Χαϊκοῦ (Ν.Δ.Τριανταφυλλὸπουλος)

1)

Ὂνειρο στὸ κῦμα

Βλαστὸς μυρσὶνης

τ`ἀνὰστημα τῆς Ποὺλιας

γλυκὰ μαρμαὶρει.

2)

Ἂχ Ἀκριβοὺλα

στοῦ φεγγαριοῦ τὴ χὰση

ποῦ ταξιδεὺεις;

3)

Χωρὶς στεφὰνι

Τοῖχο τὸν τοῖχο

σεμνὴ τὴ θὺρα βρὶσκει

τοῦ Παραδεὶσου.

(Ν.Δ.Τριανταφυλλὸπουλος-Περιοδικὸ Ἀκτὴ,τ.108)

Ένα Σχόλιο to “Χαϊκοῦ (Ν.Δ.Τριανταφυλλὸπουλος)”

  1. Μπάμπης Says:

    Ελεγείον – εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κωστήν Γ. Ραφτάνην καταποντισθέντες μετά του πλοίου ¨Σκίαθος» εις τον Ατλαντικόν κατά Ιανουάριον του 1902

    Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

    Κλάψατε χήρες κι ορφανά, κλάψτε βαθιά με πάθος·
    βραχνά βαρείτε, θλιβερά, ραγίσετε καμπάνες·
    ραγίσατε κι εσείς καρδιές· στην εκκλησία ελάτε·
    ψάλτε, παπάδες, θλιβερά να πήτε τον Κανόνα,
    στα δυο αδερφάκια τ` άτυχα, τα πολυαγαπημένα,
    που παν αδικοθάνατα στου ωκεανού τα βάθη.
    Φτωχούλες κόρες φρόνιμες, με πόνο και με χάρη
    στολίστε τους το κόλλυβο να ζωγρφίστ’ απάνω
    τα δυο αδερφάκια αγκαλιαστά, τα πολυαγαπημένα.
    Φωτιά και πόνος και καημός! Τι συφορά μεγάλη !
    Τα ό,τι έπαθα εγώ τα ’παθε μάννα άλλη;
    Παρακαλούσε κι έλεγε με πόνο, με λαχτάρα·
    «Σπρώχνε, νοτιά, τα κύματα· τα κύματα φουσκώνουν.
    Θεριεύουν, γίνονται βουνά· και τα βουνά ψηλώνουν,
    Έως απάνω στα πινά, κι απάνω στα κατάρτια,
    Κι απάνω στα ξεκάταρτα του καραβιού χτυπάνε·
    Κι ανάμεσα στα δυο βουνά μια ρεματιά ανοίγει·
    Κλει το καράβι μάγγανος· κει μέσα παραδέρνει·
    Κάτω η σκάφη του βαθειά και μέσα σκα το κύμα·
    Κι ανοίγει τάφο απέραντο και τάφο διαλεγμένον
    Για τα παιδάκια της τα δυο, τα πολυαγαπημένα·
    Κι ο τάφος πάντα πρόσφατος και πάντα νιοσκαμένος.
    – Να πιη κανείς τη θάλασσα, του ωκεανού το κύμα·
    όλη την πίκρα του γιαλού, του πέλαγου την άρμη·
    τα ό,τι έπαθα εγώ, τα ’παθε άλλη μάννα;
    βραχνά απ’ το βράχο φώναξε η γραία Βενετσάνα:
    Παιδιά μου, μ’ αγαπούσατε, και σεις με καρτερείτε·
    παιδιά μου, θάρθω να σας βρω, και μη βαρυγνωμείτε.

    Αυτοί είν’ οι βιοπαλαισταί, κι αυτή είναι η μοίρα·
    Διαβάσετε, χριστιανοί, διαβάστε τον Ψαλτήρα·
    «Ποτήρι μ’ οίνον άδολον και πλήρες μυστηρίου,
    και γέρνει εδώ και γέρνει εκεί στο χέρι του Κυρίου·
    και αν ο οίνος χύνεται το καταπάτι μένει.
    Αυτό θα πιούμε όλοι μας, αμαρτωλοί καημένοι».
    Και τα’ είναι όλ’ η μοίρα μας; ένα ουαί και μόνον,
    πλασμένον από άρνησιν και από μέγαν πόνον.

    1902

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: