύντομα όμως αγγάρευσαν το Σίμωνα τον Κυρηναίο να τον σηκώσει στον υπόλοιπο δρόμο. Έφτασαν στον τόπο του Κρανίου περίπου την τρίτη ώρα της ημέρας, (δηλαδή κατά τις εννέα το πρωί), κι εκεί Τον σταύρωσαν. Δίπλα Του, αριστερά και δεξιά, κρέμασαν και άλλους δύο ληστές, για να θεωρηθεί απ’ όσους θα Τον έβλεπαν κι Εκείνος σαν κακούργος. Και μάλιστα, για να Τον εξευτελίσουν μοιράστηκαν μεταξύ τους τα ιμάτιά Του.

Τον άρραφο χιτώνα Του όμως τον έριξαν σε κλήρο (για να μην τον σχίσουν). Όλα αυτά τα έκαναν με τόση υπερβολή, σα να ήταν μεθυσμένοι. Κι όχι μόνο αυτά, αλλά και πάνω στο Σταυρό Τον χλεύαζαν λέγοντας: « Εμπρός, λοιπόν, εσύ που θα γκρέμιζες το Ναό και σε τρεις μέρες θα τον ξανάχτιζες, σώσε τον εαυτό σου». Κι ακόμα: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του όμως δε μπορεί να τον σώσει».

Και πάλι: « Αν είναι βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατέβει τώρα απ’ το σταυρό και θα τον πιστέψουμε». Βέβαια, αν έλεγαν αλήθεια, έπρεπε αμέσως χωρίς δισταγμό να πιστέψουν σ’ αυτόν, γιατί αποδείχθηκε ότι ήταν Βασιλιάς όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά και όλου του κόσμου. Αλλιώς, τι ήθελε ο ήλιος κι έκρυψε τις ακτίνες του για τρεις ολόκληρες ώρες, και μάλιστα στη μέση της ημέρας; Ασφαλώς για να γίνει το Πάθος ολοφάνερο σε όλους. Και η γη γιατί σείστηκε;

Οι πέτρες γιατί άνοιξαν, αν όχι για να ελέγξουν τη σκληρότητα των Ιουδαίων; Κι ακόμα δεν αναστήθηκαν πολλά σώματα νεκρών, για να επιβεβαιώσουν την κοινή Ανάσταση και για να φανερώσουν τη δύναμη του Πάσχοντος; Και τέλος, το καταπέτασμα του Ναού που σχίσθηκε στα δυο, δεν έδειχνε κατά κάποιο τρόπο το θυμό του Ναού για Εκείνον που έπασχε και δοξαζόταν μέσα σ’ αυτόν; Εξάλλου, ο Ναός δεν ξεσκέπαζε μ’ αυτόν τον τρόπο κι αυτά που ως τότε ήταν κρυμμένα για τους ανθρώπους;

Την τρίτη ώρα, λοιπόν, σταυρώθηκε ο Χριστός, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Κι από την έκτη ώρα ως την ενάτη (δηλαδή από τις δώδεκα το μεσημέρι ως τις τρεις το απόγευμα), έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη. Τότε κι ο Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, βλέποντας όλα αυτά τα παράδοξα και ιδίως το ότι εσκοτίσθει ο ήλιος, ομολόγησε μεγαλόφωνα: «Αληθινά, αυτός ήταν Υιός του Θεού!».

Εν τω μεταξύ ο ένας από τους ληστές έβριζε τον Ιησού. Ο άλλος όμως τον εμπόδιζε κι έντονα τον μάλωνε κι ομολογούσε πως είναι Υιός του Θεού. Τότε κι ο Σωτήρας μας ανταμείβοντάς τον για την πίστη του, του υπόσχεται ότι θα μείνει για πάντα μαζί Του στον Παράδεισο.

Τελικά αφού εκτοξεύθηκε κατά του Χριστού κάθε είδος ύβρεως, ο Πιλάτος έγραψε κι επιγραφή από πάνω Του, η οποία έλεγε: «Αυτός είναι ο Ιησούς, ο Ναζωραίος, ο Βασιλιάς των Ιουδαίων». Βέβαια, οι Εβραίοι τον πίεζαν να μη γράψει έτσι, αλλά να γράψει ότι Εκείνος είπε πως είναι βασιλιάς τους. Μα ο Πιλάτος τους αποκρίθηκε: «Ο,τι έγραψα, έγραψα».

Έπειτα, όταν ο Σωτήρας μας είπε: «Διψώ», ανακάτεψαν ύσσωπο (ένα πολύ πικρό χορτάρι) με ξύδι και Του το πρόσφεραν. Τότε Εκείνος είπε: «Τετέλεσται», δηλαδή όλα πια τελείωσαν, κι αφού έγειρε το κεφάλι παρέδωσε το Πνεύμα. Ύστερα όλοι Τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν.

Η μητέρα Του όμως καθόταν δίπλα στο Σταυρό μαζί με την αδελφή της τη Μαρία, την κόρη του Κλωπά. (Αυτή τη Μαρία ο Ιωακείμ τη γέννησε για χάρη του Κλωπά που είχε πεθάνει άτεκνος). Επιπλέον δίπλα στο Σταυρό καθόταν κι ο Ιωάννης, ο αγαπημένος Του μαθητής.

Οι αγνώμονες Ιουδαίοι, λοιπόν, μην ανεχόμενοι να βλέπουν τα σώματα κρεμασμένα στο Σταυρό (επειδή ήταν σπουδαία η ημέρα του Πάσχα και η Παρασκευή), ζήτησαν από τον Πιλάτο να συντρίψουν τα σκέλη των καταδίκων, για να επισπευσθεί ο θάνατός τους. Και πράγματι, έσπασαν τα κόκαλα των δύο ληστών, γιατί ήταν ακόμα ζωντανοί. Όταν όμως έφτασαν στον Ιησού, βλέποντάς Τον ήδη νεκρό, δίστασαν να το κάνουν. Ένας όμως από τους Ρωμαίους στρατιώτες, για να κάνει το απάνθρωπο χατίρι των αχαρίστων Ιουδαίων, σήκωσε το δόρυ του και λόγχισε το Χριστό στη δεξιά πλευρά Του. Κι αμέσως χύθηκε αίμα και νερό.

Το ένα ήταν για την ανθρώπινη φύση του Ιησού, ενώ το άλλο για τη θεϊκή. Κι επιπλέον, το αίμα συμβόλιζε τη Μετάληψη των θείων αγιασμάτων, ενώ το νερό το Βάπτισμα. Κι εκείνη η δίκρουνη πηγή αποτέλεσε πραγματικά τη βάση των Μυστηρίων της πίστεώς μας. Αυτά τα είδε κι ο Ιωάννης και τα επιβεβαιώνει κι είναι αληθινή η μαρτυρία του, γιατί ήταν παρών σε όλα και τα καταγράφει.

Εξάλλου, αν ήθελε να γράψει ψέματα, δε θα συνέγραφε κι εκείνα που φαίνονται ότι προξενούν ντροπή στο Διδάσκαλό του (όπως π.χ. η ειρωνική επιγραφή κι ο λογχισμός). Ο Ιωάννης, λένε, ότι καθώς ήταν τότε παρών, συγκέντρωσε το θείο και υπεράγιο Αίμα που έρρεε από τη ζωήρρυτη πλευρά, μέσα σε κάποιο δοχείο που βρήκε εκεί κοντά.

Όλα αυτά συνέβησαν μ’ αυτόν τον υπερφυσικό τρόπο. Κι όταν έφτασε πια το δειλινό, βγαίνει ο Ιωσήφ απ’ την Αριμαθαία, ένας μαθητής που κρυβόταν εξ αρχής, όπως κι οι υπόλοιποι. Αυτός πηγαίνει με τόλμη στον Πιλάτο, που ήταν γνωστός του, και ζητάει το σώμα του Ιησού. Εκείνος του επιτρέπει να το πάρει. Κι ο Ιωσήφ το κατέβασε απ’ το Σταυρό με όλη του την ευλάβεια.

Όταν σε λίγο έπεσε η νύχτα, ήλθε κι ο Νικόδημος, φέρνοντας κάποιο μείγμα φτιαγμένο από σμύρνα και αλόη, κατάλληλο για τη περίσταση. Αυτοί οι δυο Τον τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, όπως συνήθιζαν οι Ιουδαίοι να ενταφιάζουν, και Τον τοποθέτησαν εκεί κοντά, στο μνημείο που είχε σκαλίσει από πέτρα για τον εαυτό του ο Ιωσήφ και στο οποίο κανείς άλλος δεν είχε ταφεί πρωτύτερα. Τον έβαλαν μάλιστα στο κενό μνήμα μη τυχόν, όταν αναστηθεί ο Ιησούς, οι εχθροί Του ειπούν, ότι άλλος αναστήθηκε.

Ο Ευαγγελιστής, μάλιστα, επίτηδες αναφέρει το μείγμα της αλόης και της σμύρνας, που είναι δύο πολύ κολλητικές ουσίες, για να μη νομίσουν οι Ιουδαίοι ότι ο Ιησούς κλάπηκε, όταν δουν το σουδάριο και το σεντόνι εγκαταλειμμένα στον τάφο. Γιατί πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Και να το ήθελαν οι μαθητές Του, δε θα μπορούσαν να το κάνουν, γιατί δεν είχαν τόση άνεση χρόνου και τόση τόλμη, ώστε να καθίσουν να τα ξεκολλήσουν απ’ το σώμα Του και να τ’ αφήσουν εκεί μέσα.

Όλα αυτά, τα οποία έγιναν με τόσο παράδοξο τρόπο την ημέρα της Παρασκευής θέσπισαν οι θεοφόροι Πατέρες μας να τα φέρνουμε κι εμείς σήμερα στη μνήμη μας με συντριβή καρδιάς και με κατάνυξη.

Πρέπει να ξέρουμε όμως ότι ο Κύριός μας σταυρώθηκε την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή την Παρασκευή, επειδή στην αρχή της Δημιουργίας του κόσμου, ο άνθρωπος πλάστηκε την έκτη ημέρα. Αλλά και την έκτη ώρα της ημέρας καρφώθηκε ο Κύριος στο Σταυρό, επειδή όπως λένε, κι ο Αδάμ την ίδια ώρα άπλωσε τα χέρια του κι έφαγε τον απαγορευμένο καρπό και πέθανε. Έπρεπε, δηλαδή, ο άνθρωπος, να αναπλαστεί και πάλι, την ίδια ακριβώς ώρα μ’ εκείνη που συντρίφτηκε απ’ το διάβολο και νικήθηκε.

Ο Ιησούς σταυρώθηκε σε κήπο, γιατί κι ο Αδάμ στον κήπο του Παραδείσου αμάρτησε. Η πικρή γεύση που αισθάνθηκε ο Κύριός μας όταν ήπιε το ξύδι με τον ύσσωπο, θεράπευσε τη ζημιά που προκάλεσε ο Αδάμ με τη γεύση του απαγορευμένου γλυκού καρπού στον Παράδεισο.

Το ράπισμα που δέχτηκε ο Κύριος, φανέρωνε τη δική μας απελευθέρωση. Το φτύσιμο κι η ατιμωτική πορεία Του έδειχνε την προς εμάς τιμή. Το αγκάθινο στεφάνι φανέρωνε την απομάκρυνση της κατάρας από πάνω μας. Η πορφυρή χλαμύδα συμβόλιζε τους δερμάτινους χιτώνες, δηλαδή την ανθρώπινη φύση που φόρεσαν εκείνη την ημέρα ο Αδάμ και η Εύα, αλλά και τη βασιλική στολή που μας χάρισε ύστερα ο Ιησούς. Τα καρφιά συμβόλιζαν την προηγούμενη ολοκληρωτική ακινητοποίησή μας από την αμαρτία. Ο Σταυρός θύμιζε το ξύλο (δηλαδή το δέντρο) στον Παράδεισο.

Η λογχευμένη πλευρά του Ιησού εικόνιζε την πλευρά του Αδάμ, απ’ όπου δημιουργήθηκε η Εύα, απ’ την οποία προήλθε η παράβαση. Η λόγχη μας θυμίζει την πύρινη ρομφαία με την οποία φυλασσόταν ο Παράδεισος (και με την οποία ο άγγελος έδιωξε τους Πρωτοπλάστους από εκεί). Το νερό που έτρεξε από την πλευρά Του, ήταν εικόνα του Βαπτίσματος. Το αίμα και το καλάμι σήμαιναν ότι ο Χριστός σαν βασιλιάς μας χάρισε την αρχαία πατρίδα, σαν με έγγραφο γραμμένο με κόκκινα γράμματα.

Λέγεται μάλιστα ότι το κρανίο του Αδάμ βρισκόταν εκεί όπου σταυρώθηκε ο Χριστός, η κεφαλή όλων μας. Βαπτίστηκε, λοιπόν, κι ο Αδάμ με το αίμα του Χριστού που χύθηκε εκεί. Λέγεται μάλιστα ο Γολγοθάς Κρανίου τόπος, γιατί ακριβώς εκεί, τον καιρό του κατακλυσμού η γη έβγαλε έξω το κρανίο του Αδάμ κι ήταν θέαμα φοβερό να το βλέπει κανείς. Γι’ αυτό το λόγο ο σοφός βασιλιάς Σολομών, από σεβασμό στον προπάτορά μας Αδάμ έβαλε το στρατό του και κάλυψε με πολλές πέτρες την περιοχή. Έτσι ο τόπος αυτός από τότε ονομάστηκε Λιθόστρωτο.

Λένε μάλιστα κάποιοι έγκριτοι άγιοι Πατέρες πως η παράδοση αναφέρει ότι και ο ίδιος ο Αδάμ τάφηκε εκεί από κάποιον άγγελο. Εκεί, λοιπόν, όπου ήταν το πτώμα του Αδάμ, εκεί παρουσιάστηκε κι ο ουράνιος αετός, ο Χριστός, ο αιώνιος Βασιλιάς, ο νέος Αδάμ, για να θεραπεύσει με το ξύλο του Σταυρού τον παλαιό Αδάμ που είχε ξεπέσει και αμαρτήσει με το πρώτο εκείνο ξύλο, το δέντρο της παρακοής.

Τη υπερφυή και περί ημάς παναπείρω σου εύσπλαχνία, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Ιερομ. Ιερώνυμος Δελημάρης, Τί γιορτάζουμε από το Τριώδιο έως την Πεντηκοστή; Τα συναξάρια του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου σε απλή γλώσσα, 1η έκδ. Αδελφότης Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, Ναύπακτος, 2001

 

Μεγὰλη Πὲμπτη

25 Απριλίου, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για μ.πεμπτη

Εἰς τὸν Ἱερὸν Νιπτήρα
Νίπτει Μαθητῶν ἑσπέρας Θεὸς πόδας,
Οὗ ποῦς πατῶν ἦν εἰς Ἐδὲμ δείλης πάλαι. 

Εἰς τὸν Μυστικον Δεῖπνον

Διπλοῦς ὁ Δεῖπνος· Πάσχα γὰρ νόμου φέρει,

Καὶ Πάσχα καινόν, Αἷμα. Σῶμα Δεσπότου.

Εἰς τὴν ὑπερφυᾶ Προσευχὴν

Προσεύχῃ· καὶ φόβητρα, θρόμβοι αἱμάτων,

Χριστέ, προσώπου, παραιτούμενος δῆθεν
Θάνατον, ἐχθρὸν ἐν τούτοις φενακίζων. 

Εἰς τὴν Προδοσίαν

Τί δεῖ μαχαιρῶν, τί ξύλων λαοπλάνοι,
Πρὸς τὸ θανεῖν πρόθυμον εἰς Κόσμου λύτρον.

Κατά τη Μεγάλη Πέμπτη επιτελούμε ανάμνηση: Της νίψεως των ποδών των Αποστόλων υπό του Κυρίου, Του Μυστικού Δείπνου, δηλαδή της παραδόσεως σ’ εμάς υπό του Κυρίου του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, της θαυμαστής προσευχής του Κυρίου προς τον Πατέρα Του και της προδοσίας του Κυρίου υπό του Ιούδα.Εκείνο το βράδυ της Πέμπτης, πριν ν’ αρχίσει το δείπνο ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι, αφήνει κάτω τα ιμάτιά του, βάζει νερό στο νιπτήρα και τα κάνει όλα μόνος Του, πλένοντας τα πόδια των Μαθητών Του.

Με τον τρόπο αυτό θέλει να δείξει σ’ όλους ότι δεν πρέπει να επιζητούμε τα πρωτεία. Μετά τη νίψη των ποδιών λέγει: «όποιος θέλει να είναι πρώτος, να είναι τελευταίος απ’ όλους».

Πρώτα πήγε στον Ιούδα και μετά στό Πέτρο, ο οποίος ήταν ο πιο ορμητικός απ’ όλους και στην αρχή σταματάει το Διδάσκαλο, αλλά ύστερα όταν τον έλεγξε, υποχωρεί με τη καρδιά του. Αφού έπλυνε τα πόδια όλων, πήρε τα ιμάτιά Του και ξανακάθησε.

Άρχισε κατόπιν να τους νουθετεί να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μη επιζητούν το ποιός θα είναι πρώτος. Στη συνέχεια τους μίλησε για την προδοσία και επειδή θορυβήθηκαν, στρέφεται με ήρεμο τρόπο στον Ιωάννη και τον υπέδειξε.

Κατόπιν πήρε ψωμί στα χέρια Του και είπε: «Λάβετε φάγετε». Το ίδιο έκανε και με το ποτήρι του κρασιού λέγοντας: «Πιέστε απ’ αυτό όλοι, γιατί αυτό είναι το αίμα Μου, της νέας Συμφωνίας. Αυτό να κάνετε για να Με θυμάστε». Μετά από αυτή τη στιγμή ο Ιούδας, μόλις έφαγε τον άρτο έφυγε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει.

Μετά το δείπνο βγήκαν όλοι στο όρος των Ελαιών, όπου ο Χριστός τους δίδαξε τα ανήκουστα και τελευταία μαθήματα και αρχίζει να λυπάται και να ανυπομονεί. Αναχωρεό μόνος Του και, γονατίζοντας, προσεύχεται εκτενώς.

Από την πολλή αγωνία γίνεται ο ιδρώτας Του σαν σταγόνες πηχτού αίματος, οι οποίες έπεφταν στη γη.

Μόλις συμπληρώνει την εναγώνια εκείνη προσευχή, φθάνει ο Ιούδας με ένοπλους στρατιώτες και πολύ όχλο και αφού χαιρετάει και φιλάει πονηρά το δάσκαλό Του, Τον παραδίδει.

Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και τον φέρνουν δέσμιο στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι μαθητές σκορπίζονται και ο θερμότερος των άλλων ο Πέτρος τον ακολούθησε ως την αρχιερατική αυλή και αρνείται και αυτός ότι είναι μαθητής Του.

Εν τω μεταξύ ο θείος διδάσκαλος παρουσιάζεται μπροστά στο παράνομο συνέδριο, εξετάζεται για τους μαθητές και τη διδασκαλία Του, εξορκίζεται στο Θεό για να πεί εάν Αυτός είναι πράγματι ο Χριστός και αφού είπε την αλήθεια, κρίνεται ως ένοχος θανάτου, επειδή τάχα βλασφήμησε. Από ‘κει και πέρα τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χτυπάνε, τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας, ως το πρωϊ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.

Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοι.

Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τὸν ἄρτον λαβών, εἰς χεῖρας ὁ προδότης, κρυφίως αὐτάς, ἐκτείνει καὶ λαμβάνει, τὴν τιμὴν τοῦ πλάσαντος, ταῖς οἰκείαις χερσὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἀδιόρθωτος ἔμεινεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος.

Κάθισμα

Ἦχος α’. Τὸν Τάφον σου Σωτὴρ.
Ὁ λίμνας καὶ πηγάς, καὶ θαλάσσας ποιήσας, ταπείνωσιν ἡμᾶς, ἐκπαιδεύων ἀρίστην, λεντίῳ ζωννύμενος, Μαθητῶν πόδας ἔνιψε, ταπεινούμενος, ὑπερβολῇ εὐσπλαγχνίας, καὶ ὑψῶν ἡμᾶς, ἀπὸ βαράθρων κακίας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.
(Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου)

Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὶς λίμνες, τὶς πηγὲς καὶ τὶς θάλασσες, θέλοντας νὰ μᾶς διδάξει τὴν πιὸ τέλεια ταπείνωση, ἀφοῦ ζώστηκε τὸ λέντιο (ποδιά), ἔνιψε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν, ταπεινούμενος ἀπὸ ὑπερβολικὴ εὐσπλαχνία, καὶ ἀνυψώνοντας ἐμᾶς ἀπὸ τὰ βάραθρα τῆς κακίας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.

Ἕτερον Κάθισμα

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Ταπεινούμενος, δι’ εὐσπλαγχνίαν, πόδας ἔνιψας, τῶν Μαθητῶν σου, καὶ πρὸς δρόμον θεῖον τούτους κατεύθυνας, ἀπαναινόμενος Πέτρος δὲ νίπτεσθαι, αὖθις τῷ θείῳ ὑπείκει προστάγματι, ἐκνιπτόμενος, καὶ σοῦ ἐκτενῶς δεόμενος, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Κάθισμα

Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Συνεσθίων Δέσποτα, τοῖς Μαθηταῖς σου, μυστικῶς ἐδήλωσας, τὴν παναγίαν σου σφαγήν, δι’ ἧς φθορᾶς ἐλυτρώθημεν, οἱ τὰ σεπτά σου, τιμῶντες Παθήματα.

Ὁ Οἶκος

Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ, προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς, τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ, ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, καὶ ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες, καὶ ἀλλήλων τοὺς πόδας ἐκπλύνοντες· αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς οὕτως ἐκέλευσε, τοῖς αὐτοῦ Μαθηταῖς ὡς προέφησεν, ἀλλ’ οὐκ ἤκουσεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος.

Σὴμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξὺλου…

25 Απριλίου, 2019

 

Τοῦ Δεὶπνου Σου τοῦ Μυστικοῦ…

25 Απριλίου, 2019

Στο Σταυρό και τον Ληστή – Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου-

25 Απριλίου, 2019
Σχετική εικόνα Εκτύπωση
Σήμερα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός βρίσκεται πάνω στο σταυρό και εμείς εορτάζουμε, για να μάθεις ότι ο σταυρός είναι εορτή και πανήγυρη πνευματική. Γιατί προηγουμένως ο σταυρός ήταν η λέξη που σήμαινε καταδίκη, τώρα όμως έγινε αντικείμενο τιμής. Προηγουμένως ήταν σύμβολο καταδίκης, τώρα όμως είναι η προϋπόθεση της σωτηρίας μας.

Γιατί αυτός ο σταυρός μας προξένησε άπειρα αγαθά, αυτός μας απάλλαξε από την πλάνη της ειδωλολατρίας, αυτός μας φώτισε ενώ ζούσαμε μέσα στο σκοτάδι, αυτός μας συμφιλίωσε με το Θεό, ενώ είχαμε γίνει εχθροί του, αυτός μας έκανε φίλους του, ενώ είχαμε αποξενωθεί άπ’ αυτόν, αυτός μας έφερε κοντά στο Θεό, ενώ ήμαστε μακριά του. Αυτός εξαφάνισε την έχθρα, αυτός εξασφάλισε την ειρήνη, αυτός έγινε για μας θησαυροφυλάκιο άπειρων αγαθών.

Εξ αιτίας του δεν περιπλανιόμαστε πια στις έρημους, γιατί γνωρίσαμε τον αληθινό δρόμο. Δε ζούμε πια έξω από τη βασιλεία των ουρανών, γιατί βρήκαμε την είσοδό της. Δε φοβόμαστε πια τα πυρωμένα βέλη τού διαβόλου, γιατί είδαμε την πηγή. Χάρη σ’ αυτόν δε βρισκόμαστε πια σε χηρεία, γιατί αποκτήσαμε το γαμβρό. Δε φοβόμαστε το λύκο, γιατί έχουμε τον καλό ποιμένα. Γιατί λέγει ο Χριστός· «Εγώ είμαι ο ποιμένας ο καλός»1. Χάρη σ’ αυτόν δεν τρέμουμε τον τύραννο, γιατί είμαστε κοντά στο βασιλιά. Γι’ αυτό εορτάζουμε και τιμούμε το σταυρό.

Έτσι παράγγειλε και ο Παύλος να εορτάζουμε το σταυρό. Διότι λέγει· «Ας εορτάζουμε όχι με την παλιά ζύμη, αλλά με άζυμα ειλικρίνειας και αλήθειας»2. Έπειτα, αφού πρόσθεσε την αιτία, συνέχισε˙ «Γιατί το Πάσχα το δικό μας είναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία μας»3.

Βλέπεις γιατί παραγγέλλει να εορτάζουμε το σταυρό; Γιατί επάνω στο σταυρό θυσιάσθηκε ο Χριστός. Και όπου γίνεται θυσία, εκεί εξαφανίζονται τα αμαρτήματα, εκεί γίνεται συμφιλίωση με τον Κύριο, εκεί γίνεται εορτή και χαρά. «Το Πάσχα, το δικό μας είναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για μας». Και πες μου, που θυσιάσθηκε; Πάνω σε σταυρό που στήθηκε ψηλά. Είναι καινούριο το θυσιαστήριο αυτής της θυσίας, επειδή και η θυσία είναι καινούρια και αξιοθαύμαστη.

Γιατί ο ίδιος ήταν και θύμα και ιερέας. Θύμα, κατά το σώμα του, και Ιερέας, κατά την πνευματική του φύση. Ο ίδιος και πρόσφερε τη θυσία και προσφερόταν σωματικά. Άκουσε λοιπόν πως μας φανέρωσε ο Παύλος αυτά τα δύο. «Κάθε αρχιερέας», λέγει, «ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους και γίνεται αρχιερέας για την ωφέλεια των ανθρώπων. Γι’ αυτό λοιπόν ήταν ανάγκη να έχει και ο Χριστός κάτι που να το προσφέρει σαν θυσία. Και πρόσφερε αυτός τον εαυτό του»4.

Και αλλού λέγει, ότι «Ο Χριστός που θυσιάσθηκε μια φορά για να βαστάξει πάνω του τις αμαρτίες των πολλών, θα φανεί σ’ εκείνους που τον περιμένουν για να τους σώσει»5. Να, στη μία περίπτωση θυσιάσθηκε, ενώ στην άλλη θυσίασε τον εαυτό του. Είδες πως έγινε και θύμα και Ιερέας, και πως ο σταυρός ήταν θυσιαστήριο;

Και για ποιο λόγο, θα πει κάποιος, δεν έγινε η θυσία του μέσα στο ναό, αλλά έξω από την πόλη και τα τείχη; Για να πραγματοποιηθεί η προφητεία που έλεγε· «Τον λογάριασαν ανάμεσα στους κακούργους»6. Και για ποιο λόγο, σφάζεται πάνω σε σταυρό που στήθηκε ψηλά και όχι κάτω από στέγη;

Για να καθαρίσει την ατμόσφαιρα, γι’ αυτό θυσιάσθηκε ψηλά, χωρίς να υπάρχει από πάνω του στέγη, αλλά ο ουρανός. Καθαριζόταν λοιπόν η ατμόσφαιρα, επειδή θυσιαζόταν ψηλά το πρόβατο. Καθαριζόταν όμως και η γη, επειδή έσταζε πάνω της το αίμα από την πλευρά του. Γι’ αυτό δε θυσιάσθηκε κάτω από στέγη, γι’ αυτό δε θυσιάσθηκε στο ναό των Ιουδαίων, για να μη νομίσεις ότι προσφέρεται αυτή για χάρη μόνο τού ιουδαϊκού έθνους.

Γι’ αυτό θυσιάσθηκε έξω από την πόλη και τα τείχη, για να μάθεις ότι η θυσία έγινε για όλους τους ανθρώπους, ότι η προσφορά έγινε για όλη τη γη, για να μάθεις ότι ο καθαρμός εί­ναι γενικός και όχι μερικός, όπως γινόταν στους Ιουδαίους.

Γι’ αυτό παράγγειλε ο Θεός στους Ιουδαίους ν’ αφήσουν όλη τη γη και σ’ ένα τόπο να προσφέρουν τις θυσίες τους και να προσεύχονται, επειδή όλη η γη ήταν ακάθαρτη, επειδή υπήρχαν πάνω της καπνός και μυρωδιά ψημένων κρεάτων και όλες οι άλλες ακαθαρσίες από τις ειδωλολατρικές θυσίες.

Για μας όμως, από τότε που ήρθε ο Χριστός και καθάρισε όλη την οικουμένη, όλος ο τόπος έγινε τόπος προσευχής. Γι’ αυτό και ο Παύλος με πεποίθηση συμβούλευε να προσευχόμαστε χωρίς φόβο παντού, λέγοντας τα εξής· «Θέλω να προσεύχονται οι άνδρες σε κάθε τόπο και να σηκώνουν προς τον ουρανό καθαρά χέρια»7. Είδες πως καθαρίσθηκε η οικουμένη;

Από τον τόπο της θυσίας του λοιπόν μπορούμε παντού να υψώνουμε προς τον ουρανό χέρια καθαρά, γιατί όλη η γη αγιάσθηκε και έγινε αγιότερη από τα άγια των αγίων. Γιατί εκεί θυσιάσθηκε πρόβατο που δεν είχε λογικό, εδώ όμως πρόβατο πνευματικό. Και όσο πιο μεγάλη είναι η θυσία, τόσο πιο πολύς είναι και ο αγιασμός. Γι’ αυτό εορτάζουμε το σταυρό.

Θέλεις να μάθεις και άλλο κατόρθωμα τού σταυρού; Τον παράδεισο μας άνοιξε σήμερα, που ήταν κλεισμένος περισσότερο από πέντε χιλιάδες χρόνια8. Γιατί αυτή την ημέρα, αυτή την ώρα έβαλε μέσα στον παράδεισο το ληστή ο Θεός και έκαμε δύο κατορθώματα· το πρώτο, ότι άνοιξε τον παράδεισο, και το δεύτερο, ότι έβαλε μέσα το ληστή.

Σήμερα μας έδωσε πάλι την παλιά πατρίδα μας, σήμερα μας έφερε πάλι στην πόλη των προγόνων μας και χάρισε κατοικία σ’ όλο το ανθρώπινο γένος. Γιατί είπε ο Χριστός· «Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο»9. Τι λέγεις; Σταυρώθηκες και καρφώθηκες και υπόσχεσαι παράδεισο; Ναι, λέγει, για να μάθεις καλά τη δύναμή μου που έχω επάνω στο σταυρό. Επειδή δηλαδή το γεγονός ήταν λυπηρό, για να μη προσέξεις στη σταύρωση, αλλά για να μάθεις τη δύναμη του σταυρωμένου, επάνω στο σταυρό κάνει αυτό το θαύμα, που δείχνει ιδιαίτερα τη δύναμη του.

Γιατί όχι όταν ανέστησε νεκρό, ούτε όταν επιτίμησε τη θάλασσα και τους ανέμους, ούτε όταν απομάκρυνε τους δαίμονες, αλλά όταν τον σταύρωναν, όταν τον κάρφωναν, όταν τον ειρωνεύονταν, όταν τον κακολογούσαν κατόρθωσε ν’ αλλάξει την πονηρή σκέψη του ληστή, για να δεις τη δύναμη του και από τις δύο πλευρές. Και ολόκληρη την κτίση δηλαδή συγκλόνισε, και τις πέτρες ράγισε, και την ψυχή του ληστή, που ήταν πιο αναίσθητη από την πέτρα, τη συγκίνησε και την τίμησε.

«Γιατί σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο», λέγει. Αν και τα Χερουβείμ φρουρούσαν τον παράδεισο, αυτός όμως ήταν κύριος και των Χερουβείμ. Εκεί περιφέρεται πύρινη ρομφαία, άλλ’ αυτός έχει εξουσία πάνω στη φλόγα και την κόλαση και τη ζωή και το θάνατο. Αν και κανείς βασιλιάς δε θα μπορούσε ποτέ ν’ ανεχθεί κάποιο ληστή ή κάποιον άλλον άνθρωπο να καθίσει κοντά του και να τον φέρει έτσι μέσα σε κάποια πόλη.

Αλλά ο Χριστός το έκαμε αυτό και, καθώς μπαίνει μέσα στην ιερή πατρίδα, φέρει μαζί του το ληστή, όχι γιατί περιφρονούσε τον παράδεισο, όχι για να τον προσβάλει με την παρουσία του ληστή, αλλά μάλλον για να τον τιμήσει. Γιατί αυτό ήταν τιμή για τον παράδεισο, να έχει δηλαδή τέτοιον κύριο, που έκαμε και το ληστή άξιο ν’ απολαύσει τον παράδεισο.

Και όταν έβαλε τελώνες και πόρνες στη βασιλεία των ουρανών, δεν το έκαμε γιατί ήθελε να την περιφρονήσει, αλλά περισσότερο την τιμούσε, αποδεικνύοντας ότι τέτοιος είναι ο Κύριος της βασιλείας των ουρανών, που κάνει και πόρνες και τελώνες τόσο εκλεκτούς, ώστε ν’ αποδειχθούν άξιοι για την τιμή και την ευεργεσία αυτή.

Όπως δηλαδή θαυμάζουμε πάρα πολύ έναν ιατρό τότε, όταν τον δούμε να θεραπεύει και να επαναφέρει την υγεία σ’ ανθρώπους που έπασχαν από ανίατες ασθένειες, έτσι είναι δίκαιο να θαυμάζουμε και το Χριστό, όταν θεραπεύει ανίατα τραύματα, όταν ξαναδίνει σε τελώνη και πόρνη τόση υγεία, ώστε ν’ αποδειχθούν άξιοι για τη βασιλεία των ουρανών.

Και τι το σπουδαίο έκαμε ο ληστής, θα πει κάποιος, για να κερδίσει τον παράδεισο μετά τη σταύρωση του;

Θέλεις να σου πω σύντομα το κατόρθωμα του; Όταν ο Πέτρος τον αρνήθηκε χωρίς να είναι στο σταυρό, τότε εκείνος τον πίστεψε καθώς ήταν επάνω στο σταυρό. Και δεν τα λέγω αυτά για να κατηγορήσω τον Πέτρο, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά γιατί θέλω να δείξω τη μεγαλοψυχία του ληστή.

Ο μαθητής δεν άντεξε την απειλή ενός ασήμαντου κοριτσιού, ο ληστής όμως, αν και έβλεπε να στέκεται γύρω ολόκληρος λαός, που φώναζε, και έκανε σαν τρελλός, και βλασφημούσε και περιγελούσε, δεν τα έδωσε σημασία αυτά, ούτε πρόσεξε τη φαινομενική αδυναμία εκείνου που σταυρωνόταν, αλλά, παραβλέποντας με τα μάτια της πίστης όλα αυτά και ξεπερνώντας τα ασήμαντα εμπόδια, αναγνώρισε τον Κύριο των ουρανών και αφού τον παρακάλεσε τού είπε- «Θυμήσου με, Κύριε, όταν φθάσεις στη βασιλεία σου»10.

Ας μη προσπεράσουμε λοιπόν επιπόλαια αυτόν το ληστή, ούτε να ντραπούμε να τον θεωρήσουμε διδάσκαλό μας, αυτόν που ο Κύριός μας δεν ντράπηκε να τον οδηγήσει πρώτο στον παράδεισο. Ας μη ντραπούμε να θεωρήσουμε διδάσκαλό μας τον άνθρωπο, που πρώτος άπ’ όλο τον κόσμο φάνηκε άξιος να μπει στη βασιλεία των ουρανών, άλλ’ ας εξετάσουμε το καθετί με προσοχή, για να μάθουμε τη δύναμη του σταυρού. Δεν είπε στο ληστή, όπως στον Πέτρο, «Ακολούθησε με και θα σε κάνω ικανό να ψαρεύεις ανθρώπους»11, ούτε τού είπε, όπως είπε στους δώδεκα μαθητές του, ότι «θα καθίσετε σε δώδεκα θρόνους να δικάζετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ»12.

Και μάλιστα δεν του είπε ούτε μία λέξη. Δεν τού έδειξε θαύμα, ούτε είδε αυτός ν’ ανασταίνει κάποιο νεκρό, ούτε να διώχνει δαίμονες. Δεν είδε τη θάλασσα να υπακούει στην προσταγή του, ούτε τού είπε κάτι για τη βασιλεία των ουρανών, ούτε για την κόλαση, και ενώπιον όλων πίστεψε σ’ αυτόν, και μάλιστα τη στιγμή που ο άλλος ληστής ήταν σταυρωμένος μαζί του, για να πραγματοποιηθούν τα λόγια τού προφήτη, ότι «Λογαριάσθηκε ανάμεσα στους κακούργους»13.

 

Ήθελαν λοιπόν οι Ιουδαίοι να συκοφαντήσουν τη δόξα του και με κάθε τρόπο τον έβριζαν μ’ αυτά που έκαμναν. Η αλήθεια όμως από παντού έλαμπε και αυξανόταν με τις αντιδράσεις τους. Τον ειρωνευόταν λοιπόν ο άλλος ληστής. Είδες τον ένα και τον άλλο ληστή; Και οι δύο είναι πάνω στο σταυρό, και οι δύο γιατί ήταν ληστές, και οι δύο γιατί έδειξαν κακή δια­γωγή.

Δεν είχαν όμως και οι δύο το ίδιο τέλος, άλλ’ ο ένας κληρονόμησε τη βασιλεία των ουρανών και ο άλλος πήγε στην κό­λαση. Έτσι έγινε και χθες. Μαθητές ήταν οι ένδεκα, μαθητής και ο Ιούδας. Εκείνοι μεν έλεγαν, «Που θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φάγεις το Πάσχα;»14, ενώ αυτός ετοιμαζόταν για την προδοσία και έλεγε˙ «Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σας τον παραδώσω;»14α.

Και εκείνοι ετοιμάζονταν να τον περιποιηθούν και να πάρουν μέρος στη θεία μυσταγωγία, αυτός όμως τον προσκυνάει. Ο ένας τον βρίζει, ο άλλος τον επαινεί και κλείνει το στόμα του βλάσφημου λέγοντας· «Ούτε το Θεό δε φοβάσαι εσύ; Γιατί εμείς απολαμβάνουμε όπως άξιζε για εκείνα που κάναμε»15.

Είδες το θάρρος του ληστή; Είδες το θάρρος του επάνω στο σταυρό; Είδες την πίστη του την ώρα της τιμωρίας του και την ευσέβεια του την ώρα τού βασανισμού του; Ποιος λοιπόν δε θα ένιωθε κατάπληξη για το ότι ήταν κύριος τού εαυτού του, για το ότι είχε τα λογικά του, αν και τον είχαν τρυπήσει με καρφιά; Αυτός όμως δεν ήταν μόνο κύριος τού εαυτού του, αλλά και αδιαφορούσε για τα βάσανά του και φρόντιζε για τα βάσα­να των άλλων, και έγινε διδάσκαλος επάνω στο σταυρό και κατακρίνει τον άλλο ληστή και τού λέγει˙ «Ούτε το Θεό δε φοβάσαι εσύ;».

Να μη προσέχεις, λέγει, στο επίγειο δικαστήριο· υπάρχει άλλος κριτής αόρατος, υπάρχει δικαστήριο αμερόληπτο. Να μη βλέπεις λοιπόν επειδή καταδικάσθηκε στη γη, γιατί δε γίνονται αυτά στον ουρανό. Εδώ δηλαδή στο επίγειο δικα­στήριο και δίκαιοι καταδικάζονται, και άδικοι αθωώνονται, και ένοχοι δεν παθαίνουν τίποτε, και αθώοι τιμωρούνται. Γιατί οι δικαστές κάνουν πολλά λάθη θεληματικά ή άθελα τους, ή γιατί δε γνωρίζουν το δίκαιο και εξαπατούνται, ή γιατί το γνωρίζουν, αλλά, επειδή εξαγοράζονται με χρήματα, παίρνουν πολλές φορές άδικη απόφαση. Στον ουρανό όμως δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο.

Γιατί ο Θεός είναι δίκαιος κριτής και η απόφαση του θα βγει σαν το φως χωρίς να έχει δόλο ούτε άγνοια. Για να μη λέγει λοιπόν, ότι καταδικάσθηκε στη γη και τιμωρήθηκε, τον ανέβασε στο ουράνιο δικαστήριο. Τού θύμισε εκείνο το φοβερό βήμα, λέγοντας περίπου αυτά· Πρόσεχε εκεί και δε θα ρίξεις καταδικαστική ψήφο, ούτε θα συμφωνήσεις με τους ανήθικους δικαστές της γης, αλλά θα παραδεχθείς τη δίκη που γίνεται στους ουρανούς. Είδες την πίστη τού ληστή; Είδες σύνε­ση και διδασκαλία του; Αμέσως από το σταυρό πήδησε στον ουρανό.

Έπειτα, αποστομώνοντας με το παραπάνω αυτόν, τού λέγει· «Δε φοβάσαι, γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή;». Τι σημαίνει, «ότι εν τω αυτώ κρίματι έσμεν;». Ότι τιμωρηθήκαμε με τον ίδιο τρόπο. Μήπως λοιπόν και εσύ δεν είσαι πάνω στο σταυρό; Βρίζοντας λοιπόν το Χριστό, προσβάλλεις τον εαυτό σου αντί γι’ αυτόν. Γιατί, όπως ο αμαρτωλός, όταν κατηγορεί άλλον αμαρτωλό, κατηγορεί τον εαυτό του και όχι τον άλλο, έ­τσι και αυτός που βρίσκεται σε συμφορά και βρίζει τον άλλο για τη συμφορά του βρίζει τον εαυτό του και όχι τον άλλο.

«Γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή». Του διαβάζει αποστολικό νόμο και τού λέγει τα λόγια τού Ευαγγελίου, «Μη κατακρίνετε, για να μη κατακριθείτε»16. «Γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή». Τι κάνεις, ληστή; Προσπαθώντας ν’ απολογηθείς για το Χριστό, τον έκαμες σύντροφο του ληστή; Όχι, λέγει. Εξαφανίζω την υποψία αυτή με τα παρακάτω. Για να μη νομίσεις δηλαδή ότι εξ αιτίας της ίδιας τιμωρίας τον έκαμε και σύντροφο τους στην αμαρτία, πρόσθεσε τη διόρθωση και είπε˙ «Και εμείς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί άξια παθαίνουμε  γι’ αυτά που κάναμε».

Είδες τέλεια εξομολόγηση; Είδες πως απαλλάχθηκε από τις αμαρτίες του επάνω στο σταυρό; Γιατί λέγει ο προφήτης· «Να λέγεις πρώτος εσύ τις αμαρτίες σου, για να συγχωρηθείς»17. Κανείς δεν τον ανάγκασε, κανείς δεν τον πίεσε, αλλά ο ίδιος κατηγόρησε τον εαυτό του λέγοντας· «Και εμείς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί παθαίνουμε άξια γι’ αυτά που κάναμε. Αυτός όμως δεν έκαμε κανένα κακό». Και ύστερα λέγει· «Θυμήσου με, Κύριε, στη βασιλεία σου».

Δεν τόλμησε να πει πρώτα, «Θυμήσου με στη βασιλεία σου», ώσπου με την εξομολόγηση πέταξε από πάνω του το φορτίο των αμαρτιών του. Βλέπεις πόσο μεγάλο πράγμα είναι η εξομολόγηση; Εξομολογήθηκε, και άνοιξε τον παράδεισο· εξομολογήθηκε, και απέκτησε τόσο θάρρος, ώστε από ληστής που ήταν να ζητήσει τη βασιλεία των ουρανών. Βλέπεις πόσα αγαθά μας προξένησε ο σταυρός; Αναλογίζεσαι τη βασιλεία των ουρανών; Πες μου λοιπόν, βλέπεις κάτι τέτοιο; Αυτά που βλέπεις είναι καρφιά και σταυρός, άλλ’ ο σταυρός αυτός, λέγει, είναι το σύμβολο της βασιλείας των ουρανών.

Γι’ αυτό τον ονομάζω βασιλιά, επειδή τον βλέπω να σταυρώνεται. Γιατί είναι χαρακτηριστικό του βασιλιά να πεθαίνει για τη σωτηρία των υπηκόων του. Ο ίδιος ο Χριστός είπε˙ «Ο ποιμένας ο καλός θυσιάζει τη ζωή του για τη σωτηρία των προβάτων του»18. Επομένως και ο βασιλιάς ο καλός θυσιάζει τη ζωή του για τη σωτηρία των υπηκόων του. Επειδή λοιπόν θυσίασε τη ζωή του, γι’ αυτό τον ονομάζω βασιλιά. «Θυμήσου με, Κύριε, στη βασιλεία σου».

Είδες πως ο σταυρός είναι σύμβολο και της βασιλείας των ουρανών; Θέλεις να μάθεις αυτό και από αλλού; Δεν τον άφησε στη γη ο Χριστός, αλλά τον πήρε μαζί του και τον ανέβασε στον ουρανό. Από που φαίνεται αυτό; Επειδή πρόκειται να έρθει με το σταυρό στη δεύτερη και ένδοξη παρουσία του, για να μάθεις πόσο σεβαστό πράγμα είναι ο σταυρός, γι’ αυτό και τον ονόμασε δόξα.

Άλλ’ ας δούμε πως θα έρθει με το σταυρό, γιατί είναι ανάγκη να σάς φέρω την απόδειξη. «Εάν σας πουν», λέγει ο Χριστός, «να, ο Χριστός είναι στα ιδιαίτερα δωμάτια, να είναι στην έρημο, μη βγείτε να τον συναντήσετε»19, και εννοεί τη δεύτερη παρουσία του την ένδοξη και αναφέρεται στους ψευδόχριστους, στους ψευδοπροφήτες και στον αντίχριστο, για να μη πλανηθεί κανείς και πέσει στην παγίδα του. Επειδή δηλαδή ο αντίχριστος θα έρθει πριν από το Χριστό, για να μη πέσει κανείς στο στόμα τού λύκου, αναζητώντας τον ποιμένα, γι’ αυτό σου αναφέρω ένα σημάδι της παρουσίας τού ποιμένα.

Επειδή λοιπόν η πρώτη του παρουσία στον κόσμο έμεινε απαρατήρητη, για να μη νομίσεις ότι και η δεύτερη θα γίνει με τον ίδιο τρόπο, έδωσε αυτό το σημάδι. Γιατί η πρώτη του παρουσία δικαιολογημένα έμεινε απαρατήρητη, επειδή ήρθε να βρει το χαμένο πρόβατο. Η δεύτερη όμως δε θα γίνει έτσι. Αλλά πως; πες μου. «Όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και φαίνεται μέχρι τη δύση, έτσι θα γίνει και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου»20.

Θα φανεί σ’ όλους μαζί και δε θα χρειασθεί να ερωτήσει κανείς, αν ο Χριστός είναι εδώ ή εκεί. Όπως λοιπόν όταν φαίνεται μία αστραπή δε χρειάζεται να εξετάσου­με αν φάνηκε, έτσι όταν συμβεί η δεύτερη παρουσία τού Χριστού, δε χρειάζεται να εξετάζουμε αν ήρθε ο Χριστός.

Άλλ’ εκείνο που θέλουμε ν’ αποδείξουμε είναι, αν θα έρθει με το σταυρό. Δεν πρέπει βέβαια να ξεχάσουμε την υπόσχεσή μας. Άκουσε λοιπόν τα εξής. «Τότε», λέγει· τότε, πότε; «Όταν θα έρθει ο Υιός του άνθρωπου, ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα δώσει το φως της»21. Γιατί τόσο υπερβολικό θα είναι τότε το φως, ώστε και τα πιο λαμπρά άστρα θα κρυφθούν. «Τότε και τα άστρα θα πέσουν από τον ουρανό, τότε θα φανεί στον ουρανό και το σημάδι τού Υιού τού άνθρωπου»22.

Είδες πόση είναι η δύναμη τού σταυρού; Ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα φανεί, ο σταυρός όμως λάμπει και φαίνεται, για να μάθεις ότι είναι πιο λαμπρός και από τον ήλιο και από τη σελήνη. Και όπως όταν ένας βασιλιάς μπαίνει σε κάποια πόλη, οι στρατιώτες παίρνουν τα λάβαρα, τα σηκώνουν στους ώμους τους και προαγγέλλουν την είσοδο του, έτσι και όταν ο Κύριος θα κατεβαίνει από τους ουρανούς θα προηγούνται οι στρατιές των αγγέλων και των αρχαγγέλων και θα φέρουν στους ώμους τους το σταυρό και θα μας προαγγέλλουν τη βασιλική είσοδο του. «Τότε θα σαλευθούν οι δυνάμεις των ουρανών», λέγει, και εννοεί τους αγγέλους· θα τους πιάσει τότε πολύς τρόπος και φόβος.

Και για ποιο λόγο; πες μου. Θα είναι φοβερό το δικαστήριο εκείνο, γιατί πρόκειται όλο το ανθρώπινο γένος να δικασθεί και να παρουσιασθεί μπροστά στο φοβερό κριτή. Για ποιο λοιπόν λόγο οι άγγελοι φοβούνται και τρέμουν; αφού δεν πρόκειται αυτοί να δικασθούν. Γιατί, όπως όταν δικάζει ένας άρχοντας δε φοβούνται και τρέμουν οι ένοχοι μόνο, αλλά και οι φρουροί, που δεν αισθάνονται καμιά ένοχη, επειδή φοβούνται το δικαστή, έτσι και τότε, όταν θα δικάζεται το ανθρώπινο γένος, θα φοβούνται και οι άγγελοι, που δεν αισθάνονται καμιά ενοχή, επειδή θα φοβούνται πάρα πολύ το δικαστή.

Γιατί όμως φαίνεται τότε ο σταυρός και γιατί έρχεται έχοντας το σταυρό ο Κύριος; Για να μάθουν την αχαριστία τους εκείνοι που τον σταύρωσαν, γι’ αυτό τους δείχνει αυτό το σύμβολο της ντροπής τους. Και ότι πραγματικά γι’ αυτό φέρει μαζί του το σταυρό, άκουσε τον προφήτη που λέγει˙ «Τότε θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης»23, γιατί θα δουν τον κατήγορό τους και θ’ αναγνωρίσουν το σφάλμα τους. Και γιατί απορείς, εάν θα έρθει μαζί με το σταυρό, αφού τότε θα δείχνει και τις ίδιες τις πληγές του; «Γιατί θα δουν», λέγει ο προφήτης, «εκείνον που τον τρύπησαν με τη λόγχη»24.

Όπως δηλαδή έκαμε στην περίπτωση του Θωμά, επειδή ήθελε να διορθώσει την απιστία τού μαθητή του, και αφού αναστήθηκε του έδειξε τα σημάδια των καρφιών και τις πληγές, και τού είπε, «Βάλε το χέρι σου και δες, γιατί το φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά»25, έτσι και τότε θα δείξει τις πληγές και το σταυρό, για ν’ αποδείξει ότι αυτός ήταν εκείνος που σταυρώθηκε.

Και όχι μόνο από το σταυρό, αλλά και από τα ίδια τα λόγια που είπε πάνω στο σταυρό είναι δυνατό να δούμε την ανέκφραστη φιλανθρωπία του. Γιατί ακόμη και τότε που τον σταύρωναν και τον ειρωνεύονταν και τον περιγελούσαν και τον έφτυναν, έλεγε· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν»26.

Και όταν σταυρώνεται, προσεύχεται γι’ αυτούς που τον σταύρωναν, αν και έλεγαν τα αντίθετα· «Εάν είσαι Υιός τού Θεού, κατέβα από το σταυρό και θα πιστέψουμε σε σένα»27. Άλλ’ όμως γι’ αυτό δεν κατεβαίνει από το σταυρό, επειδή είναι Υιός τού Θεού, και γι’ αυτό ήρθε, για να σταυρωθεί για τη σωτηρία μας. «Κατέβα από το σταυρό», λέγει, «και θα πιστέψουμε σε σένα». Αυτά είναι λόγια και πρόφαση για την απιστία τους. Γιατί το ότι αναστήθηκε, αν και υπήρχε ο λίθος στον τάφο του, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να κατεβεί από το σταυρό.

Το να βγάλει από το μνήμα το Λάζαρο, που ήταν νεκρός τέσσερις ημέρες και δεμένος με τα νεκρικά σάβανα, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να κατεβεί από το σταυρό. Εκείνοι λοιπόν έλεγαν «Εάν είσαι Υιός τού Θεού, σώσε τον εαυτό σου». Αυτός όμως έκανε τα πάντα, για να σώσει εκείνους που τον έβριζαν, και έλεγε· «Συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Τι λοιπόν έγινε; Τους συγχώρησε την αμαρτία τους; Τους συγχώρησε, αν ήθελαν να μετανοήσουν.

Γιατί αν δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δε θα γινόταν ο Παύλος απόστολος. Αν δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δε θα πίστευαν αμέσως τρεις χιλιάδες και πέντε χιλιάδες και πολλές μυριάδες. Ότι πραγματικά πίστεψαν πολλές μυριάδες Ιουδαίων, άκουσε τι λέγουν οι απόστολοι στον Παύλο· «Βλέπεις, αδελφέ, πόσες είναι οι μυριάδες των Ιουδαίων που πίστεψαν στο Χριστό;»28.

Ας μιμηθούμε λοιπόν τον Κύριο και ας προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας. Πάλι λοιπόν καταλήγω σ’ αυτήν τη συμβουλή. Είναι η πέμπτη ημέρα σήμερα που σάς ομιλώ για το ζήτημα αυτό, όχι γιατί θέλω να σάς κατηγορήσω για απείθεια, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά γιατί πάρα πολύ ελπίζω ότι θα πεισθείτε.

Εάν όμως υπάρχουν μερικοί σκληρόκαρδοι και οργίλοι και δύστροποι, που δεν υπάκουσαν σ’ αυτά που για την προσευχή είπαμε, ίσως ντραπούν που σάς ομιλώ πολλές ημέρες και απομακρύνουν κάποτε το μίσος και τη μικροψυχία. Μιμήσου τον Κύριό σου· σταυρωνόταν, και μιλούσε στον Πατέρα για το καλό αυτών που τον σταύρωναν. Και πως μπορώ, θα πει κάποιος, να μιμηθώ τον Κύριο; Εάν θέλεις, μπορείς. Γιατί, εάν δεν μπορούσες να τον μιμηθείς, πως έλεγε, «Μάθετε από μένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»29;

Εάν δεν ήταν δυνατό να τον μιμηθείς, δε θα έλεγε ο Παύλος· «Να γίνεστε μιμητές μου, όπως και εγώ γίνομαι μιμητής τού Χριστού»30. Άλλ’ όμως δε θέλεις να μιμηθείς τον Κύριο; μιμήσου το συνάνθρωπο σου, εννοώ τον απόστολο Στέφανο, γιατί και αυτός μιμήθηκε τον Κύριο. Και όπως ο Χριστός ανάμεσα στους σταυρωτές του αδιαφόρησε για τη σταύρωσή του, αδια­φόρησε για τους πόνους του και παρακαλούσε τον Πατέρα να συγχωρήσει τους σταυρωτές του, έτσι και ο διάκονος Στέφανος ανάμεσα σ’ αυτούς που τον λιθοβολούσαν, καθώς τον κτυπούσαν όλοι και δεχόταν τις πέτρες τους, αδιαφόρησε για τους πόνους που τού προκαλούσαν τα κτυπήματα και έλεγε· «Κύριε, μη λογαριάσεις σ’ αυτούς την αμαρτία αυτή»31.

Είδες πως ομιλεί ο Υιός; Είδες πως παρακαλεί ο άνθρωπος; Εκείνος λέγει· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία αυτή, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν», και αυτός λέγει· «Κύριε, μη τους λογαριάσεις αυτή την αμαρτία». Και για να μάθεις ότι προσεύχεται με ειλικρίνεια, δεν προσεύχεται απλά όρθιος όταν τον λιθοβολούσαν, αλλά γονάτισε και προσευχήθηκε με κατάνυξη και πολλή συμπόνοια. Θέλεις να σου δείξω και άλλο συνάνθρωπο σου που έπαθε πολύ περισσότερα άπ’ αυτόν;

Ο Παύλος λέγει· «Οι Ιουδαίοι με κτύπησαν με ραβδιά, μια φορά με λιθοβόλησαν, ένα ημερόνυκτο έμεινα στο πέλαγος»32. Τι λέγει λοιπόν ύστερα άπ’ αυτά; «Θα ευχόμουν», λέγει, «να χωρισθώ εγώ ο ίδιος από το Χριστό, για χάρη των αδελφών μου Ιουδαίων, που είναι συγγενείς μου κατά σάρκα»33. Θέλεις να δεις και άλλον, όχι από την Καινή Διαθήκη, αλλά από την Παλαιά; Γιατί αυτό είναι το πάρα πολύ αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή τότε που δεν υπήρχε η προτροπή ν’ αγαπούν οι άνθρωποι τους εχθρούς τους, αλλά να βγάζουν μάτι αντί για μάτι, και δόντι αντί για δόντι, και ν’ ανταποδίδουν τα ίδια κακά, έφθασαν στη συμπεριφορά των αποστόλων.

Άκουσε τι λέγει ο Μωυσής, που λιθοβολήθηκε πολλές φορές από τους Ιουδαίους και περιφρονήθηκε άπ’ αυτούς· «Εάν τους συγχωρήσεις την αμαρτία, συγχώρησε την διαφορετικά, σβήσε και μένα από το βιβλίο που με έγραψες»34.

Βλέπεις ότι ο καθένας θέτει την ασφάλεια των άλλων πριν από τη δική του σωτηρία; Δεν αμάρτησες καθόλου˙ γιατί θέλεις να τιμωρηθείς μαζί μ’ αυτούς; Επειδή, λέγει, δεν αισθάνομαι καθόλου την ευτυχία, όταν οι άλλοι υποφέρουν. Θα μας ήταν βέβαια αρκετά αυτά τα παραδείγματα.

Αλλά για να διορθωθούμε από τα πολλά παραδείγματα, θ’ αναφέρω και κάποιον άλλο που έκαμε τις ίδιες σκέψεις. Γιατί και ο Δαυίδ, ο μακάριος και πράος εκείνος άνδρας, όταν επαναστάτησε εναντίον του όλες ο στρατός του και έδωσε όλη του τη δύναμη στον υιό του τον Αβεσαλώμ, και επιτέθηκε να καταλάβει την εξουσία και ήθελε να τον σφάξει, και έπειτα οργίσθηκε γι’ αυτό ο Θεός (γιατί τι σημασία έχει αν βρήκε άλλη πρόφαση για τη σφαγή;), και έστειλε τον άγγελό του με γυμνό το ξίφος, για να κτυπήσει από ψηλά, όταν έβλεπε ότι αφανίζονται όλοι, τι λέγει; «Εγώ ο ποιμένας αμάρτησα, και εγώ ο ποιμένας έκαμα κακό. Ας πέσει η τιμωρία σου σε μένα και στην πατρική μου οικογένεια»35.

Βλέπεις πάλι όμοια κατορθώματα; Θέλεις να σου δείξω και άλλον; Γιατί δε μας λείπει και άλλος που έκαμε τις ίδιες σκέψεις. Ο προφήτης Σαμουήλ βρίσθηκε από τους Ιουδαίους, καθαιρέθηκε, περιφρονήθηκε τόσο, ώστε ο Θεός θέλησε να τον παρηγορήσει και του είπε· «Δεν περιφρόνησαν εσένα, άλλ’ εμένα»36.

Τι λοιπόν απάντησε εκείνος που περιφρονήθηκε, που προσβλήθηκε και που βρίσθηκε; «Είθε να μη κάνω τέτοια αμαρτία», λέγει, «ώστε να σταματήσω να προσεύχομαι στον Κύριο για σάς»37. Θεώρησε ότι είναι αμαρτία, το να μη προσεύχεται για τους εχθρούς του. Είθε λοιπόν να μη συμβεί ν’ αμαρτήσω έτσι, ώστε να μη προσεύχομαι για σάς. Ο Χριστός λέγει· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Ο Στέφανος λέγει· «Κύριε, μη τους λογαριάσεις την αμαρτία αυτή».

Ο Παύλος λέγει· «Θα ευχόμουν να γίνω ανάθεμα για χάρη των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα». Ο Μωυσής λέγει· «Εάν τους συγχωρήσεις την αμαρτία τους, συγχώρησε την διαφορετικά, σβήσε και μένα από το βιβλίο που με έγραψες». Ο Δαυίδ λέγει· «Ας πέσει η τιμωρία σου σε μένα και στην πατρική μου οικογένεια». Ο Σαμουήλ λέγει˙ «Είθε να μη κάνω τέτοια αμαρτία, ώστε να σταματήσω να προσεύχομαι στον Κύριο για σας».

Πες μου λοιπόν, ποια συγγνώμη θα επιτύχουμε, όταν, ενώ ο Κύριος και οι συνάνθρωποι μας, από την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη, όλοι μας παρακινούν να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας, εμείς όμως κάνουμε το αντίθετο και προσευχόμαστε για το κακό των εχθρών μας;

Μη, σας παρακαλώ, αδελφοί, μη το κάνετε αυτό. Γιατί, όσο περισσότερα είναι τα παραδείγματα, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η τιμωρία, εάν δεν τα μιμηθούμε. Είναι σπουδαιότερο να προσεύχεται κανείς για τους εχθρούς του, παρά για τους φίλους του. Γιατί δε σας ωφελεί τόσο το δεύτερο, όσο το πρώτο. «Γιατί, αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν, δεν κάνετε τίποτε το σπουδαίο», λέγει ο Χριστός· «Γιατί και οι τελώνες το ίδιο κάνουν»38.

Επομένως, εάν προσευχηθούμε για τους φίλους μας, δε γίναμε καθόλου καλύτεροι από τους ειδωλολάτρες και από τους τελώνες. Όταν όμως αγαπήσουμε τους εχθρούς μας, γίναμε όσο είναι ανθρώπινο δυνατό όμοιοι με το Θεό, γιατί «Ανατέλλει τον ήλιο του σε πονηρούς και σ’ αγαθούς, και βρέχει στους δίκαιους και στους άδικους»39.

Ας γίνουμε λοιπόν όμοιοι με τον Πατέρα, γιατί λέγει, «Να γίνεστε όμοιοι με τον Πατέρα σας που βρίσκεται στους ουρανούς», για ν’ αξιωθούμε και τη βασιλεία των ουρανών με τη χάρη και τη φιλανθρωπία τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ιω. 10, 11.

2. Α’ Κορ. 5, 8.

3. Α’ Κορ. 5, 7.

4. Εβρ. 5, 1 και 8, 3.

5. Εβρ. 9, 28.

6. Ησ. 53, 12.

7. Α’ Τιμ. 2, 8.

8. Παλαιότερα πίστευαν ό,τι ο κόσμος δημιουργήθηκε το 5000 π.Χ. Η ίδια αντίληψη υπάρχει στην εποχή τού Χρυσοστόμου και αργότερα.

9. Λουκά 23, 43.

10. Λουκά 23, 42.

11. Ματθ. 4, 19.

12. Ματθ. 19, 28.

13. Ησ. 53, 12.

14. Ματθ. 26, 17

14α Ματθ. 26, 15.

15. 23 , 40-41.

16. Ματθ. 7, 1.

17. Ησ. 43, 26.

18. Ιω. 10, 11.

19. Ματθ. 24, 26.

20. Ματθ. 24, 27.

21. Ματθ. 24, 29.

22. Ματθ. 24, 30.

23. Αποκ. ι, 7.

24. Ζαχ. 12, 10.

25. Ιω. 20, 27· Λουκά 24, 39.

26. Λουκά 23, 34.

27. Ματθ. 27, 40.42.

28. Πράξ. 21, 20.

29. Ματθ. 11, 29.

30. Α’ Κορ. 11, 1.

31. Πράξ. 7, 60.

32. Β’ Κορ. 11, 25.

33. Ρωμ. 9, 3.

34. Εξ. 32, 31-32.

35. Β’ Βασ. 24, 17.

36. Α’ Βασ. 8, 7.

37. Α’ Βασ. 12, 23.

38. Ματθ. 5, 46.

39. Ματθ. 5, 45.

—–

Ι. Χρυσοστόμου έργα 36, Πατερικές Εκδόσεις  «Γρηγόριος ο Παλαμάς »
Ηλεκτρονική  επεξεργασία – Διαμόρφωση κειμένου
Αντιαιρετικόν  Εγκόλπιον:   http://www.egolpion.com

 

Μεγὰλη Τετὰρτη

24 Απριλίου, 2019

Σχετική εικόνα

Γυνή, βαλοῦσα σώματι Χριστοῦ μύρον,
Τὴν Νικοδήμου προὔλαβε σμυρναλόην.

Κατά την Μεγάλη Τετάρτη επιτελούμε ανάμνηση του γεγονότος της αλείψεως του Κυρίου με μύρο από μια πόρνη γυναίκα. Επίσης φέρεται στη μνήμη μας, η σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων, του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου τους, προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου, καθώς και τα σχέδια του Ιούδα για προδοσία του Διδασκάλου του.Δύο μέρες πριν το Πάσχα, καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα, κι ενώ βρισκόταν στο σπίτι στου λεπρού Σίμωνα, τον πλησίασε μια πόρνη γυναίκα κι άλειψε το κεφάλι Του με πολύτιμο μύρο

. Η τιμή του ήταν γύρω στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι’ αυτό οι μαθητές την επέκριναν και περισσότερο απ’ όλους ο Ιούδας. Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός για την ελεημοσύνη προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε, για να μην αποτραπεί απ’ το καλό της σκοπό

. Ανέφερε μάλιστα και τον ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία, αλλά μάταια. Τότε απέδωσε στη γυναίκα την μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη.

Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μια και την ίδια γυναίκα, που πήρε την ονομασία πόρνη. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, τη Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, που άλειψε τα άχραντα πόδια Του σκουπίζοντας τα με τις τρίχες των μαλλιών της.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς. 

(Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου)
Να, ὁ Νυμφίος ἔρχεται στὸ μέσο τῆς νύχτας, κι εὐτυχισμένος θὰ εἶναι ὁ δοῦλος ποὺ θὰ τὸν βρεῖ (ὁ Νυμφίος) ξάγρυπνο νὰ τὸν περιμένει· ἀνάξιος ὅμως πάλι θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ τὸν βρεῖ ράθυμο καὶ ἀπροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου νὰ μὴ βυθιστεῖς στὸν πνευματικὸ ὕπνο, γιὰ νὰ μὴν παραδοθεῖς στὸ θάνατο (τῆς ἁμαρτίας) καὶ νὰ μείνεις ἔξω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀνάνηψε κράζοντας· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι ἐσὺ ὁ Θεὸς· σῶσε μας διὰ τῆς προστασίας τῶν ἐπουρανίων ἀσωμάτων δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων).

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Ὑπὲρ τὴν Πόρνην Ἀγαθὲ ἀνομήσας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοι προσῆξα, ἀλλὰ σιγῇ δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθῳ ἀσπαζόμενος, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ὅπως μοι τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης παράσχῃς, τῶν ὀφλημάτων κράζοντι Σωτήρ. Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με.

(Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου)
Ἀγαθὲ Κύριε, ἂν καὶ ἁμάρτησα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν πόρνη ὅμως δέ σοῦ πρόσφερα (ὅπως ἐκείνη) βροχὴ δακρύων μετανοίας· ἀλλὰ πέφτω στὰ πόδια σου, σιωπηλὰ δεόμενος καὶ ἀσπαζόμενος τὰ ὁλοκάθαρα πόδια σου, νὰ μοῦ χορηγήσεις συγχώρηση τῶν πταισμάτων μου, κράζοντας Σωτῆρα μου: Λύτρωσέ με ἀπὸ τὸν ἠθικὸ βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων μου καὶ σῶσε με.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Πόρνη προσῆλθέ σοι, μύρα σὺν δάκρυσι, κατακενοῦσά σου ποσὶ Φιλάνθρωπε, καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν, λυτροῦται τῇ κελεύσει σου, πνέων δὲ τὴν χάριν σου, μαθητής ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται, καὶ βορβόρῳ συμφύρεται, φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε. Δόξα Χριστὲ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου.

(Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου)
Μιὰ πόρνη γυναίκα σὲ πλησίασε, φιλάνθρωπε Κύριε, καὶ ἄδειασε στὰ πόδια σου ἀρώματα ἀνακατεμένα μὲ δάκρυα. Καὶ τὴ στιγμὴ ἐκείνη λυτρώθηκε μὲ τὸ πρόσταγμά σου ἀπὸ τὴ δυσωδία τῶν ἁμαρτημάτων της. Ἀντίθετα ὁ Ἰούδας, ὁ ἀχάριστος μαθητής, ἂν καὶ ἀνέπνεε τὴν εὐωδία της χάριτός σου, ἀπέβαλε αὐτὴ καὶ ἀναμίχτηκε μὲ τὴν ἀναθυμίαση τοῦ βορβόρου τῆς ἁμαρτίας, πουλώντας σε ἀπὸ φιλαργυρία. Δόξα, Χριστέ, στὴν εὐσπλαχνία σου!

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἰούδας ὁ δόλιος, φιλαργυρίας ἐρῶν, προδοῦναί σε Κύριε, τὸν θησαυρὸν τῆς ζωῆς, δολίως ἐμελέτησεν. Ὅθεν καὶ παροινήσας, τρέχει πρὸς Ἰουδαίους, λέγει τοῖς παρανόμοις. Τί μοι θέλετε δοῦναι, κᾀγὼ παραδώσω ὑμῖν, εἰς τὸ σταυρῶσαι αὐτόν;

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἡ Πόρνη ἐν κλαυθμῷ, ἀνεβόα οἰκτίρμον, ἐκμάσσουσα θερμῶς, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς, καὶ ἐκ βάθους στενάζουσα. Μὴ ἀπώσῃ με, μηδὲ βδελύξῃ Θεέ μου, ἀλλὰ δέξαι με, μετανοοῦσαν, καὶ σῶσον, ὡς μόνος φιλάνθρωπος.

Ὁ Οἶκος
Ἡ πρῴην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα, τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας, καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν, καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν περ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ’ ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων, ἡ Πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα, καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν· Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με.

Ομιλία εις την γυναίκα την αμαρτωλόν, την αλειψάσαν τον Κύριον μύρω και εις Φαρισαίον-Ἁγὶου Ἀμφιλοχὶου ἐπισκὸπου Ἰκονὶου-

24 Απριλίου, 2019
 

Α. Πολύ ωφέλησε την ψυχή μας ο Χριστός, σαν παρακάθησε στο τραπέζι του Ζακχαίου. Γιατί όπου ο Χριστός φιλοξενείται, και κάμνει συντροφιά με τους ανθρώπους, και το πιοτό και το τραπέζι μας καταδέχεται, εκεί κατοικεί η ευφροσύνη. Γιατί ποιος τελώνης η πόρνη η απ’ εκείνους που έπραξαν όσα δε λέγονται κακά, βλέποντας τον Ποιητήν του ουρανού και της γης να εισέρχεται στο σπίτι του Τελώνη,

η εκείνον που μας δίδει τα στάχυα, να λαβαίνει με τα χέρια του ανθρώπινο ψωμί, η των τσαμπιών τον χορηγό να ντύνει απ’ το κρασί και να ευλογεί τα πατητήρια, και στο μυαλό του δε θάβαζε την πράξη τούτη για μεγάλη γιορτή και λαμπρό πανηγύρι; Αληθινά γιορτή. Ευφροσύνη αγγελικής φιλοξενίας, να βλέπεις το Δεσποτη με τους δούλους· το Θεό με τους ανθρώπους· τον Κριτήν τέλος να βλέπεις μ’ εκείνους που θα κρίνει, να κάθεται το ίδιο τραπέζι. Μα για τούτον το λόγο ήρθε στη γη, χωρίς να εγκαταλείψει τον ουρανό ορφανό από τη θεϊκή δόξα· γιατί και τέλειος γενόμενος άνθρωπος, δεν έπαυσε να είναι Θεός.

Και ήρθε επί της γης και πέρασε θάλασσες για να βγάλει τους χειμαζομένους στο πέλαγος των βιοτικών φροντίδων από το βυθό της αμαρτίας, και σε πόλεις και κώμες περιόδευσε και περπάτηξε στα στενά τα μονοπάτια και στ’ απόκρημνα πατήματα, και σε γκρεμνούς στάθηκε κι αναζήτησε τους πλανεμένους για να τους επαναφέρει στην ποίμνη των, σαν ακυβέρνητα πρόβατα. Γιατί Αυτός είναι εκείνος που αναζητεί το «απολωλός πρόβατον», εκείνος που εγκαταλείπει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και πάσχει για το ένα. Κι επειδή ζητούσε το ένα, δε σημαίνει πως καταφρονούσε τα επίλοιπα, μα κι ούτε πάλιν θυσίαζε για τα πολλά το ένα· γιατί άφηνε τα ενενήντα εννέα στη μάντρα ασφαλισμένα και σίγουρα, και τότε έτρεχε για το ένα να το σώσει απ’ την πλεκτάνη του διαβόλου. Πρόβατο χωρίς ποιμένα είναι έτοιμο δείπνο στα θηρία, και ψυχή ασφράγιστη από αρετή και χωρίς ταπείνωση και φόβον Θεού είναι στα χέρια του διαβόλου. Όθεν και τον Ζακχαίον άρπαξε σαν πρόβατο από το στόμα του λύκου και στη λογικήν αυλήν των προβάτων επανέφερε και με θεία χαρίσματα και αρετήν τον εκόσμησε. Και όπως ο ποιμήν που επιθυμεί να ξαναβρή το πλανεμένο αρνί, αφήνει φρόνιμο και πιστό του ζώο ελεύθερο να βόσκει, μη τυχόν το απαντήσει και συντροφιαστά επιστρέψουνε στη μάντρα, έτσι και ο Λόγος του Θεού τη σάρκα που δανείστηκε από την Παρθένον, σαν πρόβατο σε βοσκοτόπι, άφησε στο τραπέζι του Ζακχαίου, όπως, ένεκεν της φιλοξενίας και της συντροφιάς, τον τραβήξει προς την ποίμνην.

Β. Αλλά τούτο δεν το καταλάβαιναν οι Φαρισαίοι και σχολίαζαν με τις απαίσιές τους γλώσσες και διέβαλλαν το Χριστό  που τον έβλεπαν να τρώγει με τους τελώνες. Μα σαν τα ασκιά τα παληά ανοίξανε γιατί δεν μπορούσαν να δεχτούν τον καινούριο δυνατό λόγο της διδασκαλίας. Εμείς όμως, αδελφοί, ας ακολουθήσουμε το μέγα φιλάνθρωπο στην πορείαν του. Εκείνος λοιπόν που τον Ζακχαίον τον τελώνην έφερε στο δρόμο τον καλό και στη λογική μάντρα των Αποστόλων συγκατέλεξε, εκείνος είναι που και την πόρνην την αμαρτωλήν, την εργάτιδα τόσων κακών, ετράβηξε από το φαράγγι του διαβόλου και στην ασφαλισμένη μάντρα την απέδωσε.

Για να γνωρίσετε όμως τη φιλανθρωπία του Χριστού κι από την άλλην των Φαρισαίων την παραφροσύνην και για να μάθετε της αμαρτωλής την επιστροφή, παραθέτω τούτες τις ευαγγελικές ρήσεις, και αν ακούσετε καλά και προσέξετε το ύφος, εύκολα πολύ θα βγάλετε και το νόημά τους. Ηρώτησε, λέγει, τις των Φαρισαίων τον Ιησούν, ίνα φάγη μετ’ αυτού. Και εισελθών εις τον οίκον του Φαρισαίου ανεκλίθη. Ω ανείπωτη χάρις! Ω πρωτάκουστη φιλανθρωπία που δε γνωρίζεις όρια! Και με Φαρισαίους παρακάθεται χωρίς ν’ αποδιώχνει τους τελώνες· και τις πόρνες ελεεί και με τη Σαμαρείτιδα διαλέγεται· και στη Χαναναίαν απαντά και στην αιμορροούσα το κράσπεδον του ιματίου του παραχωρεί και δεν ντρέπεται. Είναι γιατρός για όλα τα πάθη και τα θεραπεύει για να ωφελήσει όλους, τους πονηρούς και τους αγαθούς, τους αχάριστους και τους ευγνώμονες. Έτσι λοιπόν και τώρα που τον προσκαλεί ο Φαρισαίος, δέχεται, και εισέρχεται στην οικίαν του, πλην οικίαν γιομάτη με αμαρτίες. Γιατί όπου Φαρισαίος εκεί είναι η πονηρία, ο τόπος της αμαρτίας, της υπερηφανίας το «καλωσόρισες». Και σε τέτοιο σπίτι ο Κύριος δεν αρνιέται να υπάγει. Και φυσικά, γιατί ως ο ήλιος δε χάνει τη λάμψη του ακόμα και στο βόρβορο σα ρίχνει τις ακτίνες του αλλά τουναντίον τον καθαρίζει, έτσι και ο Χριστός κάθε τόπον αισχύνης και βέβηλον διαλέγει και τη βρωμερήν αμαρτία με τις ακτίνες του διαλύει, κι άσπιλος μένει πάντα ο λόγος της θεότητος.

Γ. Έτσι ευθύς επήγε στον Φαρισαίον· ήρεμος, σιωπηλός, χωρίς να ελέγξει τη ζωή του. Πρώτα για να αγιάσει τους καλεσμένους, εκείνον που τον κάλεσε, την οικίαν και της πολιτείας τα βρώματα· έπειτα για να δείξει πως δεν ήταν φάσμα η ενανθρώπησή του μα κάτι πραγματικό, πως γίνηκε δηλαδή τέλειος άνθρωπος, κάθισε στο τραπέζι γιατί εκεί έμελλε να έρθει η πόρνη και να δείξει το θερμόν και φωτεινόν τρόπο της μετανοίας. Γι’ αυτό σαν τον κάλεσε ο Φαρισαίος, ευθύς συγκατανεύει για να διδάξη παρουσία των Γραμματέων και Φαρισαίων. Όταν η πόρνη θα ομολογεί τα σφάλματά της, πως πρέπει να ζητούν συγχώρεση οι αμαρτωλοί από το Θεό και να δέχονται τη χάρη του. Ιδού γαρ, λέγει, γυνή εν τη πόλει, ήτις ην αμαρτωλός. Γυναίκα· η ανερμάτιστη φύση, το πρώτο δίχτυ του διαβόλου, η εισαγωγή της πλάνης, η διδασκάλισσα της παραβάσεως και της ανομίας. Αυτή που γίνηκε για βοήθεια του αντρός, μα πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε εχθρόν του, που δημιουργήθηκε και είναι εκ φύσεως καλή, μα που με την ίδια της τη βούληση γίνηκε κακή· αυτή που έδειξε την ωραιότητα του ξύλου και τον παράδεισον έχασε. Και ιδού γυνή, εν τη πόλει, ήτις ην αμαρτωλός, και της Εύας έφερνε τις αμαρτίες και κατάμεστη ήταν από τις δικές της. Και θα ειπώ πρώτα για την προηγούμενή της συμπεριφορά και πως σκορπούσε σπάταλα τους τρόπους της, για να αντιληφθήτε καλλίτερα την πολυτέλεια της μετανοίας.

Δ. Ο Θεός έλαβεν οστούν από την πλευράν του Αδάμ, του προσέθηκε σάρκα και έτσι έκαμε την Εύα, που και γι’ αυτό γυναίκα την κάλεσε, και την έδωσε στον Αδάμ για σύντροφό του. Αλλά μετά που αμάρτησαν και παρέβηκαν τον νόμο και διωχθήκανε από τον Παράδεισον, σαν τιμωρία τους ήρθε και ο θάνατος. Μα για να μη χαθεί ολότελα το ανθρώπινο γένος με τη φθορά του θανάτου, έρχεται ο γάμος ν’ αναχαιτίσει το θάνατο. Για να σπέρνει ο ένας κι ο άλλος να θερίζει· ο ένας να κόβει κι ο άλλος να βλασταίνει. Κι ότι μετά την εισέλαση του θανάτου δόθηκε η χάρη του γάμου, καταφάνερο είναι από το ότι ο Αδάμ μετά την έξοδο από τον Παράδεισο βρέθηκε με την Εύα. Κι έχει γραφτεί ότι σαν βγήκανε από τον Παράδεισο, τότε εγνώρισε ο Αδάμ τη γυναίκα του· προ της αμαρτίας λοιπόν ήταν η παρθενία, που διατηρούσε αμόλυντο και καθαρό το χιτώνα της φύσεως. Μετά λοιπόν από την ανομία, ύστερα από την τιμωρία του θανάτου εισέλασε ο γάμος για να εξασθενήσει το θάνατο με την άνθησή του και να τον νικήσει με την αρχοντική του βλάστηση. Και για να μη χαθή το ανθρώπινο γένος αλλά τουναντίον να πληθυνθεί ψηφίστηκε ο νόμος του γάμου. Και στον άνδρα χάρισε την ηδονή και στη γυναίκα τη θωπεία και την ωραιότητα, ωραιότητα πρόσκαιρη, όχι για να ερεθίζωνται ανάμεσό τους και να ωθούνται σε άνομες μίξεις, αλλά για να ενώνονται έννομα με το θεσμό του γάμου. Όθεν η μίξις ύστερα από νόμιμον γάμον είναι τίμια και ευλογημένη από το Θεό. Αλλά εκείνη που γίνεται για να κερδίσει η σάρκα την ηδονή, έχει μέσα της το θάνατο. Τίμιος γαρ ο γάμος εν πάσι, και η κοίτη αμίαντος· πόρνους δε και μοιχούς κρινεί ο Θεός. Όσες λοιπόν νόμιμα γνώρισαν τους άνδρες για να κάμουν παιδιά, είναι αψεγάδιαστες· όπως η Σάρρα, και η Ραβέκκα, και η Ραχήλ. Και οποιαδήποτε άλλη. Εκείνες όμως που διεγείρουν τους νέους, και τους σπρώχνουν στην ακολασία για να χαρούν την άνομη ηδονή, αυτές είναι καταδικασμένες για τη φθορά, γιατί τον ναόν του Θεού καταστρέφουν. Ει τις γαρ, λέγει, φθείρει τον ναόν του Θεού, φθερεί τούτον ο Θεός. Και από τούτες ήτανε η αμαρτωλή που λέγουμε. Κι αφού τόσον αισχρά εκμεταλλεύτηκε τη φύση, με το να χρωματίζει με φτηνή βαφή το πρόσωπό της, και με επιδεξιότητα να προσπαθεί πως να φανεί ελκυστική, έσερνε τυφλά τους νέους στην ακολασία και τους έσπρωχνε στο βάραθρο της πορνείας.

Ε. Και δεν τα λέγω αυτά, για να περιγελάσω εκείνα που έκαμε· αλλά τουναντίον για να την επαινέσω, με το να ξέρετε από που ξεκίνησε και που έφτασε. Και λέγω ποια ήτανε πρώτα, για να σας δείξω τι γίνηκε τώρα. Και όλα τα  αμαρτήματά της καταλεπτώς τα ιστορώ, για να δείξω τα κατορθώματα της μετανοίας. Αλλά αυτή, που δε μεταχειρίστηκε ως έπρεπε το σώμα της· μα άλλους σαγήνευε με τις πλεξούδες των μαλλιών της, άλλους εμάγευε με τα δάκρυά της κι άλλους με τη θρασύτητά της  και όλους από παντού τους ωδηγούσε στο βάραθρο της ακολασίας, αυτή τώρα τον αισχρό και σαρκικόν έρωτά της αλλάζει σε θεία και ουράνια στοργή.

Σαν είδε τον Ιησού άλλοτε να μιλά με τη Σαμαρείτιδα κι άλλοτε να σιμώνει τη Χαναναία, κι άλλη φορά να διαπιστώνει την κλοπή της αιμορροούσης, και πότε να τρώγει με τους τελώνες και πότε να επισκέπτεται τους Φαρισαίους, σκέφτηκε. Αφού τις πόρνες και τους αμαρτωλούς και τους τελώνες καταδέχεται, ως πότε θα σπαρταράω σαν ψάρι για την ηδονή και θα βυθίζομαι συνεχώς στα πελάγη της αμαρτίας; Δε θα μείνω για πάντα στον κόσμο, ούτε ωραία θα μείνω, γιατί το καθένα έχει στον καιρό του το θάνατο και όλα μαραίνονται· και τα άνθη και τα κρίνα κι οι ομορφιές του προσώπου. Και τι θα πάθω για τα έργα μου; Αρχίζω τώρα και εννοώ τη φωτιά της κολάσεως και η ψυχή μου μετανοεί, γιατί προσπαθώντας με κάθε μέσο πως να φανώ ωραιότερη για την καταστροφή των νέων, έβγαινα στους δρόμους της πολιτείας και στην αγορά κι έτρεχα στις μαζώξεις των ανθρώπων  κι είχα για δίχτυ μου τα πόδια κι ως δόλωμα τις ωραίες μου κουβέντες.

Ω πόσους νεαρούς κατέστρεψα με τις ματιές μου, τις γιομάτες αναίδεια και πάθος. Κι έκαμνα πολλά φτιασίδια κι αυτό για βλάβη πάλιν εκείνων που με κυτούσαν, και πότε ύψωνα τα μαλλιά μου σε σειρές απανωτές σαν πύργο, και πότε άφηνα από ψηλά πολλές πλεξούδες αφρόντιστα να χαλούν στο μέτωπό μου. Και τα μάγουλά μου έβαφα και τα μάτια μου τα είχα πάντα με μαυράδια. Και πότε με δάκρυα ψεύτικα έκαμνα τους νέους να πέφτουνε μπροστά μου. Ω, τι θα καταντήσω για τούτα, και ποιο γιατρό θα βρω σε όλα τούτα τα πάθη; Αν εξομολογηθώ τις ανομίες μου στους ανθρώπους, ανώφελη θα είναι η εκμυστήρευσή μου· να κρύψω τα αμαρτήματά μου δε μπορώ. Κι από που να τα κρύψω μιας που το Θεό δε μπορώ να ξεγελάσω; Και που να πάω που παντού το δικαστή βρίσκω μπροστά μου; που ναι μεν δε φαίνεται μα παντού με ελέγχει; Μια ελπίδα σωτηρίας μου απομένει, μια ευκαιρία για τη ζωή· να βρω τον Ιησού και να τρέξω κοντά του. Αυτός που τους Τελώνες δέχεται δεν απαρνιέται την πόρνη. Αυτός που δειπνεί μαζί με τους Φαρισαίους δε διώχνει τα δάκρυα της αμαρτωλής. Κι επειδή ξέρω πως βρίσκεται στου Σίμωνα του Φαρισαίου, εκεί θα πάω. Μα τι να του ζητήσω σαν πάω; Την υγεία των ματιών μου; Μα είναι πρόσκαιρο το χάρισμα. Ν’ απαλλαγώ από την αρρώστεια; Μικρό το κατόρθωμα, γιατί ο αιώνιος θάνατος είναι πιο μεγάλος από τη σύντομη τούτη ζωή. Απ’ όλα θα παραιτηθώ λοιπόν, τα σωματικά, και την υγεία της ψυχής μου θα ζητήσω. Και μια λύση στα κακά και τις αμαρτίες που σώρεψα είναι να δω το Δικαστή και να προλάβω την κόλαση. Θα μιμηθώ την πόρνη τη Ραάβ, και θα ζηλέψω την ενάρετη ζωή της γυναικός. Και τίποτε άλλο δε ζητεί ο Θεός πλην της μετανοίας.

Ϛ. Και σα σκέφτηκε τούτα, που είπαμε, με ευσέβεια, και σαν μετάστρεψε τον νου της στην πίστη, έρχεται στον Ιησού με παρρησία να ομολογήση την αναίδειά της. Και δε λέγει τίποτε· δεν τολμούσεν· ήξερε πως εκείνος που εποπτεύει τους λογισμούς δεν έχει ανάγκη από λόγια. Και τι θα του έλεγε αφού όλα τα γνωρίζει! Πως αμάρτησε κι εργάστηκε την ανομία; Πως ερωτεύονταν κι απολάμβανε τις σαρκικές ηδονές; Αυτά τα ήξερε καλά ο Θεός, όχι γιατί γίνηκαν αλλά γιατί γνωρίζει και τους λογισμούς στα μύχια της καρδιάς μας. Επειδή λοιπόν εγνώριζε πως όλα είναι φανερά στο Θεό και δε μπορεί να τον ξεγελάση, σφάληξε το στόμα της κι άνοιξε τα δάκρυά της να μιλήσει. Στάσα γαρ, λέγει, παρά τους πόδας του Ιησού, κλαίουσα ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσιν. Και δε μιλούσε με το στόμα της, αλλά με στεναγμούς και με καρδιά συντετριμμένη έλεγε την άβυσσο των αμαρτιών της· τους άσεμνους στοχασμούς, και τις αισχρές μνήμες, τις βέβηλες πράξεις και τις άνομες ομιλίες ομολογούσε. Και δεν υπήρξε τίποτα που να έκαμε και που δεν το πλήρωσε με δάκρυα. Κι ήξερε καλά πως για ότι έλεγε ελάβαινε την συγχώρεση. Είπα γαρ, λέγει, εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου, και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου. Και όχι μόνον χωρίς να ομιλεί, ομολογούσε ζητώντας την εξιλέωση του Κυρίου με τους στεναγμούς της καρδιάς της· αλλά εξεπλήρωσε και το ωραίο σχήμα της μετανοίας. Εδάκρυσε γιατί γέλασε πολύ· και με τα καλά δάκρυα λούζει το κακό της γέλιο· με τις σταγόνες των ματιών της ξεπλένει την αμαρτία από τα μάγουλά της· ήγουν με εκείνα που αμάρτησε με τούτα και απολογιέται· με όσα έπραξε τις ανομίες, με αυτά ζητεί να εξιλεώσει το νομοθέτη. Όπως ακριβώς ο Δαβίδ, το στρώμα που μόλυνε με εναγκαλισμούς το ξέπλυνε με τα δάκρυα…

—-

Μετάφρ.  Θεοδόση Νικολάου, Κυπρίου
Κιβωτός,  έτος Α΄ Μάρτιος 1952, αριθμ. φυλλ. 3

Πηγή ηλ. κειμένου: www.impantokratoros.gr