Archive for 20 Απριλίου 2011

Μεγάλη Τετάρτη

20 Απριλίου, 2011

Ὑπόμνημα Τριωδίου:

Τὴ ἁγία καὶ μεγάλη Τετέρτη τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρω πόρνης γυναικὸς μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι πατέρες ἐθέσπισαν , ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου πάθους μικρὸν ὑουτο γέγονε.
Στίχοι:
Γυνὴ βαλοῦσα σώματι Χριστοῦ μύρον, τὴν Νικοδήμου προύλαβε σμυρναλόην.
Ἀλλ’ ὁ τῷ νοητῷ μύρω χρισθεῖς,Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν ἐλευθέρωσον καὶ ἐλέησον ἠμας ὡς μόνος ἅγιος καὶ φιλάνθρωπος.Ἀμήν.

Κοντάκιον Ἦχος β’

« Ὑπὲρ τὴν Πόρνην Ἀγαθὲ ἀνομησας,

δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοὶ προσήξα,

ἀλλὰ σιγὴ δεόμενος προσπίπτω σοί,

πόθω ἀσπαζόμενος, τοὺς ἀχράντους σου πόδας,

ὅπως μοὶ τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης παράσχης,

τῶν ὀφλημάτων κράζοντι Σωτήρ.

Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥύσαί με».

Ὁ Οἶκος

«Ἡ πρώην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα, τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας,

καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν, καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως,

ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν πὲρ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ’ ἐμμένω τὴ φαύλη συνηθεία ὁ ἄφρων,

ἡ Πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα, καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν.

Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥύσαί με».

Περί της Μεγάλης Τετάρτης

20 Απριλίου, 2011

Μεγάλη Τετάρτη

Βρισκόμαστε στὸ μέσο της Μεγάλης Ἑβδομάδας. Τὸ γεγονὸς ποὺ ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία νὰ μᾶς θυμίσει, λαμβάνει χώρα δυὸ ἡμέρες πρὶν ὁδηγηθεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ Σταυρό. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐξιστορεῖ τί ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα:
Ὁ Ἰησοῦς βρισκόταν στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνα τοῦ λεπροῦ. Ἐκεῖ ἐμφανίστηκε μία γυναίκα κρατώντας ἕνα μπουκαλάκι μὲ ἀκριβὸ μύρο. Ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἦταν πόρνη, καὶ ἔριξε αὐτὸ τὸ μύρο στὰ μαλλιά Του. Οἱ μαθητὲς τοῦ Ἰησοῦ, θεώρησαν τὴν πράξη αὐτὴ μεγάλη σπατάλη, ἀφοῦ θὰ μποροῦσαν νὰ πουλήσουν τὸ μύρο καὶ μὲ τὰ χρήματα ποὺ θὰ ἔπαιρναν νὰ βοηθοῦσαν τοὺς φτωχούς. Ὁ Ἰησοῦς παίρνοντας τὸ μέρος τῆς γυναίκας, ἐπίπληξε τοὺς μαθητές του, λέγοντάς τους ὅτι ἡ γυναίκα αὐτὴ τοῦ ἔκανε καλό, ἀφοῦ μὲ αὐτὸ τὸ μύρο τὸν ἑτοίμασε γιὰ τὴν ταφή. Τοὺς θύμισε ὅτι τοὺς φτωχοὺς θὰ μποροῦν νὰ τοὺς βοηθοῦν καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς τους, ἐνῶ Ἐκεῖνον θὰ τὸν ἔχουν γιὰ λίγο ἀκόμα. Τὴν συγχώρησε γιὰ τὶς ἁμαρτίες της καί, προφητικὰ μιλώντας, εἶπε ὅτι ἡ πράξη τῆς αὐτὴ θὰ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο ποὺ θὰ κηρυχθεῖ σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ἀποτελώντας, αὐτὴ ἡ ἀναφορά, ἕνα μνημόσυνο γι’ αὐτήν. Τότε ὁ Ἰούδας ἔφυγε καὶ πῆγε νὰ συναντήσει τοὺς Ἀρχιερεῖς. Τοὺς ρώτησε τί θὰ τοῦ δώσουν γιὰ νὰ τοὺς παραδώσει τὸν Χριστό, καὶ αὐτοὶ τοῦ ὑποσχέθηκαν τριάντα ἀργύρια.
Τὸ ἀπόγευμα τῆς Μεγάλης Τετάρτης, στὶς ἐκκλησίες μας, τελεῖται τὸ Μυστήριό του Μεγάλου Εὐχελαίου. Κατὰ τὴν διάρκειά του, διαβάζονται ἑπτὰ Εὐαγγέλια καὶ ἑπτὰ Εὐχές. Εὐλογεῖται ἔτσι τὸ λάδι μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἱερέας «σταυρώνει» τοὺς πιστοὺς στὸ μέτωπο, στὸ πηγούνι, στὰ μάγουλα καὶ στὶς παλάμες.
Τὸ Μυστήριό του Εὐχελαίου, μπορεῖ νὰ τελεστεῖ καὶ ἐκτὸς ναοῦ, ὅποτε τὸ ζητήσει ἕνας πιστὸς ἀπὸ τὸν ἱερέα τῆς ἐνορίας του. Καὶ τότε, ὅταν τελεῖται δηλαδὴ σὲ κάποιο σπίτι, διαβάζονται ἑπτὰ Εὐαγγέλια καὶ ἑπτὰ Εὐχές. Τὸ λάδι τοῦ Εὐχελαίου θεωρεῖται θεραπευτικό. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μυστηρίου ὁ ἱερέας ἀνάβει ἕνα κερὶ γιὰ κάθε Εὐαγγέλιο ποὺ διαβάζει. Αὐτὸ κάνουν καὶ μερικοὶ πιστοὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μεγάλου Εὐχελαίου, στὴν ἐκκλησία, τὴν Μεγάλη Τετάρτη.
Σὲ κάποιες περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας, οἱ γυναῖκες πηγαίνουν στὸ Μεγάλο Εὐχέλαιο, ἔχοντας μαζί τους μία σουπιέρα μὲ ἀλεύρι. Σὲ αὐτὸ στερεώνουν τρία κεριά, τὰ ὁποῖα καῖνε κατὰ τὴν τέλεση τοῦ Μυστηρίου. Τὸ ἀλεύρι αὐτό, τὸ χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ φτιάξουν τὰ πασχαλινὰ κουλούρια τὴν ἑπόμενη ἡμέρα.

(πηγή:www.matia.gr)

Άγιοι Τόποι ( Ιερουσαλήμ-Ναός της Αναστάσεως)

20 Απριλίου, 2011

Τροπάριο Κασσιανής (Θρασύβουλος Στανίτσας)

20 Απριλίου, 2011

Περὶ τῆς Κασσιανῆς (ἀπὸ τὴν Ἑλένη)
Ἡ Κασσιανὴ ἢ Κασσία, ἢ Εἰκασία, (μεταξὺ 805 καὶ 810 – πρὶν τὸ 865) ἦταν βυζαντινὴ ἡγουμένη, ποιήτρια, συνθέτρια, καὶ ὑμνογράφος στὴν ὁποία κὰ ἀποδίδεται τὸ ψαλλόμενο τὴν Μεγάλη Τρίτη τροπάριο ποὺ ἀρχίζει μὲ τὶς λέξεις: “Κύριε ἡ ἐν πoλλαὶς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή..”.

Ἡ Κασσιανὴ εἶναι μία ἀπὸ τοὺς πρώτους μεσαιωνικοὺς συνθέτες τὰ ἔργα τῶν ὁποίων σώζονται ἀλλὰ καὶ μποροῦν νὰ ἑρμηνευτοῦν ἀπὸ σύγχρονους εἰδικοὺς καὶ μουσικούς.

Τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σὰν ἅγια στὶς 7 Σεπτεμβρίου.

Γεννήθηκε μεταξὺ τοῦ 805 καὶ τοῦ 810 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἦταν γόνος πλούσιας οἰκογενείας
Ὅταν μεγάλωσε συνδύαζε τὴ σωματικὴ ὀμορφιὰ μὲ τὴν ἐξυπνάδα της. Τρεῖς βυζαντινοὶ χρονικογράφοι, ὁ Συμεὼν ὁ μεταφραστής, ὁ Γεώργιος Ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ Λέων ὁ Γραμματικός, ἀναφέρουν ὅτι ἔλαβε μέρος στὴν τελετὴ ἐπιλογὴ νύφης γιὰ τὸν αὐτοκράτορα Θεόφιλο, τὴν ὁποία εἶχε ὀργανώσει ἡ μητριὰ τοῦ Εὐφροσύνη. Σὲ αὐτὴ ὁ αὐτοκράτορας ἐπέλεγε τὴ σύζυγο τῆς ἀρεσκείας τοῦ δίνοντας τῆς ἕνα χρυσὸ μῆλο. Θαμπωμένος ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς Κασσίας, ὁ νεαρὸς αὐτοκράτορας τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε: «Ὡς ἄρα διὰ γυναικὸς ἐρρύη τὰ φαῦλα» «Ἀπὸ μία γυναίκα ἦρθαν στὸν κόσμο τὰ κακὰ [πράγματα]», ἀναφερόμενος στὴν ἁμαρτία καὶ τὶς συμφορὲς ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν Εὕα. Ἡ Κασσία, ἑτοιμόλογη, τοῦ ἀπάντησε: «Ἀλλὰ καὶ διὰ γυναικὸς πηγάζει τὰ κρείττονα» «Καὶ ἀπὸ μία γυναίκα [ἦρθαν στὸν κόσμο] τὰ καλὰ [πράγματα]», ἀναφερόμενη στὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ μέσω τῆς Παναγίας. Μὲ βάση τὴν παράδοση ὁ ἀκριβὴς διάλογος ἦταν:

-Ἐκ γυναικὸς τὰ χείρω.
-Καὶ ἐκ γυναικὸς τὰ κρείττω.

Ὁ ἐγωισμὸς τοῦ Θεόφιλου τραυματίστηκε μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπορρίψει τὴν Κασσιανὴ καὶ νὰ ἐπιλέξει τὴ Θεοδώρα γιὰ σύζυγό του.

Οἱ ἑπόμενες πληροφορίες ποὺ σώζονται γιὰ τὴν Κασσιανὴ εἶναι ὅτι τὸ 843 ἵδρυσε ἕνα κοινόβιο στὰ δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντὰ στὰ τείχη τῆς πόλης, τοῦ ὁποίου ἔγινε καὶ ἡ πρώτη ἡγουμένη. Ἂν καὶ πολλοὶ ἐρευνητὲς ἀποδίδουν τὴν ἐπιλογὴ τῆς αὐτὴ στὴν ἀποτυχία της νὰ γίνει αὐτοκράτειρα, μία ἐπιστολὴ τοῦ Θεόδωρου τοῦ Στουδίτου ἀποδίδει διαφορετικὰ κίνητρα στὴν ἐνέργεια τῆς αὐτή. Διατηροῦσε στενὴ σχέση μὲ τὴ γειτονικὴ Μονὴ Στουδίου, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ διαδραματίσει σημαντικὸ ρόλο στὴν ἐπανέκδοση βυζαντινῶν λειτουργικῶν βιβλίων τὸν 9ο καὶ τὸ 10ο αἰώνα, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ διάσωση τῶν ἔργων της

ΡΩΜΑΝΟΣ ΜΕΛΩΔΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΟΥΣ (απο τον Μπάμπη)

20 Απριλίου, 2011

………… γ’

Ὕπνωσας ὕπνον, ψυχή μου, κενὸν (ἀνώφελο)’ κεῖσαι καὶ ρέγχεις ἕως πότε; γρηγόρησον κὰν νῦν,

πρὸς ὃ βλέπομεν (ἔστω καὶ τώρα ξύπνησε μὲ ὅσα βλέπουμε).

ἀπειλαὶ ἐπαχθεῖς (φοβερὲς ἀπειλές)

καὶ σεισμοὶ συνεχεῖς συνετάραξαν γῆν μετὰ τῶν ἐν αὐτῇ (συνταράξανε τὴ γῆ ἀπ’ τὰ θεμέλια)’

καὶ ἐφυγαδεύθησαν κτύποι ἐπάλληλοι καὶ τὴν θάλασσαν (καὶ γύρισαν πίσω κι αὐτὴν ἀκόμα τὴν θάλασσα)

‘ πτοήθητι (φοβήσου) λοιπὸν ὡς Ἰωνὰς καὶ ἀφυπνήσθητι.

ἠχούσι κατὰ κόσμον τῶν σημείων αἳ σάλπιγγες προμηνύουσαι Χριστὸν τοὶς προσδοκώσιν (σὲ ὅσους Τὸν καρτεροῦνε),

ὅτι ἐλεύσεται (γιατί θὰ ἔρθη)

καὶ ἐνδημήσας ἀποκλείσει τὴν ἁγίαν εἴσοδον τῶν σημείων «Ἄνοιξον» (καὶ ἐρχόμενος θὰ σφραγίσει τὴν Ἁγίαν Πόρτα μὲ σημάδια στοὺς κραυγάζοντες: «Ἄνοιξε»).

δ’

Ταῦτα καὶ νῦν θεωροῦμεν, ψυχή’ θύραι εἰσίν, οὐκ ἐπὶ θύραις (ἔφτασαν, δὲν τὰ καρτεροῦμε)’

ἐπέστη γὰρ καὶ πάρεστιν ἕτοιμα (εἶναι δήλ. κοντά μας, μπροστά μας ἕτοιμα).

οὐκ ἐλλείπει οὐδέν, ὧνπερ εἶπε Χριστός, ἀλλ’ ὡς προεῖπε,

πάντα γενήσεται’ καὶ λιμοὶ καὶ λοιμοὶ (καὶ πείνα καὶ ἀρρώστιες)

καὶ σεισμοὶ συνεχεῖς, καὶ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος ἐγήγερται’ τὰ ἔσω φοβερά,

τὰ ἔξω δὲ μάχης πεπλήρωνται (τὰ μέσα εἶναι φοβερὰ καὶ τὰ ἔξω σὲ διαμάχη).

πανταχοῦ γὰρ ὁ κίνδυνος’ οὐδαμοῦ καταφυγή,

φυγὴ δὲ πάσιν (καὶ ὅλοι πῆραν τοὺς δρόμους)

‘ ἡ πύλη κέκλεισται, ἡ εὐσπλαχνία ἐσφραγίσθη’

οὐ γὰρ ἠβουλήθημεν ἔνδοθεν εἶναι τοῦ νυμφῶνος βοώντες’ «Ἄνοιξον» (γιατί δὲν θελήσαμε στὴ Βασιλεία νὰ εἴμαστε φωνάζοντας «Ἄνοιξε»)

………. η’

Ἴδε, καιρὸς χαλεπὸς ὁ παρών’ τί ἀναμένομεν ψυχή μου;

ἡμέρα γὰρ ἐστὶν ἐκδικήσεως. ἐξεκαύθη θυμὸς (ἐξ αἰτίας μας κρέμεται ὀργή) ἐφ’ ἠμᾶς δι’ ἠμᾶς,

ὅτι ἠμεῖς αὐτὸν ὑπανήψαμεν (γιατί ἐμεῖς τὴν προκαλέσαμε)’

καὶ τὸ μέλλον γὰρ πῦρ ἐξ ἠμῶν καθ’ ἠμῶν

…. θ’

…πολὺ γὰρ παρωργίσθη Ἰησοῦς ὁ σωτὴρ ἠμῶν, ὅτι θαύματα ποιῶν οὐκ ἐπιστεύθη’

…. ια’

…ἠμεῖς δὲ ὡς παιδὶα ταὶς φρεσὶν ἐγεννήθημεν (σὰν παιδιὰ στὸ μυαλὸ ἐφερθήκαμε) μεριμνῶντες τὸ φαγείν,

ποιεὶν καὶ παίζειν’ ἐν ἀγοραὶς ἐσμὲν καθήμενοι καὶ προσφωνοῦντες (λέγοντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον)’

«Εἰ καὶ κρίσις ἔρχεται, τέως τερφθῶμεν καὶ τότε βοῶμεν «ἄνοιξον» (ἂν καὶ ἡ Κρίσις ἔρχεται,

ἐμεῖς μέχρι τότε ἂς διασκεδάζουμε κι ἅμα ἔρθει φωνάζουμε: ‘Ανοιξε»)…

………. ιε’

Ἄνοιξον, κύριε, ἄνοιξον μοὶ τῆς εὐσπλαχνίας σου

τὴν θύραν πρὸ τοῦ καιροῦ τῆς ἀποδημίας μου’ ἀπελθεὶν μὲ γὰρ δεῖ καὶ ἐλθεὶν

παρὰ σοῖ καὶ περὶ πάντων ἀπολογήσασθαι, ὧν ἐν λόγοις λαλῶ (γιὰ ὅσα λέω)

καὶ ἐν ἔργοις τελῶ καὶ ἐν καρδίᾳ διαλογίζομαι’ τὸ θροὺς γὰρ τῶν γογγυσμῶν

τὸ οὓς τὸ σὸν οὐκ ἀποκρύβεται (ἀφοῦ καὶ ψίθυρο γογγυσμοῦ τ’ αὐτιά Σου ἀκοῦνε)….

Ἀπὸ τοὺς «ΥΜΝΟΥΣ», μέτ. Ἄν. Κουστένη