Τὸ ἄσχημο βασιλόπουλο (Γαλάτεια Καζαντζάκη)- Ἀπὸ τὴν Ἑλένη –

Παραμύθι

Μία φορὰ κι ἕναν καιρὸ ἦταν ἕνας βασιλιὰς καὶ μία βασίλισσα, ποὺ δὲν εἶχαν παιδιά. Ὅλα τ’ ἀγαθὰ τὰ εἶχαν καὶ μόνο παιδιὰ δὲν εἶχαν.

Ἡ πίκρα τοὺς γι’ αὐτὸ ἦταν μεγάλη. Ἔλεγαν:

– Τί θὰ γίνει ὁ θρόνος μας σὰν πεθάνομε; Ποιὸς θὰ κυβερνήσει τὸ λαό μας; ποιὸς θὰ μᾶς γεροκομήσει; Κανείς!

Καὶ ἦταν πάντα θλιμμένοι καὶ ἀπαρηγόρητοι.

Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν ἀγαπημένο ἀντρόγυνο, προσπαθοῦσαν νὰ κρύβει ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο τὸν καημό του.

Ὅταν ἡ βασίλισσα ἔβλεπε θλιμμένο τὸν ἄντρα της, τοῦ ἔλεγε:

– Ἔχουν καὶ τὰ παιδιὰ τὰ βάσανά τους, βασιλέα μου πολυχρονεμένε. Ὅποιος δὲν ἔχει, τὸν παιδεύει ἕνας καημός, μὰ ὅποιος ἔχει, τὸν παιδεύουν πολλά. Λίγο τὸ ’χεις νὰ ἔχομε ἕνα παιδί, καὶ ὅλο νὰ μᾶς κρατᾶ ὁ φόβος μὴ μᾶς ἀρρωστήσει καὶ τὸ χάσομε;

Καὶ σὰ νὰ λὲς ὁ βασιλιὰς παρηγοριόταν.

Ἀπὸ μέσα τῆς ὅμως ἀναστέναζε ἡ βασίλισσα καὶ συλλογιζόταν: «Ἅμα λείπει τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ σπίτι, ὅλα λείπουν. Τὸ παιδὶ εἶναι τὸ στολίδι τοῦ σπιτιοῦ. Εἶναι ὅ,τι εἶναι τὸ ἀηδόνι τὴν ἄνοιξη, ὅ,τι εἶναι τὸ λουλούδι στὸν κάμπο. Ἂν σωπάσει τὸ ἀηδόνι καὶ δὲν ἀνθίσει τὸ λουλούδι, τί θὰ εἶναι; Μία ἐρημιὰ θ’ ἁπλωθεῖ στὴ γῆ. Ἔτσι εἶναι καὶ τὸ σπίτι δίχως τὸ γέλιο τοῦ παιδιοῦ».

Καὶ πάλι, σὰν ἔβλεπε ὁ βασιλιὰς τὴ βασίλισσα κλαμένη καὶ καταλάβαινε τὴν ἀφορμή, τῆς ἔλεγε:

– Ἄχ, βασίλισσά μου, καλὰ εἶναι τὰ παιδιά, μὰ νὰ βγοῦν καλὰ καὶ ἄξια· μὰ ἂν βγοῦν κακὰ καὶ στραβοκέφαλα;

Καὶ περνοῦσαν τὰ χρόνια.

Εἶχαν γεράσει πιὰ οἱ βασιλιάδες, μὰ ὁ καημός τους δὲ γιατρευόταν. Ἄχ, νὰ εἴχαμε ἕνα παιδί! Ἄχ, νὰ εἴχαμε ἕνα παιδί! ἦταν ὁ ἀναστεναγμὸς τοὺς μέρα νύχτα.

Ὥσπου, ἀπὸ τὰ πολλὰ τὰ παρακάλια, τοὺς ἄκουσε κάποτε ἡ Μοίρα τους καὶ κίνησε νὰ τοὺς βρεῖ.

Ἦταν μία γριούλα καμπουριασμένη, μὲ ἄσπρα μαλλιά, ποὺ ἀκουμποῦσε στὸ ραβδάκι της καὶ πήγαινε σιγὰ σιγά.

– Σᾶς ἀκούω, τοὺς εἶπε, χρόνια νὰ παραπονιέστε, καὶ εἶπα νὰ σᾶς κάμω τὴ χάρη. Ἔπειτα ἀπὸ ἕνα χρόνο θὰ ἔχετε ἕνα γιό.

Νὰ τὸ ἀκούσει αὐτὸ τὸ ἀντρόγυνο, πῆγε νὰ τρελαθεῖ ἀπὸ τὴ χαρά του.

– Θὰ σᾶς δώσω ἕνα γιό, ἐξακολούθησε ἡ Μοίρα, μὰ ἀπομένει νὰ μοῦ πεῖτε ποιὰ χαρίσματα θέλετε νὰ ἔχει. Ὅ,τι μου ζητήσετε, θὰ γίνει.

– Ναὶ εἶναι χίλια τὰ χρόνια του, καὶ πάλι νὰ μὴ λιγοστεύουν! εἶπε ἡ βασίλισσα.

– Αὐτὸ δὲ γίνεται, ἀποκρίθηκε ἡ Μοίρα, μὰ ὅσο γιὰ πολύχρονος, θὰ εἶναι.

– Νὰ γίνει παλικάρι! ζήτησε ὁ βασιλιάς. Νὰ μὴ φοβᾶται τὸν κίνδυνο καὶ ν’ ἀγαπᾶ τὴ χώρα καὶ τὸ λαό του.

– Θὰ γίνει! ἔκαμε ἡ Μοίρα.

– Νὰ εἶναι καλός! παρακάλεσε ἡ βασίλισσα. Ἡ καρδιά του νὰ εἶναι ἀνοιχτὴ σὲ ὅλους τους πόνους καὶ τὰ βάσανα. Ν’ ἀγαπᾶ τοὺς ταπεινοὺς καὶ τοὺς δυστυχισμένους.

– Ὅλα ὅσα ζητήσατε θὰ τοῦ δοθοῦν. Τώρα ἐγὼ πάω, θέλετε ἄλλο τίποτα;

– Καλή μας Μοίρα, ὄχι, δὲ ζητοῦμε τίποτ’ ἄλλο. Σὰν εἶναι ὁ γιὸς μᾶς πολύχρονος καὶ γενναῖος, ἄξιος καὶ δοξασμένος, καὶ ἀκόμη ἔχει πονετικὴ καρδιά, τί ἄλλο θέλει;

– Καλά, εἶπε ἡ Μοίρα κι ἔφυγε.

Μὰ δὲν ἦταν καλὰ καλὰ βγαλμένη ἀπὸ τὸ παλάτι, καὶ ἡ βασίλισσα σηκώθηκε βιαστικὴ κι ἔστειλε τρεχάτο ἕναν ὑπηρέτη νὰ γυρίσει τὴ Μοίρα πίσω.

– Βασιλιά μου! κάμαμε ἕνα μεγάλο λάθος. Ὅλα τὰ ζητήσαμε γιὰ τὸ γιό μας, καὶ ἕνα, μπορεῖ τὸ πιὸ καλύτερο, τὸ ξεχάσαμε.

– Τί ξεχάσαμε; ρώτησε ὁ βασιλιὰς ἀνήσυχος.

– Ξεχάσαμε νὰ ζητήσομε νὰ γίνει πεντάμορφο τὸ βασιλόπουλο, σὰν ὅλα τὰ βασιλόπουλα.

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔμπαινε ἡ Μοίρα σιγὰ σιγά, ἀκουμπώντας στὸ ραβδάκι της.

– Καλή μας Μοίρα, ἔλεος! Ξεχάσαμε νὰ δώσεις καὶ τὴν ὀμορφιὰ στὸ βασιλόπουλο, εἶπε ἡ βασίλισσα.

– Βασιλιὰ καὶ βασίλισσα, ἀποκρίθηκε ἡ Μοίρα, αὐτὸ ποὺ ζητᾶτε δὲ γίνεται. Ὅ,τι ἔγινε, ἔγινε. Τὸ ριζικό του κλείστηκε πιὰ καὶ δὲν ἀλλάζει.

Ἡ βασίλισσα στὰ λόγια τοῦτα ἔβαλε τὰ κλάματα καὶ ὁ βασιλιάς, μόλο ποὺ δὲν ἔδινε καὶ πολλὴ σημασία στὴν ὀμορφιὰ τοῦ κορμιοῦ, ἦταν καὶ αὐτὸς καταστενοχωρεμένος.

– Ἀκοῦστε, εἶπε ἡ Μοίρα. Νὰ προσθέσω δὲν μπορῶ πιὰ τίποτα. Μπορῶ ὅμως ἕνα χάρισμα, ὅποιο μου πεῖτε, νὰ τὸ ἀλλάξω μὲ τὴν ὀμορφιά.

Ἡ βασίλισσα ὥσπου ν’ ἀκούσει πάλι τούτη τὴν καλοσύνη τῆς Μοίρας, ἔπεσε στὰ γόνατά της καὶ τὴν εὐχαριστοῦσε.

– Καλή μου Μοίρα! Καλή μας Μοίρα, ἔλεγε.

– Μὰ κάνετε γρήγορα, ξαναεῖπε ἡ Μοίρα· ὅ,τι γίνει, νὰ γίνει, γιατί μὲ περιμένουν καὶ ἀλλοῦ. Ν’ ἀλλάξω τὰ πολλὰ χρόνια ποῦ τοῦ ἔδωσα μὲ τὴ ὀμορφιά; Νὰ γίνει πεντάμορφο μὰ λιγόχρονο;

Ἡ βασίλισσα ἀνατριχίασε, καὶ ὁ βασιλιὰς τὸ ἴδιο.

– Ὁ Θεὸς φυλάξει! φώναξαν καὶ οἱ δύο μαζί.

– Ν’ ἀλλάξω τὴν παλικαριά του μὲ τὴν ὀμορφιά;

– Ὄχι ποτέ! φώναξε ὁ βασιλιάς. Νὰ γίνει φοβιτσιάρης; Καὶ τότε, τί τὴ θέλει τὴν ὀμορφιά;

Καὶ συμφώνησε ἡ βασίλισσα μαζί του.

– Ν’ ἀλλάξω τότε τὴν καλοσύνη του μὲ τὴν ὀμορφιά· νὰ εἶναι ὄμορφος, μὰ σκληρόκαρδος καὶ ἄπονος.

– Ὄχι! ὄχι! χίλιες φορὲς ὄχι, ἔκαμε ἡ βασίλισσα καὶ ἔβαλε τὰ κλάματα.

Καὶ ὁ βασιλιὰς ἔσκυψε τὸ κεφάλι θλιμμένος.

Τότε ἡ Μοίρα, ἅμα εἶδε πόσος ἦταν ὁ πόνος τους, τοὺς ψυχοπόνεσε καὶ τοὺς μίλησε ἔτσι:

– Τοῦτο μπορῶ νὰ κάμω μόνο: Τὸ παιδὶ σᾶς μία φορὰ θὰ γίνει ἄσχημο. Μὰ ἡ ἀσχήμια του θὰ εἶναι μαγεμένη. Ὅποιος τὸ ἀγαπήσει τὸ βασιλόπουλο, θὰ τὸ βλέπει πεντάμορφο. Θὰ τὸ βλέπει νὰ ἔχει τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στῆθος. Ὅποιος τὸ ἀγαπήσει, ἔτσι θὰ τὸ βλέπει.

– Καὶ γίνεται αὐτό; ρώτησε τὸ βασιλικὸ ἀντρόγυνο.

– Γίνεται. Δέχεστε;

– Δεχόμαστε, καλή μας Μοίρα, καὶ προσκυνοῦμε τὰ πόδια σου.

Κι ἔσκυψαν ἴσαμε τὴ γῆ. Ὅταν σηκώθηκαν, δὲν εἶδαν πιὰ τὴ Μοίρα, εἶχε χαθεῖ ἀπὸ μπρός τους.

Καὶ ἀλήθεια, κιόλας ἔπειτα ἀπὸ ἕνα χρόνο γεννήθηκε ἕνα παιδὶ πολὺ ἄσχημο.

Ἀλλὰ οὔτε ὁ βασιλιὰς οὔτε ἡ βασίλισσα δὲν τὸ ἔβλεπαν πὼς ἦταν ἄσχημο, γιατί ἦταν παιδί τους καὶ τὸ ἀγαποῦσαν. Ἔλεγε λοιπὸν ἡ βασίλισσα σκυμμένη ἀπάνω ἀπὸ τὴν κούνια τοῦ παιδιοῦ:

– Εἶδες, βασιλέα μου πολυχρονεμένε, ἡ Μοίρα μᾶς χωράτεψε. Γιὰ νὰ μᾶς τρομάξει, μᾶς εἶπε πὼς τὸ παιδί μας θὰ γινόταν ἄσχημο.

– Αὐτὸ βλέπω κι ἐγώ, ἀπαντοῦσε ὁ βασιλιάς, καὶ γελοῦσαν γιὰ τὸ χωρατὸ τῆς καλῆς Μοίρας.

Καὶ τὸ παιδὶ μεγάλωνε· καὶ ὅσο μεγάλωνε, ἡ ἀσχήμια τοῦ γινόταν πιὸ φανερή.

Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὸ ἔβλεπε. Γιατί ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἀγαποῦσε τὸ βασιλόπουλο. Καὶ αὐτό, γιατί τὸ βασιλόπουλο ἦταν καλό. Ἀγαποῦσε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ὅλο ἔκανε καλοσύνες.

Κανένας πιὰ δὲν πρόσεχε τὴν ἀσχημιά του. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, παρὰ τὸ ἔβρισκαν καὶ ὄμορφο. Τόσο ποὺ ἡ φήμη του δὲν ἄργησε νὰ φτάσει στὰ πέρατα. Καὶ ἡ φήμη ἔλεγε πὼς εἶχε τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στῆθος.

Ένα Σχόλιο to “Τὸ ἄσχημο βασιλόπουλο (Γαλάτεια Καζαντζάκη)- Ἀπὸ τὴν Ἑλένη –”

  1. valentina667 Says:

    Τι καλό!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: