Archive for 29 Μαΐου 2018

Θρὴνοι τῆς Ἁλὼσεως

Μαΐου 29, 2018

Ἡ Ἃλωση τῆς Πὸλης (Μηχανὴ τοῦ χρὸνου)

Μαΐου 29, 2018

Περί του Αγίου Πνεύματος του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου (ἀπὸ Μπὰμπη)

Μαΐου 29, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιο πνευμα

(Ποίημα)

Ψυχή, τί αργείς; Του Πνεύματος τραγούδησε η δόξα. Με λόγους μη χωρίσης το που δε χωρίζει η φύση. Το μέγα Πνεύμα ας τρέμωμε, το ισόθεο, που μου δίνει Θεού γνώση˙ Θεός εκεί ψηλά, το Θεό στη γη μας φέρνει, πανίσχυρο, πολύδωρο, κι αγνών αγγέλων ψάλμα, που ζωογονεί γη και ουρανούς, αψηλοσκαμνισμένο, θεία δύναμη, αυτοπρόσταχτο κι έρχεται απ’ τον Πατέρα. Γιος, όχι – ένας τρανός Υιός ενού πατέρα πρώτου – ένα με την ανέφαντη κι ισότιμο θεότη.

Όποιος μες στις θεόγραφτες ποθεί του νόμου αράδες τη θεότητα του Πνεύματος του ουράνιου ν’ αντικρύση δρόμους πολλούς που βγάζουνε σ’ ένα θα συναντήση πλεγμένους, αν ποθή το αγνό το Πνεύμα κι η καρδιά του αν το τραβήξη κι αν ο νους βλέμμα που σκίζει ρίχνη. Μ’ αν λαχταρά γυμνή φωνή απ’ τη λατρευτή θεότη, πόθο – να ξέρη – αστόχαστο ποθεί. Και δεν ταιριάζει νάναι ο Χριστός αγνώριστος στους πλειότερους ακόμα, [1] και στις αδύναμες καρδιές βαρειά απιστία να φέρνης. Για όποιον αρχίζει δεν είναι του τέλειου λόγου η ώρα.

Σε μάτια, που θαμπά θωρούν ακόμα, ποιος τη φλόγα δείχνει όλη; Και με το άπλετο το φως ποιός τα χορταίνει; Κερί κερί καλύτερα το φλογοφώς να δίνης, μη και του ολόγλυκου φωτός τις βρύσες αφανίσης. Κάποτε ο λόγος δείχνοντας του Βασιλιά Πατέρα τη θεότητα όλη, του Χριστού φωτόλουζε τη δόξα, καθώς φαινόταν σε θνητούς λίγους και μυαλωμένους.

Έτσι έπειτα λαμπρότερη δείχνοντας και του Γιου του, εφώτισε του αστραφτερού Πνεύματος τη θεότη, λίγο γι’ αυτούς, την πιο πολλή για μας αφήνει λάμψη, που μας μοιράστη αργότερα με της φωτιάς τις γλώσσες, του Θεού σημάδι, ότι ο Χριστός εβγήκε από τον Άδη. Φωτιά ο Θεός για τους κακούς, φως για τους δίκαιους είναι.

Έτσι από μεν’ η θεότητα για σένα ταιριασμένη. Κι αν απορής για ενός Θεού το Γιο που Γιος δεν είναι και μύθους καλοταίριαστους και αντίμαχους πιστεύης, θαρθή και θα μου δώση ο Θεός λόγο να σου εξηγήσω. Κομμάτι απ’ τον πρωτόπλαστο [2] νάτη η γυναίκα βγαίνει και γόνος των δυονών ο Σήθ μ’ αρχαίο του γάμου νόμο, αγέννητη μα γεννητός, όμοια θνητοί κι οι δύο.

Θυμού τους και τη θεότητα καθόλου μην προσβάλης το γήινο ουράνιο κάνοντας. Μια φύση κι άμετρη είναι κι άχτιστη και άχρονη, καλή, λεύτερη, μ’ ίδιο σέβας, Θεός ένας με τριπλή αστραψιά τον κόσμο τιμονεύει. Δικός τους νέος εγώ βλαστός κι αλλιώτικος πετιέμαι, το βάφτισμα ως με ξαναζή το θάνατο νικώντας.

Η τρίδιπλη μ’ εγέννησε θεότητα φωτοφόρο κι ω καθαρμέ μου ολάκριβε, δε σ’ απαρνιέμαι. Αν ήταν τη θεότητα που μ’ άγνισε λαμπρή να κομματιάσω, κάλλιο…[3] μα τρέμω τον κακό λόγο μου να τελειώσω ελπίζοντας στο βάφτισμα και στα θεϊκά τα δώρα. Ακέριο σα μ’ εξάγνισε τον προσκυνάω ακέριον. Είναι [4] ο Θεός.

Κι ο αμαρτωλός ό,τι του αξίζει νάβρη, την ίδια του τη θεότητα Θεού δώρο σα χωρίζη. Κι αν κάποιος ή για τον Χριστόν ή το πανάγιο Πνεύμα λόγος θεϊκός ή θεόπνευστος κήρυκας μας μαθαίνει πως έχουν δεύτερο θρονί από τον Θεό Πατέρα, στοχάσου της βαθύκρυφτης σοφίας τους λόγους έτσι˙ μας πάει σε ρίζαν άναρχη, το Θεό δεν κομματιάζει μια μόνη νάχης Δύναμη για να τιμάς κι όχι άλλη.

[5] Η Τριάδα απ’ τη Μονάδα είναι κι απ’ αυτήν πάλι εκείνη. Ρυάκι δεν είναι και πηγή και ποταμός μόν’ ένα ρέμα στη γης οπού κυλά και τριπλοκυματίζει κι ούτε είναι φλόγα πυρκαγιάς που ξανασμίγει σ’ ένα, λόγος μηδέ που ο νους γεννάει και τον φυλάει εντός του˙ μήτε νερού αστραποβολή με τα παιγνίδια του ήλιου που αχνή κι αβέβαιη στων σπιτιών τους τοίχους τρεμολάμπει, που πριν να φτάση ξεγλιστράει και πριν γλιστρήση φτάνει.

Αβέβαιη η φύση του Θεού για φευγαλέα δεν είναι ούτε που σμίγει αυτή ξανά˙ θεϊκή ‘ναι η αιώνια στάση. Μόν’ κάμε αυτόν τον στοχασμό, θυσία καθάρια εντός σου πάνω σε φώτα τρίδιπλα μια φύση αναπαμένη, όχι «ένα» δίχως μετρημό, σε τρία καλά μετριέται. Τριάδα όχι πληθιοσέβαστη – το χωρισμό δεν ξέρει – μονάδα είναι η θεότητα κι όσα την πλάθουν τρία καθένα μόνο ένας Θεός, αν τα ονομάσης χώρια κι ένας Θεός πάλι άναρχος, της θεότητας ο πλούτος απ’ όπου τρέχει, ο λόγος σου τα τρία αν μνημονέψη.

[6] Με τούτο ας πάρουν οι θνητοί το κήρυγμα της Τριάδας, μ’ εκείνο τον ολόλαμπρο ας δοξάσωμε Μονάρχη. Χαρά από πολυκέφαλη θεία σύναξη μη θέλης˙ καμμιά για μένα κεφαλή οι πολλές, αν πολεμούνε˙ κι είναι η αμάχη χωρισμός, που τρέχει να διαλύση˙ γι’ αυτό οι πολλές οι κεφαλές αλάργα απ’ το Θεό μου. Άς λένε ωστόσο τρεις Θεούς, όσους έχει χωρίσει θέληση ή νόημα ή δύναμη ένα απ’ τον άλλο ή χρόνος

[7] και πάντα είναι σε πόλεμο καθείς με τον εαυτό του. Μα της Τριάδας μου είναι μια δύναμη, σκέψη μία, μια δόξα, μια εξουσία. Γι’ αυτό, κι αστάλαχτη μονάδα, στη θεία την αρμονία της το μέγα δόξασμά της…

Τόσο το φως που σκόρπισε στα μάτια μου η Τριάδα με θεία φτερά κι από του ναού το κάλυμμα το θείο, που κρύβουν τη βασίλισσα θεία φύση. Μα κι αν έχουν οι άγγελοι φως περισσότερο το ξέρεις αυτό η Τριάδα.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Στην Π.Δ. δε γίνεται σαφής λόγος για το άγ. Πνεύμα διότι ήταν ανίκανοι να κατανοήσουν οι άνθρωποι ολόκληρο το μυστήριο της θεότητος. Το άπλετο πνευματικό φως μπορούσε να ρίξη στην απιστία, όπως το απότομο αισθητό φως μπορεί να καταστρέψη τους οφθαλμούς.

2 Ο σχολιαστής˙ «εξ ενός ανθρώπου, του αρχεγόνου Αδάμ γυνή η Εύα και υιός ο Σηθ εγένετο. Η μεν πλευράς τιμήμα, ο δ’ αμφοτέρων γάμου θεσμοίς γέννημα˙ η μεν ου γεννηθείσα, ο δε γεννηθείς˙ άμφω δε ομοίως υπήρχον άνθρωποι».

3 «Κάλλιον να χανόμουν’ θα ήταν η απόδοση του υποθετικού λόγου. Τούτο όμως θα ήταν αντίθετο όχι μόνο στην επιθυμία του ανθρώπου να σωθή αλλά και στην θέληση του Θεού να σώση τον άνθρωπο. Γι’ αυτό δεν ολοκληρώνει την σκέψη του ο ποιητής.

4 Εδώ το «είναι» έχει σημασίαν υπαρκτική, υπάρχει.

5 Η τιμή και ο σεβασμός να αποδίδεται σε μία θεότητα και να μη διασπάται σε πολλούς θεούς.

6 Ο σχολιαστής˙ ηνίκα των τριών υποστάσεων μνήμη τις γένηται.

7 Ημπορεί να γίνεται λόγος για περισσοτέρους θεούς, όταν έχωμεν διαφορά κατά τη θέληση, την σκέψη, την δύναμη, το χρόνο υπάρξεως. Τα πρόσωπα όμως της Αγ. Τριάδος έχουν την αυτή δύναμη, την αυτή σκέψη, την αυτή δόξα, την αυτή πίστη και επομένως αποτελούν ενότητα, ένα Θεό. [Ορθόδοξη Πορεία – Σύλλογος Ορθοδόξων Τυφλών Ελλάδος]

Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος ή Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (περ. 329 μ.Χ. – 25 Ιανουαρίου 389 ή 390 μ.Χ.) (επίσης γνωστός ως Γρηγόριος Θεολόγος και Γρηγόριος της Ναζιανζού) ήταν Αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Θεωρείται ευρέως ως ο πιο ταλαντούχος ρήτορας μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας.

Ως κλασικά εκπαιδευμένος ομιλητής και φιλόσοφος του Ελληνισμού, κατάφερε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με την πρώτη εκκλησία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στην Ανατολική Ορθόδοξη και στη Δυτική Καθολική Εκκλησία είναι γνωστός ως ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με τον Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο.