Ἡ Παναγία κατά τον Ἃγιο Νικόλαο Καβάσιλα -ἀπὸ Μπὰμπη-

Σχετική εικόνα

[απόσπασμα]

Η Παναγία ο πρώτος και τέλειος άνθρωπος

Η Παναγία καταγόταν από την αγία ρίζα του Ιωακείμ και της Άννας. Η γέννησή της δεν ήταν απλά μόνο «φύσεως τόκος», αλλά και καρπός της ενάρετης ζωής και της δύναμης της προσευχής των γονιών της.

Ο Ιωακείμ και η Άννα υπερείχαν στην αρετή από όλους τους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης και ξεχώριζαν για την ακρίβεια της τήρησης του θελήματος του Θεού, με αποτέλεσμα να γίνουν οι πιο αγαπητοί στο Θεό, «θεοφιλείς» και οικείοι σ’ Αυτόν.

Ήταν πιστοί τηρητές του νόμου, δίκαιοι με ένθερμο ζήλο προς κάθε αγαθό, γι’ αυτό ο Θεός έλυσε τη στειρότητα της φύσεώς τους και εισάκουσε το αίτημα των προσευχών τους.

Για τη μεγάλη αρετή τους αξιώθηκαν από το Θεό να φέρουν τον τελειότερο καρπό του νόμου, το θησαυρό της χάριτος, την Παρθένο Μαρία και με τον τρόπο αυτό έγιναν συνεργοί Θεού στο έργο της θείας Οικονομίας. Η Παναγία ήταν το δώρο του Θεού που τιμούσε τους αγώνες τους για τη βίωση της αληθινής ζωής, ήταν η φανέρωση της αγιότητάς τους.
Η αγία αυτή καταβολή της Παναγίας αποτελεί για τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα τη βάση και την αφετηρία της πνευματικής πορείας της.

Η Παναγία, θυγατέρα σωφρόνων γονέων που τελειώθηκαν στην προσευχή και την άσκηση, ήταν εύλογο να παρέμενε πάναγνη και πανάρετη. Η αγιότητά της προετοιμαζόταν από τους ευσεβείς γονείς της σ’ όλη τη διάρκεια του επίγειου βίου τους. Η Παναγία ως άνθρωπος κληρονόμησε από τους γονείς της την αγιότητα και την καθαρότητα.

Αυτές τις κληρονομικές καταβολές χρησιμοποιώντας στη ζωή της τελειοποίησε την αγιότητα των γονιών της και έφτασε στο σημείο να ανα­δειχθεί ο «πρώτος άνθρωπος» της δημιουργίας.
Ο πρώτος άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό προικισμένος με το νου, τη θέληση, το αυτεξούσιο και πολλά άλλα χαρίσματα. Αξιοποιώντας τα χαρίσματα αυτά της «κατ’ εικόνα» Θεού δημιουργίας του, ο άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει μ’ έναν θαυμαστό τρόπο που θα ξεχώριζε ως το τελειότερο και ωραιότερο δημιούργημα της κτίσης.

Τα στοιχεία που συνθέτουν τον αληθινό άνθρωπο και προσδιορίζουν τον ξεχωριστό τρόπο της ζωής του είναι το ν’ αγαπά το Θεό με καθαρό τρόπο, να ζει έλλογα, να κυριαρχεί στα πάθη του και να είναι άγευστος από την πίκρα της αμαρτίας.

Η δύναμη αυτή του ανθρώπου να νικά κάθε αμαρτία δεν σημαίνει απόλυτη ελευθερία από τους πειρασμούς, όπως συμβαίνει στο Θεό. Σημαίνει όμως πως η διάπραξή της δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου αλλά στην ελευθερία της γνώμης, στην προαίρεσή του. Χωρίς την ελευθερία αυτή ο άνθρωπος χάνει την ταυτότητά του, εξισώνεται με τα άλογα ζώα και δεν είναι υπεύθυνος ούτε για την επιβράβευση, ούτε για την τιμωρία των πράξεών του.

Γι’ αυτό αν στο νου, στη θέληση και στο αυτεξούσιο βρίσκεται το «είναι» του ανθρώπου, στη σωστή χρήση αυτών έγκειται το «ευ είναι», η δυνατότητα να ζει κανείς χωρίς ν’ αμαρτάνει στη ζωή του. Επομένως ο Θεός από την αρχή της δημιουργίας έβαλε μέσα στη φύση του ανθρώπου τη δύναμη ν’ αντιστέκεται και να νικά την αμαρτία. Στην αρχή βέβαια του έδωσε τη δυνατότητα να μετατρέπει τη δύναμη αυτή σε ενέργεια με τη δική του προσπάθεια και τους δικούς του κόπους, ώστε να γίνει από μόνος του «οίκοθεν» αγαθός.

Στη συνέχεια, θα σταματούσαν οι κόποι του, θα έμενε αναμάρτητος και εδραιωμένος στο καλό με τη χάρη του Θεού χωρίς τους αγώνες του. Ζώντας ο άνθρωπος με αυτή την καθαρότητα και διατηρώντας αμόλυντη την εικόνα του Θεού μέσα του, θα μπορούσε να αποκαλύψει τον ίδιο το Θεό στον κόσμο: «μόνος γαρ άνθρωπος του Θεού την εικόνα κομίζων, αν αυτός καθαρός, όπερ εστί, φανή, προσγεγραμμένον έχων νόθον ουδέν, αληθώς δείξαι δύναιτ’ αν αυτόν τον Θεόν».

Με την πτώση όμως ο άνθρωπος άλλαξε την πορεία της ζωής του, γιατί κατολίσθησε στην πολύμορφη αμαρτία. Η δύναμη κατά της αμαρτίας, που υπήρχε στη φύση του, έμενε ανενέργητη. Κανένας άνθρωπος δεν ήταν καθαρός και φαινόταν ότι το κακό βρισκόταν στην ίδια τη φύση του. Με αποτέλεσμα η φυσική ωραιότητα του ανθρώπου παρέμενε κρυμμένη μέσα σε αναρίθμητα ανθρώπινα σώματα και ο αληθινός άνθρωπος δεν είχε φανερωθεί ακόμη.
Μόνο η Παναγία, αν και ήταν μέτοχος του προπατορικού αμαρτήματος κληρονομώντας όπως όλοι οι άνθρωποι την ευαισθησία και την ροπή προς το κακό, αντιστάθηκε από την αρχή ως το τέλος σε κάθε κακία.

Αγωνίστηκε χωρίς να λάβει επιπλέον βοήθεια από το Θεό και χωρίς να έχει κανένα ξεχωριστό προνόμιο, αλλά μόνο ως άνθρωπος που ήταν, χρησιμοποίησε τη δύναμη και τα όπλα του «κατ’ εικόνα» που δώρισε ο Θεός στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία του. Με την αγάπη της στο Θεό, τη ρωμαλεότητα της σκέψης της, τη σταθερότητα της θέλησής της και τη μεγαλειώδη σωφροσύνη της νίκησε κάθε αμαρ­τία.

Το πιο θαυμαστό γεγονός είναι ότι η Παναγία δεν ζούσε μέσα στην τρυφή του Παραδείσου, όπως ο Αδάμ, ούτε μέσα στη χάρη των μυστηρίων, όπως οι άνθρωποι μετά την έλευση του Χριστού. Κατάφερε όμως «εν μεσημβρία κακών», στον τόπο της καταδίκης που κανένας δεν μπορούσε να αντισταθεί στο κακό, αξιοποιώντας μόνο τα κοινά χαρίσματα του «κατ’ εικόνα», να ξεφύγει την κοινή αρρώστια της αμαρτίας.

Με τον τρόπο αυτό διαφύλαξε την ανθρώπινη φύση ανόθευτη «παντός αλλο­τρίου» και απέδωσε στο Θεό αμόλυντη την ωραιότητα που χάρισε στον άνθρωπο. Γι’ αυτό η Παναγία απ’ όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών ήταν η μόνη και η πρώτη που φανέρωσε τον αληθινό άνθρωπο, καθαρό και ακέραιο όπως είχε δημιουργηθεί από τα χέρια του Θεού. Αποκάλυψε το πρωτόκτιστο κάλλος του και τη δύναμη που είχε μέσα του να νικά την αμαρτία:

«και ούτως εν τω κόσμω τούτω καθάπερ εν τω παραδείσω, καθαρόν και ολόκληρον τον άνθρωπον έδειξε και οίος την αρχήν επλάσθη και οίον αυτόν μένειν εχρήν και οποίος αν ην έπειτα περί της ευγενείας ηγωνισμένος».
Το μεγαλείο της Παναγίας έγκειται στο ότι δεν ήταν μόνο ο πρώτος άνθρωπος αλλά και ο τέλειος, γιατί πραγματοποίησε το σκοπό για τον οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος. Σκοπός του ήταν να ενωθεί με το Θεό, αφού πρώτα με τη δική του προσπάθεια νικούσε την αμαρτία. Η Παναγία διατήρησε αμόλυντη την ανθρώπινη φύση από κάθε αμαρτία και αξιώθηκε να γίνει η μητέρα του Θεού, Θεοτόκος.

Ολόκληρος ο βίος της Παναγίας ήταν μια πορεία προς την τελειότητα, «καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Αυτόν τον «καθ’ ομοίωσιν» Θεού άνθρωπο, εκπροσωπεί η Παναγία. Για το λόγο αυτό ο ιερός συγγραφέας τονίζει πως η Θεοτόκος αποτελούσε τον κανόνα και το πρότυπο για τη δημιουργία του ανθρώπου.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με τελικό σκοπό τη θέωση έχοντας ως πρότυπό Του την Παναγία, γιατί ήταν η μόνη που ανέδειξε την τέλεια ανθρώπινη φύση. Τον δημιούργησε έτσι, ώστε να μπορέσει να πάρει αργότερα από τους ανθρώπους τη Μητέρα Του, όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου. Άλλωστε για να μπορέσει να γίνει δυνατή η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, έπρεπε η κάθε φύση να παρουσιαστεί μόνη της και χωριστά από την άλλη. Ο Θεός φανερώθηκε, όπως ήταν δυνατόν σ’ Αυτόν να φανερωθεί, και η Παναγία φανέρωσε την ανθρώπινη φύση.

Επομένως για την έλευση του Χριστού ήταν ανάγκη να υπάρξει κάποιος άνθρωπος, που θα υλοποιούσε το σκοπό τον οποίο έθεσε ο Θεός από την αρχή της δημιουργίας του. Να υπάρξει εκείνος ο άνθρωπος που θα μπορούσε να αμαρτήσει, αλλά με τη δική του δύναμη, την προθυμία και το ζήλο του θα νικούσε την αμαρτία και θα ζούσε χωρίς την πικρή γεύση της.

Ζώντας χωρίς την αμαρτία θα φανέρωνε τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός ήθελε να ζει ο άνθρωπος στη γη. Σ’ αυτή την τελειότητα όμως είχε φτάσει μόνο η Παναγία που με τη ζωή της αποκάλυψε το μεγαλείο του δημιουργού. Φανέρωσε την άφατη σοφία Του και την απέραντη φιλανθρωπία Του, αποδίδοντας σ’ Αυτόν την πρέπουσα τιμή και δόξα.

…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: