Archive for 13 Οκτωβρίου 2016

Ἡ Ἁγὶα Νεομὰρτυς καὶ Μεγαλομὰρτυς Χρυσὴ.

Οκτώβριος 13, 2016
Αποτέλεσμα εικόνας για αγια χρυση
Eν ταις βασάνοις χρυσός οίον καμίνω,
Xρυσή εδείχθης ηγλαϊσμένη όλη.
Η Αγία Χρυσή γεννήθηκε στο χωριό Σλάτενα (σημερινή Χρυσή) της επαρχίας Αλμωπίας Νομού Πέλλης.

Ο πατέρας της ήταν φτωχός και είχε τέσσερις θυγατέρες. Η Χρυσή ήταν ωραία στο σώμα και στην ψυχή.

Κάποτε, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλες γυναίκες στους αγρούς και μάζευε καυσόξυλα, την απήγαγε κάποιος Τούρκος και τη μετέφερε στο σπίτι του.

Ο Τούρκος προσπάθησε με κολακείες να την εξισλαμίσει και να την κάνει γυναίκα του.
Η Χρυσή όμως αντιστάθηκε και δυναμικά απάντησε:
«Εγώ τον Χριστό μόνο γνωρίζω για νυμφίο μου, που δεν θα αρνηθώ και αν ακόμα με κομματιάσεις».
Οι γονείς και οι συγγενείς της Χρυσής, με εξαναγκασμό των Τούρκων, την παρακαλούσαν να δεχτεί τον μωαμεθανισμό για να σωθεί.
Αλλά η μεγαλόψυχη Χρυσή τους απάντησε ότι:

«πατέρα έχω τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, μητέρα την Κυρία Θεοτόκο, αδελφούς δε και αδελφές έχω τους Αγίους και τις Αγίες της Εκκλησίας μας».

Μπροστά λοιπόν στη σταθερότητα της Χρυσής, οι Τούρκοι απάντησαν με φρικτά βασανιστήρια. Τελικά στις 13 Οκτωβρίου 1795 μ.Χ., κατέκοψαν το σώμα της με μαχαίρια και έτσι πανάξια έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου από τον Νυμφίο Χριστό.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Σκεῦος χρύσεον, τῆς παρθενίας, καὶ ἀκήρατος, νύμφη Κυρίου, ἐχρημάτισας Χρυσῆ καλλιπάρθενε· τὴν γὰρ ἁγνείαν ἀμέμπτως φυλάττουσα, ὐπὲρ Χριστοῦ θεοφρόνως ἐνήθλησας· Μάρτυς ἔνδοξε, ἱκέτευε τὸν Νυμφίον σου, δωρήσασθε ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὕμνοι Θείων Ἐρώτων του Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου (ἀπὸ τὸν Μπὰμπη)

Οκτώβριος 13, 2016

Έφυγα μακριά, Φίλε τοῦ ἀνθρώπου, εἶχα τὴ σκηνή μου στὴν ἔρημο,
ἀπὸ Σένα, τὸν γλυκό μου Κύριο ἔφυγα καὶ κρύφτηκα
κάτω ἀπ’ τὴ νύχτα χώθηκα τῆς ἀγωνίας νὰ ἐπιβιώσω.

Ἀπὸ κεῖ γέμισα πολλὲς δαγκωματιὲς καὶ τραύματα.

Γύρισα, ἦρθα σὲ Σένα, καὶ στὴν ψυχή μου ὅμως πολλὲς οἱ πληγές. …

Τὸ ἔλεος τῆς χάρης Σου στάλαξε, Θεέ μου,
τὶς πληγές μου ἄλειψε, ἐξάλειψε τὰ ἕλκη,
τὰ μέλη μου συνάρμοσε καὶ σύσφιξε —παράλυσαν—
ἀφάνισε τὶς οὐλές, μὴ μείνει οὔτε μία, Σωτήρα,
τέλεια γιάτρεψέ με ὁλόκληρο, κάνε με ὅπως πρίν,
ὅταν δὲν εἶχα μολυσμὸ οὔτε μώλωπα
οὔτε πληγὴ νὰ αἱμορραγεῖ, οὔτε κηλίδα, Θεέ μου,
εἶχα γαλήνη, χαρά, εἰρήνη καὶ πραότητα,
τὴν ἅγια ταπείνωση καὶ μακροθυμία,
τὸν φωτισμὸ τῆς ὑπομονῆς καὶ πράξεις ὄμορφες,
σὲ ὅλα ὑπομονὴ καὶ δύναμη ἀνίκητη.

  • Η δόξα μὲ δαγκώνει, κενή, μάταιη
    τὰ δόντια της ἔμπηξε στὴν καρδιά μου,
    κι ὅταν ἦρθαν τ’ ἄγρια σκυλιά, τὸ πλῆθος τὰ θηρία,
    μὲ βρῆκαν νὰ κείτομαι καὶ μὲ κατασπάραξαν.
    Ἡ τρυφὴ κι ὁ ἔπαινος τὸν μυελὸ καὶ τὰ νεῦρα μου
    διέσπασαν, τῆς ψυχῆς τὴ δύναμη καὶ προθυμία.

    Ὅσα μοῦ ἀφαίρεσαν, ἀλίμονο, πῶς νὰ τὰ γράψω ὅλα;
    Ἀντὶ γι’ αὐτὰ μοῦ ‘βαλαν νἄχω ληστὲς
    τὴν οἴηση καὶ τὸν ὄκνο, τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ μέριμνα
    πῶς ν’ ἀρέσω στοὺς ἄλλους,
    στ’ ἀντίθετα μ’ ἔσυραν καὶ μὲ διαμέλισαν.
    Ἄλλοι τὴ σωφροσύνη παινεύοντας, τὴ νηφαλιότητά μου,
    ἄλλοι τὰ ἔργα μου, νεκρὸ μὲ κατάφεραν,
    οἴηση, τὸ παράδοξο πρᾶγμα, τὴ μεγάλη ἀπορία, σὲ μένα ἔσπειραν, τὸν καταβρωμισμένο.

    Γιατὶ πῶς, ἐξήγησε, πῶς δὲν εἶναι ν’ ἀπορεῖ κανείς,
    πῶς δὲν εἶναι ἀξιολύπητο τελείως,
    τόσα πάθη ξαφνικὰ μοῦ ἐπιτέθηκαν,
    μὲ κατάφεραν νεκρό, ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς γυμνό,
    πάλι ἔχασα τὸν ἑαυτό μου, τὸν λησμόνησα, ἀπ’ ὅσα ἔγιναν
    δὲν κατάλαβα τίποτα, ἀλλὰ ἔχω οἴηση, πὼς εἶμαι ὁ μεγαλύτερος ὅλων
    ἀπαθής, ἅγιος, σοφὸς θεολόγος,
    δίκαιο εἶναι κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ μὲ τιμοῦν,
    ἀλλὰ καὶ νὰ μ’ ἐπαινοῦν, γιατὶ ἀξίζω ἐπαίνους
    προσκαλῶ κάθε ἄνθρωπο καὶ νομίζω πὼς τιμὴ συγκεντρώνω,
    ὅσο ἔρχονται καὶ μαζεύονται, τόσο καμαρώνω
    κι ὅλο κοιτάζω δεξιὰ ἀριστερά, μήπως ἔγινε κάποιος καὶ λείπει,
    δὲν ἦρθε, δὲ μὲ θαύμασε,
    κι ἂν τυχὸν βρεθεῖ κανεὶς νὰ μὲ ξέχασε,
    ἔχω κακία, τὸν κατηγορῶ, τὸν διασύρω,
    νὰ τὸ μάθει κι ὁ ἴδιος, νὰ τὸν πτοήσει ὁ ψόγος
    καὶ νὰ ‘ρθεῖ, νὰ προσφωνήσει, νὰ δείξει ὑποταγή,
    ὅτι κι αὐτὸς ἀνάγκη ἔχει τὴν εὐχὴ καὶ τὴ φιλία μου. …

    Μή μ’ ἀφήσεις, Χριστέ, νὰ πλανιέμαι στὸ μέσο τοῦ κόσμου,
    Ἐσένα μόνο ἀγαπάω χωρὶς ποτὲ νὰ Σ’ ἀγάπησα
    καὶ μόνη ἐλπίδα ἔχω τὶς δικές Σου ἐντολὲς νὰ φυλάω,
    ἂν κι ὁλόκληρος στὰ πάθη βρίσκομαι καὶ δὲν Σ’ ἔχω γνωρίσει καλά.
    Γιατὶ ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, ἔχει ἀνάγκη τὴ δόξα τοῦ κόσμου;
    Ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, θέλει κάτι ἄλλο ἀπὸ Σένα τὸν ἴδιο;
    Θὰ προσκαλέσει αὐτὸς τοὺς πάντες ἢ μερικοὺς θὰ κολακέψει,
    ἢ θὰ φροντίσει νὰ γίνει φίλος καθενός;
    Ὅσοι εἶναι δοῦλοι Σου πραγματικοὶ δὲν ἔκαναν τέτοια, οὔτε ἕνας.
    Γι’ αὐτὸ ἔχω θλίψη καὶ λύπη, Θεέ μου,
    ὅτι βλέπω σ’ αὐτά δουλωμένο τὸν ἑαυτό μου,
    καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ νοιώσω καλά, οὔτε νὰ ταπεινωθῶ,
    τὴ δική Σου δόξα τὴ μόνη ἀληθινὴ δὲν θέλω.

    [Ὕμνος ΙΒ’]