Archive for 11 Ιανουαρίου 2012

-Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑ- του Γιάννη Μακριδάκη.(μας το έστειλε ο Δ. Νόλλας)

11 Ιανουαρίου, 2012

Ἡ τελευταία μας εὐκαιρία

Πρωὶ κινήσαμε παρέα μὲ τὸν μπάρμπα Θωμὰ νὰ σημαδέψουμε τὶς ἐλιὲς γιὰ τὸ κλάδεμα. Δικό του ἤτανε τὸ χωράφι, χρόνια πολλὰ τὸ φρόντιζε, τὸ καθάριζε, τὸ φρεζάριζε γιὰ νὰ ‘ναι τὸ χῶμα ἀφράτο, μάζευε τὸν καρπό, μπολίαζε καὶ τὰ δέντρα ὕστερα ἀπὸ καμιὰ καλοκαιρινὴ πυρκαγιὰ ποὺ λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ μέσα του, νὰ κάψει τὶς ἐλιὲς καὶ νὰ ξανασκάσουνε ἀγρέλοι ἀπὸ τὰ ἀποκαΐδια. Χρόνια πολλὰ τὸν ἔθρεψε τὸν Θωμὰ τὸ χωράφι ἐκεῖνο μὲ τὸ λάδι ποὺ τοῦ ‘δινε, μὰ τώρα πιὰ ἐκεῖνος γέρασε καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ‘χει, ἀγριέψανε τὰ δέντρα, φουντώσανε καὶ ἔτσι, μίας καὶ ἡ ἐλιὰ θέλει λωλὸ ἀφεντικό, ὅπως λένε στὰ χωριά μας, τὸ πῆρα τοῦ λόγου μου γιὰ νὰ τοῦ πάω παρακάτω τὸ βίο του, μαζὶ καὶ τὸν δικό μου.
Πήγαμε λοιπὸν σήμερα πρωὶ πρωὶ νὰ κάνουμε τὸ σχέδιο. Μὲ κόκκινη μπογιὰ ἀνὰ χείρας σημάδευα τὰ κλαδιὰ πού μου ὑποδείκνυε ὁ Θωμὰς πὼς πρέπει νὰ κλαδέψω. Νὰ καθαρίσω τὶς ἐλιές, νὰ τὶς κάνω νυφοῦλες, νὰ χαίρεσαι νὰ τὶς βλέπεις. Νὰ καθαρίσω καὶ τοὺς ἀγρέλους γιὰ νὰ τοὺς μπολιάσουμε παρέα τὸν Μάρτη, νὰ μαθαίνω. Γυρνούσαμε ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ παρακεῖ καὶ σημαδεύαμε λοιπόν, μπρὸς ὁ Θωμὰς καὶ ἀπὸ πίσω ἐγὼ νὰ βλέπω καὶ ν’ ἀκούω, μὰ ἀντιλήφθηκα ἄξαφνα πὼς μὲ κάποια δέντρα ποὺ ἤτανε καταφανῶς μὲς στὸ δικό μας κτῆμα δὲν ἀσχολιότανε καθόλου, τὰ προσπερνοῦσε κι ἔφευγε δίχως νὰ τὰ κοιτάζει.
Αὐτὰ δὲν εἶναι δικά μας, μοῦ εἶπε σὰν τὸν ρώτησα καὶ ἔμεινα νὰ τὸν κοιτῶ γεμάτος ἀπορία. Εἶδε τὰ μάτια μου ποὺ εἴχανε γραμμένο ξεκάθαρα τὸ ἐρώτημα καὶ μοῦ ‘δειξε μία πέτρα. Μία κοτρόνα ἤτανε στὰ ριζὰ μίας παλιᾶς ἐλιᾶς, ποὺ ἔδειχνε τὰ ὅρια. Κι ἄλλη μία στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ ἀγροῦ. Κι ἕνας δρῦς στὴν παραπέρα ἄκρη, ἐκεῖ ποὺ τὸ σύνορο ἤτανε γιὰ μένα πιὰ ξεκάθαρο, ἀφοῦ ὑπῆρχε καὶ ξερολιθιὰ πέρα πέρα νὰ τὸ ὁρίζει.
Καὶ τίνος εἶναι οἱ ἐλιὲς ποὺ δὲν εἶναι δικές μας, τὸν ρώτησα.
Ἀλλωνῶν, ἀπάντησε ξερά, πεθαμένοι εἶναι πιὰ ὅλοι. Τὰ παιδιά, τὰ ἐγγόνια τους, τὰ ἀνίψια τους, ὅλοι οἱ κληρονόμοι δὲν ἔχουνε φανεῖ ποτὲς τόσα χρόνια ἐδῶ, οὔτε καὶ ξέρουνε τὰ χωράφια τῶν παππούδων τους.

Δηλαδὴ περιτριγυριζόμαστε ἀπὸ πεθαμένους, συνέχισα καὶ τὸ μυαλό μου δούλευε πρὸς ὕπουλη κατεύθυνση.
Ναί, μοῦ ἀπάντησε τὸ ἴδιο ξερά.
Κι ἅμα πεθάνουμε κι ἐμεῖς οἱ δύο μπάρμπα Θωμά, ποιὸς θὰ ξέρει τότε τίνος εἶναι τὰ χωράφια καὶ τὰ δέντρα;
Κανένας. Τώρα μονάχα ἐγὼ τὰ ξέρω πιά, καὶ ὄχι ὅλα. Νά, ἔχει ἕνα χωράφι ἀπὸ κεῖ, ποὺ συνορεύει μὲ τὸ δικό μας καὶ δὲν ξέρω τίνος εἶναι. Πενήντα χρόνια δὲν ἔχω δεῖ κανέναν νὰ ‘ρθει. Ζούγκλα ἔγινε.
Καὶ γιατί δὲν τὶς κλαδεύουμε καὶ τὶς ἐλιὲς τῶν πεθαμένων, νὰ τὶς μπολιάσουμε, νὰ δώσουνε καρπό, βγῆκε ἀπὸ μέσα μου τελικὰ ἡ πονηρή μου σκέψη.Δὲν εἶναι δικές μας, σοὺ λέω. Ποτὲ δὲν θὰ ἀγγίζεις ὅτι δὲν εἶναι δικό σου, κατάλαβες;
Κατάλαβα, πῶς δὲν κατάλαβα.
Ἀφοῦ εἶδα τὶς δύο πέτρες ποὺ ὁρίζανε τὰ σύνορα ἀπείραχτες γιὰ χρόνια. Ὁ ἀφέντης ἄνθρωπος δὲν ὑπῆρχε πιὰ οὔτε ὡς ἀνάμνηση, ἀλλὰ τὰ ὅρια ποὺ εἶχε συμφωνημένα μὲ τοὺς διπλανούς του μαρτυρούσανε ἀκόμα πὼς κάποτε ὑπῆρξε. Κι ὅσοι ἀπομείνανε πίσω, τὸν περιμένουνε, δὲν ἀγγίζουνε τίποτα δικό του. Μήπως ξαναϋπάρξει περιμένουνε ἢ φοβοῦνται πὼς σὰν θὰ πᾶνε κι αὐτοὶ νὰ τὸν βροῦνε κάποτε, θὰ τοὺς ζητήσει ἐκεῖ ἀπάνω τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν κλεψιά.

Δὲν ξαναμίλησα. Ἀκολουθοῦσα τὸν Θωμὰ καὶ σημάδευα μὲ τὴν μπογιὰ ὅποιο κλαδί μου ἔδειχνε πὼς πρέπει νὰ κοπεῖ, γιὰ νὰ ’ρθω ἄλλη μέρα μὲ τὸ ἁλυσοπρίονο νὰ κάνω τὴ δουλειά. Ὥσπου φτάσαμε στὸν δρῦ καὶ στὴν ξερολιθιὰ ποὺ χώριζε τὸ κτῆμα μας ἀπὸ τοῦ ἀποθαμένου.
Ὁ ἄγραφτος νόμος τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς λέει πὼς ὅποιο χωράφι εἶναι πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο, σ’ αὐτὸ ἀνήκει ὁ τοῖχος, εἶπε ὁ Θωμὰς καὶ μοῦ τὸν ἔδειξε πέρα πέρα μὲ τὸ δάχτυλο.
Κούνησα τὸ κεφάλι μου πὼς κατάλαβα καὶ χαμογέλασα μὲ ἱκανοποίηση ἐπειδὴ ὁ τοῖχος θεωροῦνταν δικός μας. Μὰ πάλι πρὸς τὸ συμφέρον μου τὰ εἶχα καταλάβει. Πρώην ἀστός, μεγαλωμένος μὲς στὴν σύγχρονη κοινωνία τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἰδιώτευσης. Δὲν πρόλαβα νὰ χαρῶ ὅμως γιὰ πολὺ τὴν ἰδιοκτησία μου.
Ἅμα ὁ διπλανός σου πεῖ «μάζεψε τὸν τοῖχο σου ποὺ γκρέμισε κι ἔπεσε μὲς στὸ χωράφι μου», εἶσαι ὑποχρεωμένος δίχως δεύτερη κουβέντα νὰ πᾶς νὰ τὸν φτιάξεις, συνέχισε τὸ σκεπτικό του ὁ Θωμὰς σὰν νὰ μὴν εἶχε τελειώσει τὰ λόγια του τὰ πρότερα καὶ ἔμεινα πάλι ἐνεὸς μὲ τὴ σοφία τῶν παλιῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴ διαφορὰ νοοτροπίας μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ γηραιοῦ μου φίλου. Μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τῆς γὴς καὶ τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλης.

Γύρω μας ὅλοι νεκροί, τὰ δέντρα τοὺς παρατημένα γιὰ μισὸν αἰώνα καὶ βάλε, παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐγώ, ὁ νέος ἀφέντης τοῦ χωραφιοῦ, ἔπαιρνα μαθήματα καλῆς γειτονίας ἀπὸ τὸν παλιό, ποὺ ἔλεγε ὅ,τι εἶχε νὰ πεῖ γιὰ νὰ ἀποσυρθεῖ μὲ τὴ συνείδησή του ἥσυχη, νὰ μὴ φέρει εὐθύνη.
Ἀφοῦ τελειώσαμε μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα τὴ δουλειά, κινήσαμε νὰ φύγουμε γιὰ τὸ χωριό. Περνώντας ἀπὸ τὴν κοινοτικὴ γεώτρηση, μοῦ ‘δειξε τὸ ρολόι.
Ἐδῶ θὰ ‘ρχεσαι κάθε φορᾶ πρὶν βάλεις μπρὸς νὰ ποτίσεις, ἅμα τύχει καὶ βάλεις ποτὲ μπαχτσὲ μὲς στὸ χωράφι, μοῦ εἶπε, θὰ γράφεις τὸ νούμερο, θὰ πηγαίνεις ὕστερα νὰ ἀνοίγεις τὸ νερό, θὰ κάνεις τὴ δουλειά σου, θὰ ποτίζεις τὸν κῆπο σου καί, ὅταν τελειώνεις, θὰ ξανάρχεσαι νὰ γράφεις τὸ νέο νούμερο γιὰ νὰ πεῖς στὴν ὑπηρεσία τῆς κοινότητας πόσο νερὸ ἔκαψες, κατάλαβες;

Τώρα πιὰ εἶχα μείνει τελείως ἐμβρόντητος. Ὅλα ἐπαφίονταν ἐδῶ καὶ χρόνια στὸν λόγο τῶν ἀνθρώπων κι ἀκόμα αὐτὴ ἡ κατάσταση δὲν εἶχε ἀλλάξει διόλου στὸ χωριό.
Κι ἅμα κάποιος δὲν πάει νὰ σημειώσει πόσο νερὸ ἔκαψε, τὸν ρώτησα μόνο καὶ μόνο γιὰ ν’ ἀκούσω τὴν ἀπάντηση.
Ε, αὐτὸς θὰ κλέψει τὸ νερό, ἀλλὰ κανένας δὲν τὸ κάνει αὐτὸ τὸ πράμα, ἀποκρίθηκε πάλι κοφτὰ καὶ μὲ μία βεβαιότητα ποὺ δὲν χωροῦσε ἀντίρρηση. Τὸν πῆγα μὲ τὸ τζὶπ ὡς τὸ σπίτι του.
Ποῦ πῆγε αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα, ποῦ πῆγε αὐτὸς ὁ λεβέντης λαὸς ποὺ ὁ λόγος τοῦ ἤτανε συμβόλαιο, ποὺ ἔβαζε μία πέτρα πάνω στὴν ἄλλη καὶ μένανε κι οἱ δύο ἐκεῖ γιὰ αἰῶνες νὰ ὁρίζουνε, ἀναρωτήθηκα καθὼς ὁδηγοῦσα μόνος μετὰ ἀπὸ λίγα λεπτά. Πῶς καταντήσαμε ἔτσι ἐμεῖς οἱ νεότεροι; Πῶς μᾶς μετάλλαξε μέσα σὲ δύο γενιὲς ἡ θεωρία τῆς ἰδιώτευσης καὶ ἡ πρακτική της κατανάλωσης, ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποία μάθαμε νὰ κατακτοῦμε τὸν βίο μας.

Μὰ καθὼς εἶχα ἀπομείνει ἔτσι συνοφρυωμένος καὶ σκεπτικός, μία λάμψη ξαφνικὰ διαπέρασε τὰ μάτια μου. Ἐδῶ εἶναι ἀκόμα αὐτὸς ὁ λαός, αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα. Μόλις τὴν εἶχα συναντήσει καὶ μὲ δίδαξε τόσα πράγματα μέσα σὲ μισῆ ὥρα! Πνέει τὰ λοίσθια ἀλλὰ ὑπάρχει ἀκόμα, χαμογέλασα. Τὸ μόνο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε ἐμεῖς, τὰ θύματα μίας κατασκευασμένης κρίσης καπιταλισμοῦ, εἶναι νὰ ξαναβροῦμε σύντομά τους τελευταίους ἐκπροσώπους της καὶ νὰ εἴμαστε δεκτικοὶ σ’ αὐτὰ ποὺ θὰ μᾶς δείξουν. Δὲν εἶναι ἀργὰ γιὰ νὰ τὸ πράξουμε αὐτό, εἶναι ὅμως ἡ τελευταία μας εὐκαιρία γιὰ νὰ σωθοῦμε. Διότι, ὅταν σὲ λίγο καιρὸ ἀποδημήσουν κι οἱ τελευταῖοι ἐκπρόσωποι τοῦ τσαγανοῦ μας, τότε θὰ ἀπομείνουμε πιὰ ὀρφανοί. Θ’ ἀπομείνουμε νὰ παλεύουμε δίχως κανένα παρελθὸν μὲ τὰ νύχια τῶν ἁρπακτικῶν της νέας τάξης. Τότε θὰ πᾶμε χαμένοι. Γρηγορεῖτε λοιπόν.

Γιάννης Μακριδάκης

Το καράβι της γραμμής (απ’ το κοιμητήριο της Διονυσίου)

11 Ιανουαρίου, 2012

B.SPINOZA, J.LOCKE, D.HUME

11 Ιανουαρίου, 2012

1)
ΒΑRUCH SPINOZA
1632-1677
(Ἠθικὴ)
Φακοὺς γυαλίζω
γιὰ νὰ μὴ λογοδοτῶ
στὴ Συναγωγή.

2)
JOHN LOCKE
1632-1704
(Δοκίμιο περὶ τῆς ἀνθρώπινης νόησης)

Tabula rasa
τὸ μυαλό.Βλὰξ γεννιέσαι,
χαζὸς πεθαίνεις.

3)
DAVID HUME
1771-1776
(Πραγματεία γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση)

Ὁ ἥλιος δύει
σήμερα. Ἀλλ’ αὔριο;
Ἴσως.Ποιὸς ξέρει.

(ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ-Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΕ 100 ΧΑΪΚΟΥ-Ἀπὸ τοὺς Προσωκρατικοὺς ἕως τὸν Ντεριντὰ-Ἐκδόσεις Πατάκη

Germaine Krull (1897-1985)

11 Ιανουαρίου, 2012