Νοσταλγῶ ἀτέλειωτα
νά πάω στό Τσάν-Κάν.
…Ἔντομα τοῦ φθινοπώρου
φλυαροῦν
στό χρυσαφένιο φράχτη,
δροσοσταλίδες λάμπουνε
στό ψάθινο καπέλο μου,
τό μακρινό φανάρι
τρεμοσβύνει
κι ὁ πόθος μεγαλώνει
μέσα μου,
τό μακρινό φανάρι
τρεμοσβύνει
κι ὁ πόθος μεγαλώνει
μέσα μου.
Πέρ’ ἄπ’ τόν ἴσκιο
βέπω τό φεγγάρι
καθάριο σά λουλούδι
μές στά σύννεφα.
Πάνω μου ὁ οὐρανός
βαθύς καί γαλάζιος,
κάτω πρασινίζουν τ’ ἀκούραστα νερά.
Πλατιά ἡ γής
κι ὁ οὐρανός ἀπέραντος
κι ἀνάμεσά τους ἡ θλίψη μου
νά φτερουγίζει.
Ὡς πότε τά’ ὄνειρο θ’ ἀφήνει
τό κατώφλι μου
καί θά πλανιέται πέρα στά βουνά;
Μία νοσταλγία μέ παιδεύει.
Ἀτέλειωτα.
Li Tai –Po 701-762 μ.Χ.
(Κινέζικη Ποίηση μτφ.Α.Τσακνια Ἐκδόσεις Πλέθρον)








