Θεσσαλονίκην οὒ μ’ ἐθέσπισεν, -Αὐτοβιογραφικά κείμενα τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου-ἀπὸ Μπὰμπη-

Αποτέλεσμα εικόνας για θεσσαλονικη

[απόσπασμα σχετικό με την εθνική γιορτή]

«… Αλλά το εκπληκτικότερο είναι ότι μαζί με το σπίτι μας βομβαρδίστηκε και η ίδια η Αγία Σοφία. Ίσως οι Ιταλοί είχαν ένα σατανικό σχέδιο: να βομβαρδίσουν τα μνημεία μας. Και άρχισαν από την Αγια-Σοφιά και την Παναγία Χαλκέων. Γιατί δεν μπορώ να διανοηθώ τι άλλο ήθελαν να βομβαρδίσουν σε κείνη την περιοχή. Και φαίνεται ότι τα κατάφεραν αρκετά καλά γιατί δύο ή τρεις βόμβες έπεσαν πάνω στον τρούλο της Αγίας Σοφίας.
Το πράγμα ήταν τρομερό. Γιατί, όπως ξέρετε, ο τρούλος έχει ένα από τα ωραιότερα ψηφιδωτά όλου του κόσμου. Είναι η Ανάληψη του Χριστού. Ο Χριστός ανεβαίνει στους ουρανούς, από κάτω τον βλέπουν όρθιοι οι Δώδεκα Απόστολοι και μαζί τους η Παναγία. Είναι και δύο άγγελοι. Ένα τεράστιο ψηφιδωτό ανεκτίμητης τέχνης, που καλύπτει όλο τον τρούλο και που έγινε πιθανώς περί το 885 μ.Χ. Λοιπόν καταλαβαίνετε τι τρομερό πράγμα ήταν να βομβαρδιστεί ο τρούλος μ’ αυτό το αριστούργημα. Αλλά όσο και τρομερό να ήταν, όσο και σατανικά να σκέφτηκαν οι Ιταλοί, η Παναγία φαίνεται πως έβαλε το χέρι της.
Και, ω του θαύματος, οι τρεις βομβίτσες γλίστρησαν κι έπεσαν στη βόρεια αυλή της εκκλησίας, δηλαδή στο τμήμα της αυλής που ήταν πολύ κοντά προς το σπίτι μας. Και πέφτοντας στο χώμα δεν έκαναν κανένα κακό. Παρ’ όλα αυτά, πρόλαβε μία βόμβα και γκρέμισε ένα μικρό τοιχάκι του τρούλου. Ο τρούλος στηρίζεται σε τέσσερα μικρά τοιχία, από τα οποία το ένα, το βορειοδυτικό, η βόμβα το κατέστρεψε και ταυτόχρονα έπεσαν μερικές ψηφίδες, ευτυχώς όχι ολόκληρο το τμήμα του ψηφιδωτού. Αυτή ήταν η μοναδική καταστροφή. Υπάρχουν ακόμα φωτογραφίες με το κατεστραμμένο αυτό τοιχίο και είναι συγκινητικό ότι ο έφορος αρχαιοτήτων Χαράλαμπος Μακαρόνας, εφτά μήνες μετά τον βομβαρδισμό, με πενιχρά μέσα και άγριες κατοχικές πείνες, κατάφερε να χτίσει το τοιχίο και να αποκαταστήσει εντελώς τη βλάβη στον τρούλο. Ο λαός, πάντως, ήξερε ένα πράγμα: η Παναγία είχε κάνει το θαύμα της. Και πήγαιναν όλοι στο μέρος που έπεσαν οι βόμβες και προσκυνούσαν.
Δεν σου επέτρεπε την παραμικρή αμφιβολία
Ωστόσο, το γεγονός αυτό πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από έναν άλλο κύκλο θαυμάτων, που ήταν απείρως πιο εντυπωσιακός. Ξαφνικά, εμφανίστηκαν σε καμιά δεκαριά σημεία, στο κέντρο της πόλης (Θεσσαλονίκης), εικόνες της Παναγίας στα τζάμια διαφόρων μαγαζιών. Στην αρχή μας το λέγαν και δεν το πιστεύαμε. Οι Παναγίες που εμφανίστηκαν στα τζάμια δεν ήταν ζωγραφισμένες, αλλά αχειροποίητες. Η εικόνα σχηματιζόταν στο εσωτερικό του τζαμιού, μέσα δηλαδή στην ύλη του γυαλιού, δεν ήταν ούτε από την έξω μεριά ούτε από την μέσα. Και ήταν και χρωματισμένη, αλλά με άυλα και ανεξίτηλα χρώματα.
Στην αρχή μερικοί δύσπιστοι έλεγαν ότι ήταν η ιδέα μας, ότι αυτά ήταν υστερίες του πλήθους. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι διάφοροι έξυπνοι το σοφίστηκαν αυτό, κυρίως καντηλανάφτες, για να πηγαίνει ο λαός να προσκυνάει και να αγοράζει κεριά. Πάντως κάποιοι είχαν φέρει μανουάλια και μπορούσες να ανάψεις εκεί μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού, όπου είχε εμφανιστεί η Παναγία, ένα κερί. Αυτό διαδίδονταν για διάφορα σημεία της πόλεως. Και μια μέρα, Αγίας Σοφίας και Εγνατία σχεδόν στη γωνία, λίγο παρακάτω από το ξενοδοχείο «Κασσάνδρα», σ’ ένα κουρείο, όπου πολλά χρόνια αργότερα πήγαινα και κουρευόμουνα κι εγώ, εμφανίστηκε στην τζαμαρία του μια ζωγραφιά της Παναγίας. Ήταν τόσο καθαρή, τόσο βυζαντινή και τόσο ανεξίτηλη, που δεν σου επέτρεπε την παραμικρή αμφιβολία. Μπορεί οι διάφοροι να είχαν τις απιστίες τους, αλλά ο κόσμος στεκόταν με τις ώρες στην ουρά (που έφτανε από το κουρείο μέχρι την Αγια-Σοφιά) για να προσκυνήσει.
Κάποτε πήγα κι εγώ και έτσι αξιώθηκα να δω την Παναγία από κοντά. Έπιανες το τζάμι και δεν έπιανες τίποτα. Αλλά η εικόνα υπήρχε. Δεν κάλυπτε όλη την επιφάνεια του τζαμιού, αλλά μόνο το κέντρο του. Θα έλεγες πως ήταν σαν βιτρώ, αλλά δεν ήταν ούτε βιτρώ. Τα χρώματα ήταν πολύ άυλα και αχνά. Ο κόσμος προσκυνούσε και ασπάζονταν την αχειροποίητη εικόνα στο τζάμι, μερικοί άναβαν και κάνα κερί που έφερναν μαζί τους αλλά κανείς δεν έδινε λεφτά. Και άλλωστε πού να τα δώσει και γιατί; Ήταν πραγματικά μια από τις συγκινητικότερες στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου. Γιατί διαβάζαμε στις εφημερίδες ότι και οι πολεμιστές στο μέτωπο έβλεπαν την Παναγία να διαγράφεται στον ορίζοντα και να τους κατευθύνει.
Ακόμη και το θαύμα του τρούλου της Αγίας Σοφίας ήταν λιγότερο εντυπωσιακό, αλλά το θαύμα της Παναγίας πάνω στα τζάμια ήταν κάτι απερίγραπτο. Και επειδή καθόμασταν πολύ κοντά στο κουρείο (δυο τετράγωνα μας χώριζαν όλο κι όλο), το μικρό εκκλησάκι με τον βυζαντινό τοίχο γέμιζε κάθε απόγευμα από γυναίκες, ακόμη και νέες, που έλεγαν τον Ακάθιστο Ύμνο.
Αν θυμούμαι καλά, οι αχειροποίητες αυτές εικόνες της Παναγίας έμειναν ένα μήνα και μετά χάθηκαν ακριβώς όπως ήρθαν. Τότε πολλοί διέδωσαν ότι η εξαφάνιση των εικόνων ήταν κακό σημάδι και πως θα χάναμε όπου να ’ταν τον πόλεμο στην Αλβανία…»

7 Σχόλια to “Θεσσαλονίκην οὒ μ’ ἐθέσπισεν, -Αὐτοβιογραφικά κείμενα τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου-ἀπὸ Μπὰμπη-”

  1. Μπάμπης Says:

    Χρόνια πολλά και ειρηνικά!

  2. Μπάμπης Says:

    Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
    [απόσπασμα]

    του Οδυσσέα Ελύτη

    IΓ´

    Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

    Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
    Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
    Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
    Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
    Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
    Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
    Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

    Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
    Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
    Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
    Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
    Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
    Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
    Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
    Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

    Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
    Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
    Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
    Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

  3. Μπάμπης Says:

    Ρωμιοσύνη

    του Γιάννη Ρίτσου

    I. Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
    αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
    αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
    αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

    Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
    σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
    σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
    σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

    O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
    Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
    H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
    Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.

    Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά
    ουρανό πάνου απ’ την πίκρα τους.
    Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
    μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
    σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

    Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
    το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
    το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
    έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
    κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
    σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

    Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
    όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γένεια τους
    όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
    όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

    Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
    πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
    έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
    ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
    από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
    η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
    πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
    η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

    Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
    βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
    το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.
    Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
    γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

    Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
    όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε
    πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
    μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
    και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
    για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

  4. Μπάμπης Says:

    Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει
    στο αλβανικό μέτωπο

    του Νικηφόρου Βρεττάκου

    Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
    Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
    να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
    βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο*
    με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες* από το σπίτι μας.
    Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
    ένας κόσμος χαμένος.

    Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες* κοκαλιασμένες.
    Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,
    ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
    Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
    διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

    (Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
    της πατρίδας μου
    δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

    Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης*,
    δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
    γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
    αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα* και τάφοι που μουρμουρίζουν
    αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
    μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του θεού
    να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

    Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ’ αμπριά*·
    εκεί μέσα
    μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε
    μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
    το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,

    το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
    την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα*,
    που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι,
    που μας διπλώνει στη μπόλια* της πριν απ’ το θάνατο.

    Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
    Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας
    αμέτρητοι,
    Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
    Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.
    Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
    με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
    Ο ήλιος σας θα ‘ναι ακριβά πληρωμένος.
    Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
    σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

    (Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
    της πατρίδας μου
    δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

  5. Μπάμπης Says:

    Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη 1940
    {απόσπασμα]

    του Άγγελου Σικελιανού

    …Ελέγαμε: Ένα Μαραθώνα ακόμα!
    Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα!
    Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα!
    Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, όπου αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!
    Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων!
    Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου!
    Και μαζί, ω γιγάντια πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, Νικητές, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της ανάπλασης ολόκληρης της γης!

  6. Βασιλική Ν. Says:

    Τη μαρτυρία του Χριστιανόπουλου για τις εικόνες της Παναγίας την διαβάζω πρώτη φορά, αλλλά προφορικά μού την είχε διηγηθεί ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος. Ευχαριστούμε πολύ! Χρόνια πολλά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: