Archive for 17 Ιουλίου 2014

Η Αγία μεγαλομάρτυς Μαρίνα

Ιουλίου 17, 2014

Γέννηση καί ἀνατροφή


Ἡ παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στή μικρή πόλη Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, γύρω στό ἔτος 270, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανός ἤ ὁ Κλαύδιος Καίσαρας. Οἱ γονεῖς τῆς ἄνηκαν στήν ἀνώτερη
τάξη τῆς περιοχῆς τῆς Πισιδίας, ὁ πατέρας ἦταν διακεκριμένος καί σεβαστός ἀπό τούς ἐθνικούς ἱερέας τῶν εἰδώλων, λεγόταν δέ Αἰδέσιος.
Ἀμέσως μετά τή γέννηση τῆς Μαρίνας, ἔφυγε ἀπό τήν παροῦσα ζωή ἡ μητέρα της. Ἔτσι ὁ πατέρας ἀναγκάστηκε νά ἀναθέσει τήν ἀνατροφή τῆς θυγατέρας του σέ μία ἄλλη γυναίκα.

Ἀσπάζεται τήν χριστιανική πίστη


Φαίνεται ὅτι ἡ γυναίκα στήν ὁποία ὁ Αἰδέσιος εἶχε ἐμπιστευτεῖ τήν ἀνατροφή τῆς κόρης τοῦ ἦταν χριστιανή. Ἔτσι καί ἡ μικρή Μαρίνα γαλουχήθηκε νωρίς στή νέα πίστη τοῦ Χριστοῦ. Καί σέ ἡλικία 12 ἐτῶν
ἔλαβε τό Βάπτισμα καί συγκαταριθμήθηκε ὡς μέλος στήν ἐκλεκτή ποίμνη τοῦ Κυρίου. Μέ ἀμείωτο ἐνδιαφέρον ποθοῦσε νά μάθει καθετί πού εἶχε σχέση μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Κι ὅλα αὐτά δημιούργησαν
μέσα της τήν ἱερή ἐπιθυμία νά μαρτυρήσει, γιά τό Σωτήρα καί Λυτρωτή της, ἄν Ἐκεῖνος τή θεωροῦσε ποτέ ἄξια γιά κάτι τέτοιο.
O πατέρας τῆς Αἰδέσιος ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ἦταν χριστιανή, τυφλωμένος ἀπό τό φανατισμό τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας του, μίσησε τό ἴδιο τό σπλάχνο του καί ἀποκλήρωσε τή μοναχοκόρη του.

Τό ἄνομο σχέδιο τοῦ ἐπάρχου


Μαρίνα εἶχε γίνει πλέον 15 ἐτῶν. Ὁ Θεός δέν τήν εἶχε προικίσει μόνο μέ πλούσια ψυχικά χαρίσματα, ἀλλά καί μέ σωματικό κάλλος ἐντυπωσιακό. Ὁ ἔπαρχος ὅμως Ὀλύβριος θέλησε καί προσπάθησε νά τήν
πάρει γιά γυναίκα τοῦ ἐπειδή ἔνιωσε μέσα τοῦ ἔρωτα γι’ αὐτήν. Ἐκεῖνος, ἀντικρύζοντας τήν, ἔμεινε καί πάλι θαμπωμένος ἀπό τό σωματικό της κάλλος καί τήν ἐσωτερική λάμψη τοῦ προσώπου της. Χωρίς
καθυστέρηση λοιπόν τῆς ἀνακοίνωσε ὅτι ἀποφάσισε νά ἀναλάβει τήν προστασία της καί σύντομα νά τήν κάνει γυναίκα του.
Ἡ νεαρή χριστιανή παρέμεινε σιωπηλή, ἐνῶ μέσα τῆς προσευχόταν θερμά, ζητώντας ἀπό τόν Θεό νά τή στηρίξει καί νά τή φωτίσει ὥστε νά φερθεῖ καθώς ἁρμόζει στίς ἀφιερωμένες σ’ Ἐκεῖνον ψυχές.
Στήν ἐπιμονή τοῦ Ὀλυβρίου νά λάβει ἀπάντηση στήν πρότασή του, ἐκείνη ἀπάντησε πώς εἶναι ἀδύνατο νά τήν ἀποδεχτεῖ. Ἡ ἔκπληξη τοῦ ἐπάρχου ἦταν μεγάλη. Στήν ἐρώτησή του γιατί ἦταν ἀδύνατο,
ἔλαβε τή σεμνή ἀλλά γεμάτη ἀποφασιστικότητα καί παρρησία ἀπάντηση: Διότι εἶμαι χριστιανή! Καί μόνο τό ἄκουσμα τῆς λέξης «χριστιανή» ἦταν ἀρκετό νά κάνει τόν ἔπαρχο ἐκτός ἑαυτοῦ.

Ἀρχίζουν τά μαρτύρια τῆς Ἁγίας


Γιά ἕνα μικρό διάστημα ὁ ἔπαρχος προσπάθησε, νά πείσει τή νέα τούτη χριστιανή νά ἀλλάξει γνώμη καί νά δεχθεῖ τόν γάμο, τάζοντάς της τιμές, καλοπέραση καί δόξα πλάι του. Ἐκείνη ὅμως, ἐνισχυόμενη
ἀπό τόν Κύριο, στόν ὅποιο δέν ἔπαυσε νά προσεύχεται μυστικά, ἐπέμενε στήν ὁμολογία τῆς πίστεως στόν Ἰησοῦ Χριστό.
Τότε τήν ἔστησε μπροστά σέ δικαστήριο, ἀπό τό ὁποῖο ζήτησε ἐπίσημα κατά τό ρωμαϊκό δίκαιο νά μάθει ἄν ὄντως ἦταν χριστιανή. Ἡ Μαρίνα ὁμολόγησε καί ἐδῶ μέ γενναιότητα καί παρρησία τή χριστιανική
τῆς ἰδιότητα, γεγονός πού κατέπληξε τούς παρισταμένους, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν τόσο ἡρωισμό καί θάρρος σέ μία νεαρή γυναίκα!
Ἐξαιτίας τῆς ὁμολογίας τῆς καταδικάστηκε στήν ποινή τῆς μαστίγωσης. Ἡ καρτερικότητά της ὅμως καί ἡ ἀντοχή ἦταν τέτοιες πού ἄφησε κατάπληκτους ἔπαρχο, ἀξιωματούχους καί λαό. Ἔχοντας ὑψωμένο
τό βλέμμα της στόν οὐρανό, δέν ἔπαυσε νά προσεύχεται, νά ἐπικαλεῖται τή βοήθεια τοῦ Κυρίου καί τή στήριξή του γιά νά ὑπομείνει μέ ἀνδρεία τίς μαστιγώσεις.

Ὁ ἔπαρχος ἔδωσε ἐντολή νά σταματήσουν οἱ στρατιῶτες τή μαστίγωση καί νά τήν ὁδηγήσουν στή φυλακή, ἐλπίζοντας ἐνδόμυχα ὅτι ἴσως μετά ἀπ’ αὐτό νά συνετισθεῖ ἡ Μαρίνα καί ν’ ἀλλάξει στάση.
Ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες μέ ἐντολή τοῦ ἐπάρχου ὁδηγήθηκε ἐκ νέου στό δικαστήριο, ὅπου καί πάλι ὁμολόγησε πίστη στό Χριστό καί ἀρνήθηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ἀφοῦ τήν κρέμασαν, καταξέσχισαν
τά πλευρά της μέ σιδερένια νύχια. Τά βασανιστήρια ἦταν τόσο σκληρά, πού ὅλο τό κάλλος τοῦ νεανικοῦ της σώματος ἐξαφανίστηκε. Στή συνέχεια ρίχνεται καί πάλι στή φυλακή καί ἀφήνεται χωρίς τροφή
καί φροντίδα.

Πειράζεται ἀπό τό μισόκαλο διάβολο


Ὁ φθονερός διάβολος θέλησε νά δοκιμάσει νά κάμψει ὁ ἴδιος τήν Ἁγία. Ἔτσι λοιπόν πῆρε ὁ ἴδιος τη μορφή μεγάλου καί φοβεροῦ δράκοντος (φιδιοῦ) καί πρόβαλε ξαφνικά μπροστά στή Μαρίνα.
Ἀπό τό στόμα τοῦ πετοῦσε φλόγες, ἐνῶ τά ἀγριωπά μάτια τοῦ λαμπύριζαν ἀπειλητικά καί ἡ γλώσσα τοῦ ἦταν κατακόκκινη. Καθώς σερνόταν, σύρριξε ἐκνευριστικά καί προκαλοῦσε τρόμο καί σύγχυση,
ἐπιδιώκοντας νά φοβίσει τή μάρτυρα καί νά τήν ἀποσπάσει ἀπό τήν προσευχή της.
Διαπιστώνοντας ὅμως ὅτι ἐκείνη ἡ μακάρια καλλιπάρθενος δέν διέκοπτε τήν προσευχή της, κατευθύνθηκε ἐναντίον της καί ἄνοιξε τό στόμα τοῦ ἀπειλητικά, δείχνοντας ὅτι θέλει νά τήν καταπιεῖ. Καί ναί μέν
ἡ μεγαλομάρτυς ἔγινε ἔντρομη ἀπό τό φόβο της, χωρίς καθυστέρηση ὅμως ἐπικαλέστηκε τό σωτήριο ὄνομα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Καί, ὤ τοῦ θαύματος, ὁ δράκοντας διερράγη καί ἔγινε ἄφαντος, ἡ δέ
Μαρίνα χαίροντας ἔψαλε ὕμνους καί νικητήρια στόν Θεό.

Ὁ διάβολος μετασχηματίσθηκε σέ ἄνθρωπο κατάμαυρο, μέ τρομερή καί κακάσχημη ἐμφάνιση, σάν μαύρου σκυλιοῦ. Ἡ Μαρίνα ὅμως, στερεωμένη ὅσο ποτέ στήν πίστη, τόν ἅρπαξε ἀπό τά μαλλιά καί μ’ ἕνα
σφυρί πού ἦταν κάπου ἐκεῖ ξεχασμένο, τόν χτύπησε δυνατά στό κεφάλι καί στή ράχη καί τόν ταπείνωσε ἐντελῶς. Καί ἐνῶ ἡ μεγαλομάρτυς ἄρχισε καί πάλι νά προσεύχεται καί νά ὑμνεῖ τόν Κύριο, ὁ διάβολος,
σκοτεινός καί ἄσχημος ὅρμησε ἐναντίον της καί κραυγάζοντας τήν ἀπειλοῦσε ὅτι θά τή σκοτώσει ἄν δέν σταματοῦσε νά προσεύχεται.
Καί ἡ ἁγία Μαρίνα, παίρνοντας ἀπό τήν προσευχή τῆς νέο θάρρος κατά τοῦ μετασχηματισμένου σέ ἄνθρωπο διαβόλου, τόν ἅρπαξε ἀπό τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του καί τόν μαστίγωσε.

Βλέπει οὐράνιες ὀπτασίες


Μετά ἀπό αὐτό δυνατό φῶς καταύγασε τό σκοτεινό χῶρο τῆς φυλακῆς της, πού ἔβγαινε ἀπό ἕνα Σταυρό, τοῦ ὁποίου ἡ κορυφή ὑψωνόταν στόν οὐρανό. Πάνω ἀπό τό Σταυρό πετοῦσε κυκλικά ἕνα περιστέρι
καθαρό καί ἄμωμο. Ὁ συναξαριστής τῆς ἁγίας Μαρίνας δίνει καί τήν ἐξήγηση τῶν συμβολισμῶν τοῦ ὁράματος: Ὅλα αὐτά σήμαιναν τό μυστήριό της Ἁγίας Τριάδος, τό φῶς, τή δόξα τοῦ Πατέρα. Ὁ Σταυρός,
τόν ἐσταυρωμένο Χριστό. Καί τό περιστέρι, τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Τό περιστέρι κατέβηκε κάποια στιγμή, πλησίασε τήν καλλιπάρθενο Μαρίνα καί τῆς εἶπε: «Χαῖρε, Μαρίνα, ἡ λογική περιστερά τοῦ Θεοῦ, διότι νίκησες τόν πονηρό δαίμονα καί ντρόπιασες τόν ἐχθρό.
Χαῖρε πιστή καί ἀγαθή δούλη τοῦ Κυρίου σου, τόν ὁποῖο πόθησες μέ ὅλη τήν καρδιά σου καί μίσησες κάθε πρόσκαιρη ἀπόλαυση. Χαῖρε καί ἀγάλλου, γιατί ἔφτασε ἡ μέρα νά λάβεις τό στεφάνι τῆς νίκης
καί νά μπεῖς, ὅπως τό ἀξίζεις, στολισμένη, μαζί μέ τίς φρόνιμες παρθένες στό νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ καί βασιλιά σου».
Ἐνῶ ἡ ἁγία Μαρίνα ἄκουγε τά λόγια αὐτά συντελέστηκε στό σῶμα τῆς ἄλλο θαῦμα: Ὅλες οἱ πληγές τοῦ ἐπουλώθηκαν καί ἡ νεαρή μάρτυς ἀπέκτησε καί πάλι τό κάλλος τό ὅποιο θαύμαζαν ὅλοι.

Σκληρότερα μαρτύρια καί τό μακάριο τέλος


Ὁ ἔπαρχος Ὀλύβριος βλέποντας τήν ὑγιής προσπάθησε μέ κολακεῖες νά τήν μεταπείσει ὅμως μάταια. Τό μένος τοῦ ἐπάρχου ἔφτασε στό ἀποκορύφωμά του. Γεμάτος λοιπόν θυμό δίνει ἐντολή νά
γυμνώσουν τή μάρτυρα, νά τήν κρεμάσουν στό ξύλο καί νά καῖνε μέ λαμπάδες τό σῶμα της.
Στή συνέχεια, γέμισαν ἕνα μεγάλο λέβητα μέ νερό, κατέβασαν τήν καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα ἀπό τό ξύλο, τήν ἔδεσαν γερά καί τή βούτηξαν μέ τό κεφάλι πρός τά κάτω μέσα στό νερό γιά νά πεθάνει
ἀπό πνιγμό. Ἡ μάρτυς καί πάλι προσευχήθηκε θερμά στόν Κύριο καί Θεό της, ὅποτε «παρευθύς σεισμός μέγας εγένετο καί εφάνη πάλιν η πρώτη περιστερά επάνω τοῦ υδατος, βαστάζουσα εις τό στόμα
στέφανον.Αυτήτήν τήν φορά εφάνη καί ο πύρινος στύλος, επάνω δέ τούτου Σταυρός». Ἡ μάρτυς βγῆκε ἀπό τό νερό σώα, τά δεσμά τῆς εἶχαν λυθεῖ καί στεκόταν καί πάλι σέ στάση προσευχῆς, δοξάζουσα τόν
Θεό. Τό δέ περιστέρι κάθισε πάνω στό κεφάλι της, κρατώντας στό στόμα τοῦ τό στεφάνι καί εἶπε πρός τή Μαρίνα: «Ειρήνη σέ σένα, δούλη τού Θεού. Έχε θάρρος καί λάβε από τή δεξιά τού υψίστου αυτό τό
ουράνιο στεφάνι».

Λέγοντας αὐτά ἡ θεϊκή περιστερά, πέταξε καί κάθισε πάνω σ’ ἐκεῖνο τό Σταυρό καί ἀπευθυνόμενη πρός τή μεγαλομάρτυρα εἶπε δυνατά, ἔτσι πού ν’ ἀκοῦνε ὅλοι: «Ἔλα, Μαρίνα, στίς ἄνω μονές του
Παραδείσου, γιά ν’ ἀπολαύσεις τό στεφάνι τῆς ἀφθαρσίας στά ἀγαπητά σκηνώματα τοῦ Κυρίου, νά χαίρεσαι μαζί μέ τούς ἁγίους καί νά ἀναπαύεσαι αἰώνια».
Ἡ φωνή αὐτή πού ἀκούστηκε ἀπό πολλούς, συγκλόνισε ἄντρες καί γυναῖκες, ἀρκετοί δέ ἀπ’ αὐτούς ὁμολόγησαν πώς ἦταν ἕτοιμοι νά πιστέψουν καί νά δώσουν ἀκόμα καί τή ζωή τους γιά τό Χριστό.
Ὁ ἔπαρχος πρόσταξε νά θανατώσουν ὅσους εἶχαν πρίν λίγο ὁμολογήσει πίστη στό Χριστό.

Ὁ Ὀλύβριος, γιά νά προλάβει μεγαλύτερο κακό γιά τούς εἰδωλολάτρες, διέλυσε τό δικαστήριο καί προσποιήθηκε ὅτι δίνει ἐντολή νά μεταφέρουν τήν ἁγία Μαρίνα καί πάλι στή φυλακή. Στήν οὐσία ὅμως,
ἔδωσε μυστικά προσταγή στόν ἐπικεφαλῆς τῆς φρουρᾶς νά πάρουν τήν καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα καί νά τήν ἀποκεφαλίσουν στόν τόπο τῆς καταδίκης. Ἐκεῖ ἡ ἁγία, ἀφοῦ προσευχήθηκε γιά τελευταῖα
φορᾶ πάνω στή γῆ, ἔσκυψε καί τό ξίφος τοῦ δημίου «έκκοψαν τήν κεφαλήν της, περιέβαλεν αυτήν μέ τόν αδαμάντινον στέφανον του μαρτυρίου».

Τά ἱερά λείψανά της


Μετά τόν διά τοῦ ξίφους θάνατο τῆς οἱ χριστιανοί παρέλαβαν κρυφά τό τίμιο λείψανο καί τό ἐνταφίασαν μέ τιμές πού ἁρμόζουν στούς μάρτυρες τῆς πίστεως.
Ἄγνωστο πότε ἀκριβῶς μετακομίστηκαν στήν Κωνσταντινούπολη, ἐφόσον εἶναι ἀληθινή ἡ πληροφορία ὅτι τό ἔτος 1230 σταυροφόροι τῆς Δύσεως μετέφεραν τά λείψανα αὐτά ἀπό τήν πρωτεύουσά του
Βυζαντίου στή Βενετία, γεγονός πού οἱ Ρωμαιοκαθολικοί γιορτάζουν στίς 17 Ἰουλίου (ἡμέρα μνήμης τῆς μεγαλομάρτυρος καί γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους).
Ἡ καλλιπάρθενος ἁγία Μαρίνα θεωρεῖται προστάτης τῶν παιδιῶν καί μάλιστα εἰδική γιά τή θεραπεία ὅσων ἀπ’ αὐτά εἶναι ἄρρωστα καί καχεκτικά.

Κατουνάκια

Ιουλίου 17, 2014

DSC_0307

Louis Stettner (1922- Αμερικανος φωτογράφος)

Ιουλίου 17, 2014

Louis Stettner 25