Archive for 23 Ιανουαρίου 2017

Ὁ Ἃγιος Διονὺσιος ὁ ἒν Ὀλὺμπῳ

23 Ιανουαρίου, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος διονυσιος εν ολυμπω

Eν σαρκί ως άσαρκος έζησας πάτερ,
Και τοις ασάρκοις νυν συνευφραίνη νόοις.

Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε λίγο πριν το 1500 μ.Χ. στο ορεινό χωριό Σκλάταινα της Καρδίτσας, την σημερινή Δρακότρυπα. Το όνομά του ήταν Δημήτριος και από παιδί επέδειξε ζήλο για την αγάπη του Χριστού και την ασκητική ζωή.Σε ηλικία 18 ετών μόνασε στα Μετέωρα λαμβάνοντας το όνομα Δανιήλ.

Τρία χρόνια αργότερα, αναζητώντας πιο απομονωμένο τόπο και επειδή δεν του έδιναν την ευκαιρία ν’ αναχωρήσει, πήδηξε ως δια θαύματος κάτω από το βράχο των Μετεώρων και μετέβη στις Καρυές του Αγίου Όρους. Εκεί γίνεται ιερεύς και μεγαλόσχημος μοναχός, μετονομασθείς σε Διονύσιο.

Αργότερα εγκαθίσταται στην σκήτη Καρακάλου όπου έζησε ερημικά για δέκα έτη με αυστηρή άσκηση, προσευχή και νηστεία, βιώνοντας πολλές θαυματουργικές ενέργειες του Θεού.

Η ισάγγελη ζωή του στάθηκε αιτία της εκλογής του ως ηγουμένου της βουλγαρικής, τότε, μονής Φιλοθέου.

Συναντώντας μεγάλες αντιδράσεις για τον τρόπο ζωής που θέλησε να εφαρμόσει στην μονή εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε γύρω στο 1524 μ.Χ. στην μονή Τιμίου Προδρόμου στη Βέροια.

Θέλοντας ν’ αποφύγει την εκλογή του σε επίσκοπο που επεδίωκαν οι κάτοικοι της περιοχής, αναχώρησε κρυφά και μετέβη στον Όλυμπο.

Εκεί ασκήτευσε σ’ ένα σπήλαιο που σώζεται μέχρι και σήμερα. Συκοφαντούμενος όμως εκδιώχθηκε από το ασκητήριό του και αναχώρησε για το Πήλιο, όπου το 1542 μ.Χ. ίδρυσε τη μονή της Αγίας Τριάδος Σουρβίας έπειτα από θαυματουργική υπόδειξη του Θεού.

Μετά από τρία έτη και λόγω της παντελούς ανυδρίας που έπληξε τον τόπο των διωκτών του, επέστρεψε επισήμως με πρόσκληση του διώκτη του Αγά Σάκου.

Με την αγγελική βιωτή του γρήγορα προσείλκυσε πλήθος μοναχών, ο ίδιος όμως χρησιμοποιούσε τα πλησιόχωρα σπήλαια για προσευχή και ησυχία, όπου ζούσε στο γνόφο της νοερής προσευχής. Δεν παρέλειπε, ωστόσο, να περιέρχεται τα γύρω χωριά για να κηρύξει, να εξομολογήσει και να στηρίξει τους σκλαβωμένους Έλληνες. Είχε απέραντη αγάπη για το λαό.

Εκοιμήθη εν ειρήνη, αφήνοντάς μας για ανεκτίμητο θησαυρό τα χαριτόβρυτα λείψανά του.

Roy DeCarava, 1919-2009 (Ἀμερικανος φωτογρὰφος)

23 Ιανουαρίου, 2017

roy-de-carava-37

῾Η νοσταλγία γιά κάτι διαφορετικό -τοῦ πρωτοπρεσβ. Αλεξάνδρου Σμέμαν -[απόσπασμα] (ἀπὸ τὸν Μπὰμπη)

23 Ιανουαρίου, 2017

[…………]

Ή πρώτη αναγγελία της σαρακοστής, ή πρώτη υ­πενθύμιση προέρχεται από μια μικρή ευαγγελική Ι­στορία για έναν εντελώς ασήμαντο άνθρωπο, «μι­κρόν τω δέμας», πού το επάγγελμα του φοροεισπράκτορα πού εξασκούσε, τον χαρακτήριζε, την ε­ποχή εκείνη καί σ’εκείνη την κοινωνία, ως πλεονέκτη, απάνθρωπο καί ανέντιμο.

Ό Ζακχαΐος ήθελε να δει τον Χριστό· το ήθελε τόσο πολύ, ώστε ή επιθυμία του τράβηξε την προσο­χή του Ιησού. Ή επιθυμία είναι ή αρχή του παντός. Όπως λέει το ευαγγέλιο, «οπού γαρ εστίν ό θησαυ­ρός υμών, εκεί εσται καί ή καρδία υμών» (Ματθ. 6,21).Τα πάντα στη ζωή μας αρχίζουν με κάποια επιθυμία, επειδή ό,τι επιθυμούμε είναι καί αυτό πού αγαπούμε, αυτό πού μας τραβάει από τα μέσα, αυτό στο όποιο παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πώς ό Ζακχαίος αγαπούσε το χρήμα, καί κατά τη δική του παραδοχή γνωρίζουμε πώς για να το αποκτήσει δεν είχε κανένα ενδοιασμό να κλέβει άλλους. Ό Ζακχαί­ος ήταν πλούσιος καί αγαπούσε τον πλούτο, αλλά μέσα του ανακάλυψε μία άλλη επιθυμία, ήθελε κάτι άλλο, καί αυτή ή επιθυμία έγινε κεντρική στιγμή της ζωής του.

Αυτή ή ευαγγελική ιστορία θέτει ένα ερώτημα στον καθένα μας: τί αγαπάμε, τί επιθυμούμε, -όχι φυσικά επιπόλαια, αλλά βαθιά. Δεν υπάρχει κανέ­νας μυστηριώδης δάσκαλος πού να περπατά στην πόλη σας, πού να περιβάλλεται από το πλήθος. Εί­ναι όμως έτσι; Δεν υπάρχει κάποια μυστηριώδης κλήση πού περνά κάθε στιγμή από τη ζωή σας· καί κάπου στα βάθη της ψυχής σας, δεν αίσθάνεσθε κά­ποιες φορές μια νοσταλγία για κάτι το διαφορετικό άπ’ αυτό πού γεμίζει τη ζωή σας από το πρωί μέχρι το βράδυ; Σταματήστε για μια στιγμή, προσέξτε, εισέλθετε στην καρδιά σας, αφουγκραστείτε το εσω­τερικό σας, καί θα βρείτε μέσα σας την ίδια ακριβώς παράξενη καί όμορφη επιθυμία.

Ό Ζακχαϊος ήρθε αντιμέτωπος χωρίς αυτό κανείς δεν μπορεί να ζήσει, είναι κάτι όμως πού σχεδόν όλοι μας φοβούμα­στε καί το καταπιέζουμε με το θόρυβο καί τη μαται­ότητα όλων αυτών πού μας περιστοιχίζουν. «Ιδού εστηκα επί την θύραν καί κρούω» (Άποκ. 3,20). Άκούς το σιγανό κτύπημα; Αυτή είναι η πρώτη πρόσκληση της εκκλησίας, του Ευαγγελίου, καί του Χρίστου: επιθύμησε κάτι άλλο, πάρε μια βαθιά ανα­πνοή από κάτι άλλο, θυμήσου κάτι άλλο. Καί τη στιγμή ακριβώς πού σταματάμε για να ακούσουμε αυτή την κλήση είναι σαν ένα φρέσκο καί ευχάριστο αεράκι να φυσά στο μουχλιασμένο αέρα της άχαρης ζωής μας, καί αρχίζει έτσι ή αργή επιστροφή.

Επιθυμία. Ή ψυχή παίρνει μια βαθιά ανάσα. Ό­λα γίνονται -έχουν κιόλας γίνει- διαφορετικά, νέα, απεριόριστα σημαντικά. Ό ανθρωπάκος, με τα ματια του καρφωμένα στο χώμα πάνω σε γήινες επιθυ­μίες, τώρα παύει να είναι ανθρωπάκος καθώς αρχί­ζει ή νίκη μέσα του. Εδώ βρίσκεται ή αρχή, το πρώ­το βήμα από τα έξω προς τα μέσα, προς αύτη τη μυστηριώδη πατρίδα πού όλοι οι άνθρωποι, συχνά ασυνείδητα, νοσταλγούν καί επιθυμούν.

Αλέξανδρος Σμέμαν, «Εορτολόγιο» εκδ.Ακρίτας