Archive for 2 Δεκεμβρίου 2017

Ἃγιος Πορφὺριος ὁ Καυσοκαλυβὶτης

Δεκέμβριος 2, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος πορφυριος

Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 μ.Χ., στην Εύβοια, στο χωριό Άγιος Ιωάννης της επαρχίας Καρυστίας. Οι γονείς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου, ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν ψάλτης στο χωριό και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Νεκτάριο. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής και οι γονείς, φτωχοί γεωργοί, δυσκολεύονταν να τη συντηρήσουν. Γι’ αυτό ο πατέρας υποχρεώθηκε να φύγει στην Αμερική, όπου δούλεψε στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.

Ο μικρός Ευάγγελος ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Φύλαγε πρόβατα στο βουνό και είχε παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν αναγκάστηκε και αυτός λόγω της μεγάλης φτώχειας να πάει στη Χαλκίδα για να δουλέψει. Ήταν μόλις επτά χρονών. Εργάστηκε δύο τρία χρόνια σ ἕνα κατάστημα. Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου δούλεψε δύο χρόνια στο παντοπωλείο ενός συγγενούς.

Στα δώδεκά του χρόνια έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος, με τον πόθο να μιμηθεί τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη, τον οποίο είχε ιδιαίτερα αγαπήσει, όταν παλαιότερα είχε διαβάσει το βίο του. Η χάρις του Θεού τον οδήγησε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων και στην υποταγή δύο Γερόντων, του Παντελεήμονος, ο οποίος ήταν και πνευματικός, και του Ιωαννικίου, αδελφών κατά σάρκα. Αφοσιώθηκε στους δύο Γέροντες, που κατά κοινή ομολογία ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, με μεγάλη αγάπη και με πνεύμα απόλυτης υπακοής.

Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και πήρε το όνομα Νικήτας. Μετά από δύο χρόνια έγινε μεγαλόσχημος. Λίγο αργότερα ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα.

Στα δεκαεννέα του χρόνια ο Γέροντας αρρώστησε πολύ σοβαρά, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει οριστικά το Άγιον Όρος. Επέστρεψε τότε στην Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών. Ένα χρόνο αργότερα, το έτος 1926 μ.Χ., σε ηλικία είκοσι ετών, χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Χαράλαμπο Κύμης από τον Πορφύριο Γ’ , Αρχιεπίσκοπο Σινά, ο οποίος του έδωσε το όνομα Πορφύριος. Στα είκοσι δύο του έγινε πνευματικός-εξομολόγος και λίγο αργότερα αρχιμανδρίτης. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως εφημέριος στους Τσακαίους, χωριό της Εύβοιας.

Στην Εύβοια, στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους, έζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τους ανθρώπους ως πνευματικός και εξολόγος, και τρία χρόνια στην Άνω Βάθεια, στην εγκαταλελειμμένη Μονή του Αγίου Νικολάου.

Το 1940 μ.Χ., παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέροντας Πορφύριος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ανέλαβε καθήκοντα εφημερίου και πνευματικού στην Πολυκλινική Αθηνών. Όπως ο ίδιος έλεγε, έζησε εκεί τριάντα τρία χρόνια σαν μία μέρα, ασκώντας ακαταπόνητα το πνευματικό έργο και ανακουφίζοντας τον πόνο και την ασθένεια των ανθρώπων.

Από το 1955 μ.Χ. είχε εγκατασταθεί στα Καλλίσια, όπου είχε μισθώσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης το εκεί ευρισκόμενο μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή που το περιέβαλλε, την οποία καλλιεργούσε με μεγάλη επιμέλεια. Εδώ, παράλληλα εξασκούσε το πλούσιο πνευματικό του έργο.

Το καλοκαίρι του 1979 μ.Χ., εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι με το όνειρο να χτίσει μοναστήρι. Εκεί ζούσε στην αρχή σε ένα τροχόσπιτο κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και μετά σε ένα απέριττο κελλάκι από τσιμεντόλιθους, όπου και υπέμενε αγόγγυστα τις πολλές δοκιμασίες της υγείας του. Το 1984 μ.Χ. μεταφέρθηκε σε κτίσμα του υπό ανέγερση μοναστηριού, για την ολοκλήρωση του οποίου ο Γέροντας, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος και τυφλός, εργαζόταν ακατάπαυστα και ακαταπόνητα. Με τη θεμελίωση του Καθολικού της Μονής Μεταμορφώσεως, στις 26 Φεβρουαρίου 1990 μ.Χ., αξιώθηκε να δει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.

Τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του άρχισε να προετοιμάζεται για την κοίμησή του. Επιθυμούσε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια, όπου μυστικά και αθόρυβα, όπως έζησε, θα έδιδε την ψυχή του στο Νυμφίο της. Πολλές φορές τον άκουσαν να λέει: «Επιδιώκω και τώρα που εγήρασα να πάω και να πεθάνω εκεί πάνω».

Πράγματι, τον Ιούνιο του 1991 μ.Χ., προαισθανόμενος το τέλος του, και μη θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου 1991 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του.

Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν από το στόμα του ήταν από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου, αυτά που τόσο αγαπούσε και πολύ συχνά επαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἓν».

Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεων του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.

Τα ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ένταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.

α) Η ένταξη στην Εκκλησία
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.

Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο έδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.

Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.

β) Η αγάπη
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.

Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθούμε μερικά:

– Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μη χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
– Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέρια σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
– Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

γ) Η χαρά
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον αγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος («μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν», Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»

δ) Η αθανασία
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»

Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.

Επιστολή Γέροντος Πορφυρίου προς τα πνευματικά του παιδιά

«Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.

Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα.

Ιερομόναχος Πορφύριος
Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/7 Ιουνίου 1991»

Ἀπὸ τοὺς λὸγους τοῦ Ἁγὶου Πορφυρὶου

Δεκέμβριος 2, 2017
Σχετική εικόνα
ΘΛΙΨΕΙΣ – ΣΤΕΝ
ΟΧΩΡΙΕΣ – ΑΓΧΟΣ
«Να ευχαριστείς τον Θεό για τον πειρασμό σου»
Και κάποιος άλλος που είχε πρόβλημα αρκετά σοβαρό και πήγε και
κλαιγότανε στο γέροντα και ξανακλαιγόταν, του λέει, αφού ήταν
ανθρωπίνως άλυτο.
«Άκου, παιδί μου, σου εμπιστεύτηκε ο Θεός ένα μικρό πειρασμό, μία μικρή
δυσκολία, ένα προβληματάκι…
Κι εσύ αντί να χαρείς γι’ αυτό που σου εμπιστεύτηκε, κάθεσαι και
στενοχωριέσαι;
Πές, Χριστ
έ μου, να είναι ευλογημένο!
Αφού εσύ επέλεξες αυτό, ή η αδυναμία μου όρισε
αυτό και εσύ το
ανέχεσαι, να είναι ευλογημένο…
Και ευχαριστ
ώ, Θεέ μου.
Ξεχνάμε να λέμε ευχαριστ
ώ και στ
η θλίψη και στ
ον πόνο.
Κάποτε ήταν ένα παιδάκι που το πείραζαν τα άλλα παιδιά, γιατί ήτανε
λίγο αδύνατο, λίγο ντροπαλό κλπ.
Και στ
ενοχωριότανε και πονούσε. Πήγαινε στο σπίτι κι έκλαιγε.
Παραπονιότανε στη γιαγιά –η μητέρα του είχε πεθάνει.
Η γιαγιά ήτανε πιστή. Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, του έλεγε, να
ευχαριστ
είς το Θεό και γι’ αυτό και για όλα.
Πέρασε καιρός, κατάλαβε. Τα καλά λογάκια όταν πέφτουν στην ψυχή,
μένουν, να ξέρετε.
Σιγά σιγ
ά καλλιεργούνται, καρποφορούν και βγ
αίνουν».
«Ο άνθρωπος που δίνεται στο Χριστό ξεπερνάει τις δυσκολίες
χωρίς να φθείρεται»
Μου είπε ακόμα ο Παππούλης:
«Ο άνθρωπος, που δίνει την καρδιά του στο Χριστ
ό, όπως ο Μοναχός,
αυτός γίνεται άλλος άνθρωπος. Ανοίγει ο νους του, γίνεται άλλος
άνθρωπος. Ανοίγει ο νους του, γεμίζει με το Χριστ
ό. Ακούεις; Με
9
 
καταλαβαίνεις; Με το Χριστ
ό. Και όταν ο νους και η καρδιά είναι γεμάτη
από το Χριστ
ό, τότε αυτός ο άνθρωπος είναι σοφός, είναι έξυπνος, του τα
διδάσκει όλα το Πνεύμα του Θεού.
Η λέξη έξυπνος, όχι με το νόημα που την εννοεί ο κόσμος, δηλαδή να
απαντά καθηλώνοντας τους άλλους, ή να κάνει μια δουλειά καλύτερα
από τους άλλους, αλλά, να! Πώς να σου το πω;
Σε κάθε δυσκολία που του παρουσιάζεται, δεν τα χάνει, δεν απελπίζεται,
αλλά προσφεύγοντας στο Χριστ
ό, που είναι μέσα του, βρίσκ
ει ωραίους και
εύκολους τρόπους να την ξεπερνάει, χωρίς να του στοιχίζει, χωρίς να
φθείρεται εσωτερικά. Με κατάλαβες, Γεώργιε;»
(Είπε το όνομά μου χωρίς να με έχει ρωτήσει. Ούτε εχθές, όταν με
σύστησαν, του το είπαν. Με εντυπωσίασε).
– Κατάλαβα, Γέροντα.
«Ο άνθρωπος που έχει δώσει την καρδιά του στο Χριστ
ό δεν υποφέρει,
όσες δυσκολίες και να συμβούν. Χαίρεται, είναι γεμάτος εσωτερική χαρά.
Είναι δραστήριος, προσεκτικός. Δεν κάνει λάθη, ζημιές. Το μυαλό, τα
χέρια, τα πόδια, όλα κινούνται από τη χάρη του Θεού. Πώς είναι δυνατόν
να είναι κουτός;
Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις που πρέπει να κάνει τον κουτό, για
χάρη του Χριστ
ού».
– Δηλαδή, πώς θα κάνει τον κουτό;
«Όταν σιω
πήσει εν γνώσει, με κάποιο εσωτερικό σκοπό, κάνει πώς δεν
κατάλαβε, κάνει πως δεν ξέρει, διότι έχει ένα καλό σκοπό.
Αυτά θα του διδάξει σιγ
ά – σιγ
ά το Άγιο Πνεύμα.
Διότι όταν έχουμε μέσα μας το Χριστ
ό, δε ζούμε κανονίζοντας εμείς τον
εαυτό μας.
Ζει εν ημί Χριστ
ός, και κανονίζει αυτός τη ζωή μας». [Ά
20 – 2]
«Να αγαπάς τους πειρασμούς»
«Μόνο ένα να προσέξεις», μ
ε συμβούλεψε ο Παππούλης.
«Να ξεκαθαρίζεις τις σκέψεις σου, που από την πολλή σου ευαισθησία
πιέζεσαι και θλίβεσαι.
Να τις διώχνεις, να μην παραμένουν.
Να αγαπάς τους πειρασμούς που έρχονται και δε θα ταράζεσαι, ούτε θα
θλίβεσαι.
10
 
Να αγαπάς πολύ όλους τους αδελφούς το ίδιο.
Να αγαπάς πολύ το Γέροντα. Ένας Γέροντας, ένας Χριστ
ός.
– Πώς θα αγαπήσω τους πειρασμούς και τις δυσκολίες;
«Είναι μεγάλη ιστ
ορία αυτή. Έχει τους τρόπους της.
Άμα μπει ο Χριστ
ός στην καρδιά, τη γεμίζει με την αγάπη Του.
Τότε δεν υπάρχει μη τούτο, μη εκείνο, μη …
Μόνο αγάπη… Π
άνω απ’ όλα η Αγάπη.
Τα μη ήσαν προ Χριστ
ού. Τα κατήργησε ο Χριστ
ός. Έφερε την Αγάπη.
Παράδεισος είναι η ζωή του Χριστ
ού, η υπακοή, η ταπείνωση. [Ά
37-40]
«Κάθε άνθρωπος που σε βλάπτει είναι θύμα του διαβόλου»
«Αν κάποια μέρα», άρχισε να μου λέει ο Παππούλης, «περπατάς ήσυχος
στο δρόμο σου και ιδείς τον αδελφό σου να προπορεύεται κι αυτός ήσυχα,
αλλά σε μια στιγμή αντικρίσε
ις έναν κακό άνθρωπο, να πετάγεται
ξαφνικά από μια πάροδο και με ένα μαχαίρι να ορμά κατεπάνω στον
αδελφό σου, να τον κτυπά, να του τραβά τα μαλλιά, να τον πληγώνει και
να τον ρίχνει κάτω ματωμένο, εσύ, μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, θα
οργισθείς εναντίον του αδελφού σου ή θα τον λυπηθείς;»
Παραξενεύθηκα με την ερώτηση του Γέροντα και τον ρώτησα κι εγώ με τη
σειρά μου:
“Πώς είναι δυνατό να οργισθώ εναντίον του πληγωμένου αδελφού μου,
που έπεσε θύμα του κακοποιού;
Ούτε καν πέρασε από το νου μου τέτοια σκέψη. Ασφαλώς και θα λυπηθώ
και θα προσπαθήσω να τον βοηθήσω όσο μπορώ”.
«Έ, λοιπόν», συνέχισε ο Γέροντας, «κάθε άνθρωπος, που σε προσβά
λλει,
που σε βλάπτει, που σε συκοφαντεί, που σε αδικεί με οποιοδήποτε τρόπο,
είναι ένας αδελφός σου, που έπεσε στα χέρια του κακοποιού διαβόλου.
Εσύ, όταν αντικρίσε
ις τον αδελφό σου να σε αδικεί, τι πρέπει να κάνεις;
Πρέπει να τον λυπηθείς πολύ, να τον συμπονέσεις και να παρακαλέσεις
θερμά και σιω
πηλά το Θεό, να στηρίξει εσένα, στη δύσκολη αυτή ώρα της
δοκιμασίας σου και να ελεήσει και τον αδελφό σου, που έπεσε θύμα του
ληστού διαβόλου, κι ο Θεός θα βοηθήσει κι εσένα και τον αδελφό σου.
Διότι, αν δεν το κάνεις αυτό, αν, αντιθέτως, οργισθείς εναντίον του
αδελφού σου, αντιτάσσο
ντας στην επίθεσή του την αντεπίθεσή σου, τότε
11
 
ο διάβολος, που βρίσκ
εται στο σβέ
ρκο του αδελφού σου, πηδάει και στο
δικό σου σβέ
ρκο και σα
ς χορεύει και τους δύο.» [Γ
35π
]
ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ
«Να μην καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε»
Ο Γέροντας αποδεικνυόταν ανατόμος και θεραπευτής τόσο της
ανθρώπινης ψυχής, όσο και των ανθρωπίνων ψυχικών σχέσεων.
Μου έλεγε σχετικά:
«Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το
διορθώνουμε. Με την καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί, με την
κατανόηση και τη βοήθεια θα σωθεί. Τον αμαρτωλό πρέπει να τον
αντικρίζουμε με αγάπη και με σεβασμό στην ελευθερία
του. Όταν ένα
οικογενειακό μας πρόσωπο ρίχνει ένα βάζο από το τραπέζι και το σπάει,
συνήθως οργιζόμαστε. Αν εκείνη τη στιγμή, την κρίσιμ
η, με μια κίνηση
ψυχικής ανύψωσής μας, δείξουμε κατανόηση και δικαιολογήσουμε τη
ζημία, κερδίσαμε και την ψυχή μας και την ψυχή του αδελφού μας.
Κι αυτή είναι όλη η πνευματική ζωή μας:
Μια κίνηση ανύψωσής μας, μέσα στις δοκιμασίες των θλίψεων, από την
αγανάκτηση του εγωισμού στην κατανόηση της αγάπης». [Γ
37π
.]
ΘΑΝΑΤΟΣ
«Δεν υπάρχει θάνατος»
«Μέσα στην Εκκλησία, εκεί βρίσκ
εται η σωτηρία», μας έλεγε πάντα ο
Παππούλης.
«Όποιος είναι μέλος της Εκκλησίας δε φοβάται το δεύτερο θάνατο,
δεν υπάρχει θάνατος για όποιον είναι μέσα στην Εκκλησία του Χριστ
ού.
Η Ορθοδοξία μας είναι τέλεια, δεν έχει ουδεμία ατέλεια». [Ί
134]
«Δεν υπάρχει θάνατος», μ
ας είπε.
12
 
«Μη φοβάσαι το θάνατο. Όποιος πέθανε για το Χριστ
ό, δεν υπάρχει γι’
αυτόν θάνατος. Κι αν δεν πέθανες, να πεθάνεις». [Ά
59]
ΕΥΑ
ΙΣΘΗΣΙΑ
«Είσαι τρομερά ευαίσθητος και δε δέχεσαι να σε προσβάλλουν»
«Εσύ, μου είπε ο Γέροντας, το μόνο κακό που έχει είναι, ότι είσαι τρομερά
ευαίσθητος και δε δέχεσαι να σε προσβά
λλουν. Για το πρώτο, δεν
ευθύνεσαι εσύ. Το κληρονόμησες από τον παπα-Γιάννη. Και η ευαισθησία
η μεγάλη, δεν είναι καλή. Καλή είναι για τους άλλους. Οι οποίοι,
συνήθως, την εκμεταλλεύονται. Και μάλιστα, πάρα πολύ άσχημα. Ενώ
για εκείνον που την έχει, είναι ό,τι χειρότερο μπορείς να φαντασθείς! Άσε,
που αποτελεί και την γενεσιουργό αιτία όλων των ασθενειών. Γι’ αυτό
προσπάθησε να την αποβάλλεις. Ή έστω να την περιορίσε
ις. Διαφορετικά
θα κάνεις κακό και στον εαυτό σου, αλλά και στην οικογένειά σου. Που
στο κάτω κάτω, δε σου χρωστάει και τίποτε, για να την ταλαιπωρείς, και
μάλιστα, χωρίς κανένα λόγο. Όσον αφορά το δεύτερο, δηλαδή την
προσβο
λή, αυτή κανείς δεν την ανέχεται με ευχαρίστ
ηση. Πολύ
περισσό
τερο εσύ, που είσαι υπερήφανος και έχεις την αξίωση από τους
άλλους να μη σε προσβά
λλουν, όπως δεν τους προσβά
λλεις και εσύ.
Όμως αυτά δε γίνονται σήμερα. Και όλοι μας είμαστε θύματα της
προσβο
λής, που μας προκαλούν οι άλλοι. Δηλαδή, όταν λέμε προσβο
λή, τι
εννοούμε; Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από εμένα, εκείνη την ηθική
μείωση, την ηθική βλάβη ή την αμφισβή
τηση του κύρους μας από τρίτους.
Ε, πώς να τους ελέγξεις, παιδί μου, αυτούς τους τρίτους; Ελέγχονται;
Ασφαλώς όχι. Το σωστό και δίκαιο είναι να μην προσβά
λλει κανείς
κανέναν και να μην προσβά
λλεται από κανέναν. Δύσκολο πολύ. Αλλά,
όχι και ακατόρθωτο. Και αυτό ακριβώ
ς, επιδιώκει να πετύχει σήμερα η
Εκκλησία του Χριστ
ού.
Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις, που γίνεται κάποια παραχώρηση από το
Θεό, για να δοκιμασθεί η δική μας αντοχή και το δικό μας πιστεύω. Και
ξέρεις, παιδί μου, γιατί;
Γιατί, στη θεωρία
συμφωνούμε όλοι. Και η βαθμολογία είναι ίδια, για
όλους. Είναι το «άριστ
α». Ενώ στην πράξη τα θαλασσώ
νουμε… Και
πολλοί λίγοι είναι αυτοί, που πιάνουν τη βάση!
Θα μου πεις, τώρα, εσύ Παππούλη, τα εφαρμόζεις αυτά;
13
 
Τι να σου πω, βρε
παιδί μου, μια ζωή αγωνίζομαι, να κάνω το θέλημα του
Θεού. Δεν ξέρω εάν το κατόρθωσα. Εκείνος ξέρει.
Σου έχω ξαναπεί: μ
όνο το έλεός Του θα μας σώ
σει.
Αλήθεια, δε μου είπες: Ύστ
ερα από όσα συνέβησαν, εξακολουθείς ακόμη
να πιστεύεις ότι δε σ’ αγαπώ; [Κ 156π
]
ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
(ΚΟΠΟΣ – ΚΙΝΗΣΗ)
«Όχι ράθυμοι και ερασιτέχνες Χριστιανοί»
Ο Γέροντας μου μιλούσε, όχι για κάποια αποσπασματική καλή μας
προσπάθεια, αλλά για ένα αποφασιστ
ικό, οριστ
ικό πέρασμα από την
παλιά ζωή της αμαρτίας στην καινούρια
ζωή της αγιότητας, κατά την
οποία εμείς ζούμε εν Χριστ
ώ και ο Χριστ
ός εν ημίν και γι’ αυτό το
πέρασμα χρειαζόταν να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις.
Μια φορά με ρώτησε:
«Δε μου λες, για να σπουδάσει κανείς δικηγόρος, πόσα χρόνια
χρειάζονται;»
Του απάντησα.
Με ξαναρώτησε:
«Για να σπουδάσει μηχανικός, χημικός, γιατρός, πόσα
χρόνια
χρειάζονται;»
Του απάντησα αναλόγως, απορώντας για τη φύση των ερωτημάτων του.
Κι ο Γέροντας κατέληξε:
«Εμείς, για να σπουδάσουμε, για να μάθουμε το θέλημα του Θεού και να
το εφαρμόσουμε;»
Κατάλαβα τι εννοούσε και ντράπηκα να του απαντήσω.
Τι να του πω; Ότι οι πιο πολλοί από εμάς τους πιστούς είμαστε ράθυμοι,
χλιαροί, «ε
ρασιτέχνες Χριστ
ιανοί»;
Το ήξερε. Και μου το είπε:
«Δε γίνεται κανείς Χριστ
ιανός με την τεμπελιά. Χρειάζεται δουλειά,
πολλή δουλειά».
14
 
Ο ίδιος ήταν υπόδειγμα, χωρίς να αυτοπροβάλλεται. Είχε αφιερώσει με
ζήλο, όλα τα χρόνια της μακράς ζωής του, στο να σπουδάζει και να ζει το
Χριστ
ό. Ήταν εργατικός, σωματικά και πνευματικά, και ήθελε να
μεταδώσει την φιλεργία και στ
ους άλλους.
Πίστευε ότι η αργία οδηγεί στην ακηδία και αυτή σε πολλές αρρώ
στιες,
ψυχικές και σω
ματικές. Συνιστούσε την εργασιοθεραπεία.
Ιδιαίτερα σ’ όσους είχαν αποδιοργανωθεί και απελπισθεί. Για το Γέροντα,
ποτέ δεν ήταν αργά για ένα νέο ξεκίνημα.
Θεωρούσε μάλιστα τη διάψευση των κοσμικών ελπίδων και τη συντριβή
του εγωισμού σαν την καλύτερη προϋπόθεση γι’ αυτό το ξεκίνημα. [Γ
399π
]
Για το σωματικό κόπο..
Κάποτε παραπονέθηκα στο Γέροντα ότι δεν αντέχω άλλο.
– Κάναμε τόσες δουλειές αυτές τις ημέρες, που «ξεπατωθήκαμε».
Δεν έχω δύναμη να σηκώσω τα πόδια και τα χέρια μου. Τι χρειάζονται
τόσες δουλειές στο Μοναστήρι;
Πήρε σοβαρό ύφος και απάντησε ευθέως:
«Είναι θανάσιμο αμάρτημα να κουραζόμεθα για το Θεό, και ύστερα να
μετανοιώνουμε και να γογγύζουμε. Κατάλαβέ το καλά.
Χωρίς σω
ματικό κόπο, δεν κερδίζεται η αρετή, ξάπλα στο κρεβάτι!
Ο σωματικός κόπος είναι το μεγαλύτερο δώρο του Θεού για τη σωτηρία
μας.
Για την απόκτηση της χάριτος του Θεού. Οι άλλοι με χαρά εδέχοντο
εξευτελισμούς, κόπους… κ
ι εσύ υποφέρεις;
Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι, ενώ κοπιάζουμε για το Χριστ
ό, ύστερα να
μετανοιώνουμε και να υποφέρουμε.
Βρέ, εσύ νέος άνθρωπος, λες ότι κουράζεσαι; Στην ηλικία σου εγώ
πετούσα. Ήθ
ελα όλα να τα τελειώσω.
Μην κοιτάς τώρα που δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Σε βλέπω πολύ πίσω
.
Κατέκτησε έδαφος ο παλαιός άνθρωπος και συ
νετρίβη
ς.
Όχι! Ανάνηψε! Ψάλλε με νεύρο, με τόνο, χαρούμενα!
«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν,
Άδου την καθαίρεσιν,
15
 
Άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχήν.
Και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον
Τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων,
Θεόν και υπερένδοξον»