Archive for 18 Απριλίου 2017

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ Του π. Ἀλεξ. Σμέμαν (ἀπὸ Μπὰμπη)

Απρίλιος 18, 2017

Σχετική εικόνα

Το βασικό μας θέμα είναι το κήρυγμα της Ανάστασης, ή καρδιά του Χριστιανισμού. Θα ήθελα με έμφαση να τονίσω πώς δεν αναφέρομαι γενικά στην αθανασία της ψυχής μετά το χωρισμό της από το σώμα, ούτε απλά σε μια μορφή μυστικής και ασώματης ύπαρξης έντός ενός «άλλου», μυστηριώδη και νεφελώδη κόσμου. Μιλώ πολύ συγκεκριμένα για την Ανάσταση.

«Άναστήσονται οι νεκροί και έγερθησονται οι εν τοις μνημείοις και πάντες οι εν τη γή άγαλλιάσονται»! Πώς αντηχούν αυτές οι λέξεις!

Πόσο θριαμβευτικές, χαρμόσυνες και γεμάτες απαντοχή ! Πόσο ελπιδοφόρα μάς προϊδεάζουν για τα επερχόμενα, καθώς τις ακούμε αργά τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής, όταν ήδη έχει αρχίσει μέσα από το σκοτάδι και τη θλίψη του Σταυρού, του μνήματος και τών «όθονίων», να λάμπει το ολόλαμπρο φώς του επερχόμενου Πάσχα. Έτσι ακριβώς όπως μάς διαβεβαιώνει με απλότητα το αρχαιότερο χριστιανικό σύμβολο πίστεως, το αποκαλούμενο Αποστολικό Σύμβολο:

«Πιστεύω εις… σαρκός άνάστασιν».
Όταν ό Χριστός, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, εμφανίστηκε μετά την Ανάστασή Του στους έντρομους και σαστισμένους μαθητές, εκείνοι «έδόκουν πνεύμα θεωρεΐν» – νόμισαν πώς βλέπουν φάντασμα. Τους είπε:
«Τί τεταραγμένοι έστέ… εγώ ειμί- ψηλαφήσατε με και ίδετε ότι πνεύμα σάρκα και όστέα ούκ έχει καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα». Και στη συνέχεια πήρε ψάρι και ψωμί και «ενώπιον αυτών έφαγεν» (Λουκ. 24,36-43).
Οι μαθητές ξεκίνησαν από την Ιερουσαλήμ με το μήνυμα της Ανάστασης και κήρυξαν την ανάσταση των νεκρών μέχρι τις εσχατιές της γης. Κι αυτή ή πίστη, αυτή ή χαρμόσυνη αγγελία, αυτό το κήρυγμα έγινε ή χαρά και ή ζωή εκείνων που έκαναν τά λόγια τών Αποστόλων δικά τους.

Ωστόσο, για κείνη την εποχή το κήρυγμα της Ανάστασης ήταν παράλογο, ανήκουστο. Ό τότε κόσμος μπορούσε διστακτικά να δεχτεί την έννοια της αθανασίας της ψυχής, μα την ανάσταση τών σωμάτων τη θεωρούσε ολότελα γελοία.

Όταν ό απόστολος Παύλος κήρυξε την Ανάσταση στην Αθήνα, στο απόλυτο κέντρο της ελληνικής σοφίας και καλλιέργειας, οι φιλόσοφοι που τον άκουσαν γέλασαν και του είπαν: «άκουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πράξ. 17,32).

Όμως είμαι πεπεισμένος ότι ακόμα και τώρα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά τη θεμελίωση του Χριστιανισμού, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για την ανθρωπότητα να κατανοήσει αυτό το μήνυμα, να κατανοήσει το γιατί ή ίδια ή ύπαρξη του Χριστιανισμού στηρίζεται πάνω σ’ αυτήν τη διδασκαλία.

Πράγματι, το Πάσχα είναι για μάς γιορτή. Αναμφισβήτητα κάτι συμβαίνει μέσα μας όταν κάθε χρόνο ή σιωπή του δειλινού εκείνης της μέρας ραγίζει από το «Χριστός άνέστη!» και από τη μοναδική απόκριση σ’ αυτό, το «Αληθώς άνέστη!».

Όμως, αν εκείνη τη στιγμή επιχειρήσουμε να στοχαστούμε το νόημα όλων αυτών, να στοχαστούμε το αληθινό περιεχόμενο της γιορτής τού Πάσχα, την αιτία της χαράς μας και το νόημά της για μάς -για μένα-, τότε όλα γίνονται θολά και δυσνόητα.

«Ανάσταση των σωμάτων» — τί εννοούμε, αλήθεια, μ’ αυτό; Τί γίνεται μ’ αυτό το σώμα που αναλύθηκε στη γη κι επέστρεψε στο μυστηριώδη κύκλο της φύσης; Μήπως πρέπει να περιμένουμε ότι αυτά τα κόκαλα θα αναστηθούν;

Και γιατί αλήθεια, χρειαζόμαστε σώμα σ’ αυτόν το μυστικό , πνευματικό «άλλο» κόσμο; Δεν μάς δίδαξαν οι μύστες κι οι σοφοί όλων τών εποχών ότι ίσα ίσα το θετικό νόημα τού θανάτου είναι ότι μάς απελευθερώνει από τη φυλακή, όπως λένε, τού σώματος κι από τη μακρόχρονη εξάρτηση από την υλική, φυσική, σωματική ζωή, καθιστώντας τις ψυχές μας φωτεινές, άυλες, ελεύθερες, πνευματικές ;

Ίσως να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε αυτό το ερώτημα μέσα από μια νέα προοπτική, αν εξετάσουμε το νόημα του σώματος προσεκτικότερα• κι επιπλέον, όχι άφηρημένα, όχι φιλοσοφικά, άλλα θα έλεγα, πρακτικά.

Με άλλα λόγια, πρέπει να εξετάσουμε το ρόλο που το σώμα διαδραματίζει στη ζωή μας, στη δική μου ζωή.

Είναι ασφαλώς τελείως ξεκάθαρο ότι τά πάντα στο σώμα μας είναι παροδικά κι εφήμερα. Οι βιολόγοι έχουν υπολογίσει ότι όλα τά κύτταρα του σώματός μας ανανεώνονται κάθε επτά χρόνια.

Επομένως, από άποψη φυσιολογίας κάθε επτά χρόνια έχουμε καινούργιο σώμα. Κατά συνέπεια, το σώμα που στο τέλος της ζωής μου εναποτίθεται στο μνήμα ή που αναλώνεται στην πυρά δεν είναι πλέον το ίδιο σώμα με όλα τά προηγούμενα. Και σε τελευταία ανάλυση, καθένα από τά σώματά μας δεν είναι τίποτα άλλο από την ατομική μας ενσάρκωση μέσα στον κόσμο – αφενός μεν με τη μορφή της εξάρτησής μας από τον κόσμο, και αφετέρου με τη μορφή της ζωής και της δραστηριότητάς μας εντός του κόσμου.

Στην ουσία, το σώμα μου είναι ή σχέση μου με τον κόσμο, με τούς άλλους• είναι ή ζωή μου ως κοινωνία, ως αμοιβαιότητα. Καθετί ανεξαιρέτως μέσα στο σώμα, μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό , έχει δημιουργηθεί γι’ αυτήν τη σχέση, γι’ αυτήν την κοινωνία,γι’ αυτήν την έξοδο από την ατομικότητα.

Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ή αγάπη, ή υψηλότερη μορφή κοινωνίας, βρίσκει την ενσάρκωσή της στο σώμα: το σώμα είναι πού βλέπει, άκουει, αισθάνεται και με εξάγει μ’ αυτόν τον τρόπο από την εγωκεντρική μου μόνωση.

Αν ισχύουν πράγματι όλα αυτά, τότε μπορούμε να αντιτάξουμε πώς το σώμα δεν είναι ό σκοτασμός της ψυχής, άλλα μάλλον ή ελευθερία της, αφού το σώμα είναι ή ψυχή ως Αγάπη, ως κοινωνία, ως ζωή, ως κίνηση.

Κι αυτός είναι ό λόγος πού ή ψυχή, όταν χωρίζεται από το σώμα, όταν χάνει το σώμα, χάνει και την ίδια τη ζωή, πεθαίνει – έστω κι αν αυτός ό θάνατός της δεν είναι μια ολική εκμηδένιση, άλλα μια λανθάνουσα κατάσταση, κάτι σαν κοίμηση.

Κι έτσι, κάθε μορφή ύπνου -όχι μόνο ή κοίμηση τού θανάτου – είναι ένα είδος θανής για τον οργανισμό, αφού κατά τη διάρκεια τού ύπνου, αυτό ακριβώς το σώμα είναι που κοιμάται και παραμένει ανενεργό.

Και σ’ αυτήν την κατάσταση δεν συναντούμε ζωή αληθινή, άλλα ζωή που έχει ανασταλεί – δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά μόνο ύπνος. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε όταν ό Χριστιανισμός μιλάει για ανάσταση τών σωμάτων, δεν εννοεί ζωοποίηση τών οστών και τών μυών, αφού τα οστά και οι μύες και ολόκληρος ό υλικός κόσμος είναι «πουκάμισο αδειανό» -τίποτα παραπάνω από κάποια βασικά φυσικά στοιχεία, τίποτα παραπάνω τελικά από άτομα. Και στα στοιχεία αυτά δεν υπάρχει τίποτα το προσωπικό, τίποτα που να έχει αιώνια προοπτική για μένα.

Ό Χριστιανισμός μιλά για την αποκατάσταση της ζωής ως κοινωνίας. Μιλά για το πνευματικό εκείνο σώμα που ξεδιπλώθηκε στο κύλισμα της ζωής μας μέσα από την αγάπη και τις αναζητήσεις μας, μέσα από τις σχέσεις μας, μέσα από την έξοδο από τον εγωισμό μας. Δεν μιλά για τη διαιώνιση της ύλης, αλλά για την έσχατη άποπνευματοποίησή της, για την τελική μεταστοιχείωση τού κόσμου σε αληθινό σώμα -το σώμα της ζωής
και της αγάπης της ανθρωπότητας.

Ό Χριστιανισμός μιλά για την αποκατάσταση του κόσμου σε ολοκληρωτική κοινωνία με τη Ζωή.

Δεν λατρεύει τα κοιμητήρια και τις ταφόπλακες ή χριστιανική λατρεία. Το χριστιανικό κήρυγμα δεν αναφέρεται στην αποσύνθεση ενός μεμονωμένου μέρους της ύλης που χρησίμευε κάποτε ως σώμα κάποιου ανθρώπου.

Το κήρυγμα του Χριστιανισμού μιλά για την ανάσταση της ζωής στην πληρότητα και ολοκλήρωσή της «εν τω πληρώματι της αγάπης».
Αυτό το κήρυγμα είναι που αποκαλύπτει το νόημα τού Πάσχα. Μέσα σ αυτό φωλιάζει ή χαρά και ή δυναμική τού Χριστιανισμού. «Κατεπόθη ό θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορ. 15,54).

Οἱ Ἃγιοι νεοφανεῖς Μὰρτυρες Νικὸλαος Ραφαὴλ καὶ Εἰρὴνη

Απρίλιος 18, 2017
Αποτέλεσμα εικόνας για ραφαηλ νικολαος και ειρηνη
Ὡς φῶς ἡμῖν ὤφθησαν Ραφαὴλ μέγα
Ὁμοῦ καὶ Νικόλαος οἱ κεκρυμμένοι.
Εἰρήνη ἀθλήσασα σὺν τοῖς τοκεῦσι
Ἡμῖν ἤδη ἔγνωσται θαύμασι ξένοις.
Καρυῶν ἀθλήσαντες Μονῇ τῇ πάλαι
Τῆς ἄνω ἐπέβητε Μάρτυρες δόξῃς.
Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη συγκαταλέγονται στη χορεία των Νεοφανών Αγίων και μάλιστα εκείνων που μαρτύρησαν σχεδόν αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Σχετικά με τον βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη των Αγίων ιστορούνται με θαυματουργικό και αποκαλυπτικό τρόπο από το έτος 1959 μ.Χ. Από μία ανασκαφή που έγινε στη Θερμή της Λέσβου, ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός αγνώστου προσώπου, που όπως αποκαλύφθηκε σε συνεχή οράματα, ανήκε στον Άγιο Ιερομάρτυρα Ραφαήλ, ο οποίος μαρτύρησε μαζί με τον Άγιο Οσιομάρτυρα Νικόλαο και την Αγία Ειρήνη.

Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκε στις 13 Ιουνίου 1960 μ.Χ.

Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410 μ.Χ. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης και ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος.

Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφθασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε ένα ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή.

Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες και κήρυξε τον λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτισε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.

Μετά την κουρά του σε μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αλλά τιμήθηκε και με το οφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσύγκελου. Μαζί δε με τις άλλες αποκαλύψεις, ο Άγιος Ραφαήλ αποκάλυψε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Εσπερία, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Ακόμη απεκάλυψε ότι κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου.

Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450 μ.Χ., ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί.

Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρείται Θεσσαλονικεύς στην καταγωγή, αν και αναφέρεται ότι γεννήθηκε στους Ράγους της Μηδίας της Μικράς Ασίας. Ωστόσο μεγάλωσε και ανδρώθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με την συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως, στη Μυτιλήνη.

Εκεί εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους μοναχούς στην παλαιά μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η οποία στο παρελθόν ήταν γυναικεία και ήταν χτισμένη στο λόφο Καρυές, κοντά στο χωριό Θέρμη.

Ηγούμενος της μονής εξελέγη στην συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.

Έπειτα από μερικά χρόνια, το έτος 1463 μ.Χ., η Λέσβος έπεσε στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι σε μια επιδρομή τους στο μοναστήρι, συνέλαβαν τον Άγιο Ραφαήλ και τον Άγιο Νικόλαο, τη Μεγάλη Πέμπτη του ιδίου έτους. Ακολούθησαν σκληρά και ανηλεή βασανιστήρια και ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε διά σφαγής με πολύ σκληρό τρόπο.

Τον έσυραν βιαίως τραβώντας τον από τα μαλλιά και την γενειάδα, τον κρέμασαν από ένα δένδρο, τον χτύπησαν βάναυσα, τον τρύπησαν με τα πολεμικά τους όργανα, αφού προηγουμένως τα πυράκτωσαν σε δυνατή φωτιά και τελικά τον έσφαξαν πριονίζοντάς τον από το στόμα.

Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οι οποίοι διάνυσαν πριν από αυτόν τον ασκητικό βίο στη μονή των Καρυών, όπως είπε σε εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης, ότι η μονή αυτή, η οποία είναι γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ.

Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίσθηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη.

Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235 μ.Χ., εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.

Ο Άγιος Νικόλαος πέθανε μετά από βασανισμούς, από ανακοπή καρδιάς, δεμένος σε ένα δένδρο.

Μαζί με τους Αγίους συνάθλησε και η μόλις δώδεκα χρονών νεάνιδα Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλείου, προεστού της Θέρμης, η οποία και εμφανίζεται μαζί τους. Αυτή μαρτύρησε ως εξής:

Οι ασεβείς αλλόθρησκοι της απέκοψαν το ένα χέρι και ακολούθως την έβαλαν σε ένα πιθάρι και κατέκαυσαν την αγνή αυτή παρθένο, υπό τα βλέμματα των δύστυχων γονέων της, οι οποίοι και θρηνούσαν γοερά για τον φρικτό θάνατο του παιδιού τους.

Με τους Αγίους συνεμαρτύρησαν ο μνημονευθείς πατέρας της Αγίας Ειρήνης, Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, το μόλις πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανεψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος, των οποίων τα οστά βρέθηκαν κοντά στους τάφους των Αγίων, μέσα σε ξεχωριστούς τάφους.

Το μαρτύριό τους συνέβη την Τρίτη της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου του έτους 1463 μ.Χ.

Έπειτα από θαυματουργικές υποδείξεις των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, έγινε γνωστή η ύπαρξη των λειψάνων τους και υποδείχθηκαν τα σημεία όπου βρίσκονταν οι τάφοι τους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
(Τοῦ Ἁγίου Ῥαφαήλ)
Τῆς Ἰθάκης τὸν γόνον καὶ τῆς Λέσβου τὸ καύχημα,
Ὀσιομαρτύρων τὴν δόξαν, Ῥαφαὴλ εὐφημήσωμεν,
ἀρτίως γὰρ ἡμῖν φανερωθείς, ἰάματα πηγάζει τοῖς πιστοῖς,
καὶ κατ’ ὄναρ καὶ καθ’ ὕπαρ ὑπερφυῶς ὀπτάνεται τοῖς κράζουσι·
Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι,
δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διὰ σοῦ, ἡμῶν τὰ αἰτήματα.