Archive for 10 Απριλίου 2019

Μνὴμη Ἀρχιεπισκὸπου Σεραφεὶμ (1913-1998)

Απρίλιος 10, 2019

 

Του Άγγελου Πάκλαρα, Θεολόγου στην Romfea.gr*


Την 10η Απριλίου 1998, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, αναχωρούσε για το τελευταίο του ταξίδι προς την αιωνιότητα, ενώ τρείς ημέρες μετά, η πενθούσα Ελλαδική Εκκλησία, προέπεμπε τον Αρχιεπισκοπό της, έως το Α’ κοιμητήριο, υπό των πένθιμων ήχων των κωδωνοστασίων του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών.

Ένας ακόμη Αρχιεπίσκοπος προσετίθετο στην αλυσίδα του Αρχιεπισκοπικού καταλόγου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο μοναδικός στην ιστορία με την μακροβιότερη Αρχιερατεία στον Θρόνο των Αθηνών.

Πολλοί έγραψαν για την ζωή και την τεράστια εθνική, φιλανθρωπική και εκκλησιαστική δράση του, όπως άλλωστε είναι φυσικό στούς μεγάλους αυτούς Εκκλησιαστικούς Ηγέτες…

Τι μπορεί όμως κάποιος να τονίσει ή τι να υπενθυμίσει γι’ αυτόν τον μεγάλο Αρχιεπίσκοπο…

Τι να πρωτοκρατήσει κανείς ως ιερή παρακαταθήκη από τα σοφά, απλά και γεμάτα ελληνισμό και ορθοδοξία λόγια του;

Πως δύναται κάποιος σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα του να μην μειώσει κάτι από το θάμβος της λάμψης, της μεγάλης προσωπικότητας του;

Γεννημένος στο Αρτεσιανό Καρδίτσης, στις 2 Αυγούστου του έτους 1913, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (κατά κόσμον Βησσαρίων Τίκας) επεράτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο δημοτικό και γυμνάσιο Καρδίτσης ενώ το 1931, κατόπιν εξετάσεων εισήχθη στην Ιερατική σχολή Άρτης και αργότερα στην σχολή Κορίνθου.

Εν συνεχεία σπούδασε βυζαντινή μουσική και μαθήτευσε στην σχολή του Σίμωνος Καρά στην Αθήνα.

Το 1936 εισήχθη στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, λαβών το πτυχίο του το έτος 1940.

Δευτεροετής φοιτητής της Θεολογικής Σχολής εκάρη μοναχός τον Μάιο του 1938 στην Ι. Μονή Πεντέλης, από τον τότε καθηγούμενο αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Δασκαλάκη, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο, τον Α’.

Την επομένη εχειροτονήθη διάκονος υπό του Μητροπολίτου Κορίνθου Δαμασκηνού Παπανδρέου, του μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών.

Επί ένα χρόνο διηκόνησε στον Ι.Ναό Αγίας Τριάδος, Νέου Ηρακλείου Αθηνών και το 1939 μετετέθη στον Ι.Ναό Αγίου Λουκά Κάτω Πατησίων.

Το έτος 1942 χειροτονείται πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης στον Ι.Ναό Αγίου Παντελεήμονος Αχαρνών, υπό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού.

Κατά την διάρκεια της χειροτονίας του, οι ενορίτες του Αγίου Λουκά, στενά συνδεδεμένοι μαζί του, κατέκλυσαν τον Ναό και ζητούσαν να παραμείνει πλησίον τους, όπως τελικά και έγινε.

Στην περίοδο της Εθνικής Αντιστάσεως έλαβε ενεργό μέρος υπηρετώντας πλησίον του στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα.

Στην ύπαιθρο τελούσε Θείες Λειτουργίες και εμψύχωνε ηθικά τους μαχόμενους εναντίον των Γερμανών, αντιστασιακούς.

Αναλάμβανε να φέρει σε πέρας λεπτές εμπιστευτικές αποστολές με άμεσο κίνδυνο να συλληφθεί από τους Γερμανούς στην Άρτα.

Ταυτόχρονα η φιλανθρωπική του δράσις υπήρξε τεραστία με την ίδρυση συσσιτίων όπου σιτίζονταν καθημερινώς 600 άπορα παιδιά της ενορίας Αγίου Λουκά Πατησίων.

Μετά την απελευθέρωση ίδρυσε τον ορθόδοξο φιλανθρωπικό σύλλογο «Ευαγγελιστής Λουκάς» ο οποίως παρείχε δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε άπορους ασθενείς.

Εν συνεχεία υπηρετεί στην Ιερά Σύνοδο ως δακτυλογράφος, υπογραμματέας και β’ γραμματέας, θέση από την οποία και εκλέγεται Μητροπολίτης Άρτης, σε ηλικία 36 ετών, στις 6 Σεπτεμβρίου 1949, επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνος Βλάχου.

Η χειροτονία του τελείται στον Ι.Ναό Αγίου Λουκά, στις 11 Σεπτεμβρίου από τους μητροπολίτες Κορίνθου Προκόπιο, Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβο, Φωκίδος Αθανάσιο και Παροναξίας Χερουβείμ.

Ενθρονίζεται στον Ι.Ναό Αγίου Γεωργίου Άρτης παρόντων των αρχιερέων Παραμυθίας Δωροθέου, Πρεβέζης Ανδρέου και Ευρίπου Αλεξίου.

Στην Άρτα από τα 74 χωρία του νομού, τα 47 ήταν πυροπαθή.

Πυροπαθείς είχαν καταλάβει και την Μητρόπολη και ο νέος Μητροπολίτης είχε εγκατασταθεί σε ενοικιαζόμενο
διαμέρισμα.

Στην ποιμαντορία του στην Άρτα, αναδιοργάνωσε την δοκιμασμένη από τον εμφύλιο πόλεμο επαρχία.

Με δική του πρωτοβουλία η πόλη απέκτησε στάδιο, υδροδοτήθηκε το χωριό Πράμαντα, ανήγειρε πολλά σχολεία, το Ζάρειο νοσοκομείο, παιδικό σταθμό και μαθητικές κατασκηνώσεις στο Βουλγαρέλλι.

Στον εκκλησιαστικό τομέα αναδιοργάνωσε τα κατηχητικά σχολεία, ίδρυσε πνευματικό κέντρο, ανήγειρε το κτίριο του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Δημητρίου Άρτης, ενώ επισκεύασε και ανοικοδόμησε εκ βάθρων μεγάλο αριθμό Ιερών Ναών.

Ίδρυσε γηροκομείο, μαθητικό οικοτροφείο, επισκοπείο και ανασυγκρότησε την Ιερά Μονή Κάτω Παναγίας.

Δημιούργησε φιλόπτωχο ταμείο, ήταν συνεκδότης του περιοδικού Συλλόγου Άρτης «Σκουφάς», βάπτισε δε τον αρχισυνάγωγο της Άρτης μετά της οικογενείας του, στις 8.6.1952.

Το μεγάλο και πολύπλευρο έργο του Άρτης Σεραφείμ, ήταν η αιτία να μεταθέσει αυτόν η Ιερά Σύνοδος και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος ο Β’, (ο από Πατρών) στην μεγάλη μητρόπολη των Ιωαννίνων, έπειτα από την εκδημία του Μητροπολίτου Ιωαννίνων Δημητρίου, την πρωτοχρονιά του 1958.

Ο νέος Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ, ενθρονίζεται στην πόλη των Ιωαννίνων στις 11 Μαρτίου 1958.

Το έργο του κι εδώ παρομοιώδες. Αποπερατώνει το παλαιό επισκοπείο, ιδρύει φιλόπτωχο ταμείο, πνευματικό κέντρο και ανεγείρει εκ βάθρων τους Ιερούς Ναούς Αγίου Γεωργίου του εξ Ιωαννίνοις και Αγίου Σεραφείμ, στον συνοικισμό Καλλιθέας.

Προνοία του εξεδόθη το 1968 το «Ηπειρωτικόν Λειμωνάριον» καθώς και τα έργα «Η εν Ιωαννίνοις Εκκλησία», «Η Εκκλησία εν Βορείω Ηπείρω», και «Η εν Άρτη Εκκλησία».

Δημιούργησε τρίτο παιδικό σταθμό, αποπεράτωσε την Ζωσιμαία Σχολή, ανακαίνισε την Παυλίδειο και Ελισαβέτειο Σχολή και το γυμνάσιο θηλέων.

Ολοκλήρωσε τις τεχνικές Σχολές Γ. Σταύρου, ίδρυσε οικοτροφείο και άσυλο ανιάτων.

Πρωτοστάτησε σθεναρώς στην ίδρυση του πανεπιστημίου των Ιωαννίνων καθώς και της Πανεπιστημιουπόλεως, εξασφαλίζοντας τους χώρους για την ανέγερσή της.

Στον τομέα της εθνικής δράσεως και έπειτα από την εκδημία του Αργυροκάστρου Παντελεήμονος (+24.5.1969), αναλαμβάνει την αρχηγία της κεντρικής επιτροπής του Βορειοηπειρωτικού Αγώνος, ως πρόεδρος αυτής.

Μετείχε σε Συνοδικές αποστολές και στην Α’ πανορθόδοξη Διάσκεψη, εν Ρόδω.

Στις 25 Νοεμβρίου 1973, μετά την εκδήλωση νέου πραξικοπήματος κατά της κυβερνήσεως Μαρκεζίνη, ο Δημ.Ιωαννίδης καλεί τον Ιωαννίνων Σεραφείμ να ορκίσει Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Φαίδωνα Γκιζίκη και την κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου.

Ενώπιον αυτής της καταστάσεως, ο Αθηνών Ιερώνυμος ο Α’, (ο οποίος είχε και αυτός εκλεγεί από Αριστίνδην Σύνοδο) διαμαρτύρεται εντόνως για «εισπήδηση» του Ιωαννίνων στην έδρα του και παραιτείται οικειοθελώς του θρόνου του, στις 15 Δεκεμβρίου 1973, «επωμιζόμενος προσωπικώς τον σταυρόν μίας κατακραυγής ή ίσως και σκανδαλισμού», όπως έγραφε στην παραίτησή του, εφησυχάζων έκτοτε έως και της κοιμήσεώς του, στα Υστέρνια Τήνου.

Τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού θρόνου, αναλαμβάνει ο Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Γεώργιος.

Ο τότε Υπουργός Παιδείας και θρησκευμάτων και διακεκριμένος καθηγητής θεολογίας Παναγιώτης Χρήστου, μαζί με άλλους καθηγητές επισήμανε την αναγκαιότητα της επαναφοράς της Εκκλησίας στην νομοκανονικότητά της, υπογράφοντας την Συντακτική πράξη 3/9 Ιανουαρίου 1974, θεωρώντας νομοκανονικούς Επισκόπους της Ιεράς Συνόδου μόνον τους προ της 21ης Απριλίου εκλεγέντες Μητροπολίτες, καθιστώντας έκπτωτους του θρόνου τους, τους νεωτέρους.

Τελικώς αποκαταστάθηκαν στους θρόνους τους και όσοι είχαν εκλεγεί αντικανονικά, επί περιόδου Ιερωνύμου, (Χαριστείον Σεραφείμ Τίκα, σελ. 596), τους δε 12 που δεν αποδέχθηκαν την νέα εκκλησιαστική κατάσταση και «έτεινε η στάσις τους να παίρνει μορφή φατρίας» τους αποκατέστησαν παρά ταύτα, ως πρώην ποιμενάρχες, δίδοντάς τους νέους τίτλους.

«Η έκπτωση από τους θρόνους τους προέκυψε κυρίως από υπαιτιότητα των ιδίων, καμμία πρόθεση δεν υπήρχε από τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ και την έκτακτη πολυμελή Σύνοδο για έκπτωση των ανωτέρω 12 αρχιερέων. (Χαριστείον Σεραφείμ Τίκα, σελ.598, 599).

Κατόπιν τούτων στις 12 Ιανουαρίου 1974, συγκαλείται «πρεσβυτέρα Ιεραρχία» από 32 Μητροπολίτες, παρόντων επί της ψηφοφορίας για νέο Αρχιεπίσκοπο, των 30.

Κατά την κανονική εκλογή στο Συνοδικό μέγαρο και καταμετρησάντων των ψήφων, έλαβαν ο Ιωαννίνων Σεραφείμ 20, ο Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος 7 και ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος 1 ψήφο, βρέθηκαν δε και δύο λευκά.

Ενστάνσεις έκαμαν μόνον οι Φλωρίνης Αυγουστίνος και Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος, οι οποίες απερρίφθησαν.

Η ενθρόνισις του νέου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, τελείται μετά πάσης μεγαλοπρεπείας, στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών, στις 16.1.1974 με την παρουσία αντιπροσώπων όλων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών των μελών της Ιεράς Συνόδου, της Ελληνικής Κυβερνήσεως και πλήθους κόσμου.

Στον ενθρονιστήριο λόγο του Ο Αθηνών Σεραφείμ μεταξύ άλλων ανέφερε: «Ομολογούμεν ότι άγχος συνέχει την καρδίαν ημών, εκ της συναισθήσεως του βάρους και των ευθυνών, ας προαιωνίζεται η ανάληψις του πηδαλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και εάν Εκείνος, Όστις τω Τιμίω Αυτού Αίματι περιποιήσατο την Αγίαν ημών Εκκλησίαν, ο εν ύδασιν την γην κρεμάσας και περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις, ο των Αγγέλων Βασιλεύς και εν Ιορδάνην ελευθερώσας τον Αδάμ, τοσούτον εδοκιμάσθη, μόλις είναι ανάγκη και να αναφέρωμεν, τι και ημάς αναμένει…».

Επί των ημερών του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, διασφαλίστηκε το Αυτοκέφαλον της Εκκλησίας της Ελλάδος και συνετελέσθη η εκπόνησις του Νέου Καταστατικού Χάρτου αυτής, το 1977.

Για την καλύτερη διαποίμανση της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, απεκόπησαν τμήματα αυτών, τα οποία αποτέλεσαν νέες Μητροπόλεις, εν συνόλω οκτώ.

Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ χειροτόνησε εκ των χειρών, περί τους 60 Αρχιερείς, βοηθούς Επισκόπους και πολλούς ιερείς.

Ίδρυσε στέγη γερόντων στον Λόφο Σκουζέ, ενώ ήταν πρόεδρος σε 14 ιδρύματα της περιοχής Αθηνών.

Επίσης πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής επί των οικονομικών, του Διορθοδόξου Κέντρου της Εκκλησίας της Ελλάδος, της διοικήσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας, του ταμείου ασφαλίσεως κληρικών Ελλάδος, του ιδρύματος βυζαντινής μουσικολογίας και της Μεγάλης Ερανικής Επιτροπής των κατακομβών της Μήλου.

Ως προκαθήμενος επισκέφθη «εν τω συνδέσμω της αγάπης», όλα σχεδόν τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και υπεδέχθη εν Αθήναις τον Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο (Νοέμβριο 1987).

Ανεκηρύχθη επίτιμος διδάκτωρ ξένων και Ελληνικών Πανεπιστημίων, απεκατέστησε την διασαλευθείσα τάξη στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και ανέπτυξε αρμονικές σχέσεις με την Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Βοήθησε τα μέγιστα στην ανακούφιση των δοκιμαζομένων από την πείνα λαών του Σουδάν και της Αιθιοπίας με σύγκληση παγχριστιανικής συσκέψεως τον Οκτώβριο του 1985.

Το 1987 μαζί με άλλους Αρχιερείς έδωσε πολλούς αγώνες για την διασφάλιση της Εκκλησιαστικής περιουσίας.

Μερίμνη του επιλύθηκε το χρονίζον πρόβλημα της μονιμοποιήσεως των υπηρετούντων στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, ως πολιτικού προσωπικού. Ήταν ο ίδιος δωρητής οργάνων σώματος.

Τιμήθηκε για την εθνική, κοινωνική, πολιτιστική και ποιμαντική προσφορά του με πολλά παράσημα και μετάλια, από την πολιτεία και την Εκκλησία. Όρκισε 6 Προέδρους Δημοκρατίας και 13 Πρωθυπουργούς!

Δεν ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Οικουμενικού Διαλόγου και όπως έλεγε χαρακτηριστικά «αυτά τα πάρε-δώσε με τους καθολικούς εγώ τα λέγω λυκοφιλίες…», σε μία δε από τις πολλές συνεντεύξεις του είχε πει, ευθαρσώς, «δεν θεωρώ το Βατικανό Εκκλησία…»

Στην ιδιωτική του ζωή ήταν ένας απλός και προσιτός άνθρωπος.

Αυθόρμητος στον χαρακτήρα του και απροσποίητος, γνήσιος και αληθινός, όχι υπερφίαλος και δίχως υποκριτικούς φαρισαισμούς, έλεγε ευθέως την γνώμη του, δίχως φόβο και πάθος…

Δάκρυζε κάθε φορά που μιλούσε για την αγροτική οικογένειά του, τον πατέρα του και τον θείο του και τα άλλα μέλη της οικογενείας του και με τις αρχές και τα ιδεώδη που τον ανέθρεψαν και τον μεγάλωσαν….

Μέσα στην καρδιά του έλεγε έχει δύο πράγματα, την Εκκλησία του και την Πατρίδα του…

Μερικοί Αρχιερείς εναντιώνονταν απέναντι του, μέσα στην Σύνοδο, αλλά μετά από λίγο η αγαπώσα καρδία του τα έσβυνε και τα λησμονούσε…

Δεν ήταν ποτέ άνθρωπος της τιμωρίας και της εκδικητικότητας, έδινε πάντοτε δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες και γνώριζε να ζητά, αλλά και να δέχεται την συγγνώμη.

Άκουγε δημοτική μουσική, κρατούσε κομπολόγι και νοσταλγούσε, όπως είχε πει τα πρόβατα και τις στάνες του χωριού του…

Δεν δίστασε να αγανακτίσει δημόσια, με πολιτικό, μέσα στην Βουλή, όταν εκείνος αρνήθηκε να ασπαστεί τον Τίμιο Σταυρό, αλλά και να διακόψει τους ψάλτες σε κεντρικό Ναό των Αθηνών, όταν εκείνοι έψαλλαν τον πολυχρονισμό του, λέγοντάς τους: «αφήστε τα αυτά, δεν θέλω τέτοια…»

Ως άνθρωπος της αλήθειας που ήταν, είχε πολλούς φίλους αλλά και εχθρούς…Παρομοιώδης θα μείνει για τον αυθορμητισμό του, η απάντησή του, όταν τον ρώτησαν για τους πολιτικούς ακόμη και τους κληρικούς, που τον πολεμούσαν: «δεν ιδρώνει το αυτί μου…!»

Αλλά ο ίδιος με την λεβεντιά του και την ανεξικακία του, προέτασσε απέναντι τους, την επιείκεια και την ανεκτικότητα…

Προσπάθησε από το περίσευμα της καρδίας του να δώσει λύση στο χρονίζον θέμα των 12 έκπτωτων μητροπολιτών και αποκατέστησε κάποιους από αυτούς.

Οι υπόλοιποι ως υπέργηροι, είχαν φύγει από τη ζωή και μερικοί είχαν παντελώς αρνηθεί να ξαναεπανέλθουν στις νεοιδρυθείσες μητροπόλεις στις οποίες τους είχε προτείνει η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η τελευταία του Θεία Λειτουργία, ήταν τα Χριστούγεννα του έτους 1993, όταν έψαλλε με την γλυκύτατη φωνή του, «Χριστός γεννάται δοξάσατε…»

Τον Φεβρουάριο του 1994 είχαν εορτασθεί λιτά και απέριττα τα 20 έτη από την εκλογή του στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο, με απλή χοροστασία του και ιερουργούντων πέντε Μητροπολιτών.

Τα επόμενα έτη έφερε στους ώμους του, εκτός από τον Σταυρό της ασθενείας του, που υπέμενε σιωπηλώς και αγογγύστως και όλους αυτούς που τον πίεζαν να παραιτηθεί και για τους οποίους είχε πει δακρυσμένος, ότι «πολλά κοράκια και όρνια πετούν από πάνω μου…»

Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του νοσηλευόταν στο Λαικό Νοσοκομείο Αθηνών, δεχόμενος την περίθαλψη του Πρωτοσυγκέλλου του, Μητροπολίτου Μαραθώνος Μελίτωνος και λίγων πνευματικών του τέκνων Αρχιερέων, οι οποίοι ως ευγνώμονες δεν τον είχαν λησμονήσει.

Άλλωστε μέσα στο γραφείο του είχε πάντοτε σε ευδιάκριτο σημείο το ρητό: «ουδείς πιο αχάριστος, από του ευεργετηθέντος».

Ένας από τους τελευταίους Αρχιερείς που τον είχε επισκεφθεί ήταν και ο μακαριστός πλέον, Μητροπολίτης Ιερισσού Νικόδημος.

Ο ίδιος, είχε πει στον γράφοντα, ότι τον βρήκε μόνο του μέσα στο θάλαμο και μόλις τον αντίκρυσε, του είπε συγκινημένος: «Νικόδημε, σ’ευχαριστώ πολύ που ήρθες…»

Κοιμήθηκε εν ηρεμία και γαλήνη, την Παρασκευή, προ του Σαββάτου του Λαζάρου, 10 Απριλίου του έτους 1998.

Το σεπτό του σκήνωμα τέθηκε σε προσκύνηση για τους χιλιάδες πιστούς, που τον αγάπησαν τίμια και ειλικρινά, «τον απλό λαουτζίκο», όπως χαρακτηριστικά έλεγε…

Με δάκρυα στα μάτια, συνέρρεαν νύχτα και ημέρα, για να λάβουν την ευχή του δικού τους «αντάρτη» Αρχιεπισκόπου, που τον λάτρεψαν για την ευθύτητα του χαρακτήρος του και την αλήθεια των ανυπόκριτων λόγων του…

Η εξόδιος ακολουθία του, έγινε την Μεγάλη Δευτέρα, προεξάρχοντος του αρχαιοτέρου τη τάξει, Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου του Β’, παρισταμένων Πατριαρχών και Αρχιεπισκόπων Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και τελεταρχούντος του Μητροπολίτου Σερρών και Νιγρίτης Μαξίμου.

Τον επικήδειο εκφώνησε από άμβωνος ο Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος και έλαβαν μέρος όλα τα μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Συγκινητική ήταν η στιγμή, όταν το σκήνωμά του, εξερχόμενο του Ναού και αφού τοποθετήθηκε επί στρατιωτικού οχήματος, έπεφταν επάνω του σαν βροχή και από τις δύο πλευρές της οδού Μητροπόλεως, δεκάδες άνθη ευλαβείας, από το ποίμνιό του.

Αργότερα, κανονιοβολισμοί από το λόφο του Λυκαβηττού, κατά το τυπικό, απέδιδαν τιμές στον μεγάλο κεκοιμημένο Ιεράρχη.

Ενταφιάστηκε στο Α’ κοιμητήριο των Αθηνών, δίπλα στους προκατόχους του Αρχιεπισκόπους.

Επάνω στο μνήμα του χαράχθηκε ο ψαλμός: «το έλεος Σου Κύριε καταδιώξει με, πάσας τας ημέρας της ζωής μου».

Σε μία συνέντευξη του είχε πει: «ελληνικέ λαέ, είμαι αυτός που φαίνομαι, δεν έχω άλλο πρόσωπο, απεχθάνομαι το ψέμμα, δεν φοβάμαι ούτε μη χάσω τον θρόνο μου, ούτε και τον θάνατο με τον οποίο κοιμήθηκα δίπλα του πολλές φορές…Φοβάμαι μόνον τον Θεό…»

Αναμφισβήτητα στα 24 έτη της Αρχιεπισκοπικής ποιμαντορίας του και στα 50 έτη της αρχιερωσύνης του, η προσφορά του, η διακονία του και οι θυσίες του στην Εκκλησία και στο Έθνος, θα κουράσουν πολύ τους ιστορικούς του μέλλοντος.

Ηταν ένας Αρχιεπίσκοπος δοκιμασμένος και πολύπειρος που εξελέγη σε καιρούς δύσκολους αλλά κατάφερε να φέρει την ειρήνευση στους κόλπους της Εκκλησίας.

Όπως έλεγε προς αυτόν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος: «Εν τω προσώπω σας Μακαριώτατε Αδελφέ χαιρετίζομεν τον γνήσιον και άγιον Ποιμένα της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος και επιθυμούμεν να γνωρίζετε ότι δεν σας αποδεχώμεθα ως ξένον, αλλά ως Αδελφόν τίμιον και εγκάρδιον».

Δοξολογούμε τον Άγιο Θεό που μας αξίωσε αρκετές φορές να ασπαστούμε την δεξιάν του.

«Μνημονεύετε των ηγουμένων ημών, οίτινες ελάλησαν τον λόγον του Θεού», μας προτρέπει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος.

Αυτό και μόνον πράξαμε και εμείς σήμερα, 18 έτη από της συμπληρώσεως της σεπτής κοιμήσεώς του.

Ας «καταδιώκει» και ημάς πάντοτε η μακαρία ευχή του.

Ἃγιος Γρηγὸριος ὁ Ε’ Πατριὰρχης Κωνσταντινουπὸλεως (ἀπὸ Γιὰννη)

Απρίλιος 10, 2019

Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το έτος 1745 μ.Χ., από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Το 1767 μ.Χ. μετέβη στη Σμύρνη, κοντά στον θείο του εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα.

Μετά τις σπουδές του ήλθε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Γρηγόριος.

Από εκεί τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του. Όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στη Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.

Ο Άγιος Γρηγόριος μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του έτους 1818 μ.Χ. στο Άγιον Όρος. «Έδειξεν ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν υπέρ τού πνεύματος αυτής» και «ηυχήθη από καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της.

Στις 19 Αυγούστου 1785 μ.Χ. εκλέγεται οικουμενικός Πατριάρχης και παραμένει στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1798 μ.Χ.. Κατά το έτος αυτό καθαιρείται από την Πύλη, διότι θεωρήθηκε ανίκανος να διατηρήσει την υποταγή των Χριστιανικών λαών κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και εξορίζεται στο Άγιον Όρος. Το 1818 μ.Χ. κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο, στον οποίο και παρέμεινε μέχρι την ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνός τό ήθος, λιτός τήν δίαιταν, ταπεινός τήν στολήν, ζηλωτής τής πίστεως, δραστηριότατος εις όλα τά έργα του», αλλά ήταν και «άκαμπτος εις τάς ιδέας του καί δέν τόν έμελε διά κανέν εναντίων, όταν απεφάσιζε τίποτε». Και ο Γρηγόριος αποφάσισε. Έταξε ως σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το δούλο Γένος και να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του τη διπλωματική δεξιοτεχνία.

Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου:

«Ο μέν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά τής Πόρτας σάς στέλλει αφοριστικό καί εξάρχους, παρακινώντας σας νά ενωθήτε μέ τήν Πόρταν. Εσείς όμως νά θεωρήτε ταύτα ως άκυρα καθόσον γίνοντα μέ βίαν καί δυναστείαν καί άνευ θελήσεως τού Πατριάρχου».

«Άς μήν λησμονήσωμεν ότι υπάρχουν περιστάσεις καθ’ άς απαιτούνται θυσίαι μεγαλύτεραι καί αυτής τής θυσίας τής ζωής καί ότι ενίοτε η μαρτυρική ζωή είναι πικρότερον αλλά πλέον επιβεβλημένον καθήκον καί αυτού τού μαρτυρικού θανάτου. Καί αυτήν τήν υπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ο αοίδιμος Πατριάρχης, όστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καί αυτού τού θανάτου, όταν θυσιάζων πάντα εγωισμόν καί αποβλέπων εις τό αληθινόν συμφέρον, ηναγκάσθη νά θέση τήν υπογραφήν του κάτωθι εγγράφου καταδικάζοντας τό κίνημα, υπέρ τής επιτυχίας τού οποίου ολοψύχως ηύχετο καί ειργάζετο.

Υπογράφων, απεμάκρυνε τάς υπονοίας τής Πύλης περί συμμετοχής εις τό κίνημα επισήμων κύκλων, μή υπογράφων, θά επεβεβαίου τάς υπονοίας, ότε δεινή επιπίπτουσα η τιμωρία τού τυράννου κατά τών βυσσοδομούντων, θά ενέκρου τό κίνημα πρίν ή εκραγή. Άλλως ο αοίδιμος Πατριάρχης μετά θαυμαστής εγκαρτερήσεως υπέστη τό μαρτύριον, όταν επέστη τό μαρτύριον, όταν επέστη η ώρα, καίτοι ηδύνατο νά σωθή διά τής φυγής».

Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 26 Δεκεμβρίου 1820 μ.Χ. στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορική άποψη, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση:

«Αμφοτέρα τάς τιμίας επιστολάς, διά τού αγαθού Φούντα Γαλαξειδιώτου, ασφαλώς εδεξάμην καί τούς εν αυταίς τιμίους λόγους έγνων. Εχεμυθείας, αδελφέ, μεγίστη χρεία καί προφύλαξις περί πάν διάβημα, οι γάρ χρόνοι πονηροί εισι καί εν ταίς φιλοπατριώταις εστι καί μοχθηρών ζύμη, αφ’ ής ως από ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γάρ πολλοί μηχανώνται διά τό τής φιλοπλουτίας έγκλημα. Διό τήν αγαθήν μερίδα εξελέξω κοινολογών μοι εμπιστευομένοις πατριώταις, τά εχεμυθείας δεόμενα.

Οι Γαλαξειδιώται, ούς επιστέλλεις μοι συνεχώς, πεφροντισμένως ενεργούσι, καί αφ’ ών έγνω αδύνατον αντί παντός τιμίου ουδ’ ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν. Ου μόνον τά σά, αλλά καί τά τών εν Μορέα αδελφών γράμματα κομίζουσι μοι. Η τού Παπανδρέα πράξις πατριωτική μέν τοίς γινώσκουσι τά μύχια, κατακρίνουσι δέ οι μή ειδότες τόν άνδρα. Κρυφά υπερασπίζου αυτόν, εν φανερώ δέ άγνοιαν υποκρίνου, έστι δ’ ότε καί επίκρινε τοίς θεοσεβέσιν αδελφοίς καί αλλοφύλοις. Ιδία πράυνον τόν Βεζύρην λόγοις καί υπόσχεσιν, αλλά μή παραδοθήτω εις λέοντος στόμα.

Άσπασον ούν ταίς εμαίς ευχαίς τούς ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν διά τόν φόβον τών Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ώσπερ λέοντες καί η ευλογία τού Κυρίου κρατύνει αυτούς, εγγύς δ’ έστι τού Σωτήρος τό Πάσχα. Αί ευχαί τής εμής μετριότητος επί τής κεφαλής σου, αδελφέ μου Ηασαΐα. Γεωργοί ακαμάτως καί όλβια γεώργια δώσοι σοι ο Πανύψιστος».

Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο. Ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα. «Χρεωστούμεν», έλεγε, «νά ποιμαίνωμεν καλώς τά ποίμνιά μας καί χρείας τυχούσης νά κάμωμεν, όπως έκαμεν ο Ιησούς δι’ ημάς διά νά μάς σώση….».

Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε: «Συλλειτουργέ εν Χριστώ καί λίαν αγαπητέ αδελφέ. Έλαβον τήν από 20 Απριλίου επιστολήν σου. Η απόφασίς μου περί μελετωμένης ανορθώσεως «σχολής» τής φιλτάτης πατρίδος είναι τοιαύτη, ως η ιδική σας. Όπως θέλης μάθει καί παρά τού ιδίου. Τό κιβώτιον τού ελέους πρέπει νά εμψυχωθή. Καί τήν βουλήν τού Κυρίου ανθρώπιναι δυνάμεις δέν δύνανται νά τήν μεταβάλουν. Γενηθήτω τό θέλημά Του».

Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση. Οι Φιλικοί μάλιστα ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.

Όταν σε μια συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε’ απάντησε: «Καί εγώ ως κεφαλή τού Έθνους καί υμείς ως Σύνοδος οφείλομεν νά αποθάνωμεν διά τήν κοινήν σωτηρίαν.

Ο θάνατος ημών θά δώση δικαίωμα εις τήν Χριστιανοσύνην νά υπερασπίση τό Έθνος εναντίων τού τυράννου. Αλλ’ άν υπάγωμεν ημείς νά θαρρύνωμεν τήν Επανάστασιν, τότε θά δικαιώσωμεν τόν Σουλτάνον αποφασίσαντα νά εξολοθρεύση όλον τό Έθνος».

Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε: «Μέ προτρέπετε εις φυγήν. Μάχαιρα θά διέλθη τάς ρύμας τής Κωνσταντινουπόλεως καί λοιπών πόλεων τών χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε όπως εγώ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού υμών Πρεσβευτού, ν’ ακούω δέ εκείθεν πώς οι δήμιοι κατακρεουργούσι τόν χηρεύοντα λαόν. Ουχί! Εγώ διά τούτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω τό Έθνος μου, ουχί δέ όπως θά θεωρήσωσιν αδιαφόρως πώς η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τώ προσώπω μου.

Οι Έλληνες, οι άνδρες τής μάχης, θά μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται τήν νίκην. Εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ υπομονής εις ότι καί άν μού συμβή. Σήμερον (Κυριακή τών Βαΐων) θά φάγωμεν ιχθείς, αλλά μετά τίνας ημέρας καί ίσως καί ταύτην τήν εβδομάδα οι ιχθείς θά μάς φάγωσιν… Ναί, άς μή γίνω χλεύασμα τών ζώντων. Δέν θά ανεχθώ ώστε εις τάς οδούς τής Οδησσού, τής Κερκύρας καί τής Αγκώνος διερχόμενον εν μέσω τών αγυιών νά μέ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες:

“Ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης”. Άν τό Έθνος μου σωθή καί θριαμβεύση, τότε πέποιθα θά μού αποδώση θυμίαμα επαίνου καί τιμών, διότι εξεπλήρωσα τό χρέος μου… Υπάγω όπου μέ καλεί ο νούς μου, ο μέγας κλήρος τού Έθνους καί ο Πατήρ ο ουράνιος, ο μάρτυς τών ανθρωπίνων πράξεων».

Ο Γρηγόριος ο Ε’, ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του. Σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Επωμίσθηκε το σταυρό του. Ανέβηκε το Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό. Μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.

Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί «γιαφτάς»), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του: «.…Αλλ’ ο άπιστος πατριάρχης τών Ελλήνων… εξ αιτίας τής διαφθοράς τής καρδίας του, όχι μόνον δέν ειδοποίησεν ουδ’ επαίδευσε τούς απατηθέντας, αλλά καθ’ όλα τά φαινόμενα ήτο καί αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος τής Επαναστάσεως… αντί νά δαμάση τούς αποστάτας καί δώση πρώτος τό παράδειγμα τής εις τά καθήκοντα επιστροφής τών, ο άπιστος ούτος έγινεν ο πρωταίτιος όλων τών ανεφυεισών ταραχών.

Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη εν Πελοποννήσω καί ότι είναι συνένοχος όλως τών αταξιών, όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά τήν επαρχίαν Καλαβρύτων…

Επειδή πανταχόθεν εβεβαιώθημεν περί τής προδοσίας του όχι μόνος εις βλάβην τής υψηλής Πύλης, αλλά καί εις όλεθρον αυτού τού έθνους του, ανάγκη ήτο νά λείψη ο άνθρωπος ούτος από τού προσώπου τής γής καί διά τούτο εκρεμάσθη πρός σωφρονισμό τών άλλων».

Ένα χρόνο μετά τον απαγχονισμό και την μεταφορά του τιμίου λειψάνου του από τον πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στην Οδησσό της Ρωσίας, ο Ζακυνθινός ιερωμένος Οικονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, εφημέριος τότε του παλαίφατου ναού της Οδηγήτριας και φλογερότατος Φιλικός, ευαισθητοποιημένος από την θυσία του Πατριάρχη, συνθέτει Ακολουθία προς τιμήν του νέου Ιερομάρτυρα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Άγιος Γρηγόριος στη συνείδηση του Γένους κατέκτησε αμέσως με το τίμιο αίμα του θέση Αγίου.

Το 1871 μ.Χ. η Εκκλησία της Ελλάδος θεώρησε επιβεβλημένο να μετακομίσει το τίμιο λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β’ ο Κατραμής και Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α’ γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου.

Κατά την Πανυχίδα μάλιστα, που τελέσθηκε εκεί κατά την ημέρα της μνήμης του, «εξεφώνισεν απ’ άμβωνος, κατ’ επίμονον τών ομογενών απαίτησιν, λογύδριον ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου». Το ιερό λείψανο έφθασε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871 μ.Χ., όπου οι Αθηναίοι του επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση εναπετέθη στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα.

Στις 10 Απριλίου 1921 μ.Χ. ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Δημητσάνης τον γόνον βυζαντίου τον πρόεδρον, και της Εκκλησίας απάσης, γέρας θείον και καύχημα. Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ως Μάρτυρα Χριστού πανευκλεή, ίνα λάβωμεν πταισμάτων τον ιλασμόν, παρά Θεού κραυγάζοντες. Δόξα τω δεδωκότι σου ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω εν ευκλεία ουρανών, δοξασαντά σε Άγιε.

Χαϊκοῦ (ἀπὸ Μπὰμπη)

Απρίλιος 10, 2019

 

  • Άνθισαν οι κερασιές.
    Κάτι πεθαίνει.
    Ετοιμαστείτε.

    του Kobayashi Issa

  • Άνθη κερασιάς:
    των περασμένων χρόνων
    μικρές φωτίτσες.

    του Ματσούο Μπάσο

  • Έτσι θ’ ανθίζουν
    κι οι κερασιές στην άλλη
    όχθη της ζωής.

    του Kobayashi Issa