Archive for 12 Ιουλίου 2017

Ὃσιος Παῒσιος ὁ Ἁγιορεὶτης

Ιουλίου 12, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος ο αγιορειτης εικονες

Ο βίος του

Παιδική ηλικία

Ο Αρσένιος Εζνεπίδης γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας,[4] στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, βαφτίστηκε από τον ιερέα της ενορίας Αρσένιο, τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε ως άγιο το 1988.[5] Ο Αρσένιος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά. Στη συνέχεια μετέβη στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο, για ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελλόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος, συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμά στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Γι’ αυτό και πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την κατά τη στρατιωτική του θητεία αυτή ιδιότητα, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Μοναστικός Βίος

Τα πρώτα χρόνια

Ο Αρσένιος εισήλθε πρώτη φορά στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Αρχικά κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί γνώρισε τον πατέρα Κύριλλο που ήταν Καθηγούμενος στη Μονή και τον ακολούθησε πιστά.

Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα.[εκκρεμεί παραπομπή] Ανάμεσα στα αγαπημένα του αναγνώσματα ήταν οι ρήσεις των Πατέρων της ερήμου και ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος.[5]

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν ιδιόρρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με το γέροντα Συμεών ήταν καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στον Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον Β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

To 1962 πήγε στο Όρος Σινά, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.[5]

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος και έμεινε στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων. Την εποχή εκείνη ήταν υποτακτικός του Ρώσου μοναχού Τύχωνα, που ασκήτευε στο Σταυρονικητιανό κελλί του Τιμίου Σταυρούμέχρι το θάνατό του το 1968, μετά τον οποίο, ακολουθώντας την επιθυμία του Τύχωνα, έμεινε στο κελί του για έντεκα χρόνια. Τον ίδιο χρόνο, συμβούλεψε έναν από τους κοντινότερους μαθητές του, το Βασίλειο Γοντικάκη να γίνει ηγούμενος για να βοηθήσει την ανακατασκευή της Μονής Σταυρονικήτα, που ήταν σημαντικό βήμα για την αναβίωση του μοναχισμού στον Άθω.[6] Ο Γέροντας Παΐσιος ευλαβείτο πολύ το γέροντά του, Τύχωνα, και πάντα μιλούσε με συγκίνηση γι’ αυτόν.

Tο 1966 ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματούχο μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. (Διόρθωση: αυτά έγιναν πολύ αργότερα) Το επόμενο έτος μεταφέρθηκε στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοήθησε σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού.

Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Σταυρού και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν ένα κελί εγκαταλελειμμένο και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Λέγεται ότι στο κελί του ζούσαν πολλά ήμερα φίδια, αν και ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτό ήταν ένας μύθος που καλλιέργησε ο ίδιος για να αποφεύγει τις οχλήσεις επισκεπτών. Σύμφωνα με μια φιλοσοφική ανάλυση για την αντίληψη της φύσης στον χριστιανισμό, αυτό είναι μέρος μιας ορθόδοξης αγιολογικής παράδοσης όπου οι άγιοι έχουν επικοινωνία με ζώα. Θεωρείται ότι αυτό το επίπεδο αντίληψης της φύσης που είναι εμπεδωμένο στη δυτική κουλτούρα, είναι κάτι που διαφεύγει από τη μονοδιάστατη ιστορικο-αναλυτική αφήγηση πολλών σύγχρονων δυτικών φιλοσόφων.[7]

Οι ασθένειες

Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον μετέφεραν οδηγώντας τον στο Θεαγένειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του

Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία.[8] Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε.

Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην Εορτή του, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Συγγραφικό έργο

Ο Γέροντας Παΐσιος συνέγραψε 4 βιβλία, τα οποία έχουν εκδοθεί από το Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» (Σουρωτή Θεσσαλονίκης). Τα βιβλία αυτά τιτλοφορούνται:[9]

  • Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1991)
  • Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης, 1809-1886 (1986)
  • Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα (1993)
  • Επιστολές (1994)                                                                         (πηγἠ:Βικιπαὶδεια)

Ἀπὰνθισμα ἀπὸ σοφὰ λὸγια τοῦ Ἁγὶου Παϊσὶου

Ιουλίου 12, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος

«Συνετός και μυαλωμένος άνθρωπος είναι εκείνος που αντελήφθη καλώς ότι υπάρχει τέρμα της παρούσης ζωής και σπεύδει και αυτός να θέσει τέρμα εις τα σφάλματα και ελαττώματά του».

«Η εμπιστοσύνη στον Θεό είναι μια συνεχής μυστική προσευχή που φέρνει αθόρυβα τις δυνάμεις του Θεού εκεί που χρειάζονται και την ώρα που χρειάζονται»

«Να αναθέτουμε το μέλλον μας στο Θεό. Η απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό, έχει μητέρα την πίστη, με την οποία προσευχόμαστε και απολαμβάνουμε τους καρπούς της ελπίδας».

«Η πλήρης ανάθεση της ζωής μας στο Θεό, είναι μια λύτρωση από την ανασφάλεια που φέρνει η πίστη στο εγώ, και μας κάνει να χαρούμε τον παράδεισο από αυτή τη ζωή».

«Όταν, από φιλότιμο, κάνουμε τον Θεό να χαίρεται με τη ζωή μας, τότε Εκείνος δίνει άφθονες τις ευλογίες του στα φιλότιμα παιδιά του».

«Όταν αγωνίζεται με ελπίδα ο άνθρωπος, έρχεται η θεία παρηγοριά και νιώθει έντονα η ψυχή τα χάδια της αγάπης του Θεού».

«‘Όσο περισσότερο ζει κανείς την κοσμική ζωή, τόσο περισσότερο άγχος κερδίζει. Μόνο κοντά στο Χριστό κανείς ξεκουράζεται γιατί ο άνθρωπος είναι πλασμένος για το Θεό».

«Η ανώτερη χαρά βγαίνει από τη θυσία. Μόνον όταν θυσιάζεται κανείς συγγενεύει με τον Χριστό, γιατί ο Χριστός είναι θυσία».

«Ο Θεός από εμάς θέλει μόνο την προαίρεση και την αγαθή διάθεση που θα την εκδηλώνουμε με το λίγο φιλότιμο αγώνα μας και την συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας. Όλα τα άλλα μας δίνει εκείνος».

«Όποιος κουράζεται για τον πλησίον του από καθαρή αγάπη, ξεκουράζεται με την κούραση! Αυτός που αγαπάει τον εαυτό του και τεμπελιάζει, κουράζεται με το να κάθεται!» .

«Πνευματική πρόοδος υπάρχει, εκεί που υπάρχει η αίσθηση ότι όλα είναι χάλια».

«Να μην θυμάσαι τα κρύα του χειμώνα, γιατί θα κρυώνεις και τον Αύγουστο».

«Όσο ζει ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να δίνει πνευματικές εξετάσεις. Μετεξεταστέος δεν υπάρχει. Ας αγωνιστούμε να πιάσουμε έστω την πνευματική βάση για να περάσουμε στον παράδεισο».

«Μακάριοι είναι όσοι έχουν στην καρδιά τους άξονα τον Χριστό και περιστρέφονται χαρούμενοι γύρω από το άγιο όνομά του, νοερώς και αδιαλείπτως».

«Στον ουρανό δεν ανεβαίνει κανείς με το κοσμικό ανέβασμα, αλλά με το πνευματικό κατέβασμα. Μόνο έτσι, βαδίζοντας «χαμηλά», χωράει από την στενή πύλη του παραδείσου».

«Δεν μπορούν να μας συμφιλιώσουν με τον Θεό τόσο οι σωματικοί αγώνες και οι κόποι, όσο η συμπάθεια της ψυχής και η φιλανθρωπία και η προς τον πλησίον αγάπη».

«Η αγάπη μας πρέπει να είναι ίδια προς όλους. Μόνο τότε είναι αγάπη Θεού. Κάτω από αυτήν τα πάντα λυγίζουν. Δίπλα της όλα λειώνουν».

«Όταν έχουμε αυτογνωσία, τότε γίνεται η «πνευματική διάσπαση» του ατόμου μας. Έτσι απελευθερώνεται η ενέργεια και ξεπερνάμε την βαρύτητα της φύσεώς μας και διαγράφουμε πνευματική τροχιά».

«Στην εποχή μας, δυστυχώς η λογική κλόνισε την πίστη και γέμισε τις ψυχές με αμφιβολίες. Έτσι, επόμενο είναι να στερούμαστε τα θαύματα, γιατί το θαύμα ζείται και δεν εξηγείται».

«Μην έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας. Η αυτοπεποίθηση είναι εμπόδιο στη Θεία Χάρη. Όταν αναθέτουμε τα πάντα στο Θεό, αυτός «υποχρεώνεται» να μας βοηθήσει».

«Ελέγχοντας το κακό, δε βγαίνει τίποτε. Παρουσιάζοντας όμως το καλό, ελέγχεται από μόνο του το κακό. Μόνο με καλά παραδείγματα ελέγχονται όσοι έκαναν μόδα την αμαρτία!».

«Πνευματική ωριμότητα είναι να πιστέψουμε ότι δεν κάνουμε τίποτε! Μόνο μέσα στην ταπεινή κατάσταση της απογοητεύσεως από τον εαυτό μας κρύβεται η καλή πνευματική κατάσταση».

«Ο Θεός δεν επιτρέπει καμιά θλίψη και κανένα κακό, αν μέσα απ’ αυτά δεν βγει κάτι καλύτερο από αυτό που εμείς ανθρώπινα θεωρούσαμε ότι είναι το παν!».

«Η μεγαλύτερη αρρώστια είναι η υπερηφάνεια, η οποία μας μετέφερε από τον παράδεισο στη γη και από τη γη προσπαθεί να μας πάει στην κόλαση».

«Εάν θέλεις να «πιάσεις» τον Θεό, για να σε ακούσει, όταν προσευχηθείς, γύρισε το κουμπί στη ταπείνωση, γιατί σ’ αυτήν την συχνότητα εργάζεται ο Θεός».

«Δεν πρέπει να αποφεύγουμε την αμαρτία για να μην πάμε στην κόλαση, αλλά από αγάπη και φιλότιμο για να μην λυπήσουμε τον ευεργέτη μας Χριστό» .

«Εκείνος που για να πιστέψει στο Θεό ζητά θαύματα, δεν έχει αρχοντιά. Για το Θεό αυτό έχει αξία. Να αγαπήσουμε τον Θεό μόνο και μόνο επειδή είναι αγαθός».

«Οι αγνοί λογισμοί εξαγνίζουν την ψυχή μας και αχρηστεύουν τα όπλα του δαίμονος της πορνείας, διότι μέσα στο αγνό σώμα διατηρείται η αγνή ψυχή και στην οποία παραμένει η Θεία Χάρις».

«Τίποτα δεν γίνεται χωρίς την πρόνοια του Θεού, και όπου υπάρχει η πρόνοια του Θεού, σίγουρα αυτό που συμβαίνει, όσο πικρό κι αν είναι, θα φέρει ωφέλεια στην ψυχή».

«Φροντίστε να γεμίσετε τη κασέτα της καρδιά σας τώρα που είστε νέοι. Γιατί αλλιώς, όταν γεράσετε, ανάμεσα από βυζαντινή μουσική θ’ ακούγονται και μπουζούκια».

«Ο Θεός βοηθάει και δεν αδικεί!

Βλέπει πιο πέρα και τον ενδιαφέρει, σαν καλός πατέρας, να μας έχει κοντά του στον παράδεισο.

Γι’ αυτό δίνει δοκιμασίες σ’ αυτή τη ζωή».

William Talbot -1800-1877-(Ἂγγλος φωτογρὰφος)

Ιουλίου 12, 2017

Talbot William Henry Fox 10