Archive for 13 Απριλίου 2015

Ἀναστὰσεως ἡμὲρα…(Θρ.Στανὶτσας)

13 Απριλίου, 2015

Διακαινὴσιμος ἐβδομὰδα

13 Απριλίου, 2015

Με την ονομασία Διακαινήσιμος ή Διακαινήσιμος εβδομάδα, ή Εβδομάδα Διακαινησίμου (επίσημα: Διακαινήσιμος εβδομάς), ονομάζεται κατά τη χριστιανικό εορτολόγιο η εβδομάδα που αρχίζει από την Κυριακή του Πάσχα και λήγει την αμέσως επόμενη, την Κυριακή του Θωμά.

Η ονομασία της οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι κατά τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα βαπτιζόταν ομαδικά οι κατηχούμενοι οπότε και άρχιζε η πνευματική ανακαίνιση τους. Σε ένδειξη αυτής της ανακαίνισης και ταυτόχρονα αναγέννησης και «πνευματικής καθαρότητας οι νεοβαπτισμένοι έφεραν καθ΄ όλην αυτή την εβδομάδα λευκά ενδύματα, εξ ου και αποκαλούμενη «λευκή εβδομάδα».

Ο Αυγουστίνος χαρακτηρίζει επίσης την ίδια εβδομάδα ως «οκτώ ημέρες των νεοφύτων» (ή νεοβαπτισθέντων ή και νεοφωτίστων).

Κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα επιτρέπεται η κατάλυση πάντων, ενώ κατά τους παλαιότερους χρόνους ολόκληρη η εβδομάδα αυτή χαρακτηριζόταν αργία από κάθε εργασία (κανόνας Νικηφόρου του ομολογητού).

Ο 6ος όμως κανόνας της εν Τρούλλω (Κωνσταντινούπολη), Πενθέκτης Συνόδου συνιστά στους χριστιανούς καθ΄ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας τον καθημερινό εκκλησιασμό.

Μάλιστα κατά τους πρώτους χρόνους στην εβδομάδα αυτή απαγορεύονταν και τα οποιαδήποτε θεάματα.

Ειδικότερα στη Κωνσταντινούπολη η Διακαινήσιμος εβδομάδα εορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια.

Ο Αυτοκράτορας καλούσε του νεοφώτιστους καθώς και πτωχούς σε πλούσιο γεύμα, ενώ κατά την ημέρα Πέμπτη της Διακαινησίμου δέχονταν τον κλήρο προσφέροντας τιμητικό γεύμα στον Πατριάρχη και στους περί αυτόν.

Πολλά όμως και πλούσια δώρα διένειμαν οι Αυτοκράτορες και σε επίσημες επισκέψεις που διενεργούσαν αυτή την εβδομάδα. Ακόμη απέλυαν από τις φυλακές κατάδικους για ελαφρά εγκλήματα.

Εθιμοτυπία

Τα παραπάνω αυτοκρατορικά έθιμα της Διακαινησίμου εβδομάδας πέρασαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος δια των βασιλικών επισκέψεων σε στρατόπεδα και νοσοκομεία και με έκδοση σχετικών διαταγμάτων για άρση στρατιωτικών ποινών. Έθιμα που συνεχίζονται και σήμερα από την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Σημειώσεις

  • Στην αρχαία εκκλησία η διακαινήσιμος εβδομάδα ήταν η πρώτη του Εκκλησιαστικού έτους, που αρχή του θεωρείτο η Κυριακή του Πάσχα.
  • Κάθε ημέρα της Διακαινησίμου χαρακτηρίζεται ομοίως, π.χ. Δευτέρα της Διακαινησίμου, Τρίτη της Διακαινησίμου… Σάββατο της Διακαινησίμου εκτός της τελευταίας που λέγεται Κυριακή του Θωμά.
  • Η Εκκλησία έχει επίσης καθιερώσει κατ΄ έτος την ημέρα Παρασκευή της Διακαινησίμου να εορτάζεται η Ζωοδόχος Πηγή.
  • Τέλος από τη Διακαινήσιμο εβδομάδα αρχίζει ν΄ αναγιγνώσκεται στις εκκλησίες το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον.

Πηγές

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ.5ος, σ.999-1000

Πὰσχα

13 Απριλίου, 2015

Πὰσχα

τὸτε

τὼρα

πὰντα

(α.π.)

 

Ἀπροσδιὸριστο Πὰσχα

13 Απριλίου, 2015

Ἀπροσδιὸριστο Πὰσχα

ὁρμὸνη,

τσὶκνα

Ἂδεια πολη

 

(ἀνὲκδοτο ποὶημα-χαϊκοῦ, τοῦ Βασὶλη Τσὸνογλου)

Τὸ Πὰσχα (Ἀλεξὰνδρου Παπαδιαμὰντη) -ἀπὸ τὸν Μπὰμπη-

13 Απριλίου, 2015

«Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν… Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα. Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε.

Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα…Ω Πάσχα, λύτρον λύπης.

Πάσχα άμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα το πύλας ημίν του παραδείσου ανοίξαν. Πάσχα πάντας αγιάζον πιστούς…»
Δια τοιούτων στιχηρών, εξ ων αναπέμπεται ευφροσύνη και αγαλλίασις ανεκλάλητος, η Εκκλησία υμνεί και πανηγυρίζει την Ανάστασιν του Σωτήρος. Η λέξις Πάσχα επενεργεί μαγικώτατα επί των οσίων υμνογράφων και λησμονούσιν επί βραχύ το αυστηρόν και μελαγχολικόν κάλλος, όπερ χαρακτηρίζει τας εμπνεύσεις των προ της απαλής και Λυδικής, ως ειπείν, αρμονίας, ήτις αυτόματος διαχέεται από των ιερών αυτών φορμίγγων επί τω τρισμεγίστω αγγέλματι.

Η Εκκλησία, αποβάλλουσα την πένθιμον περιβολήν, ενδύεται λευκήν και φεγγοβόλον στολήν, ως αν αντανακλά επ’ αυτής η λευκότης και η λάμψις του αγγέλου, του αποκυλίσαντος τον λίθον του μνημείου.
Τα ανήλια βάθη, οι ζοφεροί θόλοι των χριστιανικών ναών, διαυγάζονται ως εν ημέρα ανεσπέρου φωτός, και τα άνθη τα εύοσμα και δροσόεντα, άτινα από των λειμώνων και των κήπων μετηνέχθησαν, όπως στολίσωσι την επιτάφιον σινδόνα του Σωτήρος, τηρούσιν έτι της ραδινής των χάριτος, των κοσμικών των θελγήτρων τα ίχνη εν τη τεθολωμένη υπό του λιβάνου ατμοσφαίρα των ναών.

Και η Εκκλησία καταπέμπει την ευχήν αυτής την αναστάσιμον κατά την ημέραν ταύτην εν γλώσση αλλοία ή η συνήθης· εν γλώσση πλήρει παιδικών, θα ελέγομεν, σκιρτημάτων και παιδικής συγκαταβάσεως. Εις την μεγάλην ευωχίαν της Αναστάσεως προσκαλεί πάντας, παρόντας και απόντας, νηστεύσαντας και μη νηστεύσαντας, πιστούς και απίστους, και τους φέροντας ένδυμα γάμου και τους αγοραίον περιβαλλομένους ιμάτιον.

Ω μέθη της Νύμφης επί τη ανακτήσει του Νυμφίου, ω μέθη τρισαγία και ανερμήνευτος!
Την υψηλήν ταύτην μέθην συναισθάνεται εν τη καρδία αυτού ο ελληνικός λαός, ως ουδείς άλλος λαός.

Ουδεμία άλλη χριστιανική εορτή κατέχει παρ’ αυτώ την θέσιν της εορτής του Πάσχα. Οι Δυτικοί έχουσι τα Χριστούγεννα. Ημείς έχομεν την Ανάστασιν. Αύτη είναι η βασίλισσα των εορτών, η πανήγυρις των πανηγύρεων ημών.

Οι Δυτικοί εορτάζουσι την γέννησιν του Χριστού εν πλούτω τρυφερών και ωραίων εθίμων, εν οικογενειακή συνενώσει και τέρψεσιν ανθρώπων από καιρού συνωκειωμένων προς τον πολιτισμόν.
Αλλά του ελληνικού γένους η Λαμπρή ανατέλλει και δύει, εν θορυβώδει διαχύσει και υπερτάτη αγαλλιάσει ανθρώπων, οίτινες εις τας φλέβας των τηρούσιν έτι ρανίδας τινάς του αίματος των αγρίων και ατιθάσων και υπό του έρωτος της ελευθερίας βαυκαλωμένων πατέρων μας.

Αρματωλικαί συνήθειαι, αγρία ποίησις πληρούσιν εκείνην. Βαρύς χειμών επικάθηται της φύσεως, γογγύζει ο βορράς και πίπτουσιν αι χιόνες, και τα καλά Χριστούγεννα συσπειρούνται πέριξ της σπινθηροβολούσης εστίας.
Αλλά πόσον διάφορον εικόνα παριστά η φύσις παρ’ ημίν, όταν οι κώδωνες των εκκλησιών εξαγγέλλωσι χαρμοσύνως την Ανάστασιν!

Το έαρ συνεορτάζει μετά της Εκκλησίας, η φύσις συναγάλλεται μετά της πίστεως. Οι θύμοι των ορέων μοσχοβολούσιν, ο σμαράγδινος μανδύας των πεδιάδων ανακινείται ηρέμα υπό της ζεφυρίτιδος αύρας και στίλβει διακέντητος εκ λευκανθέμων, αι ευωδίαι των εσπεριδοειδών βυθίζουσι τας ψυχάς εις μυστικάς εκστάσεις, τα ρόδα τα εφήμερα, τα αιώνια ρόδα, ξανθά, λευκά, ωχρά, πορφυρά, διηγούνται την δόξαν του Κυρίου.

Η Άνοιξις, ως άλλη μυροφόρος, ως της Μαγδαληνής Μαρίας αδελφή, κηρύσσει δια μυρίων στομάτων ότι «εώρακε τον Κύριον”.

Δεύτε, εξέλθωμεν των σκοτεινών θόλων των ναών, οίτινες δεν αφήνουσι την χαράν μας να εκραγή ακράτητος.

Δεύτε, υμνήσωμεν τον Κύριον υπό τον σαπφείρινον και αστερόεντα θόλον του ουρανού και λάβωμεν το φως το ανέσπερον και αναμείνωμεν τα πρώτα μειδιάματα της κροκοπέπλου Ηούς.
Τοιαύτην ώραν ο Κύριος ανέστη, «ζωήν τοις εν τοις μνήμασι χαρισάμενος”. Εις ημάς, τους εν τω βίω, ας χαρίση ζωήν ζωής! Χριστός ανέστη! Συναθροισθώμεν πέριξ του οβελισθέντος αμνού και συνοδεύσωμεν την όπτησιν αυτού, εντέχνως στρεφομένου επί της ανθρακιάς δια του κρότου των πυροβόλων.

Η πυρίτις έστω το σύμβολον της Αναστάσεως και το φίλημα έστω το σύμβολον της Αγάπης. Δεν εννοούμεν την λάμψιν της Αναστάσεως άνευ της γλώσσης του τρομπονίου· και η αγάπη χωρίς φιλήματος είναι το άνθος άνευ του αρώματος.
Ούτως υποδέχεται και ούτως αντιλαμβάνεται της εορτής του Πάσχα ο ελληνικός λαός.

Αυτά τα ονόματα, δι’ ων υποδηλούται το Πάσχα, χρησιμεύουσιν, όπως εμπνέωσιν εις αυτόν ενθουσιασμόν και εξαίρωσιν εις κόσμους ονείρων, ως εν ουδεμιά άλλη εορτή.

Όταν λέγη Ανάστασις ο ελληνικός λαός, κρυφία τις χορδή αναπαλλομένη εις τα μυχιαίτατα της καρδίας του, υπενθυμίζει εις αυτόν και του Γένους την ανάστασιν, και ο Χριστός και η Πατρίς συναντώνται εν αυτώ ισοπαθείς και ισόθεοι.

Και όταν λέγη Αγάπη ο ελληνικός λαός, εκφωνεί την γλυκυτάτην των λέξεων, ήτις κατ’ εξοχήν τονιζομένη εν τω Ευαγγελίω, και ανακηρυσσομένη εν τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, παρέμεινεν εν τη γλώσση του το κατ’ εξοχήν περιπαθές και εγκάρδιον ρήμα, δι’ ου εκφράζει πάσαν στοργήν και πάντα έρωτα και πάσαν αφοσίωσιν.

Και νομίζει τις, ότι ο ημέτερος λαός κατ’ εξοχήν ησθάνθη και απεδέχθη και επραγματοποίησε το κήρυγμα της Αγάπης, ως φέρεται εν τη προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου.

«Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται· η αγάπη ου ζηλοί· η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία· πάντα στέγει, πάντα ελπίζει, πάντα πιστεύει, πάντα υπομένει”.
Ευνόητον δε ότι, όπως λάβη τις αγνήν ιδέαν περί του τρόπου καθ’ ον προσδεχόμεθα, κατανοούμεν και εορτάζομεν την Ανάστασιν, δέον να ευρεθή κατά την ημέραν της σήμερον μακράν της πρωτευούσης, ένθα, φυσικώ τω λόγω, ο βίος δεν δύναται να παράσχη τοιαύτας απολαύσεις.

Αληθής και ανόθευτος Λαμπρή ανατέλλει δια τους κατοίκους των επαρχιών, των πόλεων, των κωμοπόλεων, των χωρίων, όπου διασώζονται καθαρώτερον και εκδηλούνται εμφανέστερον του εθνικού βίου τα ήθη και έθιμα.
Εκεί αι γλυκύταται παραδόσεις, εκεί αι ελληνικώταται συνήθειαι, η χριστιανικωτέρα πίστις και η ευαγγελικωτέρα χαρά συνενούνται και αναφαίνονται επί πάντων και υπό πάντων ακολουθούνται απροσποιήτως και απερίττως·

εκεί και άκων τις καθίσταται χριστιανός και εορτάζει την Ανάστασιν και την Αγάπην.

(Άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Δημοσιεύτηκε στις 6 Μαΐου 1888, ανήμερα την Κυριακή του Πάσχα, στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών.)