Ὃσιος Παῒσιος ὁ Ἁγιορεὶτης

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος ο αγιορειτης εικονες

Ο βίος του

Παιδική ηλικία

Ο Αρσένιος Εζνεπίδης γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας,[4] στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, βαφτίστηκε από τον ιερέα της ενορίας Αρσένιο, τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε ως άγιο το 1988.[5] Ο Αρσένιος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά. Στη συνέχεια μετέβη στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο, για ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελλόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος, συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμά στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Γι’ αυτό και πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την κατά τη στρατιωτική του θητεία αυτή ιδιότητα, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Μοναστικός Βίος

Τα πρώτα χρόνια

Ο Αρσένιος εισήλθε πρώτη φορά στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Αρχικά κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί γνώρισε τον πατέρα Κύριλλο που ήταν Καθηγούμενος στη Μονή και τον ακολούθησε πιστά.

Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα.[εκκρεμεί παραπομπή] Ανάμεσα στα αγαπημένα του αναγνώσματα ήταν οι ρήσεις των Πατέρων της ερήμου και ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος.[5]

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν ιδιόρρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με το γέροντα Συμεών ήταν καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στον Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον Β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

To 1962 πήγε στο Όρος Σινά, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.[5]

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος και έμεινε στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων. Την εποχή εκείνη ήταν υποτακτικός του Ρώσου μοναχού Τύχωνα, που ασκήτευε στο Σταυρονικητιανό κελλί του Τιμίου Σταυρούμέχρι το θάνατό του το 1968, μετά τον οποίο, ακολουθώντας την επιθυμία του Τύχωνα, έμεινε στο κελί του για έντεκα χρόνια. Τον ίδιο χρόνο, συμβούλεψε έναν από τους κοντινότερους μαθητές του, το Βασίλειο Γοντικάκη να γίνει ηγούμενος για να βοηθήσει την ανακατασκευή της Μονής Σταυρονικήτα, που ήταν σημαντικό βήμα για την αναβίωση του μοναχισμού στον Άθω.[6] Ο Γέροντας Παΐσιος ευλαβείτο πολύ το γέροντά του, Τύχωνα, και πάντα μιλούσε με συγκίνηση γι’ αυτόν.

Tο 1966 ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματούχο μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. (Διόρθωση: αυτά έγιναν πολύ αργότερα) Το επόμενο έτος μεταφέρθηκε στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοήθησε σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού.

Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Σταυρού και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν ένα κελί εγκαταλελειμμένο και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Λέγεται ότι στο κελί του ζούσαν πολλά ήμερα φίδια, αν και ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτό ήταν ένας μύθος που καλλιέργησε ο ίδιος για να αποφεύγει τις οχλήσεις επισκεπτών. Σύμφωνα με μια φιλοσοφική ανάλυση για την αντίληψη της φύσης στον χριστιανισμό, αυτό είναι μέρος μιας ορθόδοξης αγιολογικής παράδοσης όπου οι άγιοι έχουν επικοινωνία με ζώα. Θεωρείται ότι αυτό το επίπεδο αντίληψης της φύσης που είναι εμπεδωμένο στη δυτική κουλτούρα, είναι κάτι που διαφεύγει από τη μονοδιάστατη ιστορικο-αναλυτική αφήγηση πολλών σύγχρονων δυτικών φιλοσόφων.[7]

Οι ασθένειες

Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον μετέφεραν οδηγώντας τον στο Θεαγένειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του

Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία.[8] Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε.

Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην Εορτή του, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Συγγραφικό έργο

Ο Γέροντας Παΐσιος συνέγραψε 4 βιβλία, τα οποία έχουν εκδοθεί από το Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» (Σουρωτή Θεσσαλονίκης). Τα βιβλία αυτά τιτλοφορούνται:[9]

  • Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1991)
  • Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης, 1809-1886 (1986)
  • Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα (1993)
  • Επιστολές (1994)                                                                         (πηγἠ:Βικιπαὶδεια)

4 Σχόλια to “Ὃσιος Παῒσιος ὁ Ἁγιορεὶτης”

  1. Leny Says:

  2. Leny Says:

    «Θεέ μου βοήθησε μας νά καταλάβουμε.Νά γίνουμε καλύτεροι»

    Μαργαρίτα Καραπάνου

  3. Μπάμπης Says:

    ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΊΕΣ ΜΈΡΕΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΠΑΙΔΙΟΎ

    Ενώ υποτασσόταν ταπεινά στις υποδείξεις των γιατρών, κάποια μέρα κάλεσε τον γιατρό και του είπε:

    -Εδώ θα σταματήσουμε τη θεραπεία

    -Γιατί Γέροντα;

    -Τώρα θα κάνεις υπακοή εσύ. Θα δώσεις εντολή να σταματήσουμε. Τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Χθες θέλησα να προσευχηθώ γονατιστός και δεν μπόρεσα. Δεν μπορώ να δω κανέναν, έληξε η αποστολή μου. Αυτό ήταν. Εδώ θα με αφήσετε.

    Ύστερα ρώτησε:

    -Μπορώ να πίνω λίγο νερό ή στειμμένο καρπούζι; Τίποτε άλλο. Και θα σε παρακαλέσω θα έρθεις άλλη μια φορά και μετά δεν θα ξανάρθεις.

    -Γέροντα το συκώτι σας πρήστηκε και σας πονάει, του είπα, γιατί έχει κάνει μεταστάσεις φοβερές.

    Χαμογέλασε και μου είπε:

    -Α΄αυτό είναι το καμάρι μου, μη στενοχωριέσαι. Αυτό με κράτησε ως τα εβδομήντα και αυτό τώρα με στέλνει, όσο πιο γρήγορα μπορεί, εκεί που πρέπει να πάω. Μη στενοχωριέσαι γι αυτό, μια χαρά είμαι.

    Συγχρόνως είχε δύσπνοια. Είχε συσκευή οξυγόνου που όταν δυσκολευόταν πολύ, την χρησιμοποιούσε. Οι πόνοι γίνονταν πιο έντονοι. Δεν δεχόταν να κάνη ενέσεις παυσίπονες. Δεν ήθελε να λείψη τελείως ο πόνος. Μόνο έπαιρνε καμιά κορτιζόνη, για να μπορή μέχρι να παραδώσει το πνεύμα του, αυτοεξυπηρετήται.

    Ο Γέροντας είχε επιθυμία να επιστρέψη στο Άγιον Όρος. Να κοιμηθή και να ταφή αφανώς στο Περιβόλη της Παναγίας, στην πνευματική του πατρίδα. Είχε μάλιστα παρακαλέσει ένα πνευματικό του τέκνο να διαμορφώση κατάλληλο χώρο να να μείνη εκεί τις τελευταίες ημέρες του, γιατί στην Παναγούδα ήταν αδύνατο πια να μείνει μόνος. Ετοιμάστηκε κάποια Τετάρτη και υπολόγιζε την ερχομένη Δευτέρα να μπη στο Όρος. Αλλά αιφνιδίως χειροτέρεψε η κατάσταση του. Ο πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους προσφέρθηκε να διαθέση ελικόπτερο, αλλά ο γιατρός γνωμάτευσε ότι μπορεί να πεθάνη στο δρόμο. Φυσικά και ο Γέροντα δεν αναπαυόταν σε τέτοιους τρόπους μεταβάσεως.

    Πάλι προγραμμάτισε την επιστροφή του στο Όρος, μόλις βελτιώθηκε λίγο η υγεία του, αλλά και πάλι εμποδίστηκε από νέα επιδείνωση της ασθενείας. Πίσω από αυτές τις δυσκολίες και τα εμπόδια κρυβόταν το θέλημα του Θεού, δηλαδή να ταφή έξω στο κόσμο. Οι άνθρωποι, όσο τον είχαν ανάγκη, όταν ζούσε. Άλλο τόσο θα τον χρειάζονταν και μετά τη κοίμηση του.

    Έτσι αποφάσισε να μείνη και να ταφή στον μοναστήρι της Σουρωτής, κοντά στον Άγιο του. Πιθανώτατα, πριν από την οριστική του απόφαση, να έλαβε και σαφέστερη πληροφορία από το Θεό για το θέμα αυτό.

    Ειδοποίησε και του έφεραν το Μεγάλο Σχήμα και το κουκούλι. Ώρισε ην θέση του τάφου και έδωσε εντολή και οδηγίες σχετικά με τον τρόπο της κηδείας του.

    Το τελευταίο διάστημα ζήτησε από δύο γνωστούς του επισκόπου που πέρασαν να τον δουν, να του διαβάσουν συγχωρετική ευχή, ευχή εις ψυχορραγούντα, και να κάνουν και την νεκρώσιμη ακολουθία, όπου συνέψαλε ο Γέροντας.

    Κοινωνούσε τακτικά. Με κόπο και δυσκολία πήγαινε μόνος του στην Εκκλησία. Όταν του πρότειναν να έρχεται ο παπάς να τον κοινωνά στο κελλί αρνήθηκε λέγοντας:

    -Εγώ πρέπει να πάω στον Χριστό, όχι να ΄ρθή ο Χριστός σε μένα.

    Οι πόνοι συνεχώς επιτείνονταν και έφθασαν πλέον να ισοτιμούνται με τους πόνους των μαρτύρων.

    -Γέροντα δεν πονάτε τον ρώησε Αγιορείτης που τον έβλεπε ήρεμο και ειρηνικό.

    -Συνήθισα απάντησε.

    Πράγματι σε όλη του τη ζωή είχε εξοικειωθή με το πόονο. Δεν πανικοβαλλόταν δεν γόγγυζε αλλά υπέμενε και δοξολογούσε. Τώρα φιλοσοφούσε ανατρέχοντας νοερώς τα μαρτύρια των Αγίων μαρτύρων. Έλεγε: όσο με ωφέλησαν οι αρρώστιες, δεν με ωφέλησε η άσκηση που σαν μοναχός έκανα τόσα χρόνια.

    Κάπου κάπου έψαλλε, για να διασκεδάση τον δυσβάσταχτο πόνο και να αντικαταστήση με την ψαλμωδία τυχόν αναστεναγμούς αθέλητους.

    Είχε σταματήσει να βλέπη κόσμο. Τώρα που πλησίαζε το τέλος δεν ήθελε ούτε οι αδελφές να μπαίνουν στο κελλί του. Όταν χρειαζόταν κάτι, χτυπούσε τον τοίχο και ερχόταν η αδελφή. Ήθελε να είναι μόνος, να προσεύχεται απερίσπαστα και να πρετοιμασθή καλύτερα για την έξοδο του. Εξυπηρετείτο μέχρι τέλους μόνος, εταλαιπωρείτο αφάνταστα, ήταν όμως χαρούμενος και ειρηνικός.

    Στην γιορτή της αγίας Ευφημίας, 11 Ιουλίου(ν.η.) ημέρα Δευτέρα, κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός στο κρεβάτι του, αφού πλέον αδυνατούσε να μεταβή στην Εκκλησία.

    Ο Γέροντας πέρασε την τελευταία νύχτα μαρτυρική. Επεκαλείτο την Παναγία μέσα στους πόνους του: «Γλυκειά μου Παναγία», έλεγε. Του έπαιρναν τον σφιγμό και ήταν ανύπαρκτός, μόνο όταν ανάσαινε φαινόταν πως ζη. Μέχρι το τέλος αισθανόταν, καταλάβαινε τα πάντα και συνεχώς προσευχόταν. Μόνο για δυο ώρες έχασε τις αισθήσεις του και όταν συνήλθε, με σβησμένη φωνή είπε: «Μαρτύριο, πραγματικό μαρτύριο» και έπειτα εκοιμήθη ειρηνικά. Ήταν η 12η Ιουλίου του έτους 1994, ημέρα Τρίτη και ώρα 11η π.μ. και με το παλαιό εορτολόγιο η 29η Ιουνίου, μνήμη των πρωτοκορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

    Τάφος Παίσιος. Ενταφιάσθηκε πίσω από το ναό του οσίου Αρσενίου, χωρίς να μάθη και χωρίς να κληθή κανείς στην κηδεία του. Αυτό ήταν το θέλημα του Γέροντα. Να γίνη αφανώς η κηδεία του.

    Μετά από τρεις ημέρες, που έγινε γνωστή η κοίμηση του, το τι συνέβη είναι απερίγραπτο. Από όλα τα μέρη μια κοσμοσυρροή ξεχυνόταν για να προσκυνήσουν τον τάφου του. Έβλεπε κανείς αυθόρμητες εκδηλώσεις αγάπης και ευλάβειας. Άλλοι τον επεκαλούντο ως Άγιο. Άλλοι από ευλάβεια έπαιρναν χώμα από τον τάφο του. Όσο είχαν κάποιο προσωπικό του αντικείμενο το θεωρούσαν μεγάλη ευλογία.

    ποιήμα

    Το κελλί του στο Άγιο Όρος, η Παναγούδα, υπέστη ευσεβή λεηλασία. Προσκυνητές μπήκαν κάτω από τα σύρματα και σκαρφάλωσαν μέχρι την απλωταριά. Έπαιρναν ότι εύρισκαν για το έχουν ευλογία από τον Γέροντα: κύπελλα, μαχαίρια, ξύλα, χαλάκια λασπωμένα. Σχοινιά, χαρτιά, ακόμη και κούτσουρα που τα είχε για καθίσματα.

    Οι θρήνοι και τα δάκρυα έπνιγαν πολλούς. Ιδιαίτερα εκείνους που είχαν ευεργετηθή από τν Γέροντα, Αισθάνονταν την έλλειψη του, την ορφάνια. Αλλά έπειτα μια παρήγορη ελπίδα ανέτειλε, ότι τώρα βρίσκεται πλέον κοντά στην Αγία Τριάδα και πρεσβεύει για όλους.

    Πηγή: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Ιερομονάχου Ισαάκ, Ιερόν Ησυχαστήριον, Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, Μεταμόρφωση Χαλκιδικής

  4. aerapatera Says:

    Ευχαριστούμε Leny και Μπαμπη,η ευχή του ας μας σκεπάζει…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: